Ετικέτες - θέματα

26.9.26

Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 49

 Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν


Πίναμαν και λέγαμαν,

λέγαμαν, ξελέγαμαν κι όλο εχορεύαμαν.

(καφετζής)

                                                                                                                        


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας
 

                                                                   

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  49


Οι ασκήσεις επί χάρτου τελείωσαν…

  Ακολουθούν οι ασκήσεις με πραγματικά πυρά κι ακόμη χειρότερα οι πραγματικές συνθήκες πολέμου. Τώρα να δούμε, τι θα δούμε!... 


  Όποιος σπέρνει πολλές προσδοκίες, κερδίζει κάποιες εξουσίες. Ας ετοιμάζεται να θερίσει κι άλλες τόσες αποδοκιμασίες! Κανείς δε θα κριθεί πια απ’ τις προθέσεις του αλλά απ’ τα αποτελέσματα…


─ Κρασί σε πίνω για καλό κι εσύ με πας στον τοίχο.

─ Καλά να πάθεις! «Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι».

                             «Λάδια πολλά, τηγανίτες πουθενά…». Τ’ άκουσες ποτέ αυτά;

                                                       

Περίοδος χάριτος

  Την πρώτη μέρα που άνοιξα το καφενείο, μου λέει ένας πελάτης:

─ Καφετζή, βρήκα μια μύγα στον καφέ.

─ Τι ήθιλις να βρεις, πέστρουφα; Χουράει η πέστρουφα σι αυτήν τ’ν κύκαρη π’ σο’ ’βαλα τουν καφέ; Θα σ’ φκιάσου άλλουν, μη στινουχουριόσι κι να μι συνχουρείς!  

─ Αυτό έχεις να πεις; Αν με ξαναδείς, κακατσίδα να με πεις!...

─ Καλά, κύριους!  Ιγώ είπα ένα αστείου, έτσι να γιλάσουμι… Στου καφινείου ήρθις, δεν ήρθις στ’ν Ακαδημία Αθηνών!... Μι του νου μ’, όμους, έλιγα: ορέ, αϊ κατ’ ανέμ’ απού δω, γιδουξούρι, π’ σι πείραξι η μύγα κι μυγιάσ’κις! Δεν έχιτι μύγις στου χουριό σ’; Δε σι κόβου κι για προυτιβουσιάνου, αφού ήξιρις απού κακατσίδα… (όσοι δεν ξέρετε την κακατσίδα, πάρ’ τε το απόφαση: είστε πρωτευουσιάνοι…).

  Καφιτζής είμι, δεν είμι δημόσιους υπάλληλους να κάθουμι ν’ αγναντεύου πού φλιντ’ράν’ οι μύγις… Λέου καλά; Ούτι θα στέκου μι τ’ μυγουσκουτώστρα σαν του Στέφου Τσιτσιπά μι τ’ ρακέτα, γιατί κι ου Στέφους έτσι έμαθι τένις. Τένιασι (απόκαμε απ’ την κούραση θα πει) να σκουτώνει μύγις στου Προυάστιου Καρδίτσας. Ξέριτι τι μύγα έχει η Παραπράστινα;

  Συμπέρασμα: Ο καφετζής δεν έχει καμία μέρα περίοδο χάριτος.


  Σάμπως έχει ο γιατρός; Ακούσατε να του λένε: χειρούργησε για κάνα ’ξάμηνο (να μάθεις κιόλας) και μη σε νοιάζει ποιος θα γλυτώσει, γιατί βρίσκεσαι σε περίοδο  χάριτος (κι όποιον πάρει ο χάρος…); Ούτε γιατρός συμφέρει να ’σαι… Ελπίζω να σας έβαλα σε έναν προβληματισμό, σκεφτείτε εσείς άλλα επαγγέλματα που έχουν ή δεν έχουν περίοδο χάριτος κι εγώ να συνεχίσω τη δ’λειά μ’…


  Η περίοδος χάριτος είναι μια εφεύρεση των πολιτικών, την οποία καθιέρωσαν ως προνόμιο, για να μην τους πειράζει κανένας κάμποσο καιρό στην αρχή που ξεδιπλώνουν, παρουσιάζουν (και το χειρότερο εφαρμόζουν) το περιεχόμενο των πολιτικών τους. Είναι η περίοδος που οι άλλοι, οι οποίοι έχασαν και φεύγουν, ασχολούνται με το να μαζεύουν τα συντρίμμια τους, υποστηρίζοντας πόσο λάθος ψήφισε ο λαός, αντί να κάτσουν να σκεφτούν τα λάθη τα δικά τους. 

  Προσωπικά δε δέχομαι την περίοδο χάριτος, όσο κι αν κατανοώ ότι αυτός που αναλαμβάνει να κυβερνήσει, δεν μπορεί να τα κάνει όλα σε μια μέρα. Προσωπικά, επίσης, αν αναλάμβανα τη διακυβέρνηση της χώρας για μια μέρα, θα απολάμβανα τα αγαθά της εξουσίας και  δε θα έκανα τίποτε, γιατί έτσι κι αλλιώς θα τα άλλαζαν την επομένη που θα έφευγα. Είμαι δύσπιστος και σε κάτι δήθεν προγράμματα εκατό ημερών, αφού στην πραγματικότητα είναι εκατό μέρες πανηγυρισμών που πήραν την εξουσία και τη μοιράζουν ως λαφυραγωγοί.  

  Ανέλαβες, κύριε, την εξουσία; Απ’ την πρώτη μέρα ό,τι και να συμβεί, έχεις την ευθύνη. Υποτίθεται ότι είχες πλήρη γνώση να ανταποκριθείς σ’ αυτό που ζήτησες να αναλάβεις. Σαν δεν ήξερες να υφάνεις, τα μασούρια τι τα κάνεις; Σου κάναμε τη χάρη και σε ψηφίσαμε, μη μας ζητάς και χάριτες! Γι’ αυτό  περίοδο χάριτος δε δίδω…

  Ωστόσο, για να μη με λένε από καφετζή καβγατζή, άφησα κι εγώ μια περίοδο καλοπροαίρετης ανοχής (πώς μου κόλλησε αυτή η νεοφανής σύμφραση; Ίσως γιατί μου θυμίζει τις παχείς αγελάδες…). Ενημερώνω, λοιπόν, τον Κούλη (ονομαστικά), τον κάθε υπουργούλη, περιφερειαρχούλη, δημαρχούλη (εξαιρώ μόνο τον Σπανούλη που είναι παιχταράς) ότι τώρα ο χρόνος αυτός έληξε.  


Αποτρεπτικά 

  Ου διάουλους φεύγει μι θυμιάμα, μι σκρούμπου, μι καπνό απού τσιγάρα (άλλο που σας κρύβει ο Έκτωρ αυτό το πλεονέκτημα), μι αλάτι (ειδικά ημίχοντρο που κάνει και για τουρσί), μι πιτρουβόλ’μα μι του ζιρβί του χέρι κι μι του πατηρημών…

  Τα φίδια απ’ του ’λαφουκέρατου κι άμα έχ’ς κάνα παλούκι στου χέρι…

  Τα καλιακούδια κι τα τσιροπούλια μι τσιακατόρες ή βρουντώντας άδεια ντινικέδια. 

  Η λέρα φεύγει μι αλ’σίβα κι κάποια απουρρυπαντικά (με πε χα 7 το λιγότερο…).

  Του μάτιασμα απουτρέπιτι απ’ τ’ γαλάζια χάντρα κι τα σκόρδα (ιδίως τα καυτερά).

  Ου μουσουλμάνους φεύγει μι γουρ’νουκρίατου.

  Η χαζαμάρα δε φεύγει μι τίπουτα.

  Ιφκουλότιρα απ’ ό,τι γλέπιτι φεύγει ου δαίμουνας, αλλά κανένας δεν προυσπαθεί να τουν διώξει. Οι συνταγές έπισαν σι αχρησία…


Κίνησα να πάω στην Κίνα…

Κυριάκος εξεκίνησε, στην Κίνα για να πάει.

Βάνει τα πέταλα χρυσά, καρφιά μαλαματένια!

Σέρνει μουλάρια δώδεκα και μούλες δεκαπέντε…

  Πολλή κινητικότητα με την Κίνα. Όσο να γυρίσει ο Κυριάκος απ’ τα Πεκίνα, ήρθε ο Κινέζος πρόεδρος στην Αθήνα! Ίσα που πρόλαβε η Προκόπαινα να ετοιμάσει το γεύμα στο προεδρικό. Ευτυχώς, βοήθησε κι ο Προκόπης που ψώνισε τα απαραίτητα (κρασιά, μπύρες, σόδες, αλατοπίπερα, οδοντογλυφίδες),  πέρασε  μανάβη,  κρεοπώλη, 

φούρναρη και  μάζεψε όλες τις εξωτερικές δουλειές.

Προξενητάδες ήρθανε πολύ μακριά απ’ την Κίνα…

  Κάποιο προξενιό κρύβει αυτό το πηγαινέλα. Σε λίγο θα τα μάθουμε τα χαϊρλίτ’κα. Καλές δ’λειές να γένουντι!  


  Τα μουσαφιρλίκια έγιναν στο προεδρικό μέγαρο. Η Μαρέβα ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε ότι θα περάσει μια μέρα στο Μαξίμου μαγειρεύοντας. Άλλωστε, τι να μαγείρευε στον Κινέζο; Μια συνταγή ήξερε απ’ την πεθερά της, την αείμνηστη Μαρίκα: τα ντολμαδάκια… Αλλά αυτά έχουν ρύζι…

  Πήρε τον δρόμο  για το προεδρικό ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, αλλά τον περίμεναν εκπλήξεις. Εκατέρωθεν του δρόμου είχαν παραταχθεί διάφοροι ρατσιστές και ξενοφοβικοί, οι οποίοι μαγείρευαν με διάφορους τρόπους ρύζι, για να τον πικάρουν, φωνάζοντας «είσαι Κινεζάκι, τρως πολύ ρυζάκι». Τι λαπάδες, τι ατζέμ πιλάφια είδαν τα μάτια του δε λέγεται!... Ούτε στην Κίνα δεν τα είχε ματαδεί… Η Θεανώ πρωτοστατούσε με τα γεμιστά της. Μέχρι και ρυζόγαλα απ’ το Λιανοκλάδι έφεραν. Κοντά στο προεδρικό ήταν άλλοι, οι υποστηρικτές της ελληνοκινεζικής προσέγγισης, 

οι οποίοι του πετούσαν ρύζι (για τα καλορίζικα) κι ο Σάββας Σιάτρας τραγουδούσε με την κλαψιάρικη κι όλο λυγμό φωνή του ένα ηπειρώτικο τραγούδι που έλεγε «…ρίξε ρύζι να ριζώσουν σαν το σ’τάρι να φυτρώσουν…».  

  Τα έβλεπε αυτά ο Κινέζος και σκεφτόταν: «Έχει πλάκα να πήξουμε κι εδώ στο λαχανόρυζο! Εγώ, δόξα τον θεό Κομφούκιο, δεν είμαι μουσουλμάνος. Περίμενα να φάω στην Ελλάδα κάνα σουβλάκι, κάνα κοντοσούφλι πρόβειο, κάνα σπληνάντερο να λαδώσει τ’ άντερο μ’… Δεν πήγαινα καλύτερα στην Αργιθέα να φάω αγριόγουρ’νου στου Βασίλη Παπαϊάννη… Γένιτι να μη βάρισι κανένα ου Γιώργου Πούπ’ς;». 

  Τις σκέψεις του ακολούθησαν βρισιές, αλλά εσείς δεν ξέρετε κινέζικα για να τις γράψω κι αν σας τις μεταφράσω εγώ που ξέρω, δεν τις δημοσιεύει ο Κώστας Τσιάκαλος ούτε ο Καραγιώργος (για ιδεολογικούς λόγους αυτός). Σκεφτείτε, λοιπόν, τι λέτε εσείς όταν δε σας αρέσει το φαΐ και θα καταλάβετε…

  Με βαριά καρδιά προχώρησε προς το μέγαρο, όπου τον περίμεναν για το γεύμα. Είδε εκεί ότι οι φόβοι του ήταν αβάσιμοι. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα με του πουλιού το γάλα (ΑΒ Βασιλόπουλος, ας κάνουμε και μια διαφήμιση!). Έκαναν τον σταυρό τους κι άρχισαν να τρώνε. Ο αοιδός ξεκίνησε να τραγουδά με το επιτραπέζιο:

«Σε τούτην τάβλα που ’μαστε, σε τούτο το τραπέζι,

τον Σι Τζινπίνγκ φιλεύουμε και τον παρακαλάμε…».


  Η δημοτική μούσα κατέγραψε με τον δικό της τρόπο το γεγονός του γεύματος.

Ο Αλέξης κι ο Άδωνις κι ο Μάκης ο Βορίδης

αντάμα τρων και πίνουνε κι όλο χαζογελάνε,

αντάμα έχουν και τ’ άλογα στο πάρκιγκ αραγμένα.

(Πρόκειται για τα άλογα των ακριβών αυτοκινήτων τους, γιατί δεν έχουν κανονικά άλογα, παρότι δεν τους λείπουν τα παράλογα).

                           Είχαν τραπέζια ολόγιομα, γυαλιά παραγιομάτα (με κρασί υποθέτω)

στο γεύμα στο προεδρικό που φίλευαν Κινέζους…

Κι ο Μητσοτάκης έλεγε και ο Κυριάκος λέει:

─ Παιδιά μου, μη μαλώσετε και γίνουμε ρεζίλι

και φύγουν οι επενδυτές, τους έχει ανάγκη η χώρα…

                    Κι ο Άδωνις απάντησε, ψιλή φωνίτσα βγάνει: (τσιριξιά για την ακρίβεια)

─ Σήμερα το βουλώνουμε, πρωθυπουργέ, το στόμα,

δαγκώνουμε τη γλώσσα μας, τα νύχια μας τα τρώμε

κι αύριο ξαναρχίζουμε καθένας το βιολί του…             

  Κάπου εδώ η μούσα ξέμεινε από έμπνευση ή από μπαταρία (όπως ξεμένουμε οι περισσότεροι από βενζίνη τελευταία) κι έτσι σταματά απότομα και το τραγούδι.   


  Τα διάφορα ΜΜΕ παρουσίασαν το γεγονός με εκτενή ρεπορτάζ για τη σημασία του αλλά και με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Η εφημερίδα «ΨΕΜΑΤΑ» έγραψε ότι εκεί που χαριεντίζονταν ο Αλέξης με τον Άδωνι, πλησίασε ο Κυριάκος και τους είπε: «Τον νου σας, ρεμάλια! Μη μου διώξετε τους Κινέζους, θα σας πήξω στο ρύζι!   Καταλάβατε, ρεμάλια; Τον νου σας! Ρεμάλιααααα!...».


  Τελικά, υπόγραψαν, λέει, με τους Κινέζους κάμποσα μνημόνια κατανόησης. (Τι είναι αυτά, ρε, ξέρει κανένας;). Ας υπόγραψαν! Από εκείνα τα ακατανόητα μην ξαναϋπογράψουν!... Επίσης, οι Κινέζοι ενδιαφέρθηκαν και έδωσαν καπάρο να αγοράσουν κρόκο. Τι να τον θέλουν τον κρόκο οι κιτρινιάρηδες; (Ε, όχι να με πείτε και ρατσιστή που είπα κιτρινιάρηδες τους κιτρινιάρηδες… Τι θέλατε να τους πω, Γρυμπιανίτες;). Πάντως, ο Χρυσοχοΐδης πολύ καλά έκανε που έδωσε εντολή να ψάξουν τα μπαστούνια τους, μήπως είναι κούφια και μας κλέψουν σπόρο από κρόκο.     

Έτσι τους πήραμε εμείς τον μεταξόσπορο, μην πάθουμε τα ίδια…


Λευκές νύχτες και μαύρες μέρες

  Με σύνθημα «διασκεδάζουμε, στηρίζουμε, ψωνίζουμε» ο εμπορικός σύλλογος Καρδίτσας οργάνωσε για πρώτη φορά « Λευκή Νύχτα » με ανοιχτά τα μαγαζιά για αγορές και διασκέδαση. 

  Οι Καρδιτσιώτες με σύνθημα «αν είχαμαν παράδις ψώνιζάμαν κι την μέρα» παρακολουθούσαν το «πρότζεκτ» από μακριά. Κάτι γριές σταυροκοπιόνταν κι έλεγαν: «Λώλιψαν ντιπ για ντιπ οι ανθρώποι. Π’λιούν μέρα κι αγουράζουν νύχτα…».

  Έτσι είναι το εμπόριο. Με σταθερό στόχο το κέρδος, πάντα βρίσκει τρόπους να μπαίνει στη ζωή των ανθρώπων και να την αλλάζει. Εκμεταλλεύεται κάθε εκδήλωση του κοινωνικού βίου, ορίζει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις και τις συμπεριφορές τους.

  Βάλαμε στη ζωή μας πάρα πολλές αμερικανιές… Κατά τα άλλα, κάνουμε και μια πορεία διαμαρτυρίας τον χρόνο στην αμερικανική πρεσβεία. Από γνώση και άποψη; Για άλλοθι; Από ενοχή; Από συνήθεια; Κανένας δεν ξέρει…   

  Λευκή νύχτα, μαύρη Παρασκευή και μαύρη ζωή που κάνουμε… 


Παπούτσι από καφετζή κι ας είναι και… βαρύγλυκο

  Εμπόριο είπαμε!... Τελευταία, πιάσανε καφετζή που πούλαγε παπούτσια και έκανε φοροδιαφυγή. Πρωτάκουστο! Φοροδιαφυγή στην Ελλάδα; Είναι δυνατόν; Τι σου είμαστε κι εμείς οι καφετζήδες! Άλλο που εγώ κοιμάμαι με τα τσαρούχια και δεν τα καταφέρνω με τον Ερμή. Όμως, καιρός ν’ αρχίσω να επεξεργάζομαι σκέψεις…

  Εδώ άλλοι εμπορεύονται ελπίδες, όνειρα, ιδέες, σοσιαλισμούς, φιλελευθερισμούς, αριστεριλίκια, ηθικά πλεονεκτήματα και κάθε μορφής αέρηδες, ειδικά κοπανιστούς…

  Τουλάχιστον ο καφετζής σου ’φερνε με τον καφέ κι ένα ζευγάρι μποτάκια (αντί για 

μπισκοτάκια).

  Αλλά πώς γλύτωνε το θηρίο απ’ την εφορία; Φαίνεται ήταν πολύ καταφερτζής αυτός ο καφετζής…


Τάδε έφη Λάππας

  «Πείτε μου σας παρακαλώ, ποιο αδίκημα διαπράττει αυτός που κατέχει μία βόμβα μολότοφ στην πλάτη;». Έλα ντε, ρε Σπύρο! Καλά τους άναψες φωτιές μες στη Βουλή. Κρίμα που δεν είχες μαζί σου και μια μολότοφ για εποπτικό υλικό, για να τους πείσεις για το ακίνδυνον ή να τους την ανάψεις όταν σε ζόρισαν… 

  Τσιάρας – Λάππας σημειώσατε 1 και τελικά τη μεταφορά μολότοφ την ξαναπήγαν κακούργημα. Όμως, και πάλι Καρδιτσιώτης θα δώσει τη λύση. Ο καφετζής…

  Οδηγίες περί αποθήκευσης και μεταφοράς μολότοφ:  

  Να φυλάσσονται οι μολότοφ σε δροσερό μέρος και μακριά από εστίες φωτιάς! Καλύτερα να τις έχετε στη ντουλάπα, για να θυμάστε έτσι και τον Λάππα!...

  Όταν θέλετε να μεταφέρετε μια μολότοφ, τη συσκευάζετε σε μορφή δώρου γενεθλίων με κορδέλα και γράφετε πάνω σε ένα καρτελάκι σχετικά:

Να ζήσεις, ρε φίλε, και χρόνια πολλά, μεγάλο να στήνεις παντού σαματά!

Δέξου ένα δώρο, για να τα κάνεις, όπου διαβαίνεις, γυαλιά και καρφιά!…

Σιγά μην κάτσει το όργανο να διαβάσει τι λέει το καρτελάκι…

  Επίσης, μπορείτε να στολίσετε το στόμιο με μαντζουράνες και βασιλικούς κι αν σας σταματήσει αστυνομικός να του πείτε: Καπιτάνιου, έχουμι γάμου ν’ απάν’ Κυριακή κι θα τουν κάμουμι παλιακόν μι ούλα τα ιθίματα. Ιγώ τώρα πααίνου να καλέσου μι του μπουκάλι αυτό τ’ς συγγινήδις κι τ’ς φίλοι. Κι στα θ’κά σ’, καπιτάνιου! 

  Το πολύ να σου πει ο αστυνομικός: η ώρα η καλή! Δεν πρόκειται να κάτσει να μυρίσει και το περιεχόμενο…


Εκλογικό σύστημα

  Πρώτη διαπίστωση. Στην Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει απλή αναλογική, γιατί δεν υπάρχει η απλή λογική.  

  Δεύτερη (και πιο θλιβερή) διαπίστωση. Όλα τα εκλογικά συστήματα δίνουν κυβερνήσεις. Οπότε, δε γλυτώνουμε με τίποτε…

  Όποιος συμφωνεί ως εδώ, διαβάζει και το υπόλοιπο. 

  Τώρα, ξαναματαψάχνουμε εκλογικό σύστημα. Σε δουλειά να βρισκόμαστε! Γιατί, ρε παιδιά; Τα πράγματα είναι απλά. Θέλουμε να βγάζει το σύστημα κυβέρνηση ή να βγάζει ψηφοφορίες; Αν απαντήσετε σ’ αυτό, ανοίγει ο δρόμος να συμφωνήσετε και στο σύστημα. Ύστερα ρυθμίστε κάθε φορά τα θέματα που θα προκύπτουν, όπως τώρα με την ψήφο των απόδημων Ελλήνων, αν θα ψηφίζουν οι ξανθές και μαυρομάτες κι αν θα έχουν διπλή ψήφο οι ρούσες γαλανομάτες.

  Αλέξη, γιατί δεν άλλαζες το νόμο το 2015 πριν τις εκλογές Σεπτεμβρίου, ώστε το 2019 να γίνονταν με την απλή αναλογική, δια την οποίαν τόσον εσχάτως κόπτεσαι; 

  Κυριάκο, γιατί πειράζεις τον νόμο του Αλέξη;  Για να τον ξανακάνεις πρωθυπουργό; 

  Τελευταία ερώτηση και προς τους δυο: μας δουλεύετε;


Αντικαπνιστικός νόμος

  Ξεκίνησε και η αυστηρή τήρηση του αντικαπνιστικού νόμου.  Οι καπνιστές γίνονται

καπνός απ’ το πολύ κυνήγι. Δεν τους αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Σε λίγο θα τους βγάλουν αλήθεια… στο κλαρί!


Τίνος καλύβα καίγεται, τίνος μαντρί καπνίζει;

Κει πέρα βγαίνει ένας καπνός, σαν τι καπνός να είναι;

Στίχοι (προφητικοί) δημοτικών τραγουδιών 


  Στο 1142 τηλεφωνείτε για να καταγγείλετε παραβάσεις καπνιστών.

  Στο 1143 τηλεφωνείτε όταν ξεμείνετε από τσιγάρα, για να σας φέρουν.

  Όμως, δεν είναι σωστό να πληρώνουμε το τηλεφώνημα καταγγελίας. Κανονικά, πρέπει να παίρνουμε 5 ευρώ για καθέναν που καταγγέλλουμε. Δεν μπορεί το κράτος να παίρνει 50 ευρώ πρόστιμο απ’ τον καπνιστή και να μη δίνει το 10% στον πολίτη που βοηθάει στην εφαρμογή του νόμου…


  Άνεργοι! Μη μένετε στο σπίτι! Βγείτε στην αγορά! Νέο προσοδοφόρο επάγγελμα σας περιμένει! Κυνηγοί καπνιστών!... Δέκα τσιγαρούληδες να καταγγείλετε, θα το τσεπώσετε το πενηντάευρο.  


  Να καώσι τα καπνοχώραφα και αι καπνοβιομηχανίαι! (προωθημένη πρόταση) Μπάμπη, Παύλε, διατρέχω τον κίνδυνον δίωξης δια προτροπήν εις εκνόμους ενεργείας; Για εκείνα τα ειδικά φίλτρα σε τζιμινιέρες εργοστασίων ξανακούσατε τίποτε;


  Ιδρύω κόμμα καπνιστών! ΚΚ χωρίς το ε. Ένα 3% θα το πιάσω, για να μπω στη Βουλή. Εδώ μπήκαν άλλα κι άλλα καπνουδερά, γιατί να μη μπω κι εγώ; Θα βάλω στο επικρατείας την Κανέλλη που βγάζει καπνό από παντού και εννοείται ότι θα συνεργαστώ μετεκλογικά με τους θεριακλήδες Σπίρτζην και Πολάκην… 


  Το κάπνισμα πια επιτρέπεται μόνο υπό την εξής προϋπόθεσιν: να έχιτι καπνό ξηρουμιρίτ’κου ή απού ξιρ’κό καπνουτόπι κι να στρίβιτι ’ν τσιγάρα σας σι ρουκόφ’λλου.


  Ο ταμπάκος επιτρέπεται; Αν ναι, τότε να επανέλθωσι ως λύσις αι ρινοεισπνοαί…


  Καπνιστές και καπνίστριες, φουμαδόροι και φουμαδόρισσες, φουγάρα γενικώς  

  Ο μόνος τόπος που δεν απαγορεύεται το κάπνισμα είναι η Αργιθέα. Οργανώστε τις εκδρομές και τις εκδηλώσεις σας στα Άγραφα. Εδώ δεν πρόκειται να σας γράψει κανένας ούτε οι καταστηματάρχες θα σας εμποδίσουν. Κάπνισαν τα μάτια τους, αγναντεύοντας να ιδούν πελάτη…


  1142 ικεί; Είμαστι στουν Πουλύζου, στα Βραγκινά. Ιδώ καπνίζουν ούλοι. Σβάν’ του ένα, ανάβουν τ’ άλλου! Καπνίσ’καμαν σαν τα κ’νάβια. Ιλάτι απάν’, για να μην κάνει ου πάσα ένας ό,τι τ’ καπνίζει. Άμα έρθιτι, φέρ’ τι μας κι δυο καρβέλια ψουμί ουλικής αλέσιους, ν’ αμπώχνουμι καλύτιρα σια κάτ’ τα κουψίδια κι λίγις σόδις! Α, φέρ’ τι κι δυο μπακέτα τσιγάρα στουν Τάκη!

  

Μην περιμένεις χρώμα στη ζωή σου

           …από την έγχρωμη τηλεόραση!

  Η φθινοπωρινή φύση σε προσκαλεί και σε περιμένει. Τα φυλλοβόλα δέντρα δίνουν την τελευταία τους παράσταση. Τα φύλλα στροβιλίζονται χορεύοντας και πέφτουν. Στρώνουν πολύχρωμο χαλί, για να υποδεχτούν τον χειμώνα που έρχεται να τους φέρει τα πάλλευκα παπλώματα του ύπνου τους…                    

                                   29/11/2019



23.9.26

(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895 Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 


(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Κείμενο- AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   


― Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μὲς στὸ γυαλί, εἶπε ἡ μάννα μου, γιατὶ δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι.

― Χωρὶς πεντάρα;

― Ναί.

― Καὶ τί ἔγινε ὁ πατέρας σου;

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Ἦτο πενταετὲς παιδίον, ζωηρόν, μὲ λαμπροὺς μεγάλους ὀφθαλμούς, ρακένδυτον. Καὶ μὲ παιδικὴν χάριν, μὲ σπαρακτικὸν ἐν τῇ ἀθῳότητι μειδίαμα, ἐπρόφερεν ἑκάστοτε τὴν φράσιν ταύτην, τῆς ὁποίας ὅλον τὸ βάθος δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ κατανοήσῃ, τόσον ὥστε οἱ ἄνθρωποι οἱ μὴ ἔχοντες νὰ κάμουν τίποτε, καθὼς ἐγώ, πολλάκις τὸ ἐκάλουν, καὶ ἀπέτεινον αὐτῷ τὴν ἄνω ἐρώτησιν τοῦ μικροῦ παντοπώλου τῆς γειτονιᾶς, μόνον καὶ μόνον διὰ ν᾽ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στόμα του τὴν ἀπόκρισιν.

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ὁποὺ τὸ ἔβλεπα. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν συνέβη νὰ εἶμαι πλούσιος, διότι εἶχα κατορθώσει μετὰ πέντε ἐκλιπαρήσεις, καὶ μετὰ τέσσαρας ἀποπομπάς, νὰ λάβω δεκαπέντε δραχμάς, ἀπέναντι ὀγδοήκοντα ὀφειλομένων μοι δι᾽ ἀμοιβὴν φιλολογικῆς ἐργασίας πέντε ἑβδομάδων. Κατὰ τὰς τοιαύτας δὲ ἡμέρας, ἰσαρίθμους μὲ τὰς σελήνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, μοὶ συμβαίνει, χωρὶς νὰ φροντίσω νὰ πληρώσω μέρος τῶν χρεῶν μου, νὰ ἐξοδεύω μονοημερὶς τὰ δύο τρίτα τοῦ οὕτω πως ἐκβιασθέντος ποσοῦ, φυλάττων φρονίμως τὸ τρίτον διὰ τὰς ἑπομένας τρεῖς ἑβδομάδας.

Ἔκραξα τὸ παιδίον καὶ τοῦ ἔδωκα μίαν πεντάραν. Ἐκεῖνο τὴν ἔλαβεν, ἔβγαλεν ἔξω ἀπὸ τὰ χείλη τὴν γλῶσσαν, μὲ μειδίαμα εὐδαιμονίας, καὶ ἀτενίζον με εἶπε:

― Δό μ᾽ κι ἄλλη, μπάρμπα!


Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν. Συνέβαινε καθ᾽ ἑσπέραν νὰ κάθημαι ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ πλέον, συνομιλῶν μὲ δύο ἢ τρεῖς φίλους, πίνοντας τὸ ὀρεκτικόν των, εἰς τὸ μικρὸν μαγαζεῖον, ἐνίοτε δὲ νὰ λαμβάνω ἐκεῖ τὸ λιτὸν δεῖπνόν μου. Πολλάκις τριετῆ νήπια ψελλίζοντα τὰ ἔστελναν αἱ προκομμέναι αἱ μητέρες των, μὲ ἐπικίνδυνα ποτήρια ἢ φιαλίδια εἰς τὰς χεῖρας, διὰ ν᾽ ἀγοράσουν κασὶ ἢ λάι ἢ λυκάζι. Ἓν τούτων ἐζήτει νὰ τοῦ δώσουν ἕνα κουμπὶ (σκουμβρί), ἄλλο ἐζήτει μιὰ πεντάρα πίτα (σπίρτα). Τὴν γλῶσσάν των μόνος ὁ νεαρὸς παντοπώλης, ὁ φίλος μου, ἦτο ἱκανὸς νὰ τὴν ἐννοῇ. Ὁ ἴδιος ἐσπλαγχνίζετο ἐνίοτε καὶ ἔστελνε προπομποὺς τοὺς ἰδίους του ὑπηρέτας ἕως τὴν θύραν τῶν μικρῶν παιδίων, διὰ νὰ φθάσουν ταῦτα ἀσφαλῶς εἰς τὴν μητέρα των.

Συχνὰ συνέβαινε νὰ ξεχάσῃ ἡ μικρὰ παιδίσκη, πενταέτις ἢ ἑξαέτις, τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ν᾽ ἀγοράσῃ, καὶ νὰ εἴπῃ ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων. Ἐντεῦθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν μητέρων, ὕβρεις κατὰ τοῦ μπακάλη. Πάντοτε τὸν μπακάλην ἔβγαζαν πταίστην. Τὸ παιδὶ ποτὲ δὲν ἔπταιε.

   Ἄλλοτε συνέβη νὰ τοῦ πέσῃ εἰς τὸν δρόμον τὸ μισὸ τὸ ρύζι, ἢ νὰ φάγῃ τὴν μισὴν τὴν ζάχαριν. Τότε ἡ μήτηρ ἢ ἡ γιαγιὰ κατήρχετο ἡ ἰδία, καὶ ὕβριζε τὸν μπακάλην, λέγουσα ὅτι τέτοιος ἦτον, τὸν ἤξευρεν αὐτή, ὅλο ξίκικα ἐπώλει· μ᾽ αὐτὰ ἐζητοῦσε νὰ πλουτήσῃ κι αὐτός. Καὶ δύναμαι νὰ μαρτυρήσω ὅτι ὁ μπακάλης ἦτο, ὡς ἐμπορευόμενος καὶ ὡς ἄτομον, τίμιος ἄνθρωπος. Ἄλλοτε πάλιν, ὁ μικρὸς ψωνιστής, τὸ δεινότερον, ἔχανε καθ᾽ ὁδὸν τὰ λεπτά, τὰ ρέστα, ὅσα ἔλαβεν ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖον. Πλὴν διὰ τοῦτο εἶχε ληφθῆ ἡ πρόνοια νὰ τυλίγωνται τὰ ρέστα εἰς χαρτίον, καὶ κάποτε νὰ δένωνται κομπόδεμα εἰς ράκος καὶ νὰ ἐμβάλλωνται εἰς τὴν τσέπην τοῦ μικροῦ. Καὶ ὅμως πολλάκις ἐχάνοντο πεντάλεπτα καὶ δεκάλεπτα καὶ ὁλόκληροι λιμοκοντόροι. Καὶ πάλιν ὁ μπακάλης ἔπταιεν.


    Ἀλλ᾽ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ παιδίον περὶ οὗ ὁ λόγος ἐν ἀρχῇ. Δὲν εἶμαι ποτὲ πολυπράγμων, ἀλλ᾽ ὁ φίλος μου ὁ μικρὸς παντοπώλης ἤξευρεν ὡς εἰκὸς ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς γειτονιᾶς. Ἦτο γενικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἀλλοτρίων ὑποθέσεων. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ βλέμμα μου τοῦ ἐφάνη ἐρωτηματικόν, ἀλλ᾽ ὅταν εὐκαίρησεν, αὐθόρμητος ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται τὴν ἱστορίαν.

Πρὸ ἐννέα ἐτῶν ὁ Μανώλης ὁ Φλοεράκης εἶχε νυμφευθῆ τὴν Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Ἐκ τῆς συζυγίας ταύτης ἐγεννήθησαν πέντε τέκνα, ἐξ ὧν τὸ τρίτον ἦτο τὸ παιδίον ἐκεῖνο. Ὁ Μανώλης ἦτο ξυλουργός, ἀλλὰ δὲν διέπρεπε πολὺ ἐπὶ φιλοπονίᾳ, Εἰργάζετο, ὁσάκις εἶχεν ἐργασίαν, ἀπὸ τὴν Τρίτην ἕως τὴν Παρασκευήν. Τὸ Σάββατον πρωὶ τοῦ ἐπονοῦσεν αἴφνης ἡ μέση του, τὴν Δευτέραν τοῦ ἐπονοῦσε τὸ κεφάλι. Ἐννοεῖται ὅτι διήρχετο ἐν κραιπάλῃ ἀπὸ τὸ Σάββατον ἑσπέρας ἕως τὴν Δευτέρα πρωί.

   Ἡ γυνὴ ἦτο φιλεργός. Εἶχε ραπτικὴν μηχανὴν καὶ κατεσκεύαζεν ὑποκάμισα. Ἐκέρδιζεν οὕτω ἓν τάλληρον τὴν ἑβδομάδα, τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰς δεκατρεῖς ἢ δεκατέσσαρας δραχμάς, ὅσας ἐκέρδιζεν ἐκεῖνος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ἡμίση τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ τακτικὸν μεθύσι τῆς Κυριακῆς, μόλις ἤρκει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας.

   Πλὴν ἡ οἰκογένεια ηὔξανε, σχεδὸν κάθε χρόνον. Ἀνὰ ἓν κουτσουβέλι, ἢ κατσιβέλι, ἐγεννᾶτο τακτικὰ κάθε δεκαοκτὼ μῆνας, μὲ κανονικότητα ἀπελπιστικήν. Ἡ οἰκογένεια ηὔξανεν, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα ἠλαττοῦτο. Ἡ ἐργασία ἐγίνετο σπανιωτέρα. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ παρερρίφθη εἰς μίαν γωνίαν, ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν. Ἡ Γιαννούλα, μὴ προφθάνουσα ν᾽ ἀπογαλακτίσῃ ἓν μωρό, καὶ ἀρχίζουσα νὰ βυζαίνῃ ἀμέσως ἄλλο, μόλις ἐπαρκοῦσα διὰ νὰ πλύνῃ ράκη, δὲν εἶχε πλέον καιρὸν νὰ ράπτῃ ὑποκάμισα.

   Ὁ Μανώλης δὲν ἔπαυσε νὰ μεθύῃ τακτικὰ ἀπὸ τὸ Σαββατόβραδον ἕως τὸ ἐξημέρωμα τῆς Δευτέρας. Ἡ Γιαννούλα δὲν εἶχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν πάντοτε ψωμί. Ἡ ἑστία σπανίως ἦτο ἀναμμένη. Ἡ γυνὴ ἐγόγγυζε. Ὁ Μανώλης, ὅταν ἤρχετο, τὴν ἔτρωγε ἀπὸ τὴν γρίνια. Τὰ παιδιὰ ἔκλαιαν. Ἡ ἀχυροστρωμνὴ ἦτο τρύπια. Ἡ κουβέρτα δὲν ἤρκει νὰ σκεπάσῃ τὰ τρία μεγαλύτερα παιδιά.

   Ἡ λάμπα ἦτο ἀκαθάριστη καὶ δὲν εἶχε πετρέλαιον. Ἡ στάμνα εἶχε σπάσει πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἔπιναν ἀπὸ ἕνα τσαγκλί*, ὁσάκις εἶχε νερὸν ἡ βρύσις τῆς γειτονιᾶς. Ἡ σκούπα, καταλερωμένη, εἶχε φαγωθῆ ἡ μισή, καὶ ἐλίπαινε τὸ πάτωμα ἀντὶ νὰ τὸ σκουπίσῃ. Τὸ τηγάνι εἶχε τρυπήσει καὶ ἦτο ἄχρηστον. Ἡ χύτρα ἦτο ραγισμένη, καὶ ἔσβηνε τὴν φωτιὰν διαρρέουσα, ὅταν φωτιὰ ὑπῆρχε. Ἡ κατσαρόλα ἦτο παλαιά, φαγωμένη, ἀγάνωτη. Ὁ γανωτὴς εἶχε προτείνει ἢ νὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀντὶ πενῆντα λεπτῶν, ἢ νὰ τὴν γανώσῃ ἀντὶ πενῆντα, μὲ κίνδυνον, εἶπε, νὰ τρυπήσῃ καὶ νὰ γίνῃ ἄχρηστη. Ἡ Γιαννούλα ἐπροτίμησε νὰ τὴν κρατήσῃ ἀγάνωτην. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ εἶχε δοθῆ ἐνέχυρον διὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευαν διὰ τὰ γεννητούρια τοῦ τελευταίου μωροῦ καὶ δι᾽ ἄλλας χρείας. Τὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα δὲν ἐπεστράφησαν, καὶ ἡ μηχανὴ ἐκρατήθη.

    Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτο ἡ οἰκία, ὅταν εἰσεχώρησεν ὁ κουμπάρος ἐντός. Ὁ κουμπάρος ἦτο ἄγαμος καὶ τεσσαρακοντούτης, παχύς, εὐμορφάνθρωπος μὲ πλατὺ ζουνάρι. Ἦτο μέγας καὶ πολύς, κομματάρχης ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῆς Ἀττικῆς, εἶχε κερδήσει χρήματα ἀπὸ κάτι ἐνοικιάσεις. Ἦτο ἄνθρωπος μ᾽ ἐπιρροήν. Κατ᾽ ἀρχὰς ἤρχετο ἅπαξ τοῦ μηνός. Εἶτα ἦλθε δὶς εἰς μίαν ἑβδομάδα, φέρων κρέας καὶ μικρά τινα δῶρα διὰ τὰ παιδία. Κατόπιν ἤρχισε νὰ ἔρχεται ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν. Τέλος ἤρχετο καθ᾽ ἑκάστην, φέρων πάντοτε ὀψώνια.

   Τίς οἶδε ποίους σκοποὺς ἔτρεφεν ὁ κουμπάρος. Πλὴν ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ὅσον καὶ πᾶσα ἄλλη. Ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ἦτον ζηλιάρης. Καὶ μετὰ πολλὰ ἑσπερινὰ δεῖπνα τὰ ὁποῖα ἔφαγεν εἰς τὴν οἰκίαν ὁμοῦ μὲ τὸν κουμπάρον, μετὰ πολλὰς δὲ πρωινὰς σκηνὰς τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὴν γυναῖκά του, ἤρχισε νὰ μὴν εἶναι συνεπὴς εἰς τίποτε, κάποτε μάλιστα νὰ ξενοκατιάζῃ.

   Τῆς εἶχε διηγηθῆ πολλάκις ὅτι, πρὶν τὴν πάρῃ, εἶχε μία φιλενάδα. Ἐκείνη εἶχε νυμφευθῆ ἔκτοτε, ἴσως χωρὶς παπά, καθὼς συνηθίζεται κάποτε εἰς τὴν πτωχὴν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ὅτι τὴν εἶχε ξανανταμώσει, αὐτὴν τὴν παλαιὰν γνωριμίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὸ σπίτι βραδιὲς-βραδιές.

   Ὅσον διὰ τὴν Γιαννούλαν, τὸ μόνον ἔγκλημά της ἦτο ὅτι, ἴσως, εἶχε πολιτέψει** τὸν κουμπάρον, καὶ δὲν τὸν εἶχε διώξει μίαν καὶ καλήν. Ὁ κουμπάρος ἤξευρε, βλέπετε, ἀπὸ πολιτικήν, καὶ αὐτή, ὡς γυνὴ ὁποὺ ἦτον, ἤξευρεν ἀπὸ ψευτοπολιτικήν. Πλὴν οἱ γειτόνισσες δὲν ἦσαν ἐπιεικεῖς, καὶ τὴν ἐκακολόγησαν. Καὶ εἷς τῶν γειτόνων, ὁ κὺρ Ζάχος ὁ Ξεφαντούλης, ἦτο τῆς ἀρχῆς ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἐνδιαφερόμενος «νὰ ξέρῃ τί τρέχει». Καὶ ἡ ὑστεροβουλία, ἡ λανθάνουσα καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἦτο νὰ εὕρῃ διασκέδασιν αὐτὸς μὲ τὲς φωνές, μὲ τὲς κατακεφαλιές, μὲ τὰ τραβήγματα τῶν μαλλιῶν καὶ μὲ τὸ χώρισμα τοῦ ἀνδρογύνου.

Αὐτὸ θὰ εἰπῇ νὰ σοῦ θέλῃ τις τὸ καλόν σου, νὰ κήδεται τῆς τιμῆς σου, δηλαδή. Νὰ σὲ βάλῃ νὰ σκοτωθῇς.

    Μετὰ τελευταίαν φοβερὰν σκηνήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Γιαννούλα ἐβγῆκε μὲ μισὴν πλεξίδα, μὲ ἓν μάγουλον αἱματωμένον, καὶ μὲ σχισμένον ὑποκάμισον ―καὶ ὅλοι οἱ φρονιμώτεροι ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς ἔτρεφον τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν συμμερίζεται καὶ ὁ γράφων, ὅτι ἡ Γιαννούλα ἦτον ἀθῴα― ὁ Μανώλης ἔγινεν ἄφαντος. Ἐπῆγε νὰ ἐνταμώσῃ ὁριστικῶς τὴν παλαιάν του γνωριμίαν.

   Ὁ κουμπάρος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε παύσει τὰς συχνὰς ἐπισκέψεις του. Εἶχεν ἀρραβωνισθῆ. Γεροντοπαλλήκαρον ἀκμαῖον, καλοκαμωμένος, εὐμορφάνθρωπος, μὲ πλατὺ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας καὶ πολύς, κερδήσας χρήματα ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις, ἑπόμενον ἦτο νὰ εὕρῃ νύμφην μὲ προῖκα.

    Ἡ Γιαννούλα τὸν εἶχε πολιτέψει ἡ πτωχή. Μόνον τοῦτο τὸ ἁμάρτημα εἶχε πράξει. Ἀλλὰ τὰ παιδία ἐπεινοῦσαν. Πλὴν ἐκεῖνος ἐβαρύνθη νὰ περιμένῃ, κ᾽ ἔφυγε μὲ τὴν ὥραν του.

   Καὶ ἡ Γιαννούλα ἔμεινε μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά ―τὸ πέμπτον εἶχεν ἀποθάνει, ἀνακληθὲν ἐνωρὶς ὑπὸ τοῦ Πολυευσπλάγχνου καὶ Πανσόφου εἰς τὸν κῆπον τὸν ἀνθηρόν, εἰς τὸ ὡραῖον περιβολάκι μὲ τὰ κρίνα καὶ μὲ τοὺς ναρκίσσους, μετὰ τῶν ὁποίων φυτεύονται καὶ ἀνθοῦσιν ἐσαεὶ καὶ τὰ ἄκακα νήπια―· ἔμεινε, λέγω, μὲ τὰ τέσσαρα παιδία, χωρὶς πατέρα, καὶ χωρὶς κουμπάρον. Ἔμεινε χωρὶς ἄρτον εἰς τὸ ἑρμάρι καὶ χωρὶς φωτιὰν εἰς τὴν ἑστίαν, χωρὶς φόρεμα, χωρὶς στρωμνήν, χωρὶς σκέπασμα, χωρὶς χύτραν καὶ χωρὶς στάμναν· καὶ χωρὶς ραπτικὴν μηχανήν!

   Καὶ τὸ τρίτον παιδίον, ὁ Μῆτσος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔβλεπα, ἤρχετο εἰς τὸ παντοπωλεῖον, καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὸν μικρὸν μπακάλην, ὅστις ἦτο ἀκριβὴς εἰς τὰ σταθμά, ἀλλὰ δὲν ἐννόει ἀπὸ ἐλεημοσύνην, ἤρχετο καὶ ἐζήτει νὰ τοῦ στάξῃ «μιὰ σταξιὰ λάδι στὸ γυαλί», αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄξιον νὰ στάξῃ μίαν σταγόνα νεροῦ εἰς πολλῶν πλουσίων χείλη, εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Καὶ ᾐτιολόγει τὴν αἴτησίν του λέγον:

― Δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι!


* πήλινο δοχείο νερού με στενό στόμιο

**πολιτεύομαι: Κατά τον Παπαδιαμάντη σημαίνει: μεταχειρίζομαι κάποιον με πολιτική, δηλαδή με ελιγμούς, ευγένεια, σκοπιμότητα ή επιτήδεια συμπεριφορά

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=LKP97ufDlDg

21.9.26

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους! από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους!

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

 Το ημερολόγιο έδειχνε 3η Σεπτεμβρίου του 2019. Σε μια μικρή κωμόπολη, το Edspin της Σουηδίας, η Έμμα Skåls ακούει κραυγές από το ισόγειο. Οι δύο μικρότεροι γιοι της, ο Albin, 4 και ο Oliver, 3 ετών, είχαν κατέβει να παίξουν, αλλά το σαλόνι του σπιτιού ήταν ήδη μέσα στις φλόγες.

    Σε λίγες στιγμές ο καπνός πλημμυρίζει τα πάντα. Η Έμμα φτάνει γρήγορα κοντά τους, πέφτει πάνω στα παιδιά της και για να τα προστατεύσει, τα σπρώχνει προς την έξοδο. Όταν όμως ανοίγει η πόρτα, το οξυγόνο τροφοφοδοτεί απότομα την πυρκαγιά, δυναμώνοντάς την.

   Η ίδια νιώθει την πλάτη της να καίγεται. Παρά τα αυτά, καταφέρει να βγάλει έξω τους δυο γιούw της στην ασφάλεια. Μετά κάνει κάτι απρόσμενο. Κλειδώνει την πόρτα από μέσα. Όχι για να παγιδευτεί, αλλά για να εμποδίσει τα ήδη πανικοβλημένα παιδιά της να ξαναμπούν στο σπίτι που καίγεται. Γιατί όμως το έκανε αυτό και η ίδια επέστρεψε στο φλεγόμενο κτήριο;

    Τέσσερα άλλα παιδιά είναι ακόμα στον πάνω όροφο. Η Έμμα ανεβαίνει. Η ξύλινη σκάλα έχει ήδη αρπάξει φωτιά. Η ζέστη αφόρητη. Τα πόδια της αρχίζουν να λιώνουν από το βάρος της, αλλά συνεχίζει. Η ανάσα της δύσκολη, όμως μια σκέψη την κρατάει όρθια: τα παιδιά της.

    Πάνω ανακαλύπτει με ανακούφιση ότι κάποιοι έχουν καταφέρει να οργανωθούν, γιατί η κόρη της, μόλις 9 ετών έχει πηδήξει από τον μπαλκόνι για να ζητήσει βοήθεια. Ο γιος της, ο 11χρονος, έχει στήσει μια σκάλα για να βοηθήσει τους μικρότερους. Αλλά λείπει κάποιος. Ποιος;

   Η μικρή της Μόλυ. Μόλις ενός έτους! Είναι ακόμα μέσα. Παρά τις κραυγές και τις ικεσίες των άλλων παιδιών, η Έμμα κατεβαίνει ξανά στην πυρκαγιά στο ισόγειο. Ο καπνός είναι τώρα τόσο πυκνός που σχεδόν δεν βλέπει τίποτα. Οι πνεύμονές της δεν μπορούν να αναπνεύσουν. Κάθε κίνηση είναι μια ακραία αγωνιώδης προσπάθεια. Κι όμως προχωρεί.

   Τελικά μες στην αποπνικτική θολούρα των καπνών βρίσκει το μωρό στο κρεβατάκι του να κλαίει. Συγκεντρώνεται στις τελευταίες της δυνάμεις, ενώ κάποια της ρούχα έχουν ήδη πάρει φωτιά! Το σηκώνει και το παίρνει στην αγκαλιά της. Μετά ανεβαίνει ξανά μέχρι τον μπαλκόνι του πρώτου γιατί η είσοδος του σπιτιού είναι αδύνατο να προσεγγιστεί. Από εκεί κατεβαίνει μαζί με το σφιχταγκαλιασμένο μωρό της, χάρη στη σκάλα που είχε στήσει ο άλλος γιος. Μόλις ακουμπά στο έδαφος, το σώμα της καταρρέει.

 

  Όμως όλα της τα παιδιά είναι ζωντανά. Τα ασθενοφόρα, που έχουν ήδη καταφτάσει, παραλαμβάνου τα παιδιά και την Έμμα. Η Έμμα υπέστη εγκαύματα στο 93% του σώματός της! Οι γιατροί εκτιμούσαν τότε τις πιθανότητες επιβίωσης πολύ χαμηλές.

   Υποβλήθηκε, τις επόμενες ώρες και μέρες, σε αλλεπάλληλες επεμβάσεις και έκανε μήνες αποκατάστασης. Πριν χάσει τις αισθήσεις της όμως, εκείνη τη μεγάλη ώρα, είχε απλώς ρωτήσει «τα παιδιά μου, είναι όλα ζωντανά» «Ναι, ναι, όλα», άκουσε πριν λιγοθυμήσει.

    Η επιστροφή στην κανονικότητα της ζωής είναι μακρά. Κάποια παιδιά δυσκολεύονταν να γνωρίσουν τη μητέρα τους εξαιτίας των τραυμάτων της. Αλλά εκείνη τήρησε την υπόσχεση να γυρίσει κοντά τους.

    Την επόμενη χρονιά, το 2020, τιμήθηκε στη Σουηδία σαν η ηρωίδα της χρονιάς. Ο μεγαλύτερος της γιος θα πει «μερικές φορές νόμιζα ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τη μαμά. Τώρα είναι εδώ, κάθε μέρα».

    Η Έμμα αρνείται τον όρο ήρωας.

   Για εκείνη όλα είναι απλά. Απλά δήλωσε: ''Αφού έφερα στον κόσμο έξι παιδιά, έξι πρέπει να οδηγήσω στη ζωή!''

ΠΗΓΗ: Tock@yvan_theriault X

19.9.26

Ο Φαέθων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Φαέθων

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


   

Ρούμπενς:  Η πτώση του Φαέθοντα

ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
: Ο Φαέθων ήταν γιος του Ήλιου και της Κλυμένης. Το όνομά του σημαίνει σημαίνει αυτός που λάμπει και προέρχεται από το ρήμα “φαέθω” που σημαίνει “λάμπω”. Στο χαμένο έργο του Αισχύλου, Ηλιάδες ή Ηλίου Κόρες, υπήρχε περιγραφή της περιπέτειας του Φαέθοντα. Στην τραγωδία αυτή, μέλη του Χορού αποτελούσαν οι αδελφές του, κόρες του Ήλιου, οι Ηλιάδες. Τα ονόματα των Ηλιάδων ηταν Μερόπη, Ηλεία, Αίγλη, Λαμπετώ, Φοίβη, Αιθερία και Διοξίππη.

   Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Φαέθων ήταν παιδί της Νύμφης Κλυμένης, κάπου στο βασίλειο της Αιγύπτου [ορισμένοι συγγραφείς ομιλούν για την Αιθιοπία]. Κάποιοι φίλοι του μικρού Φαέθοντα, λέει ο μύθος, αμφισβητούσαν την ουράνια καταγωγή του και έτσι εκείνος κατέφυγε λυπημένος στη μητέρα του. Της ζήτησε να του δώσει μια απόδειξη ότι πράγματι είναι γιος του Ήλιου για να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή του. Έπεσε λοιπόν στην αγκαλιά της και την πίεζε να του μιλήσει. Εκείνη τότε του είπε δείχνοντάς του τον δίσκο του ήλιου: “Σε αυτή τη μεγάλη λάμψη, που ακτινοβολεί σαν μια τεράστια πυρκαγιά, που ακούει και μας βλέπει τώρα, σου ορκίζομαι, αγαπητό μου παιδί, ότι, ο Ήλιος, που περιτριγυρίζει ολόκληρη τη γη, αυτός είναι ο πατέρας σου. Αν σου λέω ψέματα, το φως αυτό που βλέπω να είναι το τελευταίο!”. Και η μητέρα τελείωσε τα λόγια της λέγοντάς του πως, αν ο ίδιος ήθελε, μπορούσε να επισκεφθεί τον πατέρα του στο παλάτι του. “Το παλάτι”, του είπε, “βρίσκεται χωρίς μεγάλο κόπο. Ο τόπος από τον οποίο σηκώνεται [Ανατολή], συνορεύει με τη δική μας γη [της Αιγύπτου]. Πήγαινε, λοιπόν, και κάνε την ερώτησή σου στον ίδιο τον Ήλιο”. Τότε το πρόσωπο του Φαέθοντα έλαμψε και αφού φίλησε τη μητέρα του ξεκίνησε για το σπίτι του πατέρα του. Το παλάτι του Ήλιου βρισκόταν στα σύνορα της Ινδίας με την Αίγυπτο [αυτές ήταν οι γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων, άλλωστε], και είχε ψηλές κολώνες από χρυσό και φλεγόμενο χαλκό. Οι πόρτες του ασημένιες, ενώ τα αετώματα φτιαγμένα από λαμπρό ελεφαντόδοντο. Στη συνέχεια, ο γιος της Κλυμένης, αναρριχήθηκε μια απότομη ανάβαση, και μπήκε στο παλάτι του πατέρα του, στεκόμενος όμως μακριά του, γιατί δεν μπορούσε να τον προσεγγίσει από το εκτυφλωτικό φως. 

     

   Τυλιγμένος σε μωβ μακριά ρούχα ο Ήλιος καθόταν σ΄ ένα ψηλο θρόνο με αστραφτερά σμαράγδια. Βλέποντάς τον επισκέπτη, στάθηκε ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα [λυκαυγές] για να μπορέσει να τον αντικρύσει κάπως ο Φαέθων. Το παιδί συγκλονισμένο, κοιτούσε τον κόσμο όπως φαινόταν από εκεί ψηλά. Τότε ο Ήλιος τον ρώτησε; “Για ποιο σκοπό ήρθε ως εδώ ο γιος μου;” Το αγόρι τότε, γεμάτο χαρά, του απάντησε: “Φοίβε, πατέρα μου και φως της δημιουργίας, η μητέρα μου, Κλυμένη, μου είπε την αλήθεια για σένα. Θέλω, όμως, πατέρα μου να δώσω μια απόδειξη σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή μου από σένα.” Τότε ο Ήλιος άφησε το στέμμα του με τις ακτίνες και φώναξε κοντά του το Φαέθοντα και του είπε με τρυφερή φωνή. “Για να ικανοποιήσω αγαπητό μου παιδί την επιθυμία σου, σού υπόσχομαι ότι θα κάνω όποια χάρη μου ζητήσεις για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Να! Ορκίζομαι στη Στύγα [απαράβατος όρκος για θεούς και ανθρώπους], θα ικανοποιήσω όποια επιθυμία της καρδιάς σου”. Τότε εκείνος του ζήτησε για μια μέρα να οδηγήσει το άρμα του πάνω από τη γη. Θλίψη και τύψεις πλημμύρισαν, τότε, την ψυχή του πατέρα του, και πικρά κούνησε το κεφάλι του: “Μακάρι να μπορούσα να ανακαλέσω την υπόσχεσή μου, Φαέθων!” Όμως, προσπάθησε να τον μεταπείσει για να του ζητήσει να του ικανοποιήσει κάποια άλλη του επιθυμία. Ανάμεσα στα επιχειρήματα του Ήλιου ήταν ότι ούτε ο Δίας, ο πατέρας των θεών, δε θα μπορούσε να πετάξει με το άρμα του. Του είπε ακόμη ότι τα άλογά του δεν μπορούν να υποταχθούν στις εντολές κάποιου άλλου, ενώ του τόνισε ότι ακόμη κι ό ίδιος όταν οδηγεί εκεί ψηλά το άρμα του, τού φέρνει δέος το ύψος. Του είπε ακόμη για τη ζάλη που φέρνουν οι αστερισμοί που κινουνται αντίθετα με τη φορά του άρματός του. Τέλος του είπε για τον τρόμο που θα ένιωθε, ίσως, από κάποιους αστερισμούς, όπως τον Λέοντα, ή τον παντοδύναμο Ταύρο, τον Τοξότη που θα μπορούσε να τον χτυπήσει ή για το δηλητήριο του Σκορπιού. Μα ό,τι κι αν του έλεγε ο πατέρας του, ο Φαέθων επέμενε. Ήθελε να πειστούν όλοι ότι είναι πράγματι γιός του Φοίβου. Μη μπορώντας να κάνει κάτι, μιας και ορκίστηκε, ο Ήλιος οδήγησε το Φαέθοντα στο άρμα του. Κι ενώ του εξηγούσε ο πατέρας του τον τρόπο που θα το καθοδηγούσε και το παιδί θαύμαζε το πανέμορφο χρυσό αυτό άρμα, η Ηώς, το πρώτο φως της ημέρας, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της και μια τριανταφυλλί απόχρωση έβαψε τον ορίζοντα. Τ΄ αστέρια, ένα ένα, έχαναν τη λάμψη τους, ενώ ο Εωσφόρος [Αφροδίτη] έλαμπε περιμένοντας το άρμα του Ήλιου να ξεκινήσει το ημερήσιό του ταξίδι. Τότε, ο Ήλιος κάλεσε τις Ώρες να περάσουν το ζυγό του άρματος στα άλογά του. 
   
   Στη συνέχεια, ο πατέρας άλειψε το πρόσωπο του γιου του με μια μαγική αλοιφή για να τον προστατεύσει από τις λαμπερές ηλιαχτίδες, και με βαριά καρδιά και αναστεναγμούς, του είπε τα τελευταία λόγια: “
Χρησιμοποίησε το μαστίγιο για να κατευθύνεις τα άλογα και το ζήλο τους. Να αποφεύγεις τον ευθύ δρόμο αλλά να πάρεις την καμπύλη του ουρανού. Να είσαι πάντοτε ανάμεσα από τη ζώνη της Άρκτου και του Νότιου πόλου και μακριά από τον Όφι και το Σκορπιό [αστερισμούς]. Πρόσεχε να κρατάς σταθερό ύψος στη διαδρομή. Ούτε πολύ χαμηλά, γιατί θα κάψεις τη γη, ούτε πολύ ψηλά. Η ασφαλέστερη οδός βρίσκεται ανάμεσα. Όμως, ας μη μιλάμε άλλο. Μας καλεί το καθήκον, η νύχτα έφυγε. Εμπρός! Ανάλαβε τα ηνία!».

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: Ο Φαέθων, περήφανος, πήρε τα ηνία με χαρά, και κοιτάζοντας προς τα κάτω, ευχαρίστησε τον πατέρα του για το δώρο. Στο μεταξύ, τα τέσσερα γρήγορα άτια του Ήλιου, Αίθων, Αυγή, Πυρός και ο Φλέγων κλώτσησαν τις πύλες της χώρας του Ήλιου και με ρουθούνισμα φωτιάς, όρμησαν ψηλά στον ουρανό. Με τον γρήγορο καλπασμό τους ξέσκισαν τα σύννεφα και πετούσαν γρηγορότερα κι απ' τον άνεμο. Αλλά ένιωθαν ελαφρύτερο από κάθε άλλη φορά το ζυγό τους. Και σαν ένα πλοίο χωρίς το έρμα του, αναπηδούσε κάθε λίγο σαν να μην είχε οδηγό. Τα άλογα έτρεχαν άγρια κι άφησαν την συνηθισμένη τους στράτα. Ο Φαέθων, ζαλισμένος και φοβισμένος, δεν μπορούσε ούτε να χρησιμοποιήσει τα ηνία, ούτε να βρει το δρόμο, αλλά ούτε και να βρει τρόπο να τον υπακούσουν τα άλογα. Σύντομα, το άρμα πήρε μεγάλο ύψος. Ο Οφιούχος, ο Βοώτης και η Μεγάλη Άρκτος, έφευγαν μακριά να κρυφτούν. Και όταν ο επιπόλαιος Φαέθων, από το ύψος του ανώτερου ουρανού, κοίταξε και είδε πολύ, πολύ κάτω, τις χώρες και τις ηπείρους, το πρόσωπό του χλώμιασε, τα γόνατά του κόπηκαν από τον ξαφνικό φόβο, ενώ τα μάτια του τυφλώθηκαν από το έντονο φως. “Μακάρι, να μην είχα αγγίξει ποτέ τα άλογα του πατέρα μου”, σκέφτονταν, ενώ έβλεπε μακριά μπροστά του τη Δύση, αναλογιζόμενος πως δε θα φτάσει ποτέ εκεί. Κοιτάζοντας γύρω του, αντιλήφθηκε πως σκορπισμένα σε όλο τον ουρανό βρίσκονταν γιγαντιαίοι σχηματισμοί από αρπακτικά ζώα. Όταν είδε, μάλιστα δίπλα του, το φοβερό ουράνιο Σκορπιό, τρόμαξε τόσο, ώστε έχασε την ψυχραιμία του και συγχρόνως τα ηνία του άρματος. Επακολούθησε το αφήνιασμα των αλόγων, που είχε ως αποτέλεσμα να ανεβοκατεβαίνει το άρμα του Ήλιου, απειλώντας με καταστροφή τη Γη. Τελικώς μάλιστα, τα άλογα έφεραν το άρμα τόσο χαμηλά προς τη γη, ώστε άρχισε να καίγεται ολάκερη η γη και τα ποτάμια ξεραίνονταν από την εκπεμπόμενη θερμότητα. Μάλιστα, προσθέτει ο Οβίδιος, η γη καθώς σκίστηκε, άφηνε τις ακτίνες του καυτού ήλιου να φτάνουν ως τα παλάτια του βασιλιά του Άδη, του Πλούτωνα! Ακόμη κι ο Νηρέας, κρύφτηκε βαθιά κάτω στις θαλάσσιες σπηλιές για να αποφύγει την καυτή επιφάνεια του Ωκεανού. Οι Αιθίοπες και οι Ινδοί λέγεται πως πήραν από τότε το μελαμψό χρώμα στο δέρμα τους! Ο Ποσειδών, ο Πλούτων και άλλοι ολύμπιοι θεοί οργίστηκαν πραγματικά και ζητούσαν από το Δία να αποκαταστήσει την παγκόσμια τάξη.

Η Κλυμένη δείχνει στο γιο της, Φαέθοντα, την κατοικία του ήλιου
   ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΕΘΟΝΤΑ: Τότε ο Δίας, θέλοντας να προλάβει χειρότερες καταστροφές, γκρέμισε τον Φαέθοντα με ένα κεραυνό στον Ηριδανό [Πάδο] ποταμό, σκοτώνοντάς τον. Οι Εσπερίδες Νύμφες έθαψαν το σώμα του σε ένα τάφο και σε μια μαρμάρινη πέτρα χάραξαν τα εξής: “Εδώ βρίσκεται ο Φαέθων, ο ηνίοχος του πατέρα του, του Ήλιου. Η πτώση του ήταν μεγάλη, μα έκανε τους ανθρώπους να τολμούν!” Οι Ηλιάδες, οι αδελφές του Φαέθοντα, απαρηγόρητες για τον θάνατο του αδερφού τους, μεταμορφώθηκαν από τους θεούς σε λεύκες. Μετά το θάνατό του, ο Φαέθων τοποθετήθηκε ανάμεσα στα αστέρια και έγινε ο αστερισμός Ηνίοχος [Auriga], κοντά στον αστερισμό του Ηριδανού στον οποίον είχε πέσει, για πάντα. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν πως ο γιος του Ήλιου, μετατράπηκε σε θεό του αστεριού που οι Έλληνες ονόμαζαν “Φαέθων” [πλανήτης Κρόνος ή Δίας].

Πηγή: Οβίδιος, Μεταμορφώσεις

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

17.9.26

Ὁ Ἀνάκατος (1910), του Αλέξ. Παπαδιαμάντη κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ὁ Ἀνάκατος (1910), του Αλέξ. Παπαδιαμάντη

κείμενο και AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


Κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν ἔσμιγαν πάντοτε ὁ καπετὰν Πέρρος τῆς Κωσταντοῦς κι ὁ Μῆτρος ὁ Σπανός. Τρίτος ἤρχετο συχνά, καὶ τοὺς ἔκαμνε συντροφιὰν ὁ γερο-Μπουλατζάνας. Ἐνταμώνοντο συνήθως στὴν ταβέρναν τοῦ Σμυρνιοῦ τοῦ Κορδωμένου, ὅπου ἤρχιζαν τὰς συνήθεις σπονδάς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας. Κατόπιν ἐσυνέχιζαν τὰς διαχύσεις εἰς τὸ διπλανὸν μαγαζὶ τοῦ Ἀλέξη τοῦ Κρητικοῦ, ἀκολούθως στοῦ Νικολοῦ τοῦ Κουρκούμπα. Τέλος, ὀλίγον πρὸ μεσημβρίας ἐπέστρεφαν πάλιν εἰς τοῦ Σμυρνιοῦ, διὰ νὰ τελειώσουν ὁπόθεν ἤρχισαν.

Ὁ Πέρρος τῆς Κωσταντοῦς, ὁ λεγόμενος κοινῶς Τουρκανάκατος, τὸν παλαιὸν καιρὸν εἶχεν ἀποκτήσει μίαν γολέταν, κατόπιν ἐξέπεσεν εἰς βρατσέραν. Ἦτο πολὺ δραστικὸς καὶ ἐπίμονος ἄνθρωπος. Ὅλα τὰ πράγματα ἔπρεπε νὰ γίνωνται ὅπως τὰ ἤθελεν αὐτός. Μίαν φορὰν ὁποὺ εἶχε ξενυχτίσει κατόπιν πότου, τὸν χειμῶνα, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐμβῆκεν εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τὸν ἄφρακτον, καί, ἴσως διότι ἐνύσταξε, τοῦ ἦλθε νὰ ᾽μβῇ μέσα στὸ ξυλοκρέβατον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφιερώσει ὁ γερο-Πανᾶς ―διὰ νὰ ἐκφέρωνται οἱ τεθνεῶτες ἀπὸ τῆς οἰκίας μέχρι τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ τάφου, ὅπου εἶχε κατατεθῆ ἡ ἰδιαιτέρα σορὸς τοῦ νεκροῦ― μᾶλλον διότι ἤθελε νὰ σκιάξῃ τὸν παπάν, ὅστις θὰ ἤρχετο νύκτα ―ἐξημέρωνε Δευτέρα― νὰ σημάνῃ τὴν καμπάνα, καὶ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ ψάλῃ τὸν ὄρθρον. Ἀνερριχήθη λοιπὸν ἑνάμισυ μπόι ψηλὰ στὸν τοῖχον, ὅπου ἀνέκειτο ἐπὶ ἐξεχόντων πασσάλων τὸ μέγα φέρετρον, ἀνεκλίθη ἐντὸς αὐτοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τὸν ἀποθαμένον. Ὁ παπὰς ἔφθασε, ἀλλὰ δὲν ἐτρόμαξε καὶ πολύ, ὡς εἶδε τὸ ἀλλόκοτον θέαμα, ἔκαμε τὸν σταυρόν του, ἐκοίταξε μὲ μικρὸν φόβον καὶ μὲ πολλὴν ἀπορίαν. Τότε πάραυτα συνέβη, καὶ ὁ Πέρρος ἀνέπνευσε δυνατά, ἐπταρνίσθη, ἐμύχθισεν. Ὁ παπὰς τὸν ἀνεγνώρισεν, ἔκαμεν ἐκ δευτέρου τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, καὶ εἶπε: «Τί; Ζωντανὸς βρυκολάκιασες; Σὲ καλό σου, καπετὰν Πέρρο».

Ὁ Πέρρος, καθ᾿ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἦτο φίλος τοῦ παπᾶ, διότι οὗτος, ὅταν ὁ πρῶτος ἤθελε νὰ ὑπανδρεύσῃ τὴν κόρην του μ᾿ ἕνα χηρευμένον, ὅστις ἦτο ἅμα τρίτος θεῖος τῆς νύμφης (ἀπεῖχεν ἑπτὰ βαθμοὺς ἐξ αἵματος), καὶ προσέτι ἡ ἀποθανοῦσα συμβία του ἦτο δευτέρα ἐξαδέλφη τῆς μελλονύμφου (ἓξ βαθμοὺς ἐξ ἀγχιστείας), τότε ὁ ἱερεὺς οὗτος, ὡς ἐνορίτης τῆς οἰκογενείας ἔδωκεν «ἐγγυητικόν», ὅτι ὁ γάμος δὲν κωλύεται. Ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, γελασθείς, ἐξέδωκεν ἄδειαν γάμου. Πλὴν ἦτο ἁπλοϊκός, καὶ δὲν ἤξευρε καλὰ ἂν ἐπετρέπετο ἢ ἐκωλύετο τὸ συνοικέσιον. Ἡ νέα «οἰκονομία», τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει διὰ τοπικῆς Συνόδου, περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος, ὁ Οἰκ. Πατριάρχης Σαμουὴλ ὁ Χαντζερής, συνεχώρει τὸν γάμον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον· αἱ παλαιαὶ διατάξεις τὸν ἀπηγόρευον. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος, ἐπειδὴ ἴσως ἦτο Φαναριώτης αὐτός, καὶ καθότι οἱ Φαναριῶται, φιλοτιμούμενοι νὰ μιμῶνται τοὺς «πρίγκιπας» τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, συνήθιζαν τοιαύτας αἱμομειξίας μεταξύ των, διὰ τοῦτο, ἔλεγαν, ἔκαμε τὴν Σύνοδον ἐκείνην ὁ Σαμουήλ, δι᾿ εὐκολίαν καὶ σκέπην, καὶ χάριν τῶν Φαναριωτῶν. Ἂς μὲ συγχωρήσωσιν αἱ σκιαί, διότι ἐμνημόνευσα ὅλα ταῦτα.

Ὁ παπ᾿ Ἀλέξανδρος λοιπόν, εὑρεθεὶς εἰς τὸ δίλημμα τοῦτο, διαβάζων τὸ Πηδάλιον, καὶ μὴ ἐννοῶν αὐτό, ἐπεθύμει νὰ φυλάξῃ τὰ παλαιά, καὶ ἤθελε ν᾿ ἀποφύγῃ τὰς καινοτομίας. «Πάντα τὰ καινοτομηθέντα, καὶ τὰ μετὰ ταῦτα πραχθησόμενα, ἀνάθεμα τρίς», εἶχε θεσπίσει ἡ Ζ´ Οἰκουμενική. Ἤκουε λόγια, εἰσηγήσεις ἐντεῦθεν κ᾿ ἐκεῖθεν, καὶ καταρχὰς ἔδωκεν ἄδειαν, εἶτα μεταμεληθεὶς ἔστειλεν ἔγγραφον καὶ τὴν ἀνεκάλει, ἀπηγόρευε δηλ. τὸν γάμον. Μὲ δύο ἀστακοουράς, καὶ μὲ μίαν δαμετζάναν μοσχάτου, τὸ ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ εὐνοϊκῶς εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἐπισκοπῆς (ἐπειδὴ τότε ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀκριβήνει, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ σιμωνία, καὶ δὲν εἶχον διορίσει οἱ «δεσποτάδες», ἀνὰ τὸ θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους ἐργολάβους, οἵτινες ν᾿ ἀπαιτοῦν ἑκατοστάρικα εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν). Πλὴν ἀπεῖχε πολὺ ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, καὶ τὰ συμπεθερικὰ ἦσαν ἕτοιμα, ὁ μπακλαβὰς εἶχε ψηθῆ, καὶ ἡ νύμφη ἦτον στολισμένη, ὁ ἐφημέριος λοιπὸν χαριζόμενος, ἢ πιεσθείς, δὲν ἤνοιξεν ὅλως τὸ δεύτερον ἔγγραφον, καὶ προέβη τολμηρῶς εἰς τὴν τελετὴν τοῦ γάμου. Τὴν ἐπαύριον, εὑρίσκει ὁ καπετὰν Πέρρος τὸν ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, καὶ τοῦ λέγει μὲ ὑπερφίαλον θράσος: «Κόπιασε, δέσποτα, νὰ ἐκτιμήσῃς…»

*
* *

Εἶχε περάσει χρόνος, κ᾿ ἐνῷ ὁ Πέρρος δὲν ἔπαυσε νὰ μνησικακῇ κατὰ τοῦ ἐπιτρόπου, παραδόξως καὶ ἀπιστεύτως ὅμως εἶχεν ἀρχίσει νὰ μὴ χωνεύῃ πολὺ καὶ τὸν ἄλλον, τὸν παπα-Σταμέλον, ὅστις ἐτέλεσεν ὑπ᾿ εὐθύνην του τὸν γάμον. Διότι ἀργὰ τοῦ ἦλθεν ἡ γνῶσις, κ᾿ ἔλεγε, καθὼς εἶχεν ἀκούσει, ὅτι «τέτοια ἀνδρόγυνα δὲν προκόβουν». Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰ προικιὰ τοῦ ἐφάνηκαν πολλά, κ᾿ ἓν μαγαζεῖον, κτῆμά του, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ προφορικῶς, ἐπροσπάθει, ἀθετῶν τὸν λόγον του, νὰ τὸ πωλήσῃ, διὰ νὰ οἰκονομηθῇ αὐτός. Ὅθεν ὑπῆρχε πολὺς γογγυσμὸς μεταξὺ τοῦ γαμβροῦ, τοῦ πενθεροῦ, καὶ τῆς κόρης του. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παπὰς ἐκεῖνος τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἐχθρός. Καὶ ἄρα ἐμβῆκε στὸ ξυλοκρέβατον τῶν νεκρῶν διὰ νὰ τὸν τρομάξῃ.

Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν συμπέθερον, τὸν γερο-Καλοειδήν, δὲν τὰ εἶχε καλά. Οὗτος ἦτο πρὸς πατρὸς θεῖος τοῦ γαμβροῦ, κ᾿ ἐνόμιζεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ εἶναι στὸ «ποδάρι τοῦ πατέρα», τοῦ ἀποθαμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ γερο-Καλοειδὴς ἦτο ἐπίσημον πρόσωπον. Εἶχεν ὑπάγει εἰς πρεσβείαν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῆς νήσου, κατὰ τὰ ἔτη τοῦ Ἀγῶνος, καὶ πλησίον τοῦ Καπετὰν Πασᾶ, καὶ εἰς Ὕδραν καὶ εἰς Ναύπλιον. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Λάζαρον Κουντουριώτην, ὅστις τοῦ εἶπεν: «Ἐσὺ εἶσαι νοικοκύρης». Αὐτὸν λοιπόν, τὸν τόσον σεβάσμιον προεστὸν τοῦ τόπου, ὅταν ἐλογομάχησαν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ Κρητικοῦ, ὁ Πέρρος, πολὺ νεώτερος καὶ εὔρωστος, τὸν ἥρπασεν ἀπὸ τὰ γόνατα, τὸν ἀνέτρεψεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὸν ἔσυρεν ἑκατὸν καὶ πλέον βήματα τὸν κατήφορον, ἀνὰ τὴν παραλίαν, μέχρι τῆς ἀποβάθρας, διὰ νὰ τὸν ρίψῃ στὴν θάλασσαν. Καὶ μόλις παρενέβησαν οἱ παρευρεθέντες, καὶ ἀπήλλαξαν τὸν ἄνθρωπον τοῦ παρακαίρου βαπτισμοῦ. Εὐτυχῶς, ὅταν συνέβη τοῦτο, εἶχε διαπραχθῆ ὁ γάμος πρὸ πολλοῦ καὶ τὸ ἀνδρόγυνον ἦτο «στερεωμένον» πλέον, ὅσον καὶ ἂν τοῦ ἐκακοφάνη τοῦ γαμβροῦ διὰ τὸ πάθημα τοῦ θείου του.

*
* *

Ὁ μόνος μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ἐταίριαζαν ὁ καπετὰν Πέρρος ἦτο ὁ Μῆτρος ὁ Σπανός, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὁ γερο-Μπουλατζάνας. Εἶχαν τόσες ἀγάπες ὥστε, ἐνῷ σχεδὸν πᾶσαν Κυριακὴν ἐμάλωναν μεταξύ των, τὴν ἄλλην Κυριακὴν ἀνελλιπῶς ἔσμιγαν. Ἀφοῦ ἔφερναν τὴν συνήθη βόλταν εἰς τ᾿ ἄλλα καπηλεῖα, ἐπέστρεφον τελειωτικῶς εἰς τοῦ Σμυρνιοῦ, διὰ νὰ ἐπισφραγίσουν τὰς ρευστὰς θυσίας· ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Πέρρος ἤρχιζε πολλὰ λόγια, τόσα πολλά, ὥστε δὲν εἶχε τελειωμὸν πλέον, καὶ δὲν ἄφηνεν ὑπόθεσιν ὁποὺ νὰ μὴν τὴν θίξῃ, πηδῶν ἀτάκτως ἀπὸ θέμα εἰς θέμα· ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐλαχίστην διακοπήν, ὅπως ὅλοι οἱ ρήτορες. Τότε ὁ Σπανός, ὅστις ἤθελε καὶ αὐτὸς νὰ εἴπῃ σχεδὸν ἄλλα τόσα, ἔχανε τὴν ὑπομονήν.

― Μὰ ὅλα ἐσὺ τὰ ξέρεις, διάολε!…

― Σιώπα! σκάσε! ἔκραζεν ἐν ἐξάψει ὁ Πέρρος. Σοῦ εἶπα, δὲν θέλω νὰ μιλῇς.

― Μπράβο! στοιχειὸ εἶσαι νὰ μοῦ πάρῃς τὴ μιλιά μου; Τολοιπόν, ὅπως θέλεις ἐσὺ θὰ γίνεται;

― Ἀμμὴ πῶς; Ὅπως σ᾿ ἀρέσει ἐσένα; Καὶ τί ξέρεις ἐσύ, βρὲ Σπανέ;

―Ἄ, ἐσὺ τὰ ξέρεις ὅλα; Μπά, εἶσαι ζόρικος, δὲν ὑποφέρεσαι πλιά.

―Ἂν δὲν σ᾿ ἀρέσω, δεῖξέ μου τὴν πλάτη σου, βρὲ Σπανέ.

― Μωρὲ σκάσε, βρωμόσκυλο! ἀγαρηνὸ σκυλί, ποὺ μυρίζεις χασανιές*.

Εἰς τοιαύτας περιφράσεις κατέφευγεν ὁ Σπανὸς ἐν τῇ ἀγανακτήσει του, μὴ θέλων νὰ εἴπῃ τὸ καθαυτὸ ἐπίθετον, τὸ «Τουρκανάκατε», μὲ τὸ ὁποῖον ἐκοσμεῖτο συνήθως ὁ Πέρρος, ἐπειδὴ καὶ τοῦ Σπανοῦ ἄναβε τὸ αἷμά του μὲ τὸ ρευστὸν πῦρ, τὸ ὁποῖον ἀφθόνως ἔπινεν, ὅπως ἄναβε καὶ τοῦ φίλου του. Τότε ὁ Πέρρος, μὴ εὑρίσκων πλέον ἐπίθετον διὰ νὰ στολίσῃ τὸν Σπανόν, εὕρισκε πρόχειρον τὸ ρακοπότηρον ἐμπρός του, ἐπὶ τῆς τραπέζης, τὸ ἥρπαζε καὶ τὸ ἔρριπτε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Μήτρου. Συγχρόνως ὁ Σπανὸς ἐσήκωνεν ἓν σκαμνίον ἢ καρέκλαν πρὸς ἄμυναν, καὶ ἂν δὲν ἀπέτρεπε τὸ κτύπημα, τὸ ἔκοπτεν ὅμως καὶ τὸ ἤμβλυνε κάπως. Ἄλλως τὸ κρανίον του ἐφαίνετο νὰ εἶναι πολὺ παχύδερμον, καὶ σχεδὸν δὲν ᾐσθάνετο τὸν κτύπον.

Κατόπιν ὁ Πέρρος ἔδραχνε τὴν ράβδον τοῦ γερο-Μπουλατζάνα, καὶ τὴν κατέφερε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σπανοῦ. Τότε ὁ γέρων ἐσηκώνετο μὲ τραγικὴν στάσιν, ἥπλωνε τὰς χεῖρας πρὸς τοὺς μαχομένους.

― Γιὰ ὅνομα Θεοῦ, τ᾿ ἀδέρφια!… Πῶς κάνετ᾿ ἔτσι, βρὲ παιδιά; Σᾶς πρέπει ἐσᾶς νὰ δέρνεσθε μὲς στὸ καπηλειό, σὰν νά ᾽σθε χαλκοδέρες*, τσουπλακιές*… κουλελέδες*;

―Ἐσὺ εἶσαι τσουπλακιά, χαλκοδέρα, βρὲ παλιάνθρωπε, τοῦ ἀπήντα ὁ Πέρρος. Σὲ ποιὸν μιλεῖς ἔτσι, καὶ μοῦ κορδώνεσαι… θὰ ντραπῶ τὰ μοῦτρά σου γλέπεις!

― Πῶς μὲ προσβλήνεις ἔτσι, καπετὰν Πέρρο; ἔλεγεν ἱκετικῶς ὁ Μπουλατζάνας. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπα λόγον βαρύν… Πολεμῶ νὰ σᾶς εἰρηνέψω.

― Καλύτερα εἰρήνευε, κι ἄφησέ τους νὰ πολεμοῦν, εἶπε μίαν φορὰν ὁ οἰνοπώλης.

― Καλὰ σοῦ τὰ λέει, γέροντα, ὁ καπετὰν Πέρρος, ἔκραζεν ὁ Σπανός. Ἀφοῦ ἐμᾶς μᾶς ἀρέσει νὰ μαλώνουμε, τί ἀνακατώνεσαι σύ;

Ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα ὁ Μῆτρος, συγχρόνως ἔτρωγε δύο ἢ τρεῖς ραβδισμοὺς εἰς τὸ κρανίον, καὶ ἄλλους τόσους εἰς τοὺς ὤμους καὶ τὰ πλευρά. Ἀλλ᾿ ὅμως γελῶν, καὶ λίαν ἐπιδεξίως, τοῦ ἐστραμπούλιζε τὴν χεῖρα, καὶ τοῦ ἀπέσπα τὴν ράβδον, καὶ τὴν ὕψωνε κατὰ τοῦ Πέρρου. Οὗτος ὠπισθοχώρει ὀλίγα βήματα, καὶ ἥρπαζε μίαν φιάλην γεμάτην οἰνόπνευμα ἀπὸ τὸ κυλικεῖον. Ἀλλὰ τότε ἔσπευδε νὰ ἐπεμβῇ ὁ οἰνοπώλης.

―Ἔ! γερο-Πέρρο, τὶς μποτίλιες δὲν τὶς ἔχω γιὰ τοὺς παλαβούς, τὶς ἔχω γιὰ τοὺς γνωστικούς.

Ὁ Σμυρνιὸς ἀπέσπα τὴν φιάλην ἀπὸ τὰς τρεμούσας χεῖρας τοῦ Πέρρου.

― Καὶ μᾶς ἔχεις γιὰ παλαβοὺς ἐμᾶς; ἔκραζεν ὁ Σπανός.

― Βρίσε μας καὶ σύ, βρὲ Σμυρνιέ, ἐφώναζεν ὁ Πέρρος, ποὺ ἦρθες νὰ χορτάσῃς καὶ σὺ ψωμὶ στὸ στραβὸ τὸ χωριό μας! θὰ πῶ τὸ καϊκάκι* ποὺ σ᾿ ἔφερε καὶ σένα.

Ὁ Πέρρος ἔλεγε ταῦτα διὰ νὰ εἴπῃ τι, καὶ μὴ ὑποχωρήσῃ ἀποτόμως, ὡς θρασύδειλος σκύλος ὅστις ἐξακολουθεῖ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ ξύλον, νὰ γαυγίζῃ. Ὁ Σπανὸς ἔτριβε τὰς χεῖράς του, ἔξυνε τὴν κεφαλήν του. Ὁ Μπουλατζάνας ἔφερνε βόλτα κατὰ τὴν θύραν, καὶ ἦτο ἔτοιμος νὰ δώσῃ τὸ σημεῖον τῆς φυγῆς. Ἐπὶ τῆς θύρας ταύτης, ὡς καὶ διὰ τῶν δύο παραθύρων τῆς προσόψεως, προέκυπτον κεφαλαὶ παιδίων. Ὅλα τ᾿ ἀγυιόπαιδα τῆς ἀγορᾶς εἶχον συναθροισθῆ διὰ νὰ ἰδοῦν καὶ ν᾿ ἀπολαύσουν τὸν καυγάν. Εἰς τὴν ἐπάνω θύραν, τὴν πρὸς τὸν δρόμον τῆς ἀγορᾶς, ἐφαίνοντο μανδηλωμένα κεφάλια, καὶ λεῖα ἄτριχα μοῦτρα λαθραίως κοιτάζοντα. Ἦσαν γυναῖκες, ὁποὺ εἶχον ἀκούσει τὸν θόρυβον, καὶ κατέβησαν ἀπὸ τ᾿ ἀνώγεια ἢ ἐξῆλθον ἀπὸ τὰ χαμόγεια διὰ νὰ ἰδοῦν τί συμβαίνει πάλιν.

Ὁ Σμυρνιὸς ὁ κάπηλος, ἀφοῦ ἔρριψε μίαν κανάταν νερόν, καὶ περιέλουσε τοὺς μικροὺς μάγκας, διὰ νὰ τοὺς τρέψῃ εἰς φυγήν, ἤρχετο ἐπίκουρος εἰς τὸν γέρον Μπουλατζάναν.

― Δὲν θά ᾽χουμε σαματὰ καὶ μαζώματα κάθε λίγο δῶ μέσα. Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας νὰ μαζωχθῆτε· εἶναι μεσημέρι, καπετὰν Πέρρο.

Ὁ Πέρρος, καθὼς ἀπεμακρύνετο, ἔρριπτε τὴν ἀποστροφὴν ταύτην πρὸς τὸν Μῆτρον, φεύγοντα κατ᾿ ἄλλην διεύθυνσιν:

― Νὰ φχαριστᾷς ποὺ εἶσαι σπανός, βρὲ παλιάνθρωπε, γιατὶ, ἂν εἶχες μουστάκια, θὰ σοῦ τὰ μαδοῦσα, καημένε, τρίχα τρίχα.

*
* *

Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Βαρσάμω, μία πολυπαθὴς γειτόνισσα, διετύπωσε τὸν ἐπίλογον ὡς ἑξῆς:

―Ἄχ, τί λογᾶτε*, τί θάμα! Κάθε Κυριακὴ νὰ δέρνωνται, καὶ κάθε Κυριακὴ νά ᾽ναι πάλι ἀγαπημένοι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 



12.9.26

Ο Νάρκισσος, του Κωνσταντίνου Αθ. Οκονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Νάρκισσος

του Κωνσταντίνου Αθ. Οκονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


    

Ο Νάρκισσος, πίνακας του Μικελάντζελο Καραβάτσιο

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα στην ελληνική Μυθολογία ήταν ο κυνηγός Νάρκισσος. Ήταν ένας όμορφος νέος από τη Βοιωτία, γιος της Νύμφης Λειριώπης και του ποταμού Κηφισού. Πολλές μυθικές διηγήσεις σώζονται για το πρόσωπό του.

Ο ΜΥΘΟΣ: Κάποια μέρα καθισμένος ο ωραίος Νάρκισσος κοντά στη λιμνούλα που σχημάτιζαν τα νερά μιας πηγής, είδε το πρόσωπό του να καθρεφτίζεται στην επιφάνεια της λιμνούλας αυτής. Στη θέα της μορφής του ελκύστηκε τόσο πολύ, που θέλησε βυθίζοντας τα μπράτσα του στο νερό να την αγκαλιάσει. Επειδή όμως παρά τις προσπάθειές του δεν το κατόρθωνε παρέμεινε στη θέση αυτή αυτοθαυμαζόμενος μέχρι που πέθανε υποφέροντας από μαρασμό. Στη θέση εκείνη μετά από λίγο καιρό φύτρωσε το ομώνυμο άνθος που συμβολίζει όχι μόνο την ανθρώπινη φθορά αλλά και τις χθόνιες θεότητες [του Κάτω Κόσμου].

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ: Ο Νάρκισσος, λέει μια παραλλαγή του αρχικού Μύθου, όντας άνομα ερωτευμένος με την Νύμφη Ηχώ, που ήταν αδερφή του, μετά τον απρόσμενο θάνατό της, δεν έβρισκε παρηγοριά στη δυστυχία του εκτός από το να βλέπει τον εαυτόν του στο νερό κάποιας πηγής κοντά στις Θεσπιές της Βοιωτίας και να θυμάται την αδελφή του. Μέχρι που πέθανε στη θέση εκείνη από εξάντληση. Φαίνεται πως η Νέμεσις είχε αποφασίσει να τον τιμωρήσει σκληρά, βρίσκοντας υπαίτιο τον Νάρκισσο για το θάνατο της Ηχούς. Έτσι, τον υποκίνησε να δει στο νερό της πηγής την εικόνα του (το είδωλό του) και να την ερωτευθεί τόσο ώστε να πεθάνει από τον ανικανοποίητο προς τον εαυτό του έρωτά!

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΟΒΙΔΙΟΥ: Η γνωστότερη όμως και περισσότερο διαδεδομένη παράδοση για τον Νάρκισσο έχει διασωθεί από τον Οβίδιο, στο έργο του "Μεταμορφώσεις" ΙΙΙ 342. Σύμφωνα μ' αυτή, ο ωραίος Βοιωτός νέος, Νάρκισσος περπατούσε στο δάσος, όταν η Ηχώ, μία Ορειάς Νύμφη, που στην εκδοχή αυτή δεν είναι συγγενής του, τον είδε, τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και τον ακολούθησε. Ο Νάρκισσος αισθάνθηκε ότι κάποια τον ακολούθησε και φώναξε: «Ποιος είναι εκεί;". Η Ηχώ του επανέλαβε: "Ποιος είναι εκεί;". Έπειτα του αποκάλυψε την ταυτότητά της και προσπάθησε να τον αγκαλιάσει. Εκείνος όμως αποτραβήχτηκε απότομα και της είπε να τον αφήσει μόνο του. Από τότε η Ηχώ, πληγωμένη βαθιά στην ψυχή της, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στις απομονωμένες ρεματιές και κανείς δεν την είδε ποτέ ξανά. Αποτέλεσμα ήταν η μεν φωνή της Ηχούς να εξασθενεί συνέχεια με τέτοιο τρόπο ώστε ν' ακούγονται μόνο οι τελευταίες συλλαβές και να σβήνει [το φαινόμενο της ακουστικής ηχούς, ή της αντήχησης]. Έτσι, μόνο η ηχώ του ήχου της φωνής της είχε απομείνει από αυτήν. Τότε, η Νέμεσις, θεά της εκδίκησης, έμαθε το γεγονός και αποφάσισε να τιμωρήσει το Νάρκισσο. Έτσι, τον παρέσυρε σε μια λιμνούλα, όπου εκείνος είδε το είδωλό του. Δεν είχε αντιληφθεί ότι αυτό ήταν μόνο μια εικόνα και ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Τελικά συνειδητοποίησα ότι η αγάπη του αυτή δεν έβρισκε ανταπόκριση [πώς θα μπορούσε άλλωστε;] και αυτοκτόνησε.

   ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ: Η λέξη ναρκισσισμός, που προέκυψε από το μύθο του Νάρκισσου, σημαίνει “υπέρμετρη αγάπη για τον εαυτό μας” ή ματαιοδοξία. Το 1898 ο Havelock Ellis, ένας Άγγλος ψυχολόγος, χρησιμοποίησε τον όρο "narkissus-like" για να δηλώσει την υπερβολική ερωτική αυτοϊκανοποίηση, σύμφωνα με την οποία το άτομο γίνεται το δικό του ερωτικό αντικείμενο. Ο Otto Rank, to 1911, δημοσίευσε την πρώτη ψυχαναλυτική θεωρία που συνδέει τη ματαιοδοξία και τον αυτο-θαυμασμό με τον ναρκισσισμό. Ο Sigmund Freud δημοσίευσε το 1914 ένα επιστημονικό άρθρο αποκλειστικά για τον ναρκισσισμό, με την ονομασία “ Εισαγωγή στο ναρκισσισμό”. Σήμερα στη Ψυχολογία διακρίνεται μια διαταραχή προσωπικότητας που ονομάζεται: ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. [Σχετ. Άρθρο του υπογράφοντος εδώ:  https://oakhellas.blogspot.com/2025/03/blog-post_9.html].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: http://www.greekmyths-greekmythology.com/narcissus-myth

Graves, Robert (1968). Οι ελληνικοί μύθοι. Cassell.

Gantz, Timothy (1993). Πρώιμοε ελληνικός Μύθος. Johns Hopkins University Press.

Kerenyi, Karl (1959). Οι ήρωες των Ελλήνων. Thames-Hudson.

Κωνσταντίνος Κοντογόνης, Επιτομή ελληνικής μυθολογίας, εκ διαφόρων συγγραφέων ερανισθείσα, Το τέταρτον νύν αναθεωρηθείσα και διορθωθείσα υπό του συγγραφέως, εκδίδεται δαπάνη Ανδρέου Κορομηλά, Εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, Εν Αθήναις 1852.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Το άλικο γράμμα [The Scarlet Letter] του Ναθάναελ Χόθορν εισαγωγικά και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

  Το άλικο γράμμα [The Scarlet Letter] του Ναθάναελ Χόθορν εισαγωγικά και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου   ΓΕΝΙΚΑ:...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....