Ετικέτες - θέματα

25.7.26

Ο Άγιος Χρήστος εκ Πρεβέζης ο Νεομάρτυς 5.8.1668 + ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Χρήστος εκ Πρεβέζης ο Νεομάρτυς 5.8.1668 + ΒΙΝΤΕΟ

Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο



Μέχρι το 1971 ο άγιος παρέμενε άγνωστος. Τότε βρέθηκε σε κάποιο χειρόγραφο κώδικα του Αγίου Όρους η πληροφορία για το μαρτύριο του αγίου Χρήστου. Πρόκειται για τον Λαυριωτικό κώδικα Ι΄ 38, του 17ου (ΙΖ΄) αι., φ. 136, που φέρει τον τίτλο «Γραμματικά». Εκεί υπάρχει μια σύντομη περιγραφή του μαρτυρίου του αγίου Χρήστου από ιερομόναχο της Μονής Μεγίστης Λαύρας, που το 1668 βρισκόταν στην Κω και είχε γνωρίσει προσωπικά τον άγιο.

«Όντος μου εν τη νήσω Κω τη περιφήμω, κατά το αχξη (1668) Αυγούστου ε’ (5), εδοξάσθη ο δούλος του Θεού Χρήστος το όνομα, εκ Πρέβεζας, όστις ήτον με μίαν φεργάδα, όπου είχεν έλθει από της νήσου Κρήτης. Και ευγήκεν ευρίσκοντάς με. Και εξομολογηθείς, καθαρός, σεμνός και ευλαβής ευρέθη.

Μετά δε ημέρας ικανάς, βουλομένου αυτού απελθείν εις το πλοίον πριν του δειλινού, υπήντησάν τινες αυτών γιανίτσαροι καθυβρίζοντες την πίστιν αυτού και το άγιον Βάπτισμα. Ο δε τρισμακάριστος θείω ζήλω πυρούμενος, ζέων αγάπης Χριστού υπέρ Χριστού, οία τις χριστοφόρος, θωρακισθείς τω ζωοποιώ σημείω του Σταυρού, ανταπεκρίθη.

-Η υμετέρα θρησκεία, ασεβείς μιαρώτατοι, αξία ύβρεων παντοδαπών και αυτός ο του αντιχρίστου πρόδρομος, το θηρίον, το βδέλυγμα της ερημώσεως το εστός εν τόπω αγίω, ο ψευδοπροφήτης και των κολάσεων ο υποφήτης, ο μιαρός Μωάμεθ.

Οι δε ασεβείς θυμού πλησθέντες έδραμον συλλαβείν αυτόν, και αυτού φεύγοντος εις το πλοίον, πλήθος πολύ, ώσπερ τινές ανήμεροι αιμοβόροι τε λέοντες, ώρμησαν κατ’ αυτού, σύροντες, τύπτοντες αναισχύντως, απήγαγον αυτόν και παρέδωκαν τω πασιά, δηλ. τω ηγεμόνι, και κατέκριναν αυτόν, δείραντες, ραπίζοντες, και λέγοντες αυτώ:

Αρνείσαι τον Χριστόν σου και το βάπτισμα, και αφήσομεν του καυθήναι σε και τιμωρηθήναι ελεύθερον!

  Ο δε γενναίως και μεγαλοφώνως έλεγε το “Πιστεύω”, καταπτύων εις τα πρόσωπα αυτών! Οι δε, ιδόντες το αμετάθετον της καρδίας αυτού και ακλόνητον, πάντες μαχαιροκοπήσαντες αυτόν, εκτός της πόλεως πυρ ανάψαντες κατέκαυσαν. Αλλ’, ω Χριστέ Βασιλεύ, καθάπερ αστραπαί τινες ηλιοειδείς, ή ειπείν μαρμαρυγαί και λαμπηδόνες, ωράθησαν παρά πάντων, το δε πανάγιον αυτού σώμα πλείον των τριάκοντα ημερών άθαπτον, ούτε κύνες, ούτε άλλο τι θηρίον έβλαψε, ούτε ήψατο και πάντες οι τε ευσεβείς και πιστοί τρεις νύκτας ουρανόθεν φως επί τω αγίω και μαρτυρικώ σκήνει αυτού είδον. Και επιστώθην καγώ από πολλούς τα όμοια ακούσας, οίτινες λάθρα μέρος τι του λειψάνου αυτού εκόμισαν. Το δε λοιπόν οι των ευσεβών διανείμαντες έκαστος μέρος ευλαβείας χάριν έλαβε. Ούτως ουκ ολίγον εκλάμψας, δαιμόνια εδίωξεν και έτερα… Αυτού πρεσβείαις ο Θεός…».

Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της σημαντικής αυτής μαρτυρίας περί του αγίου Χρήστου, ο τότε Μητροπολίτης Νικοπόλεως Στυλιανός, συνεπικουρούμενος από τον πρωτοσύγκελλό του, αρχιμανδρίτη Φιλάρετο (Βιτάλη), πέτυχε, εγκρίσει της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, την επίσημη καθιέρωση, από τις 5 Αυγούστου 1972 και εξής, του εορτασμού της μνήμης του μέχρι τότε αγνώστου εκ Πρεβέζης αγίου νεομάρτυρα.


Σήμερα ή μνήμη του τελείται πανηγυρικά στην Πρέβεζα σε ναΰδριο που φέρει το όνομά του και ανήκει στην ενορία του Αγίου Βασιλείου Πρεβέζης. Ο ναός αυτός του αγίου Χρήστου βρίσκεται στην οδό Μερκούρη 29. Ανεγέρθηκε σε οικόπεδο που δωρήθηκε για τον σκοπό αυτό από την μακαριστή ευλαβή ενορίτισσα Αικατερίνη Δαναηλίδου. Ο ναός χτίστηκε με δωρεές των χριστιανών, χάρη στις προσπάθειες του ιερέως π. Γεωργίου Καραφάτη. Στους κτίτορες συμπεριλαμβάνονται επίσης οι εκ Πρεβέζης Ηλίας Τσολακίδης, Ελευθέριος Μουζάκης και Δηδάμεια Παπαδήμα, η εκ Πατρών Σταυρούλα Τούλα και η εκ Περιστερίου (Αθηνών) Κυριακή Μισέντου. Ο ναός θεμελιώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1991 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελέτιο και εγκαινιάστηκε στις 5 Αυγούστου 2013 από τον νυν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νικοπόλεως Χρυσόστομο.

Το απολυτίκιο του αγίου (συντεθέν υπό του π. Δημητρίου Μπόκου):

Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον λόγον.

Του Χριστού τον οπλίτην ανευφημήσωμεν,

τον εν Πρεβέζη θεόθεν αναφανέντα βλαστόν

και μαρτυρίου την οδόν εν Κω τελέσαντα.

Δεύτε εν άσμασι, πιστοί, ανυμνήσωμεν λαμπρώς τον νεομάρτυρα Χρήστον.

Πρεσβεύει γαρ τω Κυρίω ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Να σημειωθεί ότι ο άγιος Χρήστος τιμάται επίσης στην Κω, τόπο του μαρτυρίου του.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 



Ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός [5.8] 1595-1682 από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός [5.8] 1595-1682

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ: Ο όσιος Ευγένιος Ιωαννούλιος ή Γιαννούλης ο Αιτωλός, γεννήθηκε το 1595 μ.Χ (ή 1596 μ.Χ.) στο Μέγα Δένδρο Αποκούρου από πτωχούς γονείς. Το χωριὸ αυτὸ ανήκε στην μέχρι πρόσφατα υφιστάμενη επαρχία Τριχωνίδας του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Στα χρόνια που έζησε ο Άγιος, το Μέγα Δέντρο ανήκε στον Καζὰ του Καρπενησίου. Οι γονείς του ονομάζονταν Νικόλαος, το επώνυμο Γιαννούλης, και Στάμω. Η μητέρα πέθανε πολὺ νωρίς. Έτσι ο πατέρας νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά. Η μητριὰ ήταν όμως δύστροπη. Ο Ευγένιος δε μπόρεσε να υποφέρει τη συγκατοίκηση αυτή.

ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΛΟΧΟΥ: Έτσι έφυγε και νεαρός ακόμη προσήλθε στο μοναστήρι της Παναγίας Βλοχού στο Αγρίνιο. Ο πατέρας δεν υπέφερε τη φυγὴ του μικρού Ευγενίου. Έτσι, τον αναζήτησε, τον βρήκε και τον επανέφερε διά της βίας στην πατρικὴ εστία. Ο νους του όμως του νεαρού ήταν στὸ Μοναστήρι. Ζητούσε μόνο την κατάλληλη ευκαιρία. Τη βρήκε εντέλει και επέστρεψε στὸν Βλοχό, με οριστικὴ την απόφαση να ασπαστεί το μοναχικὸ βίο.

ΣΤΟ ΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ: Αργότερα, χειροτονήθηκε διάκονος [1616] στη Μονή Τατάρνας, ενώ για μικρό χρονικό διάστημα παρέμεινε στη Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους. Τρία έτη αργότερα, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Μονή Α. Αικατερίνης του Σινά από τον τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλο Λούκαρη και κατοπινό Οικουμενικό Πατριάρχη. Μετά το Σινά, πραγματοποίησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, όπου υπηρέτησε ως εφημέριος του πατριαρχικού παρεκκλησίου του Αγίου Κωνσταντίνου για μια τριετία [1619-1622]. Συνέχισε τις σπουδές του στα Τρίκαλα, την Κεφαλλονιά και τη Ζάκυνθο, όπου μαθήτευσε κοντά στον Θεόφιλο Κορυδαλλέα. Όταν το 1636, ο Οικουμενικός πια Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης κάλεσε τον Κορυδαλλέα στην πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, ο τελευταίος πήρε μαζί του και τον Όσιο, που τοποθετήθηκε εφημέριος στο Ναό του Κοντοσκαλίου. Κατόπιν ο π. Ευγένιος μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Συρίγο, για να επανέλθει και πάλι κοντά στον Κορυδαλλέα. Έζησε από κοντά τις ταλαιπωρίες και τις περιπέτειες του Κύριλλου Λούκαρη, ενώ υπέστη και ο ίδιος απηνή διωγμό για την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και για το αδούλωτο πνεύμα του. Μετά το θάνατο του Κυρίλλου, ο Όσιος συνέθεσε ακολουθία προς τιμή του. Αργότερα, καθαιρέθηκε από τον λατινόφρονα και τουρκόφιλο Πατριάρχη Κύριλλο Κονταρή, τον διώκτη του Κύριλλου Λούκαρη. Όταν αποκαταστάθηκε η εκκλησιαστική τάξη, ο νέος Πατριάρχης Παρθένιος Α΄ τον επανέφερε πανηγυρικά στον κλήρο [1639].

ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ: Ο όσιος Ευγένιος από το 1639 μ.Χ. ως το 1640 μ.Χ. διηύθυνε τη Σχολή της Άρτας. Μετά από ταλαιπωρία το 1641, στο Αιτωλικό, όπου τον φυλάκισαν οι Τούρκοι, δίδαξε ως το 1645 στο Μεσολόγγι και στη συνέχεια πήγε στο Καρπενήσι, όπου ανήγειρε μεγάλο Ναό της Αγίας Τριάδας και στον περίβολό του ναού ίδρυσε Σχολή Ανωτέρων Γραμμάτων, που απέβη για την περιοχή της Ευρυτανίας σπουδαίο για την εποχή πνευματικό κέντρο. Ανέδειξε πολλούς και σπουδαίους μαθητές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν Πατριάρχες, Επίσκοποι και ο Αναστάσιος Γόρδιος. Το 1661 ίδρυσε στα Βραγγιανά Σχολή, στην Ι. Μ. Της Αγίας Παρασκευής, που αργότερα ονομάσθηκε “Ελληνομουσείον Αγράφων”. Το 1674, ξαναγύρισε στη σχολή του στο Καρπενήσι, όπου έμεινε για μία διετία. Μετά από μερικές περιπλανήσεις του στη Ναύπακτο, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό και σύντομη παραμονή στη Μονή Τατάρνας, επέστρεψε στα Βραγγιανά και δίδαξε ως το 1680.

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ: Εκοιμήθη προσευχόμενος το 1682 μ.Χ. στη μονή Βραγγιανών, περιστοιχισμένος από αγαπητούς του μαθητές, αφήνοντας αξιόλογο συγγραφικό έργο. Ετάφη στο νάρθηκα της Αγίας Παρασκευής, όπου είχε ετοιμάσει ο ίδιος τον τάφο του. Βιογράφος του υπήρξε ο πιστός του μαθητής, ιερομόναχος Αναστάσιος ο Γόρδιος. Από την Ορθόδοξη Εκκλησία αγιοκατατάχθηκε την 1η Ιουλίου 1982 μ.Χ. (Η μνήμη του αναφέρεται στην 6η Αυγούστου, αλλά επειδή συμπίπτει με τη δεσποτική εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος εορτάζεται μία ημέρα νωρίτερα). Από το όλο έργο του οσίου Ευγενίου φανερώνεται η μεγάλη του αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Ο ίδιος υπήρξε ακούραστος πνευματικός εργάτης στις πιο δύσκολες ώρες του Γένους, φωτισμένος οδηγός και ενάρετος διδάσκαλος. Αξίζει να αναφέρουμε ότι στο Καρπενήσι υπάρχουν δύο παρεκκλήσια του

ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ – ΕΡΓΟ: Ο Ευγένιος ο Αιτωλός θεωρούνταν ότι είχε προφητικό χάρισμα. Ήταν ταπεινός, ελεήμων, φιλάνθρωπος, φωτισμένος δάσκαλος, αγαπούσε τη λειτουργική ζωή και έζησε βίο ανεπίληπτο και ασκητικό. Κατηχούσε τους πολυπληθείς μαθητές του στη γνήσια ορθόδοξη πίστη και παράδοση. Άφησε αξιόλογο συγγραφικό έργο, ανάλογο ενός Διδασκάλου του Γένους, και πολύτιμες επιστολές, που διακρίνονται για βαθιά ελληνομάθεια, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και σοφία. Ο Ευγένιος Γιαννούλης δεν εκτιμήθηκε δεόντως απὸ το μεταγενέστερο ελληνικό κράτος. Ο άθεος διαφωτισμός και ο μασωνικού τύπου Κοραϊσμός, τον έριξαν στη λησμονιά. Ο Ευγένιος προέτρεπε πάντα τους κληρικοὺς να φωτίσουν το λαό, ήλεγχε τούς απρόσεχτους και τους σκανδαλοποιούς, έγραφε για βοήθεια σε αναξιοπαθούντες, για χτίσιμο ναών και μοναστηριών. Εκατοντάδες είναι οἱ σωζόμενες επιστολές του, ανέκδοτες οι περισσότερες. Μάλιστα πολλοὶ χειρόγραφοι κώδικες τις διασώζουν μέχρι σήμερα. Το νέο κράτος, θέλησε να σβήσει τη μνήμη του. Δε το κατόρθωσε όμως. Άλλωστε ποιος δε γνωρίζει ότι η ελευθερία δε θα ερχόταν ποτέ, αν δεν υπήρχε αυτός και οι άλλοι φωτισμένοι Δάσκαλοι. Ο Ευγένιος έφερε το ροδοχάραμα της λευτεριάς, “ἐποίησε εὐθείας τὰς τρίβους” για τον άλλο μεγάλο συμπατριώτη του, τον ισαπόστολο Κοσμά τον Αιτωλό.


Ἀπολυτίκιο: [
Ἦχος δ’]: “Διδάσκαλος ἔνθεος καὶ ὁδηγὸς τῶν πιστῶν ἐδείχθης ἐν Πνεύματι, οἴα θεράπων Χριστοῦ, Εὐγένιε Ὅσιε, λόγω γὰρ διαπρεπῶν καὶ λαμπρότητι βίου, ὤφθης τῆς εὐσέβειας πρακτικὸς ὑποφήτης, διὸ ἡ Ἐκκλησία μακαρίζει σέ”. Μεγαλυνάριο:Εὖγε τῆς σοφίας τῆς θεϊκῆς, εὖγε ἱερέων διδασκάλων ὑπογραμμός. εὖγε ὁ τοῦ Γένους ὁ μέγας εὐεργέτης, Εὐγένιε τρισμάκαρ, πιστῶν τὸ στήριγμα”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου: Οἱ Ἅγιοί μας, Ἱ. Μ. Τατάρνης Εὐρυτανίας, ἔκδοσις γ´, σελ.83-99.

Konsantinosa.oikonomou@gmail.com

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ

Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου 






  Ο Μάρτυς Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στα χρόνια της σκλαβιάς στη Ζαγορά του Πηλίου το έτος 1663. Από την ηλικία των 15 ετών εργαζόταν ως ναύτης στα φημισμένα ζαγοριανά καράβια, και διακρινόταν για το ήθος του και την εν γένει καθαρότητα του βίου του, διατηρώντας άσβεστη στην καρδιά του την αγάπη και την πίστη προς τον Χριστό. Το καλοκαίρι του 1680 το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός. Τότε, συνελήφθη και οδηγήθηκε από στο δικαστή, που θέλησε να τον υποχρώσει να αρνηθεί την πίστη του Χριστού και να γίνει Μουσουλμάνος. Υπέφερε κάθε είδους βασανιστήρια, στερεός σαν βράχος στην πίστη των προγόνων του. Προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει παρά να αρνηθεί το Χριστό. Τους έλεγε συνεχώς: “Χριστιανός είμαι. Δεν αρνούμαι το Σωτήρα μου Χριστό”. Τότε οι Τούρκοι τον σκότωσαν στην περιοχή του Ιπποδρόμου της Πόλης, στις 8/8/1680, πριν καλά καλά κλείσει τα 17 του έτη, κερδίζοντας το στέφανο του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Κύριο. Την ημέρα αυτή τιμάται και η μνήμη του στην ιδιαίτερή του πατρίδα, τη Ζαγορά, αλλά και στις Αλυκές του Βόλου. Τεμάχιο του ιερού Λειψάνου του Αγίου υπάρχει αποθησαυρισμένο στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου, στην Άνδρο, μαζί με την εικόνα του Αγίου. Προς τιμήν του αγίου αλλά και των άλλων δύο Νεομαρτύρων του Πηλίου (Αποστόλου και Σταματίου), έχουν ανεγερθεί ναοί και παρεκκλήσια, ενώ τοιχογραφίες και εικόνες κοσμούν πολλούς ναούς της Θεσσαλίας, αλλά και άλλων περιοχών ενώ ειδικές Ακολουθίες, Παρακλήσεις και Χαιρετισμοί έχουν συντεθεί και ψάλλονται προς τιμήν τους.



Θείας πίστεως έχων τήν χάριν, χαίρων ήθλησας ανδρειοφρόνως, Νεομάρτυς Χριστού Τριαντάφυλλε. όθεν ως ρόδον ευφραίνεις ηδύπνευστον, τήν Εκκλησίαν τη Θεία αθλήσει σου. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τό μέγα έλεος.”

Χαίροις Νεομάρτυς του Χριστού, των πάλαι Μαρτύρων, Τριαντάφυλλε μιμητής. Χαίροις ο την κλήσιν, Χριστού ομολογήσας, ενώπιον τυράννων, στερρώ φρονήματι.”


konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:




24.7.26

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου [+ ΒΙΝΤΕΟ

+ Θ. Λειτουργία από το όρος Θαβώρ]

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου




 ΓΕΝΙΚΑ: Στις 6 Αυγούστου η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σε όρος υψηλόν σύμφωνα και με τους τρεις λεγόμενους Συνοπτικούς Ευαγγελιστές, Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά, μάλιστα δε κατά την Ιερά Παράδοση στο όρος Θαβώρ, που στα εβραϊκά σημαίνει «έλευση φωτός». Έγινε, κατά τους περισσότερους Πατέρες, 40 ημέρες περίπου προ της Σταυρώσεως, δηλαδή κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ότι η Σταύρωση έγινε την 14η Νισάν (Μαρτίου). Αλλά επειδή ο εορτασμός της εορτής θα συνέπιπτε μέσα στην πένθιμη Μεγάλη και Αγία Τεσσαρακοστή, μεταφέρθηκε στις 6 Αυγούστου που απέχει από τις 14 Σεπτεμβρίου, που γιορτάζεται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και λογαριάζεται σαν δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ημέρες. Η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα να γιορτάζεται γύρω στο 600-630 μ.Χ., σε αντικατάσταση της εβραϊκής γιορτής του εξιλασμού.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ: Ο Κύριος σαράντα ημέρες περίπου πριν από τη Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεις από τους Μαθητές του, τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχε προς τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα και την αφοσίωσή στο πρόσωπό Του και τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιωάννη, για να τους ανεβάσει στο όρος Θαβώρ. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς προσθέτει ότι το γεγονός αυτό συνέβη οκτώ μέρες μετά από εκείνη την ημέρα που ο Κύριος διδάσκοντας τους μαθητές του, έλεγε ότι πρόκειται να έλθει ο Υιός του ανθρώπου μέσα στη δόξα του Πατέρα Του. Γι' αυτή την όγδοη μέρα που ο Κύριος ανέβασε τους μαθητές του στο Θαβώρ ο Γρηγόριος ο Παλαμάς προσθέτει: «Το μέγα θέαμα του φωτός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου είναι το μυστήριο της ογδόης ημέρας, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, που αναφαίνεται μετά την κατάπαυση του κόσμου». Ένας λόγος, κατά τους Πατέρες, που δεν παρέλαβε όλους τους μαθητές Του, ήταν ότι θα αναγκαζόταν να παραλάβει μεταξύ αυτών και τον Ιούδα, που δεν ήταν άξιος να «γευθεί» του μυστηρίου της Μεταμορφώσεως. Εκεί, στο όρος Θαβώρ, ξαφνικά, ενώ προσευχόταν ο Κύριος, έλαμψε το πρόσωπό Του, υπέρ τον ήλιο και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το φως. «Άνοιξε», λέγει ο Χρυσόστομος, «λίγο από τη Θεότητά του, ενώ προσευχόταν και έλαμψε σαν ήλιος». Σαν ήλιος, είπε ο ευαγγελιστής για να μη νομίσουμε αισθητό αυτό το φως. Γιατί αυτό το φως είναι της Θεότητος και είναι άκτιστο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσθέτει: «Ο Χριστός μεταμορφώθηκε, όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους μαθητές του ό,τι ήταν, αφού τους άνοιξε τα μάτια και από τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Επομένως αυτό το φως δεν είναι αισθητό, αλλά με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος μετασκευάσθηκαν τα μάτια τους, μεταμορφώθηκαν εκείνοι.» Τα ιμάτια του Κυρίου έγιναν λευκά «ως χιών» για να μας δείξει, μέσω των μαθητών Του, ποιες είναι οι στολές της δόξης που θα φορέσουν κατά τον μέλλοντα αιώνα όσοι προσεγγίσουν το Θεό. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν, ο Προφήτης Μωυσής σαν εκπρόσωπος του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και των νεκρών και ο Προφήτης Ηλίας σαν εκπρόσωπος των προφητών και των ζωντανών (διότι ο Προφήτης αυτός δεν πέθανε αλλά αναλήφθηκε από το Θεό ζωντανός «εν πυρίνω άρματι» στους ουρανούς) και άρχισαν να συνομιλούν μαζί Του για τις προφητείες που αναφέρονταν στο σωτήριο Πάθος Του. Αυτό έγινε για να δείξει στους μαθητές πως ο ίδιος είναι ο Κύριος του νόμου και των προφητών, ζώντων και νεκρών. Ο Πέτρος από την ταραχή του μη γνωρίζοντας τι έλεγε, είπε στον Κύριο ότι καλό θα ήταν να μείνουν στο όρος Θαβώρ και να φτιάξουν τρεις σκηνές, φοβούμενος ότι κατά την επιστροφή τους στα Ιεροσόλυμα, ο Κύριος θα έπεφτε στα χέρια των εχθρών Του. Ενώ ακόμα μιλούσε ο Πέτρος, εμφανίστηκε ένα φωτεινό σύννεφο και ακούστηκε η φωνή του Ουρανίου Πατρός μέσα από αυτό, που βεβαίωνε πως ο Χριστός είναι ο Υιός Του ο αγαπητός, στον οποίο αναπαύεται όλη η Πατρική εύνοιά Του και εμείς οι άνθρωποι, σε αυτόν πρέπει να υπακούμε και να εφαρμόζουμε τις σωτήριες εντολές Του. Οι μαθητές τότε έπεσαν κατά πρόσωπο, όχι εξαιτίας της φωνής, όπως λένε οι πατέρες, αλλά «για τη μετατροπή και το υπερφυές του φωτός» (Γρ. Παλαμάς). Αυτού του φωτός μετέχουν και οι άγγελοι και οι άγιοι. Αλλά ο Πατήρ και ο Υιός έχουν αυτή τη δόξα και τη βασιλεία φυσικώς, οι δε άγιοι άγγελοι και άνθρωποι την αποκτούν κατά χάρη, δεχόμενοι από το Θεό την έλλαμψη. Όμως ο Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δεν αφήνει άλλο τους μαθητές Του, μέσα στην αγωνία και τον φόβο και αφού τους άγγιξε τους είπε να σηκωθούν και να μην φοβούνται, γιατί θα είναι μαζί τους, μέχρι το Θείο Πάθος Του, όπως και πρώτα, δηλαδή με το ταπεινό σχήμα ενός απλού ανθρώπου, γιατί ο Κύριος ήταν «άνθρωπος το φαινόμενον αλλά Θεός το κρυπτόμενον» (Γρ. Παλαμάς). Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το θείο αυτό γεγονός που έζησαν, μέχρι την εκ νεκρών Ανάστασή Του. Γιατί όμως ο Κύριος διάλεξε, αυτή τη χρονική στιγμή, δηλαδή λίγο πριν από τα Άγια Πάθη Του για να δείξει στους Μαθητές Του, μία αμυδρή ακτίνα της Θείας μεγαλειότητος και δόξης Του; Την απάντηση δίνει πολύ εύστοχα το κοντάκιο της εορτής: «Επί του όρους μετεμορφώθης Χριστέ ο Θεός ίνα όταν σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι σύ υπάρχεις αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα». Δηλαδή όταν σε δουν οι μαθητές επάνω στο Σταυρό, γυμνό και καταματωμένο με τον ακάνθινο στέφανο να υποφέρεις και να πεθαίνεις για τη σωτηρία του κόσμου, να μη φοβηθούν, αλλά να καταλάβουν πως το Πάθος Σου το υπέμεινες επειδή το ήθελες, εκούσια και όχι από αδυναμία, αφού είσαι ο παντοδύναμος Υιός του Θεού που γεμάτος αγάπη για το ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στη γη, για να το ελευθερώσεις από τα δεσμά της αμαρτίας. Έτσι όταν σε δουν, μετά την Ανάσταση ένδοξο Νικητή του θανάτου, να κηρύξουν σε όλο τον κόσμο ότι Εσύ είσαι ο ομοούσιος Υιός του Θεού, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας. Αυτός, κατά τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ήταν ο σκοπός που έγινε η Μεταμόρφωση. Κι ενώ θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την Μεταμόρφωσή Του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή, συνέβη το αντίθετο. Μάλιστα ακόμη και σήμερα βλέπουμε πως οι Εβραίοι, ο πάλαι ποτέ περιούσιος λαός, δεν πιστεύουν ότι Αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά όπως προσθέτει ο Άγιος Λουκάς ο Αρχιεπ. Κριμαίας, «και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ. Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λουκ. ιβ 32). Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού: «Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. ιη’ 8). Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε: «Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών» (Λκ. κα’ 28). Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι..» (από ομιλία του Αγίου το 1956).


Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ: Εδώ πρέπει να πούμε, ότι η λαμπρή ακτινοβολία του Θείου ακτίστου φωτός, που παρουσίασε το σώμα του Κυρίου κατά την Μεταμόρφωση και είδαν οι Απόστολοι, αφού διανοίχτηκαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα ψυχικά μάτια τους, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία είναι η άκτιστη Ενέργεια του Θεού και όχι η επίσης άκτιστη Ουσία του Θεού, που για όλα τα κτίσματα, ακόμα και τους Αγίους Αγγέλους είναι παντελώς ακατάληπτη (ακατανόητη) και αόρατη. Η Θεία αυτή Ενέργεια του Θεού, είναι που χαριτώνει και αγιάζει την ανθρώπινη φύση και μπορούμε να τη δούμε με τους πνευματικούς οφθαλμούς μας. Φυσικά για να φτάσουμε σε αυτό το ύψος της Θεώσεως, πρέπει να κάνουμε σκληρό αγώνα για την κάθαρση της ψυχής μας από τα αμαρτωλά πάθη αφού, όπως ο ίδιος ο Κύριος μας είπε στην Επί Του Όρους Ομιλία Του, «οι καθαροί τη καρδία, τον Θεόν όψονται» ( Ματθ. ε’ 8 ). Αυτήν την κάθαρση και τον αγώνα των πιστών εξάλλου συμβολίζει και η ανάβαση στο όρος Θαβώρ που έκαναν οι μαθητές για να δουν τη Θεία δόξα του Ιησού. Εμείς αν τηρήσουμε τις εντολές Του, με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος και του προσωπικού μας αγώνα, θα μπορέσουμε, αν όχι στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά οπωσδήποτε στην άλλη, την άφθαρτη και αιώνια ζωή, την όγδοη μέρα, που δεν θα βλέπουμε τον Θεό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορ. ιγ’ 12), δηλαδή σαν μέσα από μεταλλικό καθρέπτη θαμπά και ατελώς ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α’ Κορ. ιγ’ 12) και «καθώς έστι» (Α’ Ιωαν. γ’ 2). Αυτό βέβαια θα γίνει αφού θα έχουμε απαλλαγεί από το φθαρτό περικάλυμμα της σαρκός, και θα έχουμε ενδυθεί τα νέα αφθαρτοποιημένα σώματά μας, ώστε να μπορούμε εύκολα, όσο φυσικά αντέχει η πεπερασμένη φύση μας, να βλέπουμε το Θείο μεγαλείο και να κοινωνούμε ως θεωμένοι, πια, πιστοί στη γνώση του άπειρου και υπερτέλειου Θεού. Ας αφήσουμε τον επίλογο στα γραφόμενα στον μεγάλο Νηπτικό Πατέρα Άγ. Γρηγόριο Παλαμά: «Όποιος θέλει να παραστεί σε αυτή τη δόξα, ας μιμήται κατά το δυνατό και ας βαδίζει την οδό και την πολιτεία που υπέδειξε ο Κύριος πάνω στη γη. Αφού αποβάλλουμε τους δερμάτινους χιτώνες, που λόγω της παραβάσεως έχουμε ενδυθεί, τα γαιώδη και σαρκικά φρονήματα, ας σταθούμε σε αγία γη, αποδεικνύοντας ο καθένας αγία τη γη του δια της αρετής και της προς το Θεό ανατάσεως, έτσι ώστε να λάβωμε παρρησία να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συμβιώσουμε αιώνια προς δόξα της τρισηλίου και μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο1».

Απολυτίκιον.«Μετεμορφώθης εν τω Όρει, Χριστέ ο Θεός, δείξας τοις Μαθηταίς σου την δόξαν σου, καθώς ηδύναντο. Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, το φως σου το αΐδιον, πρεσβείαις της Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι».

1. Πατερικές εκδόσεις «Γρηγ. Παλαμάς» Τ.10

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:



Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΒΩΡ ΕΔΩ:
https://www.youtube.com/watch?v=mQM6CIFUp6o&list=PLH04F-N8L60GhXDwYd6AGyeZPn_a9jEKU&index=13

Η Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου 28.7 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

                       

               Η Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου 28.7

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο



   Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία σε μια πλούσια και ευγενή οικογένεια, λίγο μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία και τελικά παντρεύτηκε τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στο δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [+4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου.


Η θεία Πρόνοια εμπόδισε το γάμο της με τον αυτοκράτορα και εκείνη, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, μακριά από τα θορυβώδη από την κοσμική τύρβη μέρη. Με τη μοναχική κουρά της, η Οσία έκοψε κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες [γνωρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανακαινίζεται και πλησιάζει το Θεό (Β΄ Κορ. 4. 16).]


Έχοντας μόνο έναν χιτώνα που άλλαζε μία φορά τον χρόνο, τρεφόμενη με νερό και ψωμί, υποτασσόταν πρόθυμα και με χαρά σε ό,τι της όριζαν, εφαρμόζοντας την τέλεια υπακοή. Η διαρκής κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει. Έβλεπε όλες τις αδελφές της σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα, προσφερόμενη ακούραστα στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί. Από το στόμα της έβγαιναν μόνον λόγια των Γραφών ή των αγίων Πατέρων, τους οποίους μελετούσε αδιάκοπα. Ενώ ήταν λιγότερο από έναν χρόνο στο μοναστήρι, έχοντας διαβάσει με θαυμασμό το Βίο του αγίου Αρσενίου [+ 8 Μαΐου], ο οποίος προσευχόταν από τη δύση του ηλίου έως την αυγή, προσπάθησε να τον μιμηθεί.

Με την βοήθεια της θείας χάριτος κατάφερε σιγά-σιγά να στέκει όρθια, με υψωμένα τα χέρια σε προσευχή, όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Αγωνιζόταν με σοφία να δουλαγωγήσει το σώμα τόσο, ώστε καμιά μηχανή του διαβόλου δεν μπορούσε να την πλήξει. Όταν εκείνος της υπέβαλλε μνήμες από την δόξα και την ευμάρεια της ζωής που είχε εγκαταλείψει, εξομολογείτο τους λογισμούς της στην ηγουμένη της και διπλασίαζε την άσκησή της.


Μετά το θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [+14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου, έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, προσευχόμενη όλη τη νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. [Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την χάριν του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί.]

Με γλυκύτητα και υπομονή παραινούσε τις συμμονάστριές της να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, αποτάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώπων. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. [Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνωμοσύνη.]


Έχοντας λάβει από άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, συχνά, λίγο μετά την Ακολουθία του Όρθρου, καλούσε τις αδελφές και μία-μία, με διάκριση, τις βοηθούσε να εμφανίζονται αγνές και ανυπόκριτες ενώπιον του Θεού, αποκαλύπτοντάς τους τούς πιο κρυφούς λογισμούς τους. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τη σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, προσέρχονταν για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Με την στήριξη της θείας χάριτος πρόκοβε ασταμάτητα στην άσκηση και την καθαρά προσευχή. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέχρι το Πάσχα, δεν έτρωγε ψωμί, αλλά λίγα μόνα λαχανικά, μία φορά την εβδομάδα. Η ολονύκτια αγρυπνία τής είχε γίνει τόσο φυσική όσο ο ύπνος στους άλλους ανθρώπους, και περνούσε τις νύκτες της με τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό, βυθισμένη σε άγιες θεωρίες. [Ενίοτε έμενε στην στάση αυτή δύο ημέρες συνέχεια, ακόμη και μία ολόκληρη εβδομάδα, σε σημείο που οι μαθήτριές της χρειαζόταν στο τέλος να την βοηθήσουν να κατεβάσει τα μουδιασμένα χέρια της.]


Μία νύκτα, μια μοναχή κοιτάζοντας στην αυλή είδε την οσία Ειρήνη να προσεύχεται ανυψωμένη θαυματουργικά από το έδαφος, ενώ τα δύο πελώρια κυπαρίσσια που ορθώνονταν στην αυλή του μοναστηριού είχαν λυγίσει τις κορφές τους μέχρι το έδαφος· επανήλθαν δε στην θέση τους μόνο όταν σφραγίστηκαν από την οσία με το σημείο του Σταυρού. Αυτή η νυκτερινή προσευχή ήταν φοβερή για τους δαίμονες, οι οποίοι διπλασίαζαν τις επιθέσεις τους μέσα στη νύκτα. Μία φορά ένας από αυτούς έριξε πάνω της το αναμμένο φιτίλι μιας κανδήλας. Τα ρούχα της Ειρήνης πήραν αμέσως φωτιά. Παρέμεινε ωστόσο ατάραχη και θα είχε καεί ολόκληρη αν μία μοναχή που ξύπνησε από τη μυρωδιά της σάρκας και των ρούχων που καίγονταν δεν έμπαινε στο κελλί της ηγουμένης. Μέσα στους πυκνούς καπνούς είδε την οσία στις φλόγες όρθια και απαθή να προσεύχεται. Καθώς την έσπρωξε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες, η Ειρήνη χαμήλωσε τα χέρια της και της είπε επιτιμητικά: «Γιατί μου στέρησες μια τόσο μεγάλη απόλαυση με την απότομη αυτή παρέμβασή σου; Ένας άγγελος στεκόταν μπροστά μου πλέκοντάς μου ένα στεφάνι από άφθαρτα άνθη, τέτοια που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι και ήταν έτοιμος να με πάρει από δω, όταν εσύ τον έδιωξες». Κι όταν η μαθήτρια της ξεκόλλησε τα ράκη του υφάσματος από τη σάρκα της, μια απερίγραπτη θεσπέσια γέμισε το μοναστήρι. [ Μιαν άλλη φορά ένας ναυτικός που ήλθε από την Πάτμο παρουσιάστηκε στο μοναστήρι και έδωσε στην οσία τρία υπέροχα μήλα, τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιωάννης του είχε αναθέσει να της παραδώσει. Το πρώτο μήλο στάθηκε αρκετό να την τρέφει για σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες το στόμα της ανέδιδε μία υπερκόσμια ευωδία· μοίρασε το δεύτερο στην αδελφότητα την Μεγάλη Πέμπτη και κράτησε το τρίτο ως ακριβό φυλαχτό, αρραβώνα των άφθαρτων αγαθών του Παραδείσου.]

Χάρις στο προφητικό χάρισμα, η Ειρήνη επιτέλεσε πλήθος άλλων θαυμάτων και προέβλεψε αλόμη και τη δολοφονία του Βάρδα, την οποία ακολούθησε λίγο αργότερα εκείνη του Μιχαήλ Γ’ (867), καθώς και την ανάληψη της εξουσίας από το Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα. Με την βοήθεια του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας θεράπευσε δαιμονισμένους και έσωσε έναν συγγενή της, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε κατά νου να εκτελέσει ως προδότη, εμφανιζόμενη στον ηγεμόνα, απαστράπτουσα και πλήρης δόξης. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος αναγνώρισε το σφάλμα του, ζήτησε συγγνώμη και έκτοτε έδειξε την ευμένειά του απέναντι στο μοναστήρι.

Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία εκατόν τριών ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της.


Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πριν για τον χρόνο της ουράνιας αναχώρησής της και, όταν έφθασε η ημέρα, συγκέντρωσε τις αδελφές της, όρισε την νέα ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρα Θεοδώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνοντας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει στο Θεό, ενώ μέχρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη και να θαυματουργεί.














23.7.26

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ

Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε προάστιο της Ρώμης το 117 μ.Χ., επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν οι Έλληνες Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από θερμή προσευχή. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των φτωχών της γειτονιάς της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση, που τη βοήθησε στο ευαγγελικό της έργο. Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία έχασε και τους δύο γονείς της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της, διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποίησε όλη της την περιουσία, αποδίδοντας τα έσοδα σε φτωχούς, χρηματοδότησε την κατασκευή ενός ιδρύματος για άπορες της Ρώμης και αφιέρωσε το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δόθηκε ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκοντας σε σπίτια γυναίκες, παιδιά, διακονώντας αδυνάτους. Μάλιστα με τον καιρό επεξέτεινε τη δράση και σε γειτονικές περιοχές και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Αυτό ακριβώς το ευαγγελικό έργο της Αγίας, έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά εκείνη έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να αποκηρύξει το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε ευκαιρία την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της, ελευθερώνοντάς την από τα δεσμά της. Η Παρασκευή, τις επόμενες μέρες, ενώπιον του Αυτοκράτορα, έμεινε πάλι σταθερή. Ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο: Ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν το πίστεψε και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα, τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Αυτοκράτορα που δεν πίστευε ότι το λάδι ήταν καυτό. Αποτέλεσμα, η τύφλωση του Αντωνίνου. Η Παρασκευή, όμως, με θαυματουργικό τρόπο, άμεσα, θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών, και θεραπεύτρια των οφθαλμολογικών παθήσεων. Γι’ αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε, αλλά και μέχρι τις μέρες μας. Μετά το γεγονός αυτό ο Αντωνίνος απελευθέρωσε την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για την εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». [Αρκετοί μάλιστα ιστορικοί πιθανολογούν ακόμη και τη βάπτισή του.] Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα. Κατά τον συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Αγία Παρασκευή συνέχισε να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός Ιταλίας. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, στην περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, διαδόχου του Αντωνίνου, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο ναός της. Έτσι και οδηγήθηκε, αρχικά στον Ασκληπιό, άρχοντα της Θεσσαλίας, ο οποίος την έρριξε σε λάκο με φίδια. Όμως η Αγία δεν έπαθε το παραμικρό. Τότε ο Ασκληπιός μαθαίνοντας και τη θαυματουργική χάρη που είχε η Αγία μεταξύ των Χριστιανών, αποφάσισε να την ελευθερώσει. Όμως, η Αγία συνελήφθη εκ νέου από άλλον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας. Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Χριστιανοί περιμάζεψαν και κήδεψαν το σεπτό σκήνωμά της. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.

Τὴν σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον, εργασαμένη φερώνυμε, τὴν ομώνυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ αθλοφόρε· όθεν προχέεις ιάματα, καὶ πρεσβεύεις υπὲρ των ψυχών ημών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:



22.7.26

Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 


Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Θησέας και Κένταυροι

Λέγαμε στο προηγούμενο άρθρο μας για τη μυθική Θεσσαλία πως ο Ιξίων  απ’ τη Νεφέλη, το ομοίωμα δηλαδή της Ήρας, γέννησε τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα.

   Οι Κένταυροι κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς: Σύμφωνα μ’ αυτήν, όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισσας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγροτικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόντιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στο μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»), επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων.

 

Κένταυρος Χείρων και Αχιλλέας
   Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μετα-ομηρικής εποχής, τους εντοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο κυνηγημένους από τον Ηρακλή, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα.

   Η Κενταυρομαχία:  Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους. Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, την κόρη του Άτρακα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Αυτός όμως ο γάμος έμελλε να είναι η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου Λαπιθών- Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία. Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους κενταύρους, ο Ευρυτίων, έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς. Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο.

Κενταυρομαχία

 Άλλοι ήρωες της  Κενταυρομαχίας:
Πλησιάζοντας στο τέλος της εποχής των Λαπιθών αξίζει να γίνει μια απλή αναφορά στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές - ήρωες της Κενταυρομαχίας. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος, καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’ τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος, Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.

Κένταυρος Χείρων

 

Ο Χείρων διδάσκων
   Αναφερθήκαμε και πρωτύτερα στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων, σημειώνοντας παράλληλα και την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών.  Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας, Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας. Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως το θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.


Μὲ τὸν πεζόβολο (1907) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης κείμενο- AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Μέ τόν πεζόβολο (1907) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

κείμενο- AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.

Εἰς ποῖον ἄλλον θὰ ἥρμοζε, καὶ διὰ στόματος τίνος θὰ ἐμέλπετο καταλληλότερον ἡ ἐπῳδὸς αὐτή, παρὰ διὰ στόματος τοῦ φίλου μας Τριαντάφυλλου τοῦ κηπουροῦ; Γυμνόπους καθὼς ἦτον ὅλην τὴν ζωήν του, πότε νὰ φυτεύῃ καὶ νὰ σκαλίζῃ, ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην, μὲ τὸν πεζόβολον* ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβὰν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην… Ἵστατο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐνήδρευε, κατεσκόπευε τὰ κοπάδια τῶν μικρῶν ὀψαρίων νὰ βόσκουν εἰς τὸν πάτον, νὰ πλέουν εἰς τὸν ἀφρόν, κοντὰ εἰς τὴν ἄμμον ἔξω, εἶτα, ὡς ἐπιδέξιος τοξότης, ἔτεινε τὸν πεζόβολον, τὸν ἐξεσφενδόνιζε ταχύς ― καὶ ποῦ νὰ φύγουν τὰ ταλαίπωρα τὰ μικρὰ ψαράκια ἀπὸ τοὺς βρόχους του τοὺς φονικούς;

Εἶτα ἐθαλάσσωνεν ἕως τὸ γόνα, ἔδραχνεν ἠρέμα τὸν πεζόβολον ἀπὸ τὴν κορυφήν, τὸν ἀνέβαζε, τὰ βρόχια μὲ τὰς μολυβήθρας ἔπιπτον κάθετα, τὸν ἔσυρεν ἔξω καὶ τὸν ἐτίναζεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, τρία βήματα ἀπὸ τὸ κῦμα. Ἐπήδων, ἤσπαιρον, ἔστιλβον μὲ λέπια ἀργυρᾶ τὰ καημένα τὰ ψαράκια, καὶ λαχταριστὰ ἀκόμη ὁ Τριαντάφυλλος μὲ τὸν τορβὰν τὰ ἔφερεν εἰς τὸν κῆπόν του. Ἐκεῖ ἤναπτε φωτιάν, καὶ ἀφοῦ ἔρριπτεν ὀλίγον ἅλας, τὰ ἔψηνε· τὰ παιδάριά του τὰ μικρὰ τὰ ἥρπαζον μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, εἶτα ὁ πατὴρ τοὺς τὰ ἐμοίραζεν, ἔδιδε κ᾿ εἰς τὴν ἔγκυον γυναῖκα του, ἔτρωγε κι αὐτός, προσέφερε καὶ εἰς τοὺς παρατυχόντας πελάτας ἢ ἐπισκέπτας τοῦ περιβολίου.

Ἦτο δειλινὸν ἀκόμη. Ὕστερα ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ὀλίγον ἀκόμη, κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ βουνόν, νὰ βασιλέψῃ. Εἶτα ὁ κηπουρὸς ἤντλει νερὸν ἀπὸ τὴν πλατεῖαν γούρναν, τὴν ἀντὶ φρέατος, ἐγέμιζε τὴν στέρναν, τὴν ἀπέφραττεν, ἀπέλυε τὸ νερόν, τὸ ἐμοίραζε στ᾿ αὐλάκια, καθὼς πρὸ μικροῦ εἶχε μοιράσει τὰ μισοψημένα ψαράκια εἰς τὰ τεκνία του. Μὲ τὴν τσάπαν καὶ μὲ τοὺς πόδας τοὺς γυμνούς, μὲ τὰς χεῖρας τὰς τυλώδεις, ἐβάθυνεν, ἔφραττεν, ἄνοιγεν αὐλάκια, κατεύθυνε τὸ νερόν, κ᾿ ἐπότιζεν ὅλα τὰ λάχανα τοῦ κήπου του.

Εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:

Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.

Τὸ δίστιχον αὐτό, τὸ χοριαμβικὸν ἢ χωλιαμβικόν, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα (λ.χ. «Πάπια τοῦ γιαλοῦ, ― μὴν ἀγαπᾷς ἀλλοῦ», καί, Ἄστρο τῆς αὐγῆς ― πῶς ἄργησες νὰ βγῇς»), ἴσως συμπληρώνουν τὸν ρυθμόν, ὅπως καὶ ποικίλλουν τὴν μονοτονίαν, κατόπιν τῆς περιττῆς συλλαβῆς τοῦ πολιτικοῦ στίχου, μετὰ τὸν ὁποῖον ἔρχονται ὡς ἐπῳδός. Πλὴν τί λέγω;

Μήπως ὅλα τὰ λυρικὰ μέτρα δὲν πρέπει νὰ εἶν᾿ ἐλεύθερα, κατὰ συνθήκην ὑπηρετοῦντα τὸ μέλος, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν ἀρχαίαν χορικὴν ᾠδὴν καὶ εἰς τὴν ψαλμῳδίαν τῆς ἐκκλησίας μας ― μὲ τὰς στροφάς, ἀντιστροφὰς ἢ εἱρμοὺς καὶ τροπάρια, καὶ μὲ τὰς ἐπῳδοὺς ἢ καταβασίας;

*
* *

Ὕστερα, ὅταν ὁ ἥλιος εἶχε κρυβῆ ὄπισθεν τοῦ βαθυπρασίνου βουνοῦ ἀντικρύ, φέρων πρόωρον νύκτα εἰς ὅλα τὰ δροσερὰ ἀνθισμένα παράλια, ἤρχοντο εἰς τὸν κῆπον, σχεδὸν τακτικὰ τὴν ὥραν αὐτήν, συνοδεύουσαι τὰ παιδία, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀφελεῖς κι ἀνοιχτόκαρδες, οἱ παραμάννες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον. Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του, σικυοειδῶν ἢ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἐπώλει ἢ προσέφερεν εἰς αὐτάς, φιλεύων ἐλευθερίως τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ὅμως, αὐστηρᾶς ἀνατροφῆς συνήθως, εἶχον διαταγὴν τῶν γονέων νὰ μὴ βάζουν τίποτε εἰς τὸ στόμα των. Οἱ παραμάννες ὅμως δὲν ἦσαν ὑπὸ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Ἤκουον γελῶσαι τοὺς ἀστεϊσμοὺς τοῦ Τριαντάφυλλου, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμίλιας* του ―μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς, σιωπηλῆς― καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο.

Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δεκαπεντοῦτιν, τὴν ἐνουθέτησεν ἐφάπαξ καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς: «Κοίταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, ἔχω ἕνα ἐλάττωμα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα, ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κοίταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπαίνῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί».

Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μακαρία ἡ ὥρα· τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὰ γυναικούλα τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ.

Κατόπιν ἀπὸ τὰς παραπαίδας καὶ τὰ μικρά, συχνὰ ἤρχοντο ζητοῦντες ἀναψυχὴν ἐκεῖ τ᾿ ἀφεντικὰ καὶ οἱ κυράδες, καὶ ὅλους τοὺς ἐπεριποιεῖτο μὲ ἁπλότητα ὁ ἄξιος κηπουρός. Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας, ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερὰ καὶ μυροβόλα.

*
* *

Ἔπειτα, τὰς Κυριακὰς τὸ πρωί, συνήθως ὁ Τριαντάφυλλος ἐφόρτωνε τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ κηπουρικὰ προϊόντα, κ᾿ ἐπήγαινεν εἰς τὸ χωρίον διὰ νὰ πωλήσῃ. Διήρχετο τοὺς πρώτους δρομίσκους μὲ τὰς ἀραιὰς οἰκίας, κ᾿ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀγοράν. Εἰς κάθε δεκάδα κολοκυθιῶν ἢ τριακοντάδα μπαμιῶν, εἰς κάθε μισὴν ὀκὰν τομάτες ποὺ ἐπώλει, ἔρριπτεν ἕνα ἀστεϊσμὸν εἰς τὴν προκύπτουσαν ἀπὸ τὸν χαμηλὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας πελάτιδα, εἰς πᾶσαν δεκάραν τὴν ὁποίαν εἰσέπραττεν, ἐσφενδόνιζεν ἄκακόν τινα βωμολοχίαν πρὸς τὸν ἀγοραστήν.

Εἰς τοὺς κεντρικωτέρους δρομίσκους, γύρω εἰς τὴν ἀγοράν, ἐκεῖ ἀντίκρυζεν ἕνα ἀνταγωνιστὴν εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸν Ἀντώνην τὸν Κανταράκιαν, μὲ τὸν ὄνον του καταφορτωμένον. Εὔθυμος ἐπίσης ἦτο, ἀλλὰ μόνον κάποτε ὀλίγον «ζόρικος». Τὸν γάιδαρόν του τὸν εἶχε μάθει ὑπακοὴν καὶ γυμναστικήν, ἀκόμη καὶ «γνῶσιν», καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος. Ἐπροπορεύετο τὸ ζῷον, ἠκολούθει συνήθως ὁ κύριός του. Εἶτα, ὅταν ἤθελε νὰ τὸ σταματήσῃ, αἴφνης ἔκραζε:

― Βρὲ σύ, στάσου!

Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἵστατο.

Ἄλλοτε, ὅταν μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὄνου, καμμία πελάτις κατερχομένη ἀπὸ οἰκίαν ἐπαρουσιάζετο, ὁ Ἀντώνης ἐφώναζε:

― Βρὲ σύ, μεταβολή! ἔλα δῶ.

Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἐγύριζε, κ᾿ ἤρχετο πίσω.

Ὅταν ὅμως συνέβαινε νὰ προπορεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὄνου, τότε τὸν ἔκραζε:

― Ἔλα γλήορα, βρέ!

Καὶ τὸ ζῷον ἐτάχυνε τὸ βῆμα καὶ τὸν ἔφθανεν.

Ὅλ᾿ αὐτὰ εἶχον κάμει ἀρκετὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ πλῆθος, κι ὁ κὺρ Ἀντωνάκης ὁ Ρήγας, ἔξυπνος δικολάβος τοῦ τόπου, εἶχεν ἀναγγείλει ὅτι ἐπροτίθετο νὰ συντάξῃ ἐγκώμιον εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ ὄνου. Τέλος, ὅταν εἶχε ξεπουλήσει ὁ Κανταράκιας, ἔμβαινεν εἰς καπηλεῖον διὰ νὰ πιῇ, μαζὶ πάντοτε μὲ τὸν ἀνταγωνιστήν του Τριαντάφυλλον καὶ μὲ ἄλλους τριάντα φίλους (καθὼς ἔλεγεν ὁ εἰρημένος κὺρ Ἀντωνάκης) τὰ μισὰ τὰ λεπτὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχεν εἰσπράξει. Τότε ἔδιδεν αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τὸν γάιδαρόν του:

― Νὰ σταθῇς, βρὲ σύ, ἐδῶ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ νὰ μὴν κουνηθῇς. Τ᾿ ἀκοῦς;

Καὶ τὸ ζῷον ἐδείκνυεν ἐν τῷ ἅμα σχῆμα ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς.

―Ὁλόρθα τ᾿ αὐτιά σ᾿! μὴν τὰ κατεβάζῃς.

Ὁ ὄνος ὤρθωνε τὰ ὦτα, κ᾿ ἔμενεν ἐπὶ ὥρας πράγματι ἀκίνητος.

*
* *

Ἄλλος ἀντίζηλος τοῦ Τριαντάφυλλου εἰς τὰ χωρατά, πλὴν μόνον ἐν καιρῷ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἦτον ὁ Γιάννης ὁ Κούκιας. Ὁ δυστυχὴς οὗτος, μὲ τὸ ἕνα χέρι, τὸ ἀριστερόν, ποὺ εἶχεν, ἔκαμνεν ἀρκετὰ καλὰ τὶς δουλειές του. Ἔβοσκε πρόβατα, κ᾿ ἐκαλλιέργει χωράφια. Χηρεύσας μὲ δύο ὀρφανά, εἶχε λάβει δευτέραν γυναῖκα.

Ἐν εἴδει κοσμικῆς πανηγύρεως, καὶ σχεδὸν ὡς ἀποκριάτικη ἑορτή, διεξήγετο ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν εἰς τὸ χωρίον. Τὰ δύο «μπουλούκια» σπανίως ἔφθανον μέχρι τραγικοῦ τόνου εἰς τὰς ἐκδηλώσεις των· συνήθως ἐχόρευον ἀντικρὺ ἀλλήλων εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς ἀγορᾶς, καὶ πότε περιήρχοντο μὲ φωνὰς καὶ μουσικὰ ὄργανα τοὺς μαχαλάδες. Τὸ μόνον στοίχημα ποὺ ἔβαζαν, ἢ μᾶλλον, τὸ τάξιμο ποὺ ἔκαμναν μερικοί, ἦτο, ἂν κερδίσῃ τὸ κόμμα τους, εἰς τὰ ἐπινίκια νὰ χορεύσουν ξυπόλυτοι καὶ ὄχι ὑποδεδεμένοι.

Τώρα, ὁ Κούκιας μὲ τὸν Τριαντάφυλλον συνέπιπτε πάντοτε νὰ εἶναι ἀπὸ δύο κόμματα. Πῶς τοῦτο; Ἴσως, ὅταν τὸ ἓν κόμμα ἐξησφάλιζε τὴν κατοχὴν τοῦ ἑνός, ἄφηνε τὸν ἄλλον νὰ τὸν νέμεται τὸ ἄλλο κόμμα, ἢ ἴσως καὶ αὐτὰ τὰ δύο ἄτομα οὕτω ἤθελον, ἐπειδὴ ἀλλοιῶς «δὲν θὰ εἶχε χάζι». Καὶ τὸ πᾶν ἦτο πῶς «νὰ κάμουν χάζι».

Λοιπὸν ἐχόρευεν ὡς ἀρκούδα ὁ Κούκιας, ἢ ἐφώρμα ὡς καραμάνης* τάχα κατεπάνω εἰς τὸν Τριαντάφυλλον. Ὁ δεύτερος ἀπήντα διὰ κωμικοῦ μορφασμοῦ καὶ γρυλισμοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τόσα «κατσαμάκια»*, ὥστε ὁ πρῶτος δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν φθάσῃ. Τότε ὁ Κούκιας ἐμυκᾶτο τρομακτικὰ ὡς ταῦρος, καὶ ὁ Τριαντάφυλλος ἐσφύριζε τὰ προστάγματα τῶν βουκόλων, δι᾿ ὧν ἐζήτει τάχα νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Κούκιαν εἰς τὴν μάνδραν του. Πλατεῖς γέλωτες διέτρεχον ὅλας τὰς τάξεις ἀπὸ τὰς δύο ὁμάδας, καὶ ὅλοι ἔμενον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν παράστασιν.

*
* *

Καὶ ὅμως, τίς νὰ τὸ ἔλεγε; Αὐτὸς ὁ τόσον εὔθυμος ἄνθρωπος καὶ φαιδρός, ἐπέσυρε τῆς συμφορᾶς τὴν σκληρὰν μάστιγα. Εἶδε τὴν δυστυχίαν, τὴν νόσον καὶ τοὺς θανάτους νὰ πλήττουν τὴν μικρὰν καλιάν του, εἰς τὴν ἀγροτικὴν καλύβην τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει παρὰ τὸν φράκτην εἰς τὴν ἄκρην τοῦ κήπου.

Ἡ φαμίλια του, ἐκείνη ἡ μικρὰ σιωπηλὴ γυναικούλα, ἀφοῦ ἐγέννησεν ἓν ἀκόμη τέκνον, ἀρρώστησε καὶ ἀπέθανεν. Εἶτα τὸ νεογνὸν αὐτὸ ἐπῆγε κατόπιν της, ὡς νὰ ἤλπιζε νὰ εὕρῃ θάλπος εἰς τὰ νεκρωμένα στήθη. Εἶτα δύο ἄλλα παιδία, τὸ ἓν τριῶν ἐτῶν, τὸ ἄλλο πέντε, αὐτὰ ἐκεῖνα ποὺ ἥρπαζαν τὰ ψαράκια μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, ἔπεσαν κι ἀπέθαναν.

Ἄχνη μελαγχολίας ἐπεκάθισεν εἰς τὴν ἡλιοκαῆ ὄψιν τοῦ φαιδροῦ κηπουροῦ, τοῦ πεζοῦ ἁλιέως. Δύο μαῦροι λακκίσκοι ὑγροὶ ἐσκάφησαν ὑπὸ τὰ βλέφαρά του, ἐνῷ δύο ἴχνη γελαστικοῦ μορφασμοῦ ἐφαίνοντο ἀκόμη περὶ τὸ στόμα του.

― Μ᾿ ἐμάδησε ἡ μπόρα, εἶπε, σὰν τριαντάφυλλο ποὺ εἶμαι.

Καὶ μετὰ καιρὸν ὕστερον, εἰς τὰς παρηγορίας τῶν φίλων, ἀπεκρίνετο:

― Μοῦ ἔρριξε ὁ Χάρος τὸν πεζόβολο!

(1907)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ AUDIOBOOK:


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Άγιος Χρήστος εκ Πρεβέζης ο Νεομάρτυς 5.8.1668 + ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

  Ο Άγιος Χρήστο ς εκ Πρεβέζης ο Νεομάρτυς 5.8.1668 + ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο Μέχρι το 1971 ο άγιος παρέμενε άγ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....