Ετικέτες - θέματα

7.7.26

Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Έρως, ήρως

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα* δεμένη ἔξω εἰς ἕνα βράχον, δίπλα εἰς τὴν ἄμμον τοῦ Χειμαδιοῦ, παραπέρα ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μουράγιο τῆς Πιάτσας, κάτω ἀπὸ τὸν βραχώδη κρημνὸν τοῦ Πανωμαχαλᾶ.

Καὶ ὁ μικρὸς ναύτης, ὁ Γιωργὴς τῆς Μπούρμπαινας, ἐξαπλωμένος ἐπάνω εἰς τὴν πρύμνην, μὲ μίαν βελέντζαν τυλιγμένος, βωβός, ἀκίνητος, μὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄμματα, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ σκότος, ὡμοίαζε μὲ τὸν δράκον τοῦ παραμυθιοῦ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκοιμᾶτο μὲ ἀνοικτὸν τὸ ὄμμα.

Δὲν ἐξήρχετο στεναγμὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόμα του. Τὸ στῆθός του δὲν ἐκολποῦτο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω, ὅτι ἔζη μόνον ζωὴν ἐνδόμυχον.

Εἶχαν περάσει τὰ μεσάνυκτα πρὸ πολλοῦ. Ὀλίγα φῶτα ἐφαίνοντο ἀκόμη λάμποντα ἀμυδρῶς εἰς τοὺς φεγγίτας τῶν οἰκιῶν, ὁλόγυρα, σιμὰ εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Γαλήνιος ἡ θάλασσα ἐκοιμᾶτο, καὶ μόνον εἰς τὴν ἀκροπελαγιὰν ὡς ρογχάλισμά της ἐρρόχθει, ἐφλοίσβιζε μελαγχολικῶς φωσφορίζον τὸ κῦμα. Καὶ ἡ βάρκα ἐλικνίζετο ἐλαφρά, ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας μητρικῆς θωπείας. Καὶ ὁ φωσφορισμὸς τοῦ κύματος ἀπήντα εἰς τὸν σπινθηρισμὸν τοῦ ὄμματος τοῦ ναύτου.

Ἦτο καρφωμένον, ἐμπηγμένον ἀτενῶς τὸ ὄμμα του εἰς ἓν σημεῖον, εἰς μίαν οἰκίαν, ὑψηλά, ὄχι μακράν, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἀνοικτὰ ἦσαν τὰ παράθυρα, αἱ ὕαλοι κλεισμέναι, φῶς μέγα ἔφεγγεν εἰς τὰς ὑάλους. Καὶ ἔβλεπες συχνὰ εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο σκιὰς κινουμένας, φευγούσας εἰκόνας, πρόσωπα καὶ ἰνδάλματα. Ὁ μικρὸς ναύτης ἐκοίταζεν ἀπλήστως, καὶ δὲν ἀνέπνεεν οὔτε ἐμορμύριζεν.

Ἤκουε μετὰ πολλοὺς ἄλλους κρότους καὶ ἤχους καὶ μετὰ ὕπνους καὶ ὄνειρα καὶ νευρικοὺς τιναγμούς, ἤκουε πότε-πότε σιγῶντα καὶ πάλιν θορυβοῦντα διὰ μακρῶν βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Καὶ ἐνωτίζετο ρυθμικὸν κρότον χοροῦ, καὶ ἐνηχεῖτο ᾄσματα καὶ ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐθυμίας. Καὶ ὅλα τοῦ ἐφαίνοντο ἀσυνάρτητα, ἀκατάληπτα καὶ βόμβος ἄναρθρος ἤχει εἰς τὰ ὦτά του. Δι᾽ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε πλέον ᾆσμα οὔτε φθόγγος οὔτε ἦχος, ἱκανὸς νὰ ἐκφράσῃ τὸ τί ὑπέφερε.

Τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἀποβραδὺς ὁ κυβερνήτης τῆς βάρκας, ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς ὁ Σιγουράντσας:

— Αὔριο, πρωὶ-πρωί, μὲ τὸ καλό, ἔχουμε ναῦλο. Θὰ τοὺς κουβαλήσουμε πέρα· (ἔδειξε τὴν συνοικίαν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, καὶ εἶτα ἔκαμε κυματοειδῆ κίνησιν τῆς χειρὸς πρὸς δυσμάς). Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

— Ποιανοὺς θὰ κουβαλήσουμε; ἠρώτησεν ὁ μικρὸς ναύτης.

— Δὲν ξέρω τί ὥρα θὰ ξεμπερδέψουνε, ἐπανέλαβεν ὁ κυβερνήτης, δεικνύων ἐπιμόνως τὴν συνοικίαν. Μπορεῖ νὰ μᾶς σηκώσουν τὸ ταχὺ-ταχύ, πρὶν φέξῃ. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

— Ποιοὶ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς σηκώσουν; ἠρώτησε πάλιν ὁ Γιωργής.

— Καλὰ εἶναι νὰ πλαγιάσῃς μὲς στὴ βάρκα. Θέλεις πάλι νὰ πᾷς στὴ γριά σου νὰ κοιμηθῇς, πρὶν χαράξῃ, νά ᾽σαι στὸ πόδι, ἅμα βγῇ ὁ ἀστέρας. Τάχατες πὼς ντρέπεται ἡ νύφη, κατάλαβες, νὰ τὴν καραβώσουνε, νὰ κινήσῃ ἀπ᾽ τὸ χωριὸ μέρα μεσημέρι. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

— Ποιὰ νύφη; ἠρώτησε μὲ χάσκον τὸ στόμα ὁ Γιωργής.

Ἀλλ᾽ ὁ Σιγουράντσας ἀπῆλθε, χωρὶς ν᾽ ἀπαντήσῃ.

Ὁ μικρὸς ναύτης δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς ὅλας τὰς εἰδήσεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συμβάντα τοῦ χωρίου. Ἐταξίδευε δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα, μικρὰ ταξιδάκια, πότε κατὰ διμηνίαν ἓν μακρότερον, τὰ ὁποῖα ὅλα ὁ καραβοκύρης του, ὁ καπετὰν Κωνσταντής, περιέγραφε δι᾽ ἐπιρρημάτων ὡς ἑξῆς: Πότε πέρα, πότε ἀντίκρυ, πίσω, μέσα, πάνω, πότε κάτω. Μίαν φοράν, χαριζόμενος εἰς ἕνα χερσαῖον, εὐηρεστήθη νὰ ἐπεξηγήσῃ τί ἐσήμαινον ταῦτα. Ἢ πέρα, στὰ χωριά, ἢ ἀντίκρυ, στὸ Γριπονήσι, ἢ πίσω, στὴν Κεχρεά, ἢ μέσα, στὴ Στυλίδα, ἢ πάνω, στὴ Σαλονίκη, ἢ κάτω, στὸν Πειραιᾶ.

Ὁ Σιγουράντσας εἶχε κάμει πολλὰ ταξίδια, καὶ πρὶν περάσῃ στὰ χαρτιὰ κυβερνήτης μὲ τὴν φελούκαν αὐτήν. Εἶχε φάγει τὴν θάλασσαν μὲ τὴν φούχταν. Ἀπέκτησε δύο ἢ τρεῖς βρατσέρας ἰδικάς του, ἔπεσεν ἔξω ἢ ἐβούλιαξε καὶ μὲ τὰς τρεῖς, καὶ τώρα ἦτο μόνον διὰ τὰ «χαρτιὰ» καραβοκύρης. Ἡ βάρκα αὐτή, ἡ Ἐλεοῦσα, ὅπως τὴν ὠνόμαζαν, ἦτο κτῆμα τοῦ Γιωργῆ τοῦ Μπούρμπα. Τὴν εἶχεν ἀποκτήσει μὲ τοὺς κόπους του, ὄχι ἀπὸ κληρονομίαν, οὔτε ἀπὸ στραβοῦ διαβόλου, οὔτε ἀπὸ κελεπούρι.

Μικρὸς-μικρός, ἀπὸ τότε ποὺ ἐγύριζε ξυπόλυτος, μ᾽ ἕνα βρακὶ αἰωνίως ἀνασηκωμένον ὣς τὰ γόνατα, μ᾽ ἕνα ὑποκάμισον ἕως τοὺς ἀγκῶνας ἀνασκουμπωμένον, κρατῶν μικρὸν γάντζον μὲ καλαμιάν, τὸν ὁποῖον παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἐχρειάζετο νὰ μάθῃ ὁ ἴδιος τὴν γύφτικην τέχνην διὰ νὰ τὸν κατασκευάσῃ, ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ἐπαρακαλοῦσε τὸν Γιαλαδρίτσαν, τὸν Γύφτον τοῦ ναυπηγείου, νὰ τοῦ τὸν φτιάσῃ, προσφέρων αὐτὸς τὸ σίδερον, τὸ ὁποῖον εἶχε κλέψει ἀπὸ τὸν πεσμένον ἔξω σκελετὸν μιᾶς σκούνας, καὶ δὲν τὸν ἔπειθε· τέλος, μετὰ πολλά, μίαν Κυριακὴν πρωί, ἐπέτυχε νὰ τὸν εὑρῇ ξεμέθυστον, καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ σφυρηλατήσῃ τὸ σίδερον, ἀναλαβὼν αὐτὸς νὰ δουλεύῃ τὰς φύσας, καὶ οὕτω ἠξιώθη ν᾽ ἀποκτήσῃ γάντζον· ἀπὸ τότε, λέγω, ποὺ ἐγύριζε μὲ τὸν γάντζον του ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν, θαλασσωμένος μέχρι μηρῶν καὶ βουβώνων, κυνηγῶν τὰ ὀχταπόδια, ἐβγάζων κοχύλια καὶ σκουλήκια διὰ δολώματα, πηγαίνων ὡς μοῦτσος μὲ ὅλες τὲς βάρκες καὶ τὲς ψαροποῦλες, ἀπὸ τότε εἶχεν ἀρχίσει νὰ πιάνῃ λεπτά. Καὶ εἰκοσαετὴς ἤδη εἶχεν ἀποκτήσει τὴν βάρκαν αὐτὴν μὲ τὸν ἱδρῶτά του.

Ἀλλ᾽ ὁ γραμματεὺς τοῦ λιμεναρχείου τοῦ γ´ παραλίου τμήματος δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ πασσάγιο* οὔτε δίπλωμα κυβερνήτου, λέγων ὅτι ἦτο παραπολὺ νέος διὰ νὰ κυβερνᾷ πλοῖον, καὶ φρονῶν ἴσως ὅτι θὰ εἶχεν ἐξοδεύσει ὅλα ὅσα εἶχεν εἰς τὸ ναυπηγεῖον, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ ὀλίγα ταξίδια, ὑπὸ ἄλλον κυβερνήτην, διὰ νὰ τοῦ μείνουν τίποτε λεπτά.

Ἐν τοσούτῳ ὁ Σιγουράντσας εἶχε τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν, καὶ ἐφέρετο πρὸς τὸν Γιωργὴν ὡς πρὸς μοῦτσον, ἤ, ἂν θέλετε, μοῦστον, δηλαδὴ νέον ἀνάγκην ἔχοντα προστασίας καὶ συμβουλῶν. Ὁ νέος τὸν ἠνείχετο πρὸς καιρόν, ἐλπίζων ὅτι τάχιστα θ᾽ ἀπέκτα «τὰς ἀπαιτουμένας ναυτικὰς γνώσεις» διὰ νὰ λάβῃ δίπλωμα.

Χθὲς ἀκόμη, τὸ Σάββατον, εἶχαν ἐπαναπλεύσει ἀπὸ τὸ τελευταῖον ταξίδι, καὶ σήμερον Κυριακήν, τὸ βράδυ, ὁ κυβερνήτης ἔδιδεν εἰς τὸν Γιωργὴν τὰς ἀτελεῖς ἐκείνας πληροφορίας καὶ τὰς ἀσαφεῖς ὁδηγίας, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ διανυκτερεύσῃ ἐπὶ τῆς λέμβου, διότι εἶχαν ναῦλον, καὶ πιθανὸν ἦτο ν᾽ ἀπέπλεον λίαν-λίαν πρωί, καθόσον «ἡ νύφη ἐντρέπετο νὰ μπαρκάρῃ μέρα μεσημέρι». Ποία νύφη;

Δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς τὰς εἰδήσεις τοῦ χωρίου. Ἦτο ἄνθρωπος τῆς θαλάσσης καὶ ὄχι τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ᾽ ἦτο πιστὸς εἰς τὸ καθῆκόν του.

Ἅμα ἐνύκτωσεν, ἐδείπνησε λιτῶς μὲ τὴν μητέρα του, τὴν γραῖαν χήραν Μπούρμπαιναν, καὶ μὲ τὰ δύο μικρὰ παιδία τῆς ὑπάνδρου ἀδελφῆς του, εἶτα ἐσηκώθη, ἐφόρεσε τὰ ναυτικά του, ἤναψε τὸ φαναράκι, ἐκαληνύκτισε τὴν γραῖαν μητέρα του, ἐπῆρε τὴν εὐχήν της, λέγων ὅτι θὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν, διότι θὰ ἔχουν ταξίδι αὔριον τὸ πρωί.

Ἡ γραῖα ἠθέλησε νὰ τοῦ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις, διατί νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν καὶ ὄχι εἰς τὸ σπίτι, ἀλλ᾽ αὐτός, μὴ γνωρίζων ποίας ἀφορμὰς εἶχεν ἐκείνη, δὲν ἔδωκε προσοχήν, οὐδὲ ὑπώπτευσε τίποτε. Ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο καλύτερον νὰ πλαγιάσῃ εἰς τὴν βάρκαν, καὶ ἀπῆλθε.

Διευθύνθη εἰς τὸν βράχον τοῦ Πανωμαχαλᾶ, κατέβη μὲ ἀσφαλὲς βῆμα, ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν, ἔσυρε τὴν μπαρούμαν, τὸ σχοινὶ τῆς βάρκας, κ᾽ ἐπήδησε μέσα. Ἐκρέμασε τὸ φανάρι ἀπὸ ἕνα σκαλμόν, πρὸς τὰ ἔσω τῆς λέμβου, ἔψαξε κάτωθεν τῆς πλώρης, ἔβγαλε μίαν καπόταν, μίαν βελέντζαν κ᾽ ἓν προσκέφαλον, ἐξεδύθη τὴν καμιζόλαν* του, ἔστρωσεν ἐπάνω τῆς πρύμνης, ἔκαμε τρεῖς σταυροὺς πρὸς ἀνατολάς, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ προχείρου στρώματος.

Ἀπεκοιμήθη σκεπτόμενος τοὺς αἰνιγματώδεις λόγους τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ, τοῦ καραβοκύρη. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἀνετινάχθη ὑπὸ σφοδροῦ κλονισμοῦ κ᾽ ἐξύπνησε. Τί ἦτο;

Τουφεκιές, τρομπονιές. Φῶτα καὶ χαρὲς ἀντικρύ. Ἔπειτα πάλιν ὕπνος, ὄνειρον, ἐγρήγορσις, πνίκτης, κακὸς ἐφιάλτης. Ἔπειτα φθόγγοι μελῳδικοὶ καὶ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Ποῦ; Ἀπέναντί του, ἄνωθεν τοῦ κρημνοῦ, ὕπερθεν τοῦ κατωφεροῦς βράχου, εἰς μίαν μικρὰν οἰκίαν. Τὰ παράθυρα κατάφωτα, καὶ ζωὴ καὶ κίνησις ἐκεῖ διακόπτουσα τὴν ὁμαλὴν ἠρεμίαν καὶ κρατοῦσα τῶν μονοτόνων ψιθύρων τῆς νυκτός. Τί συνέβαινεν;

Ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκογενειακή τις χαρὰ κ᾽ ἑορτή. Κάτι ὡς γάμος.

Ὅταν εἶδε τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἀνεγνώρισεν, ὁ νέος ᾐσθάνθη μέσα, βαθιὰ εἰς τὰ σωθικά του, σπαραγμὸν ἀπερίγραπτον.

Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Αὐτὴ τάχα ἦτο ἐκείνη, περὶ ἧς ὡμίλει ὁ Σιγουράντσας; Αὐτή, ἡ νύφη;

Εἶχε μάθει πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ μάννα της τὴν ἐπανδρολογοῦσε μ᾽ ἕνα νοικοκύρην στεργιώτην, ἀπὸ κεῖ πέραν ἀπ᾽ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά. Ποῦ τὸν ηὗρε;

Τάχα δὲν ὑπῆρχαν γαμβροὶ εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸ ὡραῖον χωρίον, τὸ παραθαλάσσιον; Καὶ δὲν ἦτο αὐτός, εἷς μεταξὺ ὅλων, καλὸς γαμβρός; Διατί ἐβιάζετο ἡ μάννα της; Ἀλλὰ διατί νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐκείνη, περὶ ἧς εἶχεν εἰπεῖ ὁ Σιγουράντσας, ἦτο αὐτή, ἡ εὔμορφη κόρη; Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ; Τάχα δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι νύμφαι; Καὶ διατί αὐτή;

Διατί; Διότι ἰδού, γάμος ἐγίνετο, καθ᾽ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἐκεῖ.

Δυνατὸν νὰ ἐγίνετο γάμος. Καμμία πτωχὴ ἐξαδέλφη της θὰ ὑπανδρεύετο εἰς δανεικὸν σπίτι, εἰς τὸ σπίτι τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως. Ὄχι, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πιστεύσῃ ὅτι ἦτον αὐτή.

Τὸ Ἀρχοντὼ εἶχε καιρόν. Ἦτο σχεδὸν ὁμῆλιξ μὲ αὐτόν, ἕνα χρόνον μικροτέρα. Δεκαεννέα ἐτῶν. Αὐτὸς τὴν εἶχε γνωρίσει ἀπὸ μικρήν. Μαζὶ ἔπαιζαν. Ἐκείνη μὲ τὲς κοῦκλές της, μὲ τὰ νινιὰ καὶ μὲ τὰ προικιά της. Αὐτὸς μὲ τὰ καραβάκια του, τ᾽ ἀρμίθια* καὶ τὶς ἀπετουνιές του.

Ἐκείνη ἔπαιζε «τὰ συμπεθερικὰ» μὲ δύο ἢ τρεῖς ἄλλας κορασίδας, ὁποὺ ὑπάνδρευαν τὲς κοῦκλές των κ᾽ ἐψέλλιζαν χελιδονιστὶ ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην:

— Ἄχ, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό, νὰ φέρουμε πλιὸ τὸν μπακλαβά, πῶς καμαρών᾽ ἡ νύφη, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό. Νά κ᾽ ἡ τέμπλα* μὲ τὰ προικιά, νύφη, νύφη κὶ γαμπρός, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό.

Κι αὐτὸς ἀπ᾽ ἔξω ἀπὸ τὸν μικρὸν αὐλόγυρον ἤκουε τοὺς ψιθυρισμοὺς καὶ τὰ κορασιώδη καμώματα, κ᾽ ἐκολλοῦσε τὸ μάτι του στὴν χαρασμίδα τῆς πόρτας, διὰ νὰ ἰδῇ, ὁποὺ τὴν εἶχαν μανδαλωμένην ἀπὸ μέσα, κλείσασαι αὐτὸν ἔξω, αἱ σκληραὶ καὶ τρυφεραὶ καὶ φίλαυτοι. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἀρχόντω ἔπαιζεν ἐνώπιόν του τὸ «ἀνέβα μῆλο – κατέβα κίτρο», καὶ αὐτὸς ἔχασκε βλέπων, καὶ ἐφλέγετο ν᾽ ἁρπάξῃ μὲ τὰ δόντια τὸ πορτοκάλι, καθὼς ἀνέβαινεν εἰς τὸ ὕψος καὶ κατέβαινεν εἰς τὸ λευκὸν χεράκι τῆς φιλοπαίγμονος μικρᾶς.

Καὶ ἄλλοτε πάλιν ἔπαιζαν οἱ δύο τους «τὸν δείχτην», ὁποὺ ἦτον μία ἁπλῆ κόκκινη κλωστή, μεταβαλλομένη τεχνηέντως εἰς τὴν χεῖρα τῆς μικρᾶς πότε εἰς πριόνι, πότε εἰς καράβι, πότε εἰς τραπέζι, πότε εἰς τυλιγάδι* καὶ εἰς ἀργαλειόν. Καὶ πάλιν ἄλλοτε ἔπαιζαν, ἐκείνη μὲ τὰ δύο χέρια της, αὐτὸς μὲ τὸ ἓν δάκτυλόν του, τὸ «Δῶ‘ μ᾽ φωτίτσα – ἔλα παραπανίτσα»*, ὁπότε, καθὼς ἀνέβαινε μὲ τὸ δάκτυλόν του εἰς τὸ τελευταῖον σκαλοπάτι, τὸ σκυλί, τὸ ὁποῖον ἐνήδρευεν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰς δύο παλάμας της, ὁποὺ παρίστων οἰκίαν, καὶ τὰ συνημμένα δάκτυλά της σκάλαν, τὸν ἔπιανε καὶ τὸν ἐδάγκανε καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσε, γαῦ! γαῦ! Ὢ τῆς ἀθώας παιδιᾶς, ὁποὺ εἶναι κρῖμα νὰ μὴν εἶναί τις ἀκόμη παιδὶ διὰ νὰ τὴν παίξῃ!

Καὶ τώρα ἡ μάννα της τὴν ἐπροξένευε, καὶ τὴν ἐπανδρολογοῦσε, καὶ ἤθελε νὰ τὴν κάμῃ νοικοκυράν. Τὸ εἶχεν ἀκούσει αὐτὸς πρὸ ἡμερῶν νὰ ψιθυρίζεται εἰς τὴν γειτονιάν, πλὴν ἡ μάννα της ἦτον πολὺ κρυφοδάκωτη γυναίκα, καὶ ὅσον καὶ ἂν τὴν ἐψάρευαν οἱ γειτόνισσες, δὲν θὰ ἐπρόδιδε ποτὲ τὸ μυστικόν της.

— Λόγια τοῦ κόσμου, γειτόνισσα. Ποῦ ἔχω ᾽γὼ καιρὸ ἀκόμα! Ἐμένα τὸ κορίτσι μ᾽ δὲν τὸ πῆραν τὰ χρόνια μπροστά, ἂς παντρευτοῦν οἱ μεγάλες δά! Τοὺ Κατερνιὼ τ᾽ Μπαρμπαγιάννη, κὶ τοὺ Μαριὼ τς Κάλληνας, κὶ τοὺ Βασὼ τς Χατζηγιώργινας, τί σ᾽νέριο* τς ἔχει; Ἐμένα τ᾽ Ἀρχοντώ μ᾽ τώρα ἀκόμα ἄρχισε νὰ κεντᾷ τὰ προικιά τς.

Πολλοὶ ὁποὺ τὴν ἤκουαν νὰ διαμαρτύρεται οὕτω τὴν ἐπίστευαν, καὶ αἱ γειτόνισσαι ἔμενον ἐν ὑποψίᾳ καὶ δυσπιστίᾳ, ἀλλὰ χωρὶς τεκμήριον ἢ βεβαιότητα, καὶ μόνον ὁ Νταλντογιάννης, κατὰ τὸ φαινόμενον ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ ἐγύριζεν εἰς ὅλες τὶς γειτονιὲς κ᾽ ἐκουβαλοῦσε εἰς τὰ σπίτια στάμνες μὲ νερὸ πρὸς μίαν δεκάραν τὴν μίαν, εὗρε φράσεις διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς ὑποψίας ὅλων:

— Μὴν τὴν ἀκοῦτε, ἔτσι τὰ λέει. Ἀπ᾽ τὴν περηφάνια τς, γιατὶ θὰ κάμῃ καλὸν γαμπρό, νοικοκύρη ἀπ᾽ τὸ Μπρομύρ᾽. Κὶ τὰ λέει τάχα γιὰ νὰ ρίξ᾽ ὄξου τς ἄλλες ἁπού ᾽ναι ἀνύπαντρες. Δὲν τ᾽νε βλέπετε ποὺ δὲν μαζώνει τὰ χείλια τς ἀπ᾽ τὴ χαρά τς;

Πλὴν ὁ Γιωργὴς δὲν ἔτυχε ν᾽ ἀκούσῃ τοὺς συμπερασμοὺς τοῦ Νταλντογιάννη, καὶ ἦτον παιδὶ τῆς θάλασσας, ὄχι ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ἀγαποῦν νὰ κάθωνται εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγορὰν καὶ ν᾽ ἀργολογοῦν. Καὶ πάλιν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους εἶχε σπεύσει πρὸ ἡμερῶν νὰ τοῦ πάρῃ τὰ συχαρίκια, ὅτι ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ, ἄλλως θὰ ἦτο ἐν μακαρίᾳ ἀγνοίᾳ. Καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ μάννα του ἦτον, καὶ αὐτή, κρυφὴ γυναίκα, κατ᾽ ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν ἐπεθύμει μὲν νὰ νυμφευθῇ ὁ υἱός της τόσον γρήγορα, ἔχαιρε δὲ ἐνδομύχως ἂν ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ.

Τὴν Πέμπτην εἶχεν ἀποπλεύσει ὁ νέος εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδι. Τὴν Παρασκευὴν ἡ γραῖα ἐπληροφορήθη θετικῶς ὅτι ὁ ἀρραβὼν εἶχε γίνει πολὺ κρυφά, καὶ ὅτι ὁ γάμος θὰ ἐτελεῖτο πάλιν κρυφά, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν ἐρχομένην Κυριακήν. Ἡ Μπούρμπαινα εὐχαριστήθη, ἐλπίσασα ὅτι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ υἱός της δὲν θὰ ἐπανήρχετο πρὸ τῆς Δευτέρας, καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ εἰς τὸν γάμον. Διότι ὑπώπτευεν, ἤξευρε καὶ ᾐσθάνετο ὅτι ὁ Γιωργὴς ἔτρεφε παιδικὸν αἴσθημα πρὸς τὴν Ἀρχόντω.

Ἀλλὰ παρ᾽ ἐλπίδα, ἡ ὑπόθεσις τοῦ ταξιδίου ἐτελείωσε γρήγορα, ἢ ὁ καιρὸς ἦτο πολὺ εὐνοϊκός, καὶ ἡ βάρκα ἐπέστρεψε τὸ Σάββατον, ἀργὰ τὴν νύκτα. Τότε συνεκινήθη ἡ γραῖα καὶ ἐφοβήθη. Ὁ Γιωργὴς δὲν εἶχε μάθει τίποτε εἰμὴ περὶ ἐπικειμένου ἀρραβῶνος. Τὴν ἄδειαν τοῦ γάμου εἶχαν ἀναβάλει νὰ τὴν λάβουν τὴν Κυριακήν, ἅμα θὰ ἐνύκτωνε. Τὸ μυστήριον θὰ ἐτελεῖτο παράωρα, μεσάνυχτα. Ὁ Γιωργὴς δὲν ἤξευρε τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά.

Ὅταν ὁ νέος ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ εἶχαν ναῦλον διὰ τὴν Δευτέραν τὸ πρωί, ἡ γραῖα τὸν ἠρώτησε διὰ ποῦ, καὶ ποίους θὰ μετέφεραν. Ὁ Γιωργὴς εἶπεν ὅτι ὁ κυβερνήτης του ἤξευρεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐξηγηθῆ, καὶ τὸ κάτω-κάτω ὀλίγον τὸν ἔμελεν. Ἡ γραῖα δὲν εἶχεν ἀφορμὰς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι τὸ ταξίδι αὐτὸ εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν γάμον.

Ἐλέχθη μὲν ὅτι ἡ νύμφη θὰ ἐπήγαινε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ χωρίον τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του, ἀλλ᾽ ἐπιστεύετο ὅτι θὰ παρήρχοντο ἡμέραι πρὸ τῆς μετοικεσίας. Ἀλλ᾽ ἡ γρια-Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, φαίνεται ὅτι ἐβιάζετο νὰ κουβαλήσῃ τὴν κόρην της πέραν, καθὼς εἶχε βιασθῆ καὶ νὰ τὴν «κουκουλώσῃ» μίαν ὥραν ἀρχύτερα.

Ἄλλως, ποίαν τάχα ἐνόει ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης, λέγων ὅτι «ἐντρέπετο νὰ καραβωθῇ ἡ νύφη μέρα-μεσημέρι»; Ποία νύφη;

Ἡ γραῖα τὸν παρεκίνησε νὰ μείνῃ στὸ σπίτι νὰ κοιμηθῇ. Ἀνελογίζετο ὅτι, ἂν καὶ ἦσαν γείτονες μὲ τὴν οἰκίαν τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως, καὶ ἂν ἤκουε θορύβους καὶ ἐκρήξεις χαρᾶς εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Γιωργής, αὐτὴ θὰ τὸν ἐπαρηγόρει καὶ θὰ ἐπροσπάθει νὰ τὸν ἀποπλανήσῃ· καὶ ἔπειτα θὰ τὸν εἶχε σιμά της, ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια της.

Ὁ Γιωργὴς ὅμως ἤθελε νὰ ὑπάγῃ στὴν βάρκαν, ὄχι διότι τοῦ εἶχε παραγγείλει οὕτω ὁ κυβερνήτης του, ἀλλὰ διότι πάντοτε ἠρέσκετο κ᾽ ἐπροτίμα νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν βάρκαν. Ἡ μάννα του ἦτο πλέον γραῖα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν νανουρίσῃ εἰς τὴν κούνιαν του οὔτε εἰς τὴν ἀγκαλιάν της. Ἡ ἄλλη μάννα του, ἡ θάλασσα, ἀκόμη τὸν ἐλίκνιζε μὲ τὰ κύματά της. Κ᾽ ἐκείνη εἶχε κούνιαν, κ᾽ ἐκείνη εἶχεν ἀγκάλην καὶ ἀγκάλας πολλάς. Διὰ τὴν πρώτην μητέρα ἦτο πλέον μεγάλος καὶ ἡλικιωμένος υἱός. Διὰ τὴν δευτέραν μεγάλην μητέρα, τὴν προσφιλῆ καὶ ὑγρὰν καὶ ἄπιστον, ἦτο ἀκόμη μικρόν, πολὺ μικρὸν τέκνον της.

Ἡ γραῖα δὲν ἐπέμεινε περισσότερον νὰ τὸν ἀποτρέψῃ. Ἐπροσποιήθη μόνον ὅτι γνωρίζει καὶ αὐτὴ ἀπὸ θάλασσαν (καὶ δὲν ἐγνώριζεν ἄλλο παρὰ τοὺς καημοὺς τῆς θάλασσας), καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἀγκυροβόλιον τοῦ βράχου δὲν ἦτο πολὺ ἀσφαλές, καὶ τοῦ ἐσύστησε νὰ πάγῃ ν᾽ ἀράξῃ τὴν βάρκαν ἐκεῖθεν τῶν βράχων, μεσημβρινώτερα, πρὸς τὴν Σπηλιὰν ἢ τὲς Πλάκες. Τοῦτο τὸ ἔκαμε διὰ νὰ εἶναι ὁ υἱός της μακρὰν ἀπὸ τὴν συνοικίαν καὶ εἰς ἄποπτον ἀπὸ τῆς οἰκίας, ὅπου θὰ ἐτελεῖτο ὁ γάμος. Πλὴν αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ἀπῆλθεν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσκέπτετο ἡ ἀνήσυχος μητρικὴ στοργή, ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, οὔτε ἰδέαν εἶχεν οὔτε ὑποψίαν οὔτε ἔννοιαν ἂν ὁ Γιωργής, ὁ υἱὸς τῆς Μπούρμπαινας, ἦτο ἐρωτευμένος μὲ τὴν κόρην της τὴν Ἀρχόντω. Καὶ ἂν εἶχεν ἰδέαν, πάλιν δὲν θὰ τὴν ἔμελε τίποτε. Καὶ ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ κόρη της ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ αἴσθημα, πάλιν ὀλίγον θὰ ἀνησύχει. Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα, τί θὰ πῇ; Τὸ μόνον χρέος των εἶναι νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς των. «Νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς μέριμναν ἕξει». Καθὼς ὅλαι αἱ γραῖαι, ἡ Μαρουδίτσα ἦτο συμφωνοτάτη μὲ τὸν Εὐριπίδην, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζῃ.

Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα. Δὲν πρέπει, ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του τοὺς δύο πυροβολισμούς ― διότι ἀφοῦ ἡ «κουλούρα» ἐμβῆκεν εἰς τὸ κεφάλι, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη μυστικότητος, καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος μήπως «ρίξουν τὰ κορίτσια* τῆς νύφης» παρῆλθε πλέον· διότι τὰ κορίτσια, καθὼς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλούς, τὰ ρίχνουν αἱ ἐχθραὶ τῆς νύμφης, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβῶνος, ἥτις καὶ δι᾽ αὐτὸ τελεῖται πολὺ μυστικά, κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν πονηρῶν γραϊδίων, χωρὶς νὰ πάρῃ εἴδησιν κανεὶς ἀπ᾽ ἔξω· κ᾽ ἔπειτα ἡ Μαρουδίτσα εἶχε λάβει πρόνοιαν νὰ ὀχυρώσῃ τοὺς κόλπους τῆς κόρης της, καθὼς καὶ τοῦ γαμβροῦ, μὲ δύο μικρὰ ὡραῖα χρυσοδεμένα τετραβάγγελα· οἱ δὲ πυροβολισμοὶ ρίπτονται κατ᾽ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ Στεφανώματος, εὐθὺς μετὰ τὴν τελετὴν τοῦ Ἀρραβῶνος ― ὅταν, λέγω, ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του δύο τουφεκιὲς ἢ μᾶλλον τρομπονιές, ἐξύπνησεν ἔντρομος μὲ ἀνασκίρτημα, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἦτο κακὸς ἐφιάλτης. Ἀλλὰ δὲν ἦτο σωστὸν ξύπνημα.

Ὁ νέος εὑρίσκετο ἐν ἡμιασυνειδησίᾳ καὶ δὲν ἐνόει τίποτε. Τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπεν ὡς ἐν ὀνείρῳ ἐκεῖ, ἐπάνω ἀπὸ τὸν βράχον, σύρριζα εἰς τὸν κρημνόν, μίαν οἰκίαν ἐκτάκτως φωτισμένην. Ἔπειτα ἐκοιμήθη πάλιν, κ᾽ ἐκοιμήθη ἐπὶ πολύ. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὸν ὕπνον του εἶχε συνείδησιν ὀνείρου μελῳδικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐφέρετο ἐπὶ πτερύγων μουσικῶν φθόγγων, ἐπὶ πτίλων αὔρας ἐναρμονίου, λιγυρᾶς. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἐξύπνησεν.

Ἤκουσεν εὐκρινῶς βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Τί ἦτο; Ἐκοίταξε κατὰ τὸν βράχον. Ἦτο πράγματι οἰκία λαμπρῶς φωτισμένη, παμφαής, καὶ ἡ οἰκία αὕτη ἦτο τῆς Μαρουδίτσας. Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Δι᾽ αὐτὸ ὁ Σιγουράντσας τοῦ εἶχεν εἰπεῖ «ντρέπεται ἡ νύφη»; Ποιὰ νύφη;

Εἶχεν ἀκούσει περί μνηστείας. Ἴσως νὰ ἔκαμαν μνηστείαν, καὶ αὐτὰ ἦσαν τὰ «μβασίδια»* τοῦ γαμβροῦ. Διότι συνήθως, εὐθὺς μετὰ τὴν ἁπλῆν ἀνεπίσημον μνηστείαν, «μβάζουν» τὸν γαμβρόν, δηλαδὴ τὸν εἰσάγουν ἐπισήμως εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ γαμβρὸς ἦτο πέραν ἀπὸ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά, νοικοκύρης ἄνθρωπος, ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐμβάσουν ἐν πομπῇ εἰς τὴν οἰκίαν, διότι αὔριον θ᾽ ἀπήρχετο πάλιν εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ ὁ γάμος θ᾽ ἀνεβάλλετο μετὰ μῆνας. Αὐτὸ θὰ ἦτον.

Ἐζήτει νὰ εὕρῃ μικρὰν παρηγορίαν, ἐπροσπάθει νὰ πιασθῇ ἀπὸ ὀλίγην σφαλερὰν ἐλπίδα. Ἐπεθύμει νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὐτὸ μόνον ἦτον. Ὁ γάμος θὰ ἐβράδυνεν. Εἶχε καιρὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ βάλῃ μέσα εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ χαλάσῃ τοὺς ἀρραβῶνας. Ἦτο ἱκανός, αὐτός, νὰ τὸ κλέψῃ, τὸ Ἀρχοντώ. Καὶ μὲ ὅλα τὰ δίκια του. Διότι ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελαν νὰ τῆς δώσουν ἄνδρα ξένον ἄνθρωπον, οἰκοκύρην.

Ἀλλὰ τόσα φῶτα, τόση χαρά, τόσος θόρυβος, ἦτο μόνον διὰ τὰ μβασίδια; Ἠμποροῦσε νὰ τὸ πιστεύσῃ;

Ἔπειτα ἐκεῖναι αἱ φράσεις τοῦ Σιγουράντσα ἤρχοντο πάλιν εἰς τὸν νοῦν του. «Μπορεῖ νὰ τοὺς σηκώσουν πρωί. Θὰ μβαρκάρουν τὴ νύφη. Νά ᾽χῃ τὸν νοῦν του».

Νὰ ἦτο λοιπὸν ἀληθές; Ἐτελεῖτο γάμος ἐκεῖ ἐπάνω; Ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ;

Ὤ, Τύχη καὶ Πρόνοια! Ὤ, βουλαὶ ἀνθρώπων ὑποβολιμαῖαι, τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί!

Τί νὰ σκεφθῇ; Τί νὰ εἴπῃ; Πῶς ν᾽ ἀρθρώσῃ λόγον; Ἤθελε, κατὰ τὸ ᾆσμα, «ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ πῇ τὰ πάθη του τραγούδια». Σῦρε νὰ πῇς τῆς μάννας σου νὰ κάμῃ κι ἄλλη γέννα. Ὄχι! Ἀνάθεμα τὴ μάννα σου!…

Διατί κοιμᾶται; Πῶς ἀγρυπνεῖ; Πῶς μένει ἐξαπλωμένος; Καὶ δὲν ἐξέρχεται πνοὴ καὶ στεναγμὸς ἀπὸ τὸ στόμα του, καὶ τὸ ὄμμα του ἐκαρφώθη ἐκεῖ ἀπλανές, καὶ ζῇ, καὶ δὲν ζῇ, ἐνδόμυχον ζωήν; Τί σκέπτεται; Σκέψις χρειάζεται; Ὄχι, δρᾶσις. Νὰ σηκωθῇ… Νὰ πηδήσῃ… Νὰ τρέξῃ… νὰ πετάξῃ… Ν᾽ ἀναβῇ τὸν βράχον, σκαλοπάτια-σκαλοπάτια, στενοὺς δρομίσκους, λιθόστρωτα… Νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ἐπάνω… Νὰ χυθῇ, νὰ ὁρμήσῃ… Νὰ τοὺς ταράξῃ. Νὰ τοὺς θαλασσώσῃ… Νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὴν νύφην, ὁποὺ στέκει στολισμένη καὶ καμαρώνει. «Ἔλα ἐδῶ, σύ!»… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ… Νὰ τὴν σηκώσῃ ψηλά…

Νὰ τὴν κατεβάσῃ, κάτω ἀπὸ τὴν σκάλαν… Θὰ ἐξαφνισθοῦν… Θὰ μείνουν ἀπολιθωμένοι… Θὰ τὸν νομίσουν διὰ τρελόν… Θὰ συνέλθουν… Θὰ τρέξουν κατόπιν του… Ἡ γριὰ θὰ τραβήξῃ τὰ μαλλιά της, θὰ χυθῇ ἐπάνω του, καὶ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Οἱ ἄλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενεῖς, θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τοὺς γρόνθους, μὲ ράβδους, μὲ τὰς φιάλας τὰς κενὰς καὶ μὲ τὰς φιάλας τὰς μισογεμάτας… μὲ τὴν σκούπαν… μὲ ὅ,τι τύχῃ. Αὐτὸς μὲ τὴν μίαν χεῖρα θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην ἐμπρός, μὲ τὴν ἄλλην θὰ προσπαθῇ νὰ τοὺς φέρῃ γῦρο ὅλους!… Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν* του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… Ὄχι, θὰ τοῦ ἔλθῃ λιγοθυμιά, καὶ θὰ πέσῃ ἀπ᾽ ὀπίσω ἀπὸ τὴν πόρταν… καὶ τότε αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές, καὶ θὰ πασχίζουν νὰ ξελιγοθυμήσουν τὸν γαμβρόν… καὶ θὰ ἐπέλθῃ μικρὸς ἀντιπερισπασμός… κι αὐτὸς θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην κατὰ τὸν βράχον, σιμὰ εἰς τὴν βάρκαν, κάτω, καὶ μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ἀγκῶνάς του, καταπληγωμένος, ἀφρίζων, αἱματωμένος, ἄγριος, θ᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰ κτυπήματα τῶν λυσσασμένων.

Ἐμπρός! θάρρος, ἀπόφασις. Σηκώσου! θὰ κουνηθῇς ἐπὶ τέλους;

Εἶχε κοιμηθῇ ἀποβραδὺς ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης. Εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἐξύπνησεν. Εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον.

Ἔτριψε τὰ μάτια του, ἐχασμήθη, ἐγόγγυσεν, ἔρριψεν ὀλίγον νερὸν εἰς τὰ βλέφαρά του, ἐφόρεσε τὴν μικρὰν καπόταν του, καὶ κατέβη.

Διευθύνθη εἰς τὸ σπίτι τῆς χαρᾶς, ἐκεῖ ὅπου ἐγίνετο ὁ γάμος.

Δὲν ἦτο καλεσμένος, ὄχι, ἀλλ᾽ ἦτο καραβοκύρης τῆς βάρκας… τοῦ Γιωργῆ καὶ ἦτο ναυλωμένος νὰ μεταφέρῃ τὸ νέον ἀνδρόγυνον πέραν. Ἡ νύφη δὲν εἶχε σπίτι ὡς προῖκα. Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δύο ἢ τρία μεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαμβακερὰ φορέματα, δύο χαλκώματα, μισὴν δουζίναν χουλιαράκια τοῦ γλυκοῦ, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφην καὶ μίαν ἀνεμοδούραν* κ᾽ ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμὰς μέτρημα, τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ, καὶ μὲ αὐτὰ τοὺς «ἐκουκούλωσε».

Τὸ νὰ μὴ λάβῃ σπίτι ὡς προῖκα ἡ νύφη ἐσήμαινεν ὅτι δὲν θὰ ἔμενεν ἐγκάτοικος εἰς τὴν πατρίδα της. Ὁ γαμβρός, πέρα, στὰ χωριὰ τὰ δικά του, ἔλεγαν ὅτι εἶχε σπίτι καὶ σπίτια πολλά. Καὶ χωράφια ὄχι ὀλίγα. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος.

Εἶχεν ἀποφασισθῆ, εὐθὺς μετὰ τὸν γάμον, ἅμα ἐξημέρωνε νὰ μβαρκάρουν ὁ γαμβρός, ἡ νύφη, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὴν γραῖαν, καὶ νὰ περάσουν πέρα εἰς τὸν Πλατανιᾶν, σιμὰ εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωρία τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του κ᾽ εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Εἶχαν συμφωνήσει μὲ πολλὴν μυστικότητα ἀπὸ τὸ δειλινὸν τῆς Κυριακῆς (τὴν μυστικότητα τὴν ἤθελεν ἡ γραῖα εἰς ὅλα, φυλαττομένη τὰς κακὰς γλώσσας τοῦ χωριοῦ· ἤθελε ν᾽ ἀποκοιμίσῃ τὴν κοινὴν περιέργειαν· δὲν τῆς ἤρεσκε ν᾽ ἀκούῃ σχόλια, διατί καὶ πῶς ἡ γραῖα Μαρουδίτσα ὑπάνδρευσε τὴν κόρην της καὶ τὴν ἔστειλεν εἰς ξένον μέρος, καὶ τὴν ἐξεπάτρισε, καὶ τὴν «ἐκαράβωσε» μέρα-μεσημέρι· καὶ προσέτι ἂν ἡ νύφη εἶχε καλὰ προικιά, καὶ ἂν «ἐκαμάρωνεν» ὅταν θὰ ἐπήγαινε νὰ μβαρκάρῃ κτλ.), εἶχαν συμφωνήσει, λέγω, μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὸν καραβοκύρην, πρωὶ-πρωὶ νὰ τοὺς περάσῃ πέρα μὲ τὴν βάρκαν, τὴν βάρκαν τοῦ Γιωργῆ. Μὲ αὐτὸ τὸ θάρρος ἐπήγαινεν ὁ καπετὰν Σιγουράντσας τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι, χωρὶς νὰ εἶναι καλεσμένος. Εἶχε σκεφθῆ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ χορτάσῃ τὸν ὕπνον ἐνωρίς, ἀφοῦ ἦτον διὰ ταξίδι, καὶ βαθιὰ τὴν νύκτα, περὶ τὸ δεύτερον λάλημα τοῦ πετεινοῦ, νὰ σηκωθῇ νὰ ὑπάγῃ ἀπροσκάλεστος εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι.

Ἤρκει ἅπαξ νὰ εἴπῃ:

— Ἔ! τί κάνουμε; Καλορρίζικα δά. Ἂς εἶναι στερεωμένα. Κοντεύει νὰ φέξῃ. Ὁ ἀστέρας θὰ βγῇ. Ἡ Πούλια πάγει μεσουρανίς. Νά, τώρα θὰ χαράξῃ. Ἐγὼ λέω νὰ τραβιόμαστε ἀγάλι᾽ ἀγάλια. Τώρα μὲ τὸ ἀπόγειο, τὸ πρωί, θὰ κολλήσουμε μιὰ χαρὰ πέρα, πρὶν ψηλώσῃ ἕνα κοντάρι ὁ ἥλιος… Ἂς εἶναι στερεωμένα, καλορρίζικα! Μὲ γυιούς! Ἐβίβα σας! Στερεωμένο τὸ ἀνδρόγυνο! Στὴν ὑγειά σας! Καλορρίζικα!

Καὶ ὕστερον ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας θὰ ἐκερνᾶτο καὶ θὰ ἔπινεν ἀνέτως, ὡς καλεσμένος μὲ τοὺς καλεσμένους, ὑπενθυμίζων μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν:

— Κοντεύει νὰ φέξῃ… Νὰ τραβιόμαστε σιγὰ-σιγά. Ἐβίβα σας! Καλορρίζικοι! Στερεωμένοι!

— Ἂς φέξῃ! θὰ ἀπήντων ἑκάστοτε ὁ κουμπάρος καὶ οἱ καλεσμένοι.

Καὶ οὕτω συνέβη. Ἦτο ἤδη τετάρτη μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Γλυκοχαράματα, ἀπόπασχα, Ἀπρίλιος ὁ μήν. Τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν εἰς τὰ δένδρα, γύρω εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Ἡ αὐγὴ ἔδειχνε τὰ ρόδινα δάκτυλά της ψηλὰ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ ἀντικρύ, καὶ ὅλος ὁ ἀὴρ ἐμοσχοβολοῦσεν ἀπὸ τὰ ρόδα τῶν κήπων ὁλόγυρα, τὰ ρόδα τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῆ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν χωρὶς ἀκάνθας· καὶ τώρα, διὰ νὰ δρέψῃ τις ἓν ἀπὸ αὐτὰ ἀνάγκη νὰ ματώσῃ τὰ δάκτυλα… καὶ πάλιν, ὅταν τὸ ρόδον εἶναι ὑψηλὰ πολύ, δὲν τὸ φθάνει ὅσον καὶ ἂν τανυσθῇ τις, μόνον ἀδίκως ματώνει τὰ δάκτυλα… καὶ καμμίαν φορὰν πέφτει καὶ σπάζει τὰ πόδια.

Ἦτο τετάρτη ὥρα γλυκοχαράματα, καὶ κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε κινηθῆ ἀπὸ τὴν οἰκίαν. Τέλος, ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἥτις ἐπεθύμει νὰ γίνῃ τὸ μπαρκάρισμα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερα, ἐπῆρε δύο ἀβασταγὲς μὲ ροῦχα, τὰς ὁποίας εἶχεν ἑτοιμάσει, καί, ἀφοῦ συνεννοήθη μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὰς ἔδωκεν εἰς δύο παιδία, ἀνεψιούς της, νὰ τὰς κουβαλήσουν κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν.

— Ἐκεῖ εἶν᾽ ἡ βάρκα, εἶπεν ὁ καραβοκύρης, δεικνύων διὰ τοῦ παραθύρου. Ὁ Γιωργὴς κοιμᾶται μέσα. Ἂς τὸν φωνάξουν νὰ σηκωθῇ, νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ πράματα. Κι ὅ,τι ἄλλο ἔχετε, στείλετέ το. Δῶστέ μου κ᾽ ἐμένα νὰ κουβαλήσω τίποτα, τώρα ποὺ θὰ κατέβω. Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! Τέπερτε* ὅλοι! Τὸ ἀνδρόγυνο στερεωμένο!

Νὰ σηκωθῇ… Νὰ τρέξῃ… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χέρια τους… Ἡ γριὰ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της… Αὐτὸς θὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὸν λαιμὸν νὰ τὴν πνίξῃ… Οἱ καλεσμένοι θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τὶς μπουκάλες, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τὰ ρόπαλα… Αὐτὸς θὰ τοὺς κυνηγήσῃ μ᾽ ἕνα σκαρμόν, μ᾽ ἕνα μπάγκον, μὲ μίαν τροπωτήρα* ὁποὺ μπορεῖ νὰ πάρῃ μαζί του ἀπὸ τὴν φελούκαν… Αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές… Ὁ γαμβρὸς θὰ τὰς καταπραΰνῃ. «Σιωπᾶτε! σιωπᾶτε!». Εἶναι εἰρηνικὸς ἄνθρωπος, φρόνιμος νοικοκύρης.

Δὲν ἐσηκώθη… Δὲν ἔτρεξε. Δὲν ἦτο πλέον καιρός. Ὁ μακρὸς ἐφιάλτης τὸν εἶχε προδώσει.

Τὰ δύο παιδία κατέβησαν κάτω εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βράχου, φέροντα τὰς δύο δέσμας τῶν φορεμάτων. Δύο φανάρια ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς κρεμασμένα εἰς τὸ μπαλκόνι τῆς οἰκίας. Τρίτον φανάριον προσετέθη τώρα ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, διὰ νὰ φέγγῃ τὸν δρόμον εἰς αὐτοὺς ὁποὺ ἤρχισαν νὰ κουβαλοῦν τὴν ἀποσκευήν. Τὸ οὐράνιον δρέπανον, λευκόν, ἐστιλπνωμένον, εἶχεν ἀνατείλει πρὸ ὥρας, καὶ τώρα εἶχεν ὠχριάσει ἀπὸ τὰς ἐρυθρὰς καὶ κυανᾶς λάμψεις τοῦ λυκαυγοῦς. Καὶ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐκοκκίνιζαν ὑψηλά, πρωτογενῆ, ἄφθαστα ρόδα… φλογίνη ρομφαία εἰς τὴν πύλην τοῦ φωτός!

Τὰ δύο παιδία ἐφώναξαν τὸν Γιωργήν. Ἀλλ᾽ ὁ νέος εἶχε σηκωθῆ πρὶν τὸν φωνάξουν.

— Μπάρμπα, εἶπ᾽ οὑ καπιτάνιους, νὰ πάρ᾽ς, λέει, τὰ ροῦχα μέσ᾽ τ᾽ βάρκα.

— Εἶπε, λέει, ἡ θειά μ᾽ ἡ Μαρουδίτσα, νὰ τὰ βάνῃς, λέει, σὲ καλὴ μεριά, τὰ ροῦχα, νὰ μὴ βραχοῦνε.

— Νὰ τὰ βάνῃς, λέει, ἀπουκάτ᾽ ἀπ᾽ τὴν πλώρ᾽ τς βάρκας, ὄμορφα-ὄμορφα.

— Τὰ ροῦχα, λέει, κὶ τὰ μάτια σ᾽.

Καὶ συγχρόνως ἠκούσθη ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχομένη ἡ μεγάλη φωνὴ τοῦ Σιγουράντσα:

— Ἀλέστα*, Γιωργή! Τὰ πῆρες τὰ πράματα μέσα;

Εἶχεν ἐξέλθει ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, κ᾽ ἐκεῖ προπεμπόμενος καὶ ξεκολλῶν ἀργὰ-ἀργά, ἐξηκολούθει νὰ κερνᾶται ἀκόμη.

— Γειά μας! Στερεωμένο τ᾽ ἀνδρόγυνο! Καλορρίζικοι! Καλό μας καταυόδιο!

Καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ κατήρχετο βραδὺς τὴν κλιτὺν τοῦ βράχου, ἐξακολουθῶν νὰ φωνάζῃ καθ᾽ ὁδόν:

— Ἀσένιο*, Γιωργή! Θά ᾽χουμε καλὸ ταξίδι.

Δὲν ἦτο πλέον ψέμα, ἦτον ἀλήθεια. Ὁ Γιωργὴς ἔπλεε μὲ τὴν βάρκαν του καὶ μὲ τὸν Σιγουράντσαν. Ἔπλεε καὶ μετέφερε τὴν Ἀρχόντω, μὲ τὴν μητέρα της καὶ μὲ τὸν γαμβρόν, τὴν ὥραν τῆς αὐγῆς. Τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωριὰ τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Καὶ πάλιν ἠμπορεῖ νὰ ἦτον ψέμα, τίς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος; Ἦτο ὄνειρον μαγικόν, ἀπαίσιον καὶ τρομερόν, ὄνειρον τὸ ὁποῖον ἔβλεπε μὲ ἀνοικτὰ τὰ μάτια. Κ᾽ ἐσφαλοῦσε τὰ μάτια, καὶ ἀκόμη τὸ ἔβλεπε.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐφυλλορροοῦσαν κ᾽ ἐκοκκίνιζαν αἱ παρειαὶ τῆς Ἀρχόντως, ἢ ἐκοκκίνιζαν μόναι των εἰς τὴν θέαν τοῦ Γιωργῆ; Αὐτὸς ἦτο χλωμός, μαραμμένος, ἀδρανής.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς δὲν ἤρκουν διὰ νὰ τὸν κάμουν νὰ κοκκινίσῃ. Τὰ χέρια του μηχανικῶς, ὡς ξυλιασμένα, ἐτραβοῦσαν τὸ κουπί. Ξύλον κολλημένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον.

Μίαν φορὰν μόνον ἐκοίταξε τὴν Ἀρχόντω. Τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἦτον ἡ τελευταία συγκεντρωμένη ἀκτὶς τῆς ψυχῆς του. Εἶτα ἐκείνη κατεβίβασε τὰ ὄμματα, καὶ τὸ ἰδικόν του ὄμμα κατέστη ἀπλανές.

— Καλὸ κατευόδιο σας!

— Παναγιὰ μπροστά σας!

— Δούλευέ τα*, καπετάνιο.

— Δούλευέ τα! δούλευέ τα!

Ἐμακρύνθησαν, ἐπελαγώθησαν, κ᾽ ἔφευγαν, ἔφευγαν.

Δὲν ἠμποροῦσε νὰ συνάψῃ ἰδέαν πλέον. Δὲν ἦτο τάχα πλέον καιρὸς παλληκαριᾶς; Παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ὁρμήσῃ ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι, νὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας ὅλων, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ὀδόντας καὶ μὲ τοὺς ὄνυχας.

Ἡ γραῖα δὲν θὰ τὸν ἔσχιζε πλέον μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Αὐτὸς ἠμποροῦσε ἀκόμη νὰ τὴν πνίξῃ… νὰ τὴν πνίξῃ… Ἔβλεπε τὸν γαμβρὸν καὶ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ὄρνεον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔλθει ἀπὸ ξένον τόπον διὰ ν᾽ ἁρπάξῃ τὴν περιστεράν, τὴν τρυγόνα.

Τοῦ ἤρχετο νὰ ξεστηθωθῇ, νὰ πτύσῃ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ:

— Παλεύουμε, μπάρμπα;

Τοῦ ἤρχετο νὰ συγχαρῇ τὴν γραῖαν διὰ τὸν γάμον της τάχα ― προσποιούμενος ὅτι ἐπίστευεν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ νύμφη… διότι ἡ ἡλικία τοῦ γαμβροῦ ἐφαίνετο διὰ νὰ εἶναι σχεδὸν πατὴρ τῆς κόρης.

Καὶ νὰ συγχαρῇ τὴν νέαν διότι, μετὰ τόσα ἔτη ὀρφανίας, εἶχεν ἀποκτήσει τάχα δεύτερον πατέρα.

Ἔπειτα τοῦ ἦλθεν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γαμβρόν, δεικνύων τὴν θάλασσαν:

— Παραβγαίνουμε στὸ κολύμπι;

Ἐκεῖνος θὰ ἐκάγχαζε μὲ τὴν τρέλαν τοῦ νέου. Δὲν εἶχεν ὄρεξιν διὰ θαλάσσιον λουτρόν. Ἦτο χερσαῖος. Θὰ ἐπήγαινεν ὡς μολυβήθρα κάτω εἰς τὸν βυθόν. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ σπίτια του, μὲ τὰ καλά του.

Τὸ ἀπόγειον ἐφύσα. Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Θὰ ἐδυνάμωνε πολύ. Ἦτο ἡμέρα πλέον, καὶ ὁ ἥλιος θ᾽ ἀνέτελλε πυριφλεγέθων ἐπάνω. Καὶ τὰ ρόδα τῶν παρειῶν τῆς νύμφης δὲν θὰ ἐξηλείφοντο. Καὶ ἡ χλωμάδα ἡ ἰδική του ἐνίκα τὴν ἡλιοκαΐαν τοῦ προσώπου του, τὴν παιδιόθεν κτηθεῖσαν.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Σαβούραν δὲν ἐφρόντισαν νὰ βάλουν. Ποῖος νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ; Αὐτὸν δὲν τὸν ἔμελεν. Ὁ Σιγουράντσας ἦτο «καπνισμένος»*. Ὁ γαμβρὸς δὲν ἤξευρεν ἀπὸ τέτοια. Ἦτο στεργιώτης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ ὑπάρχοντά του.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Τάχα δὲν ἠμποροῦσε νὰ δυναμώσῃ ἀρκετά, ὥστε μ᾽ ἕνα σαγανίδι* ν᾽ ἀναποδογυρίσῃ τὴν ἀσαβούρωτην βάρκαν;

Μ᾽ ἕνα σαγανίδι μόνον. Μὲ μικρὰν ἀνεπιτηδειότητα τοῦ Σιγουράντσα εἰς τὸ τιμόνι, μ᾽ ἐλαφρὰν ἀπροσεξίαν τοῦ Γιωργῆ εἰς τὸ πανί.

Καὶ τότε ὅλα θὰ ἔπλεαν εἰς τὴν θάλασσαν… ὅλοι θὰ ἔπεφταν εἰς τὸ κῦμα. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε μολύβι εἰς τὸν πάτον, χερσαῖος, ἀθαλάσσωτος ἄνθρωπος. Τὴν γρια-Μαρουδίτσαν ἂς τὴν ἐγλύτωνεν, ἂν ἤθελεν, ὁ Σιγουράντσας. Ὁ Γιωργὴς θὰ ἐγλύτωνε τὴν Ἀρχόντω κολυμβῶν. «Κ᾽ ἐσένα νὰ γλυτώσω, κορμί μ᾽ ἀγγελικό».

Ἕνα σαγανίδι, ἕνα σαγανιδάκι μόνον. Καὶ τοῦτο τί ἐχρειάζετο; Μία παρατιμονιὰ τοῦ Σιγουράντσα δὲν ἤρκει; Καὶ αὐτὴ τί ἐχρειάζετο; Ἕνα καργάρισμα* τοῦ πανιοῦ δὲν ἦτο ἀρκετόν; Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸ εἰς τὸ χέρι τοῦ Γιωργῆ καὶ μόνον;

Μὲ τὸ χέρι του ἠμποροῦσε νὰ βιάσῃ τὸ πανί, καὶ μὲ τὸ πόδι του ἠμποροῦσε νὰ βγάλῃ τὸν πίρον τῆς βάρκας. Ἡ βάρκα εἶχεν ὀπὴν φραγμένην διὰ πίρου, δίπλα εἰς τὴν καρίναν. Ἦτο τοῦτο σχέδιον τοῦ Γιωργῆ, ὅστις ἔσωζεν ἀκόμη παιδικάς τινας κλίσεις εἰς τὰ θαλασσινά του, καὶ ἐπεθύμει, καθὼς βουλιοῦν τὰ παιδιὰ τὲς μικρὲς φελοῦκες κολυμβῶντα, νὰ βουλιᾷ συχνὰ τὴν βάρκαν του, διὰ νὰ χορταίνῃ ἐκείνη θάλασσαν καὶ αὐτὸς κολύμβημα.

Μὲ ἓν λάκτισμα, ἀκόμη ὀλιγώτερον, μὲ ἓν κτύπημα τοῦ δακτύλου τοῦ ποδός, ἠμποροῦσε νὰ στείλῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἄναυλα τρεῖς ψυχάς, τὸν γαμβρόν, τὴν πενθερὰν καὶ τὴν νύφην… ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ γλυτώσῃ τὴν τελευταίαν.

Ὁ κυβερνήτης, ἂν καὶ βαρύς, θὰ ἐκολύμβα ὅπως-ὅπως καὶ θὰ ἐγλύτωνε. Δὲν ἀπεῖχον ἥμισυ μίλιον ἀπὸ τὴν ἀκτήν. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε βολὶς εἰς τὸν πάτον μὲ ὅλα τὰ σπίτια του… ἢ μᾶλλον χωρὶς τὰ σπίτια του, χωρὶς τὰ χωράφια του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του. Ἡ γραῖα Μαρουδίτσα… αὐτὴ τὸ ψωμί της τὸ εἶχε φάγει. Τὴν κόρην της τὴν εἶχε «κουκουλώσει» καὶ τὴν εἶχε κάμει νοικοκυρά. Θὰ ἐφρόντιζεν αὐτὸς νὰ τῆς κάμῃ τὰ κόλλυβα… μαζὶ μὲ τὴν Ἀρχόντω.

Ἐμπρός! Καρδιά! Θάρρος!

Ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ βουλιάξῃ τὴν βάρκαν διὰ τοῦ ἀνοίγματος τῆς ὀπῆς. Τὸ μέσον δὲν μετεῖχε παλληκαριᾶς, ἦτο δὲ καὶ ἀπαίσιον. Ἔπειτα δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἀσφαλές, διὰ τὴν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον προπομπήν.

Μὲ βουλιαγμένην βάρκαν ἐσώθησαν πολλοὶ μὴ γνωρίζοντες νὰ κολυμβοῦν. Μὲ ἀναποδογυρισμένην βάρκαν πολλοὶ καὶ δεξιοὶ κολυμβηταὶ ἐχάθησαν.

Ὄχι, δὲν θὰ ἐβούλιαζε τὴν βάρκαν· θὰ τὴν ἀναποδογύριζε!

Θὰ ἔβλεπεν τερπνὸν θέαμα, τὸν Σιγουράντσαν νὰ κολυμβᾷ ὡς φώκη μακράν του. Θὰ ἐξεπιάνετο ἀπὸ τὸν γαμβρόν, θὰ ἀπηλλάσσετο ἀπὸ τὴν πενθεράν, διὰ νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ γραῖα μόλις θὰ ἐπρόφθανε νὰ κάμῃ τὸν τελευταῖον σταυρόν της, καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἀγωνίας της θὰ ἐπνίγετο βαθιὰ κάτω.

Τὴν ἐπαύριον εἰς τὸ χωρίον, οἱ ἱερεῖς θὰ τῆς ἔψαλλον τὸν «κανόνα» της, καὶ θὰ προέτρεπον τοὺς παρεστῶτας νὰ κάμουν μετανοίας διὰ τὴν ψυχήν της. Καὶ ἐπὶ σαράντα ἡμέρας, ὅλαι αἱ εὐλαβεῖς γραῖαι τοῦ χωρίου θὰ ἔπαυον νὰ τρώγουν ὀψάρια, μὲ τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὰ εἶχον ἐγγίσει τὴν πνιγμένην.

Νὰ δράξῃ τὴν Ἀρχόντω ἀπὸ τὸν βραχίονα… ἀπὸ τὴν μασχάλην… ὄχι, ἀπὸ τὴν μέσην. Καὶ ἔπλεεν ἤδη, ἔπλεε κ᾽ ἐκολυμβοῦσε μαζί της. Διὰ μίαν φορὰν ἂς γίνῃ γλυκιὰ ἡ πικρὴ καὶ ἁλμυρὰ θάλασσα.

Ἔφευγεν, ἔφευγεν ὡς δελφίνι, ἐφύσα κ᾽ ἐξέρνα τὸ νερὸν ὡς φάλαινα, καὶ προέβαλλε κοπτερὸν τὸν βραχίονα ὡς ξιφίας. Ἔπλεε μὲ τὸν δεξιὸν βραχίονα, κ᾽ ἐσφιχταγκάλιαζε τὴν νέαν μὲ τὸν ἀριστερόν. Ἄνω τὴν κεφαλήν της, ἄνω. Ν᾽ ἀναπνέῃ τὸ δακτυλιδένιο στοματάκι της… «Μὴ φοβᾶσαι, ἀγάπη μου!» Καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν θὰ ἐξετοπίζετο ὀργυιὰς καὶ ὀργυιάς… Θὰ ἐζύγωνε, θὰ ἐπλησίαζεν εἰς τὴν ξηράν. «Τώρα, τώρα, ἐφτάσαμε, ψυχή μου». Κανὲν δυστύχημα δὲν ἔμελλε νὰ συμβῇ. Ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἐσώζετο. «Ἐζαλίσθης, ψυχή μου; Ὅλα καλὰ τώρα. Ἐπνίγη κανείς; Ὄχι, ἀφοῦ ἐγλύτωσες σύ». Ὤ, πῶς θὰ ἔπεφταν ἀφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσαν, ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον. Ἀναπλασμένοι καὶ ἀναβαπτισμένοι. Νέος Ἀδὰμ καὶ νέα Εὔα, φέροντες τοὺς χιτῶνας θαλασσοβρεγμένους κολλητὰ εἰς τὴν ἐπιδερμίδα των, περισσότερον παρὰ γυμνοί.

«Ἐκεῖ εἰς τὸν βράχον εἶναι μία σπηλιά. Ὕπαγε ἐκεῖ μέσα, φιλτάτη μου, ν᾽ ἀλλάξῃς». Ἐκείνη, ἂν εἶχε δύναμιν νὰ τὸν ἀκούῃ, θὰ τὸν ἐκοίταζε κατάπληκτος. Ν᾽ ἀλλάξῃ μὲ τί; «Νὰ στεγνώσῃς. Θὰ σοῦ φέρω ἐγὼ φύλλα, ἀπ᾽ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ δάσους, ἀγάπη μου, νὰ σκεπασθῇς».

Τέλος, ἀναποδογύρισε τὴν βάρκαν; Ἔπνιξε τοὺς ἐπιβάτας; Τὴν ἔσωσεν ἐκείνην;

Δὲν ἰσχύει τηλαισθησία οὔτε τηλεπάθεια, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὰς ψήφους τῶν ἀναγνωστῶν, νοερῶς, ἀκαριαίως, οὐδὲ Κοινοβουλίου τέμενος εἶναι παρ᾽ ἡμῖν ἱερόν, ἀλλὰ ναὸς Εὐβουλίας. Πᾶς συγγραφεὺς ὑποτίθεται ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν μέσην κρίσιν καὶ τὸ μέσον αἴσθημα τῶν ἀναγνωστῶν του.

Δὲν τὴν ἀναποδογύρισε, δὲν τοὺς ἔπνιξε. Ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε διὰ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τὸ ὀλίγον αὐτὸ ἔλειψεν.

Ἔξαφνα εἶδε νοερὰν ὀπτασίαν, τὴν μορφὴν τῆς μητρός του τῆς Μπούρμπαινας, ἐναέριον, παλλομένην. Ἐτράβα τὰ μαλλιά της κλαίουσα καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἄχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ᾽ εἶν᾽ αὐτὸ ποὺ θὰ κάμῃς;»

Ἔκαμε κρυφὰ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἐπὶ τῆς καρδίας, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ ὑποκάμισόν του. Ἐνθυμήθη καὶ εἶπε τρεῖς φορὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ὁποὺ τοῦ τὸ εἶχε μάθει, ὅταν ἦτο μικρός, ἡ μήτηρ του, καὶ αὐτὸς ἔκτοτε τὸ εἶχε ξεχάσει. Εἶπεν: «Ἂς πάγῃ, ἡ φτωχή, νὰ ζήσῃ μὲ τὸν ἄνδρα της! Μὲ γειά της καὶ μὲ χαρά της!»

Κατέστειλε τὸ πάθος, ἐπραΰνθη, κατενύγη, ἔκλαυσε κ᾽ ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του ― ἔρωτα χριστιανικόν, ἁγνόν, ἀνοχῆς καὶ φιλανθρωπίας.

(1897)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=KFa2v4RisUg&list=PL9eBIJBQAv6XXWYEt8ZEHErD9li-tomYe&index=75

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ

Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε προάστιο της Ρώμης το 117 μ.Χ., επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν οι Έλληνες Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από θερμή προσευχή. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των φτωχών της γειτονιάς της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση, που τη βοήθησε στο ευαγγελικό της έργο. Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία έχασε και τους δύο γονείς της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της, διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποίησε όλη της την περιουσία, αποδίδοντας τα έσοδα σε φτωχούς, χρηματοδότησε την κατασκευή ενός ιδρύματος για άπορες της Ρώμης και αφιέρωσε το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δόθηκε ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκοντας σε σπίτια γυναίκες, παιδιά, διακονώντας αδυνάτους. Μάλιστα με τον καιρό επεξέτεινε τη δράση και σε γειτονικές περιοχές και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Αυτό ακριβώς το ευαγγελικό έργο της Αγίας, έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά εκείνη έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να αποκηρύξει το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε ευκαιρία την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της, ελευθερώνοντάς την από τα δεσμά της. Η Παρασκευή, τις επόμενες μέρες, ενώπιον του Αυτοκράτορα, έμεινε πάλι σταθερή. Ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο: Ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν το πίστεψε και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα, τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Αυτοκράτορα που δεν πίστευε ότι το λάδι ήταν καυτό. Αποτέλεσμα, η τύφλωση του Αντωνίνου. Η Παρασκευή, όμως, με θαυματουργικό τρόπο, άμεσα, θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών, και θεραπεύτρια των οφθαλμολογικών παθήσεων. Γι’ αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε, αλλά και μέχρι τις μέρες μας. Μετά το γεγονός αυτό ο Αντωνίνος απελευθέρωσε την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για την εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». [Αρκετοί μάλιστα ιστορικοί πιθανολογούν ακόμη και τη βάπτισή του.] Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα. Κατά τον συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Αγία Παρασκευή συνέχισε να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός Ιταλίας. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, στην περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, διαδόχου του Αντωνίνου, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο ναός της. Έτσι και οδηγήθηκε, αρχικά στον Ασκληπιό, άρχοντα της Θεσσαλίας, ο οποίος την έρριξε σε λάκο με φίδια. Όμως η Αγία δεν έπαθε το παραμικρό. Τότε ο Ασκληπιός μαθαίνοντας και τη θαυματουργική χάρη που είχε η Αγία μεταξύ των Χριστιανών, αποφάσισε να την ελευθερώσει. Όμως, η Αγία συνελήφθη εκ νέου από άλλον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας. Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Χριστιανοί περιμάζεψαν και κήδεψαν το σεπτό σκήνωμά της. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.

Τὴν σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον, εργασαμένη φερώνυμε, τὴν ομώνυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ αθλοφόρε· όθεν προχέεις ιάματα, καὶ πρεσβεύεις υπὲρ των ψυχών ημών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:



Η Αγία Ευφημία [11 Ιουλίου] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αγία Ευφημία [11 Ιουλίου]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



   ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΔΙΩΓΜΟΙ: Η Αγία έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού και μαρτύρησε τό έτος 303. Καταγόταν από την Χαλκηδόνα. Ήταν κόρη του πλουσίου Συγκλητικού Φιλόφρονα και της ευσεβούς Θεοδοσιανής. Η Αγία παιδαγωγήθηκε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» γι' αυτό αγάπησε το Χριστό, την αγνεία και την ομολογία του Χριστού. O έπαρχος της Ανατολής Πρίσκος μαζί με τον φιλόσοφο και ιερέα του Άρη Απελιανό κήρυξε, με τη συμφωνία του Διοκλητιανού, διωγμό κατά των Χριστιανών. Κατά την εορτή του θεού Άρη ζήτησε όλοι οι κάτοικοι να προσέλθουν στη γιορτή. Όσoι δεν θα προσέρχονταν θα τιμωρούνταν με φοβερά κολαστήρια. Οι χριστιανοί κρύφτηκαν άλλοι σε σπίτια και άλλοι στις ερημιές. Ή Αγία Ευφημία ήταν επικεφαλής μιας τέτοιας ομάδας στηρίζοντας τούς πιστούς με το φλογερό της λόγο.

ΣΥΛΛΗΨΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Τελικά συνελήφθη η Αγία μαζί με σαράντα εννιά άλλα άτομα. Όταν ο Πρίσκος ζήτησε να θυσιάσουν στο είδωλο του Άρη και οι πενήντα συλληφθέντες αρνήθηκαν με παρρησία. Ο Πρίσκος οργίστηκε από την άρνησή τους και έδωσε εντολή να δείρουν επί είκοσι μέρες τους Αγίους και να τους φυλακίσουν. Μετά το εικοσαήμερο αυτό δοκίμασε πάλι να πείσει τους μάρτυρες να θυσιάσουν. Μετά την νέα άρνηση, τους έδειραν τόσο πολύ, ώστε κουράστηκαν οι στρατιώτες που τους έδερναν. Τότε ο Πρίσκος αφού φυλάκισε τους υπολοίπους, κάλεσε κατά μόνας την Αγία και προσπάθησε να την πείσει να θυσιάσει. Μετά τη νέα άρνηση και ομολογία της, την έβαλαν στο βασανιστικό τροχό κατακόπτοντας το σώμα της. Την ώρα του μαρτυρίου της η Αγία προσευχόταν διαρκώς. Μετά την προσευχή της και το θαυματουργό λύσιμό της από τον τροχό και τη θεραπεία των τραυμάτων της, ρίχτηκε η Αγία σε πυρακτωμένο καμίνι. Οι υπηρέτες Σωσθένης και Βίκτωρ αρνήθηκαν να την ρίξουν στο καμίνι, γιατί έβλεπαν να στέκονται στο πλευρό της Αγίας δύο φοβεροί άνδρες, που απειλούσαν ότι θα σκόρπιζαν τη φωτιά. Ο Σωσθένης και ο Βίκτωρ βλέποντας το θαύμα ομολόγησαν τον Χριστό και μαρτύρησαν. Εντέλει η Αγία ρίχτηκε στο καμίνι. Όμως, η φλόγα δεν άγγιζε την Αγία, αλλά σκορπίστηκε έξω από το καμίνι κι έκαψε πολλούς. Μετά από πολλών ειδών άλλα μαρτύρια που επακολούθησαν και αντίστοιχες θαυματουργικές διασώσεις της Αγίας, τελικά ο Πρίσκος διέταξε και την έριξαν στα θηρία, όπου και τελικά η Αγία μετά από προσευχή παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Νυμφίου της. Οι γονείς της Αγίας έθαψαv με τιμή το πάνσεπτό της λείψανο στη Χαλκηδόνα και δόξαζαν τοv Κύριον, διότι αξιώθηκαν της τιμής να έχουν τηv θυγατέρα τους Μεγαλομάρτυρα της Εκκλησίας και πρέσβειρά τους κοντά Του.

Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΚΑΙ Η Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: O Κύριος τίμησε την καλλίνικο παρθένον και μάρτυρα Ευφημία με την δωρεά της αφθαρσίας του πολυάθλου παρθενικού της σώματος. Το 451 στη Χαλκηδόνα συνήλθαν οι 630 θεοφόροι Πατέρες που συγκροτήσαν την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, επί βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον αιρετικό Ευτυχή, που κήρυττε την πλάνη, ότι ο Χριστός έχει μόνον μίαν φύση και μία ενέργεια, αυτή της Θεότητος. Οι Άγιοι Πατέρες δογμάτισαν την πίστιv της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός έχει δύο τέλειες φύσεις, θελήσεις και ενεργείες, την θεία και την ανθρώπινη, σε μίαν Yπόσταση. Και αι δύο φύσεις είναι ενωμένες ατρέπτως, ασυγχύτως, αναλλοιώτως και αδιαιρέτως. Στη Σύνοδο οι Ορθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμο, ο οποίος περιείχε την πίστιν την αληθή, την οποίαν πάντοτε πίστευε και κήρυττε η Έκκλησία τσυ Χριστού. Αλλά και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες συνέταξαν αντίστοιχο τόμο, που περιείχε τις πλάνες τους. Τότε ομόφωνα ορθόδοξοι και αιρετικοί αποφάσισαν να τεθούν και τα δύο κείμενα στο στήθος του ιερού λειψάνου της της Αγίας Ευφημίας και, αφού άνοιξαν τη λειψανοθήκη, έκαναν αυτό και την σφράγισαν πάλι. Όταν, λίγο αργότερα, άνοιξαν τη θήκη βρήκαν τον Τόμο των Ορθοδόξωv στα χέρια της ενώ αυτό των αιρετικών Μονοφυσιτών στα πόδια της. Έτσι η Μεγαλομάρτυς Ευφημία με το εξαίσιο αυτό θαύμα επικύρωσε και υπέγραψε τον ορθόδοξο Τόμο διασαλπίζοντας το Χριστολογικό δόγμα περί των δύο φύσεων του Χριστού στα πέρατα της οικουμένης αποδεικνύοντας την διδασκαλία του Ευτύχη και των οπαδών του Μονοφυσιτών ως πλάνη.

Η Μυροφόρος Ισαπόστολος Μαρία Μαγδαληνή 22.7 +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Η Μυροφόρος Ισαπόστολος Μαρία Μαγδαληνή 22.7 +ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κων/νο Οικονόμου




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ
: Πατρίδα της ήταν τα Μάγδαλα της Γαλιλαίας, και γι' αυτό ονομάσθηκε Μαγδαληνή. Μετά τον θάνατο των ευσεβών και πλουσίων γονέων της, ακολούθησε ζωή μελέτης και προσευχής, απορρίπτοντας καλοπέραση και ηδονές. Μοίραζε από τα υπάρχοντά της στους φτωχούς. Διάλεξε το δρόμο της αγνείας, αποφεύγοντας τις πολλές συναναστροφές. Την ενάρετη Μαγδαληνή φθόνησε ο Διάβολος, στέλνοντας επτά πονηρά πνεύματα που την κυρίευσαν. Από αυτά τα τα πνεύματα ο Κύριος τη θεράπευσε, όταν εκείνη Τον πλησίασε με θερμή πίστη (Λουκ η΄1-3). Ο Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας γράφουν ότι η Μαρία δεν είχε επτά δαίμονες, αλλά οι ενέργειες των δαιμόνων λέγονται δαίμονες. Η Μαγδαληνή συναισθανόμενη την ευεργεσία του Κυρίου, πίστεψε ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού και τον ακολουθούσε αφοσιωμένα, υπηρετώντας Αυτόν και τους μαθητές Του. Την περιουσία της, τη διέθεσε στην διακονία Κυρίου και Μαθητών.

Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Είναι βλασφημία εναντίον της αγίας Μαγδαληνής η ταύτισή της με την αμαρτωλή του Ευαγγελίου, που στο σπίτι του Φαρισαίου άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο. Η παρερμηνεία οφείλεται σε συγγραφείς, και εκκλησιαστικούς, που ταύτισαν την Μαγδαληνή με εκείνη την αμαρτωλή, που έπλυνε τα πόδια του Κυρίου, δείχνοντας συντριβή και μετάνοιά για τις αμαρτίες της. Γι' αυτήν μιλά ο Ευαγγελιστής ανώνυμα: «Και γυνή ήτις ην αμαρτωλός εν τη πόλει». Στο επόμενο κεφάλαιο ομιλεί για την αγία Μαγδαληνή και αναφέρεται στην θεραπεία της από τον Ιησού, κάνοντας σαφή διαχωρισμό των δύο γυναικών. Το όνομα της αμαρτωλής δεν αναγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια. Η αγία Μαγδαληνή αναφέρεται πάλι ονομαστικά μετά την θεραπεία της, ως μαθήτρια του Κυρίου, ακόλουθος της Θεοτόκου, Διακόνισσα των Αποστόλων και πρώτη Μυροφόρος. Στην Υμνολογία γίνεται ξεκάθαρα διάκριση μεταξύ των γυναικών αυτών: Της μεταμελημένης πόρνης που άλειψε μύρα τον Κύριο, της οποίας «μνείαν ποιείσθαι» την Μεγάλη Τετάρτη, και της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής ως Μυροφόρου και Ευαγγελιστρίας, της Αναστάσεως. Η πλάνη προήλθε από την παπική Δύση, που ακολούθησαν διάφοροι συγγραφείς και σεναριογράφοι από τον Καζαντζάκη μέχρι τον Νταν Μπράουν.

  Η ΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ: Η Μαγδαληνή, όταν οι μαθητές κρύφτηκαν, παρέμεινε κοντά Του, και κάτω από το Σταυρό. Δακρυσμένη παρακολούθησε με την Θεοτόκο την ανάβασή Του στο Γολγοθά και τη σταύρωσή Του. Η Μαγδαληνή, πονεμένη αλλά άφοβη, ζούσε το αποκορύφωμα της θυσίας Του. Συμπαραστέκεται στην θλιμμένη Μητέρα Του. Εκεί, άκουσε τις τελευταίες λέξεις του Κυρίου. Και η Μαγδαληνή θρηνεί, μαζί με τη Μητέρα, που οδύρεται, ακούγοντας τον αγαπημένο της Υιό, το «Τετέλεσται», αφήνοντας την τελευταία ανθρώπινη πνοή Του.

Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ: Μετά την Ταφή Του, οι Μυροφόρες επέστρεψαν στον Τάφο, φέρνοντας μύρα και αρώματα πολύτιμα, για να αλείψουν το Σώμα Του ως τελευταίο λατρευτικό καθήκον. Ξημερώνοντας Κυριακή, ξεκίνησαν για τον Πανάγιο Τάφο. Βρίσκονταν οι άγιες ηρωικές γυναίκες σε ξένο τόπο, διατρέχοντας κινδύνους. Όμως, «Το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε» (Χρυσόστομος). Η Μαγδαληνή ξεχωρίζει μεταξύ των Μυροφόρων1. Οι τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρουν αυτήν πρώτη, μάλιστα ο Ιωάννης αυτήν μόνο αναφέρει. Ξεκινάει νύχτα, μόνη της, ανυπομονώντας να φτάσει πρώτη, διότι «πάνυ γαρ περί τον Διδάσκαλον φιλοστόργως έχουσα» (Χρυσόστομος). Φθάνοντας, βρίσκει το λίθο αποκεκυλισμένο, τον Τάφο αδειανό και σκέφτεται ότι κάποιοι έκλεψαν το Άγιο Σώμα. Η Μαγδαληνή πήγε πολλές φορές εκείνο το βράδυ στον Τάφο. Αρχικά με την Θεοτόκο (Ματθ. κη', 1-10), έπειτα με άλλες γυναίκες (Μάρκ. ιστ', 1-8), κι ακόμη μία με τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη (Ιω. κ', 1-10). Οι Μυροφόρες αξιώθηκαν πρώτες να ακούσουν από Άγγελο Κυρίου το ευφρόσυνο μήνυμα: «ηγέρθη ο Κύριος» και να γίνουν πρώτες μάρτυρες της Αναστάσεως. Μετά την έλευση των Μαθητών στον Τάφο και την αποχώρησή τους “Η Μαγδαληνή έμεινε εμφιλοχωρούσα τω μνήματι δακρύων ενστάζουσα, τη επιμόνω προσεδρία υψηλότερόν τι καραδοκούσα μαθείν» (Γρηγόριος Παλαμάς). Θρηνεί, μη μπορώντας να αντέξει την στέρηση του Θεανθρώπου. Ο Θεολόγος Γρηγόριος επισημαίνει: “ μεγάλην ωφέλειαν προξενούν τα δάκρυα. Έκαναν τις Μυροφόρους να ιδούν τον Αναστάντα Χριστόν, τις έκαναν να ιδούν τους Αγγέλους, τις αξίωσαν να γίνουν της Αναστάσεως πρώται κήρυκες, και να χρηματίσουν των Αποστόλων και Ευαγγελιστών του Κυρίου ευαγγελίστριαι». Η Μαγδαληνή μένει θαμπωμένη, βλέποντας δύο Αγγέλους, με λευκή ενδυμασία και χαρούμενο πρόσωπο. «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητείς;» την ρωτησαν. Και εκείνη: «Πήραν τον Κύριό μου από το μνημείο, και δεν γνωρίζω πού τον έβαλαν» (Ιω. κ΄13). Τότε, στρεφόμενη η Μαρία είδε τον Ιησού, που την ρωτάει: «Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητείς;» (Ιω. κ', 15). Δεν Τον αναγνωρίζει. Τα μάτια της «εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν» (Λουκ. κδ', 16), όπως έγινε με τους Μαθητές στους Εμμαούς. Και αυτή Τον ρώτησε: «Κύριε, εάν εσύ τον πήρες στα χέρια σου, πες μου που τον έχεις τοποθετήσει, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί». Και η απάντηση του Κυρίου: «Μαρία!». Τότε εκείνη συγκλονισμένη, απαντά: «Ραββουνί» δηλ. Διδάσκαλε! Φωτιζόμενη, κατάλαβε ποιος ήταν αυτός που της μιλούσε. Σπεύδει να αγκαλιάσει και να ασπαστεί τα πόδια του Κυρίου. Μα Αυτός την αποτρέπει: «Μη μου άπτου. ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου» (Ιω. κ', 17). Ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει: «Μην αποτυπώσεις στην πίστη σου την σωματική και δουλική μορφή μου. Να λατρεύεις αυτόν που βρίσκεται στην δόξα του Πατέρα και υπάρχει με την μορφή του Θεού και που είναι Λόγος του Θεού». Το “Δεν ανέβηκα ακόμη προς τον Πατέρα μου", μπορεί να σημαίνει ότι “δεν μπορώ ακόμη να ελκύσω και να σας ανεβάσω στην υψηλότερη θεωρία και γνώση, που θα γίνει αργότερα με την κάθοδο σ' εσάς του Αγίου Πνεύματος (Πεντηκοστή)”. Μεγάλη ευτυχία για την Μαρία: βλέπει και ομιλεί πρώτη, μετά την Θεοτόκο, με τον Αναστάντα Ιησού. Κι ακολουθεί η μεγάλη τιμή: «Πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς. αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιω. Κ' 17). Γίνεται “η Μαγδαληνή των Αποστόλων απόστολος, των Μαθητών κήρυξ, των Ευαγγελιστών ευαγγελίστρια” (Ιωάννης Χρυσόστομος).

   ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Μετά την Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, οι Απόστολοι διασκορπίσθηκαν κηρύσσοντας στα έθνη, όπου τους κατηύθυνε το Άγιο Πνεύμα. Η Μαρία κατευθύνθηκε στη Ρώμη, ζητώντας από τον Τιβέριο απόδοση δικαιοσύνης για τον θάνατο του Ιησού. Ακολουθώντας αποστολική ζωή, οδοιπορεί, καταφρονώντας κόπους, εμπόδια, δυσκολίες. Καθ' οδόν κηρύττει την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν καταδικάσθηκαν οι σταυρωτές του Κυρίου, η Μαγδαληνή επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα, περνώντας από Γαλλία, Ιταλία, Αίγυπτο, Φοινίκη, Συρία. Στα Ιεροσόλυμα, παρέμεινε με την Θεοτόκο, ως την Κοίμησή της. Έπειτα μετέβη στην Έφεσο, όπου συμμετείχε στο κήρυγμά του Ιωάννη, βοηθώντας τον, ως συμπαραστάτης, στις θλίψεις και στην φυλάκισή του. Μετά τον θάνατό της, το σώμα της ενταφιάσθηκε από τον Ιωάννη, σε σπήλαιο κοντά στην Έφεσο. Μέχρι σήμερα, η Αγία δεν σταμάτησε να θαυματουργεί. Η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαγδαληνής την 22 Ιουλίου, αλλά την συνεορτάζει με τις άλλες Μυροφόρες, την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα (των Μυροφόρων).

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:




1. Οι Μυροφόροι γυναίκες που μνημονεύονται είναι: η Μαρία Μαγδαληνή, η Μαρία, μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, η Σαλώμη του Ζεβεδαίου, μητέρα των Αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου, η Μαρία του Κλωπά, η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά επιτρόπου του Ηρώδη, η Σωσάννα, η Μαρία και η Μάρθα, αδελφές του Λαζάρου.

Ο Προφήτης Ηλίας [20.7] και η Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία + ΒΙΝΤΕΟ Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο Προφήτης Ηλίας [20.7] και η Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία + ΒΙΝΤΕΟ

Κωνσταντίνος Οικονόμου




Ο Θεσβίτης Ηλίας, ο σημαντικότερος προφήτης του Θεού, που έδρασε μετά το 900 π.Χ., κατέβασε φωτιά εξ ουρανού, ανέστησε τον γιο χήρας στα Σαρεπτά, στο όρος Χωρήβ είδε, όσο ανθρωπίνως δυνατό, τον Θεό, έσχισε τον Ιορδάνη και ανελήφθη με πύρινη άμαξα, ενώ στη Μεταμόρφωση του Κυρίου στάθηκε, δίπλα Του. Όλα αυτά δείχνουν με πόσο ζήλο υπηρέτησε ο Προφήτης το Θεό. Ο Προφήτης Ηλίας, χωρίς να γράψει κάτι, είναι ο προφήτης που είναι παρών στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Θα ασχοληθούμε με ένα περιστατικό της ζωής του, που είναι τύπος των εσχάτων.[Βοηθός μας, ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Μυτιληναίος, ηγούμενος της Μονής Αγίου Δημητρίου Στομίου, ένθεος κήρυκας, φωτιστής των Λαρισαίων, το έργο του οποίου διασώζεται εις το διηνεκές μέσω του διαδίκτυου.]

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ: Λέει ο Απ. Παύλος ότι ο Θεός έχει ορίσει τα σύνορα και το πόσο καιρό θα ζήσει κάθε λαός. Ο Ισραήλ ήταν λαός αγαπημένος, ξεχωριστός, και ο Θεός πολλές φορές τον προστάτευσε. Την εποχή όμως του Προφήτη, το βασίλειο του Ισραήλ αποστάτησε απ' τον Θεό. Βασιλιάς τότε ήταν ο Αχαάβ, υποχείριο της ειδωλολάτρισσας συζύγου του, Ιεζάβελ. Γρήγορα, εξαιτίας αυτής, η Θεία Λατρεία κυνηγήθηκε, ενώ εισήχθη η λατρεία ειδώλων (Βάαλ - Αστάρτη). Τότε, εμφανίζεται στο βασιλιά ο ζηλωτής Προφήτης Ηλίας, ανακοινώνοντας φοβερό θείο μήνυμα: συνεχής ανομβρία, τιμωρία του Θεού, για την αποστασία του λαού και του ιδίου. Τα λόγια του ήταν η κρίση του Θεού για την αποστασία των Ισραηλιτών. Ο Θεός, μέσω Προφητών αναφέρεται στο μέλλον διαφόρων λαών, κατευθύνοντας τις τύχες τους, όπως ο Δανιήλ προφήτευσε τη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών. Ούτε, λοιπόν, οι Έλληνες βγαίνουμε εκτός του θείου σχεδίου, πόσο μάλλον αφού δεχθήκαμε το Ευαγγέλιό από τους πρώτους. Όμως, μήπως η πατρίδα μας ζει πολιτευόμενη στα χνάρια του Ισραήλ; Και όσα δεινά επήλθαν πού οφείλονται; Μήπως επίκειται συρρίκνωση έθνους και κράτους; Στο πρώτο ερώτημα απαντήσαμε μόνοι μας. Πόσα παιδιά, πια, γεννιούνται στη “ρυτιδιασμένη”, πρόωρα γερασμένη, Ελλάδα; Όσο για τα σύνορά μας, ... τίποτα αμετάθετο και σίγουρο. Ακόμη, υφιστάμενοι τεράστια κοινωνικοοικονομική κρίση, αναλογιστήκαμε την αφετηρία της; “Αποστατούμε. Η αθεΐα είναι πραγματικότητα εδώ που αναπτύχθηκε η Ορθοδοξία! (...) Ζούμε παράλληλες ημέρες με την εποχή που ο Προφήτης ελέγχει (...) Θα αντιληφθούμε εμείς ότι οι ημέρες είναι κρίσιμες για τον λαό μας και την οικουμένη; (προέβλεπε ο π. Αθανάσιος). Από τη στιγμή που εκστόμισε αυτά ο Προφήτης, άρχισε η περιπέτεια του Ισραήλ, που οδήγησε στην κατάλυσή του από τους Ασσυρίους. Τα λόγια του Προφήτη ηχούν, ίσως, περίεργα σήμερα: «γυναίκες φοράτε τα ωραία φορέματά σας, με τις χρυσές ζώνες και τα χρυσοκεντημένα μεταξωτά σας! Σκοινί θα μπει στη μέση σας και θα συρθείτε ξυπόλητες στη γη της αιχμαλωσίας!». Ο Αχαάβ, έκπληκτος μ' ό,τι άκουσε, δεν αντέδρασε, κι ο Προφήτης εξαφανίστηκε. Τότε ο Αχαάβ άρχισε την καταδίωξή του.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ: Ο Θεός προστάτευσε τον Προφήτη Του από τον Αχαάβ και από τον επακολουθήσαντα λιμό, λέγοντάς του: «κρύβηθι εν τω χειμάρρω Χορράθ (...) και τοις κόραξιν εντελούμαι διατρέφειν σε”. Δηλαδή ο Θεός θα φρόντιζε και για την τροφή του, που θα την έφερναν κοράκια! Όμως, η εντολή του Θεού να κρυφτεί ο Προφήτης Του αφορά και στον λαό του Θεού, την περίοδο των εσχάτων, κι αυτό διότι ο Προφήτης αποτελεί τύπο των εσχάτων. Ιστορικός τύπος είναι περιστατικά της Π. Διαθήκης που, ως σκιά, προτυπώνουν την περίοδο του Ευαγγελίου και των εσχάτων. Έτσι, το εβραϊκό Πάσχα - πέρασμα, από την Αίγυπτο στη Χαναάν, είναι τύπος της Ανάστασης του Κυρίου. Εδώ το γεγονός που συνέβη ανάμεσα στον Προφήτη και τον Αχαάβ είναι γεγονός, και ιστορικός τύπος των εσχάτων. Διότι ο Αχαάβ είναι τύπος Αντιχρίστου. Ο Ηλίας, που δεν πέθανε, μα ανελήφθη, θα είναι παρών, επανερχόμενος στις ημέρες του Αντιχρίστου! Θα ελέγξει τον Αντίχριστο, όπως τον Αχαάβ. Τριάμισι χρόνια ανομβρία επέφερε ο προφήτης στον Αχαάβ, τριάμισι χρόνια θα επιφέρει και στον Αντίχριστο! “Ο προφήτης αποτελεί ιστορικό αντίτυπο τότε, αλλά και ιστορικό πρωτότυπο στα έσχατα.” (π. Αθανάσιος).

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: Η Αποκάλυψη (ια΄κεφ.), γράφει: “θα δώσω”, λέει ο Χριστός “στους δυο μάρτυρές μου”, ο ένας είναι ο Προφήτης Ηλίας, “και θα προφητεύσουν”. Η διάρκεια της προφητείας τους:1260 ημέρες, όση και η ανομβρία, της εποχής Αχαάβ. Το ίδιο φαινόμενο, από το ίδιο πρόσωπο! Έτσι: «Αυτοί θα έχουν εξουσία να κλείσουν τον ουρανό, για να μην πέσει βροχή κατά τις ημέρες της προφητείας τους.»! Στη συνέχεια ο Αντίχριστος, μη ανεχόμενος ελέγχους, θα τους φονεύσει αφήνοντας τα σώματά τους άταφα στην πλατεία της Ιερουσαλήμ. Το θάνατο των Προφητών θα τον δουν: “γλώσσες, φυλές, έθνη, λαοί», πράγμα αδύνατο την εποχή συγγραφής της Αποκάλυψης, αλλά σήμερα τόσο εύκολο (τηλεόραση, διαδίκτυο)! Η Αποκάλυψη προσθέτει ότι, στα 3,5 χρόνια της αντίχριστης κυριαρχίας, οι πιστοί πρέπει να αποκρυβούν «μικρόν όσον όσον», όπως ο Ηλίας στα χρόνια του Αχαάβ, για να γλυτώσει τον θάνατο και να αποφύγει τις επιδράσεις της κυριαρχίας του. Σήμερα, χωρίς διωγμούς, απομακρύνθηκε ο Ελληνισμός από την Εκκλησία χάρις στην εκκοσμίκευση και την ευμάρεια. Πού να 'ρθει ο Αντίχριστος και να επιβάλει πείνα και οικονομικό αποκλεισμό!” (π. Αθανάσιος). Ο πιστός λαός θα κρυφτεί στην έρημο όπως ο Προφήτης και οι περιστοίχιζοντες αυτόν. Αυτοί τότε, και η Εκκλησία στα έσχατα, καταφεύγουν στην έρημο, κρύβονται. Η Αποκάλυψη συνεχίζει: “ο Αντίχριστος, πίσω από τον οποίο είναι ο Διάβολος, θα διώξει την καταφεύγουσα στην έρημο Εκκλησία και θα βγάλει νερό από το στόμα του, για να την πνίξει”. Το νερό είναι τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα, που θέλουν να πνίξουν τον σύγχρονο Χριστιανό. Σαν κάποιος να μας δίνει φαγητό, υπό τον όρο να ακολουθήσουμε το κοινωνικό, οικονομικό ή αιρετικό σύστημα, που αυτός προσφέρει. Κάτι ανάλογο με τα πουλημένα πρωτοτόκια του Ησαύ έναντι “πινακίου φακής”! Όσοι δεχθούν την “προσφορά” θα χαθούν. Πάντως, ο Θεός θα βοηθήσει την διωκόμενη Εκκλησία Του, όπως βοήθησε τον περιούσιο, πάλαι ποτέ, λαό Του στη διάβαση της Ερυθράς, ώστε να διαφυλαχθεί ο Ισραήλ και να καταποντιστούν οι διώκτες του, ή όπως έκανε με το μάννα στο Σινά και με τον “τροφοδότη” κόρακα του Προφήτη Ηλία. Με το τελευταίο μάλιστα, γνωρίζοντας ότι τα κοράκια είναι σαρκοφάγα, τονίζεται το θαύμα, διότι αυτά, σε περίοδο λιμού, δεν τρώνε την τροφή, αλλά τη φέρνουν στον Προφήτη!

 

  Ο προφήτης, θα καταδείξει τον Αντίχριστο ελέγχοντάς τον, όπως τον Αχαάβ. Λέει η Αποκάλυψη ότι, όταν οι ακολουθούντες τον Αντίχριστο, σε τρεισήμισι μέρες, δουν τον Ηλία αναστημένο να ανεβαίνει στον ουρανό, θα τους πιάσει τρόμος! Αλλά εάν γι' αυτούς ο Ηλίας θα είναι φοβερός, για τους δικαίους θα είναι ευλογία. Την ελπιδοφόρα χαρά, που σκορπούσε ο προφήτης Ηλίας στους δικαίους της εποχής του, θα σκορπίσει και στους δικαίους των εσχάτων και σ' όλους όσους αναστηθούν. Διότι θα δουν τον Προφήτη Ηλία και οι δίκαιοι, που στη δευτέρα Παρουσία θα αναστηθούν, όπως τον είδαν οι τρεις Μαθητές στο Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσή. Τότε χαρούμενα θα φωνάξουν: “ιδοὺ ο Θεὸς ημων εφ᾿ ω ηλπίζομεν και ηγαλλιώμεθα, και σώσει ημάς.” (Ησ. κε΄9).

Άγιε του Θεού Προφήτα, ένδοξε Ηλία, πρέσβευε υπέρ ημών!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 





ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....