Ετικέτες - θέματα

14.6.26

Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα: Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ

 

Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα: 

Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

  ΓΕΝΙΚΑ: Ο Νότιος Σταυρός [Λατ. Crux, συντ.: Cru], πιο γνωστός ως «Σταυρός του Νότου», είναι αστερισμός που σημειώθηκε πρώτη φορά το 1603, όταν διαχωρίστηκε από τον Κένταυρο. Αποτελεί τον μικρότερο αστερισμό, αλλά έναν από τους πιο ευδιάκριτους. Τρεις πλευρές του περιτριγυρίζονται από τον αστερισμό του Κενταύρου, ενώ προς τα νότια βρίσκεται ο αστερισμός Μύια [Musca]. 

   

   Ο Σταυρός του Νότου ήταν για τους αρχαίους Έλληνες τμήμα του Κενταύρου, αλλά ορίστηκε ως ξεχωριστή ομάδα αστέρων τον 16ο αιώνα μετά την εξερευνητική αποστολή του Αμέρικο Βεσπούκι στη Νότια Αμερική [1501]. Ο Βεσπούκι χαρτογράφησε τους δυο αστέρες, Άλφα του Κενταύρου και Βήτα του Κενταύρου, καθώς και τους αστέρες του Σταυρού του Νότου. Αν και αυτοί οι αστέρες ήταν γνωστοί στους αρχαίους Έλληνες, η σταδιακή μετάπτωση τους έχει φέρει χαμηλά κάτω από τον ορίζοντα της Ευρώπης με αποτέλεσμα να ξεχαστούν. Η έκταση του αστερισμού είναι μόλις 68,4 τ. μοίρες, πράγμα που τον κατατάσσει στη τελευταία θέση, σε έκταση, μεταξύ των 88 αστερισμών της ουράνιας σφαίρας. Είναι ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 25° Βόρεια και 90°Νότια. Στην Ελλάδα ο αστερισμός είναι περισσότερο γνωστός από το ομώνυμο ποίημα του ποιητή-ναυτικού Ν. Καββαδία.


   ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ: Ο Σταυρός του Νότου έχει 49 ορατά άστρα [φ.μ. ≤ 6,5]. Οι α1 και α2, που έχουν φαινόμενο μέγεθος αντίστοιχα 1,33 και 1,74, εξαιτίας του μικρού διαχωρισμού τους φαίνονται στο γυμνό μάτι και με κιάλια ως ενιαίος αστέρας φαινόμενου μεγέθους 0,86. Όμως, στην πραγματικότητα ο α1 είναι διπλός [όπως προκύπτει από φασματοσκοπική μελέτη] ενώ ένας άλλος αστέρας, ο C, τους ακολουθεί στον χώρο. Συνεπώς πρόκειται για τετραπλό σύστημα. Η απόσταση του συστήματος από τη Γη ανέρχεται σε 370 έτη φωτός, αλλά μειώνεται με ρυθμό 11,2 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Ο β Νοτίου Σταυρού [φαιν. μεγ. 1,25] είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Μιμόζα. Ο γ είναι μεταβλητός αστέρας [ερυθρός γίγαντας], με μέσο φαινόμενο μέγεθος 1,59, οπότε η απόστασή του των 88 ετών φωτός από τη Γη τον καθιστά τον πλησιέστερο ερυθρό γίγαντα. Οι αστέρες δ, ε, ζ, η, θ1, θ2, ι, λ και μ1, έχουν αντίστοιχα φαινόμενο μέγεθος 2,80, 3,59, 4,04, 4,15, 4,33, 4,72, 4,69, 4,62 και 4,03.

  ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ: Επειδή τέμνεται (στο νότιο μέρος του) από τον γαλαξιακό ισημερινό, ο Νότιος Σταυρός, παρότι μικρός σε έκταση, περιέχει αρκετά σώματα του δικού μας Γαλαξία. Όπως, το Νεφέλωμα Coalsack που είναι το καλύτερα ορατό σκοτεινό νεφέλωμα. Φαίνεται ξεκάθαρα με γυμνό μάτι υπό τη μορφή μεγάλης σκοτεινής κηλίδας διαστάσεων 7×5 μοιρών. Ένα άλλο αντικείμενο στον αστερισμό του Νότιου Σταυρού είναι το ανοιχτό σμήνος NGC 4755, πιο γνωστό, στη διεθνή Αστρονομία, ως Jewel Box ή Kappa Crucis Cluster, που ανακαλύφθηκε από τον Νicolas L. de Lacaile, το 1751. Απέχει περίπου 7.500 έτη φωτός, έχει φαιν.μέγεθος 4,2 και αποτελείται από σχεδόν 100 αστέρες διασκορπισμένους σε μια τετράγωνη περιοχή περίπου 20 ετών φωτός. Δύο ακόμη ανοικτά σμήνη φαίνονται στον ουρανό του Σταυρού του Νότου: το Ru 98 (στη νοτιοδυτική γωνία του αστερισμού) και το NGC 4609, που έχουν φαινόμενα μεγέθη 7,0 και 6,9 αντιστοίχως. Ο αστέρας HD 108147 [φ.μ. 6,99], που απέχει από εμάς 125,8 έτη φωτός, έχει ένα εξωηλιακό πλανήτη μάζας εκατονταπλάσιας της Γης, που περιφέρεται γύρω του μία φορά κάθε 10 ημέρες 21 ώρες και 9 λεπτά σε τροχιά με υψηλή εκκεντρότητα. Η απόσταση πλανήτη-αστέρα είναι μόλις το 1/10 της αποστάσεως Γης-Ηλίου.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=QCekPgeBhGQ

KI EΔΩ: 


 

13.6.26

Η μυθική ''Ιστορία'' της Λάρισας και της ευρύτερης Θεσσαλίας [Μυθική Θεσσαλία 1.] Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

Η μυθική ''Ιστορία'' της Λάρισας και της ευρύτερης Θεσσαλίας  [Μυθική Θεσσαλία 1.]

Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


Η Θεσσαλία

Η ομηρική Ελλάς. Διακρίνονται κια τα βασίλεια της Θεσσαλίας

    Κέντρο της Ελλάδας και καρδιά του μυθικού της κόσμου. Θεσσαλία! Θέσις + αλς = θέση θάλασσας. Αυτό ισχυρίζονται οι γλωσσολόγοι και δεν έχουν άδικο. Πράγματι, λίγα εκατομμύρια χρόνια πριν η Θεσσαλία καλύπτονταν από νερά. Τα νερά μιας τεράστιας, μα σχετικά ρηχής λίμνης, από υδάτινους όγκους που συγκεντρώνονταν από πολυάριθμα ρεύματα που κατηφόριζαν από τα γύρω βουνά. Όμως αυτά τα μικρά ποτάμια μετέφεραν μεγάλες ποσότητες φερτής ύλης η οποία συσσωρεύονταν στον πυθμένα της λίμνης. Κάποτε, με την πάροδο των αιώνων, αυτή η μεγάλη μάζα νερού βρήκε έξοδο προς το Αιγαίο πέλαγος, στην περιοχή μεταξύ των βουνών Ολύμπου και Όσσας. Αυτό θεωρήθηκε, από τη μεριά των γεωλόγων, αποτέλεσμα της διάβρωσης των ορεινών όγκων, μιας διάβρωσης που οφειλόταν στη δύναμη των υδάτων, ή, κατ' άλλους, αποτέλεσμα σεισμικής δραστηριότητας στην περιοχή. Αντίθετα, σύμφωνα με την πλούσια ελληνική Μυθολογία, “δράστης” αυτού του διαχωρισμού των ορεινών όγκων υπήρξε ο θαλάσσιος θεός Ποσειδών.

    Έτσι η περιοχή της Θεσσαλίας μετατράπηκε σε εύφορη πεδιάδα με τα μοναδικά κατάλοιπα που θύμιζαν το υδάτινο παρελθόν της, το ρου του Πηνειού ποταμού και κάποιες αβαθείς λίμνες, όπως η Βοιβηίδα και η Νεσσωνίτιδα, που βεβαίως δεν υπάρχουν σήμερα.

   Όταν αναφερόμαστε στη Θεσσαλία δεν εννοούμε το σημερινό ομώνυμο διοικητικό διαμέρισμα της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά μια ευρύτερη περιοχή, που, σε γενικές γραμμές, εκτεινόταν στα ανατολικά από την περιοχή των εκβολών του Πηνειού, μέχρι τις Θερμοπύλες, και δυτικά από την περιοχή της κεντρικής Πίνδου μέχρι το όρος Οίτη. Σύνορά της θεωρούνταν στους ιστορικούς και προϊστορικούς χρόνους προς Βορρά η Πιερία και η Ελίμεια της Μακεδονίας, δυτικά η Αθαμανία (ή Αθαμαντία) και η Μολοσσία, νότια η Λοκρίδα , η Δωρίδα και η Αιτωλία, ενώ στα ανατολικά η Θεσσαλία βρεχόταν από το Αιγαίο και τους κόλπους Παγασητικό, Μαλιακό και Βόρειο Ευβοϊκό. Πρόκειται δηλαδή για μια περιοχή τουλάχιστον μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την έκταση της σημερινής Θεσσαλίας. Είναι βέβαιο ότι ακόμα και κατά την υστεροβυζαντινή εποχή η έκτασή της είναι ανάλογη με αυτή των αρχαίων χρόνων καθώς οι ιστορικές πηγές μας αναφέρουν ότι πρωτεύουσα του μεσαιωνικού κρατιδίου της Θεσσαλίας κατά τον 13ο αιώνα ήταν οι Νέες Πάτρες (Υπάτη), αρκετά νοτιότερα από τα σημερινά σύνορά της.

Οι περίοδοι της θεσσαλικής ιστορίας χωρίζονται ως εξής:

100.000- 8000 π.Χ. παλαιολιθική εποχή.

8.000- 5.000 π.Χ. μεσολιθική εποχή.

5.000- 2.300 π.Χ. προκεραμική και κεραμική εποχή.

2300- 2000 π.Χ. εποχή του χαλκού.

2000- 1.250 π.Χ. μυκηναϊκή ή μινυακή εποχή (είναι η περίοδος σχηματισμού των πρώτων μύθων του γένους μας με τους οποίους θα ασχοληθούμε σ’ αυτόν τον τόμο).

1250- 600 π.Χ. γεωμετρική εποχή.

600- 197 π.Χ. κλασσική και ελληνιστική εποχή-αρχική οργάνωση του Κοινού των Θετταλών μέχρι και τη ρωμαϊκή εισβολή στη Θεσσαλία.

197 π.Χ.- 330 μ.Χ. ρωμαιοκρατία.

330- 610 μ.Χ. πρωτοβυζαντινή περίοδος- εισβολή Σλάβων.

610- 986 μ.Χ. μεσοβυζαντινή περίοδος μέχρι την άλωση της Λάρισας από τους βουλγάρους και την εισβολή διαφόρων βαλκανικών και άλλων φύλων σ’ όλη τη Θεσσαλία.

986 - 1392 (ή 1423) μ.Χ. υστεροβυζαντινή περίοδος και ίδρυση του κρατιδίου της Θεσσαλίας μέχρι και την πρώτη τουρκική εισβολή στη Λάρισα υπό τον Εβρενός Μπέη.

1393- 1881 τουρκοκρατία.

1881- και σήμερα, νεώτερη ιστορία.

Η Θεσσαλία και η Λάρισα – γενικά

   Το παλαιότερο όνομα, της Βορειοανατολικής, αλλά και ολόκληρης της Θεσσαλίας που συναντάμε στους αρχαίους συγγραφείς είναι Πελασγία ή Πελασγιώτιδα. Το όνομα αυτό προέρχεται από τους πρώτους κατοίκους της, τους Πελασγούς που ήταν μια ομάδα Προελλήνων . Στα ιστορικά χρόνια της κλασικής εποχής μόνο το όνομα της ανατολικής επαρχίας (Πελασγιώτις – περιοχή της Λάρισας) εξακολουθεί να τους θυμίζει. Αντίθετα το ελληνικό φύλο των Αιολέων επικρατεί στα δυτικά (Αιολίς- Θεσσαλιώτις).

   Άλλα ονόματα της αρχαίας Θεσσαλίας είναι Πυρραία (στα λεξικά Σούδας και Ησύχιου), Πανδώρα Γη (Στράβων η΄), Δρυοπίς, Ελλάδα (Πλίνιος 4) και από το φύλο των Αιμόνων, Αιμονία (Πίνδαρος, Αθήναιος). Οι Θεσσαλοί ονομάζονταν αλλιώς και Εφυραίοι διότι προήλθαν από την Εφύρα της δυτικής Ηπείρου (Fr. Stαhlin – “Η Θεσσαλία”). Κυριάρχησαν στα νοτιοδυτικά, γι’ αυτό και το όνομα Θεσσαλιώτις, ενώ στην Ανατολή και το Βορρά συγχωνεύτηκαν με τους ντόπιους αρχαιότερους κατοίκους και διατηρήθηκαν τα παλαιότερα τοπωνύμια: Πελασγιώτις, Φθιώτις, Εστιαιώτις. Τότε αντικαταστάθηκαν και οι ονομασίες πόλεων Άρνη και Φθία με τις Κιέριον και Φάρσαλος αντίστοιχα.

  Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Αχαιοί της Φθίας ονομάζονταν και Μυρμιδόνες. Γενάρχης θεωρείται ο Αιακός που ήταν γιος του Δία και της Ευρώπης και ζούσε στην Αίγινα. Όταν μετά από μια τιμωρία της Ήρας ερημώθηκε από κατοίκους το νησί, ο Αιακός μένοντας μόνος του στο νησί, παρακάλεσε το Δία να του χαρίσει συντρόφους. Τότε ο Ζευς μεταμόρφωσε ένα μεγάλο αριθμό μυρμηγκιών που βρίσκονταν στην κουφάλα ενός δέντρου, σε ανθρώπους. Αυτοί ονομάστηκαν Μυρμιδόνες, δηλαδή μυρμήγκια, εξαιτίας της καταγωγής τους. Αργότερα οι Μυρμιδόνες ακολούθησαν το γιο του Αιακού Πηλέα και κατοίκησαν στη Θεσσαλική Φθία, ενώ ο αδελφός του Πηλέα, ο Τελαμών έγινε βασιλιάς στη Σαλαμίνα.

Κυρίαρχη θέση στο κράτος της Θεσσαλίας κατείχε η ΛάρισαΛάρισσα των αρχαίων). Κτισμένη στο χώρο που σήμερα λέμε «Φρούριο», ήταν φυσικά προφυλαγμένη από Βορρά και Δύση χάρις στον ποταμό Πηνειό. Είναι βέβαιο ότι τεχνητή οχύρωση θα υπήρχε και προς Νότο και Ανατολή αλλά, όπως είναι φυσικό, θεωρείται αδύνατον να το βεβαιώσουμε αρχαιολογικά, λόγω των αλλεπάλληλων στρωμάτων των οικισμών που είχαν κτιστεί εκεί κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της πόλης.

Πιθανότερος πρώτος οικιστής της θεωρείται ο Λάρισσος, γιος του Πελασγού, ή, κατ’ άλλες πηγές, ο ίδιος ο Πελασγός, που την ονόμασε έτσι προς τιμήν της κόρης του Λάρισσας. Μια τρίτη άποψη, που μάλλον συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες, είναι αυτή που μας παρουσιάζει τον Ακρίσιο, πατέρα του πρώτου βασιλιά της Λάρισας, του Τεύταμου, πρώτο οικιστή της.

Ετυμολογικά η λέξη Λάρισ(σ)α είναι πελασγική και σημαίνει ακρόπολη ή ύψωμα-λόφος. Αυτό που στην ντόπια γλωσσολαλιά λέμε «τούμπα».

1. Απολλώνιος ο Ρόδιος ( Αργοναυτικά).

12.6.26

Ο Ήφαιστος, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου,

 

Ο Ήφαιστος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



     

Ήφαιστος και Θέτις [Ασπίς Αχιλλέως]
  ΓΕΝΙΚΑ-ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ-ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Ο Ήφαιστος ήταν ο θεός της φωτιάς και των μεταλλουργών. Αντιστοιχεί στην ύστερη ρωμαϊκή θεότητα με το όνομα Vulcanus. Ήταν ενταγμένος στη λατρεία του δωδεκαθέου. Σύμφωνα με τον Όμηρο1, ήταν γιος του Δία και της Ήρας. Ωστόσο, ο Ησίοδος τον παρουσιάζει όχι ως καρπό του έρωτα αλλά της έριδας και φιλονικίας μεταξύ του Δία και της Ήρας, αφού φαίνεται ότι γεννήθηκε από την Ήρα με παρθενογένεση2. Η Ελληνική Μυθολογία αποτελεί ένα επιστέγασμα παρατηρήσεων των δυνάμεων της φύσεως παράλληλα με ηθικές αξίες. Η αφήγηση και αιτιολόγηση των παραπάνω αποδόθηκε με έναν αλληγορικό τρόπο "καθ΄ ομοίωση", θα λέγαμε των ανθρώπων, τόσο από τον Όμηρο όσο και από τον Ησίοδο. Σκοπός ήταν οι έννοιες αυτές να τύχουν κοινής αποδοχής και σεβασμού. Κάτι τέτοιο φαίνεται και στο μύθο του Ηφαίστου, που αιτιολογείται στη μακροχρόνια παρατήρηση της φύσης από τους προγόνους μας και τις μεγάλες γεωλογικές αναστατώσεις που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο κατά το απώτερο παρελθόν. Ο Ήφαιστος, που το όνομά του ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική λέξη (ρήμα) "ἧφθαι3", που σημαίνει “αναμμένο είναι”, αποτέλεσε την ανθρωπόμορφη θεότητα της φυσικής δύναμης της φωτιάς σε όλες τις μορφές της και χρήσεις της, [κεραυνός, αστραπή, ηφαίστειο], αλλά και της εσωτερικής ανθρώπινης φλόγας έμπνευσης και δημιουργίας.

Ο Ήφαιστος του Βελάσκεθ
ΓΕΝΝΗΣΗ: Έτσι με βάση τα παραπάνω "γεννήθηκε" στον ελληνικό νου ο 'Ηφαιστος. Ο Ήφαιστος είναι ο νεότερος των θεών, ο υστερότοκος των μεγάλων θεών που όμως θεωρείται και "νεότερος" επειδή ποτέ δεν χάνει τη δύναμή του. Φέρεται άσχημος και παραμορφωμένος, τόσο που η ίδια η μητέρα του, η Ήρα, τον πέταξε από τον Όλυμπο κάποτε από τη ντροπή της! Ο θεός-βρέφος έπεσε στη θάλασσα, όπου τον περισυνέλεξαν η Θέτις και η Ευρυνόμη (θεότητες της θάλασσας), οι οποίες τον ανέθρεψαν για εννέα χρόνια. Μόλις μεγάλωσε, ο θεός έστησε αμέσως το πρώτο του σιδηρουργείο στον βυθό του Αιγαίου [εδώ υπονοούνται θαλάσσια ηφαίστεια], σφυρηλατώντας εκεί ακάματα, όμορφα αντικείμενα για τις δύο προστάτιδές του.

Ο Ήφαιστος του Τζιορντάνο
   Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ: Μια μέρα, η Ήρα, ζηλεύοντας τα κοσμήματα της Θέτιδας, ρώτησε τη Νηρηίδα αυτή για την προέλευσή τους και, όταν ανακάλυψε ότι τα είχε φιλοτεχνήσει ο γιος που η ίδια είχε περιφρονήσει, πήγε η ίδια κατά μία εκδοχή, τον πήρε μαζί της και τον ξανάφερε στο βουνό των θεών. Εκεί, του προσέφερε ένα σιδηρουργείο με 20 φυσερά και του έδωσε για σύζυγο την πανέμορφη Αφροδίτη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Ήφαιστος έστειλε κάποτε δώρο στη μητέρα του έναν μοναδικής τέχνης θρόνο, στον οποίο μόλις κάθισε εκείνη παγιδεύτηκε αυτόματα από αόρατα δεσμά και υποχρεώθηκε να ζητήσει τη βοήθεια του περιφρονημένου γιου της προκειμένου να ελευθερωθεί. Ο Ήφαιστος “πείστηκε” χάρις στα επιχειρήματα και το... άφθονο κρασί του Διονύσου που τον επισκέφτηκε για το σκοπό αυτό στη Λήμνο.

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ: Στην Ιλιάδα, η Αφροδίτη φαίνεται πως απατά τον Ήφαιστο με τον Άρη στην ίδια τη συζυγική του κλίνη. Όμως ο άσχημος αλλά και έξυπνος θεός της φωτιάς τους αιφνιδίασε παγιδεύοντάς τους σε ένα λεπτό χρυσό δίχτυ και έπειτα τους εξέθεσε σε κοινή θέα στα μάτια των υπολοίπων θεών! Ο Ησίοδος πάντως εμφανίζει ως σύζυγο του Ηφαίστου την Αγλαϊα, μία από τις Χάριτες και όχι τη θεά της ομορφιάς.

Ρούμπενς:  ο Ήφαιστος ετοιμάζει κεραυνούς του Διός
   ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΛΗΜΝΟ: Σε κάποιο μεταγενέστερο επεισόδιο, ο Δίας ξανάριξε τον Ήφαιστο από την κατοικία των θεών, επειδή αυτός είχε βοηθήσει την Ήρα, όταν εκείνη ήταν κρεμασμένη από τον ουράνιο θόλο, τιμωρημένη για τη θύελλα που είχε στείλει κατά του Ηρακλή. Αυτή τη φορά, ο Ήφαιστος έπεσε σε ξηρά, στη νήσο Λήμνο, όπου τον βρήκαν το απόγευμα της ίδιας μέρας, εξαντλημένο και με σπασμένα τα πόδια του από την πτώση, οι Σίντιες, κάτοικοι του νησιού. Η φιλοξενία των φτωχών αυτών ανθρώπων έκανε από τότε το νησί τους αγαπημένο τόπο του θεού πάνω στη γη. Εκεί, πάνω στο όρος Μόσυχλο, ξανάφτιαξε από την αρχή το, εργαστήρι του. Εκεί θα δημιουργήσει αργότερα πολλά έξοχα αντικείμενα που του παραγγέλλουν οι θεοί, καθώς και όπλα για αρκετούς ήρωες. Ανάμεσα στα πρώτα χειροτεχνήματα του Ηφαίστου ξεχωρίζει η πήλινη γυναίκα, η Πανδώρα, την οποία ο Δίας έδωσε ως σύζυγο στον Επιμηθέα για να τον εκδικηθεί εξαιτίας της προσβολής που του είχε κάνει ο αδελφός του, ο Προμηθέαςκλέβοντας από τους θεούς τη φωτιά.

ΑΑΛΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ: Στο σπήλαιο του όρους όπου βρισκόταν το σιδηρουργείο του φτιάχτηκαν μερικά διάσημα έργα του, όπως: δύο μηχανικοί βοηθοι του [ρομπότ], η πύλη της Ολυμπίας κατοικίας των θεών, ο θρόνος της Ήρας, το σκήπτρο και ο κεραυνός του Δία, το άρμα του Ήλιου, το περιδέραιο της Αρμονίας, οι ταύροι του Αιήτη, το τόξο της Αρτέμιδος, βέλη για τον Έρωτα και τον Απόλλωνα, η αλυσίδα για τον Προμηθέα στον Καύκασο, η πανοπλία του Άρη, τα αιώνια δεσμά και ο τροχός του Θεσσαλού Ιξίωνα, όπλα και ασπίδα για τον Αχιλλέα, η ασπίδα του Αινεία, ο Τάλως [χάλκινος φρουρός της μινωικής Κρήτης], η τρίαινα του Ποσειδώνα και πολλά άλλα.

Ο Ήφαιστος και τα όπλα του Αχιλλέα [Μουσείο Νεάπολης Ιταλία]

   ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ
: Το όνομα του Ηφαίστου δόθηκε στα «ηφαίστεια όρη», τα γνωστά από τη Γεωλογία δηλαδή ηφαίστεια. Είναι προφανές πως οι άνθρωποι φαντάζονταν ότι κάτω από ένα βουνό που έβγαζε καπνό, φωτιά και βροντώδεις ήχους είχε το σιδηρουργείο του ένας θεός. Για τον ίδιο λόγο, εκτός από το Μόσυχλο [που σημειωτέον επί αιώνες εξέπεμπε αέρια], άλλες εκδοχές, κυρίως από τη λατινική λογοτεχνία, θέλουν το σιδηρουργείο του Ηφαίστου να κρύβεται σε άλλα ηφαιστειογενή μέρη, όπως στην Αίτνα, το Βεζούβιο ή τις Αιολίδες νήσους [Λιπάρες].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου", τ.9ος, σ.408-410. Marie Delcourt, Ήφαιστος ou la legende du magicien, Belles Lettres, Παρίσι, 1957. Frank Brommer, Ηφαίστος, Ο θεός σιδηρουργός στην αρχαία τέχνη. Zabern, Mainz 1978. Όμηρος, Ιλιάδα, Α 571 κ. εξ. και Σ 395κ.εξ.. Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 47-105.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ιλιάδα, Ξ 338.

2. Θεογονία, 927.

3. Απαρέμφατο μέσου παρακειμένου του ρήματος άπτω ἅπτω.

11.6.26

Τ᾿ Ἀγνάντεμα (1899) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ Ἀγνάντεμα (1899) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

AUDIOBOOK: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του.

Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες* των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες*, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ᾽ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾽ ἀφώτιστα κύματα.

Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν᾽ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ᾽ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι᾽ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νά ᾽ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δύο ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.

*
* *

Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ᾽ αἱ Ἀπόκρεῳ, συνήθως περὶ τὴν β´ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ᾽ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν.

Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἱμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δύο ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκούνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ᾽ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκούνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δύο ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποῦ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες-βόλτες, κ᾽ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον ―τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν― ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ᾽ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ᾽ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα-τώρα θὰ φύγουμε» κ᾽ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν.

Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ᾽ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δύο ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν.

*
* *

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσᾶτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνοὺς μὲ τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφάς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη.

Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ᾽ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικές (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ᾽ ἀναλόγι, καὶ τὰ δύο-τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ᾽ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γρια-Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα-Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τουκάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε.


  Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ᾽ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ᾽ εἶχαν χορτάσει τ᾽ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γρια-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερὰν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος.

Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ᾽ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ᾽ ἔλεγαν:

― Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν*.

*
* *

Ὣς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὗρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ᾽ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό!

Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό!

Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά* σου. Σῦρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό!

Νά κ᾽ ἡ σκούνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποίαν κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ᾽ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὗρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα*, καπετάνιο μου! 〈Ἡ〉 Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό!

*
* *

― Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γρια-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορον καὶ ἦλθε ― διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης;

― Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της.

― Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός.

― Γιατί;

― Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποὺ ξεχωρίζει ἀπ᾽ τὸ γιαλό;… ποὺ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποὺ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ.

― Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντοῦτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρῃς καλύτερα, θεια-Φλωρού.

― Τὸ βλέπετε κ᾽ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωρού, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος.

― Ἄνθρωπος;

― Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναίκα.

Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γρια-Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται:

«Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι ― καθὼς μοῦ ᾽πε ὁ πνεματικός, ἀπάνω στὸν Ἁι-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ᾽ ἐπῆγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τὴ Μεγάλη Τετράδη… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μὄλεε ὁ πνεματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ᾽ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ᾽ ὕστερ᾽ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ᾽ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νά ᾽ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν᾽ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώσῃ, καὶ δώσῃ ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῇ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ᾽ τὸν ἄνδρα της.

»Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μιὰ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ᾽ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ᾽ ἔγινε πέτρα γι᾽ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ᾽ ἐμπαρκάρισε κ᾽ ἐπῆγε νὰ ταξιδέψῃ.

»Τότε τὸ Φλανδρὼ ἦρθε ν᾽ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ᾽ ἔκλαψε πικρὰ κ᾽ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ᾽ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ᾽ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὗραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ᾽ ἔγινε ἀγυρισιά του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ἦρθε κ᾽ ἐξαναῆρθε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ᾽ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ᾽ ἐπερίμενε, κ᾽ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ᾽ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ᾽ τὰ κύματα ὕστερ᾽ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νά ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾷ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ᾽ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα μὲ τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νά ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ᾽ναι ἡ Φλανδρώ.

»Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ἦρθε ὁ Χριστὸς ν᾽ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιά της δυὸ καράβια, ἔταξε στὴν Παναγία, κ᾽ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνέ της… Ἂς δώσ᾽ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα νά ᾽ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ᾽ ἀδέρφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας».

― Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

*
* *

  Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνόν, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσᾶτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ᾽ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ᾽ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ-σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ᾽ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν᾽ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σῦρε, πουλί μου στὸ καλό ― καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα».

(1899)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


10.6.26

Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας [20.6]

 

Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας [20.6]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου




   ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Ο Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε το 1322 στη Θεσσαλονίκη, σε μια εποχή πολιτικής παρακμής του Βυζαντίου, αλλά, αντιθέτως, και σε μια εποχή ανόδου και άνθισης των θεολογικών γραμμάτων. Την εποχή εκείνη, η ορθόδοξη Θεολογία βρισκόταν σε πολύ μεγάλη ακμή μέσα από τις λεγομενες ησυχαστικές έριδες. Η ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά, που τότε άρχισε να κυριαρχεί, εστίαζε στη δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει κοινωνός του άκτιστου Θείου φωτός, διά της ενώσεώς του με το Θεό και με τις άκτιστες θείες ενέργειές Του, χάρη στην καθαρή καρδιά και την καρδιακή προσευχή. Η ησυχαστική διδασκαλία συμπύκνωνε το πραγματικό νόημα της ορθόδοξης πίστης περί της θέωσης του ανθρώπου. Την διδασκαλία αυτή εκπροσώπησε, μεταξύ άλλων, και ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο οποίος είναι γνωστότερος και ως «ο τελευταίος των Μυστικών». Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήταν ανιψιός του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, αλλά ο Νικόλαος κράτησε τελικά το επώνυμο του αδερφού της μητέρας του. Έκανε σπουδές Ρητορικής, Θεολογίας, Φιλοσοφίας και φυσικών Επιστημών στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κοντά στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά στο Άγιο Όρος, ενώ αναμείχθηκε και σε θέματα πολιτικής και δικαιοσύνης. Για ένα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζηνού, ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκάρη μοναχός στη Μονή των Μαγγάνων. Ανέπτυξε σπουδαίο συγγραφικό έργο και κατάφερε να αποκτήσει καθολικό σεβασμό και αναγνώριση. Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας αξιολογότατων θεολογικών, ερμηνευτικών, λειτουργικών, ασκητικών και διδακτικών έργων, ως και πανηγυρικών λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων κοινωνικού περιεχομένου. Μετά από πολλές περιπέτειες για τις απόψεις του περί ορθοδόξου μοναχισμού που τον έφεραν σε αντίθεση με τις αιρετικές διδασκαλίες των Βαρλαάμ και Ακινδύνου, εκοιμήθη ειρηνικά λίγο μετά το 1391 μ.Χ. Η κατάταξή του στη χορεία των Αγίων έγινε, σχετικά πρόσφατα, στις 19 Ιουλίου του 1983. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 20 Ιουνίου.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ: Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τη νηπτική διδασκαλία του. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η «Ζωή εν Χριστώ». Τό απλό, αλλά βαθύ, λυρικό και μυστικό ύφος του αποπνέει τη “δροσιά” των πρώτων αποστολικών χρόνων. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Άγιος Καβάσιλας: “Ο νόμος του πνεύματος, που είναι η αγάπη για το Θεό, είναι νόμος φιλίας και ευγνωμοσύνης. Για να ακολουθήσει κανείς αυτό το νόμο δεν είναι ανάγκη να καταβάλει κόπους, ούτε έξοδα, ούτε να χύσει ιδρώτα [...]. Δεν είναι ανάγκη να αφήσεις τη δουλειά σου, ή να αποσυρθείς σε απόμερα μέρη, να διάγεις μια παράξενη ζωή και να φοράς ένα παράξενο ένδυμα. Δε χρειάζεται να κάμεις όλα αυτά. Μπορείς να μείνεις στο σπίτι σου, και, χωρίς να χάσεις τα αγαθά σου, να βρίσκεσαι πάντα στη μελέτη του Θεού και του ανθρώπου, στη μελέτη της συγγενείας του ανθρώπου με το θείο και σε κάθε άλλη τέτοιας λογής μελέτη”. Και προσθέτει ο μεγάλος νηπτικός πατέρας αλλού: “Πρώτα πρώτα, δε χρειάζονται προετοιμασίες για την προσευχή μας, ούτε ειδικοί τόποι, ούτε φωνές όταν επικαλούμαστε το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει τόπος από όπου λείπει ο Θεός, δεν είναι δυνατό να μην είναι μαζί μας, αφού ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Θα έλθει προς ημάς, ακόμη κι αν είμαστε κακοί, γιατί ο Θεός είναι αγαθός”. Στον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα δεν τονίζεται τόσο η αντιδικία με τη σάρκα, ενώ κρίνονται οι εξωτερικές συνθήκες και μορφές της ζωής (αναχωρητισμός, ένδυμα κλπ.) όχι απαραίτητες. Η ευσέβεια είναι αποκλειστικά έργο της δικής μας εσωτερικής διαθέσεως, της δικής μας θέλησης. Άρα, σημαντικό στη διδασκαλία του Πατέρα Νικολάου, είναι ότι δεν θεωρειται απαραίτητο επακόλουθο του μυστικισμού ο αναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στην καθημερινή, κοινωνική του ζωή ο άνθρωπος, μπορεί και πρέπει να την μετουσιώνει με τη μελέτη υψηλών πνευματικών θεμάτων, κατά μόνας, που θα διευκολύνουν τη μεταστροφή της βουλήσεώς του προς το πνευματικότερο. Σκοπός του είναι να περιγράψει τη θεία χάρη, όσο γίνεται απλούστερα, και πώς αυτή θα φτάσει στον κοινό χριστιανό. Και αυτό το κάνει με εξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Η εν Χριστώ ζωή είναι η ζωή του Χριστού, που μπαίνει μέσα στον καθένα μας με ένα μυστήριο οικειότητας. “Είναι φυσικό”, γράφει, “κάθε πράγμα να είναι δεμένο με τον εαυτόν του περισσότερο παρά με κάθε άλλο. Και όμως η ένωσή μας με το Χριστό είναι ακόμα πιο δυνατή. Οι μακάριοι άνδρες νοιώθουν τον εαυτό τους δεμένο περισσότερο με το Σωτήρα παρά με τον εαυτό τους. Ο Χριστός είναι την ίδια ώρα ξένος μας και ενδιαίτημά μας. Αναπνέουμε το Χριστό. Σε τούτο ακριβώς διαφέρει η Καινή από την Παλαιά Διαθήκη, στην παρουσία, εντός μας, του Κυρίου, που διαθέτει την ψυχή του ανθρώπου και την μεταπλάθει”. Χρέος μας ιερό, κατά τον άγιο Πατέρα, είναι να μη σβήσουμε τη μέσα μας αναμένη λαμπάδα, αλλά να ψάξουμε μέσα μας και να ανακαλύψωμε την καθαρή ουσία της αρετής, την αξία της ανθρώπινης φύσης και την φιλανθρωπία του Θεού. Γράφει σχετικά ο Άγιος: “Ούτε οι ναοί, ούτε οτιδήποτε άλλο ιερό, είναι τόσο άγιο όσο ο άνθρωπος με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Θεός. Εκείνος που θα έλθει καθήμενος επί των νεφών είναι άνθρωπος, όπως είναι ασφαλώς Θεός. Καθένας μας μπορεί να λάμψει περισσότερο από τον ήλιο, να ανέβει στα σύννεφα, να πετάξει προς το Θεό, να τον πλησιάσει, να κάμει ώστε ο Θεός να τον κυττάξει με γλυκύτητα”. Ακόμη, μεγάλη σημασία για τον πιστό έχει η αυτογνωσία, γιατί μ' αυτή: “αν αναλογισθεί ο άνθρωπος την φτώχεια μέσα στην οποία ζει, ενώ έχει τόσο πλούσια φύση, επειδή άφησε την οκνηρία και τον ύπνο να τον περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη και δάκρυα πολλά θα τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Αλλά την ημέρα όμως που θα κάμει τη ζωή του όπως έπρεπε να είναι, από πηγή θλίψεως και δακρύων που ήτανε, θα γίνει τότε η ζωή του πηγή ευδαιμονίας και πνευματικής χαράς”. Με τα επιχειρήματά του ο Καβάσιλας κατορθώνει να ανακαλύψει τον πνευματικό άνθρωπο όχι μόνο στον αναχωρητή, αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη φύση, με την οποίαν επικοινωνεί ο Θεός, ενώ καλεί κάθε Χριστιανό να κάνει την ίδια ανακάλυψη. Έτσι, από τον ασκητισμό του σώματος, τον πόλεμο κατά της σάρκας των ερημιτών της Νιτρίας στην Αίγυπτο, ανεβαίνουμε στην κορυφή της καθαρής πνευματικής χώρας τoυ ανθρώπου. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πνευματική νίκη του Βυζαντίου.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ο Καβάσιλας, ενώ εξαίρει το βάθος και τη σημασία του μυστηρίου για τη ζωή τoυ Χριστιανού δεν είναι εντούτοις εχθρός της επιστήμης. Με ιδιαίτερο ζήλο καλλιέργησε την αστρονομία, ενώ ασχολήθηκε και με άλλες επιστήμες. Η εκτίμησή του για την επιστήμη ήταν, τόση, ώστε φτάνει στο σημείο να ονομάσει τους αγίους ατελή όντα, “γιατί δε δέχτηκαν σε τούτο τον κόσμο ένα ανθρώπινο αγαθό, ενώ μπορούσαν να το αποκτήσουν. Και κάθε ον που δεν μπορεί να υψώσει σε ενέργεια ό,τι έχει μέσα του δυνάμει είναι ατελές”, προσθέτει ο Άγιος Νικόλαος. Συνεπώς, με τη διδασκαλία του συμφιλιώνει το θρησκευτικό μυστικισμό με τη σοφία του κόσμου τούτου.

Απολυτίκιο: “Ως θείος διδάσκαλος, και υποφήτης σοφός, δογμάτων της πίστεως, και αρετών ιερών, Νικόλαε Όσιε, έλαμψας εν τω κόσμω, διὰ βίου και λόγου. Όθεν Θεσσαλονίκη, τη ση δόξη καυχάται, και πόθω εορτάζει, την πάνσεπτον μνήμην σου”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1.Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος (1872). Ορθόδοξος Ελλάς: ήτοι περί των Ελλήνων των γραψάντων κατά Λατίνων και περί των συγγραμμάτων αυτών. Εν Λειψίαι: Μέτζγερ και Βίττιγ. 2.Νικόλαος Καβάσιλας, κείμενο, μετάφραση Παναγώτη Χρήστου, Φιλοκαλία ασκητικών και νηπτικών, τομ 22, Πατερικές εκδόσεις, Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσ/κη, 1979. 3.B. N. Τατάκη, Ο Βυζαντινός Μυστικισμός.


9.6.26

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός

[30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο




  ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ο άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ γεννήθηκε, στην Αθήνα από φτωχούς, μα ευσεβείς γονείς, γύρω στο 1750. Ζούσε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να μάθει γράμματα κι έτσι, αγράμματος κι απλοϊκός, με πολλή όμως πίστη στο Χριστο, μεγάλωνε ο Μιχαήλ κοντά στους ευλογημένους γονείς του. Όταν έγινε έφηβος, ο πατέρας του τον πήρε κοντά του να τον βοηθάει στους κήπους, όπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια έτσι, δίπλα στον πατέρα του. Μετά, σαν έχασε τον πατέρα του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι και μ’ αύτό έβγαινε στα γύρω χωριά, και κουβαλούσε κοπριά για τους κήπους, που καλλιεργούσε παλιότερα ο πατέρας του. Καμμιά φορά ψώνιζε απ’ την πολιτεία πράγματα που δεν είχαν οι χωρικοί στον τόπο τους, κι όταν πήγαινε στα χωριά τους τα πουλούσε. Κάπως έτσι ήταν η ζωή του Μιχαήλ, με πολύν κόπο και ίδρωτα, πότε στους κήπους των πλουσίων Αθηναίων, πότε στα δύσβατα τότε χωριά γύρω απ’ την Αθήνα, δοξάζοντας το Θεό που τον φύλαγε πιστό ορθόδοξο χριστιανό, ανάμεσα στους άπιστους αγαρηνούς, στους οποίους τότε ήταν σκλάβοι οι Έλληνες.

 

  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μια μέρα, όμως, καθώς γυρνούσε από τα χωριά, στην είσοδο της Αθήνας, συνάντησε τους φύλακες της χώρας, που ήταν άνθρωποι του Βοεβόδα της πόλης, Μωαμεθανοί κι αυτοί. Από καιρό τον είχαν βάλει στο μάτι, και καθώς τον έβλεπαν απλοϊκό κι αγράμματο, νόμιζαν πως θα τον έκαμναν ν’ αλλαξοπιστήσει. Και γι’ αυτό τον συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πως πήγε μπαρούτι στους κλέφτες, τους αρματωμένους Έλληνες, που ήταν πάνω στα βουνά, και τον φυλάκισαν. Έτσι οι Αγαρηνοί έρχονταν καθημερινά και τον ανάγκαζαν με χίλιους τρόπους να τουρκέψει, δηλαδή ν’ αλλάξει την πίστη του. Μα αυτός, παρόλο που δεν ήξερε και πολλά γράμματα, δεν ήθελε ν’ αφήσει το Χριστό και να προσκυνήσει ψευδοπροφήτες, δεν θα άφηνε το άγιο Ευαγγέλιο, για χάρη του Κορανίου. Η Ορθοδοξία των πατέρων του είχε χαράξει πολύ βαθιά την πίστη μέσα του, και τίποτα μπορούσε να την ξεριζώσει.

 

   ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρίς να φέρουνε αποτέλεσμα οι πιέσεις των Οθωμανών. Όταν πια τελείωσε η υπομονή τους, άρχισαν να τον φοβερίζουν πως, αν δεν αλλάξει την πίστη του, έχουν απόφαση και διαταγή να τον θανατώσουν. Αυτή την απόφαση την άκουσε κ’ ένας ζηλωτής ορθόδοξος, ονόματι Γεώργιος, και φοβήθηκε μήπως ο ευλογημένος Μιχαήλ, που ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, νέος πολύ για να μη λογαριάζει τη ζωή και τις χαρές της, κλονιστεί και αλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπόν στη φυλακή, δίνει με τρόπο «άσπρα» στους φύλακες, για να τον αφήσουν να δεί τον Μιχαήλ. Τον βρήκε να προσεύχεται γονατιστός, με δάκρυα στα μάτια. Έμειναν οι δυο τους ώρα πολλή μαζί, πότε κάνοντας προσευχή και πότε ψέλνοντας τροπάρια της Εκκλησίας. Ύστερα προσπάθησε, με όση δύναμη έχουν τα λόγια ενός πιστού, να τον στερεώσει στην πίστη του Χρίστου και να τον ενθαρρύνει στο δρόμο του μαρτυρίου, που ανοίγονταν ήδη μπροστά του. Ύστερα σηκώθηκε, αγκάλιασε το Μιχαήλ, τον ασπάστηκε κ’ έφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχής.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τα βασανιστήρια του Μιχαήλ συνεχιζότανε άπ’ τους απίστους ασταμάτητα. Όμως, όσο τον βασανίζανε, τόσο εκείνος γίνονταν πιο σταθερός στην άρνηση του: “δεν τουρκίζω· είμαι χριστιανός!”, έλεγε συνέχεια. Κάποτε, τον έβγαλαν απ’ τη φυλακή και τον παρουσίασαν στο Βοεβόδα, ελπίζοντας πως με κολακείες και ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θα λύγιζε τον άγιο. Ο Νεομάρτυς όμως έμενε ασάλευτος στην πίστη του Χριστού. Ο Βοεβόδας τότε άρχισε τις απειλές για τα ερχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πως στο τέλος θα τον θανατώσει αν δεν αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος έλεγε και ξανάλεγε τις δυο λέξεις (δεν τουρκεύω), δίχως να λιποψυχήσει. Τότε ο Βοεβόδας τον έστειλε στον ονομαστό Καλοπασσιά από τα Γιάννενα, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα. Έλπιζε πως εκείνος, φόβος και τρόμος καθώς ήταν για τα μέσα που χρησιμοποιούσε σ’ όλους τους φυλακισμένους, θα γύριζε τον Μιχαήλ στην πίστη τους. Μα κι ο Καλοπασσιάς, μ’ ό,τι κι αν του ‘ταξε και μ’ όσες απειλές και βάσανα κι αν τον φοβέρισε τον Μιχαήλ, δεν κατάφερε να πάρει άλλη λέξη απ’ το στόμα του, εκτός από το: «δεν τουρκίζω»! Τότε ο Καλοπασσιάς του λέει με πονηριά: “Μπρέ λωλέ, άρνήσου κατά το παρόν την πίστη σου, για να γλυτώσεις τη ζωή σου, κι ύστερα πήγαινε σ’ άλλον τόπο, και έχε πάλι την πίστη σου”. Αλλά ο Μάρτυς δεν πειθόταν με κανέναν τρόπο, αλλά φώναζε ακατάπαυστα: “δεν τουρκίζω, δεν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπόν τον άγιο Μιχαήλ ο φοβερός Καλοπασσιάς ασάλευτο στην πίστη του, τον έστειλε στο δικαστή πια για να τον δικάσει. Κι εκείνος, βέβαια, πάσχισε να τον αλλαξοπιστήσει με τους δικούς του τρόπους, πριν να τον δικάσει, αλλά είχε κι αυτός το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος του πετούσε κατάμουτρα το “δεν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε και εκείνος, κι έβγαλε την απόφαση για να τον αποκεφαλίσουν.

 

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος ατάραχος άκουσε την καταδίκη του και ακολούθησε τους οπλισμένους υπηρέτες, που τον πήγαιναν στον τόπο της καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι εξουθενωμένος απο τα μαρτύρια, ο Άγιος δεν δείλιαζε, παρά έτρεχε με προθυμία στο μαρτύριο. Κι όταν στο δρόμο που περνούσαν απαντούσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, αδέλφια, κι ο Θεός να σας συγχώρεσει”! Σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο, γονάτισε, έκαμε την προσευχή του, κι έσκυψε το κεφάλι του με χαρά, σα να περίμενε ζωή απ’ το σπαθί, και όχι θάνατο. Ο αγαρηνός τον έπιασε απ’ τα μαλλιά και τον εχτύπησε με το σπαθί στο λαιμό, μα διπλαριστά κι όχι με την κόψη, για να τον κάνει να δειλιάσει και ν’ αρνηθεί το Χριστό. Μα ο άγιος με θάρρος του έλεγε: “Χτύπα για την πίστη”! Ο φονιάς τότε γύρισε τη μαχαίρα του από το κοφτερό μέρος, κι άρχισε να του κόβει το λαιμό λίγο-λίγο, για να προλάβει, αν πονέσει, να μετανιώσει και ν’ αλλοξοπιστήσει, αλλά μάταια, γιατί ο άγιος ολοένα και δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, για την πίστη”! Τότε ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με όλη του τη δύναμη κ’ έκοψε την τίμια κεφαλή του, ενώ η ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στο αίμα του μαρτυρίου, ανέβαινε ν’ αναπαυθεί στις αιώνιες σκηνές των δικαίων του Θεού1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΥΡΑ: Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Το μοναδικό παρεκκλήσι σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου. Το 2003 ο Μιχαήλ ο Κηπουρός ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α']: “Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καί ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξᾳ τῷ ποιητῇ σου καί Θεῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σέ στεῤῥόν ἡμῖν δωρήσαντι.” Κοντάκιο [Ἦχος δ’]: “Εὐσεβείας ἤθεσι κεκοσμημένος, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸ θεῖον σκάμμα Μιχαήλ, καὶ ἐκ χειρὸς τοῦ Παντάνακτος, τὸν τῆς ἀθλήσεως στέφανον εἴληφας”. Μεγαλυνάριον: “Χαίροις Ἀθηναίων εὖχος σεμνόν, Μιχαὴλ θεόφρον, Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, Ὃν ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων, τὴν μνήμην σου τὴν θείαν, καὶ εὐφημούντων σε”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Π.Β. Πάσχου, «Έρως Ορθοδοξίας», Εκδ. Αποστ. Διακονίας, Αθήνα, 1984.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ήταν είτε στις 6 ή στις 30 Ιουνίου, είτε στις 9 Ιουλίου, του 1770 ή 71, αναλόγως των πληροφοριών των διαφόρων πηγών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

 https://www.youtube.com/watch?v=En4NbFhZyno&list=PLH04F-N8L60Fwz_TXFOkpUjKptoz4ppyq&index=10

και εδώ: 


Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΔΩ: 

  https://www.youtube.com/watch?v=anAdEw-lWgk

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα: Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ

  Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα:  Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....