Ετικέτες - θέματα

17.4.26

Η Άρτεμις από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Άρτεμις

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Άρτεμις, από ερυθρόμορφος κύλικα

  ΓΕΝΙΚΑ
: H Άρτεμις είναι μια από τις παλαιότερες και πιο ενδιαφέρουσες μορφές του ελληνικού πανθέου. Ήταν κόρη του Δία και της Λητούς, δίδυμη αδερφή του Απόλλωνα. Θεωρείτο βασίλισσα των βουνών και των δασών, θεά του κυνηγιού και προστάτις των μικρών παιδιών και ζώων. Αντίστοιχη της Άρτεμης στη ρωμαϊκή Μυθολογία ήταν η Ντιάνα, ενώ στην Ετρούσκικη, που είχε μεγαλύτερες επιρροές από τον Ελληνικό Μύθο, η θεότητα Αρτούμες.

ΓΕΝΝΗΣΗ-ΠΡΩΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ: Η γέννηση της θεάς τοποθετείται είτε στο νησί Ορτυγία είτε στη Δήλο. Σ' ένα απ' αυτά τα άγονα νησιά και μετά από ταλαιπωρίες και περιπλανήσεις είχε καταφύγει η έγκυος Λητώ προκειμένου να κρυφτεί από την καταδιωκτική μανία της συζύγου του Δία, της Ήρας. Εκεί, με τη βοήθεια γυναικείων θεοτήτων, ήρθε στο φως πρώτα η Άρτεμις και αργότερα ο αδερφός της Απόλλωνας. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της γέννησής της η Άρτεμη πήρε πρωτοβουλίες[!]. Αν και νεογέννητη, βοήθησε τη μητέρα της να γεννήσει και το δεύτερο παιδί, τον Απόλλωνα, ταυτιζόμενη έτσι με τη θεότητα Ειλειθυία [<ελεύθω+υιός], τη θεά του τοκετού. Πανέμορφη και πανέξυπνη η Άρτεμη, είχε από νωρίς κερδίσει την εκτίμηση των άλλων θεών. Από τα τρία της χρόνια είχε διαμορφώσει την ενδυμασία της, τον εξοπλισμό της και την ακολουθία της στην αγαπημένη της ενασχόληση, το κυνήγι. Ήταν από παιδί σταθερή και άκαμπτη στις αποφάσεις της. Ο Δίας τη θαύμαζε και την αγαπούσε υπέρμετρα, ικανοποιώντας όλες της τις επιθυμίες. Το πρώτο που ζήτησε η Άρτεμη από τον πατέρα της ήταν η αιώνια αγνότητα και παρθενία. Πιστή και σταθερή σ' ό,τι ζητούσε, η παρθενική θεά δε σπίλωσε ποτέ το ήθος της. Σοβαρή και περήφανη, διατήρησε την αγνότητά της περιφρονώντας πάμπολλες ερωτικές επιθέσεις. Αφοσιωμένη στο κυνήγι και τη φύση, αδιαφόρησε για τις χαρές του γάμου και τις ερωτικές απολαύσεις Αυτό απαιτούσε και από την ακολουθία της, δηλαδή τις Νύμφες που την περιστοίχιζαν.

  ΑΜΕΙΛΙΚΤΗ: Η Άρτεμη ήταν μια θεά αμείλικτη που δεν την άρεσε να συγχωρεί. Οποιαδήποτε παρατυπία ή παρέκκλιση από τα πιστεύω της και τις αρχές της τιμωρούνταν. Τα θανατηφόρα της βέλη στόχευαν θνητούς, θεούς και ήρωες που παρέβλεπαν την ύπαρξή της ή αμελούσαν τις αρχές και τη λατρεία της. Κάποτε ο Ακταίων, γιος της Αυτονόης και του Αρισταίου, έτυχε να δει την Άρτεμη γυμνή, την ώρα που έκανε το λουτρό της. Η θεά από φόβο μήπως διαδοθεί το περιστατικό, τον μεταμόρφωσε σε ελάφι κι έβαλε τα σκυλιά που τον συνόδευαν να τον κατασπαράξουν. Σε άλλη περίπτωση, η Καλλιστώ, μία από τις συνοδούς της Άρτεμης στο κυνήγι, κόντεψε να χάσει τη ζωή της από τα βέλη της θεάς γιατί αποπλανημένη από τον Δία είχε χάσει την αγνότητά της. Η Άρτεμις ακόμη, κατά μία εκδοχή, σκότωσε και την Αριάδνη, γιατί είχε απαχθεί και αποπλανηθεί από τον Θησέα. Ακόμη κι ο Ωρίων, γιος του Ποσειδώνα, βρήκε κι αυτός θάνατο από τα βέλη της Άρτεμης, γιατί είχε σμίξει με τη θεά της αυγής, την Ηώ, ή γιατί σύμφωνα με άλλη παράδοση είχε καυχηθεί ότι ήταν καλύτερος απ' αυτήν στην τέχνη του τόξου! Η Άρτεμις πάντως είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά και τους έφηβους. Νέοι και νέες που διατηρούσαν την αθωότητά τους και που ζούσαν σύμφωνα με τις αρχές της ήταν ευνοούμενοί της και βρίσκονταν υπό την προστασία της. Ο Ιππόλυτος, που ήταν αφοσιωμένος σ' αυτήν και τη λατρεία της, αποτελεί ζωντανό παράδειγμα. Διότι εκείνος, δεινός κυνηγός, είχε αφιερώσει τη ζωή του στην πανέμορφη Άρτεμη και στο ιδανικό που η ίδια πρέσβευε. Καμιά γυναίκα δε στάθηκε ποτέ ικανή να τον παρασύρει. Ούτε και η Φαίδρα, σύζυγος του Θησέα, μπόρεσε να τον αποπλανήσει. Η υποδειγματική του συμπεριφορά έκανε τη θεά να συγκινηθεί και να του χαρίσει τιμές, δόξες και αιώνια μεταθανάτια τιμή.

Ιωνικό δίδραχμο με τη μορφή της θεάς

ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΑ
: Η Άρτεμις ήταν από τις ομορφότερες και κομψότερες θεές του Ολύμπου. Οι αρχαίοι Έλληνες τη φαντάζονταν ψηλή, με ευγενική ομορφιά, αγέρωχη κορμοστασιά και περήφανο περπάτημα. Στις περισσότερες εκδηλώσεις της η Άρτεμις εμφανίζεται ώριμη κι αποφασιστική. Γυναίκα δραστήρια και ευκίνητη, η θεά διοχέτευε την ενεργητικότητά της στην καταδίωξη θηραμάτων στα βουνά. Συνοδευόμενη από Νύμφες και από άγρια κυνηγόσκυλα, έτρεχε σε λίμνες, ποτάμια και βουνά προκειμένου να βρει τα θηράματά της. Αγέρωχη, δεινή γνώστρια της τοξευτικής τέχνης και ικανή δρομέας και κυνηγός, επιδίδονταν με πάθος στο κυνήγι. Ένα από τα βασικότερα γνωρίσματα της Άρτεμης ήταν η καθολική της κυριαρχία επί της φύσεως. Ως προστάτιδα της φύσης η Άρτεμη θεωρείτο υπεύθυνη, παράλληλα με τη Δήμητρα, τόσο για τη γεωργία όσο και για την κτηνοτροφία. Μάλιστα, όσες από τις περιοχές δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους απέναντί της ή παρέβλεπαν την ύπαρξή της, είχαν να αντιμετωπίσουν την εκδικητική οργή της, δηλαδή καταστροφή των σπαρτών και ασθένειες των κοπαδιών.

Ο Ακταίων βλέπει την Άρτεμη στο λουτρό.

ΑΔΜΗΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙΝΕΑΣ: Ο Άδμητος και ο Οινέας αντιμετώπισαν, εξαιτίας της αμέλειας και της αδιαφορίας που έδειξαν, την οργή της θεάς. Ο Άδμητος στη γαμήλια γιορτή του είχε ξεχάσει να θυσιάσει στην Άρτεμη. Η Άρτεμις, οργισμένη από την παρατυπία, έστειλε στο νυφικό του κρεβάτι φίδια, ενώ ετοιμάστηκε να του αφαιρέσει τη ζωή. Μάταια ο Απόλλωνας προσπάθησε να την καλοπιάσει. Τελικά ο ίδιος έπεισε τις Μοίρες να του χαρίσουν τη ζωή και σαν αντάλλαγμα να πάρουν τη ζωή κάποιου άλλου δικού του ανθρώπου. Στην απαίτηση αυτή των Μοιρών μόνο η γυναίκα του Άλκηστις προσφέρθηκε. Τελευταία όμως στιγμή η επέμβαση του Ηρακλή την έσωσε προτού προλάβει η ψυχή της να διαβεί το κατώφλι του Άδη. Ο Οινέας πάλι, κάποτε είχε ξεχάσει να θυσιάσει στην προστάτιδα της πόλης του Καλυδώνας, δηλαδή στην Άρτεμη. Η αδιαφορία του κόστισε πολύ στο λαό της πόλης. Ένας τεράστιος κάπρος σταλμένος από τη θεά προκάλεσε τεράστιες καταστροφές σε γη, σε ζώα και ανθρώπους. Κανείς δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Ο Μελέαγρος μόνο, ο γιος του Οινέα, ήταν τελικά εκείνος που τον εξόντωσε, αλλά στη συνέχεια σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή γύρω από τη μοιρασιά. Η γυναίκα και η μητέρα του Μελέαγρου μη αντέχοντας τη θλίψη του θανάτου του αυτοκτόνησαν από τη στεναχώρια τους. Οι αδερφές του, τέλος, που αδιάκοπα τον θρηνούσαν, μεταμορφώθηκαν από την Άρτεμη σε φραγκόκοτες.

Jacob Van Loo: Diana
   ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΗΣ: Αξίζει να αναφέρουμε ότι η Άρτεμις πήρε ενεργό μέρος και σ' έναν από τους άθλους του Ηρακλή. Ο Ηρακλής για μεγάλο διάστημα καταδίωκε μια πανέμορφη ελαφίνα με χρυσά κέρατα και χάλκινα πόδια, ιδιοκτησία της ίδιας της θεάς. Η Άρτεμη, με τη συνδρομή του αδερφού της, του Απόλλωνα, τον εμπόδισε μεν να σκοτώσει το ζώο, τον προέτρεψε όμως να το παραδώσει στην Τίρυνθα, στο βασιλιά Ευρυσθέα. Με την παραλαβή του ζώου ο Ευρυσθέας της το αφιέρωσε και πάλι.

Η ΝΙΟΒΗ: Στην περίπτωση της Νιόβης που παινεύτηκε (συγκριτικά με τη Λητώ) για τα πολλά και όμορφα παιδιά της οι δίδυμοι θεοί συμμετείχαν στην τιμωρία της. Επτά βέλη της Άρτεμης κι επτά του Απόλλωνα καρφώθηκαν στα δεκατέσσερα παιδιά της και τα σκότωσαν. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και για τον ίδιο λόγο η Άρτεμη σκότωσε κάποτε τη Χιόνη, κόρη του Δαιδαλίωνα και ερωμένη του Απόλλωνα, γιατί είχε καυχηθεί ότι η ομορφιά της ξεπερνούσε κι αυτήν της πανέμορφης θεάς.

Μακεδονικό νόμισμα της Ρωμ. περιόδου [περ. 150 π.Χ.]

ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
: Στον Τρωικό πόλεμο μαζί με τον αδερφό της, τον Άρη, την Αφροδίτη και τη Λητώ, η Άρτεμις συμμετείχε ενεργά με το μέρος των Τρώων. Ένα από τα πρώτα περιστατικά που συνέβησαν προτού ακόμη ξεκινήσει ο πόλεμος οφειλόταν στο θυμό και την οργή της Άρτεμης. Ο ελληνικός στόλος, εξαιτίας της άπνοιας που είχε δημιουργήσει η θεά, δεν μπορούσε να ξεκινήσει. Κι αυτό γιατι κάποτε, ο αρχηγός των Αχαιών Αγαμέμων, είχε εισβάλει σ' ένα άλσος αφιερωμένο στην Άρτεμη και είχε σκοτώσει ένα ιερό ελάφι. Η θεά εξοργίστηκε και απαίτησε τη θυσία της κόρης του Ιφιγένειας[!] προκειμένου ευνοϊκοί άνεμοι να βοηθήσουν τον απόπλου των ελληνικών καραβιών. Ακόμη, ο πληγωμένος από τον Διομήδη Αινείας είχε δεχθεί στη διάρκεια του πολέμου τη βοήθεια της Άρτεμης και είχε κατορθώσει έτσι να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να επιστρέψει στη μάχη.

Άρτεμις η Εφεσία
  ΛΑΤΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΛΑ: Τα σύμβολα της Άρτεμης ήταν ζώα, φυτά ή και όπλα: κατσίκα, τράγος, ελάφι, αρκούδα, σκύλος, φίδι, δάφνη, φοίνικας, κυπαρίσσι, σπαθί, φαρέτρα, ακόντιο και άλλα. Στη Βραυρώνα της Αττικής λατρευόταν η Άρτεμις Βραυρωνία. Εκεί υπήρχε ένας από τους σημαντικότερους ναούς της. Η λατρεία της θεάς ήταν τόσο γενικευμένη που στην περιοχή δόθηκε το όνομα Αρτέμιδα. Στην περιοχή υπάρχει σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνος, με εκθέματα, μεταξύ άλλων, από το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος. Ναός ακόμη της θεάς υπήρχε στην περιοχή του Μετς, στο κέντρο της Αθήνας [Αγροτέρα Άρτεμις]. Ναοί της Αρτέμιδος υπήρξαν και στις περιοχές που ονομάζονταν Αρτεμίσιο, όπως και στην Αρτεμισία της Μεσσηνίας [Λιμνάτις Άρτεμις]. Άλλοι σπουδαιοι ναοί της υπήρξαν ο Ναός της Αυλίδειας Αρτέμιδος, στην Αυλίδα και ο ναός της Αρτέμιδας στους Λουσούς της Αχαϊας, που ήρθε στο φως χάρις στις εργασίες του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών [1898]. Οι κυριότερες εορτές προς τίμήν της Αρτέμιδος ήταν: οι Σπονδές των Πλαταιών, την έκτη ημέρα του Βοηδρομιώνος, η Επιστροφή της Ιφιγένειας, στην σημερινή Αρτέμιδα Αττικής, τα μικρά Ελευσίνια Μυστήρια, στον ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδος στο Μετς, τα Αμαρύσια, αρχικά στην Αμάρυνθο της Εύβοιας, και αργότερα στην Αττική στο Μαρούσι, τα Ελαφηβόλια, την έκτη μέρα του Ελαφηβολιώνος, τα Εφέσια, στην αρχαία Έφεσο, τα Μουνίχια, την 16η του Μουνιχιώνα, στο λόφο τηςΜουνιχίας στον Πειραιά.

Tiepolo: Αρτεμις

  ΕΠΩΝΥΜΙΑ: Τα κυριότερα επωνύμια της Αρτέμιδος ήταν από τοπωνύμια λατρείας της: Αγροτέρα, Αλφειαία, Αμαρυσία, Βραυρωνία, Επιδήλιος, Εφεσία, Λαφρία, Λιμνάτις, Μουνιχία, Τρικλαρία. Άλλα ονόματά της προέρχοντιαι από την ταύτιση της θεάς με άλλες θεότητες, ή κάποιες ιδιότητές της: Δικτυνναία [στην περιοχή του Διστόμου], Εκάτη και Ελαφηβόλος, Ελαφιαία, Ευπλοία, Σωτείρα.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 


Ο Αγιος Νεομάρτυς Νικόλαος [Μαγνησία Μ. Ασίας 24 Απριλίου 17961] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Αγιος Νεομάρτυς Νικόλαος [Μαγνησία Μ. Ασίας 24 Απριλίου 17961]

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου



  Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΑΤΗ: Ο άγιος ζούσε στην περιοχή της Μαγνησίας μαζί με τον πατέρα του, τον Χατζη- Κανέλλο, ο οποίος ήταν γενικός επιστάτης στα κτήματα, στα κοπάδια και γενικότερα στην περιουσία ενός σπουδαίου και μεγάλου αγά, του Καρά Οσουμάνογλου, στο χωριό Γιαγιά Κιόι. Λόγω της θέσης του ο πατέρας του αγίου ήταν γνωστός σε όλους τους Τούρκους της περιοχής, σημαντικούς και ασήμαντους, μάλιστα είχε θάρρος μαζί τους και εκείνοι τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση.

ΑΡΡΑΒΩΝ: Ενώ λοιπόν ζούσε μαζί με τον πατέρα του στην υπηρεσία εκείνου του αγά, αρραβωνιάστηκε, με την άδεια του πατέρα του, μια σεμνή και ενάρετη νέα, με την οποία σχεδίαζε να στεφανωθεί την Κυριακή του Θωμά του 1796. Ο Νικόλαος ήταν τότε είκοσι δύο ετών.

ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΔΕΙΕΣ ΓΑΜΟΥ: Επειδή έπρεπε να βγάλει τις άδειες, πήγε στην πόλη της Μαγνησίας [στην Τουρκική γλώσσα, Manisa], με την άδεια πάντα του πατέρα του και του αγά, τον οποίο υπηρετούσαν. Πηγαίνοντας στη Μαγνησία φορούσε τούρκικα παπούτσια και κόκκινο φέσι, ξεθαρρεύοντας λόγω της υπηρεσίας του στον αγά, πράγμα που απαγορευόταν όμως στους Ρωμιούς και γενικότερα στους χριστιανούς, οι οποίοι υποχρεώνονταν τότε να φορούν άσπρο κάλυμμα κεφαλής.

ΣΥΛΛΗΨΗ: Όταν τον είδαν οι υπηρέτες του Μουσελίμη, του ανώτατου αξιωματούχου της πόλης, ντυμένο έτσι, μολονότι γνώριζαν σε ποιου σπουδαίου αγά την υπηρεσία ήταν και γνώριζαν επίσης και τον πατέρα του, χωρίς να διστάσουν καθόλου τον έπιασαν και τον έφεραν στον αφέντη τους. Ο μουσελίμης έκανε πως δεν τον γνωρίζει και του είπε με πονηριά: “Η ενδυμασία σου είναι τούρκικη και δεν επιτρέπεται να την φοράει άνθρωπος άλλης πίστεως. Εκτός αν κατάλαβες πως η πίστη μας είναι αληθινή και ήρθες έτσι ντυμένος για να γίνεις Τούρκος”. Ο Νικόλαος κατάλαβε την πανουργία του μουσελίμη και χωρίς να δειλιάσει διόλου, με γενναιότητα του απάντησε: “Εγώ αυτά τα ρούχα τα φορώ με τη δική σας άδεια αφού ο πατέρας μου είναι στην υπηρεσία σας”. Ήταν εξάλλου γνωστός και στον μουσελίμη. Μόλις τ’ άκουσε αυτά ο πασάς διέταξε τους υπηρέτες του να τον δείρουν λίγο, με ελαφρές ξυλιές, για να δείξει πως τον λυπάται, θέλοντας να τον ελκύσει στη θρησκεία του.

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ: Ο Νικόλαος, αντιλαμβανόμενος τα σχέδια του μουσελίμη, με τη σοφία που ο Χριστός δίνει σε όσους ομολογούν μπροστά στους τυράννους, έμεινε σταθερός στην πίστη του, δεχόμενος με ευχαρίστηση τους ραβδισμούς. Για δεύτερη φορά άρχισε ο πασάς με ήμερο τρόπο να τον παρακινεί να γίνει μουσουλμάνος, αν ήθελε να γλυτώσει τα βάσανα. Ο άγιος, αγωνιστής της αλήθειας, με μεγαλύτερη γενναιότητα του απάντησε: “Μάθε ότι εγώ δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ την πίστη μου , όχι μόνο με ραβδισμούς αλλά ακόμη κι αν με θανατώσεις με επώδυνο θάνατο”. Τότε θύμωσε ο πασάς και πρόσταξε να τον δείρουν δυνατότερα. Έπειτα σκέφτηκε ότι ούτε έτσι θα μπορέσει να του αλλάξει τη γνώμη. Έβαλε κι άλλους ομοθρήσκους του να τον παρακινήσουν. Υποσχέθηκε πως αν αλλαξοπιστήσει θα του δώσει πολλά και μεγάλα αξιώματα, δώρα και τιμές, πράγματα ελκυστικά, ιδιαίτερα στους νέους. Ο γενναίος όμως μάρτυς του Χριστού δεν ελκύστηκε καθόλου από αυτά ούτε λυπήθηκε τη νεότητά του, ούτε σκέφτηκε πως θα στερηθεί τους γονείς του, τα αδέλφια του, πολύ δε περισσότερο την αρραβωνιαστικιά του. Αλλά σαν να μην ήταν χοϊκός άνθρωπος, σαν να βρισκόταν πάνω από τα υλικά πράγματα τα οποία και καταφρονούσε, φώναζε με μεγαλύτερη παρρησία: “Εγώ μπροστά στα μάτια μου έχω τον θάνατό μου και την πίστη μου δεν πρόκειται να την αρνηθώ με κανένα τρόπο”. Τότε για τρίτη φορά ο πασάς διέταξε να τον δείρουν με σκληρό τρόπο και πάλι συνέχισε να τον πιέζει, με όσους τρόπους ήξερε, για να αλλαξοπιστήσει. Όσο εκείνος προσπαθούσε, τόσο περισσότερο ο άγιος φώναζε με ανδρεία: “Το να αρνηθώ τον Χριστό μου είναι πράγμα αδύνατο”.

ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΝΩ ΜΟΝΕΣ: Τελικά βλέποντας ο πασάς τη σταθερότητα του μάρτυρα, διέταξε να τον χτυπήσουν σκληρότατα στην κοιλιά. Τον χτύπησαν τόσο που τον άφησαν μισοπεθαμένο. Έτσι αναίσθητο τον πέταξαν στη φυλακή. Μέσα στη φυλακή ευρισκόμενος ο μακάριος Νικόλαος, ευχαριστώντας ολόψυχα τον Κύριο, διότι αξιώθηκε να υποφέρει για το όνομά Του, μετά από τρεις ημέρες παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού και έλαβε τον αμάραντο του μαρτυρίου και της αθλήσεως στέφανο.

Ζητών ο Nικόλαος ευρέσθαι γάμον,
Άφθαρτον εύρε διά πληγών εν πόλω”.


1. Κατ' άλλους 1769 μ.Χ ή 1796 μ.Χ.

16.4.26

Ο Αλιβάνιστος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο-AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Ο Αλιβάνιστος

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
 κείμενο-AUDIOBOOK, 
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   

  Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέντρα της Σταματη-ρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι' άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

– Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ' ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για 'πές μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ' ετάχθη εξ' αριστερών του Σταμάτη, διά ν' ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ' εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

* *
*

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι' ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ' εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ' εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ' επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.

– Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είνε;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια, κ' ύστερα έπεσε μέσα στ' ορμάνι, κ' εχάθηκε.

* *
*

Οι δυο βοσκοί κι' ο Σταμάτης, κι' ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέση μέσα 'σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κ' έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.

*
*   *

– Πώς έκαμες, βλοημένε κ' έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο,... απ' τα 'Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·... είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κ' εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα... Ας είνε καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ' ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο! ...Ας έχη την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη.

– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάστασι να κάμω 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! ... Να πάρης ευλογία! ... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! ... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.

*
*   *

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ' εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ' αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ' εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι' αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ' στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ', ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ' εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

– Επέμεινε.

– Θα μου πης τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ' ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ', είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ' εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα.

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ' αφήση να μεταλάβης.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!


ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=RHpGo-rBui0

 

14.4.26

Ο Άρης από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Άρης

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



      ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Άρης είναι ένας από τους θεούς πολέμου, μέλος του Δωδεκαθέου και γιος του Δία και της Ήρας. Οι Έλληνες πιστεύοντας στη θεότητα του Άρη του απέδιδαν και μια αμφισημία: αν και προσωποποιούσε τη φυσική ανδρεία που είναι αναγκαία για την επιτυχία στον πόλεμο, ήταν συγχρόνως μια επικίνδυνη δύναμη, ακόρεστη για σφαγές στα πεδία των μαχών, σχεδόν ζωώδης. Οι γιοι του Φόβος και Δείμος [τρόμος], όπως και η αδελφή της Έριδος, Ενυώ, τον συνόδευαν στον πόλεμο με το άρμα του. Στην Ιλιάδα, ο πατέρας του, ο Δίας, τον αποκαλεί ως το μισητότερό του θεό1! Στον Τρωικό Πόλεμο, ο Άρης ήταν στην πλευρά του ηττημένου, ενώ η Αθηνά, που στήριζε τους Έλληνες ήταν η θριαμβεύτρια επί του αδελφού της. Γενικά ο Άρης παίζει έναν μάλλον περιορισμένο ρόλο στην Ελληνική Μυθολογία αν και συχνά αναφέρεται κυρίως για τις πολλές ερωτικές σχέσεις του, ενώ άφθονοι απόγονοί του συχνά πρωταγωνιστούν σε πολλές μυθικές αναφορές. Όταν ο Άρης εμφανίζεται στους μύθους, συνήθως αντιμετωπίζει ταπεινώσεις2. Είναι κυρίως γνωστός ως παράνομος εραστής της Αφροδίτης, την περίοδο που εκείνη ήταν παντρεμένη με τον Ήφαιστο.

Ρωμαίκό αντίγραφο ελληνικού αγάλματος του θεού.

  ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ
: Η ετυμολογία του ονόματος του “Άρη” αποδίδεται από ορισμένους στην ελληνική λέξη ἀρή”, ιωνικό τύπο της δωρικής λέξης “ἀρά” που σημαίνει “όλεθρος, καταστροφή, κατάρα”. Η πρώτη βεβαιωμένη μορφή του ονόματος είναι στη μυκηναϊκή ελληνική λέξη α-re”, της Γραμμικής Β [συλλαβική γραφή]3. Κάποιες επιγραφές της νεότερης Μυκηναϊκής εποχής αναγράφουν το όνομα Ενυάλιος, ως ένα άλλο όνομα για το θεό του πολέμου. Ο Άρης εμφανίζεται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπου ο Δίας εκφράζει συχνά την αποστροφή του προς εκείνον, ιδιαίτερα όταν ο Άρης επέστρεψε τραυματίας και διαμαρτυρόμενος από το πεδίο της μάχης έξω από τα τείχη της Τροίας. Αυτή η αποστροφή που έδειχναν θεοί και Έλληνες συχνά προς το θεό του πολέμου δικαιολογείται και από τις σχέσεις του Άρη με τους Θράκες, οι οποίοι θεωρούντο ως ένα βάρβαρο και πολεμοχαρές φύλο. Άλλωστε η Θράκη θεωρείτο γενέτειρα του Άρη και ο τόπος που κατέφυγε ο θεός του πολέμου ταπεινωμένος μετά τον γενικό εμπαιγμό του, κατά την ερωτική του περιπέτεια με την Αφροδίτη, από μέρους των υπολοίπων θεών.

  ΛΑΤΡΕΙΑ: Στη Σπάρτη, πολύ νωρίς, ο Άρης θεωρήθηκε ως ένα αρρενωπό πρότυπο στρατιώτη. Σε παλαιότερες εποχές φαίνεται ότι προς τιμήν του οι Λακεδαιμόνιοι τελούσαν ακόμη και ανθρωποθυσίες. Συχνά, πριν από μια μάχη οι νέοι Σπαρτιάτες πολεμιστές θυσίαζαν από ένα κουτάβι ανά ομάδα προς τιμήν του Ενυαλίου που στην Κλασική Περίοδο ταυτίστηκε με τον Άρη. Ναός του Άρη, όμως, υπήρχε και στην Αγορά των Αθηνών, πράγμα που το αναφέρει και ο Παυσανίας4. Στην Αθήνα ακόμη υπήρχε ο Άρειος Πάγος [βράχος του Άρη], που αποτελούσε έδρα δικαστηρίου.

ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΘΗΒΑ: Ο Άρης πρωταγωνιστεί και στο μύθο της ίδρυσης των Θηβών. Ο Άρης ήταν ο πρόγονος του δράκου που σκοτώθηκε από τον Κάδμο. Από τα δόντια αυτού του δράκου, φυτεμένα στο έδαφος, βγήκαν οι πλήρως οπλισμένοι μαχητές, οι λεγόμενοι Σπαρτοί. Για να εξευμενίσει τον Άρη, ο Κάδμος πήρε ως σύζυγό του την Αρμονία, κόρη του θεού και της Αφροδίτης.

ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΑΡΗ: Από την Αφροδίτη ο Άρης απέκτησε πολλά τέκνα. Τα ονόματα ορισμένων από αυτά ήταν: Φόβος, Δείμος, Αρμονία, Αδράστεια, Αντέρως, Ίμερος και Πόθος. Ακόμη απέκτησε: από την Αερόπη τον Αερόπο, από την Άγλαυρο την Αλκίππη, από την Αλθαία τον Μελέαγρο [κατά μία εκδοχή], από την Αγχιρόη τον Σίθωνα, από την Αστυόχη τον Ασκάλαφο και τον Ιαλμενό, από την Αταλάντη, τον Παρθενοπαίο [ενδεχομένως], από την Καλλιόπη [ή την Καλλιρρόη] τον Μύγδονα και τον Οδόμαντο, από την Κριτοβούλη τον Παγανέα, από την Κυρήνη τον Διομήδη, από τη Δαιμονίκη τον Θέστιο και τον Μόλο, από τη Δορμοθέα τον Στύμφαλο5. Ακόμη τέκνα του Άρη θεωρούντο και οι: Φλεγύας [βασιλιάς της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας αργότερα], ο Δράκος της Θήβας, οι Αμαζόνες Ιππολύτη, Αντιόπη, Πενθεσίλεια και Μελανίππη, η Σινώπη, ο Κύκνος, ο Παρράσιος, ο Λύκακτος, ο Βίθυς, ο Οινόμαος [από τη Στερόπη], ο Τμώλος, ο Άλκων6, ο Χάλυψ7, η Υπερβίη, ο Λύκος [της Λιβύης], ο Τηρέας, κ.ά.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΗ: Κάποτε ο Άρης γνώρισε την οργή του Ποσειδώνα, εξαιτίας της δολοφονίας ενός γιου του τελευταίου, ο οποίος προηγουμένως είχε βιάσει την Αλκίππη, κόρη του θεού του πολέμου. Για αυτή την πράξη, ο Ποσειδώνας κάλεσε τον Άρη να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου των Ολυμπίων θεών. Η δίκη διεξήχθη σε έναν λόφο στην Αθήνα. Εκεί τελικά ο Άρης δικαιώθηκε. Η δίκη αυτή του θεού έδωσε την αφορμή για την ονομασία του λόφου Αρείος Πάγος8.

Ο Άρειος Πάγος, από την Ακρόπολη

Ο ΚΥΚΝΟΣ
: Ο Κύκνος, γιος κι αυτός του Άρη, ήταν τόσο κτηνώδης και επικίνδυνος που είχε βάλει στόχο του να κτίσει έναν ναό προς τιμήν του πατέρα του από κρανία και τα οστά ταξιδιωτών, που περνούσαν από την παράλια Φθιώτιδα όπου εκείνος παραμόνευε. Ο Ηρακλής κατόρθωσε τελικά να τον σκοτώσει, πράγμα που επέφερε τη μήνι του Άρη, ο οποίος επιτέθηκε στον φημισμένο ήρωα και τον τραυμάτισε9.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Η Αφροδίτη είχε παντευτεί με τον κουτσό και άσχημο Ήφαιστο. Όμως δεν άντεξε για πολύ να μείνει πιστή στον άντρα της. Σύντομα σαγηνεύτηκε από την ομορφιά και τη σωματική διάπλαση του Άρη και έγινε ερωμένη του. Ο Ήλιος, όταν είδε κάποια φορά τον Άρη και την Αφροδίτη να πλαγιάζουν στο κρεβάτι του Ήφαιστου μέσα στο ίδιο του το παλάτι, έτρεξε και του το φανέρωσε, άλλωστε “ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον”! Τότε ο θεός ζήτησε από τον Ήλιο να μη φανερώσει σε κανέναν άλλο το μυστικό και σκαρφίστηκε ένα σχέδιο. Άπλωσε στο κρεβάτι του ένα αόρατο δίχτυ. Έτσι την επόμενη φορά που οι δυο παράνομοι εραστές πλάγιασαν στο κρεβάτι, μπλέχτηκαν στο δίχτυ. Απεγνωσμένα προσπαθούσαν να ελευθερωθούν. Μάταια όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσαν, τόσο περισσότερο μπλέκονταν. Ο Ήφαιστος μόλις γύρισε στο παλάτι του, βρήκε τους παράνομους συντρόφους γυμνούς και ακινητοποιημένους στο κρεβάτι. Γεμάτος οργή και παράπονο ο Ήφαιστος τα έβαλε με τον Άρη, που αν και ήταν αδερφός του δε δίστασε να τον προδώσει, αλλά και με τη γυναίκα του. Για να πάρει την εκδίκησή του φώναξε τον Δία και τους υπόλοιπους θεούς και τους έδειξε τους αδιάντροπους εραστές που ήταν ακόμη μπλεγμένοι στα δίχτυα. Οι θεοί όλοι κατηγορούσαν την άπιστη σύζυγο και τον άκαρδο αδερφό και τους έβριζαν για το αμάρτημά τους. Έτσι ξεθύμανε η οργή του Ήφαιστου και τους ελευθέρωσε. Ο Άρης, γεμάτος αμηχανία και ντροπή, επέστρεψε στην πατρίδα του, τη Θράκη.

ΔΕΜΕΝΟΣ ΣΕ ΧΑΛΚΙΝΟ ΔΟΧΕΙΟ!: Σε έναν αρχαϊκό μύθο, δύο χθόνιοι γίγαντες, οι Αλωάδες, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, την περίοδο της Γιγαντομαχίας, έδεσαν τον Άρη με αλυσίδες και τον έβαλαν σε ένα χάλκινο δοχείο, όπου παρέμεινε για δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Αυτό ίσως να ήταν και το πρώιμο τέλος για το θεό του πολέμου, αν η πανέμορφη Ερίβοια, θετή μητέρα των γιγάντων, δεν το απεκάλυπτε στον Ερμή. Ο Άρης στο μεταξύ φώναζε και ούρλιαζε μέσα από το χάλκινο πίθο μέχρι που η Άρτεμις έβαλε να αλληλοσκοτωθούν τα δυο αδέλφια, οπότε ο Ερμής τον απελευθέρωσε.


ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
: Όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος, ο καβγατζής θεός είχε υποσχεθεί στη μητέρα του Ήρα και στην Αθηνά να βοηθήσει τους Έλληνες. Όμως, ξελογιασμένος, και πάλι, από την ομορφιά της Αφροδίτης, πέρασε σε μια κρίσιμη στιγμή στην αντίπαλη παράταξη. Για αρκετό καιρό παραστεκόταν στον Έκτορα, ο οποίος θέριζε τους Έλληνες, καθώς έλειπε από το πεδίο της μάχης ο Αχιλλέας. Η Ήρα αγανακτισμένη με το γιο της που από μικρός μονάχα προβλήματα της προκαλούσε, έτρεξε στον Δία και του ζήτησε την άδεια να διώξει τον Άρη από τη μάχη, πληγώνοντάς τον. Αυτός δέχτηκε, μια και δε συμπαθούσε καθόλου το γιο του. Αμέσως η Ήρα έστειλε την Αθηνά να τον κανονίσει όπως αυτή ήξερε. Η σοφή Παλλάδα φόρεσε την κυνέα, τη σκούφια δηλαδή του θείου της του Πλούτωνα, που την έκανε αόρατη, και όρμησε στην Τρωική πεδιάδα. Έπειτα στάθηκε πάνω στο άρμα του Διομήδη που ξεκινούσε μάχη με τον Άρη, χωρίς βέβαια να γνωρίζει ότι ήταν ο Ολύμπιος θεός. Αυτός πρώτος εκτόξευσε το χάλκινο δόρυ του εναντίον του θνητού πολεμιστή, αλλά η αθέατη Αθηνά το έσπρωξε με τα δυο της χέρια και έπεσε στο κενό. Τότε ο Διομήδης έριξε το δικό του δόρυ και η Αθηνά το κατεύθυνε στα πλευρά του Άρη. Αυτός πληγωμένος έπεσε καταγής και έβγαλε τρομερή φωνή που πανικόβαλε Έλληνες και Τρώες, γιατί ήταν σαν να φώναζαν μαζί δέκα χιλιάδες πολεμιστές. Μετά πέταξε στον Όλυμπο τυλιγμένος σε πυκνά σύννεφα. Εκεί έδειξε κλαίγοντας την πληγή του στο Δία και άρχισε να του παραπονιέται ότι δείχνει εύνοια στην Αθηνά επειδή είναι καθαρά δικό του παιδί. Ο πατέρας των θεών, έξω φρενών με το γιο του, του απάντησε με προσβλητικά λόγια. Αλλά γιος του ήταν και δεν άντεχε να τον βλέπει να πονάει και να κλαίει. Γι' αυτό έδωσε εντολή στον Παίονα, το γιατρό των θεών, να θεραπεύσει την πληγή του. Αλλά και στην τελική μάχη του Τρωικού πολέμου όλοι οι θεοί, με την άδεια του Δία, έτρεξαν πάνοπλοι στο πεδίο της μάχης. Πλάι στους Τρώες κατέφτασε ο Άρης, η Άρτεμη, ο Φοίβος κι η Αφροδίτη. Ο Άρης, που ήταν χολωμένος με την Αθηνά, γιατί πάντα τον ντρόπιαζε μπροστά στα μάτια των Ολυμπίων, όρμησε με την πρώτη ευκαιρία καταπάνω της και της μίλησε με άσχημα λόγια. Έπειτα έριξε το δόρυ του στην αιγίδα της Αθηνάς που ούτε ο κεραυνός του Δία δεν τη διαπερνούσε. Η θεά τραντάχτηκε και έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω. Χωρίς να χάσει το θάρρος της, άρπαξε μια πελώρια κοτρόνα και την εκσφενδόνισε στον πολεμόχαρο θεό. Η κοτρόνα χτύπησε τον Άρη στο λαιμό, λύγισαν τα γόνατά του και έπεσε φαρδύς πλατύς κάτω. Το τεράστιο κορμί του απλώθηκε και σκέπασε εφτά στρέμματα. Τα γόνατά του μάτωσαν και τα μαλλιά του γέμισαν χώματα. Όλοι οι θεοί άρχισαν να γελάνε όταν είδαν ξαπλωμένο καταγής το θεό του πολέμου, που για μια ακόμη φορά τον ρεζίλεψε η Αθηνά. Μονάχα η Αφροδίτη έτρεξε κοντά του, τον βοήθησε να σηκωθεί και πιάνοντάς τον από το χέρι τον ανέβασε στον Όλυμπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Όμηρος, Ιλιάδα, Δ 436 κ.εξ., Ε 385-391, Ν 299 κ.εξ., Ν 103, Οδύσσεια, θ 266 – 366. Chadwick, John, 1976), Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Cambridge, Cambridge University Press. Υγίνος, Fabulae, 30, 159. Απολλόδωρος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, ii.382κ.εξ. και 1031κ.εξ. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 2. 5, 8. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 3. 19, 7-8 και 3.15,7. Ησίοδος, Θεογονία, 934 κ.εξ., Ασπίς Ηρακλέους, 191, 460. Quintus Smyrnaeus, 10.51. Νόννο, Διονυσιακά, 18.274, κ.εξ.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Όμηρος, Ιλιάδα, Ε΄890 – 891: “ἔχθιστος δέ μοί ἐσσι θεῶν οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν: αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι”.

2. Όπως κατά τον τραυματισμό του απλο το Διομήδη που περιγράφεται στη ραψωδία Ε΄ της Ιλιάδας.

3. Gulizio, Joannn. “a-re”, Εφημερίδα της Προϊστορικής Θρησκείας, 15, σελ. 32-38.

4. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 3.14,9.

5. Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά,2. 946.

6. Υγίνος, Fabulae,173.

7. Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 2. 373.

8. Berens, EM, Μύθοι και Θρύλοι της Αρχαίας Ελλάδα και τη Ρώμη, σ. 113 Project Gutenberg, 2007.

9. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 2.11 5. και 2. 7. 7.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Άρτεμις από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Η Άρτεμις από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Άρτεμις, από ερυθρόμορφος κύλικα   ΓΕΝΙΚΑ : H Άρτεμις είναι μια α...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....