Ετικέτες - θέματα

11.2.26

Όσιος Άνθιμος ο Βαγιάνος ο εν Χίω 15.2 από Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Όσιος Άνθιμος ο Βαγιάνος ο εν Χίω 15.2

Κωνσταντίνος Οικονόμου




Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων Χίου. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να του δώσουν Χριστιανική αγωγή. Και ο νεαρός Αργύριος έχοντας πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής Του και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς την θύραθεν παιδεία, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα στις θείες αναζητήσεις του, έχοντας μάλιστα έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρούσε αταλάντευτα στην κατά Χριστόν ενάρετη ζωή.


ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ: Ο θείος έρωτας τον οδηγεί στην απάρνηση της τύρβης του κόσμου και στη μοναχική πολιτεία, όπου και τελικά έλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Θεοτόκος έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δύναμης στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή αναψύξεως και παραμυθίας. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος. Στο κελί του αυτό με αδιάλειπτη προσευχή και μελέτη του βίου των μεγάλων ασκητών έπαιρνε δύναμη, αλλά προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα των δαιμόνων. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909, εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.



ΣΤΟ ΑΞΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΟΣΥΝΗΣ: Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη την επόμενη χρονιά για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες στη διάρκεια της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του. Κατόρθωσε μάλιστα εκεί να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του.

ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ: Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου τον υποδέχτηκαν περιχαρείς οι Αγιορείτες μοναχοί. Υποτάσσεται εκεί στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση.



ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ: Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.


ΙΕΡΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΕΠΡΟΚΟΜΕΙΟ: Όταν επέστρεψε στη χώρα της Χίου, τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσης του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Υπεραγία Θεοτόκος, με την προσευχή του Αγίου Ανθίμου, επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών πολλών πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται έτσι πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του. Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε! [Με το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, καθαγιάζεται ο πιστός και υγιαίνει, δεν νοσεί, όπως πιστεύουν πολλοί, δυστυχώς, πιστοί και διαδίδουν με κάθε τρόπο ορισμένα ΜΜΕ, με πρόσχημα τον COVID!].



ΚΤΗΤΩΡ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ: Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίστηκε την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Έτσι και έγινε: Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή αφοσιωμένος στην Παναγία και εκεί με την ασκητική του ζωή, το πλήθος των αρετών, την αγιότητά του και τη μεσιτεία της Θεοτόκου έλαμψε σαν αστέρας, ενώ ποίμαινε με στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς που κατέφευγαν κοντά του.

ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΝΩ ΜΟΝΕΣ: Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη.



Απολυτίκιον:Ἦχος γ'. Νέον στήριγμα Ὀρθοδοξίας, νεοκόσμητον ἄνθος ἁγνείας, Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος τῶν ἀρετῶν τε ἐκείνου ὁμότροπος, νέων Ὁσίων σφραγίς, καί ἀγλάισμα, Πάτερ Ἄνθιμε, τῆς Χίου πάσης τό καύχημα, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθε ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Ο αγιορείτης Άγιος Νικήτας [Αρβανίτης] ο Ηπειρώτης νέος Ιερομάρτυρας [19.2.1806] + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 Ο αγιορείτης Άγιος Νικήτας [Αρβανίτης] ο Ηπειρώτης νέος Ιερομάρτυρας [19.2.1806] + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου





Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ο Άγιος Νικήτας καταγόταν από τη σκλάβα Βόρειο Ήπειρο, όπου και γεννήθηκε κοντά στο 1760. Η αγάπη του προς το Χριστό ήταν τόσο μεγάλη, ώστε άφησε τα εγκόσμια και πήγε στο “Περιβόλι της Παναγίας”, στο Άγιον Όρος, και συγκεκριμένα στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου εκάρη το αγγελικό σχήμα του μοναχού. Με τη χάρη του Θεού, λίγα χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και τέλος έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης στην Ιερά Μονή Παντελεήμονος.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΛΟΓΟ ΘΕΟΥ: Μετά από πολλή προσευχή και με τις ευχές των Πατέρων της Σκήτης, ξεκίνησε για τον μεγάλο αγώνα να βοηθήσει τους σκλαβωμένους αδελφούς των Σερρών και της Δράμας, να μείνουν σταθεροί στην πίστη προς τον αληθινό Θεό. Βλέποντας οι Τούρκοι στο πρόσωπό του τον μεγάλο αντίπαλο ενάντια στην εξάπλωση του εξισλαμισμού, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στην φυλακή των Σερρών με την κατηγορία ότι κηρύττοντας τον Χριστό σαν αληθινό Θεό και το Μωαμεθανισμό σαν λαθεμένη θρησκεία, χαρακτήριζε τον ιδρυτή της, Μωάμεθ, πλάνο.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στη σκοτεινή φυλακή των Σερρών υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια, όπως όσφρηση φωτιάς από τη μύτη, ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, καλαμένιες ακίδες στα νύχια του και το πιο βασανιστικό: κάψιμο στα απόκρυφα μέλη του. Ο Νικήτας όμως, με θαυμαστή σταθερότητα, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του στο Χριστό. Τελικά, στις 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ., τον κρέμασαν και έτσι δέχτηκε το στεφάνι της αφθαρσίας. Η μνήμη του τιμάται την ημέρα του θανάτου του.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ: 


https://www.youtube.com/watch?v=49f1wRq-JUI&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=10









Η Αγία Φιλοθέη (19.2.1589) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αγία Φιλοθέη (19.2.1589)

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου




Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΟΝΑΧΗ: Η Φιλοθέη ήταν κόρη του Αθηναίου λογίου Αγγέλου Μπενιζέλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1522 και το βαπτιστικό της όνομα ήταν Ρηγούλα. Μετά από επιμονή των γονέων της νυμφεύτηκε ένα αρχοντόπουλο της αθηναϊκής οικογένειας των Χειλάδων (1536). Όμως ο σύζυγός της πέθανε τρία έτη αργότερα. Έτσι η Αγία, χωρίς οικογενειακά βάρη, επιδόθηκε σε πλήρη αγαθοεργιών ασκητκό βίο. Όταν μάλιστα πέθαναν και οι γονείς της, η Ρηγούλα μετέτρεψε ένα γειτονικό της ναϊσκο (Α. Ανδρέα) σε Μοναστήρι στο οποίο κληροδότησε το μεγαλύτερο τμήμα της περιουσίας της. Η ίδια εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομα Φιλοθέη. Εν συνεχεία εισήλθε πρώτη στη μονή, ως ηγουμένη, ακολουθούμενη από υπηρέτριές της.

ΙΔΡΥΜΑΤΑ “ΟΑΣΕΙΣ” ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ: Μέσα στο μοναστήρι ίδρυσε και βιοτεχνικό εργαστήριο στο οποίο παρακολουθούσαν μαθήματα ή εργάζονταν πλήθος κοριτσιών της Αθήνας. Εν συνεχεία ίδρυσε έναν Παρθενώνα στον οποίο προσέλκυσε πλήθος ευσεβών κοριτσιών, καθιστώντας έτσι το ίδρυμα κέντρο πνευματικής προστασίας και φιλοξενίας. Με την πάροδο του χρόνου το μοναστήρι και τα ιδρύματα πλούτισαν από τις προσφορές των ευσεβών και έτσι η Φιλοθέη μπόρεσε να ιδρύσει σχολεία και παραρτήματα του Παρθενώνα. Μάλιστα η Μονή και τα εξαρτημένα απ' αυτή ιδρύματα λειτούργησαν σαν κυματοθραύστες στο κύμα του εξισλαμισμού που είχαν εξαπολύσει οι Οθωμανοί κατά τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Ακόμη, η Φιλοθέη εκτός του ότι παρείχε στις μονάστριες αλλά και στις κοπέλες εργασία στα εργαστήρια, ασκούσε παράλληλα άοκνα τη φιλανθρωπία, καθιστάμενη προστάτιδα των φτωχών και των γερόντων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ - ΚΟΙΜΗΣΗ: Οι Οθωμανικές αρχές της Αθήνας βλέποντας ότι η Φιλοθέη με την πίστη της και τον τρόπο ζωής της ενέπνεε του ραγιάδες, έδωσαν εντολή να συλληφθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή, όπου υπέφερε τα πάνδεινα. Χάρις σε συντονισμένες προσπάθειες της Δημογεροντίας των χριστιανών της Αθήνας, όμως, η Φιλοθέη απελευθερώθηκε. Σύντομα, στις 2 Οκτωβρίου του 1588, συνελήφθη εκ νέου κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας που τελούνταν στη Μονή επί τη εορτή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Οι Τούρκοι που την συνέλαβαν τις προξένησαν σοβαρές πληγές με ραβδισμούς και μαστιγώσεις, καθιστώντας την μισοπεθαμένη. Έπειτα απ' αυτό οι συμμονάστριές της την παρέλαβαν και την οδήγησαν στο μετόχι της Μονής στην Καλογρέζα, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Ι. Ναός της Α. Φιλοθέης. Εκεί τελικά δεν κατόρθωσε ποτέ να συνέλθει από τους βασανισμούς και παρέδωσε το πνεύμα της την 19η Φεβρουαρίου του 1589. Την επόμενη μόλις δεκαετία έγινε η ανακήρυξη τη; αγιότητάς της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επί δεύτερης πατριαρχίας Ματθαίου Β΄(1595-1600).

 


“ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ” ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Το άγιο λείψανο της Φιλοθέης φυλάσσεται μέσα στο ιερό βήμα του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών εντός λάρνακας. Κάθε έτος, την παραμονή της εορτής, ένα μέλος της οικογένειας Μπενιζέλου ανοίγει τη λάρνακα για να προσκυνήσουν οι πιστοί. Προς τιμή της Αγίας ονομάστηκε η οδός που οδηγεί στο κτίριο της Αρχιεπισκοπής, καθΏς και μια ολόκληρη συνοικία (Νέα Φιλοθέη). Η γειτονική συνοικία του Ψυχικού, αξίζει να αναφέρουμε, ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της αναψυχής που πρόσφερε στους περιπατητές ένα πηγάδι στην περιοχή, το οποίο διάνοιξε με δικές της δαπάνες η Αγία Φιλοθέη. Κάθε χρόνο, ανήμερα της εορτής της Αγίας, πλήθη πιστών συρρέουν στη βραχώδη κρύπτη της περιοχής της Φιλοθέης, όπου ασκήτεψε αυτή η μεγάλη εργάτιδα της ελληνοχριστιανικής ιδέας.

Απολυτίκιο: “Αθηναίων η πόλις η περιώνυμος Φιλοθέην τιμά την οσιομάρτυρα και ασπάζεται αυτής το θείον λείψανον, ότι εβίωσε σεμνώς και μετήλλαξε το ζην αθλήσει και μαρτυρίω, και πρεσβεύει προς τον Σωτήρα, διδόναι πάσι το θείον έλεος.




Βιβλιογραφία: Νικοδήμος Αγιορείτης, Συναξαριστής τ. Ε΄, σ. 141.

Ε. Βούλγαρις, Η προς Πέτρον Κλαίρκιον επιστολιμαία διατριβή.

Κ. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 193.

Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Γ΄, σ.606.

Δ. Καμπούρογλου, “Φιλοθέη Βενιζέλου”, εφημ. Ακρόπολις, 1911 (σε συνέχειες).

Δ. Καμπούρογλου, Μνημεία της Ιστορίας των Αθηνών, Α΄ 1891, Σ. 145-165.

Χρυσ. Παπαδοπουλος, Η Εκκλησία των Αθηνών, Αθήναι 1928, σ. 52-54.

Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο εν Μυτιλήνη [ο Βυζάντιος] 17.2.1795 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο εν Μυτιλήνη [ο Βυζάντιος] 17.2.1795

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου





ΚΑΤΑΓΩΓΗ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 στο Νεοχώρι της Ανατ. Θράκης, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, εξ ου και το επώνυμο «Βυζάντιος». Οι γονείς του ονομάζονταν Αναστάσιος και Σμαραγδή, ενώ είχε άλλα δυο αδέρφια, τον Αντώνιο και τον Γεώργιο, τον μετέπειτα μητροπολίτη Αδριανουπόλεως, Γρηγόριο.

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ-ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ο Θεόδωρος από πολύ νέος μαθήτευσε ζωγράφος στο πλευρό ενός χριστιανού ζωγράφου που εργαζόταν στα ανάκτορα του σουλτάνου. Εκεί επηρεάστηκε από κάποιους συνομηλίκους του και παρασύρθηκε γινόμενος εξωμότης [Μωαμεθανός δηλαδή].

ΜΕΤΑΝΟΙΑ-ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ: Τρία χρόνια αργότερα, όταν μια επιδημία πανώλης θέριζε τον πληθυσμό της Πόλης, μεταμελήθηκε και επιχείρησε να φύγει κρυφά, δραπετεύοντας από τα ανάκτορα πηδώντας τον ψηλό τοίχο. Αλλά έγινε αντιληπτός και έκτοτε τελούσε υπό την προσοχή των φρουρών. Όμως, ο Θεόδωρος είχε πια πάρει την απόφασή του. Με τη βοήθεια ενός φίλου του, που ήταν βοηθός σε γουναράδικο, προμηθεύτηκε ναυτικά ρούχα και προσποιούμενος ότι μεταφέρει σταμνιά βγήκε από την πύλη χωρίς να τον αναγνωρίσουν οι φρουροί. Πήγε στην παραλία και με πλοιάριο μετέβη στο σπίτι κάποιας θείας του. Εκεί, μετά από λίγες ημέρες, εξομολογήθηκε σε κάποιον ιερέα και έλαβε ξανά το χρίσμα με το άγιο μύρο ''σβήνοντας'' από πάνω του το λεκέ της εξομωσίας. Ύστερα απ΄όλα αυτά, μεταμφιεσμένος και κρυφά από τους Οθωμανούς που τον καταζητούσαν, δραπέτευσε στη Χίο, όπου βρήκε καταφύγιο σε ένα μοναστήρι στα βόρεια του νησιού κοντά στο Βροντάδο. Εκεί γνωρίστηκε με τον πρώην επίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά και το μοναχό Νεόφυτο, τους αποκαλούμενους «κολλυβάδες», ζηλωτές της Ορθοδοξίας.



ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Έχοντας τύψεις για την αρνησιθρησκία του αποφάσισε να μεταβεί στη γειτονική Λέσβο και να ομολογήσει στις τουρκικές αρχές ότι ξανάγινε Χριστιανός. Αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, ντύθηκε με τούρκικα ρούχα και έχοντας πλήρη επίγνωση του τι τον περιμένει, αποχαιρέτησε με δάκρυα το Νεόφυτο που τον είχε συνοδεύσει ως τη Μυτιλήνη. Παρουσιάστηκε στον κριτή της πόλης και αποκήρυξε τον μουσουλμανισμό πετώντας από πάνω του τα ρούχα και το οθωμανικό σαρίκι. Αμέσως συνελήφθη από τους Τούρκους. Προσπάθησαν αρχικά να τον δωροδοκήσουν, αλλά μάταια. Βασανίστηκε έπειτα φρικτά, αλλά εκείνος έμεινε πιστός στην απόφασή του. Τελικά απαγχονίστηκε, παίρνοντας τον ουράνιο στέφανο, στις 17 Φεβρουαρίου του 1795.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ: Το άγιο λείψανο του έμεινε κατά διαταγή των Τούρκων τρεις ημέρες κρεμασμένο στην αγχόνη. Κατόπιν με άδεια των τουρκικών άρχων το παρέλαβαν πρόκριτοι Μυτιληναίοι και το έθαψαν στο προαύλιο της Παναγίας Χρυσομαλλούσης. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν θέλησαν να κάμουν την ανακομιδή των λειψάνων του, είδαν με έκπληξη και θαυμασμό ότι το σώμα είχε διατηρηθεί ακέραιο. Το παρέλαβαν τότε με πολλή ευλάβεια και το έκρυψαν στην κρύπτη του Μητροπολιτικού ναού, όπου βρισκότανε μέχρι το 1832. Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο Βυζάντιος είναι πολιούχος της Μυτιλήνης και στην πόλη αυτή φυλάσσεται το λείψανό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Φεβρουαρίου, ενώ η ανακομιδή των λειψάνων του την Κυριακή του Παραλύτου.



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

1. Τω Θεώ ώσπερ δώρον φερωνύμως, Θεόδωρε, δι’ αθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον, και άμωμον θύμα και δεκτή, παμμάκαρ, εγένου προσφορά• όθεν πόθω συνελθόντες, τους σους αγώνας εν ύμνοις γεραίρομεν
και δόξαν προσάγομεν Θεώ τω θαυμαστώς σε ενισχύσαντι κατ’ έχθρων δρωμένων και αοράτων, πολύαθλε.

2. Το πάντιμον λείψανον του Θεοδώρου, πιστοί, ενδόξως τιμήσωμεν ως θησαυρών τιμαλφή, και πάντες βοήσωμεν: Σώσον εκ των κινδύνων τους πιστώς σε υμνούντας, ως πότε σύ ερρύσω εκ πανώλους την πόλιν και πάντας περιφρούρησον ταις ικεσίαις σου.


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ ΠΑΝΩΛΗΣ: Όπως βλέπουμε από τα την υπογραμμισμένη φράση του δεύτερου απολυτίκιου, ο Άγιος έσωσε την Μυτιλήνη από επιδημία πανούκλας. Πράγματι, το έτος 1832 μάστιζε φοβερή θανατηφόρος αρρώστια, η πανώλη, τον πληθυσμό της Μυτιλήνης. Οι θάνατοι κάθε μέρα γινότανε και περισσότεροι. Οι κάτοικοι, αλλά και οι αρχές της πόλης, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να σκορπιστούν στους γύρω λόφους ελπίζοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας. Όλα τα μέτρα όμως που έπαιρναν, ήταν ανίσχυρα να σταματήσουν την αρρώστια και το θάνατο. Η οθωμανική κυβέρνηση έστειλε συνεργεία γιατρών από την Κωνσταντινούπολη και φάρμακα, που πάλι δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Αλλά ό,τι δεν κατόρθωσαν οι ανθρώπινες προσπάθειες, το έκαμε η χάρη του Θεού με τις προσευχές του άγιου Θεοδώρου. Σ’ αυτές τις κρίσιμες μέρες και μάλιστα τη νύχτα της Παρασκευής της α΄ εβδομάδας των Νηστειών, φανερώθηκε ο άγιος στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης και αργότερα οικουμενικό Πατριάρχη, και του παρήγγελε να πεί στο Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς από τις εξοχές, όπου είχαν καταφύγει, να κάνουν αγρυπνία στο Μητροπολιτικό ναό, να βγάλουν δε και το λείψανο του από την κρύπτη του ναού. Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά μετά από μια εβδομάδα, και πάλι νύκτα της Παρασκευής, βλέπει το ίδιο όνειρο ζωηρότερα, και αυστηρότερο τον άγιο. Αμέσως τότε έτρεξε και ανακοίνωσε στο Μητροπολίτη την εντολή του αγίου. Ο Μητροπολίτης αμέσως συνάντησε τον Τούρκο Διοικητή και του ζήτησε την άδεια να επιτρέψει να ειδοποιήσει με κάθε μέσο τους χριστιανούς, να έλθουν στο ναό και να παρακαλέσουν όλοι τον Θεό. Οι Τούρκοι γιατροί, που ήρθαν απ’ την Κωνσταντινούπολη, αντέδρασαν. Δεν ήθελαν να γίνει συγκέντρωση από φόβο να μη μεταδοθεί η αρρώστια περισσότερο. Όμως ο Διοικητής βλέποντας ότι ο κόσμος πέθαινε, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει οι γιατροί, έστω και αν είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους οι κάτοικοι, έδωκε την άδεια για συγκέντρωση και αγρυπνία. Όλοι οι χριστιανοί με πίστη και ελπίδα έτρεξαν στο ναό, που γέμισε μέσα, έξω και τους γύρω δρόμους. Έκλαψαν, παρακάλεσαν το Θεό, και ζήτησαν και τη βοήθεια του αγίου, που έμαθαν ότι φανερώθηκε με όνειρο στον Πρωτοσύγκελλο. Ακολούθησε αγρυπνία. Τις πρώτες πρωινές ώρες ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος κατέβηκαν στην κρύπτη του ναού, έβγαλαν με ευλάβεια το λείψανο του Αγίου Θεοδώρου και έκαμαν μια σύντομη λιτανεία γύρω στο ναό. Από εκείνη την ώρα δεν πέθανε κανείς Χριστιανός ή Τούρκος από την πανούκλα. Η πόλη ονόμασε τον άγιο Θεόδωρο «Πολιούχο», δηλαδή προστάτη της πόλεως και του νησιού. Τούρκοι και Έλληνες με κάθε τρόπο ομολογούσαν το θαύμα και φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό και τον προστάτη άγιο. Από τότε (1832) το σεπτό λείψανο του αγίου δεν το ξανάβαλαν στην κρύπτη του ναού, αλλά το τοποθέτησαν φανερά, ακόμη και στα μάτια των Τούρκων, στη θέση του Μητροπολιτικού ναού, που βρίσκεται σήμερα και αποτελεί, όπως λέγει και το απολυτίκιο του αγίου, «θησαυρόν τιμαλφή» για τον τόπο μας.

Βιβλιογραφία: ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ) - ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, Γ. Π. ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

7.2.26

Ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός ο Νέος (14/2/1568) [O μάρτυρας της αργίας της Κυριακής] +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός ο Νέος (14/2/1568)

[O μάρτυρας της αργίας της Κυριακής] +ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: ΤΟ 1423 η Λάρισα και όλη η Θεσσαλία, επί σουλτάνου Μουράτ του Β’, με τον Οθωμανό στρατηγό Τουραχάν υπέκυψε οριστικά στο Τουρκικό ζυγό. Έτσι, για τους Έλληνες άρχισαν στερήσεις, ταπεινώσεις, απειλές, αρπαγές. Ο λαός, ταπεινωμένος, πονεμένος, ταλαίπωρος, ραγιάς λαός! Χωρίς τα κοσμικά του στηρίγματα. Μόνο με αναμνήσεις και ελπίδες. Εν τούτοις, κάτι είχε να τον στηρίζει. Ταπεινό, ίσως, και ασήμαντο στην εκτίμηση πολλών. Και όμως αποφασιστικό για την επιβίωση του. Ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία! Οι κληρικοί και οι μοναχοί της Εκκλησίας. Ανέτειλαν και οι μάρτυρες της Πίστεως του. Αυτοί τον παρηγορούσαν, τον φώτιζαν, τον συγκινούσαν, τον κρατούσαν στη ζωή, και, όταν ήλθε το πλήρωμα των καιρών, τού έδωσαν και την ελευθερία του.Ο άγιος οσιομάρτυς Δαμιανός ήταν ένας από αυτούς.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ: Ο Δαμιανός γεννήθηκε γύρω στο 1500 από γονείς ραγιάδες! Είχαν περάσει περίπου εκατό χρόνια δουλείας της Θεσσαλίας στους Τούρκους. Το χωριό του, το Μυρίχοβο, της επαρχίας Καρδίτσας, Φαναρίου τότε, κατοικούνταν από λίγους αγρότες. Το μόνο πλούσιο που διέθεταν οι γονείς του Δαμιανού ήταν η ευσέβεια τους. Και από αυτήν προσέφεραν άφθονη στον μικρό γιο τους, τον Δαμιανό. Η ψυχή του παιδιού δέχτηκε την καλλιέργεια της θεοσέβειας από τους ταπεινούς γονείς του. Το παιδί προόδευε στη σοφία και την ηλικία με τη Χάρη του Θεού. Μπορούσε να το διακρίνει ο καθένας ότι θα αυτός θα γινόταν κάτι παραπάνω από το συνηθισμένο. Στο Μυρίχοβο ήταν υπόδειγμα για τους νέους.



ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΖΩΗ: Ο ευλαβής νέος ήταν ένας από εκείνους στους οποίους ο Θεός έδωκε το χάρισμα της αγάπης της μοναχικής ζωής. Ήρθε λοιπόν κάποτε στο Άγιο Όρος ο Δαμιανός, άγνωστο ακριβώς σε ποια ηλικία. Πάντως νέος. Παρουσιάστηκε στην ιερά Μονήν Φιλόθεου, δήλωσε υποταγή, εκάρη και ενεδύθη το μοναχικό σχήμα. Ο θαυματουργός όσιος Διονύσιος, ο εν Ολύμπω, διέπρεψεν ως ασκητής στη Μονήν αυτή και ήταν ηγούμενος της περί το 1520 μ.Χ. Αν σκεφτούμε, ότι ο Διονύσιος καταγόταν από την περιοχή του Δαμιανού, δεν αποκλείεται η φήμη της αγιότητας του και το παράδειγμα του να τον οδήγησαν στην Μονή αυτήν. Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα, η εσωτερική ορμή για μεγαλύτερη άσκηση, έφερε τον Δαμιανό κοντά σ΄ έναν ερημίτη του Όρους, που ονομοζόταν Δομέτιος. Πολύπειρος ο Δομέτιος στην άσκηση, δέχθηκε να χειραγώγησει και τον ενθουσιώδη Δαμιανό στην σκληρή αυστηρή ασκητική ζωή. Φαίνεται πως ήταν στο σχέδιο του Θεού αυτό. Ο άνδρας, που επρόκειτο να αναλάβει ένα σκληρό και επίπονο έργο, του του οποίου επισφράγισμα θα ήταν το μαρτύριο, έπρεπε προηγουμένως να ασκηθεί σε κάθε είδος σκληραγωγίας, την πείνα, τη δίψα, τις αγρυπνίες, τις στερήσεις και την κακοπέραση. Τρία έτη αργότερα, μέσα στο ερημητήριό του, ακούει ο όσιος Δαμιανός μία θεία φωνή να του λέει: “Δαμιανέ, ου μόνον το εαυτού δει σε ζητείν, αλλά και το των ετέρων, κατά τον θείον Απόστολον”. Η φωνή αυτή υπενθύμιζε στον ασκητή τη προτροπήν του απ. Παύλου προς τους Κορινθίους (Α’ ι’ 24), που είναι οδηγία προς κάθε χριστιανό “μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος”.



ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ: Έτσι, ο όσιος Δαμιανός ξεκίνησε με τις ευχές του γέροντα και των άλλων συνασκητών του για τη Θεσσαλία. Ήρθε πρώτα και περιόδευε τα χωριά του Ολύμπου, που βρίσκονταν κοντά στην κοιλάδα των Τεμπών, και κήρυττε επανευαγγελίζοντας τους «ραγιάδες». Θα πρέπει να προκάλεσε αίσθηση η παρουσία του αγνώστου αυτού Αγιορείτου στους κατοίκους της περιοχής. Όψη ασκητική, πρόσωπο οστεώδες, χρώμα ωχρό, κουκούλι, “σχήμα” με το σημείο του Σταυρού και τις λέξεις ΙΣ ΧΣ NΙ ΚΑ, ζώνη δερμάτινη στη μέση, κομποσχοίνι στο χέρι και σταυρός, κομβοσχοίνιο μέγα στο σώμα εις σχήμα Χ, όπως τότε ήταν η μοναχική συνήθεια, παρουσιαστικό ατημέλητο, διατροφή αυστηρά λιτή! Και το κήρυγμα του; Προφητικό, κήρυγμα μετανοίας. Άκουγαν οι ραγιάδες και ξυπνούσε η συνείδηση και επηρεάζονταν και διόρθωναν την ζωή τους. Όμως, δυστυχώς στην κοινωνία δεν υπάρχουν μόνον καλοπροαίρετοι, επιδεκτικοί θείου λόγου. Υπάρχουν και πονηροί, διεστραμμένοι άνθρωποι. Κάποιοι λοιπόν «Χριστιανοί» τον αποκαλούσαν πλάνο και τον κατέτρεχαν. Ο ίδιος δεν τους απαντούσε ενθυμούμενος το ρηθέν του Κυρίου: “Ει εμέ έδιωξαν, και υμάς διώξουσιν” (Ιω. ιε’ 20). Όμως, για να ειρηνεύσουν οι αμφισβητίες, αναχώρησε περιοδεύοντας σε χωριά της Όσσας, κηρύττοντας θείο Λόγο. Κυνηγημένος όμως κι από 'κει δίδαξε στα χωριά των Αγράφων, απ' όπου και καταγόταν. Φαίνεται, ότι στα χωριά των Αγράφων βρήκε πιο επιδεκτικό κόσμο και το κήρυγμα του, ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτο. Σ΄ αυτά τα ορεινά μέρη ο κόσμος θρήσκευε, εκκλησιάζονταν, κρατούσε την Πίστη του. Έτσι εξηγείται και γιατί η προσπάθεια του Ιεραποστόλου δεν ήταν εδώ να επαναφέρει στην ορθή Πίστη τον κόσμο, αλλά να τους ενίσχυσει στο να παραμείνουν σταθεροί, στην ορθή πίστη. Εκεί, κατά την παράδοση, έκτισε την Μονή Παναγίας Πελεκητής. Παρά ταύτα, από πουθενά δεν λείπει ο διάβολος και τα όργανά του. Για τον λόγο αυτό, ύστερα από λίγον καιρό, και εκεί έγινε ανεπιθύμητος! Και “επεί κάκει πλάνος και ψευδομόναχος ωνομάσθη παρά τίνων, καταλιπών και ταύτας τας κώμας, δια το ατάραχον εις τον Κίσσαβον αύθις επανήλθε”, σημειώνει ο βιογράφος του. Επανήλθεν στην Όσσα και τη Νοτιοανατολική της πλευρά. Εκεί, περί το 1450, σε υψόμετρο 950μ., ήρθαν Έλληνες από το Βαθύρεμα της Αγιάς, εξαιτίας της καταπίεσης και το διωγμό των Τούρκων επήλυδων από το Ικόνιον [Κονιαραίων], αφήνοντας την εύφορη γη τους στους κατακτητές, για να κτίσουν νέο χωριό, την Σελίτσανη (Ανατολήν), μακριά από τις ενοχλήσεις των αδίστακτων Ισλαμιστών. Στο χωριό αυτό βρήκε ο Ιεραπόστολος επιδεκτικές ψυχές. Εκεί, παρέμεινε εργαζόμενος, ενώ βρήκε πόρους, ώστε να κτίσει ένα μοναστήρι, τον Τίμιο Πρόδρομο. Στη Μονή που το κτίσιμό της περατώθηκε γύρω στο 1550, και στο ασκηταριό του πήγαιναν πολλοί κάτοικοι των γύρω χωριών για να ακούσουν τα κηρύγματά του και να τον συμβουλευτούν. Η Ι. Μονή ήταν ένα μικρό κοινόβιο με λίγους ευλαβείς μοναχούς. Εκεί μοιρασμένο το 24ωρο σε προσευχές, εργασία, μελέτη και λίγη ανάπαυση, σύμφωνα με τις δυνατότητες των συμμοναστών του. Με τη διάκρισή του, δεν επέβαλλε φορτία βαρύτερα από τις δυνάμεις τους στους άλλους, που δεν ήταν εξασκημένοι. Ο βιογράφος του γράφει για το ασκηταριό του: “ιδία δ’ αυτός ώκει μικρόν από της μονής, προς νότον, εν τινι σπηλαίω παρά τω παραρρέοντι χειμάρρω υπό τον εκεί κρημνόν, τους καθ’ εαυτόν αγώνας εν τούτω ανύων”, [ιερομ. Διονύσιος Παπαδόπουλος]. Σώζεται ακόμη σήμερα ο χώρος αυτός της ασκήσεως του Αγίου. Κάτω ακριβώς από την τοποθεσία, που οι ντόπιοι την ονομάζουν “Δογαντζή”.

Το ασκηταριό του Οσίου


ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ - ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ: Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια έμεινε ο Όσιος στην Ι. Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Στις αρχές του 1568, ενώ δίδασκε στη Βουλγαρινή (Έλαφο) συνελήφθη από Οθωμανούς, που τον έστειλαν στο μουλά (δικαστή) της Λάρισας με την κατηγορία ότι εμπόδιζε τους Χριστανούς να πουλάνε και να αγοράζουν τις Κυριακές, (η Κυριακή για το οθωμανικό κράτος δεν ήταν αργία, αντίθετα Σάββατα και Παρασκευές, ιερές μέρες για Εβραίους και Μουσουλμάνους, δεν οργανώνονταν αγορές). Φαίνεται, ότι οι Τούρκοι κατά παράδοση, την ημέρα της Κυριακής την είχαν καθιερώσει σαν ημέρα για τις αγοραπωλησίες, τις λαϊκές αγορές και εμποροπανηγύρεις τους. Μάλιστα, η λέξις Pazar στην τουρκική, είναι το όνομα της ημέρας, που εμείς ονομάζουμε Κυριακή!

   Όμως, θέλοντας οι Τούρκοι να επιβάλουν την συνήθειά τους στους Έλληνες, ήταν σαν να αποσκοπούσαν στη βεβήλωση της αγιότερης μέρας των Χριστιανών. Και να 'ξερε ο Όσιος ότι σήμερα, χωρίς Τουρκοκρατία, καταργήθηκε η αργία της Κυριακής, έτσι απλά! Κι αυτό είναι ένα μέτρο που αποδομεί την ελληνική κοινωνία, αποϊεροποιεί τη ζωή των Ελλήνων και καταργεί την Κυριακή ως ημέρα αφιερωμένη στό Θεό. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πιστός στη διδασκαλία του Δαμιανού, έλεγε δύο αιώνες αργότερα: «Πρέπει να χαιρώμεθα περισσότερο την Κυριακή, που είναι η Ανάστασις του Χριστού μας. Να εργαζώμεθα τις έξι ημέρες για τα μάταια, γήινα και ψεύτικα, και την Κυριακὴ να πηγαίνουμε στην εκκλησία και νὰ στοχαζώμεθα αμαρτίες, θάνατο, κόλαση, παράδεισο, την ψυχήν μας καὶ όχι να εργαζόμεθα και να πραγματευόμεθα. Το κέρδος της Κυριακὴς είναι κατηραμένο, βάνετε φωτιὰ και κατάρα στὸ σπίτι σας και όχι ευλογίαν» (Διδαχ.Δ’). Όμως οι κοσμικοί στο φρόνημα άρχοντες, ούτε καν προβληματίζονται, αφού η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από δείκτες και αδιαφορούν αν ο λαός λιμοκτονεί. Χρηματιστήρια, τράπεζες, χρυσός, μοναδική μέριμνά τους. Εγκλωβισμένοι στην παγίδα του κακού εκλαμβάνουν τον πλούτο ως δρόμο ευτυχίας. Σήμερα, τύποις «χριστιανοί» άρχοντες του κόσμου τούτου διαγράφουν από τη ζωή μας την ημέρα της Κυριακής.



ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στη Λάρισα ο Όσιος Δαμιανός ξυλοκοπήθηκε άγρια, του φόρεσαν βαριές αλυσίδες σε λαιμό και πόδια, ενώ ρίχτηκε στη σκοτεινή φυλακή. Για 15 μέρες υποβαλλόταν σε συνεχή βασανιστήρια για να αρνηθεί την πίστη του. Τι μπορεί να σκεφτόταν ο όσιος στις ώρες της αναμονής του πριν την αναχώρησή του για τον ουρανό; Ίσως, το αγαπητό του Μυρίχοβο και τους γονείς του, που δεν ζούσαν πια. Σε λίγο θα τους αντάμωνε στην δόξα του Παραδείσου. Έπειτα η σκέψη του θα φτερούγιζε πάνω από τις δασώδεις περιοχές του Άθωνα με τις ιερές Μονές του. Θα έφερνε στα μάτια του σεβάσμιες μορφές, συνασκητές του, τον όσιον Δομέτιο. Έπειτα πάλιν, θα θυμόταν τα ταπεινά χωριουδάκια που περιόδευσε στην κοιλάδα των Τεμπών κι’ εκείνα τα σκαρφαλωμένα στ΄ Άγραφα και την Όσσα. “Κύριε”, θα έλεγε μέχρις τις τελευταίες του επίγειες στιγμές, “κάμε εκείνος ο θείος σπόρος του λόγου Σου να βλάστησει, να καρπίσει στις καρδιές των ακροατών μου, των δούλων σου! Και συγχώρησε, θεέ μου, εκείνους που με εχθρεύονταν και με κατεδίωκαν”. Ύστερα πάλι θα μονολογούσε: “Το καλό μου Μοναστήρι του Προδρόμου με τους ορφανούς καλογήρους του!… Κύριε Ιησού, μην άρεις την Χάρη και την ευλογία Σου από επάνω τους!”

  Κάπως έτσι μέσα στη σκοτεινή φυλακή του ο Όσιος, με προσευχές και δάκρυα χαροποιού πένθους, έγραφε τον επίλογο της όσιας και αγίας ζωής του. Τελικά, ο Τούρκος Διοικητής ξαναζήτησε τον Όσιο και τον έφεραν εμπρός του. Τον βρήκε περισσότερο καταβεβλημένο. Περίμενε, όμως, να τον δει και στο φρόνημα “πεσμένον”. Έκαμε τις συνηθισμένες σε αντίστοιχες περιπτώσεις προσπάθειες να τον μεταπείσει. Με κολακείες, υποσχέσεις, δώρα και τα παρόμοια, του ζητούσε να αρνηθεί το Χριστό και να ασπασθεί το Ισλάμ! “Ο δε του Χριστού μάρτυς γενναίως ανταπεκρίθη: μη μοι γένοιτο, έφη, τον Χριστόν μου και θεόν αρνήσασθαι, αλλά και πυρ και αγχόνην και πάσαν άλλην βάσανον υπέρ αυτού δέξασθαι προαιρούμαι”, είπε. Τελικά, ο δικαστής, εξαγριωμένος από την υπομονή του Αγίου, διέταξε την 14η Φεβρουαρίου 1568, να τον κρεμάσουν στη “φούρκα”. Οι δήμιοι τον κρέμασαν σε ένα μεγάλο δέντρο που υπήρχε τότε στην περιοχή Ξυλοπάζαρο της Λάρισας (στην αρχή της οδού Βενιζέλου, προς το ποτάμι). Καθώς όμως κάποιος βάρβαρος Οθωμανός, για να υποφέρει ο μάρτυς περισσότερο, τον χτύπησε με τσεκούρι στο κεφάλι, κόπηκε το σκοινί. Στη συνέχεια, ημιθανής, ρίχτηκε στην πυρά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, όλα είχαν τελειώσει. Τη στάχτη του την έριξαν στον Πηνειό. Φοβούνταν οι Οθωμανοί και το λείψανο του Αγίου, επειδή γνώριζαν την τιμὴ που απονέμουν οι Χριστιανοὶ στα Άγια Λείψανα. Ήξεραν ότι η ύπαρξή τους θὰ διαιώνιζε τὴν μνήμη του Αγίου. Κι αυτὴ την μνήμη ήθελαν να εξαλείψουν. Δεν το κατόρθωσαν. Έτσι έλαβε ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός τον στέφανο του Μαρτυρίου. 



Των Λαρισαίων τα πλήθη σκιρτά και χόρευε· ιδού γαρ ο γενναίος ραβδισμούς και ύβρεις και βασάνους εν μέσω εχθρών, τον Χριστόν ουκ ηρνήσατο, αλλ’ ανδρικώς πάντα φέρων Δαμιανός μέχρι τέλος, εστεφάνωται”.

Απολυτίκιο: Ευφράνθητι σήμερον, η εν Κισσάβω Μονή,

και Λάρισα σκίρτησον, Δαμιανού η σεπτή πανήγυρις, πάρεστι,

δεύτε ουν και συμφώνως, εν αυτή τω Σωτήρι,

άσωμεν εν αινέσει, τούτον ανευφημούντες, αυτού ταις ικεσίαις,

όπως σωζώμεθα.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=4hoakH909cU&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=8

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554] γράφει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554]

Κωνσταντίνος Οικονόμου




ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΟΡΦΑΝΙΑ: Ο Νεομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε λίγο μεταξύ των ετών το 1510-1520 μ.Χ., από φτωχούς γονείς, στο Ψάρι Κορινθίας, ένα μικρό άσημο χωριό, στο βουνό Ζάρηκα. Τον πατέρα του τον λέγανε Ιωάννη και την μητέρα του Καλή. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί και ξεχώριζαν στο χωριό για την πίστη τους. Ο Νικόλαος, από μικρός ανατρέφονταν από τους ευσεβείς γονείς του με την Ορθόδοξο πίστη. Όταν όμως έγινε δώδεκα χρονών, πέθαναν και οι δυο του γονείς και ο Νικόλαος έμεινε ορφανός και μόνος. Για να ζήσει αναγκάστηκε να ξενιτευτεί και πήγε στη Σηλυβρία της Θράκης.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ: Εκεί έζησε αρκετά χρόνια και κατόπιν μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Κάποιος Σηλυβρινός τον εκτίμησε βαθύτατα και λόγω εμπιστοσύνης, τού ανέθεσε την φροντίδα του σπιτιού του. Ο Νικόλαος εκεί στην Πόλη εργάστηκε ευσυνείδητα. Όταν όμως έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, αποφάσισε να κάμει οικογένεια. Νυμφεύθηκε λοιπόν μια φτωχή, αλλά καλή γυναίκα. Απέκτησε μάλιστα αρκετά παιδιά. Για να θρέψει την οικογένεια του εργαζότανε στην αγορά ως παντοπώλης. Είχε ανοίξει μαγαζί τροφίμων σε καλή θέση, στην αγορά σε κεντρικό δρόμο. Κι ενώ έβγαζε χρήματα πολλά, δεν ξεχνούσε τη σωτηρία του και την πρόοδο της ψυχής του αλλά και την πνευματική υγεία της οικογενείας του.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΦΘΟΝΟ: Κατά το 34ο έτος της βασιλείας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν [1553-4] του λεγομένου και “Μεγαλοπρεπούς”, κι αφού ο σουλτάνος αυτός φόνευσε τον μεγαλύτερο υιό του, εξεστράτευσε κατά των Περσών. Κατά την απουσία του άφησε στην Κωνσταντινούπολη έναν Έπαρχο, Σινάν ονομαζόμενο. Αλλά αυτός ήτανε θηρίο ανήμερο και όχι άνθρωπος. Ήταν η εποχή που ο κάθε Οθωμανός, όταν μισούσε ένα Χριστιανό, μπορούσε να τον καταγγείλει στον Σινάν. Αυτό έκαμαν και στον Νικόλαο. Μερικοί Τούρκοι από τη Σηλυβρία, που ήταν γείτονες και ανταγωνιστές του στην ίδια οδό που είχε το μαγαζί του ο Νικόλαος, κινούμενοι από φθόνο, διότι ο Νικόλαος ήταν τίμιος και ο κόσμος τον προτιμούσε, τον συκοφάντησαν στις Αρχές, ότι ύβρισε τον Προφήτη τους, τον Μωάμεθ.



ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΒΕΖΥΡΗ: Ο Έπαρχος, άναψε από τον θυμό του και ζήτησε να συλλάβουν τον Νικόλαο. Όταν τον φέραν μπροστά του τον ρώτησε: “Ώστε είναι αλήθεια αυτό που μου είπανε για σένα, ότι δηλαδή παραδέχεσαι τον Χριστό ως Θεό, αντίθετα από το Κοράνιο μας; Είναι αλήθεια, ότι τον αρχηγό της πίστεώς μας, τον αληθινό Προφήτη τον αποκαλείς, αθεόφοβε, παιδί του διαβόλου;” “Μάλιστα, Έπαρχε”, του αποκρίθηκε ο Άγιος, “εγώ δεν μπορώ να πω τον ήλιο, ότι είναι σκοτεινός. Ούτε την νύκτα, ότι είναι φωτεινή. Έτσι και τον Χριστό μου. Είναι -και το λέγω παντού- Ήλιος της δικαιοσύνης. Είναι φως και φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενο εις τον κόσμο. Ενώ ο δικός σας Μωάμεθ είναι σκότος αφεγγές, και όσους τον ακολουθούν τους γκρεμίζει σε βάραθρα απώλειας. Αυτό άλλωστε το είπε και ο Χριστός μου: «Τυφλός τυφλόν, εάν οδηγή αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Και σεις επομένως, όσοι ακολουθείτε ένα τυφλό άνθρωπο, τον Μωάμεθ, θα πέσετε εις βυθό απώλειας. Αλλοίμονο σας, δύστυχοι!

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Μετά από τη γενναία απάντηση του Μάρτυρα, ο Έπαρχος έγινε έξω φρενών και διέταξε να ρίξουν στο έδαφος τον Νικόλαο και με σκληρά ραβδιά να τον κτυπήσουν αλύπητα στα πόδια, ώσπου να τα ματώσουν και να μη μπορεί να βαδίσει. Οι στρατιώτες, για να αρέσουν στον Έπαρχο, τον κτυπούσαν με όλη τους την δύναμη. Πονούσε ο Μάρτυς αφόρητα. Για να του προξενήσουν ακόμη περισσοτέρους πόνους, βάζανε στα νύχια των ποδιών του αγγίδες. Έτρεχε το αίμα σαν αυλάκι. Αλλά ο Άγιος παρ’ όλον τον πόνο, που υπέφερε, δεν έβγαζε μιλιά. Μόνο προσευχότανε. Έτσι ο Άγιος Νικόλαος έμεινε σταθερός και ακλόνητος.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Ο Έπαρχος διέταξε κατόπιν και τον κλείσαν στη φυλακή. Εκεί στο σκοτάδι, με χειροπέδες κι αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, τον άφησαν τέσσερις μέρες. Αυτό το διάστημα ο Νικόλαος προσευχόταν συνεχώς και ευχαριστούσε δοξολογώντας το Θεό, που τον αξίωνε να πάθει γι’ Αυτόν. Εκεί όμως, μέσα στη νύκτα που προσευχόταν, ξαφνικά έλαμψε το κελί της φυλακής, από υπέρλαμπρο φως. Τότε του παρουσιάστηκε ο Χριστός λέγοντάς του: “Νικόλαε, έχε θάρρος. Παρακολουθώ τον αγώνα σου. Να υποφέρεις μέχρι τέλους”. Μετά από τα λόγια αυτά χάθηκε από τα μάτια του φυλακισμένου ο Κύριος. Ο Άγιος πήρε μεγάλο θάρρος από την επίσκεψη του Χριστού. Πετούσε από τη χαρά του και φτερούγιζε η καρδιά του.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ: Την πέμπτη μέρα μετά τον εγκλεισμό του μάρτυρα, διέταξε ο Έπαρχος να τον παρουσιάσουν μπροστά του στο δικαστήριο. Αλλά τη φορά αυτή ο άγριος και αιμοβόρος Έπαρχος, άλλαξε όψη και “ντύθηκε” με γλυκύτητα και καλοσύνη, με υποσχέσεις και προσφορές αξιωμάτων για να δελεάσει τον Άγιο. Όμως ο Νικόλαος κατατρόπωσε τον Έπαρχο. Δεν φανταζότανε ποτέ, ότι βρισκόνταν άνθρωπος με τόσο θάρρος και γενναιότητα να του τα πει κατά πρόσωπο. Ο τύραννος αγρίεψε ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό διέταξε τους δήμιους να τον γδύσουν και να τον ντύσουν μια φόρμα κατάσαρκα. Του κρέμασαν κατόπιν δύο βαριές αλυσίδες στο λαιμό και τον περιέφεραν σε όλη την κεντρική οδό της αγοράς. Φώναζαν δε και έλεγαν: “Αυτά παθαίνει, οποίος βρίζει τον Μωάμεθ”. Ο Άγιος πήγαινε χαρούμενος σ’ αυτήν την διαπόμπευση του.

ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ: Υπάρχει νόμος στους Μωαμεθανούς -δυστυχώς ισχύει ακόμη και σήμερα σε πιστούς τηρητές της “σαρίας”, όπως στους Τζιχαντιστές και σε “θεο”κρατικά καθεστώτα του Ισλάμ- που επιτάσσει να καίγεται στη φωτιά, οποίος βρίζει την θρησκεία τους. Αυτή η τιμωρία ορίστηκε και για τον Νικόλαο. Άναψαν λοιπόν στον Ιππόδρομο μεγάλη φωτιά. Τραβούσανε τον Άγιο οι άπιστοι να τον κάψουν. Αυτός όμως ο μακάριος ατάραχος, σαν αρνί άκακο, πήγαινε κοντά τους πρόθυμα. Ο Έπαρχος κάλεσε κοντά του τον Άγιο, μακριά από την πυρά και προσπαθούσε να τον πείσει ν’ αρνηθεί τον Χριστό. Όταν όμως είδε ότι και πάλι τον ελέγχει και παραμένει στην πίστη του, διέταξε τους δήμιους να σύρουν τον Άγιο κοντά στη φωτιά. Οι τύραννοι έσφιξαν τα χέρια του δένοντάς τα πισθάγκωνα. Κι’ ενώ η φωτιά έκαιγε και τριζοβολούσαν απειλητικά κοντά στον αμίλητο Μάρτυρα, που θερμά προσευχόταν στον Κύριο, το πλήθος των βαρβάρων απίστων αλάλαζε με αγριότητα. Το μαρτύριο, που ακολούθησε ήταν φοβερό. Οι δήμιοι έβαλαν το ημίγυμνο σώμα του Μάρτυρος Νικολάου στην άκρη της φωτιάς. Το ξεροψήνανε καγχάζοντας και βρίζοντας την Χριστιανική Πίστη. Ήθελαν με τον τρόπο αυτό να παρατείνουν τους φρικτούς πόνους του, γιατί έτσι πίστευαν πως ο Νικόλαος θα εγκατέλειπε τον αγώνα. Ήλπιζαν ακόμη να τον γελοιοποιήσουν την στιγμή που θ’ άρχιζε να ζητεί βοήθεια. Η φωτιά συγκλόνιζε το σώμα του Μάρτυρος. Πόνοι φοβεροί τον σπάθιζαν. Η φωτιά άρχισε να τον λειώνει, να τον παραμορφώνει, να του προκαλεί ατέλειωτη οδύνη. Άδικα περίμεναν, οι δήμιοι και το πλήθος των Μωαμεθανών, που παρακολουθούσε το μαρτύριο να διαμαρτυρηθεί ή να κλονισθεί η πίστη του Αγίου. Πονούσε, φλεγόταν, συγκλονιζόταν, αλλά με προσευχή προχωρούσε στο στάδιο του Μαρτυρίου του. Το πλήθος των Τούρκων τού φώναζε να ακούσει και υποχωρήσει στα λόγια του Έπαρχου, αλλά ο Νικόλαος έμενε ανένδοτος και σταθερός σα βράχος. Μάλιστα, όσο είχε ακόμη πνοή προσευχόταν στον Θεό και ήλεγχε τον Έπαρχο για την ασέβεια και το ψεύδος της θρησκείας του. Κήρυττε δε τον Χριστό με θέρμη μέχρι, που δεν μπορούσε πλέον να αρθρώσει λέξη. Και όταν η φωτιά σχεδόν κατέφαγε το σώμα και τις αισθήσεις του, τότε ο Μάρτυς έκλινε το κεφάλι του προς τα δεξιά ευτυχισμένα και νικητήρια. Πλησίασε κατόπιν βουβός και βλοσυρός ο δήμιος, τρ΄βηξε το σώμα του Μάρτυρα έξω από τις φλόγες, έβγαλε τις αλυσίδες από το λαιμό του Αγίου και του έκοψε την αγία του κεφαλήν. Ήταν η 14 Φεβρουαρίου του 1554. Ήταν ημέρα Πέμπτη και ώρα 12 το μεσημέρι. Για να μη πάρουν οι Χριστιανοί τα οστά του άγιου και τα έχουν για αγιασμό, καθώς έκαναν πάντοτε με τους μάρτυρες, έριξαν στη φωτιά και κόκκαλα σκυλιών, και πτώματα άλλων ζώων(!), για να γίνουν στάχτη και για να μη μπορούν να τα διακρίνουν οι Χριστιανοί. Ο Θεός όμως φρόντισε να μείνει στους πιστούς η κάρα του Αγίου. Διότι, μόλις την έκοψε ο δήμιος ένας Χριστιανός την αγόρασε αμέσως αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων. Έτσι διασώθηκε από τη φωτιά. Από την Κωνσταντινούπολη τη στείλανε στη Μονή του Άγιου Αθανασίου στα Μετέωρα [Μεγάλο Μετέωρο].



ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ: Το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου έκαμε μεγάλη εντύπωση και ωφέλησε αφάνταστα τους σκλαβωμένους Χριστιανούς. Τους τόνωσε το ηθικό και τους κράτησε στην πίστη. Η Εκκλησία τον αναγνώρισε αμέσως Άγιο. Μετά τέσσερα μόλις έτη, το 1558, γράφτηκε και η Ακολουθία του Αγίου. Την έγραψε ο σπουδαίος, λογιώτατος Ιερομόναχος Δαμασκηνός Στουδίτης, ο Θεσσαλονικεύς.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο Άγιος Νικόλαος, ήταν και ίσως ακόμη είναι, άγνωστος στον χριστιανικό κόσμο. Πολλοί ως και σήμερα δεν έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Είναι μόνον γνωστός στην πατρίδα του. Έγινε όμως, γνωστός τελευταίως και ως έξης: Το 1930, ο λόγιος, φιλομάρτυς Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Ιεζεκιήλ, περιοδεύοντας την Πίνδο, έφτασε στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος της Σιάμου. Το Μοναστήρι ήταν ερημωμένο. Ήταν από τα τετρακόσια είκοσι(!) Μοναστήρια που διέλυσαν οι Προτεστάντες Βαυαροί, όταν έφθασαν μαζί με τον νεαρό βασιλέα Όθωνα. Ψάχνοντας, λοιπόν, ο Δεσπότης στο Ιερό Βήμα του ερειπωμένου Μοναστηριού, βρήκε σε ένα σαρακοφαγωμένο συρτάρι έναν απρόσμενο θησαυρό: έναν χειρόγραφο κώδικα, που περιείχε και την Ακολουθία του Αγίου Νικολάου του Νεοφανούς, ο οποίος εορτάζεται την 14 Φεβρουαρίου. Στον ίδιον κώδικα υπάρχει και εγκωμιαστικός λόγος του ίδιου Αγίου. Τον έγραψε ο Ιερομόναχος Δαμασκηνός, ο Στουδίτης. Ευτυχώς, στις ημέρες μας έχει αρχίζει να τιμάται ο Άγιος Νικόλαος ο Κορίνθιος. Στο χωριό του, το Ψάρι της Κορινθίας, κτίστηκε πριν λίγα χρόνια με την προθυμία των συμπατριωτών του, μεγαλοπρεπής Ναός εις τιμήν του Αγίου τούτου.

Δοξαστικό: “Τάδε λέγει Κύριος τῷ ἀθλοφόρω: γενναῖε, τί ἐποίησαν σοί, ἀδίκως οἱ παράνομοι· ταῖς πληγαῖς σέ κατέστιξαν, τή φρουρά, ἐπανέκλεισαν, ὥσπερ θύμα ἐπί φλόγα ὠλοκαυτώθης, γενναῖε, νῦν ἐγώ σοί ταῦτα πλουσίως ἀνταμείψομαι· ἀντί τῶν πόνων τρυφήν, ἀντί τῶν ἄθλων σου στέφος, ἀντί τῶν ἐπικήρων, τά ἄφθαρτα δωρήσομαι, καί χαίρων ἴθι λοιπόν, εἰς δόξαν τήν ἀγείρω· κάκει μέ ἀνευφήμησον, ἐν τῷ Πατρί καί Πνεύματι γνώθι μοί τοῖς ἔργοις μου Θεόν ἀληθέστατον.”



Άγιος Γεώργιος ο Παϊζάνος ο Νεομάρτυρας 14.2 εκ Μυτιλήνης, Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Άγιος Γεώργιος ο Παϊζάνος ο Νεομάρτυρας 14.2 εκ Μυτιλήνης

Κωνσταντίνος Οικονόμου


Γεώργιος τίς ούτος υπάρχει πάλιν;
Mάρτυς νέος πέφυκεν. Ω της ανδρίας!


Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος, ο επικαλούμενος Παϊζάνος, κατά την κρατούσα παράδοση γεννήθηκε στο χωριό Πλαγιά της περιφέρειας Πλωμαρίου της νήσου Λέσβου. Ήταν ράφτης στο επάγγελμα και μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 1693 μ.Χ., επειδή ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει.

Τμήμα του λειψάνου του Νεομάρτυρα φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Λειμώνος Λέσβου.

Ἀπολυτίκιον
Ἡ πληθύς τῶν Λεσβίων τέρπου καί χόρευε, καί τήν πάμφωτον μνήμην τοῦ Νεομάρτυρος Γεωργίου, τοῦ στερροῦ ὁπλίτου τίμησον, ὅτι ἐν χρόνοις χαλεποῖς ἐναθλήσας καρτερῶς ἐνίκησε τόν βελίαρ, καί νῦν ἐν πόλω πρεσβεύει ὑπέρ τῶν πίστει γεραιρόντων αὐτόν.


   

    Περισσότερες πληροφορίες στο: Ο νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος – τριακόσια χρόνια από το μαρτύριο του (1693‐1993) στό περιοδικό τῆς Ι.Μ. Μυτιλήνης «Ὁ Ποιμήν», τ. ΝΘ΄(1994) , σελ.18‐20. Διαβάζουμε εκεί μεταξύ άλλων: Πρὶν ἀπὸ τριακόσια ἀκριβῶς χρόνια, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1693, μαρτύρησε διὰ ξίφους στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Λέσβιος νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος ἢ Πασγιάνος, ὁ Ρράπτης. Πολὺ λίγα γνωρίζουμε γιʹ αὐτόν: Τὸν μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης στὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον» (Βενετία 1799, σελ. 129) Γράφει ο Άγιος Νικόδημος: «Κατὰ τό͵1693 ἔτος, ἐν μηνὶ Φεβρουαρίῳ, ἐμαρτύρησεν ἐν Βυζαντίῳ διὰ τὴν εὐσέβειαν Γεώργιοςο ρράπτης, τοὐπίκλην Παϊζάνος, ὁ ἐκΜυτιλήνης». Ὁ ἴδιος ὁ Νικόδημος στὸν «Συναξαριστή» του (πρώτη ἔκδοση, τόμος Βʹ, Βενετία1 819, σελ. 128), ἀναγράφει τὴ μνήμη του στὶς 14 Φεβρουαρίου, προσθέτοντας κατὰ τὴν παλαιὰ συνήθεια καὶ τὸ σχετικὸ ἰαμβικὸ δστιχο: «Ὁ ἅγιος νεομάρτυς Γεώργιος ράπτης Μυτιληναῖος, ὁ καλούμενος Παϊζάνος, ἐμαρτύρησεν ὑπὲρ εὐσεβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1693. Γεώργιος τὶς οὗτος ὑπάρχει πάλιν; Μάρτυς νέος πέφυκεν, ὢ τῆς ἀνδρείας». Στὰ Μηναῖα, από τον Βαρθολομαῖο Κουτλουμουσιανὸ τὸν Ἰμβριο, μπῆκε σχεδὸν κατὰ λέξη ἡ ἀνωτέρω ἀναγραφὴ τοῦ νικοδήμειου Συναξαριστοῦ μὲ τὴν προσθήκη ὅτι ὁ νεομάρτυς τελειώθηκε διὰ ξίφους: ''...ξίφει τελειοῦται».




6.2.26

Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2] διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 
Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2]
διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

       

       Το κοινωνικό μυθιστόρημα «Η Τιμή του Αδελφού» (1914) του Γρηγόριου Ξενόπουλου πραγματεύεται την ηθική κατάπτωση και την κοινωνική υποκρισία μέσα από την ιστορία της Αργυρώς και του αδελφού της, Θανάση Η Αργυρώ είναι μια νέα κοπέλα που ζει φτωχικά στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, αναγκάζεται να γίνει ιερόδουλη σε πλούσιους της περιοχής για να συντηρήσει τη μητέρα της και τον ακαμάτη αδελφό της. Ο Θανάσης, είναι ο αδελφός της, ένας ανήθικος και ρέμπελος άντρας, που γνωρίζει την πηγή των εσόδων της αλλά «κλείνει τα μάτια» όσο εκείνη τον χρηματοδοτεί! Όταν κάποτε η Αργυρώ αγανακτεί και του κόβει την «επιχορήγηση», ο Θανάσης θυμάται ξαφνικά την «τιμή» του. Ισχυρίζεται ότι η διαγωγή της τον κηλιδώνει και τη σκοτώνει, προβάλλοντας την ...τιμή ως πρόφαση για την εκδίκησή του.

Κεντρικά Θέματα: Το έργο εστιάζει στην αντίθεση μεταξύ ηθικού και ανήθικου, καταδεικνύοντας πώς η κοινωνία στιγματίζει τη γυναίκα ενώ συγχωρεί την ανδρική ανηθικότητα. Η ανάλυση των χαρακτήρων στην «Τιμή του Αδελφού» είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί τους ήρωές του για να «ξεσκεπάσει» την αυστηρή πατριαρχική δομή και την υποκρισία της αθηναϊκής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

Η Αργυρώ είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας του έργου. Αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που θυσιάζει την προσωπική της αξιοπρέπεια για την επιβίωση της οικογένειάς της. Παρόλο που η εργασία της θεωρείται ανήθικη, το κίνητρό της είναι η αγάπη για τη μητέρα της και η φροντίδα για τον αδελφό της. Είναι ο μόνος χαρακτήρας που δεν κρύβεται πίσω από προσωπεία. Γνωρίζει ποια είναι και τι κάνει. Η τραγωδία της ξεκινά όταν αποφασίζει να διεκδικήσει την αυτονομία της και να σταματήσει να συντηρεί τον Θανάση. Αυτή η πράξη ανεξαρτησίας είναι που τελικά οδηγεί στον θάνατό της.

Ο Θανάσης, από την άλλη, αποτελεί τη μελέτη του Ξενόπουλου πάνω στην «κούφια» ανδρική τιμή της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ηθικές αναστολές όσο απολαμβάνει τις ανέσεις που του παρέχει η αδελφή του. Η «τιμή» του δεν ενοχλείται όσο το πορτοφόλι του είναι γεμάτο. Δεν τον νοιάζει η ευτυχία ή η επιβίωση της Αργυρώς, παρά μόνο το πώς θα ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Όταν όμως χάνει τα προνόμιά του, χρησιμοποιεί την έννοια της «τιμής» ως πρόσχημα και ... όπλο. Ο φόνος της αδελφής του δεν είναι πράξη ηθικής κάθαρσης, αλλά εκδίκηση και αποκατάσταση της κυριαρχίας του.

Η μητέρα, πάλι, της Αργυρώς και του Θανάση παίζει έναν καταλυτικό ρόλο, αν και συχνά παραγκωνίζεται στην ανάλυση. Εκπροσωπεί την παλαιότερη γενιά που δέχεται τη μοίρα της χωρίς αντίσταση. Γνωρίζει την πηγή του πλούτου της Αργυρώς και την αποδέχεται σιωπηλά για να ζει με ανέσεις. Η σιωπή της είναι μια μορφή αποδοχής της εκμετάλλευσης της κόρης της. Στην ανάλυση του έργου, η μορφή του αγαπημένου φίλου της Αργυρώς (του Ανδρέα) λειτουργεί ως ο μοναδικός εκφραστής πραγματικής ανθρωπιάς και ανιδιοτελούς αγάπης μέσα σε ένα γενικότερο περιβάλλον εκμετάλλευσης. Για την Αργυρώ, μάλιστα, ο φίλος της δεν είναι απλώς ένας εραστής, αλλά η προσωποποίηση της ελπίδας για μια άλλη ζωή. Η παρουσία του προσφέρει μια «ηθική λύτρωση» πριν από την τραγική κατάληξη. Σε αντίθεση με τον αδελφό της που τη βλέπει ως πηγή εισοδήματος, ο φίλος της την αντιμετωπίζει ως άνθρωπο με ψυχή. Η σχέση τους είναι το μοναδικό σημείο του έργου όπου η Αργυρώ νιώθει ότι η αξία της δεν μετριέται με χρήματα. Ο Ανδρέας αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα της πραγματικής ''απόδρασης''. Η πρόθεσή του να τη στηρίξει ουσιαστικά είναι αυτό που δίνει στην Αργυρώ τη δύναμη να συγκρουστεί με τον Θανάση και να του κόψει την οικονομική παροχή.

    Όμως, κι εδώ έγκειται η τραγική ειρωνεία, Η «λύτρωση» που υπόσχεται ο φίλος της παραμένει πρακτικά ανεκπλήρωτη. Ενώ ψυχικά η Αργυρώ λυτρώνεται από τις ενοχές και την υποταγή, αυτή ακριβώς η προσπάθεια για μια νέα αρχή είναι που πυροδοτεί το φονικό ένστικτο του αδελφού της.

Αλλά ο Ανδρέας είναι αυτός που φέρνει την τελική ''κάθαρση'' στο έργο. [Κων. Οικονόμου]

 ΤΟ AUDIOBOOK ΣΕ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=CQW0PNaWybs&t=28s

ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=azipeOa-L4I





ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Όσιος Άνθιμος ο Βαγιάνος ο εν Χίω 15.2 από Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Όσιος Άνθιμος ο Βαγιάνος ο εν Χίω 15.2 Κωνσταντίνος Οικονόμου Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....