Ετικέτες - θέματα

23.2.26

Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Κων/νος Οικονόμου




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ: Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στη Ραψάνη το 1798 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζη-Λάσκαρης και η μητέρα του Σμαράγδα Σακελλαρίδου. Στην παλαιά αργυρή λειψανοθήκη του Αγίου (19ου αι.) διαβάζουμε κατά λέξη: «Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒΩ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ».



Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μορφώθηκε στη φημισμένη υψηλού επιπέδου Σχολή της γενέτειράς του (στην οποία δίδασκε ο ιερέας Χριστόδουλος Καραζήσης, γαμπρός του Αγίου, σύζυγος πιθανώς της αδελφής του Γεωργίου, Μαρίας) και το 1816 ανέλαβε το λειτούργημα του δασκάλου στην ίδια Σχολή. Εκείνα τα δύσκολα χρόνια η Σχολή αυτή ήταν πνευματικός φάρος για ολόκληρη την περιοχή της Θεσσαλίας. Είχε ιδρυθεί πιθανότατα από τον μητροπολίτη Λυκοστομίου και Πλαταμώνα, Διονύσιο. 



Μεταξύ των φιλοξενουμένων μαθητών ήταν κι ένα Τουρκόπουλο από το χωριό Ντερλή (Γόννοι) που το είχαν στείλει οι γονείς του ως οικότροφο στη Ραψάνη. Ο μικρός Μωαμεθανός, προσαρμοζόμενος γρήγορα στο κλίμα του Σχολείου και ενθαρρυνόμενος από τον ευσεβή δάσκαλο, γοητεύτηκε από την ελληνορθόδοξη Παιδεία, ενώ συγχρόνως ο ένθεος ζήλος του δασκάλου κατέκτησε την άδολη ψυχή του. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να υποτιμά και να περιφρονεί τα ιερά και τα όσια του Ισλαμισμού, ενώ αντίθετα τιμούσε την πίστη των Ελλήνων. Κι όλα αυτά γιατί ο Γεώργιος είχε καταφέρει να εμφυσήσει στην ψυχή του την αγάπη για τον Ιησού Χριστό.


 Οι γονείς του μικρού Μουσουλμάνου, βλέποντας ότι ο γιος τους ετοιμαζόταν να αλλαξοπιστήσει, δεν άντεξαν τη "ντροπή" και έβαλαν κάποιους ομοεθνείς τους να πάνε στη Ραψάνη και να συλλάβουν τον υποκινητή της μεταστροφής του μικρού. Τον συνέλαβαν μέσα στη Σχολή και τον οδήγησαν δέσμιο να δικαστεί στην έδρα του Βελή πασά που είχε αναλάβει τα ηνία στην τυραννία της Αν. Θεσσαλίας από τον πατέρα του Αλή πασά, από το 1811. Η κατηγορία που βάραινε τον Γεώργιο ήταν μία και μοναδική: "εκχριστιανισμός μουσουλμανόπαιδος1".



ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φυσικά η δικαστική... διαδικασία ήταν συνοπτική και η ετυμηγορία των δικαστών προαποφασισμένη: "θάνατος με μαρτύριο". Ο Γεώργιος ρίχτηκε αρχικά γυμνός σε καυτό λουτρό, εν συνεχεία τρυπήθηκε με σιδερένια νύχια, ακολούθησε το πετάλωμα των ποδιών του, για να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του μαρτυρίου του με διαπόμπευση στους δρόμους του Τυρνάβου. Έπειτα τον κάρφωσαν σε στύλο και αφού τον έδεσαν με σκοινιά βουτηγμένα σε πίσσα και πετρέλαιο, τον έβαλαν φωτιά. Ο Άγιος Νεομάρτυρας προς απογοήτευση των Αγαρηνών, όχι απλώς δεν πέθανε, αλλά δεν υπέστη, χάρι στη Θεία Χάρη και βοήθεια, το παραμικρό έγκαυμα! Στις ιστορήσεις των εικόνων παρουσιάζονται και άλλες σκηνές βασανισμών, όπως στραγγαλισμοί, εξαρθρώσεις, κτυπήματα με το σπαθί, τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιού πάνω στο γυμνό σώμα του Νεομάρτυρος. Εξοργισμένοι οι Οθωμανοί, εν τέλει, οδήγησαν τον Γεώργιο στη γέφυρα του Τυρνάβου, όπου και τον αποκεφάλισαν. Η ημέρα του θανάτου του ήταν η 5η Μαρτίου 1818, ημέρα Τρίτη, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Πάνω στο άνθος της νιότης του, ο εικοσάχρονος αθλητής της πίστης του Χριστού, πορεύτηκε προς την επουράνια και αιώνια Βασιλεία των Ουρανών στεφανωμένος, θριαμβευτής, Μάρτυρας. Το σώμα του Αγίου ενταφιάστηκε στο σημείο του μαρτυρίου του, κάτω από τη γέφυρα του Τυρνάβου. Ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης έγραψε: «Τα τίμια λείψανα θέλει δοξάσει (ο Θεός) εδώ κάτω εις την γην ή με την επιφάνεια του Φωτός του ή και με άλλα σημεία και θαύματα, καθὼς ήθελε κρίνει η θεία δικαιοσύνη Του, ή το ολιγώτερον ολιγώτερον θέλει τα τιμήση με την παρὰ των Χριστιανών προσκύνησιν και ευλάβεια». Πραγματικά, την πρώτη νύχτα του ενταφιασμού του Αγίου, οι σκοποί των οθωμανικών στρατώνων, που βρίσκονταν στην περιοχή, αντίκρισαν μια τεράστια στήλη φωτός να σημαδεύει τον τάφο του Γεωργίου. Όταν αναφέρθηκε το παράδοξο αυτό θαύμα στο Βελή, εκείνος διέταξε να καλέσουν από τη Ραψάνη, το συντομότερο, τους συγγενείς του Αγίου για να ξεθάψουν και να παραλάβουν το λείψανό, πλην της κάρας του Αγίου που, πιθανώς, εξαφάνισαν οι Οθωμανοί. Πραγματικά με ευλάβεια και κατάνυξη τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στη Ραψάνη. Μετά από λίγο καιρό αυτά μετακομίσθηκαν από το κοιμητήριο της Ραψάνης, το οποίο ήταν στο χώρο γύρω από το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην αρχοντική οικία Καραζήση που βρισκόταν κοντά. Τα τελευταία έτη αναγέρθηκε Ιερός Ναός προς τιμήν του Αγίου προστάτη της Ραψάνης αλλά και όλων των πιστών, μάλιστα δε των ορθοδόξων εκπαιδευτικών. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του την 5η του Μαρτίου.



"Νέον μάρτυρα, Ραψάνης γόνον και Τυρνάβου δε δόξαν και κλέος,

τον Γεώργιον εν ύμνοις καταστέψωμεν"

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: 

https://www.youtube.com/watch?v=6ywI1npniCE&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=3

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=sRfOM6aep8k&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=7

1Μητροπ. Κ. Αφρικής Ιγνάτιος Μανδελίδης, Ο Νεομάρτυς Γεώργιος ο Ραψανιώτης (1818), β΄ έκδοση Σωτήρ 2000.

Ο Άγιος π. Νικόλαος Πλανάς 2.3. +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος π. Νικόλαος Πλανάς 2.3. +ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου




Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΞΙΩΤΗΣ: Ο Νικόλαος γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, ενώ ήταν σχετικά εύποροι. Κατείχαν ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, τη Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από τη βρεφική ηλικία ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες εκεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές κάποιο σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών. Η όλη του ζωή από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, προδίκαζε τη μελλοντική ζωή και πολιτεία του. Τις θείες θαυματουργικές δυνάμεις έλαβε με την χάρη του Θεού από τα παιδικά του χρόνια. Έτσι, γνώριζε τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη, και το είπε στους γονείς του, πριν εκείνοι το πληροφορηθούν! Τα πρώτα γράμματα έμαθε από τον παππού του - πατέρα της μητέρας του - ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο. Μαζί του επίσης πήγαινε στις θείες Λειτουργίες και τον διακονούσε στο Ιερό Βήμα, σαν παπαδοπαίδι.

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ: Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί συμπατριώτες τους. Αργότερα, μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία. Αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ. Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός.



Ο ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ: Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα από λίγους όμως μήνες πέθανε η σύζυγός του. Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε αρχικά στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Όμως στον ναό αυτό δεν έμεινε για πολύ καιρό αφού λίγο αργότερα διορίστηκε εφημέριος στον Άγιο Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης, τον Κυνηγό όπως τον έλεγαν. Τότε ήταν μια πτωχή ενορία με μόλις οκτώ οικογένειες. Είχε, όμως, το μεγάλο προνόμιο να λειτουργεί εκεί η ταπεινή μορφή του Αγίου Νικολάου Πλανά.


ΠΡΟΤΥΠΟ ΙΕΡΕΩΣ: Για πενήντα συνεχόμενα χρόνια, ο Άγιος λειτουργούσε καθημερινά από τις 8 το πρωί έως και τις 3 το μεσημέρι! Ήταν ανεπανάληπτες οι λειτουργίες του Αγίου. Ο ίδιος αγαπούσε τα μικρά ξωκλήσια τής Αθήνας, τα οποία καθημερινά επισκεπτόταν για να τελέσει το ευλογημένο καθήκον του. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές παρέμενε στο ναό του, συχνά όμως πήγαινε στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου, στην οδό Άρεως στην Πλάκα, για αγρυπνίες. Ήταν οι πιο κατανυκτικές αγρυπνίες του Αγίου και όλο το εκκλησίασμα αισθανόταν την ευλογία. Σ’ αυτές τις συχνές αγρυπνίες στο ψαλτήρι στεκόντουσαν πάντα οι δυο κορυφαίοι λογοτέχνες, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [περιγράφει ο άγιος των Γραμμάτων συχνά στα έργα του τις θείες εκείνες εμπειρίες] και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, που αγαπούσαν πολύ τον άγιο ιερέα και τον βοηθούσαν με το ψάλσιμό τους. Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιος του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλΟσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη. Η ζωή του Αγίου ήταν απλή, όπως ήταν απλός σαν παιδί και ο ίδιος. Νήστευε αυστηρά, προσευχόταν συνεχώς, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, αγαπούσε χωρίς διάκριση όλους και ποτέ του δεν κρατούσε χρήματα. Όσα και να του έδιναν από μόνοι τους διάφοροι άνθρωποι, ο Άγιος τα σταύρωνε και πηγαίνοντας στα στενά σοκάκια και στις φτωχογειτονιές μοίραζε επιδόματα ανάγκης σε ανήμπορες νεαρές κοπέλες, σε φτωχές χήρες γυναίκες, σε άπορους σπουδαστές και σε νεαρά ζευγάρια για τα πρώτα τους έξοδα. Υπήρξε Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης. Ήταν νηστευτής. Νήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η . Επίσης και των Ταξιαρχών νήστευσε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου. Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνδίαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα. Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού. Το παρουσιαστικό του συγκλόνιζε τούς πάντες. Η λαμπερή διαπεραστική ματιά του γαλήνευε όσους ήταν κοντά του. Η απλοϊκή ομιλία του συγκινούσε ακόμα και τους πιο μορφωμένους επιστήμονες. Αν και ήταν ψευδός, και πολλές φορές τα λόγια του ακούγονταν αστεία, ποτέ κανένας δεν γελούσε. Αντίθετα μάλιστα. Τα δακρυσμένα μάτια όλων μαρτυρούσαν πόσο πολύ τα λόγια του μιλούσαν στις ψυχές τους. Σαν τον αντίκριζαν να περπατάει στο δρόμο οι γυναίκες έκαναν με ευλάβεια το σταυρό τους, οι άνδρες έκοβαν το βήμα τους για να προσπεράσει, οι αμαξάδες σταματούσαν την πορεία τους και κατέβαιναν και τα μικρά παιδιά έτρεχαν να πάρουν την ευχή του. Η παρουσία του, ήταν τιμή για την πρωτεύουσα και όλοι οι κάτοικοι τον εκτιμούσαν και πίστευαν πως ο ταπεινός ιερέας ήταν ένας αληθινός Άγιος.



Κάθε φορά που έφτανε στην κατάμεστη από κόσμο εκκλησία για να λειτουργήσει γινόταν σάλος πραγματικός από την υποδοχή του εκκλησιάσματος. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να του φιλήσουν το χέρι, άλλοι να αγγίξουν τα φτωχικά του ράσα και αρκετοί να προσκυνήσουν το λευκασμένο κεφάλι του, αφού ήταν ιδιαίτερα κοντός. Όπου πήγαινε για να τελέσει θεία λειτουργία, έπαιρνε μαζί του τα «συμβόλαια και τα γραμμάτια» όπως ο ίδιος έλεγε, δηλαδή τα εκατοντάδες μικρά χαρτιά με τα ονόματα που του έδινε ο κόσμος για να τα μνημονεύσει. Τα κρατούσε όλα για χρόνια και καθημερινά τα μνημόνευε. Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του προς το Θεό. Οι ακολουθίες του Παππού, όπως φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά. Για την απέραντη αγάπη του, αλλά και για την ακούραστη άσκηση και ταπείνωσή του ο Θεός τον τίμησε με ουράνιες δωρεές όπως οι θαυμαστές παρεμβάσεις και το προορατικό χάρισμα. Ο ίδιος ο Άγιος βέβαια, ποτέ δε δεχόταν ότι έκανε θαύματα. Συνήθιζε μάλιστα να τα ονομάζει σημεία, ενώ με μεγάλο κόπο προσπαθούσε να κρύψει το προορατικό του χάρισμα. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Θεράπευε ασθενείς, έδιωχνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε.
   Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή. Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ' όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του. Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές. Είπε: "Τον δρόμον τετέλευκα!". "Δόξα σοι ο Θεός!". "Η Θεία Χάρη να σας ευλογεί"...και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.



ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ-ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ: Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε. Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο! Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού. Η Αγία μας Εκκλησία ανακήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991-1992) του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή. Ακόμη, εορτάζει την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας, η οποία τελείται στον νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Άγιορείτου και Νικολάου του Πλανά ‚στην πόλη της Νάξου.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=P-zbKQ1rFIY&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=6




22.2.26

O Άγιος Ιωακείμ Ιθακήσιος ο Βατοπεδινός 2.3.1868 + ΒΙΝΤΕΟαπό τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

O Άγιος Ιωακείμ Ιθακήσιος ο Βατοπεδινός 2.3.1868 + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


  ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ: Ο σύγχρονος αυτός άγιος γεννήθηκε το 1786 στον οικισμό Καλύβια του τότε δήμου Πολυκτορίων της Ιθάκης, απέναντι από το Σταυρό. Ο πατέρας του ονομαζόταν Άγγελος Πατρίκιος και ήταν ντόπιος, ενώ η μητέρα του, Αγνή, καταγόταν από την Πρέβεζα. Οι γονείς του ήταν πιστοί χριστιανοί (ορθόδοξοι). Πρόλαβαν και απέκτησαν τον μικρό Ιωάννη πριν ο πλοίαρχος πατέρας του ξαναπαντρευτεί επειδή σύντομα έχασε την σύζυγο του Αγνή. Ο μικρός Ιωάννης δέχτηκε, αντί για αγάπη, το μίσος και τις επιβουλές της μητρυιάς του, είχε όμως για αναπλήρωση αυτής της σκληρότητας που δέχτηκε σπουδαία χαρίσματα και αγάπη στην εκκλησία, από την μικρή του ηλικία. Με αγάπη και δυνατή πίστη στο Χριστό, δεν έλειπε ποτέ από την εκκλησία, νήστευε, προσευχόταν συνεχώς και σκορπούσε αγάπη στους ανθρώπους. Με ζήλο μελετούσε θρησκευτικά βιβλία και κυρίως το Ευαγγέλιο. Αυτό σκλήρυνε ακόμη περισσότερο την μητρυιά. Έτσι έπεισε τον πατέρα του να παρατήσει την εκπαίδευσή του (που δήθεν την παραμελούσε) και να εργαστεί σε ξένο καράβι. Όμως και εκεί ο μικρός Ιωάννης συνέχισε την πνευματική του ζωή. Τελικά το παιδικό του αυτό μαρτύριο τελείωσε (όταν έγινε δεκαεπτά ετών).

ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ: Κάποτε (1803) το καράβι του αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Ι. Μ. Βατοπεδίου του Αγίου Όρους και το μικρό ναυτόπουλο (ο Ιωάννης) βρήκε την ευκαιρία να πάει να προσκυνήσει. Οι μελέτες του σε βίους Αγίων και η πνευματική του ενασχόληση ήταν αρκετά, για να μπορεί να κατανοήσει την ζωή στο μοναστήρι. Γοητεύτηκε μόλις μπήκε στην Ιερά Μονή και μετά τις παρακλήσεις του προς τον ηγούμενο, εκείνος κάμφθηκε, παρά το μικρό της ηλικίας του. Το τελευταίο εμπόδιο, τον καπετάνιο, νίκησε με την μεγάλη του αποφασιστικότητα, τα επιχειρήματα του αλλά και την Θεία Βοήθεια. Αυτή του η απόφαση στεναχώρησε πολύ τον πατέρα του, αντίθετα με τη μητρυιά που χάρηκε, επειδή απαλλάχθηκε απ' αυτόν. Σύντομα φάνηκε η καρποφορία του αγώνα του και εκάρη μικρόσχημος μοναχός, με το νέο όνομα Ιωακείμ. Λίγο αργότερα πήρε και το μεγάλο σχήμα και ανέλαβε σύμβουλος στα πιο υπεύθυνα και επίσημα ζητήματα διοίκησης της Ιεράς Μονής. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα χρόνια αυτά η Αθωνιάδα Σχολή, μέσα στα όρια αυτής της Μονής, βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση και οπωσδήποτε πήρε πολλά και ο Ιωακείμ.

ΣΤΉΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΥΠΌΔΟΥΛΟΥ ΓΈΝΟΥΣ: Ο οικονόμος πια της Ι. Μ. Βατοπεδίου, ασκητικός και φιλόπονος Ιωακείμ, φεύγει με ευλογία από την Ι. Μονή και γίνεται εργάτης για στήριγμα και κατάρτιση του καταπιεσμένου λαού στα χρόνια της επανάστασης του 1821. Έρχεται στην Πελοπόννησο. Μέλημα του ήταν ο άμαχος πληθυσμός, που περιφερόταν συχνά διωγμένος χωρίς τροφή και σκεπάσματα, κυρίως όμως χωρίς ηθικό. Έτσι, φυγαδεύει στα κατεχόμενα από Άγγλους αποικιοκράτες Επτάνησα πολλούς γέρους και γυναικόπαιδα μαζί με τον παπα-Γιάννη Μακρή από την Πύλαρο της Κεφαλονιάς, σώζοντάς τους. Βεβαίως δεν παρέλειπε να αναπτερώνει το εκκλησιαστικό φρόνημα του λάου που συχνά κινδύνευε και από τα τάματα των Τούρκων με αντάλλαγμα τον εξισλαμισμό.

ΗΣΥΧΑΣΤΉΣ: Όταν κόπασε η λαίλαπα του πολέμου, ο όσιος Ιωακείμ, ο επονομαζόμενος πλέον από το λαό Παπουλάκης, αποσύρθηκε στην ποθητή του ησυχία. Δεν γύρισε όμως στον Άθωνα, αλλά προτίμησε τα ησυχαστικά μέρη της γενέτειράς του Ιθάκης. Έτσι έγινε, με θεία έμπνευση, όργανο διπλής αγάπης: και προς τον Θεό, αλλά και προς τον άνθρωπο. Έμεινε στο δάσος «Αφεντικός Λόγγος» με αυστηρή άσκηση, μισόγυμνος, με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Εκεί ο όσιος ανέβηκε στην βαθμίδα του θείου φωτισμού. Η Θεία Χάρη του έγινε πλέον μόνιμη κατάσταση. Από εκεί για σαράντα περίπου χρόνια, πηγαίνοντας σε κάθε χωριό και κάθε σπίτι του νησιού, διδάσκει με το υπόδειγμά του και το λόγο του την ορθόδοξη πίστη, βοηθά τους απόρους, κτίζει εκκλησίες, κάνει ενέργειες πέρα από τα συνηθισμένα και φυσικά δείχνει πολλά σημάδια θεϊκής χάρης. Ιδιαίτερα της αγάπης, της προορατικότητας και ιαματικότητας. Μέσα στο φαράγγι Γούβες, που βρισκόταν με την πολύ αυστηρή άσκησή του, άρχισε να γίνεται γνωστός στους γύρω κατοίκους. Γι’ αυτό και στις καρδιές και συνειδήσεις των ντόπιων ανέκαθεν ο καλόγερος Ιωακείμ ήταν ο «Παπουλάκης», ο άγιός τους, που έγινε σιγά-σιγά το κύριο ενδιαφέρον του λαού της Ιθάκης. Εκεί παρηγορούσε τους θλιμμένους, στήριζε τους αδυνάτους και ασθενείς, παρακινούσε στην ευσέβεια και στα χρηστά ήθη, τα οποία η ξενοκρατία στα Επτάνησα είχε παραγκωνίσει. Τα χρήματα που του έδινε ο λαός, αμέσως τα ανταπέδιδε προσφορά στους φτωχούς. Επιπλέον, με τη θεία διορατικότητά του, προλάμβανε επιβολές, φόνους, αντεκδικήσεις. Με την ταπείνωση και την βαθιά πίστη που είχε αποκτήσει, το Άγιο Πνεύμα μέσα από αυτόν έλυνε στειρώσεις, πρόλεγε τα μέλλοντα και ποιούσε πολλά θαυμαστά, με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια η πνευματική μεταβολή του λαού της Ιθάκης να γίνει αισθητή. Γι’ αυτό, εμπνεύσει του Διαβόλου, μέσω φθονερών ανθρώπων, διέδωσε την κακοήθεια ότι ο Όσιος προφήτεψε μεγάλο σεισμό, ώστε να ανησυχήσει ο Άγγλος κυβερνήτης του τόπου. Ο γέροντας τότε κλήθηκε σε απολογία απ’ αυτόν αλλά, παρ’ όλες τις εξηγήσεις του οσίου, ο υπερήφανος Άγγλος κατηγόρησε και τον γέροντα αλλά και τον μοναχισμό (του) και κινήθηκε να σηκωθεί για να κακοποιήσει με οργή τον όσιο. Τότε ξαφνικά η πολυθρόνα του κυβερνήτη έσπασε και έπεσε αναίσθητος!!! Όταν αργότερα συνήλθε, έπεσε ο πρώην υπερόπτης στα πόδια του γέροντα και δίνοντάς την άδεια να συνεχίσει απερίσπαστος το έργο του. Αργότερα ο όσιος έμεινε σε κελί, στον Άγιο Νικόλαο Μαυρωνά και μετά σε ένα μικρό σπίτι, που του παραχωρήθηκε στη Ράχη Κιονίου (Β. Α. της νήσου). Τότε ο Παπουλάκης παρακίνησε τους κατοίκους και έκτισαν δικό τους ναό και αυτός ανέλαβε την επιστασία του. Ο ναός ήλθε σε πέρας και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Γυρνούσε βέβαια από τόπο σε τόπο και έκτιζε ναούς, μικρούς ή μεγάλους. Στην κοινότητα του Σταυρού (Β. του νησιού) υπήρχε ναΐδριο ερειπωμένο κι έτσι έκτισε μεγαλύτερο και όταν αποπερατώθηκε, γκρέμισε τον μικρό. Αργότερα γύρω από τον μεγάλο ναό, με την εύνοια της Αγίας Βαρβάρας έκτισε κελιά για μοναχούς που έγιναν και ξενώνας προσκυνητών. Την ίδια περίοδο στην κοινότητα Ανωγής (πάνω στο βουνό), ενέσκηψε ισχυρή επιδημία πανώλης και ο όσιος έγινε «άμισθος ιατρός». Τότε ο Άγιος παρακίνησε τους Ανωγήτες και έκτισαν ναό του Αγίου Αθανασίου. Προσευχήθηκαν όλοι μαζί στον Άγιο και κόπασε η επιδημία. Σε όσους λιποψυχούσαν από την αγγλική κατοχή έδινε θάρρος και προφήτευε πως η ένωση θα γίνει χωρίς πόλεμο, γιατί η Αγγλία θα φύγει, όπως και έγινε.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΩΤΗΣ: Όταν μόναζε στον Άθωνα και είχε βρεθεί για υπηρεσία στον έξω κόσμο, συνάντησε οικογενειάρχη άνθρωπο σε άθλια κατάσταση κι αυτό γιατί υπηρετούσε κάποιο γιατρό ως ... δούλος, γιατί του όφειλε χρήματα για τη θεραπεία της γυναίκας του, που όμως δεν διέθετε. Τότε ο καλόγερος άφησε τις δικές του υποθέσεις και τον αντικατέστησε. Ο γιατρός που δέχτηκε την αλλαγή, του έδωσε καινούργια παπούτσια και ρούχα για λόγους αξιοπρεπούς εμφάνισης. Όμως παπούτσια και ρούχα έμεναν μόνο για μια μέρα, αφού μοναχός Ιωακείμ τα μοίραζε στους μη έχοντες. Ο γιατρός βλέποντας όλα αυτά μαζί με την ασκητική και πνευματική ζωή του, δεν άντεξε να τον υπηρετεί άγιος άνθρωπος και τον .. απέλυσε! Ένα άλλο περιστατικό: Ενώ η παλαιά Ελλάδα απελευθερωνόταν από τον τούρκικο ζυγό, τα Επτάνησα είχαν ακόμη τον αγγλικό. Ο Παπουλάκης πότε διέγειρε το ζήλο των πατριωτών, πότε τους έδινε θάρρος όταν λιποψυχούσαν και πότε προορατικά τους έλεγε πως θα απελευθερωθούν αναίμακτα. Για τις πολυποίκιλες αυτές δράσεις του όμως δέχτηκε μερικές φορές τις απειλές και κοροϊδίες των αμελών. Δέχτηκε την σκληρότητα, το φτύσιμο, το πετροβολητό χωρίς παράπονο και μνησικακία. Είχε τεράστια υπομονή γιατί ήξερε το ταξίδι για την θεία Ιθάκη. Ας δούμε όμως και μια διήγηση μιας σύγχρονης του Αγίου: Η Αικατερίνη Χ. Παΐζη (Λιανού) και ο Λ. Βεντούρας από το Βαθύ Ιθάκης αφηγήθηκαν ότι κατά το έτος 1848 μεγάλη πείνα μάστιζε την Ιθάκη και ειδικά τους έξω δήμους του νησιού. Άλεθαν ό,τι έβρισκαν: όσπρια, καρπούς, αγριοκούκια και ό,τι άλλο φαινόταν κατάλληλο για να ανακουφίσει την πείνα τους. Τότε άραξε, χωρίς να αναμένεται, στην Ιθάκη ένα σκάφος από το Γαλαξείδι με φορτίο καλαμποκιού. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι μαυραγορίτες έκαναν χρυσές «δουλειές» άγριας εκμετάλλευσης. Ο Παπουλάκης προθυμοποιήθηκε να το πληρώσει όλο αυτός για να το μοιράσει στο λαό. Η εκτός λογικής πράξη αυτή του αγίου Γέροντα δεν είχε άλλο σκοπό, παρά να εμποδίσει τους κερδοσκόπους να εκμεταλλευτούν άγρια το λαό και ειδικά τα φτωχότερα στρώματα. Τότε ειδοποίησε τον κόσμο να φέρνει ο καθένας το σκεύος του για να του μοιράζει αραβόσιτο, πράγμα που κράτησε περίπου μια βδομάδα!!! Μόλις τελείωσε η διανομή, ο Καπετάνιος ζήτησε τα χρήματά του, αλλά ό Παπουλάκης δεν τα είχε ακόμη συγκεντρώσει από τους… πλούσιους. Τον κατάγγειλε τότε στην αγγλική αστυνομία, η οποία τον επέπληξε αυστηρά, θεωρώντας την ενέργειά του αυτή απάτη. Με ύψος αποφασιστικότητας και βάθος ταπείνωσης, ο Γέροντας, ζήτησε «μικρή προθεσμία», η οποία του δόθηκε. Έστειλε επιστολές σε διάφορους φίλους του και σαν αγιορείτης που ήταν αποτάθηκε και στη μονή της μετάνοιάς του και στους άλλους αγιορείτες ηγουμένους, για να τον βοηθήσουν. Συγκέντρωσε έτσι σύντομα όλο το ποσό και απέδειξε την πατρική του φροντίδα και πρόνοια στην κατάλληλη στιγμή που επιβαλλόταν η προστασία του φτωχού λαού.

Και άλλα σημεία αγιότητας από διηγήσεις:

Ο Διονύσιος Παξινός από τον Σταυρό, ανέφερε ότι ο Παπουλάκης θεράπευσε μία κυρία με το παιδί της. Η μητέρα έπασχε από οφθαλμία πυορροϊκή και το παιδί από εκλαμπτικούς σπασμούς. Τους θεράπευσε και τους δύο με την προσευχή του αφού τους σταύρωσε με την ράβδο του, τους αποκάλυψε ο «άμισθος ιατρός» και την συνομιλία που είχαν κρυφά σε μακρινό και απόμερο τόπο για την αμοιβή που θα του προσέφεραν.

Αφηγήθηκε ο κ. Δ. Ζαβερδίνος από το Σταυρό πως ο χωριανός του καπετάν Λάμπρος Ραυτόπουλος, πήγε κάποτε με το πλοίο του (γολέτα) στην Βενετία για ξυλεία της Αγίας Βαρβάρας, που κτιζόταν, αλλά δεν γύριζε. Μετά τρεις μήνες όλοι πίστευαν ότι έγινε ναυάγιο. Ο Παπουλάκης, αφού προσευχήθηκε τους είπε πως σε λίγες ημέρες φτάνει μαζί με την ξυλεία. Πράγματι η πρόρρηση του γέροντα βγήκε αληθινή.

Η Αικατερίνη Χ. Παΐζη διηγήθηκε ακόμη, ότι στο Πέρα Χωριό η οικογένεια Καχρίλα έταξε μόνη της κρυφά να δώσει 12 τάληρα στην Αγία Βαρβάρα. Μετά είπε ο άντρας στην γυναίκα: «θα δώσω μονό τα έξι τάληρα, γιατί οι καλόγεροι τα τρώνε». Όταν πήγαν λοιπόν να τα δώσουν στον όσιο (σε άλλο σπίτι) τα άφησαν πάνω στο τραπέζι. Ο όσιος με ηρεμία τους είπε: «Είναι περιττό παιδιά μου, εφόσον οι καλόγεροι τα τρώνε». Ο άντρας τότε θορυβήθηκε, εξομολογήθηκε δημόσια το σφάλμα του, έδωσε άλλα έξι τάλληρα και συγχωρέθηκε.

Διηγήθηκε ο Ι. Δ. Ραυτόπουλος από το Κιόνι, ότι στις 7/2/1867 φιλοξενείτο ο όσιος στο Κιόνι, την νύκτα ξυπνάει έντρομος και ξυπνάει τον οικοδεσπότη αναγγέλλοντάς του ότι έρχεται σκληρή δοκιμασία και μεγάλο κακό. Άναψαν φωτιά, λιβάνισαν και προσευχήθηκαν. Τα ξημερώματα μεγάλος σεισμός έγινε στην Ιθάκη και Κεφαλλονιά με πολλές ζημιές και καταστροφές.

   Η κοίμηση του αγίου: Την 1η Μαρτίου 1868, ημέρα Παρασκευή, ο όσιος Παπουλάκης ησύχαζε στο σκληρό στρώμα του στο σπίτι του Χ, Παΐζη (Λιανού) στο Βαθύ της Ιθάκης. Προέλεγε ατάραχα και γαλήνια πως ετοιμάζεται για το αιώνιο ταξίδι του. Τροφή δεν μπορούσε πια να δεχθεί. Κάλεσε για τελευταία φορά κοντά του τον ενάρετο ιερομόναχο Αγάπιο, εξομολογήθηκε και μετά σιώπησε, προσδοκώντας να παραδώσει το πνεύμα του. Μετά τα μεσάνυχτα η υγεία του βάρυνε και στις πέντε το πρωί του Σαββάτου 2/3/1868 κοιμήθηκε τον μακάριο ύπνο των δικαίων, Την κηδεία του, με εντολή του μητροπολίτη, ανέλαβε ο ηγούμενος της Ι. Μ. Καθαρών. Επάνω του δεν βρήκαν κανένα χρηματικό ποσόν. Η φτώχεια επισφράγισε την τέλεια ασκητική και αγαπητική ζωή του. Μόνο στο δεξί του χέρι βρήκαν ένα χαρτί με την επιθυμία του να ταφεί πίσω από το ιερό του ναού της Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό. Σαφώς και εκπληρώθηκε η τελευταία του επιθυμία, με πάνδημη συμμετοχή του λαού της Ιθάκης, αφού πρώτα ψάλθηκε η νεκρώσιμη ακολουθία στον Άγιο Νικόλαο, στο Βαθύ. Η ακολουθία μέχρι τον Σταυρό, έγινε πεζή κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Μόνο το άγιο λείψανο δεν βράχηκε.

Η αναγνώριση της αγιότητας στα δίπτυχα: Η πνευματική γενέτειρα του Αγίου (Ι. Μ. Βατοπεδίου) ανέλαβε να προβάλλει τον Άγιο στη συνείδηση του λαού. Έτσι το 1991 ο ηγούμενος της Ι. Μονής αρχ. Εφραίμ και πατέρες της αδελφότητας πήγαν στην Ιθάκη και μαζί με τον μητροπολίτη και την βοήθεια κατοίκων του νησιού εντόπισαν τον τάφο. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου έγινε στις 23-5-1992 από τους ίδιους και με ευλογία τουΠατριάρχη, αφού πρώτα έγινε Θεία Λειτουργία. Ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη», έγινε η ανακομιδή. Είναι αξιοσημείωτο πως η χαριτόβρυτος κάρα του Αγίου μοιράστηκε στα δύο από μόνη της και η ευλογία πήγε και στην Ι. Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης και στην Ι. Μονή Βατοπεδίου. Η τελευταία επιφύλαξε θερμή υποδοχή μετά από 170 έτη. Η αναγνώριση της αγιότητας του Ιωακείμ του Βατοπεδινού Παπουλάκη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, διότι προέκυψε με την παραδοσιακή διαδικασία. Πρώτα αναγνωρίστηκε από τα θεία χαρίσματά του. Κατόπιν πέρασε στην συνείδηση του λαού αυθόρμητα. Και κατόπιν οδηγήθηκε η διοίκηση να κάνει την επίσημη πράξη. Έτσι στις 19-3-1998 με αρ. πρωτ. 323 της Πατριαρχικής και Συνοδικής πράξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά από εισήγηση τόσο της Ι. Μ. Βατοπεδίου, όσο και της Δ. Ι. Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, θεσπίστηκε «...όπως από του νυν και εις ίο εξης εις αιώνα τον άπαντα, Ιωακείμ ο Βατοπεδινός ο Παπουλάκης συναριθμείται τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας ανδράσοιν, ετησίοις ιεροτελεστίες και αγρυπνίαις τιμώμενος, και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος, τη μεν β' Μαρτίου, εν ή μακαρίως προς τον Κύριος εξεδήμησεν, τη δε ι' / κγ' Μαΐου, επί τη ανακομιδή των ιερών αυτού λειψάνων..».

Βιβλιογραφία: Γέροντος Ιωσήφ, Ο Παπουλάκης, Άγιος Ιωακείμ ο Βατοπαιδινός, ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 6, Β' έκδοση 1998, Ι. Μ Βατοπεδίου. Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ Ο ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ (1786-1868), ΙΘΑΚΗ 2000. ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς, έτος 5ο, αρ. φ. 51, ΜΑΡΤΙΟΣ 2000. Για τη διακήρυξη των αγίων, Πρωτοπρ. Κ. Ν. Παπαδόπουλος, περιοδικό Σύναξη, τ. 102, Αγιότητα & Αγιοποιήσεις, ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2007, σελ. 13-23.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=2UxlPLzZjXs&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=4



18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        15.2.26

        O Αγιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος (23.2) Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        O Άγιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος (23.2)

        Κωνσταντίνος Οικονόμου





        Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: Ο Άγιος Πολύκαρπος γεννήθηκε γύρω στο 80 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς, τον Παγκράτιο και τη Θεοδώρα, που είχαν φυλακιστεί για την πίστη του Χριστού. Ο Άγιος βαπτίσθηκε Χριστιανός σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε, μαζί με τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Αργότερα, ο Άγιος Βουκόλος, Επίσκοπος Σμύρνης, μαζί με Αποστόλους χειροτόνησαν ως διάδοχό του πρώτου στον επισκοπικό θρόνο, τον Άγιο Πολύκαρπο. Ο Άγιος παρακολούθησε με αγωνία και προσευχή τη σύλληψη του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, τον οποίο και επισκέφθηκε στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, ενώ του συμπαραστάθηκε στα μαρτύριά του. Η αγάπη του προς τον θεοφόρο Πατέρα μαρτυρείται και από την Επιστολή που έγραψε προς τους Φιλιππησίους. Σε αυτή συγχαίρει τους Φιλιππησίους για την φιλοξενία, που παρείχαν στον Άγιο Ιγνάτιο, όταν αυτός διήλθε από την πόλη τους. Η επιστολή διακρίνεται για τον αποστολικό, θεολογικό και ποιμαντικό χαρακτήρα της. Ο Άγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν για την σωφροσύνη, τη θεολογική κατάρτιση και την αφοσίωση στη διδασκαλία του Ευαγγελίου,. Ήταν γνήσιος εκπρόσωπος της αποστολικής διδασκαλίας σε όλες τις Εκκλησίες της Ασίας1. Ο μαθητής του, Άγιος Ειρηναίος, μας πληροφορεί ότι ο Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλούς από τις αιρέσεις του Βαλεντίνου και του Μαρκίωνος που τότε είχαν σχηματιστεί.

           ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος Πολύκαρπος, υπέργηρος πλέον, συνέχισε την επιτυχή αποστολική δράση, προκαλώντας τη μήνι των ειδωλολατρών. Όλα άρχισαν όταν κάποιος Κόιντος, ζηλωτής Χριστιανός, που ήλθε στη Σμύρνη από τη Φρυγία, παρακίνησε ομάδα Φιλαδελφέων Χριστιανών να προσέλθουν στον ανθύπατο Στάτιο Κοδράτο, για να δηλώσουν σε αυτόν την ιδιότητά τους και την πίστη τους στον Χριστό, πράγμα το οποίο φυσικά προοιώνιζε θάνατο. Τελικά, η επιδίωξη τους πραγματοποιήθηκε και μαρτύρησαν όλοι, εκτός από τον ίδιο τον Κόιντο, που δειλιάζοντας την τελευταία στιγμή, θυσίασε στα είδωλα. Ο όχλος, αν και θαύμασε την γενναιότητα των Μαρτύρων, απαιτούσε να εκτελεσθούν οι «άθεοι» και να αναζητηθεί ο Άγιος Πολύκαρπος, θεωρούμενος από την οργισμένη μάζα των ειδωλολατρών αίτιος της αύξησης του χριστεπώνυμου πληρώματος στην περιοχή. Ο Άγιος Επίσκοπος όμως, πιεζόμενος από τους Χριστιανούς, είχε αναχωρήσει σε κάποιο αγρόκτημα. Εντέλει ο Άγιος συνελήφθη λίγο αργότερα, το έτος 168, επί Μάρκου Αυρηλίου, και οδηγήθηκε στον ανθύπατο. Ο γηραιός Επίσκοπος δεν ταράχθηκε. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και λαμπερό. Κάποιος φρουρός, ονόματι Ηρώδης, και ο πατέρας εκείνου Νικήτας προσπάθησαν να πείσουν τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος όμως, με πνευματική ανδρεία απάντησε ότι υπηρετεί τον Χριστό επί 86 έτη χωρίς καθόλου να Τον εγκαταλείψει. Πως μπορούσε λοιπόν τώρα να Τον βλασφημήσει και να Τον αρνηθεί; Ο ανθύπατος τότε διέταξε να τον ρίξουν στην φωτιά.

        Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ: Ο Γέρων Πολύκαρπος αποδύθηκε μόνος τα ιμάτιά του και περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ο Θεὸς ο Παντοκράτωρ,(...) ευλογώ Σε, ότι ηξίωσας με της ἡμέρας και ώρας ταύτης του λαβείν με μέρος εν αριθμώ των μαρτύρων Σου, εν τω ποτηρίω του Χριστού Σου, εις ανάστασιν ζωής αιωνίου, ψυχης τε και σώματος, εν αφθαρσία Πνεύματος Αγίου, εν οις προσδεχθείην ενώπιόν Σου σήμερον εν θυσία πίονι και προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας και προσεφανέρωσας και επλήρωσας ο αψευδὴς και αληθινὸς Θεός. Διὰ τούτο και περὶ πάντων αινώ Σε, ευλογώ Σε, δοξάζω Σε, συν τω αιωνίω και επουρανίω Ιησού Χριστό».

        Η φωτιά σχημάτισε γύρω από το σώμα του Αγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρίς να τον αγγίζει. Τότε στρατιώτης εκτελεστής τελείωσε τον Άγιο Μάρτυρα διά του ξίφους. Έπειτα το Ιερό λείψανο ρίχτηκε στην φωτιά, ενώ κάποιο θαρραλέοι πιστοί συνέλεξαν τμήματα των λειψάνων.

        ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: Από το έργο του σώζεται η Επιστολή προς Φιλιππησίους, ενώ στον 2ο μ.Χ. αιώνα ανάγεται το “Μαρτύριον Πολυκάρπου”, ένα από τα αρχαιότερα κείμενα της Εκκλησιαστικής Γραμματείας, που γράφηκε από τον Γάιο, μαθητή του Αγίου. Το “Μαρτύριον” αυτό που είναι ουσιαστικά μια επιστολή της Εκκλησίας της Σμύρνης προς την Εκκλησία Φιλομηλίου της Φρυγίας, συμπεριλαμβάνεται και στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου Καισαρείας.











        1. Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 4, 14, 3.

        Ο Άγιος Ρηγίνος επίσκοπος Σκοπέλου (25/2/362) Κων/νος Αθ. Οικονόμου

         

        Ο Άγιος Ρηγίνος επίσκοπος Σκοπέλου (25/2/362)

        Κων/νος Αθ. Οικονόμου




        ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ: Ο Άγιος, που γεννήθηκε στο τέλος του 3ου μ.Χ. αιώνα, καταγόταν από τη Λιβαδειά και ήταν από τη νεότητά του πιστός Χριστιανός, ασκητικός στους τρόπους και ζούσε καθαρή και αγνή ζωή. Ήταν συγγενής του Αγίου Αχιλλίου και βρέθηκε, ως παρατηρητής, καθόσον δεν είχε ακόμα χειροτονηθεί, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια). Έζησε την εποχή που βασίλευσαν οι δύο υιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος στην Ανατολή και ο Κώνστας στη Δύση. Ο Κωνστάντιος είχε αποδεχθεί τις αιρετικές αρχές του Αρειανισμού, ενώ ο Κώνστας παρέμεινε πιστός στις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο είχαν ως κοινά χαρακτηριστικά της θρησκευτικής τους πολιτικής την καταπολέμηση των ειδώλων και την υπεράσπιση της ενότητας της Εκκλησίας. Αυτή η πολιτική είχε ως συνέπεια τη διεύρυνση της εκκλησιαστικής διάσπασης μεταξύ οπαδών και αντιπάλων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Οι παρεμβάσεις στα εκκλησιαστικά πράγματα υπήρξαν πηγή εντάσεως στις αρειανικές έριδες του 4ου αιώνα. Έτσι ο Αγιος απεστάλη στη Σκόπελο από τον Άγιο Αχίλλιο (Επίσκοπο Λαρίσης), για να ενισχύσει τους εκεί εξορίστους εχθρούς του αρειανιστή Κωνστάντιου και να τους στερεώσει στην ορθόδοξη πίστη.

        Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ: Αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος Σκοπέλου, πράγμα που προξένησε πάνδημη χαρά στο νησί. Υπό τη νέα του αρχιερατική ιδιότητα συμμετείχε στη Σύνοδο της Σαρδικής1 (Σόφια) το 347, μαζί με άλλους τριακόσιους αρχιερείς. Η Σύνοδος καταδίκασε επισκόπους υπερασπιστές των κακοδοξιών του Αρείου, που συμμερίζονταν την άποψη ότι ο Ιησούς ήταν ετεροούσιος από τον Πατέρα, και επαναδιατύπωσε το Σύμβολο της Νικαίας («Πιστεύω»). Ο συναξαριστής μας βεβαιώνει για τον καθοριστικό ρόλο της ομιλίας του Αγίου που κατάφερε με πειστικά επιχειρήματα να νικήσει κατά κράτος τα σοφίσματα των αιρετικών.

        Ο ΝΕΟΣ ΕΧΘΡΟΣ - ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στα κατοπινά χρόνια της ποιμαντορίας του Ρηγίνου εμφανίστηκε ένας χειρότερος πειρασμός. Στο θρόνο της Αυτοκρατορίας ανήλθε ο νεοειδωλολάτρης Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-3), που προσπάθησε να επαναφέρει τη λατρεία του δωδεκαθέου, χτυπώντας το Χριστιανισμό, κλυδωνίζοντας πάλι την Εκκλησία του Χριστού. Στη διάρκεια του διωγμού που ακολούθησε, ο έπαρχος της Ελλάδας έφτασε στη Σκόπελο και άρχισε να φονεύει, βασανίζοντας σκληρά, πολλούς Χριστιανούς. Συνέλαβε και τον Αγιο επίσκοπο του νησιού και προσπάθησε αρχικά με κολακείες και υποσχέσεις να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα, έστω προς το θεαθήναι. Επειδή ο Ρηγίνος αρνήθηκε θαρραλέα, στρατιώτες διατάχθηκαν να τον οδηγήσουν στο χώρο του σταδίου του νησιού όπου ο τύραννος επιχείρησε με άγρια βασανιστήρια, να τον μεταπείσει. Ο έπαρχος, βλέποντας τον Άγιο να μένει στέρεος στην πίστη του και τον πιστό λαό της Σκοπέλου να ενισχύεται από το παράδειγμα του ποιμένα του, διέταξε να το οδηγήσουν στο παλιό γεφύρι της Χώρας Σκοπέλου διατάσσοντας τον αποκεφαλισμό του. Έτσι την 25η Φεβρουαρίου του 362 ο Ρηγίνος αναχώρησε για τις “ουράνιες μονές”. Οι πιστοί Σκοπελίτες, την ίδια νύχτα, παρέλαβαν το τίμιο σκήνωμα του Αγίου Επισκόπου τους και το ενταφίασαν μέσα στο δάσος του υπερκείμενου λόφου. Δίπλα από τον τάφο του, ανήγειραν το 1728 μοναστήρι προς τιμήν του Αγίου στον ίδιο λόφο, έξω από τη Χώρα του νησιού (2,5 χιλμ. Ν.Α. της πόλης), στο δρόμο προς τον Αγνώντα, πάνω σε ερείπια βυζαντινού Ναού, ενώ στο σημείο που μαρτύρησε κτίστηκε αργότερα εικονοστάσι για να θυμίζει τα κατορθώματά του (οι ντόπιοι αποκαλούν την περιοχή “Αϊ Ρηγινάκης”).

        Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Το 1068 ο Νορμανδός Γουλιέλμος της Σικελίας, άρπαξε και μετέφερε το άγιο λείψανο του Ρηγίνου στην Κύπρο. Πολύ αργότερα, το 1740, στάλθηκε από τη Γερουσία της Σκοπέλου στην Κύπρο ο Κων/νος Χατζής και πήρε από τους Κυπρίους τμήματα του λειψάνου, που εν συνεχεία αποθησαυρίστηκαν στην Μονή Τιμίου Προδρόμου της Σκοπέλου. Μετά τη διάλυση του μοναστηριού, τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη (Ι. Ν. Χριστού Γεννήσεως).


        «Χαίροις, της Σκοπέλου λαμπρός πυρσός,

        χαίροις, εκκλησίας ωραιότης και στολισμός,

        χαίροις ορθοδόξων δογμάτων μυροθήκη,

        Ρηγίνε θεοφόρε, πίστεως καύχημα»


        1. Κων. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσ. Ιστορία, τ. γ΄(Λειμωνάριο Θεσσαλών Αγίων), Λάρισα 2008.

        Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης ο Κάλφας1 26.2.1575 + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Αθ. Οικονόμου

         

        Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης ο Κάλφας1 26.2.1575 + ΒΙΝΤΕΟ

        Κων/νος Αθ. Οικονόμου



        Πληγάς αριθμείν μη Iωάννη θέλε,
        Σκηνάς δε μάλλον, ας έχει ένδον πόλος”.


        ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΕΡΓΑΣΙΑ: Ο Ιωάννης ήταν ένας τεχνίτης της πέτρας, ειδικός στα σκαλίσματα, από το Γαλατά της Πόλης. Συχνά εργαζόταν στο σαράι του σουλτάνου, αλλά και πολλοί αγάδες τον έπαιρναν και έκτιζε τα ακριβά σπίτια τους.

        ΜΙΑ ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΠΑΙΔΑ: Ως χαρακτήρας ο Ιωάννης ήταν ταπεινός και ελεήμων. Ορφανά πάντρευε, φυλακισμένους ελευθέρωνε και κατά τον Άγιο Νικόδημο, πολλές άλλες καλοσύνες έκανε. Κάποτε ένας αγάς του έδωσε ένα παιδί, τον ανηψιό του, που είχε έρθει από τις ανατολικές επαρχίες, για να του μάθει την τέχνη του σκαλίσματος. Μπαινοβγαίνοντας όμως το παιδί με τον Ιωάννη συχνά στο παλάτι, είδε εκεί τα παιδιά, τα λεγόμενα από αυτούς “ιτζ ογλάν”, πως ήταν σε μεγάλη υπόληψη και περνούσαν ευχάριστα και διασκεδαστικά, χωρίς να τους λείπει τίποτε, και θέλησε και αυτό να συμπεριληφθεί σ’ αυτά. Γι’ αυτό πήγε στο θείο του εκείνον και του λέει: “Σε παρακαλώ, να με βάλεις στο σαράι του βασιλιά”. Τότε ο Αγάς παρακάλεσε τον Ιωάννη και διά μέσου αυτού το έβαλε στο βασιλικό σαράι. Και σε λίγο καιρό ανέβηκε σε αξίωμα το παιδί, αγαπούσε όμως και τον Ιωάννη τον μάστορά του πάρα πολύ. Διότι αυτός έγινε η αιτία και έλαβε το αξίωμα.

        Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥ: Μετά από αρκετά χρόνια, μία ημέρα λέει στον Ιωάννη: “Επειδή ξέρεις γράμματα, σε παρακαλώ, να μου πεις πώς μπορείς να βρεις στα βιβλία σας γραμμένα τα σχετικά με τον δικό μας προφήτη, για τον οποίο ο Θεός εποίησε τον κόσμο και όλα τα άλλα”. Όμως, ο Ιωάννης του είπε αποθαρρυντικά: “Σε παρακαλώ, γι’ αυτά μη με πειράξεις, μόνο αν έχεις άλλα λόγια, λέγε μου. Τα σχετικά με την πίστη, μη μου τα ρωτάς”. Όμως, ο νεαρός επέμενε: “Μα το ψωμί του Βασιλιά που τρώω και μα την στερεά αγάπη, που έχουμε, δε θα σου κάνω κακό και μη φοβηθείς να μου πεις”. Ο Ιωάννης δείχνοντας εμπιστοσύνη στους όρκους του και στη φιλία που είχαν, αποκρίθηκε και κατά το βιογράφο του Ιωάννη, τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, του είπε: “Επειδή με ρωτάς, θα σου πω την αλήθεια· Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ενώ ο Μωάμεθ, στον οποίο πιστεύετε εσείς, ήταν άνθρωπος θνητός, αγράμματος, και στον κόσμο τούτο δεν έκαμε κανένα καλό έργο, αλλά ούτε κανένα θαύμα έκανε τότε που ζούσε, σαν τους άλλους προφήτες του Θεού, τους οποίους έχουμε εμείς οι Χριστιανοί, μόνο εσείς τον κάνατε μεγάλο και τον έχετε για προφήτη. Δεν ήταν εκείνος προφήτης, αλλά πολέμιος του Θεού, και με τα μυθολογήματα και τα παραμύθια του, φάνηκε αρεστός στον απλό και απαίδευτο λαό και τον ακολούθησαν, όπως είχε προφητευθεί για κείνον, ότι θα έλθει να πλανέψει τον κόσμο”.

        ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΕΣ: Μόλις τα άκουσε αυτά ο ευεργετηθείς από τον Ιωάννη νέος, μετέβαλε τη φιλία σε έχθρα. Οπότε, φωνάζοντας και άλλους Μωαμεθανούς, τον έδειραν ανελέητα και τον πήγαν στο δικαστή κατηγορώντας τον ότι βλασφήμησε εναντίον της πίστεώς τους. Και ο δικαστής όρισε και τον έδειραν δυνατά, έπειτα τον φυλάκισαν και τον βασάνιζαν, για να αρνηθεί το Χριστό και να πιστέψει στην πίστη τους. Ο Ιωάννης όμως στάθηκε ανδρείος, σαν γενναίος στρατιώτης του Χριστού και τους λέει: “Δεν αρνούμαι εγώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό. Αλλά αυτόν πιστεύω, αυτόν λατρεύω, αυτόν ομολογώ τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο”.

        ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Βλέποντας οι “γιοι της Άγαρ” το αμετάθετο της γνώμης του, τον έβαλαν στα κάτεργα στέλνοντάς τον στην Μαύρη θάλασσα. Έξι μήνες αργότερα, όταν διατάχθηκε να τον φέρουν πίσω στην Πόλη, τον έβαλαν πάλι στη φυλακή και τον βασάνιζαν επί τρεις μήνες. Όταν είδαν πως δεν μπορούν να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει, ούτε καν να τον ταρακουνήσουν από την πίστη του Χριστού, το είπαν στον Βεζίρη και ο Βεζίρης πρόσταξε τον έπαρχο και τον πήγε στον τόπο της καταδίκης. Εκεί στο “εργάτ παζάρι2”, κοντά στο μπεζεστένι τον αποκεφάλισαν. Ήταν η 26η Φεβρουαρίου του 1575, ημέρα Κυριακή. Έτσι ο Ιωάννης ο Κάλφας έλαβε του Μαρτυρίου το στέφανο και χαίρεται τώρα στον χορό των Μαρτύρων, δίπλα στον Κύριο και Σωτήρα Ιησού Χριστού, εκεί ψηλά στις Σκηνές των Δικαίων της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

        ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ: Γράφει ο βιογράφος των Νεομαρτύρων, Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης3, ότι το μαρτύριο του Ιωάννου με “συντομία και ορθότητα το έγραψε ο παπά Ανδρέας και μέγας οικονόμος, που ήταν τότε στην Βλάγκα, στο ναό των οσίων και θεοφόρων πατέρων μας Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών και αυταδέλφων”. Αυτός ο ίδιος ο παπα-Ανδρέας μετέδωσε την Αγία Κοινωνία, μέσα στο δεσμωτήριο στον Μάρτυρα, λίγο πριν το ταξίδι του στους Ουρανούς. Με του Ιωάννου τις πρεσβείες ας αξιωθούμε και εμείς αυτής της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=DaTfeiPP-OQ&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=10

        και ΕΔΩ: 


        1. Κάλφας, στην τουρκική γλώσσα σημαίνει στην κυριολεξία το μαθητευόμενο τεχνίτη [οικοδόμο, ράφτη, τεχνίτη, κ.ά.]

        2. Το λεγόμενο και Δημοπρατήριο.

        3. Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής τ. Γ΄, έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, σ. 405-407.

        Η Αγία Κυράννα, η Νύμφη Κυρίου [28.2. 1751] +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

         

        Η Αγία Κυράννα, η Νύμφη Κυρίου [28.2. 1751] +ΒΙΝΤΕΟ

        Κων/νος Οικονόμου




        Kυράννα παθών, και βασάνων κυρία,
        Φανείσ’ απήλθε προς Kύριον Kυρίων”.

        ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΑΓΝΟΤΗΣ ΒΙΟΥ: Η Αγία Κυράννα γεννήθηκε στην Αβυσσώκα της Θεσσαλονίκης, σημερινή Όσσα της επαρχίας Λαγκαδά. Η εξωτερική της ωραιότητα, αφού ήταν προικισμένη με τις αρετές της σεμνότητας και της σωφροσύνης, έδενε αρμονικά με την εξωτερική της εμφάνιση. Περνούσε τη ζωή της ζώντας πιστή χριστιανική ζωή κοντά στους γονείς της. Ο μισόκαλος όμως διάβολος τη φθόνησε για την αγνότητα της και αφού δεν μπόρεσε με πονηρούς λογισμούς και σκέψεις να την παρασύρει στο κακό, βρήκε άλλο τρόπο να ταράξει την ευτυχία των δικών της και τη γαλήνη της ψυχής της.

        ΕΡΩΤΑΣ” ΟΘΩΜΑΝΟΥ: Έτσι ένας τούρκος γενίτσαρος, που ήταν σούμπασης, δηλαδή διοικητής του τοπικού αστυνομικού τμήματος και εισπράκτορας των φόρων, ερωτεύθηκε την Κυράννα και προσπαθούσε να την κατακτήσει με διάφορες κολακείες και τεχνάσματα. Η Κυράννα με κανένα τρόπο δε δεχόταν τις κολακείες του τούρκου και τις υποσχέσεις του για πλούτη και απολαύσεις. Ούτε όμως και στις φοβέρες του έδινε σημασία. Κι αυτό γιατί μετά τις κολακείες ο Οθωμανός αυτός χρησιμοποιούσε και τις απειλές, ότι θα την βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα την θανάτωνε αν δε δεχόταν το σκοπό του. Η επιμονή του γενίτσαρου δεν μπορούσε όμως να μεταβάλει το Χριστιανικό της φρόνημα.




        ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ - ΣΥΛΛΗΨΗ: Έτσι απογοητευμένος ο γενίτσαρος μαζί με άλλους του συναφιού του άρπαξαν την αγία και την οδήγησαν στη Θεσσαλονίκη. Την έφεραν μπροστά στον Κριτή με την ψευδή κατηγορία ότι στην αρχή δέχθηκε να τον παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει, αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη. Οι γονείς της την ακολούθησαν μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Οι τούρκοι άρχισαν την ίδια τακτική, στην αρχή κολακείες, και μετά αγριότητα. Η Κυράννα άφοβη, ατάραχη μπροστά τους δε μιλούσε. Όταν ήρθε η ώρα της απολογίας της είπε μόνο τα λόγια: “Εγώ είμαι Χριστιανή και έχω νυμφίο τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, στον οποίον προσφέρω ως προίκα την παρθενία μου. Αυτόν πόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου και για την αγάπη του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, δια να αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε λοιπόν την απάντησή μου και πλέον άλλον λόγο μη περιμένετε να σας πω”. Ύστερα από την απάντηση αυτή έσκυψε η Κυράννα με σεμνότητα το κεφάλι της σιώπησε και προσευχόταν νοερά στον Κύριο να την ενδυναμώσει μέχρι το τέλος του αναμενόμενου μαρτυρίου.


        ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ: Οι Οθωμανοί, όταν είδαν την πίστη της στο Χριστό, ντροπιάστηκαν και την έριξαν στη φυλακή. Ο σούμπασης, έλαβε άδεια από τον μπέη του κάστρου της Θεσσαλονίκης, τον Αλή εφέντη, να μπαίνει στη φυλακή όποτε ήθελε. Έμπαινε τακτικά με άλλους γενίτσαρους και την βασάνιζαν. Άλλος την κλωτσούσε, άλλος τη χτυπούσε με ξύλο ή με μαχαίρι και άλλος με γροθιές μέχρι λιποθυμίας. Το βράδυ, έπαιρνε σειρά ο δεσμοφύλακας, ο οποίος την κρεμούσε από τις μασχάλες με αλυσίδες και την έδερνε ανηλεώς, ενώ εν συνεχεία την άφηνε κρεμασμένη μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο. Ένας Χριστιανός φύλακας τον πλησίαζε μόλις περνούσε το μένος του και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια να ξεκρεμάσει την Αγία. Ο βιογράφος της Αγίας γράφει ακόμη ότι: “Η Αγία είχε τόσην υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, όπου σου εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη και όλος ο νους της και η προσοχή της, ευρίσκετο εις τους Ουρανούς και εις τον Χριστόν”. Στην ίδια φυλακή ήταν φυλακισμένοι και άλλοι Χριστιανοί, εβραίοι και μερικές τουρκάλες που έλεγχαν το δεσμοφύλακα ως άσπλαχνο και ως άνθρωπο που δε φοβάται το Θεό, γιατί τυραννούσε σκληρά μια γυναίκα που δεν έσφαλε σε τίποτε. Αυτός όμως γινόταν όλο και πιο σκληρός. Τα φρικτά αυτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν επί μία εβδομάδα.



        Ο ΕΝ ΒΑΣΑΝΟΙΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Την έβδομη ημέρα κορυφώθηκαν τα βασανιστήρια. Ο δεσμοφύλακας οργισμένος άρπαξε την Αγία, την κρέμασε και άρχισε να την χτυπάει αλύπητα με μια μεγάλη σανίδα. Οι τουρκάλες φώναζαν, οι άλλοι φυλακισμένοι τον μάλωναν δυνατά, μέχρι που ο δεσμοφύλακας έπεσε κάτω μπρούμυτα και άρχισε να κλαίει. Εκείνη τη στιγμή, όμως, η Αγία άφηνε την τελευταία της πνοή και η ψυχή της πέταξε για να ενωθεί με το Νυμφίο Χριστό που τόσο ποθούσε και για Χάρη Του μαρτύρησε. Λίγο πριν τα ξημερώματα, ένα λαμπρό φως έλαμψε ξαφνικά στη φυλακή που κατέβηκε σαν αστραπή από τη σκεπή της. Το φως αυτό περιέλουσε το σώμα της μάρτυρος και φωτίστηκε όλη η φυλακή. Οι φυλακισμένοι Χριστιανοί φώναζαν “Κύριε ελέησον”, οι εβραίοι πέσαν μπρούμυτα ενώ οι τουρκάλες φώναζαν: “αχ, αχ, το κρίμα της φτωχής Ρωμιάς μας έφθασε και έπεσε σαν αστραπή να μας κάψει”. Ο δεσμοφύλακας από το φόβο του άρχισε να τρέμει και είπε σε έναν άλλο φύλακα, Χριστιανό, να κατεβάσει την κρεμασμένη Κυράννα. Ο φύλακας βρήκε την Αγία Κυράννα τελειωμένη.

        Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ: Το φως σιγά-σιγά υποχώρησε, ενώ μια άρρητη ευωδία έμεινε για πολλή ώρα σε όλη τη φυλακή. Ο φύλακας άνοιξε με τα κλειδιά τα σίδερα, έλυσε τα χέρια της Αγίας, σκέπασε με σεβασμό το άγιο λείψανό της, άναψε τα φώτα, θύμιασε και κάθησε κοντά της, ώσπου να ξημερώσει. Δόξασε το Θεό που τον αξίωσε να δει τέτοια θαυμαστά πράγματα αλλά και να αγγίξει και να περιποιηθεί μαρτυρικό λείψανο. Το πρωί διαδόθηκε σε όλη τη Θεσσαλονίκη η φήμη της τελείωσης της Αγίας και η έλλαμψη του Αγίου Φωτός. Οι Οθωμανοί ντροπιασμένοι σιωπούσαν. Όμως, έδωσαν την άδεια στους Χριστιανούς να πάρουν το Λείψανο της Αγίας και οι Χριστιανοί ένιωθαν χαρά και ευφροσύνη για τα θαυμάσια του Κυρίου. Την έθαψαν έξω από τη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου ενταφίαζαν και τους άλλους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ενώ τα φορέματά της τα μοίρασαν για ευλογία στους πιστούς. Ήταν η 28η Φεβρουαρίου 1751 μ.Χ.



        Απολυτίκιο: Χαίρε Όσσης ο γόνος και θείον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστού του Θεού, η αθλήσασα στερρώς υστέροις έτεσι, και καθελούσα τον εχθρόν, καρτερία σταθερά. Και νυν απαύστως δυσώπει, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν”. Κοντάκιο [Ἦχος β΄]: “Παρθενομάρτυς Κυράννα, νύμφη Χριστοῦ ἀληθῶς καλλιπάρθενε, τοὺς τῇ θερμῇ σου πρεσβείᾳ προστρέχοντας, παντοίων νόσων καὶ θλίψεων λύτρωσαι, καὶ δίδου ἡμῖν χαρὰν ἄληκτον”. Κάθισμα [Ἦχος β΄]:Πρεσβείᾳ τῇ σῇ, προστρέχουσα ἑκάστοτε, Κυράννα σεμνή, λαμβάνει τὰ αἰτήματα, Ὄσσα ἡ σὲ βλαστήσασα, καὶ βοᾷ σοι ἀεὶ μετὰ πίστεως· ἐκ συμφορῶν με ἐν βίῳ πικρῶν, ἀπήμαντον Μάρτυς διαφύλαττε”.


        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 

        https://www.youtube.com/watch?v=g5Zhj_WjcvM&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=12
        ΚΑΙ ΕΔΩ: 



        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικονόμου

          Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικον...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....