Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.3.26

Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη (1906) του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη κείμενο-AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη (1906)

του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη 
κείμενο-AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

     
 «Μὴ οἱ ποιμένες βόσκουσιν ἑαυτούς; 
οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιμένες;»
       (Ἰεζεκιήλ)

Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὣς μισὴν ὥραν εἰς τὸν μικρὸν ὅρμον, κατέναντι τῆς ἀγορᾶς, ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεμάτη ἀπὸ κόσμον, ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἀπέπλευσε. Συγχρόνως οἱ καμπάνες τῶν δύο ἐκκλησιῶν, αἵτινες διέπρεπον μὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των, ἡ μία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας, ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας, ἐκινήθησαν γοργῶς, ἐκχέουσαι μεγάλην καὶ παρατεταμένην κωδωνοκρουσίαν.

   Διατί αὐτό; Οἱ παπάδες ἤξευραν, ὅτι ὁ Δεσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο μέσα στὸ βαπόρι, ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν, ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασμιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλὰ θὰ μετέβαινε πρῶτον, χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του, εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, τὴν ἀνατολικήν, τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόμον του, καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ ἐδῶ ποίμνιόν του. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν μίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ, οἱ ἑπτὰ παπάδες, εἰς τὸ βαπόρι, διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του.

Μόλις ἡ μαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυμναῖον «κάσαρο»* τοῦ ἀτμοπλοίου, ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν μικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης, καὶ ὁ διάκος, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων, τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε, τοῦ λέγει μὲ τόνον δεσποτικόν:

― Γιατί δὲν ἐσημάνατε τὶς καμπάνες;

Ὁ παπα-Γιαννάκης, 83 ἐτῶν ἄνθρωπος, ἂν καὶ κωφὸς ἦτο, ἐκατάλαβε τί ἔλεγεν ὁ διάκος. Ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ, δὲν εἶχαν προβλέψει, ἢ τὸ ἐνόμισαν περιττόν, νὰ κρούσουν τὶς καμπάνες. Τώρα ὅμως, εἰς τὸ κέλευσμα τοῦ διάκου, ἐστράφη πρὸς τὴν λέμβον, ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας, καὶ τοῦ λέγει:

― Σταμάτη! τρέχα, γρήγορα, ἔξω! Τὶς καμπάνες! Βαρᾶτε τὶς καμπάνες!

Ὁ Σταμάτης, ἔφηβος ὣς 16 ἐτῶν, κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο, ἀλλ᾿ ὀρφανὸς μάγκας, τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιμόνια, οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. Πάραυτα ἐσιάρισεν*, ἐκωπηλάτησε, καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ φωνάξῃ ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω, διὰ νὰ τρέξουν νὰ σημάνουν τὶς καμπάνες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμεν. Ἐπήδησεν ἔξω, κ᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας.

Καθὼς ἔτρεχεν, ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του, τὸν Φώτην, καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καμπαναριό, ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν μεγάλην καμπάναν, ἥρπασε τὸ γλωσσίδι της, μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης, κ᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισμόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλο τοῦ καμπαναριοῦ.

Μετὰ μίαν στιγμὴν μανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτμόπλοιον ἀπέπλεε, καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν.

*
* *

Μετὰ δύο ἑβδομάδας, ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον, ὁ Σεβασμιώτατος, ἐν μεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων, ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενος, ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ, εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας ―καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε μετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν, τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν, ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιμαντικῆς του― ἐπετίμησεν ἕνα τῶν ἱερέων, διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας, εἶπε τὸ σύνηθες «Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν», καὶ δὲν εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Δεσπότου ἡμῶν».

Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρῃ, ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραμμένον.

Τὴν Κυριακήν, ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ Ἐπίσκοπος, εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ἔδωκε νέον δεῖγμα τῆς ποιμαντικῆς του. Εἰς τὸ «Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί», τὸν γεροντότερον, τὸν πλέον πεπειραμένον ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματον ἱερέα, τὸν ἔπιασεν ἀποτόμως ἀπὸ τὸν βραχίονα, βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον, καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βημόθυρα, διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» ― ὡς νὰ ἐπρόκειτο, κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα Μετάληψις. Καὶ ὅμως τὸ Εὐχολόγιον γράφει μόνον ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαὸν» καὶ ὄχι, ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. Ὅ,τι δὲ περιττὸν γίνεται, μαρτυρεῖ μόνον τάσιν πρὸς τὸ πομπῶδες καὶ θεατρικὸν ― ὅπως συνηθίζουν μάλιστα οἱ Ρῶσοι.

*
* *

Μέγα εὐτύχημα ὑπῆρξε διὰ τὸν ἄλλον γέροντα, τὸν ἐπίτροπόν του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. Ὁ δεσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ μάλιστα, χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαμβάνεται μηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ, αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυμοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου.

Τέλος κατώρθωσε νὰ δώσῃ λογαριασμὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος, εἰς μετρητά, δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάμου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώματα» τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα, τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα, κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασμὸν πόσα εἶχεν ἐξοδεύσει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Δεσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. Ἔπασχεν ἀπὸ στομαχικὰ καὶ καρδιακὰ συμπτώματα ― ἴσως ἀπὸ ψαμμίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νιᾶτά του, τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόμην του. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαμεν, ὅτι ὡμοίαζε μὲ τὸν Ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς, τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´, ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε, ὅτι ἔκαμνε στίχους διὰ χιλίους ποιητάς, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυμος Ποντίφιξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille aliis archipoëta bibit*.

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον μοσχᾶτον, εἰς δαμιτζάνες προσφερόμενον.

Τέλος ὁ Σεβασμιώτατος, ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον μάθημα ποιμαντορικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του ―τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι, νὰ μὴ καπνίζουν ναργιλὲ δημοσίᾳ καὶ νὰ μὴ κρατοῦν ποτὲ ράβδον― ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν, προεπέμφθη, ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι, κ᾿ ἐπῆγε νὰ ποιμάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=FN9BxIXpkT8

18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        7.1.26

        Ἐξοχικὸν κροῦσμα (1906) Aλέξ. Παπαδιαμάντης Κείμενο _ AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        Ἐξοχικὸν κροῦσμα (1906) Aλέξ. Παπαδιαμάντης +ΒΙΝΤΕΟ

        Κείμενο + AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ
        Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

           

          Ἤμην πάντοτε τακτικὸς περιπατητής, συχνὰ συνέβαινεν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ περιπάτου νὰ κάμω σταθμὸν εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα ἢ τὰ προάστια τῆς πόλεως. Ἔβλεπα ἐκεῖ διαφόρους θαμῶνας, τοὺς ἰδίους πάντοτε φιλησύχους γέροντας, ἀποστράτους, πολιτικοὺς συνταξιούχους, ἀκόμη καὶ ἱερωμένους, διατελέσαντας ἐφημερίους εἰς μεμακρυσμένας ἑλληνικὰς ἀποικίας. Ὅλοι οὗτοι ἠγάπων τὸν δροσερὸν ἀέρα, τὴν πρασινάδα καὶ τὴν θέαν τὴν ἀνοικτήν, κ᾿ ἐσύχναζον εἰς ἓν ἢ ἄλλο καφενεῖον, παρὰ τὸ Στάδιον, τὴν Δεξαμενήν, τοὺς Ἀμπελοκήπους, πρὸς τὰ Πατήσια, ἢ εἰς τὰ Πευκάκια, ἢ εἰς τὰ κράσπεδα τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἕκαστος ἐξ ὅλων εἶχε τὴν προτιμωμένην ἐξοχήν του καὶ τὸ εὐνοούμενον καφενεῖόν του.

        Μόνον εἷς, καὶ οὗτος δὲν ἦτο ἀπόμαχος, οὔτε κληρικός, οὔτε συνταξιοῦχος, ἀλλὰ νέος πλήρης ἀκμῆς καὶ εὐρωστίας, δὲν ἠξεύρω πῶς κατώρθωνε νὰ εἶναι θαμιστὴς συγχρόνως εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ κέντρα. Ὅπου ἐπήγαινα, εἴτε εἰς τὸ Στάδιον, εἴτε εἰς τὴν Δεξαμενήν, εἰς τὴν «Φυλακὴν τοῦ Σωκράτους» ἢ εἰς τὴν Γαργαρέταν, πάντοτε ἀνελλιπῶς τὸν συνήντων εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τ᾿ ἀναχωρητήρια. Θὰ πῆτε, πῶς κ᾿ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶχα αὐτὴν τὴν ubiquitatem* διὰ νὰ τὸν εὑρίσκω οὕτω παντοῦ; Σᾶς ἀποκρίνομαι ὅτι, τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἀραιὰ μόνον ἐπήγαινα εἰς ἓν ἕκαστον τῶν μερῶν αὐτῶν, κ᾿ ἔπειτα ἤμην μόνον ὡς ξένος, περιοδικὸς ἐπισκέπτης καὶ ἄγνωστος εἰς ἕκαστον τούτων. Ἐνῷ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκεῖος εἰς ὅλα.

        Ἐκτὸς τούτου, συνέβη νὰ βεβαιωθῶ ἀπὸ φίλους χρηστοὺς καὶ ἀξίους πάσης ἐμπιστοσύνης ὅτι, τὴν ἰδίαν πρωίαν, καὶ ὡς ἔγγιστα τὴν αὐτὴν ὥραν, καθ᾿ ἣν ἐγὼ εἶχα συναντήσει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἄλλος τὸν εἶδε νὰ κάθεται εἰς τὸν «Κῆπον τοῦ Σωκράτους». Πῶς συνέβαινε τοῦτο;

        *
        * *

        Εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἐξοχικὰ συχναστήρια, ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος, ὁ στρογγυλοπρόσωπος καὶ καλοκαμωμένος, μὲ ὡραῖον καστανὸν μύστακα, δὲν ἐφαίνετο νὰ χάνῃ τὸν καιρόν του εἰς ρεμβασμούς. Δὲν «ἔκανε ρομάντζα», καθὼς λέγουν εἰς τὴν ἐπιχώριον διάλεκτον, ἀλλὰ μᾶλλον ἠσχολεῖτο νὰ πλέκῃ ἀληθῆ ρομάντσα. Δὲν συνήθιζε μακρὰς ὁμιλίας, ἂν καὶ τόσον γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς θαμῶνας, εἰς τὸν καφετζὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του. Ἐνίοτε ἔπιανε κουβέντα ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἀλλὰ συχνὰ ἐκοίταζε τ᾿ ὡρολόγι του, ὡς νὰ ἐπερίμενε κάποιον, ἢ νὰ ἦτο διὰ νὰ ὑπάγῃ πουθενά.

        Αἴφνης, ὄπισθεν τῆς ἀπωτέρας γωνίας τοῦ κτιρίου, εἰς τὸν φράκτην τοῦ κηπαρίου σιμά, ἢ ὄπισθεν συστάδος δένδρων καὶ ὑψηλῶν χόρτων, τὸν ἔβλεπέ τις στρέφοντα τὰ νῶτα, σκυφτόν, συνομιλοῦντα ἐκθύμως· ἦτο εἰς συνέντευξιν μετὰ γυναικός. Τὰ διάφορα ἐξοχικὰ ἐρημητήρια ἐχρησίμευον ὡς συνεντευκτήρια δι᾿ αὐτόν.

        Ἴσως, θὰ εἴπῃ τις, χάριν ἀσφαλείας, θὰ ἐφρόντιζε ν᾿ ἀλλάζῃ ἑκάστοτε τὸν τόπον τῆς συναντήσεως μὲ τὴν φίλην τῆς καρδίας του, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐπεσκέπτετο ἐκ περιτροπῆς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη. Θὰ ἠδύνατο, τῷ ὄντι, ν᾿ ἀπατηθῇ τις ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα ἢ καὶ τὸν ἀριθμὸν ―ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἦτο μία καὶ μόνη, ἀλλάζουσα μόνον ἐνδύματα, ἢ κόμμωσιν καὶ πέπλον καὶ τὴν ἄλλην γυναικείαν σκευήν― ὅπως γίνεται εἰς τὸ θέατρον. Ὅσον ἀδιάκριτον περιέργειαν καὶ ἂν ἔτρεφέ τις, ἦτο δυσκολώτατον πράγματι νὰ ἴδῃ τὸ πρόσωπον. Ὁ πυκνὸς πέπλος δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τοῦ νὰ καλύπτῃ τὴν ὄψιν. Αἱ συνεντεύξεις ἐγίνοντο ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος ἥλιων καὶ ἀκακιῶν, καὶ δενδρομολόχης, ἐντὸς βαθείας πρασινάδας. Πολλοὶ εἶδαν τὴν μορφὴν καὶ τὸ ἀνάστημα, καὶ ἤκουσαν τὸ φροὺ-φρού, εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ πρόσωπον. Εἰς τὴν «Σπηλιὰν τοῦ Σωκράτους», ἡ συνδιάλεξις, ἐν μέσῳ τῶν δένδρων, ἐγίνετο ὑποκάτωθεν μεγάλης ἀνοικτῆς κοκκίνης ὀμπρέλας, τὴν ὁποίαν ἡ κυρία ἐκράτει διαρκῶς καταβιβασμένην ἐπὶ τῶν νώτων της· τὰ δύο πρόσωπα ἀντίκρυζον τὸ ἀντίθετον μέρος τοῦ δρόμου, ἀνώμαλον ἔδαφος, ἀπάτητον, καὶ πλῆρες ἀκανθῶν.

        Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, βέβαιον εἶναι, ἀπὸ τὰς διαφόρους κορμοστασιάς, τὸ παράστημα καὶ τὸ βάδισμα, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς κατωπτεύθησαν, ὅτι πρόσωπον δὲν ἦτο ἕν, ἀλλὰ μᾶλλον ἱκανὸς ἀριθμός, περίπου ὡς μισὴ δουζίνα. Περιπλέον, ἠκούοντο κάποτε, ἀπὸ λεπτοῦ εἰς λεπτόν, γαλλικαί τινες φράσεις, πτερωταί, ἀπεσπασμέναι, φεύγουσαι ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν συνδιαλεγομένων. Τὰ θύματα ἦσαν, κατὰ τὸ πλεῖστον, Γαλλίδες ἢ Ἑλβετίδες παιδαγωγοί. Ἐπρόκειτο ἴσως περὶ ἐρωτομανίας, ἢ μᾶλλον περὶ ξενομανίας κ᾿ ἐπιδειξιμανίας; Ἀγνοῶ. Ὁπωσδήποτε, τὸ κροῦσμα ἐφαίνετο μᾶλλον παθολογικὸν ἢ ἄλλο τι.

        *
        * *

        Φαντασθῆτε, τώρα, νὰ γνωρίζῃ τις ἓν ὄνομα, καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸν ἄνθρωπον· ἢ νὰ γνωρίζῃ κατ᾿ οὐσίαν ἐπὶ χρόνον μακρὸν πρόσωπά τινα, καὶ ν᾿ ἀγνοῇ πῶς καλοῦνται. Νὰ ἠξεύρῃ ἓν ὄνομα ―λέξιν― νὰ γνωρίζῃ ἓν πρόσωπον ―ὄψιν― καὶ ν᾿ ἀγνοῇ ὅτι τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο.

        Εἶχα ἀκούσει κατὰ τύχην τ᾿ ὄνομά του· ἐκαλεῖτο Κασταλίδης. Ἀλλὰ τὸν ἐγνώριζα σχεδὸν πρὶν γεννηθῇ· καὶ τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ὑποπτεύωμαι.

        Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παθαίνει κανεὶς ὅταν πολυγηράσῃ.

        Ἰδού· μεταξὺ τῶν ἄλλων θαμιστῶν τοῦ Σταδίου, τῆς Δεξαμενῆς, κτλ. πρὸ τριακονταετίας περίπου, ὑπῆρχεν ἓν ἀνδρόγυνον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔτυχε νὰ μάθω ποτὲ τὸ ὄνομα. Ὁ σύζυγος, ἄνθρωπος ἀσχολούμενος περὶ τὰ οἰκόπεδα, νομίζω, ἐκάθητο ἐπὶ ὥρας καπνίζων ἀενάως ναργιλέν· ὕστερον ἐνεφανίζετο ἡ κυρία, μία εὔσωμος, εὔσαρκος γυνή. Ἤρχετο νὰ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὸν σύζυγον καὶ τὴν παρέαν του. Κι αὐτὴ ἠγάπα τὴν ἐξοχήν, κ᾿ ἐπόθει τὸν δροσερὸν ἀέρα.

        Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἐσώζοντο ἀκόμη αἱ παραδόσεις καὶ τὰ παλαιὰ ἤθη. Αἱ τοιαῦται φιλικαὶ συντροφίαι, ἐγκάρδιοι, ὄχι σπανίως, κατὰ τὴν ὡραίαν ἐποχὴν τῶν ἀποπασχαλινῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ Μαΐου, ἀπέληγον εἰς εὐωχίας μὲ ψητὰ τῆς σούβλας, καὶ μὲ φιάλας ξανθοῦ ρητινίτου. Τὰ ἐξοχικὰ αὐτὰ μαγαζάκια ἦσαν ἀπεριποίητα, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλίγα ἔπιπλα καὶ στρώματα καὶ σινδόνας· ὡμοίαζαν πολὺ μ᾿ ἐξοχικὰς καλύβας, ἢ μὲ μπαράκες καὶ χάνια. Ἐκεῖ ἐνίοτε οἱ παρέες διενυκτέρευον.

        *
        * *

        Ἐνόσῳ ἔβλεπα τὸν νέον Κασταλίδην, πάντοτε ἐδίσταζον κατ᾿ ἐμαυτὸν τρέφων μίαν ἀμυδρὰν ἀνάμνησιν. Ἠρώτων μέσα μου: ― Μὲ ποιὸν ὁμοιάζει; Ποῦ ἔβλεπα ἕνα τέτοιο πρόσωπον;

        Δὲν ἠπατώμην· ἀλλὰ δὲν ὡμοίαζε μὲ ἕν· μᾶλλον μὲ δύο πρόσωπα. Διὰ τοῦτο, ὅταν τὸν εἶδά ποτε νὰ χειραγωγῇ ἕνα γέροντα μὲ κλονούμενον τὸ βῆμα, κατελθόντα ἀπὸ ἅμαξαν, δὲν ἀνεγνώρισα τίποτε, οὔτε ἔβλεπα θετικὴν ὁμοιότητα εἰς τὰ δύο πρόσωπα. Μόνον ἠρώτων καὶ πάλιν· ― Ποῦ τὸν ἔχω ἰδεῖ ἄλλα χρόνια, αὐτὸν τὸν τώρα γέροντα;… Ὁμοιάζει μ᾿ ἕνα μεσόκοπον τοῦ παλαιοῦ καιροῦ.

        Τέλος, εἶδα, μίαν ἡμέραν, νὰ κατέρχεται τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας μία νεκρικὴ πομπή. Ἐστάθην, ἀπεκαλύφθην, κ᾿ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Χωρὶς νὰ κοιτάξω ἐντὸς τοῦ φερέτρου, διότι πάντοτε δειλιῶ εἰς τοῦτο, τὸ βλέμμα μου ἔπεσεν ὄπισθεν ἀκριβῶς τούτου. Τότε ἀνεγνώρισα πρώτους ἀκολουθοῦντας τὸ φέρετρον, βαρέως πενθηφοροῦντας, τὸν νέον Κασταλίδην, καὶ τὸν πρεσβύτην μὲ τὸ κλονούμενον βῆμα, τὸν ὁποῖον εἶδα πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβοηθῇ ἔξω τῆς ἁμάξης.

        Τότε ἔστρεψα τὸ βλέμμα εἰς τὴν νεκρικὴν σορόν. Τὸ λείψανον ἦτο γυνὴ ἡλικιωμένη. Εἶδα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν σύζυγον τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ναργιλέ, τὴν ὁποίαν ἔβλεπα εἰς παλαιοὺς χρόνους τόσον συχνὰ συνηθίζουσαν νὰ συνοδεύῃ εἰς τὰ ἐξοχικὰ καφενεῖα τὸν σύζυγόν της.

        *
        * *

        Τὸ μυστήριον ἐλύθη. Τὸ ἀνδρόγυνον ἐκαλοῦντο Κασταλίδαι, καὶ ἦτο ὁ υἱός των αὐτός, ὁ νέος μὲ τὰς συνεντεύξεις ―ὅστις ἴσως, τίς οἶδε; δυνατὸν νὰ εἶχε συλληφθῆ ἐν γαστρὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, κατόπιν ἐξοχικῆς εὐωχίας, εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ ἐρημητήρια αὐτά― καὶ ἔσωζεν ἐκ κληρονομίας εἰς τὸ αἷμά του τὸ ἐρωτικὸν τῆς ἐξοχῆς ἔνστικτον.

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        3.1.26

        ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

         

        ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ

        Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


           

         «Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», οὕτω πως ἤρχιζε τὸ μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν σεμνὸν ναΐσκον ἡ μικρὰ πληθὺς τῶν ἀνελθόντων διὰ τὴν ἐξοχικὴν κηδείαν ἀπὸ τὴν παραθαλάσσιον μεσημβρινὴν πολίχνην. Ὁ μικρὸς τάφος εἶχε σκαφῆ πρὸς ἀνατολὰς τῆς ἐκκλησίας, σύρριζα στὴν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μὲ τὸ θυμιατὸν ἔλεγε τὴν τελευταίαν εὐχὴν τοῦ Τρισαγίου, καὶ τὸ Κουκλὶ καὶ τὸ Μπονακί, τὰ δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἔμελπον σιγὰ καὶ βαθιὰ τὸ «Ὁρῶντές με ἄφωνον», κι ὁ παπα-Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπὸ τὴν παμμήτορα γῆν, κ᾿ ἐπροσπάθει μὲ τὸ μαχαιράκι του νὰ χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστὶ ὁλόγυρα. Κ᾿ ἡ γρια-Φλωροὺ ἐξέχυνε μὲ λόγια καὶ μὲ δάκρυα τὸν πόνον της, ὅτι, ἀφοῦ εἶχε θάψει πρὸ πέντε ἐτῶν τὸν μοναχογυιόν της, εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διὰ νὰ νεκρασπασθῇ καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν πρωτογέννητον. Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της:

        Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
         πές μου, ποῦ πῆγε τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε στὰ ξένα.

        *
        * *

        Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης.

        Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ.

        ― Πατέρα, στὸν Ἁι-Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά.

        ― Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω.

        ― Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς;

        ―Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες.

        Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν:

        ― Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου.

        ― Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός.

        ― Πότε θὰ σιάσῃ;

        ― Σὰ μπῇ ὁ Μάης.

        ― Πότε μπαίνει;

        ― Μεθαύριο, τὸ Σάββατο.

        ― Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα;

        Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν.

        Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου.

        Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην.

        Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν.

        Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε.

        Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά.

        Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα-Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας.

        Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας.

        Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…»

        Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε.

        Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα.

        Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα.

        *
        * *

        Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. Χωρὶς πρόσκλησιν καὶ ἀναγγελίαν, χωρὶς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φίλοι, καὶ ἀλλότριοι, καὶ ξένοι, ἀκόμη καὶ ἐχθροί, ἀνέβησαν τὸν «μεγάλον ἀνήφορον», ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ παρευρεθοῦν εἰς τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀτυχοῦς νέου.

        Ἦτο ὡραία, σεμνή, καὶ περιπαθής, ἡ ἐξοχικὴ κηδεία. Ἄνθη καὶ κηρία, στεναγμοὶ καὶ μοσχολίβανον, τροπάρια καὶ μοιρολόγια, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα εἰς τοὺς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, τῶν ἀναδενδράδων τὸ σείσιμον, καὶ τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μὲ τῶν ρυάκων τὸ κελάρυσμα, καὶ τὸ ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καὶ μέλος, καὶ οὐαί», διὰ νὰ κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, ὅστις εἶχε διέλθει τὸν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καὶ ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, κι ὡς πέταλον ρόδου ὁποὺ τὸ ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, καὶ τὸ ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπὴ ἀνέμου.

        Καὶ τὸ «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεὰν τὸ πουλί, ὁποὺ εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διὰ πάντοτε.

        (1910)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        23.12.25

        Η σταχομαζώχτρα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο- AUDIOBOOK [ΒΙΝΤΕΟ] μεταγλώτισση και ανάγνωση Κων/νος Οικονόμου

        Η σταχομαζώχτρα 

        του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

        κείμενο- AUDIOBOOK [ΒΙΝΤΕΟ]

        μεταγλώτισση και ανάγνωση Κων/νος Οικονόμου 



        Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ

        (ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ)

        Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιώ, ἰδοῦσα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187… τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ μανδήλαν, καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα μὲ καθαρὰ ὑποκαμισάκια καὶ μὲ νέα πέδιλα.

        Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλουμένην ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαμβροῦ, διότι ἦτο ἔρημος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δύο ὀρφανὰ ἔγγονά της μετερχομένη ποικίλα ἐπαγγέλματα. Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾽ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ᾤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;

        Εὐτυχὴς ὁ μακαρίτης, ὁ μπαρμπα-Μιχαλιός, ὅστις προηγήθη εἰς τὸν τάφον τῆς συμβίας Ἀχτίτσας, χωρὶς νὰ ἴδῃ τὰ δεινὰ τὰ ἐπικείμενα αὐτῇ μετὰ τὸν θάνατόν του. Ἦτο καλῆς ψυχῆς, ἂς εἶχε ζωή! ὁ συχωρεμένος. Τὰ δύο παιδιά, «τὰ ἀδιαφόρετα*», ὁ Γεώργης καὶ ὁ Βασίλης, ἐπνίγησαν βυθισθείσης τῆς βρατσέρας των τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 186… Ἡ βρατσέρα ἐκείνη ἀπωλέσθη αὔτανδρος, τί φρίκη, τί καημός! Τέτοια τρομάρα καμμιᾶς καλῆς χριστιανῆς νὰ μὴν τῆς μέλλῃ.

        Ὁ τρίτος ὁ γυιός της, ὁ σουρτούκης, τὸ χαμένο κορμί, ἐξενιτεύθη, καὶ εὑρίσκετο, ἔλεγαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πέτρα ἔρριξε πίσω του. Μήπως τὸν εἶδε; Μήπως τὸν ἤκουσεν; Ἄλλοι πάλιν πατριῶτες εἶπαν ὅτι ἐνυμφεύθη εἰς ἐκεῖνα τὰ χώματα, κ᾽ ἐπῆρε, λέει, μιὰ φράγκα. Μιὰ ᾽γγλεζοπούλα, ἕνα ξωθικό, ποὺ δὲν ἤξευρε νὰ μιλήσῃ ρωμέικα. Μὴ χειρότερα! Τί νὰ πῇ κανείς, ἠμπορεῖ νὰ καταρασθῇ τὸ παιδί του, τὰ σωθικά του, τὰ σπλάγχνα του;

        Ἡ κόρη της ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν, ἀφεῖσα αὐτῇ τὰ δύο ὀρφανὰ κληρονομίαν. Ὁ πατεριασμένος* τους ἐζοῦσε ἀκόμα (ποὺ νὰ φτάσουν τὰ μαντᾶτα του, ὥρα τὴν ὥρα!), μὰ τί νοικοκύρης, τὸ πρόκοψε ἀλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος καὶ 〈μὲ〉 ἄλλας ἀρετὰς ἀκόμη. Εἶπαν πὼς ξαναπαντρεύτηκε ἀλλοῦ, διὰ νὰ πάρῃ καὶ ἄλλον κόσμον εἰς τὸν λαιμόν του, ὁ ἀσυνείδητος! Τέτοιοι ἄντρες!… Ἔκαμε δὰ κι αὐτὴ ἕνα γαμπρό, μὰ γαμπρὸ (τὸ λαμπρό* τ᾽ νὰ βγῇ!).

        Τί νὰ κάμῃ, ἔβαλε τὰ δυνατά της, κ᾽ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ δύο ὀρφανά. Τί ἀξιολύπητα, τὰ καημένα! Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους, ἐβοτάνιζε, ἀργολογοῦσε*, ἐμάζωνε ἐλιές, ἐξενοδούλευε. Ἐμάζωνε κούμαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί. Μερικὰ στέμφυλα ἀπ᾽ ἐδῶ, καμπόσα βότσια ἀραβοσίτου ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὅλα τὰ ἐχρησιμοποίει. Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον, ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν, ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ᾽ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια*, ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποστάθμαι τοῦ ἐλαίου, κ᾽ ἐμάζωνε τὴν μούργα. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ᾠκονόμει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της.

        Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεια-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾽ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης», ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾽ αὐτῆς, διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ἐκεῖ, μετ᾽ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων. Κατ᾽ ἔτος, οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶμμα: «Νά! οἱ φ᾽στάνες! μᾶς ἦρθαν πάλιν οἱ φ᾽στάνες*!» Ἀλλ᾽ αὕτη ἔκυπτεν ὑπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλουσίας συγκομιδῆς τοῦ τόπου, ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τέσσαρας σάκκους, ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾽ ἑαυτὴν καὶ διὰ τὰ δύο ὀρφανά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερμπινιῶς, καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της.

        *  *  *

        Πλὴν ἐφέτος, δηλ. τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀφορία εἶχε μαστίσει τὴν Εὔβοιαν. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς μικρᾶς νήσου, ὅπου κατῴκει ἡ θεια-Ἀχτίτσα. Ἀφορία εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους, ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούμαρα, ἀφορία πανταχοῦ.

        Εἶτα, ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται μόνον, βαρὺς χειμὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα μέρη. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνός, χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέσῃ βροχή, ἤρχισε νὰ χιονίζῃ. Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος. Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς, σφίγγων ἔτι μᾶλλον τὰ χιόνια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά. «Ἐπερίμεναν ἄλλα».

        Ἡ γραῖα μόλις εἶχε προλάβει νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων, ὅσαι μόλις θὰ ἤρκουν διὰ δύο ἑβδομάδας ἢ τρεῖς, καὶ βαρὺς ὁ χειμὼν ἐπέπεσε. Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου μόλις ἐπῆλθε μικρὰ διακοπή, καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας. Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρμάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκομίσῃ καυσόξυλά τινα. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειμὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος. Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεμία ἡμέρα εὔδιος, οὐδεμία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή, οὐδεμία ἀκτὶς ἡλίου.

        Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς, «χιονιστής», ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας. Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήματα ἔπαυσαν. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων. Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμιαῖα κρύσταλλα, τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν.

        Τὴν ἑσπέραν τῆς 23, ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής, διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ μαθήματα. Πρὶν ξεκρεμάσῃ τὸν «φύλακα»* ἀπὸ τῆς μασχάλης του, ὁ Γέρος πεινασμένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι, ἀλλ᾽ οὐδὲ ψωμὸν ἄρτου εὗρεν ἐκεῖ. Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει, ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου. Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωμένη πλησίον τῆς ἑστίας, ἀλλ᾽ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή. Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην, νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο μόλις τετραετές, τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ, καὶ ἂς μὴ καίῃ. Ἀλλ᾽ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά. Σταλαγμοὶ ὕδατος, ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διά τινος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου, εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου. Ὁ Γέρος, ὅστις ἦτο ἑπταέτης μόλις, ἔτοιμος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης του, ἤνοιξε τὸ μόνον παράθυρον, ἔχον τριῶν σπιθαμῶν μῆκος. Ὁ οἰκίσκος ὅλος, χθαμαλός, ἡμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ*, εἶχεν ὕψος δύο ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς.

        Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαμνίον τι ἐπὶ τοῦ λιθίνου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυροφύλλου, ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, ἀνέτεινε τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαμοὺς»* τῆς στέγης. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς, καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πατρώνα νὰ φάγῃ. Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.

        *  *  *

        Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα ἐπανῆλθε μετ᾽ ὀλίγον φέρουσα πρᾶγμά τι τυλιγμένον εἰς τὸν κόλπον της. Ὁ Γέρος, ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῆς παιδικῆς του πείρας ὅτι ποτὲ ἄνευ αἰτίας δὲν ἐφούσκωναν οἱ κόλποι τῆς μάμμης του, ἀναπηδήσας ἔτρεξεν εἰς τὸ στῆθός της, ἐνέβαλε τὴν χεῖρα καὶ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς. Τεμάχιον ἄρτου εἶχεν «οἰκονομήσει» καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ καλή, καίτοι ὀλίγον τι αὐστηρὰ μάμμη, τίς οἶδεν ἀντὶ ποίων ἐξευτελισμῶν καὶ διὰ πόσων ἐκλιπαρήσεων!

        Καὶ τί δὲν ἤθελεν ὑποστῆ, πρὸ ποίας θυσίας ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην τῶν δύο τούτων παιδίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν δὶς παιδία δι᾽ αὐτήν, καθόσον ἦσαν τὰ τέκνα τοῦ τέκνου της! Ἐν τούτοις δὲν ἤθελε νὰ δεικνύῃ αὐτοῖς μεγάλην ἀδυναμίαν, καὶ «ἥμερο μάτι δὲν τοὺς ἔδιδε». Ἐκάλει τὸν ἄρρενα «Γέρον», διότι εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ ἀληθοῦς Γέρου της, τοῦ μακαρίτου μπαρμπα-Μιχαλιοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τῆς ἐπόνει ν᾽ ἀκούσῃ ἢ νὰ προφέρῃ. Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πατρώνα θωπευτικῶς, καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσμένη ποὺ ἦτον», μὴ ἀνεχομένη ν᾽ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ, τὸ ὄνομα τῆς κόρης της, ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονομία εἰς τὸ ὀρφανόν, λεχοῦς θανούσης ἐκείνης. Πλὴν τοῦ ὑποκορισμοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεμεν εἰς τὰ δύο πτωχὰ πλάσματα, ἀλλὰ μᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν.

        Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δύο ὀρφανά, ἵνα κοιμηθῶσιν, ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴ πλησίον των, τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν, τοῖς ὑπεσχέθη ψευδομένη, ἀλλ᾽ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι αὔριον ο Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της.

        *  *  *

        Τὸ πρωί, μετὰ τὴν λειτουργίαν (ἦτο ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων) ὁ παπα-Δημήτρης, ὁ ἐνορίτης της, ἐπαρουσιάσθη αἴφνης εἰς τὴν θύραν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου:

        ―  Καλῶς τὰ ᾽δέχθης, τῆς εἶπε μειδιῶν.

        «Καλῶς τὰ ᾽δέχθη» αὐτή! Καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπερίμενε τίποτε;

        ―Ἔλαβα ἕνα γράμμα διὰ σέ, Ἀχτίτσα, προσέθηκεν ὁ γέρων ἱερεύς, τινάσσων τὴν χιόνα ἀπὸ τὸ ράσον καὶ τὸ σάλι του.

        ―Ὁρίστε, δέσποτα! Καὶ μακάρι ἔχω τὴ φωτιά, ἐψιθύρισε πρὸς ἑαυτήν, ἢ τὸ γλυκὸ καὶ τὸ ρακὶ νὰ τὸν φιλέψω;

        Ο ἱερεὺς ἀνέβη τὴν τετράβαθμον κλίμακα καὶ ἐλθὼν ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ σκαμνίου. Ἠρεύνησε δὲ εἰς τὸν κόλπον του καὶ ἐξήγαγε μέγαν φάκελον μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας σφραγῖδας καὶ γραμματόσημα.

        ―  Γράμμα, εἶπες, παπά; ἐπανέλαβεν ἡ Ἀχτίτσα, μόλις τότε ἀρχίσασα νὰ ἐννοῇ τί τῆς ἔλεγεν ὁ ἱερεύς.

        Ὁ φάκελος, ὃν εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ κόλπου του, ἐφαίνετο ἀνοικτὸς ἀπὸ τὸ ἓν μέρος.

        ― Ἀπόψε ἔφθασε τὸ βαπόρι, ἐπανέλαβεν ὁ ἐφημέριος, ἐμένα μοῦ τὸ ἔφεραν τώρα, μόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν.

        Καὶ ἐνθεὶς τὴν χεῖρα ἔσω τοῦ φακέλου ἐξήγαγε διπλωμένον χαρτίον.

        ―  Τὸ γράμμα εἶναι πρὸς ἐμέ, προσέθηκεν, ἀλλὰ σὲ ἀποβλέπει.

        ―Ἐμένα; ἐμένα; ἐπανελάμβανεν ἔκπληκτος ἡ γραῖα.

        Ὁ παπα-Δημήτρης ἐξεδίπλωσε τὸ χαρτίον.

        ―  Εἶδεν ὁ Θεὸς τὸν πόνον σου καὶ σοῦ στέλλει μικρὰν βοήθειαν, εἶπεν ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς. Ὁ γυιός σου σοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν.

        ― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; Ὁ Γιάννης! Ὁ Γιάννης μὲ θυμήθηκεν; ἀνέκραξεν περιχαρής, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἡ γραῖα.

        Καὶ εἶτα προσέθηκε:

        ―  Δόξα σοι, ὁ Θεός!

        Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε τὰ γυαλιά του καὶ ἐδοκίμασε ν᾽ ἀναγνώσῃ:

        ―  Εἶναι κακογραμμένα, ἐπανέλαβε, κ᾽ ἐγὼ δυσκολεύομαι νὰ διαβάζω αὐτὲς τὶς τζίφρες ποὺ ἔβγαλαν τώρα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ βγάλωμεν νόημα.

        Καὶ ἤρχισε μετὰ δυσκολίας, καὶ σκοντάπτων συχνά, ν᾽ ἀναγινώσκῃ:

        «Παπα-Δημήτρη, τὸ χέρι σου φιλῶ. Πρῶτον ἐρωτῶ διὰ τὸ αἴσιον, κτλ. κτλ. Ἐγὼ λείπω πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἠξεύρω αὐτοῦ τί γίνονται, οὔτε ἂν ζοῦν ἢ ἀπέθαναν. Εἶμαι εἰς μακρινὸν μέρος, πολὺ βαθιὰ εἰς τὸν Παναμᾶ, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν συγκοινωνίαν μὲ ἄλλους πατριῶτες ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πρὸ τριῶν χρόνων ἐντάμωσα τὸν (δεῖνα) καὶ τὸν (δεῖνα), ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλειπαν χρόνους πολλούς, καὶ δὲν ἤξευραν τί γίνεται εἰς τὸ σπίτι μας.

        »Ἐὰν ζῇ ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα μου, εἰπέ τους νὰ μὲ συγχωρήσουν, διότι διὰ καλὸ πάντα πασχίζει ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἰς κακὸ πολλὲς φορὲς βγαίνει. Ἐγὼ ἀρρώστησα δύο φορὲς ἀπὸ κακὲς ἀσθένειες τοῦ τόπου ἐδῶ, καὶ ἔκαμα πολὺν καιρὸν εἰς τὰ σπιτάλια. Τὰ ὅ,τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα ἐπῆγαν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ μόλις ἐγλύτωσα τὴν ζωήν μου. Εἶχα ὑπανδρευθῆ πρὸ δέκα χρόνων, κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου ἐδῶ, ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἀπόχηρος, καὶ ἄλλο καλύτερον δὲν ζητῶ παρὰ τὸ νὰ πιάσω ὀλίγα χρήματα νὰ ἔλθω εἰς τὴν πατρίδα, ἂν προφθάσω τοὺς γονεῖς μου νὰ μ᾽ εὐλογήσουν. Καὶ νὰ μὴν ἔχουν παράπονο εἰς ἐμέ, διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, καὶ δὲν ἠμποροῦμε ἡμεῖς νὰ πᾶμε κόντρα. Καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμοῦν, διότι ἂν δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ, δὲν ἠμπορεῖ ἄνθρωπος νὰ προκόψῃ.

        »Σοῦ στέλνω ἐδῶ ἐσωκλείστως ἕνα συνάλλαγμα ἐπ᾽ ὀνόματί σου, νὰ ὑπογράψῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, καὶ νὰ φροντίσουν νὰ τὸ ἐξαργυρώσουν ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα ἐὰν ζοῦν. Καὶ ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, εἶναι ἀποθαμένοι, νὰ τὸ ἐξαργυρώσῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, νὰ δώσῃς εἰς κανένα ἀδελφόν μου, ἐὰν εἶναι αὐτοῦ, ἢ εἰς κανὲν ἀνίψι μου καὶ εἰς ἄλλα πτωχά. Καὶ νὰ κρατήσῃς καὶ ἡ ἁγιωσύνη σου, ἐὰν οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀποθαμένοι, ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὰ σαρανταλείτουργα…»

        Πολλὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ ἓν σπουδαῖον παρέλειπε. Δὲν ἀνέφερε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, δι᾽ ὅσα ἦτο ἡ συναλλαγματική. Ὁ παπα-Δημήτρης παρατηρήσας τὸ πρᾶγμα, ἐξέφερε τὴν εἰκασίαν, ὅτι ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ὅτι εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων παραπάνω, ἐνόμισε περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ παρακατιών, διὸ καὶ ἔλεγε «τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ».

        Ἐν τούτοις ἄφατος ἦτο ἡ χαρὰ τῆς Ἀχτίτσας, λαβούσης μετὰ τόσα ἔτη εἰδήσεις περὶ τοῦ υἱοῦ της. Ὡς ὑπὸ τέφραν κοιμώμενος ἀπὸ τόσων ἐτῶν, ὁ σπινθὴρ τῆς μητρικῆς στοργῆς ἀνέθορεν ἐκ τῶν σπλάγχνων εἰς τὸ πρόσωπόν της καὶ ἡ γεροντική, ρικνή, καὶ ἐρρυτιδωμένη ὄψις της ἠγλαΐσθη μὲ ἀκτῖνα νεότητος καὶ καλλονῆς.

        Τὰ δύο παιδία, ἂν καὶ δὲν ἐνόουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἰδόντα τὴν χαρὰν τῆς μάμμης των, ἤρχισαν νὰ χοροπηδῶσι.

        *  *  *

        Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής, ἢ τοκιστής, ἢ ἔμπορος, ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν, ἀλλ᾽ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας.

        Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα, εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν, ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραμμάτιον, ἐφ᾽ οὗ ἐφαίνοντο γράμματα κόκκινα καὶ μαῦρα, ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα, ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφημέριος οὔτε αὐτή, καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.

        Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ἐτίναξε τὴν βράκαν του, ἐφ᾽ ἧς ἔπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ μακρῶν τὸ γραμμάτιον.

        ―Ἔρχεται ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; εἶπε. Σ᾽ ἐθυμήθηκε, βλέπω, ὁ γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.

        Εἶτα ἐπανέλαβεν:

        ―Ἔχει τὸν ἀριθμὸν 10, ἀλλὰ δὲν ξέρομε τί εἴδους μονέδα νὰ εἶναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολωνᾶτα ἢ δέκα…

        Διεκόπη. Παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες».

        ―  Νὰ φωνάξουμε τὸ δάσκαλο, ἐμορμύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης, ἴσως ἐκεῖνος ξεύρῃ νὰ τὸ διαβάσῃ. Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα;

        Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάμο εἰς παράπλευρον καφενεῖον, παρακληθεὶς μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. Εἰσῆλθεν, ὀρθός, δύσκαμπτος, ἔλαβε τὸ γραμμάτιον, παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτην νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς λατινικοὺς χαρακτῆρας:

        ―  Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά, εἶπεν, ἐκτὸς ἂν εἶναι γερμανικά. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον;

        ― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα, κὺρ δάσκαλε, εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα.

        ― Ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν; τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν.

        Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling*, ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή.

        ―  Sterling, εἶπε· sterling θὰ σημαίνῃ τάλληρον, πιστεύω. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυμολογίας, ἀπεφάνθη δογματικῶς.

        Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραμμάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.

        ―  Αὐτὸ θὰ εἶναι, εἶπε, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλίδος ὁ ἀριθμὸς 10, θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραμμάτιον διὰ δέκα τάλληρα. Τὸ κάτω-κάτω, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηματιστικά. Εἰς ἄλλα ἡμεῖς ἀσχολούμεθα, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων.

        Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπειδὴ ᾐσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον μαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον, ἵνα θερμανθῇ.

        *  *  *

        Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰς χεῖρας, καὶ κάτι ἐφαίνετο σκεπτόμενος.

        ―  Τώρα, τί τὰ θέλεις, εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραῖαν, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νὰ τὸ πάρω, νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω, ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς μου, ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο; Ἀπὸ κεῖ κάτω, ἀπ᾽ τὸν χαμένον κόσμον, περιμένεις ἀλήθεια; Ὅλες οἱ ψευτιές, οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ μᾶς ἔρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια, οἱ σουρτούκηδες (μὲ συγχωρεῖς, δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωμί, καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρά, ἕνα σωστὸν παρά, μοναχὰ στέλνουν παλιόχαρτα.

        Ἔφερε δύο βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του, καὶ ἐπανέλαβε:

        ―  Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό, νὰ σὲ χαρῶ, εἶναι δέκα τάλλαρα! Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ, παντρευόμουνα.

        Εἶτα ἐξηκολούθησε:

        ―  Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ, σὲ λυποῦμαι, ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα, κ᾽ ἔχεις κ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά. Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἑνάμισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώμισυ πλιά… Καὶ γιὰ νά ᾽μαστε σίγουροι, μὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα, νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα, γιὰ νά ᾽μαστε μέσα. Ὀχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν… Ἄ! ξέχασα!…

        Τοὐναντίον, δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.

        ―Ὁ συχωρεμένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ μοῦ δίνῃ, δὲν θυμοῦμαι τώρα…

        Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του:

        ―  Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος ὁ τελμπεντέρης ὁ γαμπρός σου, μοῦ ἔφαγε δύο τάλλαρα θαρρῶ.

        Καὶ ὡπλίσθη μὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του:

        ―  Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω… ἐσένα, ὅσα σοῦ δώσω, θὰ σοῦ φανοῦν χάρισμα.

        Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον.

        Αἱ κατάπυκνοι καὶ μαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ καταστίχου τούτου ὡμοίαζον μὲ πίονας ἀγρούς, μὲ γῆν ἀγαθήν. Ὅ,τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ, ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως.

        Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου, ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός, ἀλλ᾽ ἡ ρίζα ἔμενεν ὑπὸ τὴν γῆν, μέλλουσα καὶ πάλιν ν᾽ ἀναβλαστήσῃ.

        Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δύο λογαριασμούς.

        ―Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε μοῦ χρωστοῦσεν ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας σου, εἶπε· καὶ δύο τάλλαρα δανεικὰ κι ἀγύριστα τοῦ γαμπροῦ σου γίνονται…

        Καὶ λαβὼν κάλαμον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχμάς, εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων.

        ―  Κάνει νὰ σοῦ δίνω… ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

        Τῇ στιγμῇ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον.

        *  *  *

        Ἦτο ἔμπορος Συριανός, παρεπιδημῶν δι᾽ ὑποθέσεις εἰς τὴν μικρὰν νῆσον.

        Ἅμα εἰσελθὼν διηυθύνθη μετὰ μεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

        ―  Τί ἔχουμε κὺρ Μαργαρίτη;… Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό; εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραμμάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.

        Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας:

        ―  Συναλλαγματικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ. Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ; Κάμνεις καὶ τέτοιες δουλειές, κὺρ Μαργαρίτη;

        ―  Γιὰ δέκα λίρες! ἐπανέλαβεν αὐθορμήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν.

        ―  Ναί, διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑρμουπολίτης. Μήπως εἶναι δικό σου;

        ―  Μάλιστα.

        Ἡ θεια-Ἀχτίτσα, ἐν καταφάσει, ἔλεγε πάντοτε ναί, ἀλλὰ νῦν ἠπόρει καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε μάλιστα, καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.

        ―  Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως, εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

        ―  Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, ἐπανέλαβε καὶ αὖθις ὁ Συριανὸς ἔμπορος. Παίρνεις ἀπὸ λόγια;

        Καὶ ἔρριψε δεύτερον μακρὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ γραμματίου:

        ―  Εἶναι σίγουρος παράς, ἀρζὰν-κοντάν*, σοῦ λέγω. Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς, ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀμέσως;

        Καὶ ἔκαμε κίνημα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηματοφυλάκιόν του.

        ―  Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες… γαλλικές, εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.

        ―  Γαλλικές; Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.

        Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου, εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, παρέβαλεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα τὸ φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.

        Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.

        Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ «ἄδολην»* μανδήλαν, τὰ δὲ δύο ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των.

        (1889)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK, ΜΕ ΜΕΤΑΓΛΩΤΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ, ΕΔΩ:

         https://www.youtube.com/watch?v=axBC6XWySrM


        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Λόγος Αγίου Επιφανίου Κύπρου: Εις την ολόσωμον Ταφήν του Κυρίου Ένα σπουδαίο, επίκαιρο, πατερικό κείμενο επιμ. Κων/νος Οικονόμου

          Λόγος Αγίου Επιφανίου Κύπρου: Εις την ολόσωμον Ταφήν του Κυρίου Ένα σπουδαίο, επίκαιρο, πατερικό κείμενο + ΒΙΝΤΕΟ επιμ. Κων/νος Οικονόμο...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....