Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.5.25

Οι Όσιοι Νεκτάριος και Θεοφάνης οι Αψαράδες, κτήτορες της Ι. Μ. Βαρλαάμ των Μετεώρων (17/5) Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

Οι Όσιοι Νεκτάριος και Θεοφάνης οι Αψαράδες, κτήτορες

της Ι. Μ. Βαρλαάμ των Μετεώρων (17/5)

Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 


Οι δύο Όσιοι ήταν αδέλφια και γεννήθηκαν μετά το 1460 στα Γιάννενα. Οι οικογένειές τους ήταν από τις πιο σημαντικές και αρχοντικές της Ηπείρου. Παρ΄ όλη όμως την κοσμική δύναμη της οικογένειάς τους, επτά μέλη των Αψαράδων, δηλαδή οι γονείς και οι τρεις αδελφές των Οσίων, όπως βέβαια και οι ίδιοι, ακολούθησαν την ασκητική ζωή. Ο Νεκτάριος και ο Θεοφάνης μόνασαν στο νησί της Παμβώτιδος λίμνης έχοντας πνευματικό τους οδηγό έναν άγιο γέροντα, το Σάββα. Μαζί μ΄ αυτόν το φωτισμένο πνευματικό έμειναν δέκα έτη και τότε, αφού διδάχτηκαν τέλεια τη μοναχική ζωή, χειροτονήθηκαν απ΄ αυτόν ιερείς. Μετά το θάνατο του πνευματικού τους οι Αψαράδες επισκέφτηκαν την Ι. Μ. Διονυσίου στον Άθωνα. Εκεί συνάντησαν τον Άγιο πρώην Πατριάρχη Νήφωνα1, ο οποίος τους συμβούλευσε να επιστρέψουν στη μετάνοιά τους στο νησί των Ιωαννίνων. Όταν όμως αυτοί επέστρεψαν, είδαν ότι άλλοι μοναχοί είχαν καταλάβει το ασκηταριό τους. Έτσι αποφάσισαν να κτίσουν ένα άλλο ησυχαστήριο στο εσωτερικό του νησιού αναγείροντας ταυτόχρονα (1507) έναν Ιερό Ναό στη μνήμη του Τιμίου Προδρόμου. Επειδή όμως οι Όσιοι δεν έβρισκαν εκεί την ποθούμενη ησυχία, εγκατέλειψαν το 1511 το νησί και ήρθαν στα Μετέωρα. Εκεί, με την ευλογία του ηγουμένου της Ι. Μ. του Μεγάλου Μετεώρου, έζησαν στο λεγόμενο Στύλο του Τ. Προδρόμου. Αφού αγωνίστηκαν εκεί για επτά έτη, με προτροπή του τότε Μητροπολίτη Λάρισας2, επιχείρησαν νέα ανάβαση σ΄ έναν απρόσιτο βράχο, που ονομαζόταν Πέτρα του Βαρλαάμ που τότε (1518) ήταν έρημος. Εκεί οι Όσιοι βρήκαν τα θεμέλια του Ναού των Τριών Ιεραρχών, που είχε αναγείρει δύο αιώνες πριν ο Όσιος Βαρλαάμ, και κατόρθωσαν να τον ανοικοδομήσουν. Στο βράχο αυτό άρχισαν να συρρέουν και άλλοι μοναχοί κι έτσι μέσα σε λίγα χρόνια έγινε ένα τέλειο μοναστήρι. Λόγω του πλήθους των ασκητών, οι δυο αδελφοί έκτισαν και νέο μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν των Αγίων Πάντων, ο οποίος αποπερατώθηκε το 1544. Από τότε ο νέος Ι. Ναός αποτελεί το Καθολικό της Μονής. Εκτός τούτων όμως οι Όσιοι δεν αμέλησαν καθόλου και για την πνευματική πρόοδο των μοναχών του κοινοβίου. Με τα χρόνια, μάλιστα, ο αριθμός των μοναζόντων αυξήθηκε πολύ, λόγω και της φήμης των δύο Οσίων. Ο Θεοφάνης εκοιμήθη εν ειρήνη την 17ην Μαϊου του 1544 και ο αδελφός του Νεκτάριος την 7η Απριλίου του 1550. Η Εκκλησία μας όρισε την ημερομηνία κοιμήσεως του πρώτου Οσίου (17/5) ως την ημέρα της ετήσιας μνήμης και των δύο.



Των δομητόρων ξυνωρίδα την πανόσιον, συν Νεκταρίω Θεοφάνην τον υπέρσοφον, μακαρίσωμεν, το κλέος των Μετεώρων. Ασκηθέντες γαρ νομίμως υπέρ άνθρωπον, τους στεφάνους θείας δόξης εκομίσαντο.

Διό κράζομεν: Χαίρετε, Κτήτορες άγιοι.” 3

Ως άστρα εξέλαμψαν εν Μετεώροις, ομού ο Νεκτάριος συν Θεοφάνει.”

1. Η μνήμη του εορτάζεται την 11η Αυγούστου.

2. Πιθανότατα πρόκειται για τον Μάρκο τον Ηγιασμένο (1500-257), ή τον Βησσαρίωνα Α΄ .

3. Κοντάκιο Θεοτέκνης μοναχής Αγιοστεφανίτισσας. (“Μετέωρα”, τόμος 59-60, Τρίκαλα, 2007, σ. 81.)

10.5.25

Ο Άγιος Αχίλλιος (15 Μαϊου) Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο Άγιος Αχίλλιος (15 Μαϊου)

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου



     Ο Άγιος Αχίλλιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία πριν το τέλος του 3ου αιώνα, από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Αυτοί τον ανέθρεψαν χριστιανικά και τον μόρφωσαν πλουσιοπάροχα. Μετά το θάνατο των γονέων του, μοίρασε την περιουσία τους στους φτωχούς και πήγε στους Αγίους Τόπους. Κατόπιν επισκέφτηκε διάφορα ασκητήρια όπου ασκήθηκε με νηστεία, προσευχή, αγρυπνία και άλλες χριστιανικές αρετές. Ύστερα πήγε στη Ρώμη και στη Θεσσαλία, όπου κήρυξε το Χριστό και έκανε πολλά θαύματα. Έτσι διαδόθηκε πολύ η φήμη του και όταν χήρευσε ο θρόνος της Λαρίσης, αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπος της (315 περίπου). Ο Άγιος έλαβε μέρος μαζί με τον Οικουμένιο Τρίκκης και το Ρηγίνο Σκοπέλου, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325, στην οποία καταδικάστηκε η αίρεση του Αρείου. Εκεί ο Άγιος θαυματούργησε, αναδεικνύοντας τη δύναμη της ορθής πίστης. Διαβάζουμε κατά λέξη σε κώδικα της Μονής Βαρλάαμ των Μετεώρων: «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί (την πέτρα)». Μετά το πέρας της Συνόδου ο Μ. Κων/νος οδήγησε όλους τους ιεράρχες στη νέα πόλη που έκτιζε (Κωνσταντινούπολη). Εκείνοι προσευχήθηκαν στον Κύριο για να μείνει η πόλη στέρεα, ασάλευτη και ανίκητη. Ο αυτοκράτορας προέπεμψε τον Άγιο στη Λάρισα με πλούσια δώρα για ανεγέρσεις ναών και φιλανθρωπίες. Πριν αναχωρήσει ο Αχίλλιος από τη Βασιλεύουσα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μητροφάνης, που δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας στη Σύνοδο, ακούγοντας τα κατορθώματα του Αχιλλίου ζήτησε να τον δει και όταν αυτός τον επισκέφθηκε τον τίμησε και τον μακάρισε. Όταν επέστρεψε στη Λάρισα, του ετοιμάστηκε υποδοχή στην είσοδο της πόλης από ιερείς, μοναχούς και πλήθη πιστών. Μόλις ο Άγιος έφτασε, έπεφταν στα πόδια του και ασπάζονταν τα άκρα των ιματίων του. Το ποιμαντικό του έργο συνεχίστηκε μέχρι το θάνατό του, περίπου το 350, ως τα πέρατα της Ελλάδας. Έτσι ο Α. Αχίλλιος θεωρείται δίκαια Ισαπόστολος, φωτισμένος, χαρισματικός, ένθεος κήρυκας του Ευαγγελίου. Ακόμα τα συναξάρια τον χαρακτηρίζουν υπερασπιστή φτωχών, πατέρα ορφανών, ευεργέτη και πρόμαχο κάθε ανάγκης1. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η υψοποιός ταπείνωση, πράγμα που επιβεβαιώνεται με το ακόλουθο περιστατικό. Προσκλήθηκε κάποτε ο Αγ. Αχίλλιος σε μια θεσσαλική πόλη για κάποια ανάγκη της τοπικής τους Εκκλησίας. Οι κάτοικοι έκαναν μεγάλη προετοιμασία, αντάξια ενός επισκόπου, περιμένοντάς τον. Αφού ευπρέπισαν χώρους φιλοξενίας, καθάρισαν δρόμους, ετοίμασαν φαγητά, περίμεναν τον ερχομό του, που τον φαντάζονταν πάνω σε κάποιο άλογο με κουστωδία συνοδών, έναν δηλαδή ερχομό αντάξιο του αξιώματός του. Όμως, αντ' αυτών, είδαν δυο κληρικούς που έρχονταν πεζή. Οι ντόπιοι, νομίζοντας ότι ήταν προπομποί του Επισκόπου, ρώτησαν αν ο Άγιος ήταν κοντά. Όταν ο ένας από τους δυο κληρικούς είπε ότι αυτός είναι ο Επίσκοπός τους, οι απλοϊκοί κάτοικοι το εξέλαβαν ως ειρωνεία. Μετά από λίγο, κι αφού επέμεναν ρωτώντας και ακούγοντας τα ταπεινά, γλυκά του λόγια, πείστηκαν ότι αυτός ήταν ο αρχιερέας τους και θαύμασαν την ταπείνωσή του.

Όταν κατάλαβε ότι πλησίαζε η μέρα της εκδημίας του, ζήτησε να κατασκευαστεί ο τάφος του. Κάλεσε τότε κλήρο και πιστούς, τους το ανακοίνωσε και τους έδωσε τις ύστατες συμβουλές. Λίγες μέρες αργότερα, γύρω στο 350, κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίδοντας την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού. Οι Λαρισαίοι τον θρήνησαν πολύ και τον κήδεψαν με μεγαλοπρέπεια. Λαός και κλήρος έθαψαν το άγιο του λείψανο στον ήδη ετοιμασμένο τάφο του. Επειδή εκείνα τα πρώτα χριστιανικά χρόνια δεν συνηθίζονταν η ανακομιδή λειψάνων κι επειδή πέρασαν πολλά έτη, ενώ μεσολάβησαν βαρβαρικές επιδρομές, έμεινε ο τάφος του Αγίου άγνωστος. Όμως ο Κύριος με θαύμα του, τριακόσια περίπου έτη αργότερα, την 10η του Φεβρουαρίου, φανέρωσε το λείψανο του εκλεκτού του Αγίου. Έτσι για τα επόμενα χρόνια, μέχρι την άλωση της πόλης απ’ τους Βουλγάρους, το λείψανο και ο τάφος του Αγίου ήταν πηγή θαυμάτων στους προστρέχοντες στη μεσιτεία του. Πάνω από τον τάφο του κτίστηκε και ιερός ναός, πιθανότατα αυτός που βλέπουμε ανεβαίνοντας στο λόφο του Φρουρίου2, νότια από την οθωμανική σκεπαστή αγορά.

   

Ερείπια του ναού του Αγίου Αχιλλίου στην Μικ. Πρέσπα [ν. α. Αχιλλίου

Στα χρόνια της βουλγαρικής ακμής, το 986, ο τσάρος Σαμουήλ άρπαξε το λείψανο του Αγίου και το τοποθέτησε σε λάρνακα στο νησάκι του Αγίου Αχιλλίου της Μικρής Πρέσπας, δημιουργώντας ένα προσκυνηματικό κέντρο για το βασίλειό του, δίνοντας συγχρόνως κύρος στην εξουσία του. Στο ίδιο νησάκι ο Σαμουήλ ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό, του οποίου σήμερα σώζονται τα ερείπια. Ο Βυζαντινος χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός γράφει για την αρπαγή του αγίου λειψάνου: «Μετήγαγε δε (ο Σαμουήλ) και το λείψανον του Αγίου Αχιλλείου επισκόπου Λαρίσης χρηματίσαντος επί Κωνσταντίνου του μεγάλου, τη μεγάλη και πρώτη Συνόδω παρόντος, (...) και εις Πρέσπαν απέθετο, ένθα ήσαν αυτώ τα βασίλεια, οίκον κάλλιστον και μέγιστον επί τω ονόματι αυτού δομησάμενος». Από το 1981 το λείψανο του Αγίου βρίσκεται ξανά στη Λάρισα, στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου.

«Χαίροις της εώας αστήρ λαμπρός, και των Λαρισαίων λαμπαδούχος και οδηγός, χαίροις ευσεβείας, λειμών ο ανθηφόρος, Αχίλλιε παμμάκαρ, Τριάδος σκήνωμα.»


1 Ματθαίος Λαγγής, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ε΄ έκδοση, τόμος Ε΄ ,1996, σ. 428.

2 Αποκαλύφθηκε το 1978. Σχετικά: Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, γ΄τόμος (Λάρισα 2008).

16.4.25

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης και ο Όσιος Ιωάσαφ (20 Απριλίου) *[Κτήτορες της Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης και ο Όσιος Ιωάσαφ (20 Απριλίου)

*[Κτήτορες της Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου]

                                                  από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


   

  Ο Όσιος Αθανάσιος (το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ανδρόνικος) γεννήθηκε στην Υπάτη το 1310 από πλούσιους και επιφανείς γονείς. Μικρός έμεινε ορφανός, ενώ αργότερα διέφυγε από την αιχμαλωσία των Φράγκων στην Υπάτη. Υπεύθυνος για την ανατροφή του ήταν ο μεγαλύτερός του αδελφός, αρχικά, και αργότερα ο θείος του που ήταν αξιωματούχος στη Θεσσαλονίκη. Είχε μορφωθεί από μικρός στα εκκλησιαστικά γράμματα, ενώ αργότερα πήρε και κοσμική – εγκύκλια μόρφωση σε ονομαστές σχολές της Θεσσαλονίκης. Δυο έτη αργότερα έκανε την πρώτη του, ανεπιτυχή όμως, προσπάθεια να γίνει μοναχός στο Αγιο Όρος. Οι πατέρες όμως δεν τον δέχτηκαν επειδή ήταν ακόμη ανήλικος. Τα επόμενα έτη γνωρίστηκε με σπουδαίους Αγιους Πατέρες της εποχής, όπως τον Γρηγόριο Σιναΐτη, τον Δανιήλ τον Ησυχαστή, τον μετέπειτα πατριάρχη Κων/λεως Ισίδωρο, τον Ακίνδυνο, που δεν είχε ακόμα πλανηθεί σε αιρέσεις και άλλους. Το κρίσιμο στάδιο επιλογής του μοναχικού δρόμου διαδραματίστηκε για τον Αγιο στην Κρήτη. Μετά την οριστική επιλογή της ασκητικής πορείας στη ζωή του, επέστρεψε στον Αθω όπου έγινε ακόλουθος και διακονητής των ονομαστών ασκητών Γρηγορίου και Μωυσή στη Μηλιά του Αγίου Όρους. Τριακονταετής ο όσιος δέχτηκε την κουρά από τον Γρηγόριο με το νέο του όνομα Αντώνιος. Λίγους μήνες αργότερα ο ίδιος πνευματικός πατέρας τον έντυσε με το μοναχικό σχήμα και τον επονόμασε Αθανάσιο. Εκεί έζησε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα με άσκηση, αγρυπνίες, νηστεία, υπακοή, διακονώντας πάντα ταπεινά τους δύο γέροντες πατέρες. Εξαιτίας των πειρατικών επιδρομών, που ενοχλούσαν εκείνη την εποχή το Αγιο Όρος, αποφάσισαν να χωριστούν. Ο Μωυσής πήγε στην Ι. Μ. Ιβήρων, ενώ ο Γρηγόριος με τον Αθανάσιο πήγαν στη Βέροια, όπου ο επίσκοπος Σερβίων Ιάκωβος τους πληροφόρησε ότι στους Σταγούς (Καλαμπάκα) βρίσκονταν κάποιοι πανύψηλοι λίθοι (Μετέωρα), κατάλληλοι για αναχωρητές. Ο γέροντας Γρηγόριος πρότεινε στον Αθανάσιο να μονάσουν εκεί. Ανέβηκαν λοιπόν σε κάποιον απ’ αυτούς τους βράχους. Όμως, σύντομα, ο Γρηγόριος, βλέποντας την αγριότητα της περιοχής, θέλησε να επιστρέψουν, αλλά ο Αθανάσιος τον καθησύχασε υποσχόμενος ότι δεν θα στερηθούν ποτέ τις αναγκαίες τροφές (άρτο, λάδι, κρασί). Έτσι ο γέροντας δέχτηκε να παραμείνουν. Λίγο αργότερα, κι ενώ η φήμη των δύο ασκητών απλώθηκε παντού, άρχισε καθημερινά να συρρέει πλήθος πιστών έχοντας επιθυμία να συνομιλήσουν με τους ασκητές για πνευματικά θέματα και να πάρουν ευλογία φέρνοντας μαζί τους όλα τα αναγκαία για την τροφή των πατέρων. Κι ενώ η αδελφότητα μεγάλωνε με την είσοδο σ’ αυτή και άλλων μοναχών, από τις συχνές επιδρομές των ληστών και από δαιμονικές επήρειες, ο Αθανάσιος κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα να ανεβεί σε κάποιο ψηλότερο και πιο απρόσιτο βράχο. Ζήτησε λοιπόν την άδεια του γέροντά του για να μετοικήσει. Εκείνος του έδωσε την ευλογία του αλλά του ζήτησε να πάρει και δυο αδελφούς μαζί του. Έτσι και έγινε, ο ένας μάλιστα από τους δυο, ο Ιάκωβος, χειροτονήθηκε προηγουμένως ιερέας. Στο νέο τόπο άσκησης, στο Μεγάλο Μετέωρο, ο Αθανάσιος οικοδόμησε Ναό στο όνομα της Θεοτόκου, εντός του οποίου τελούσαν τις ιερές ακολουθίες. Στο Μεγάλο Μετέωρο κατέφθαναν καθημερινά πολλοί πιστοί που τον παρακαλούσαν να μείνουν κοντά του. Εκείνος όμως δέχτηκε λίγους και όρισε (θέσπισε) τους κανόνες για να πολιτεύονται οι νέοι αλλά και οι παλαιότεροι συνασκητές του στη μοναχική τους ζωή. Ανήγειρε έπειτα και Ναό αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού. Ο Αγιος Τριαδικός Θεός αξίωσε το Σκεύος εκλογής Του, τον Όσιο Αθανάσιο, που άσκησε παραδειγματικά την αρετή της ησυχίας, με το προορατικό χάρισμα και το χάρισμα της θαυματουργίας. Την 20ή Απριλίου του 1382 ή του 1383, σε ηλικία εβδομήντα ετών, μετά από σύντομη ασθένεια, εκοιμήθη εν ειρήνη.

«Στύλος άσειστος, και στερρόν τείχος, και προπύργιον,

γενού και σκέπη του σου ποιμνίου Σοφέ Αθανάσιε,

των πρεσβειών σου σκεπάζων ταις πτέρυξι,

τους εν αυτώ ασκουμένους εκάστοτε, Πάτερ Όσιε,

Χριστόν τον Θεόν δοξάζοντας, και ανυμνούντας εκ πόθου την μνήμην σου».


    Ο Όσιος Ιωάσαφ, ήταν ο Σερβοέλληνας κυρίαρχος της Θεσσαλίας από το 1372, με το κατά κόσμον όνομα Ιωάννης Ουρός Παλαιολόγος, γιος του Συμεών. Μετά το 1383 ήταν επικεφαλής της μοναστικής αδελφότητας των Μετεώρων. Το 1390 ίδρυσε την Ι. Μ. της Υψηλοτέρας που είναι σήμερα ερειπωμένη. Όταν παρέδωσε την εξουσία της Θεσσαλίας στο συγγενή του Αλέξιο Αγγελο Φιλανθρωπηνό, αποσύρθηκε στα Μετέωρα όπου γνωρίστηκε με τον Αγιο Αθανάσιο και έγινε αφοσιωμένος μαθητής του. Το μοναχικό του όνομα ήταν Ιωάσαφ. Λίγο πριν το θάνατο του ο Όσιος Αθανάσιος συμβούλεψε τα μέλη της αδελφότητάς του να αναγνωρίσουν τον Ιωάσαφ ως επόμενο αρχηγό τους (προ – ηγούμενο). Στην Ι. Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος σώζονται μέχρι σήμερα αγιογραφίες που παριστούν τον Ιωάσαφ ντυμένο με το μοναχικό σχήμα. Μετά την πρώτη εισβολή των Οθωμανών χειροτονήθηκε από το Διονύσιο, το Μητροπολίτη Λάρισας, Επίσκοπος Φαναρίου. Κοιμήθηκε εν ειρήνη το 1422.

«Αθανασίω εν πόλω Ιωάσαφ Νυν συγχορεύεις συμμεριστής ως πόνων».


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

  Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  - συγγραφέα ΓΕΝΙΚΑ : Ο Όφις [Λατ. Serpens, συντ. Ser] είναι α...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....