Ετικέτες - θέματα

4.11.26

Ἡ Γραῖα κ᾿ ἡ θύελλα (1906) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Ἡ Γραῖα κ᾿ ἡ θύελλα (1906) 

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Κείμενο και AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   


Μὲ τοὺς ὀλίγους ὁποὺ εἶχεν ἔλθει εἰς ὁμιλίαν, γύρω εἰς τὰ δένδρα τοῦ ἐξοχικοῦ καφενείου, ἡ γραῖα κυρία ὀλίγα πράγματα ἔλεγεν. Εἶχε γίνει γνωστόν, ὅτι κατήγετο ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι εἶχε ξενιτευθῆ ―καὶ εἶχε λάβει σύζυγον, ὅπως αὐτὴ διηγεῖτο, ἕνα Ἀμερικανὸν στρατηγόν― καὶ ὅτι εἶχε ζήσει ὑπὲρ τὰ 30 ἔτη εἰς τὴν Ἀμερικήν, τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν.

Αἴφνης, μίαν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ λόγος ἦτο περὶ κοινωνικῶν σχέσεων μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, αὕτη ἀνέκραξεν:

―Ἐγὼ ἔχω ἰδεῖ ἄνδρες καὶ ἄνδρες καὶ δὲν ἔχω σὲ ντροπή μου τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ὑποκρισία.

Ἦτο ἤδη ἑξηκοντοῦτις, ἀλλ᾿ ἐκρατεῖτο καλά. Ἐνδύετο κομψῶς, κ᾿ ἔλεγαν, ὅτι εἶχε μεγάλην περιουσίαν. Ἀλλ᾿ ἦτο εἰς ἄκρον σφιχτή, ἐλυπεῖτο τὴν πεντάραν. Ἡ ἰδία ἔλεγεν, ὅτι ἐπὶ ἔτη σχεδὸν εἶχε ξεχάσει τὰ ρωμαίικα ― ὄχι μόνον τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἤθη, καὶ δὲν τῆς ἤρεσκεν ἐν γένει «ὁ τόπος αὐτός». Τώρα ὡμίλει ὁπωσοῦν, ἀλλ᾿ ἐνίοτε παρενέβαλλε μίαν γαλλικὴν λέξιν, καὶ εἶτα ἠρώτα, «πῶς τὸ λένε αὐτό;».

Ἔπειτα, εἶχε ξεχάσει τὰ ρωμαίικα, ἀλλ᾿ ὄχι καὶ τὰ πολίτικα. Τοὺς ἰδιωτισμοὺς τοὺς ἐνθυμεῖτο ὅλους. Π.χ. νὰ σὲ πῶ, τὸν εἶπα, τὸν ἔδωκα, κτλ. Ἐπίσης, νὰ διῇς, νὰ διῶ. Καὶ μίαν φορὰν τῆς ἐξέφυγεν, εἰς τὴν ρύμην τοῦ λόγου, ἓν ἐπιφώνημα:

― Μπρέ!…

* * *

Λοιπὸν τὴν Δευτέραν τὸ δειλινόν, μεσοῦντος τοῦ Ἰουλίου, ἐνέσκηψεν αἴφνης μία θύελλα, ὁποίαν ὀλίγοι ἄνθρωποι ἔλεγαν ὅτι ἐνθυμοῦντο. Σφοδρὸς ἀνεμοστρόβιλος εἶχεν ἐκριζώσει πέντε δένδρα εἰς τὴν δυτικὴν ὑπώρειαν τοῦ Λυκαβηττοῦ, εἶχε ζαλίσει καὶ καταρρίψει, τὸ ὁποῖον ἦτο πρωτοφανὲς σχεδόν, ἑκατοντάδας πουλιά, τὰ ὁποῖα ἔπεσαν ὀλιγοδρανοῦντα, ἡμιθανῆ εἰς τὸ ἔδαφος. Ἐπὶ τρία τέταρτα ὁ κατακλυσμὸς τῆς βροχῆς ἐσχημάτισεν ἀναριθμήτους καταρράκτας, καταφερομένους εἰς ὅλας τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως, παρασύροντας πᾶν τὸ ἐμποδών, κατακλύζοντας τὰ ὑπόγεια τῶν μαγαζιῶν, τὰς αὐλὰς τῶν οἰκιῶν, καὶ τὰ κοιλώματα τῶν δρόμων, καὶ μεταβάλλοντας εἰς λίμνας τὰς πλατείας. Ἡ βοὴ τοῦ φοβεροῦ τυφῶνος καὶ τ᾿ οὐρανοῦ ὁ ζόφος καὶ τῶν ἀστραπῶν ὁ σμάραγος εἶχον ἀφήσει ἔμπληκτα πολλὰ εὐαίσθητα, ἀσθενῆ πλάσματα.

   Διὰ πρώτην φοράν, ἡ γραῖα κυρία, ἥτις εὑρέθη ἐκεῖ καθημένη, εἰς τὸ ὕπαιθρον, συγκατένευσε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ καφενεῖον, μόνη οὖσα ἐκ τοῦ φύλου της, κατόπιν πολλῶν ἀνδρῶν. Ἡ στενότης τοῦ χώρου ἔκαμε νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῆς συναναστροφῆς, εἰς τὸ αὐτοσχέδιον καραβανσεράι, καὶ νὰ συναφθῇ ὁμιλία μεταξὺ πολλῶν ἀγνώστων ἢ ἡμιγνωρίμων, ὅπως συμβαίνει ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὰ ταξίδια.

― Πώ, πώ! τρομάρα! Τί καιρὸς εἶν᾿ αὐτός; Κ᾿ ἔχω ἀφήσει ἀνοικτὰ τὰ παράθυρα τοῦ σπιτιοῦ· φαντασθῆτε, κύριοι!

Τῆς ἀπήντησαν ὅτι ἦτο «μικρὸ τὸ κακό», καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε ν᾿ ἀνησυχῇ περὶ τούτου, ἀφοῦ χαλνᾷ ὁ κόσμος. Εἶτα μετ᾿ ὀλίγον:

― Μὰ τί τόπος εἶναι αὐτός; Τί γελοῖος τόπος; Νὰ βρέχῃ εἰς τέτοια σαιζόν, σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπον! Φαντασθῆτε, κύριοι. Στὴν Γαλλία, στὴν Ἀμερική, δὲν βρέχει τόσον ἀνόητα!

― Στὴν Ἀμερικὴ δὲν γίνονται οἱ κυκλῶνες ἐκεῖνοι, ποὺ γράφουν τόσο συχνὰ οἱ ᾽φημερίδες; εἶπεν εἷς τῶν παρεστώτων.

― Δὲ διαβάζω ἑλληνικὲς ἐφημερίδες, ἀπήντησεν ἡ γραῖα κυρία.

― Μὰ αὐτὸ δὲν τὸ γράφουν μόναι αἱ ἐλληνικαὶ ἐφημερίδες, μὲ συγχωρεῖτε.

Δὲν ἀπήντησεν· ἀλλὰ μετ᾿ ὀλίγα δευτερόλεπτα πάλιν:

―Ἀκόμα ἐξακολουθεῖ! Εἶναι ἀπελπισία, κύριοι. Κ᾿ ἔχω ἀφήσει τὰ παράθυρα ἀνοικτά.

― Μὰ δὲν τὰ ἔχετε στερεώσει;

― Νομίζω.

―Ἔ, λοιπόν;

― Μὴν τὸ συλλογίζεσθε αὐτό· ἐδῶ κινδυνεύουν κ᾿ οἱ ἄνθρωποι.

― Καὶ δὲν ἔχετε ὑπηρέτριαν στὸ σπίτι; ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ παρατηρήσῃ εἷς τῶν παρακαθημένων.

― Ἔχω διώξει τέσσερες ὑπηρέτριες εἰς ἑνάμισυ μῆνα… Ἐδῶ δὲν εἶναι νὰ ἔχῃ κανεὶς ὑπηρέτριαν.

Μετὰ μίαν στιγμὴν πάλιν:

― Δὲν εἶναι τόπος αὐτός. Γελοῖος τόπος! Νὰ βρέχῃ ἔτσι!… Κι ὅσο θυμοῦμαι τὰ παράθυρα…

Εἷς γέρων μὲ φουστανέλαν, ἀπὸ τὴν πλέον μεμακρυσμένην γωνίαν, δὲν ἐκρατήθη.

― Μωρέ, κοίταξε τὴν κόκα* σου!

Ὅλοι ἐγέλασαν ἀθορύβως.

Ἡ κυρία δὲν ἠδύνατο νὰ παρηγορηθῇ διὰ τ᾿ ἀνοικτὰ παράθυρα περισσότερον παρ᾿ ὅσον ἡ Καλυψὼ διὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ὀδυσσέως.

―Ὁ κόσμος χαλνᾷ, εἶπεν εἷς.

― Καταστροφὴ στὴν σταφίδα, παρετήρησεν ἄλλος.

― Περονόσπορος!

―Ὅλα τὰ στοιχεῖα συνώμοσαν.

― Θεοὶ καὶ δαίμονες κατατρέχουν τὸν Ἑλληνισμόν.

― Οἱ Ρουμᾶνοι σκύλιασαν.

― Οἱ Βούλγαροι λύσσαξαν.

― Καλέ, βρέχει, βρέχει!… Τί γελοῖος τόπος!

ΤΟ ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:
https://www.youtube.com/watch?v=Cv6E-6yaL8w

Η Αργοναυτική εκστρατεία β΄ μέρος [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 11.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αργοναυτική εκστρατεία β΄ μέρος [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 11.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


α΄ Η συνάντηση Αιήτη - Ιάσονα

 

Η αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος από τον Ιάσονα
   
   Αφού κανονίστηκε η συνάντηση και μετά τις συγκινητικές στιγμές που επακολούθησαν, ζητήθηκε από τη Χαλκιόπη να μεσολαβήσει κανονίζοντας συνάντηση Αργοναυτών- Αιήτη. Μόλις αυτή μίλησε στο βασιλιά, εκείνος ένιωσε μέσα του μεγάλο φόβο βλέποντας στο πρόσωπο του Ιάσονα τον πιθανό φονιά του, γιατί θυμήθηκε έναν παλιό χρησμό που έλεγε ότι θα πέθαινε ο ίδιος απ’ τα χέρια κάποιου καταγόμενου απ’ τη γενιά του Αιόλου. Έτσι υποκρίθηκε πως θα του 'δινε το χρυσόμαλλο δέρας, υπό την προϋπόθεση να ζέψει δυο ταύρους του Ηφαίστου που ξερνούσαν φωτιά και είχαν χάλκινα νύχια και να οργώσει μ’ αυτούς ένα χωράφι πενήντα πλέθρων*. Έπειτα έπρεπε να σπείρει στα αυλάκια δόντια φιδιού, που θα του έδινε, καθώς και να σκοτώσει τους πάνοπλους γίγαντες που θα ξεφύτρωναν απ’ την οργωμένη γη. Ο Ιάσονας δέχτηκε ελπίζοντας στη βοήθεια των θεών που δεν άργησε να εκδηλωθεί.

β΄ Η αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος.

   

  Η Ήρα με την Αθηνά έπεισαν την Αφροδίτη να στείλει τον Έρωτα για να γοητευθεί η Μήδεια απ’ τον Ιάσονα. Μετά από μιας τέτοιας μορφής επέμβαση των θεών, ήταν εύκολο ο Ιάσονας να πείσει τη Μήδεια - που ήταν ιέρεια της Εκάτης και γνωστή μάγισσα – να τον βοηθήσει, υποσχόμενος μάλιστα ότι μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του θα την έπαιρνε για πάντα μαζί του. Πρώτο μέτρο της μάγισσας ήταν να τον κάνει άτρωτο με το «προμήθειο», μια συνταγή αλοιφής βασισμένης στο αίμα της πληγής του Προμηθέα. Μόνο που αυτή η επάλειψη με τη μαγική αλοιφή θα κρατούσε για μια μέρα. Το επόμενο πρωί, με μεγάλη δυσκολία, κατάφερε να βρει τους ταύρους, οι οποίοι του επιτέθηκαν, όμως εκείνος τους απέκρουσε με την ασπίδα του και πιάνοντάς τους από τα κέρατα, τους έζεψε με τη βοήθεια των Διόσκουρων (Κάστορας και Πολυδεύκης) στο σιδερένιο ζυγό. Κατόπιν όργωσε μ’ αυτούς το ορισμένο χωράφι και έσπειρε τα δόντια των φιδιών. Με την εμφάνιση των οπλισμένων γιγάντων, ο Ιάσονας, ακούγοντας τη συμβουλή της Μήδειας, έριξε ανάμεσά τους μια πέτρα και οι γίγαντες άρχισαν να χτυπιούνται μεταξύ τους, οδηγώντας τους στο θάνατο μέχρις ενός.

 Παράθεμα: Απολλώνιος ο Ρόδιος ( Αργοναυτικά)

Ἤλυθε δ' Ἀστερίων αὐτοσχεδόν, ὅν ῥα Κομήτης γείνατο, δινήεντος ἐφ' ὕδασιν Ἀπιδανοῖο Πειρεσιὰς ὄρεος Φυλληίου ἀγχόθι ναίων, ἔνθα μὲν Ἀπιδανός τε μέγας καὶ δῖος Ἐνιπεὺς ἄμφω συμφορέονται, ἀπόπροθεν εἰς ἓν ἰόντες.

Λάρισαν δ' ἐπὶ τοῖσι λιπὼν Πολύφημος ἵκανεν Εἰλατίδης, ὃς πρὶν μὲν ἐρισθενέων Λαπιθάων, ὁππότε Κενταύροις Λαπίθαι ἐπὶ θωρήσσοντο, ὁπλότερος πολέμιζε, τότ' αὖ βαρύθεσκέ οἱ ἤδη γυῖα, μένεν δ' ἔτι θυμὸς ἀρήιος ὡς τὸ πάρος περ.

Οὐδὲ μὲν Ἴφικλος Φυλάκηι ἔνι δηρὸν ἔλειπτο, μήτρως Αἰσονίδαο· κασιγνήτην γὰρ ὄπυιεν Αἴσων Ἀλκιμέδην Φυλακηίδα, τῆς μιν ἀνώγει πηοσύνη καὶ κῆδος ἐνικρινθῆναι ὁμίλωι. Οὐδὲ Φεραῖς Ἄδμητος ἐυρρήνεσσιν ἀνάσσων

μίμνεν ὑπὸ σκοπιὴν ὄρεος Χαλκωδονίοιο. Οὐδ' Ἀλόπηι μίμνον πολυλήιοι Ἑρμείαο υἱέες εὖ δεδαῶτε δόλους, Ἔρυτος καὶ Ἐχίων· τοῖσι δ' ἐπὶ τρίτατος γνωτὸς κίε νισσομένοισιν Αἰθαλίδης. Καὶ τὸν μὲν ἐπ' Ἀμφρυσσοῖο ῥοῆισιν

Μυρμιδόνος κούρη Φθιὰς τέκεν Εὐπολέμεια, τὼ δ' αὖτ' ἐκγεγάτην Μενετηίδος Ἀντιανείρης. Ἤλυθε δ' ἀφνειὴν προλιπὼν Γυρτῶνα Κόρωνος Καινεΐδης, ἐσθλὸς μέν, ἑοῦ δ' οὐ πατρὸς ἀμείνων. Καινέα γὰρ ζωόν περ ἔτι κλείουσιν ἀοιδοὶ

Κενταύροισιν ὀλέσθαι, ὅτε σφέας οἶος ἀπ' ἄλλων ἤλασ' ἀριστήων, οἱ δ' ἔμπαλιν ὁρμηθέντες οὔτε μιν ἐγκλῖναι προτέρω σθένον οὔτε δαΐξαι, ἀλλ' ἄρρηκτος ἄκαμπτος ἐδύσετο νειόθι γαίης, θεινόμενος στιβαρῆισι καταΐγδην ἐλάτηισιν.


    Παρά την εκτέλεση αυτού του κατορθώματος, ο Αιήτης κάλεσε σε σύσκεψη τους συμβούλους του για να ετοιμάσει κι άλλη αποστολή στον Ιάσονα με σκοπό να τον καθυστερήσει. Όλα αυτά τα είδε η Μήδεια και αφού ειδοποίησε τον αγαπημένο της και τους συντρόφους του, τους οδήγησε στο ιερό άλσος του Άρη, στη βελανιδιά όπου ήταν κρεμασμένο το χρυσόμαλλο δέρας. Εκεί η μεγάλη μάγισσα βοήθησε και πάλι αποφασιστικά στάζοντας ένα μαγικό υγρό στα μάτια του μέχρι τότε ακοίμητου δράκου. Το τέρας αποκοιμήθηκε διευκολύνοντας έτσι τον Ιάσονα να αρπάξει το χρυσόμαλλο δέρας και επέστρεψε με τη Μήδεια κι όλους τους Αργοναύτες στο πλοίο τους.

γ΄ Το ταξίδι της επιστροφής

   Έτσι, μες στη νύχτα, η Αργώ σήκωσε τα πανιά της κι απομακρύνθηκε απ’ την Αία. Ευθύς μετά την αποχώρηση των ηρώων, άρχισε η καταδίωξή τους απ’ τον Άψυρτο, το γιο του Αιήτη που τους ακολούθησε με τα καράβια του ως τις εκβολές του Ίστρου (Δούναβη), μιας κι αυτός ήταν ο δρόμος της επιστροφής τους. Όμως σ’ ένα νησάκι της περιοχής η αδελφή του Μήδεια του έστησε παγίδα κι έτσι διευκόλυνε τον Ιάσονα α να τον σκοτώσει. 

 

 Η πορεία της επιστροφής ήταν τελείως διαφο-ρετική: ο ποταμός Ίστρος και η Αδριατική θάλασσα κι από κει, μέσω της διάβασης των ποταμών Ηριδανού και Ροδανού, η Τυρρηνική θάλασσα, η Αιθαλία νήσος (Έλβα), η περιοχή των Σειρήνων, η Σκύλλα και η Χάρυβδις (πέρασμα Σικελίας- Ν. Ιταλίας), η χώρα των Φαιάκων, η χώρα του Τρίτωνα (Λιβύη), η Κρήτη όπου η Μήδεια κατάφερε να εξουδετερώσει τον χάλκινο γίγαντα Τάλω. Το ταξίδι τους τελείωσε με μια σύντομη περιπλάνηση στο Αιγαίο: Ανάφη, Θήρα, Αίγινα και μέσω Ευβοϊκού κόλπου έφτασαν στην Ιωλκό.

Παράθεμα: Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη: Διήγηση για τους Αργοναύτες

... ὡς δὲ ἡ ναῦς κατεσκευάσθη, χρωμένῳ ὁ θεὸς αὐτῷ πλεῖν ἐπέτρεψε συναθροίσαντι τοὺς ἀρίστους τῆς Ἑλλάδος. οἱ δὲ συναθροισθέντες εἰσὶν οἵδε· Τῖφυς Ἁγνίου, ὃς ἐκυβέρνα τὴν ναῦν, Ὀρφεὺς Οἰάγρου, Ζήτης καὶ Κάλαϊς Βορέου, Κάστωρ καὶ Πολυδεύκης Διός, Τελαμὼν καὶ Πηλεὺς Αἰακοῦ, Ἡρακλῆς Διός, Θησεὺς Αἰγέως, Ἴδας καὶ Λυγκεὺς Ἀφαρέως, Ἀμφιάραος Ὀικλέους, Καινεὺς Κορώνου Παλαίμων Ἡφαίστου ἢ Αἰτωλοῦ, Κηφεὺς Ἀλεοῦ, Λαέρτης Ἀρκεισίου, Αὐτόλυκος Ἑρμοῦ, Ἀταλάντη Σχοινέως, Μενοίτιος Ἄκτορος, Ἄκτωρ Ἱππάσου, Ἄδμητος Φέρητος, Ἄκαστος Πελίου, Εὔρυτος Ἑρμοῦ, Μελέαγρος Οἰνέως, Ἀγκαῖος Λυκούργου, Εὔφημος Ποσειδῶνος, Ποίας Θαυμάκου, Βούτης Τελέοντος, Φᾶνος καὶ Στάφυλος Διονύσου, Ἐργῖνος Ποσειδῶνος, Περικλύμενος Νηλέως, Αὐγέας Ἡλίου, Ἴφικλος Θεστίου, Ἄργος Φρίξου, Εὐρύαλος Μηκιστέως, Πηνέλεως Ἱππάλμου, Λήιτος Ἀλέκτορος, Ἴφιτος Ναυβόλου, Ἀσκάλαφος καὶ Ἰάλμενος Ἄρεος, Ἀστέριος Κομήτου, Πολύφημος Ἐλάτου.

Στο επόμενο και τελευταίο σημείωμα μας για την εκστρατεία θα δούμε το τέλος δύο πρωταγωνιστών, του Πελία και του Ιάσονα.


konstantinosa.oikonomou@gmail.com







*. «Πλέθρον»: α΄ μονάδα μήκους ίση με 100 ελληνικούς πόδας (30,82 μ.), δηλαδή το εν έκτο του αρχαίου σταδίου. β΄ (όπως στο κείμενο) μονάδα επιφάνειας ίση με 10.000 τετρ. πόδας, δηλαδή περίπου 950 τ.μ., σχεδόν στρέμμα δηλαδή

Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης + ΒΙΝΤΕΟ [Λουκ. Η΄ 41-56] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης + ΒΙΝΤΕΟ

[Λουκ. Η΄ 41-56]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

   

   Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Όταν επέστρεψε ο Κύριος στην Καπερναούμ, Τον υποδέχθηκαν πλήθη λαού, που ανυπομονούσε να Τον δει. Ανάμεσά τους, ο Ιάειρος, άρχοντας της Συναγωγής. Μόλις Τον είδε, έπεσε στα πόδια Του παρακαλώντας Τον να έλθει στο σπίτι του, γιατί η δωδεκάχρονη μοναχοκόρη του ήταν βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη. Ο Κύριος σπλαχνίστηκε τον πατέρα κι αμέσως τον ακολούθησε. Στο δρόμο όμως τα πλήθη του λαού Τον πίεζαν ασφυκτικά. Κάποτε, έγινε κάτι που κανείς από τα πλήθη δεν το αντελήφθη. Μία γυναίκα που υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία, χωρίς να βρει πουθενά ίαση, πλησίασε τον Κύριο κρυφά από πίσω, μη θέλοντας να φανερώσει το νόσημά της, άγγιξε την άκρη του ενδύματός του Κυρίου ελπίζοντας στο θαύμα. Ντρεπόταν για την αρρώστια, επειδή ενόμιζε ότι είναι ακάθαρτη, σύμφωνα και με το νόμο της Π. Διαθήκης. Και πράγματι, αμέσως το θαύμα έγινε, σταμάτησε η αιμορραγία της! Τότε ο Κύριος άρχισε να ρωτά: Ποιος με άγγιξε; Κι επειδή κανείς δεν αποκρινόταν, είπαν οι μαθητές: “Διδάσκαλε, τόσα πλήθη λαού Σε έχουν περικυκλώσει και Σε πιέζουν, κι Εσύ ρωτάς: ποιος με άγγιξε;” Μα ο Κύριος επιμένει: “Κάποιος με άγγιξε. Αισθάνθηκα να βγαίνει από πάνω μου δύναμη θαυματουργική”. Τότε η γυναίκα, ήλθε τρέμοντας κι αφού έπεσε γονατιστή, ομολόγησε μπροστά σ’ όλους το θαύμα. Και ο Κύριος της είπε:” Κόρη μου, η πίστη σου σε έχει θεραπεύσει. Πήγαινε στο καλό”.

   Η ΠΙΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ: Ο Κύριος ασφαλώς ήξερε ποιος Τον άγγιξε. Αλλά ήθελε να δείξει ότι δεν αγνοούσε το γεγονός κι ότι η γυναίκα αυτή δεν “υπέκλεψε” τη θεραπεία της, αλλά την έλαβε από την πανάγαθη θέλησή Του, επειδή εκείνη έδειξε μεγάλη πίστη. Αυτήν ακριβώς την πίστη της ήθελε να επιβραβεύσει, για να διδαχθεί το πλήθος και, πολύ περισσότερο, ο σκληρά δοκιμαζόμενος αρχισυνάγωγος. Ακόμη, έτσι ο Κύριος κάνει τη γυναίκα αυτή αιώνιο παράδειγμα πίστεως. Την ονομάζει «κόρη του», διότι με την πίστη αυτή η γυναίκα δεν βρήκε μόνο τη θεραπεία του σώματός της αλλά κυρίως τη σωτηρία της ψυχής της. Πίστεψε ολοκληρωτικά στον Κύριο και έγινε αγία της Εκκλησίας μας, η αγία Βερονίκη, και σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της διακήρυττε το θαύμα του Κυρίου. Και μας εμπνέει η αγία Βερονίκη να έχουμε κι εμείς την πίστη, τη βεβαιότητά της, ότι μόνο στον Χριστό μπορούμε να βρούμε λύτρωση και σωτηρία. Ακόμη κι όταν καταφεύγουμε στους γιατρούς, να έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός είναι ο μέγας ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας.


   ΠΙΣΤΗ ΠΟΥ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ: Καθώς ο Κύριος συνέχιζε την πορεία του, ήλθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγοντάς του: “Η κόρη σου πέθανε· μην κουράζεις άλλο τον διδάσκαλο”. Τι θα ένιωσε τη φοβερή εκείνη ώρα ο δύστυχος πατέρας; Όμως ο Κύριος, ακόυγοντας την είδηση, του είπε: “Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί η κόρη σου”. Όταν έφθασε στο σπίτι του Ιαείρου, αντίκρισε ένα σπαρακτικό θέαμα. Έκλαιγαν όλοι χτυπώντας τα στήθη και τα κεφάλια τους για τη νεκρή. Όμως, Αυτός τότε τους είπε: “Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται”. Εκείνοι δυσπιστούσαν και τον περιγελούσαν. Αυτός όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, άφησε να μείνουν στο δωμάτιο της νεκρής μόνο ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και οι γονείς του παιδιού. Εκεί ο Κύριος έπιασε το χέρι του κοριτσιού και φώναξε: “Κόρη, σήκω επάνω!”. Η στιγμή συγκλονιστική: Το πρόσωπο της μικρής ροδίζει, τα ακίνητα πριν μάτια της ανοίγουν, η χλωμάδα του θανάτου σβήνει και το φως της ζωής επανέρχεται! Οι γονείς κοιτούν εκστατικοί, γεμάτοι ασυγκράτητη χαρά. Κι Εκείνος τους προστάζει να δώσουν στη μικρή φαγητό. Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το γεγονός, διότι θα ερεθιζόταν ο φθόνος των εχθρών Του. Κι αυτό γιατί το θαύμα αυτό “φώναζε” ότι ο Κύριος δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά έχει τη δύναμη να νικά το θάνατο! Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι λεπτομέρεια στην Πίστη μας αλλά η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο Χριστός, κύριος της ζωής και του θανάτου, ανέστησε νεκρούς, αναστήθηκε και ο ίδιος, για να μας δείξει ότι είναι ο καθαιρέτης του Άδη, η ζωή των απάντων. Η πίστη αυτή πρέπει να κυριαρχεί διαρκώς στη σκέψη μας, να αλλάξει τη ζωή μας. «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ηµέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει». Κι όμως, δεν τρέμουμε μπροστά στο θάνατο, δεν τον φοβόμαστε όπως όσοι ζουν χωρίς ελπίδα. Δεν είμαστε πλασμένοι για τα λίγα χρόνια της επίγειας ζωής μας. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας άλλης, ατελεύτητης ζωής. Η γήινη ζωή είναι ένα μικρό επεισόδιο, ή, καλύτερα, ένα σχολείο, μπροστά στην αιωνιότητα. Κάποτε θα αναστήσει ο Κύριος όλους μάς. Θα ακούσουμε τη φωνή του να μας καλεί και πάλι στη ζωή, στην αιώνια πια ζωή. Η ζωή μας νοηματοδοτείται μόνο επειδή υπάρχει ο Χριστός, που είναι «η ζωή και η ανάστασις». Συνεπώς, με την προοπτική της αιωνιότητας, ο πιστός δε φοβάται παρά μόνο το κακό, προσμένοντας και τη δική του ανάσταση.

  Η ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ: Αιτία της πραγμάτωσης των δύο αυτών θαυμάτων ήταν η θερμή πίστη, που επέδειξαν τόσο η αιμορραγούσα, όσο και ο πονεμένος πατέρας, επιβεβαιώνοντας την ευαγγελική ρήση, που λέγει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Η αληθινή, η θερμή, η ζέουσα πίστη στο Θεό και το «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανο της ζωής», καθιστά τον άνθρωπο ήρωα, ισχυρό, άγιο, ενάρετο, τέλειο και τον οδηγεί σε μεγάλα κατορθώματα και προπάντων στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Όμως η Χριστιανική πίστη δεν είναι μία απλή γνώση ή θεωρία, δεν είναι ένα σύστημα φιλοσοφικό, διατυπωμένο από ανθρώπους, αλλά είναι θεία δύναμη, είναι θάρρος και φλόγα που φωτίζει. Η πίστη, κατά τον Απ. Παύλο, είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Πίστη, δηλαδή, στον εν Τριάδι Θεό, στον Πατέρα, στο σαρκωμένο Λόγο και στο Άγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε στη Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική Ορθόδοξο Εκκλησία. Ακόμη, η πίστη μας αυτή δεν είναι πείραμα, που μπορεί να γίνει στο επιστημονικό εργαστήριο και έτσι να αποκτήσουμε γνώση και εμπειρία των φαινομένων, που ακολουθούν. Δεν είναι επιστημονική μάθηση, δεν είναι ατομική ή υποκειμενική γνώμη. Η αληθινή πίστη είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Είναι η ακατάληπτη πνευματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται ο νους τα ουράνια, εν Αγίω Πνεύματι. Το θέμα γνώσεως και πίστεως αποτελεί για πολλούς δίλημμα, το οποίο προβάλλει το επιχείρημα ότι όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει τη γνώση(!). Υπάρχει επίσης, και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως, καθώς και η αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί τη λογική της, (ιερός Αυγουστίνος). Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα είναι ότι εάν δεν γνωρίσεις, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Δηλαδή, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάτι, που δεν το γνωρίζουμε. Επομένως η σχέση που δημιουργούμε με ένα ον προϋποθέτει την αντικειμενική αναγνώριση αυτού του όντος. Αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση, ότι η γνώση είναι θέμα διανόησης, ενώ η αγάπη είναι θέμα συναισθήματος . Όμως δεν μπορεί να σταθεί αυτό, ως σωστό, ούτε επίσης να λέμε, ότι η γνώση προηγείται της αγάπης, αλλά ούτε, ότι η αγάπη προηγείται της γνώσεως. Δεν αγαπάμε για να γνωρίσουμε, διότι αυτά τα δύο ταυτίζονται. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την πίστη. Η πίστη και η γνώση βασικά ταυτίζονται. Είναι το ίδιο πράγμα. Πίστη, λοιπόν, δεν είναι κάθε τι, που μας φανερώνεται, ως υποχρεωτική γνώση ή φύση των πραγμάτων, ούτε οτιδήποτε μας επιβάλλει, ως υποχρεωτική γνώση η εμπειρία και η ιστορία, αλλά αυτό που μας έρχεται, ως υπόσταση, από τα μέλλοντα, που δεν προέρχεται από την ιστορία και την εμπειρία, ή από τα μη βλεπόμενα. Αυτό σημαίνει ότι δεν προέρχεται η πίστη από τα ελεγχόμενα της φύσης μας και των αισθήσεών μας, γι’ αυτό και ερμηνεύεται, ως εμπιστοσύνη, που έχει κάποιος προς κάποιον άλλον. Αυτή όμως η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποτελέσει τον ορισμό της πίστεως, διότι δεν στηρίζεται η πίστη στην εμπειρία των ήδη βεβαιωμένων πραγμάτων. Αλλά προέρχεται από τη στροφή προς τα πράγματα, τα οποία δεν ελέγχονται με τις αισθήσεις. Πίστη λοιπόν είναι να μη στηρίζεται η ασφάλειά μας, η υπόστασή μας, σε ό,τι ελέγχεται λογικά με τις αισθήσεις ή με την εμπειρία, διότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικότητα. Η πίστη στηρίζεται στην κατάσταση των ελπιζομένων και μη βλεπομένων, τα οποία καλούμαστε να τα αναγνωρίσουμε, ως όντα. Ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, λέγει ότι η πίστη στο Θεό «δεν είναι το συμπέρασμα σε μια σειρά συλλογισμών ή η λύση σ’ ένα μαθηματικό πρόβλημα». Πίστη δεν σημαίνει απλά βαθιά πεποίθηση, αλλά υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύτερο και αμεσότερο. Δεν είναι παθητική έννοια, αλλά κατεξοχήν ενεργητική. Δεν είναι στάση, αλλά «κίνηση». Είναι «γίγνεσθαι» που προϋποθέτει επαφή, αναφορά, εμπειρία προσωπικής αντάμωσης. Εκφράζεται δε καλύτερα, μέσω της αυτογνωσίας μας, στην κατάφαση της παρακλήσεως «βοήθει μοι τη απιστία”! Στην εποχή μας επικρατεί σύγχυση, ως προς το «είδος» της χριστιανικής μας πίστεως και τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της, που επηρεάζει και κατευθύνει ολόκληρη τη ζωή και πορεία του πιστού στην Εκκλησία. Γι’ αυτό εμείς ας αντιληφθούμε, ότι η χριστιανική πίστη βοήθησε τον άνθρωπο, ανύψωσε τον άνθρωπο, κατέλυσε τις κοινωνικές ανισότητες, καθιέρωσε την αρχή της φιλανθρωπίας, δημιούργησε τις μεγάλες και θεάρεστες πράξεις και εμφύτευσε στον άνθρωπο έργα αγάπης και φιλαλληλίας. Έτσι και εμείς, ας είμαστε, παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη μας και ας μη μας κλονίζουν οι σειρήνες του κόσμου τούτου, ούτε να μας φοβίζουν οι διάφορες δοκιμασίες, αλλά αφού ειρηνεύουμε πρώτα τα του εαυτούς μας, να πράττουμε έργα αγάπης, δια να ακούσουμε και εμείς το: «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται», που είπε στον πονεμένο πατέρα, καθώς και το, «η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην», είπε στην θεραπευμένη αιμορροούσα γυναίκα.

ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ: “Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό. Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι. Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και τί θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τί θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Εάν όμως θέλεις τώρα να φιλοσοφήσεις, θα κερδίσεις δύο, τα μεγαλύτερα: και τον εαυτόν σου θα απαλλάξεις από αυτά τα δεινά, και με το πιο λαμπρό στεφάνι θα σε στεφανώσει ο Κύριος. Διότι και από την ελεημοσύνη και από τα άλλα, πολύ ανώτερον είναι το να υπομείνεις την συμφορά με πραότητα. Αναλογίσου ότι και ο Υιός του Θεού απέθανε. Εκείνος για σένα, και συ για τον εαυτόν σου. Και μολονότι είπε «ει δυνατόν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον», και ελυπήθη, δεν απέφυγε όμως τον θάνατον, αλλά τον εβίωσε σε όλη του την τραγικότητα. Και δεν υπέμεινε έναν κοινόν θάνατον, αλλά τον χειρότερο. Και πριν τον θάνατο μαστιγώσεις, και πριν τις μαστιγώσεις ονειδισμούς και ειρωνείες και ύβρεις, για να σε μάθει να τα υπομένεις όλα γενναίως. Αφού όμως απέθανε και απέθεσε το σώμα, το έλαβε πάλι πιο ένδοξο, προσφέροντας έτσι σε σένα τις καλλίτερες ελπίδες. Εάν αυτά δεν είναι μύθος, τότε μη θρηνείς. Εάν τα θεωρείς αυτά αξιόπιστα, μη δακρύζεις. Εάν όμως δακρύζεις, πώς θα ημπορέσεις να πείσεις τον εθνικόν ότι πιστεύεις; Μη συλλογίζεσαι ότι πλέον δεν θα επανέλθει εδώ, αλλά ότι και όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν θα παραμείνουν όπως είναι τώρα, αλλά θα μετασχηματισθούν. Διότι και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και τα πάντα θα αναμορφωθούν και τότε θα λάβεις το παιδί σου πίσω λαμπρότερο. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, ο θάνατος εσήμανε την παύση των έργων της κακίας. Διότι εάν ο Θεός εγνώριζε ότι θα παρουσίαζε μεταβολή, δεν θα τον έπαιρνε πριν μετανοήσει. Εάν όμως έφυγε δίκαιος από την ζωή, κατέχει τώρα τα αγαθά με ασφάλεια. Άρα είναι φανερόν ότι τα δάκρυά σου δεν μαρτυρούν φιλοστοργίαν, αλλά πάθος αλόγιστον. Επειδή αν αγαπούσες αυτόν που έφυγε, έπρεπε να χαίρεις και να ευφραίνεσαι που απηλλάγη από αυτήν την τρικυμία. Τί περισσότερον υπάρχει εδώ; Ειπέ μου, τι το νέο και ασύνηθες; Τα ίδια δεν βλέπουμε συνεχώς να επαναλαμβάνονται; Ημέρα και νύκτα, νύκτα και ημέρα. Χειμών και θέρος, θέρος και χειμών, και τίποτε περισσότερο. Και αυτά μεν είναι πάντοτε τα ίδια. Τα κακά όμως πάντοτε παράδοξα και ανανεωμένα. Με αυτά λοιπόν ήθελες να ταλαιπωρείται καθημερινώς μένοντας εδώ, να αρρωσταίνει, να πενθεί, να φοβείται, να τρέμει και, άλλα μεν από τα δεινά να τα υποφέρει, άλλα δε να φοβείται μήπως τα υποστεί; Ούτε βεβαίως ημπορείς να ισχυρισθείς ότι ταξιδεύοντας στο μέγα τούτο πέλαγος, ήταν δυνατόν να απαλλαγεί από την λύπη και τις μέριμνες και τα άλλα παρόμοια. Και εκτός αυτού συλλογίσου και το άλλο, ότι δεν τον εγέννησες αθάνατον. Και ότι αν δεν απέθαινε τώρα, θα το υφίστατο αυτό λίγο αργότερα. Αλλά δεν τον εχόρτασες; Θα τον απολαύσεις όμως εκεί οπωσδήποτε. Αλλά επιθυμείς να τον βλέπεις και εδώ; Και τι σε εμποδίζει; Έχεις και τώρα αυτήν την δυνατότητα, εάν νήφεις, διότι η ελπίς των μελλόντων είναι πιο φανερά από την όραση. Και αν ζούσε μέσα στα ανάκτορα, συ η ιδία η μητέρα του δεν θα ζητούσες να τον ιδείς, ακούγοντας ότι ευδοκιμεί. Τώρα όμως που τον βλέπεις να έχει αποδημήσει προς τα πολύ ανώτερα, μικροψυχείς για τον σύντομον αυτόν καιρό, και μάλιστα ενώ έχεις αντί εκείνου τον σύζυγό σου; Αλλά δεν έχεις άνδρα; Έχεις όμως παρηγορία τον «Πατέρα των ορφανών και κριτήν των χηρών». Άκου ότι και ο Παύλος αυτήν την χηρεία την μακαρίζει, λέγοντας: «Η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπισεν επί Κύριον». Πράγματι αυτή θα ευαρεστήσει περισσότερο τον Θεόν, δεδομένου ότι επέδειξε περισσοτέραν υπομονή. Μη θρηνείς λοιπόν γι’ αυτό το γεγονός, το οποίο θα γίνει αφορμή να στεφανωθείς, για το οποίο θα απαιτήσεις μισθόν. Απλώς επέστρεψες την παρακαταθήκην, εάν παρέδωσες αυτό που ο Θεός σου είχε εμπιστευθεί. Μη μεριμνάς πλέον, αφού εφύλαξες τον θησαυρό σε ασύλητο θησαυροφυλάκιο. Τώρα το παιδί έχει απαλλαγεί από κάθε είδους μεταβολήν. Εάν όμως ήταν εδώ, ίσως παρέμενεν ενάρετος, αλλά ίσως και όχι. Ή δεν βλέπεις πόσοι αποκηρύττουν τα παιδιά τους; Πόσοι αναγκάζονται να τα κρατούν κοντά τους αν και είναι χειρότερα από τα αποκηρυγμένα; Ας συλλογιζόμεθα όλα αυτά, και ας φιλοσοφούμε. Με τον τρόπον αυτόν, και τον νεκρό θα ευχαριστήσωμε, και από τους ανθρώπους θα απολαύσωμε πολλούς επαίνους, και από τον Θεόν θα λάβωμε τον μεγάλο μισθό της υπομονής, και θα γίνωμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ.1988

Μητροπ.. Αντινόης Παντελεήμωνος: 7th Sunday of St Luke.

Λόγος του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, εις την ανάστασιν της θυγατρός του Ιαείρου και εις την αιμορροούσαν  Migne, PG τομ. 57, στ. 369.

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου: «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην».

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

 ΣΤΟ YOUTUBE:https://www.youtube.com/watch?v=x1iOSFUOPH8&list=PLH04F-N8L60ERWRW6EYt8_mxWcSWmEjl8&index=9


1.11.26

Ο Άγιος Νεκτάριος 9.11 από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

Ο Άγιος Νεκτάριος 9.11

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


 



 Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ:
Ο Αναστάσιος Κεφαλάς, όπως ήταν το κοσμικό όνομα του Αγίου, γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1846, στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης. Γιος του Δημοσθένη και της Μαρίας Κεφαλά, ήταν το 5ο από τα 6 παιδιά, φτωχής οικογένειας, με αρχοντική καταγωγή. Σύντομα ήρθε αντιμέτωπος με την δύσκολη πραγματικότητα της εποχής, καθώς η οικογένειά του αδυνατούσε να συντηρήσει όλα τα μέλη της, ενώ η γενέτειρά του δεν είχε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να πάρει το δρόμο για μια καλύτερη ζωή στην Πόλη, σε ηλικία 13 ετών. Η ζωή στην Κωνσταντινούπολη για τον Αναστάσιο ήταν σκληρή και δύσκολη τα πρώτα χρόνια της παραμονής του. Αρχικά εργάστηκε σε συσκευαστήριο καπνού, οπού δούλευε πολλές ώρες ημερησίως, δεν αμειβόταν και συχνά ξυλοκοπούνταν. Ο Αναστάσιος τα υπέμενε όλα, καθότι δεν ήθελε να μάθει η οικογένειά του το δράμα του. Από την άλλη, θλιβόταν γιατί αδυνατούσε να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του, ενώ δεν μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο. Την κλίση, όμως, προς τον Θεό, την έδειχνε από μικρός. Έτσι στο συσκευαστήριο μαζί με τον καπνό που πουλούσε, κάθε φορά έδινε και ένα μικρό χαρτάκι, που έγραφε κάποια ευαγγελική ρήση. Η κατάσταση άλλαξε όταν ένας έμπορος που είχε μαγαζί κοντά στο συσκευαστήριο τον λυπήθηκε, επειδή κάποια μέρα είδε ένα ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και τον πήρε στην δουλειά του. Άρχισε να εργάζεται στο επιπλοποιείο του, με αποτέλεσμα οι ώρες εργασίας να μειωθούν, να έχει χρόνο για εκκλησιασμό και σχολείο, ενώ σύντομα η οικογένεια του τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Από την Πόλη έφυγε σε ηλικία 20 ετών, παρότι δεν ολοκλήρωσε την μόρφωση του, για να πάει στη Χίο με σκοπό να εργαστεί ως δάσκαλος.

ΣΤΗ ΧΙΟ: Ήταν 20 ετών όταν έφτασε στο νησί. Έχοντας γραμματική και θεολογική γνώση έλαβε τη θέση του δασκάλου στο Λιθί. Στο νησί έμεινε 10 χρόνια, μέχρι το 1877. Εκεί γνώρισε τον ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη, ένα εύπορο άρχοντα, που τον έθεσε υπό την προστασία του. Ο Άγιος Νεκτάριος όμως είχε αποφασίσει πλέον να απομακρυνθεί από την κοσμική ζωή. Το 1876 έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος ενώ ένα χρόνο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα Νεκτάριος. Κι ενώ ο Άγιος επιθυμούσε την ασκητική ζωή, οι πιέσεις που του ασκήθηκαν λόγω των χαρισμάτων τού λόγου και της μορφώσεώς του, τον έστρεψαν στον κοσμικό κλήρο, αν και ποτέ δε λησμόνησε τον μοναχισμό.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ: Το 1877 ο Νεκτάριος με παρότρυνση του Ιωάννη Χωρέμη πήγε στην Αθήνα για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές, ενώ μετά την ολοκλήρωσή τους στάλθηκε, μέσω γνωριμίας που είχε με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σοφρώνιο στην Ζαλεξάνδρεια. Ο Σωφρόνιος εντυπωσιάστηκε από τον Νεκτάριο και με βάση τις πολύ καλές συστάσεις που είχε, τον έστειλε για σπουδές στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Νεκτάριος εκεί πρωτεύοντας σε διαγωνισμό, κερδίσε υποτροφία για τις σπουδές του, κάτι που τον ανακούφισε, γιατί ο ευεργέτης του, Χωρέμης, είχε φύγει από τη ζωή, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Αφού έλαβε το 1885 το πτυχίο του αναχώρησε προς την Αλεξάνδρεια.

ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Με την επιστροφή του ο Νεκτάριος χειροτονείται ιερέας και 5 μήνες αργότερα τοποθετείται γραμματέας στο Πατριαρχείο παίρνοντας το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια, πείθοντας για την ρητορική του ικανότητα, έγινε ιεροκήρυκας και Πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο. Σε μικρό χρονικό διάστημα ο Νεκτάριος ανήλθε στην ιεραρχία του πατριαρχείου όντας ένας έμπιστος άνθρωπος στο πλευρό του Πατριάρχη. Στις 15/1/1889 ανακηρύχθηκε επίσκοπος Πενταπόλεως. Αυτή η ραγδαία άνοδος του Νεκταρίου, ενόχλησε πολλούς επισκόπους. Ο πατριάρχης πλησίαζε τα 90 χρόνια ζωής και πολλοί επίσκοποι διαγκωνίζονταν για τη διαδοχή. Ο λαός ο οποίος είχε ευεργετηθεί από το πολυποίκιλο έργο του Νεκταρίου (φιλανθρωπικό, ποιμαντικό, αντιαιρετικό) επιθυμούσε την άνοδο του στον πατριαρχικό θρόνο και σε συνδυασμό με την εύνοια του Σωφρονίου φαινόταν ο επικρατέστερος. Οι αντίπαλοί του γνωρίζοντας αυτά, αποφάσισαν να τον υποσκάψουν, κατηγορώντας τον, πως ήθελε να ανατρέψει το Σωφρόνιο, χρησιμοποιώντας και αόριστες κατηγορίες ηθικής φύσεως. Ακόμη πολλοί κληρικοί πιστεύοντας ότι η επισκοπική βιωτή του Νεκταρίου, δηλαδή λιτότητας και πενίας, θα επηρέαζε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο χωρίς οικονομική δύναμη θα γινόταν έρμαιο διαφόρων πιέσεων.

ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣ: Ο Σωφρόνιος που πληροφορήθηκε τις κατηγορίες που “βάρυναν” το αγαπημένο του παιδί, πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών. Έτσι, άμεσα παύθηκε από τα καθηκοντά του, χωρίς παρουσία του Αγίου σε σύνοδο, όπως προβλέπεται από την εκκλησιαστική τάξη. Ο Νεκτάριος αναχώρησε ταπεινά από την Αίγυπτο, χωρίς να δώσει έκταση στην αδικία εις βάρος του, εν αντιθέσει με τους αντιπάλους του, που θέλησαν την οικονομική και ηθική εξόντωση του. Έτσι, εκτός από τη σπίλωση, μέχρι διαπόμπευσης, του ονόματός του, που είχε αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργασθεί οπουδήποτε, παρακρατούσαν τους μισθούς του. Ο Νεκτάριος βρέθηκε μπροστά σε μια ακόμη δύσκολη κατάσταση. Νοικίασε ένα μικρό δωμάτιο σε αθηναϊκό προάστιο, αλλά δεν μπορούσε να πληρώσει το νοίκι του, ενώ δεν είχε χρήματα να τραφεί. Προσπαθούσε μέσω του Αρχιεπισκόπου Γερμανού να βρει μια θέση ιεροκήρυκα. Ο ίδιος παρά την συμπάθεια που έτρεφε προς το πρόσωπό του, αδυνατούσε λόγω συνοδικών πιέσεων να τον βοηθήσει. Έφτασε μέχρι τον υπουργό παιδείας και εκκλησιαστικών, που όμως του είπε, ότι επειδή ο Νεκτάριος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα αδυνατούσε. Τελικά, λίγο αργότερα, ο Άγιος διορίστηκε ιεροκήρυκας στη Χαλκίδα, χάρη στη βοήθεια ενός Μελά, μέλους της κυβέρνησης, γνωστού του από την Αλεξάνδρεια. Η φήμη όμως που τον ακολουθούσε ακόμα παρέμενε. Πέρασε δύσκολες στιγμές, καθότι υπήρχε καχυποψία σε βάρος του, από τις ψευδείς κατηγορίες που τον ακολουθούσαν. Έτσι, Αθηναίοι και ντόπιοι αποδοκίμαζαν συχνά στις ομιλίες του!

Η ΑΛΗΘΕΙΑ: Κι ενώ το 1891, στην Κυβέρνηση γίνονταν προσπάθειες για την αποπομπή του από τη Χαλκίδα, αποκαλύφθηκε πλήρως το σχέδιο κι η πλεκτάνη που είχε στηθεί σε βάρος του. Όλα ξεκίνησαν από την αποκάλυψη ότι δεν έπαιρνε τα χρήματα που του οφείλονταν και εργαζόταν αμισθί στα χρόνια της επισκοπείας του. Επίσης, παρότι παρέμενε δικαιωματικά επίσκοπος Πενταπόλεως, εφόσον δεν έγινε δίκη, δεν ελάμβανε χρήματα. Έπειτα καθαρίστηκε το όνομά του από κάθε ανάμιξη σε σκάνδαλο ηθικού χαρακτήρος και από παντός είδους ραδιούργες προσπάθειες σε βάρος του πατριάρχη. Έτσι, μετά την σκληρή συμπεριφορά του ποιμνίου, έγινε συμπαθής στο ποίμνιο της Χαλκίδας. Άρχισε τότε με άνεση να κηρύττει. Γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε μακρύτερα, ενώ ο λαός έδειξε μεγάλη συμπάθεια στο πρόσωπό του, ειδικά όταν χήρεψε η θέση του τοπικού επισκόπου, σχεδόν απαιτώντας την άνοδό του στο θρόνο.

ΣΤΗ ΡΙΖΑΡΕΙΟ ΣΧΟΛΗ: Το 1892 και 1893 διορίστηκε ιεροκήρυκας στο νομό Λακωνίας και Φθιωτοβοιωτίας αντίστοιχα. Ο Νεκτάριος πραγματοποιούσε διαρκώς περιοδείες σε χωριά και πόλεις κηρύττοντας, την ώρα που φίλοι του προσπαθούσαν να τον μεταθέσουν στη Ριζάρειο σχολή Αθηνών. Όταν έγινε αντιληπτό άρχισαν πάλι κάποιοι ψίθυροι, οι οποίοι τελικά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον Νεκτάριο από το να γίνει διευθυντής της Αθηναϊκής θεολογικής σχολής. Το 1894 διορίστηκε διευθυντής της σχολής. Οι αμφιβολίες για τον Νεκτάριο ήταν κατά πόσον αυτός ο «δεσποτοκαλόγερος», θα ήταν δυνατόν με τις παλαιές και θρησκευτικές αντιλήψεις του, να πετύχει στο έργο που του ανατέθηκε, καθώς η Ριζάρειος ήταν μεν θεολογική σχολή, αλλά σ' αυτή φοιτούσαν πολλά παιδιά ευκατάστατων Αθηναίων και άλλων αρχόντων και πολιτικών, που δεν θα γίνονταν απαραίτητα ιερείς ή θεολόγοι, αλλά επιστήμονες. Σύντομα όμως κάμφθηκαν όλες οι αντιρρήσεις από το ρηξικέλευθο τρόπο διαπαιδαγώγησης του Νεκταρίου. Το έργο του στη Ριζάρειο ήταν οργανωτικό, εκπαιδευτικό, συγγραφικό και παιδαγωγικό. Οργάνωσε την σχολή με ορθόδοξο εκκλησιαστικό τρόπο. Για να καταλάβουμε την παιδαγωγική του σκέψη αρκούν τα παρακάτω: Κάποτε μαθητές της Ριζαρείου ήρθαν στα χέρια. Τότε ο ίδιος αντί να τους τιμωρήσει, αυτοτιμωρήθηκε, θεωρώντας εαυτόν υπαίτιο, με ασιτία 3 ημερών. Άλλοτε βρέθηκε ξυπόλητος να διδάσκει, διότι εισερχόμενος στην σχολή είδε ένα φτωχό που τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει ώστε να αποκτήσει παπούτσια, καθότι δεν είχε. Ο Νεκτάριος έβγαλε τα δικά του και τα παρέδωσε προς κατάπληξη των πάντων. Άλλοτε σε μια διαμάχη μεταξύ των επιστατών για το ποιος ήταν υπεύθυνος καθαριότητας των αποχωρητηρίων, ο ίδιος έλυσε τη διαφορά τους, καθαρίζοντάς τις. Τέτοια παραδείγματα τον έκαναν στην τότε μικρή Αθήνα ακουστό και κοσμαγάπητο. Το παράδειγμα του, ανάμεσα στους τροφίμους ήταν καταλυτικό και η σχολή στις μέρες του απέκτησε μεγάλη αίγλη. Την ίδια εποχή επιδόθηκε σε μεγάλο συγγραφικό έργο. Πολλά έργα τα διέθετε, επειδή πολλοί αδυνατούσαν να τα αγοράσουν, λόγω φτώχειας. Με γνώμονα την ψυχική ωφέλεια, ασκητής και ολιγαρκής, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για αυτοπροβολή και κέρδος. Όταν τον κατηγορούσαν ουδέποτε αντιδικούσε, παρέμενε πράος και έλεγε πως ο Θεός θα δικαιώσει το δίκαιο και την αλήθεια. Ταπεινός, μοναχικός αλλά προσηνής, ο ήδη σεβάσμιος γέροντας Νεκτάριος έγινε παράδειγμα προσφοράς και αγάπης στους πονεμένους συνανθρώπους του στις δύσκολες εκείνες εποχές. Η ταπεινοφροσύνη και το αίσθημα ευθύνης για το έργο που επιτελούσε, αποδείχθηκε τότε που πέθανε ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, όταν του ζητήθηκε να τον διαδεχθεί και ο ίδιος αρνήθηκε. Η φτώχεια τότε που διετέλεσε ο Νεκτάριος διευθυντής της Ριζαρείου ήταν γενικευμένη, ενώ το ηθικό των Ελλήνων μετά την αποτυχία, του ελληνοτουρκικού πολέμου (1897), βρισκόταν στο ναδίρ. Με την ελεημοσύνη και το λόγο του ευαγγελίου τόνωνε τους Αθηναίους, που προσέτρεχαν στα κηρύγματά του για ν' ακούσουν τις συμβουλές του. Το 1908, εγκατέλειψε τη θέση του, για λόγους υγείας.

ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ: Ο Άγιος Νεκτάριος εγκαταστάθηκε το 1908 στο νησί, η σχέση του όμως με την Αίγινα διαρκούσε τουλάχιστον 10 χρόνια. Ο Νεκτάριος έψαχνε έναν τόπο να στεγάσει ένα μοναστήρι για το τέλος της ζωής του, ένα «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα”, όπως έλεγε. Πιο έντονη και ίσως επιτακτική έγινε αυτή η ανάγκη, όταν 4 γυναίκες που ήσαν μόνες και συνδέονταν μαζί του, με σχέση πνευματικής καθοδήγησης, θέλησαν να μονάσουν υπό την εποπτεία του. Έτσι βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην Αίγινα, στο οποίο και αποφάσισε να στεγάσει τις 4 μοναχές και άλλες 3 που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το το 1904 υπό την καθοδήγησή του, παρότι αυτός ακόμα βρισκόταν στην Ριζάρειο σχολή. Η εμφάνισή του στο νησί συνδυάστηκε με δύο γεγονότα, που τον έκαναν ιδιαίτερα λαοφιλής. Ο Νεκτάριος αρχικά θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο. Όταν οι νησιώτες το έμαθαν, τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό να βρέξει, διότι είχε στο νησί 3 χρόνια ξηρασία. Ο ίδιος με σύσσωμη παρουσία των νησιωτών, λειτούργησε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Αυτά θεωρήθηκαν θεϊκά σημάδια από τους Αιγινίτες, με αποτέλεσμα να θεωρούν Άγιο τον Νεκτάριο, ακόμα και εν ζωή. Όταν το 1908 παρζαιτήθηκε από τη Ριζάρειο, αφοσιώθηκε στο μοναστήρι. Η χάρη του και η φήμη διαρκώς μεγάλωνε με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος δωρεών να κατευθύνεται στο μοναστήρι που σε τέσσερα χρόνια επεκτάθηκε και φιλοξενούσε πια 15 μοναχές. Πολλά χρήματα κατευθύνονταν στους φτωχούς του νησιού. Μεγάλο μέρος λαού και πιστών κατευθυνόταν προς το μοναστήρι, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, για να πάρει την ευχή του ήδη ξακουστού Νεκταρίου, κάτι που βοηθούσε και τους νησιώτες να ανασάνουν οικονομικά. Παρότι ήταν μεγάλος σε ηλικία όταν αποσύρθηκε στην Αίγινα, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται είτε πνευματικά και χειρωνακτικά. Το έργο είχε χαρακτήρα ποιμαντικό, λειτουργικό, εξομολογητικό, παρηγορητικό. Στάθηκε στους ανθρώπους του νησιού σαν αδελφός, βοηθός, συμπαραστάτης, οδηγός και συνοδοιπόρος. Η ποιμαντική αγωγή του ποιμνίου, μακρύτερα από τα στενά όρια του νησιού, ήταν πάντα μέλημά του, έτσι συνέχισε το σπουδαίο συγγραφικό του έργο. Επίσης διέθετε περισσότερο χρόνο για προσευχή, ιδιαίτερα προς την Παναγία, που θεωρούσε μητέρα του. Οι δυσκολίες και οι πίκρες ποτέ δεν έλειψαν. Παρότι είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την επαναλειτουργία της μονής, ο Αθηνών Θεόκλητος αρνείτο να αναγνωρίσει την μονή. Το πρόβλημα αυτό μεγάλωνε, διότι η μονή δεν αποκτούσε νομική προσωπικότητα με αποτέλεσμα να αδυνατεί να κρατήσει τις κληρονομιές και όποια άλλα οικονομικά ωφελήματα είχε από πιστούς με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει το φιλανθρωπικό έργο. Κάποιοι δηλαδή, άφηναν κληρονομιές υπέρ του μοναστηριού, που το μοναστήρι αδυνατούσε να αποδεχτεί λόγω της νομικής ανυπαρξίας του. Ο Νεκτάριος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τον πείσει να αναγνωρίσει τη Μονή, όμως δεν είδε το αίτημά του να πραγματοποιείται.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ “ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ”: Το 1918 ο Άγιος κατηγορήθηκε από μητέρα μοναχής για ανηθικότητα. Γρήγορα όμως εξετάσεις και έρευνες του εισαγγελέα Αθηνών κατέδειξαν το ψεύδος της μητέρας της κόρης, η οποία οικειοθελώς είχε προσχωρήσει στο μοναστήρι. Εξ αιτίας αυτού του λόγου, αλλά και κληρικών οι οποίοι τον φθονούσαν, πιστεύοντας ότι τους παίρνει την «πελατεία» και τον κατηγορούσαν πισώπλατα, ουσιαστικά δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του, την αναγνώριση του Μοναστηριού. Πάντα όμως πιστός στο Ευαγγέλιο και το παράδειγμα του Χριστού, πίστευε απόλυτα στη δικαιοσύνη του Θεού. Ήταν πράος, ήρεμος, υπομονετικός σε όλες αυτές τις κατηγορίες και εξευτελισμούς που κατά καιρούς τον υπέβαλαν. Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η ασθένεια του προστάτη, μαζί με τις κακοπάθειες της ζωής τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμα και τότε, όμως, σχεδίαζε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο. Τελικά δεν πρόλαβε. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο, όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη. Στις 8 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη. Το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη, έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στο δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, που κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται στην κλινική.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ: Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα όμως που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κ. Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς, νησιώτες είναι πραγματικά αξιοπερίεργα και εξηγούν τη σημερινή λαοφιλία. Στο διπλανό κρεβάτι που νοσηλευόταν ο Άγιος νοσηλευόταν και ένας παραπληγικός, που αδυνατούσε να περπατήσει. Τότε ακουμπώντας την φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου πάνω του, θεραπεύτηκε. Κατά τη μεταφορά του λέγεται ότι δεν είχε βάρος, ενώ το μέτωπό του ανάβλυζε μύρο. Το μεγαλύτερο όμως μυστήριο είναι ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμεινε αναλλοίωτο για περισσότερο από 30 χρόνια. Το λείψανό του πρώτη φορά εξετάφη 3 έτη μετά την κοίμησή του και αυτό που συνέβη κλόνισε από άκρη σε άκρη την Ελλάδα.

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ: Ο Άγιος Νεκτάριος ήταν πολυγραφότατος λόγιος της εποχής και παρέδωσε πολυποίκιλο έργο, πραγματεύοντας πάσης φύσεως θέματα. Θρησκευτικά, κοινωνικά, παιδαγωγικά, ηθικά κλπ. Το πολυδιάστατο του χαρακτήρα του Αγίου Νεκταρίου αποκαλύπτεται και από το υμνολογικό και υμνογραφικό έργο του. Ο Άγιος Νεκτάριος αγαπούσε ιδιαίτερα την Υπεραγία Θεοτόκο και γι' αυτό ειδικά συνέγραψε το θεοτοκάριον.

H επίσημη ανακύρηξη αγιοποίησης του Νεκταρίου έγινε από το Οικουμ. Πατριαρχείο στις 20/4/1961.


Ο Αιακός, παππούς του Αχιλλέα και Μέγας Κριτής του Άδη του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Αιακός, παππούς του Αχιλλέα και Μέγας Κριτής του Άδη

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


   


Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ
: Ο Αιακός, ήταν γιος του Δία και της Αίγινας. Όταν κάποτε ο Αιακός είδε πάνω στον κορμό ενός δένδρου αμέτρητα μυρμήγκια, παρακάλεσε τον πατέρα του, τον Δία να του στείλει τόσους ανθρώπους σε αυτό το νησί, όσα ήταν και τα μυρμήγκια. Και ο Δίας, ακούγοντας την παράκληση του γιου του, - άλλωστε βρισκόμαστε στην περίοδο αμέσως μετά τον κατακλυσμό, μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους που, σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες. Από τη γενιά των Μυρμιδόνων, ο μεγαλύτερος κλάδος, αυτός του Πηλέα, εγκαταστάθηκε στη μυθική θεσσαλική Φθία. Από τη γενιά αυτή καταγόταν και ο Αχιλλέας.

    ΤΕΚΝΑ – Ο ΤΕΛΑΜΩΝ: Ο Αιακός ήταν γενάρχης του γένους των Αιακιδών και πρώτος βασιλιάς της Αίγινας. Νυμφεύτηκε την Ενδηίδα [κόρη του Χείρωνα ή του Σκίρωνα]. Τέκνα του από την Ενδηίδα, ήταν ο Πηλέας και ο Τελαμών. Αργότερα, από τη δεύτερη σύζυγός του, τη Νηρηίδα Ψαμάθη, απέκτησε το Φώκο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Φώκος ήταν καλύτερος από τον ετεροθαλή αδελφό του Τελαμώνα σε όλα τα αθλήματα και όταν ο Τελαμώνας σκότωσε κατά λάθος τον Φώκο κατά την εξάσκησή του στην δισκοβολία, οι κάτοικοι της Αίγινας νόμιζαν ότι το έκανε από φθόνο. Ο Τελαμώνας είπε με ειλικρίνεια τι πραγματικά έγινε αλλά οι συμπολίτες του δεν τον πίστεψαν.

    ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ: Ο πατέρας τους, για να κατευνάσει τους πολίτες της Αίγινας εξόρισε και τους δυο γιους του, παρά τη μεγάλη του αγάπη προς αυτούς, από την Αίγινα. Έτσι ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία, μαζί με πολλούς από τους Μυρμιδόνες και ίδρυσε το κράτος των Μυρμιδόνων, ενώ ο Τελαμών πήγε στη γειτονική Σαλαμίνα, όπου και έγινε βασιλέας.

Αιακός, Ραδάμανθυς και Μίνωας στον Άδη

 Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΡΙΤΗΣ ΤΟΥ ΑΔΗ
: Επειδή ο Αιακός έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από τους συγγενικούς δεσμούς, θεωρείτο ο πιο ευσεβής και δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο και για αυτό τον λόγο, μετά το θάνατό του, έγινε κριτής στον Κάτω Κόσμο, αλλά και κλειδοκράτορας των πυλών του βασιλείου του Πλούτωνα. Ήταν γνωστός σε όλη την αρχαία Ελλάδα για την δικαιοσύνη του και τον τιμούσαν όλοι οι Έλληνες βασιλείς. Λέγεται ότι κάποτε είχε επικρατήσει ξηρασία σε όλη την Ελλάδα, σαν τιμωρία των Θεών επειδή ο Πέλοπας σκότωσε το βασιλιά Στύμφαλο, και η Πυθία είπε ότι για να έρθει η βροχή θα πρέπει ο Αιακός να προσευχηθεί στους θεούς. Πριν προλάβει ο Αιακός να τελειώσει την προσευχή του άρχισε να βρέχει.

    ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Διάφοροι μύθοι αναφέρουν πως βοήθησε τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα να κτίσουν τα τείχη της Τροίας. Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Νεότερο, ο Αιακός είναι εκείνος που ανακάλυψε το ασήμι και έκοψε το πρώτο νόμισμα. Δεν είναι τυχαίο πως εδώ πάλι ο μύθος ενισχύει μια ιστορική πραγματικότητα: η Αίγινα ήταν η πρώτη που έκοψε νόμισμα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Μετά το θάνατό του, οι Αιγινίτες έκτισαν προς τιμή του το Αιάκειον, έναν ναό αφιερωμένο στο ίδιο, ενώ καθιέρωσαν γιορτές προς τιμήν του, τα ¨Αιάκεια”, που γιορτάζονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα στην Αίγινα. Απόγονοί του ήταν οι ήρωες του Τρωικού πολέμου, Αχιλλέας και Αίας ο Τελαμώνιος [γιος του Τελαμώνα]. Οι απόγονοί του, από τον άτυχο Φώκο, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Παρνασσού και από τότε η περιοχή αυτή ονομάστηκε Φωκίς [Φωκίδα].

   ΟΙ ΚΡΙΤΕΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ: Μαζί με τον Αιακό, που ήταν ο κάτοχος των κλειδιών του Άδη και δικαστής των ανδρών της Ευρώπης, κριτές ήταν ακόμη ο Ραδάμανθυς, άρχοντας των Ηλυσίων Πεδίων και κριτής των ανδρών της Ασίας, και ο Μίνωας που ήταν ο κριτής κατά την τελική ψηφοφορία. Και οι τρεις αυτοί κριτές θεωρούνταν γιοι του Δία. Κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς λένε ότι υπήρχε κι ένας τέταρτος δικαστής, ο Τριπτόλεμος. Αξίζει να σημειώσουμε πως το όνομα του Αιακού προέρχεται από την ελληνική λέξη αιακτός, που σημαίνει θρήνος.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
:Ησίοδος, Κατάλογοι Γυναικών Θραύσμα 19Α. Αισχύλος, Θραύσμα 50 Europa (Πάπυρος). Όμηρος, Οδύσσεια 11 568 κ.ε. Πίνδαρος, Ολυμπιακή Ωδή 2 55 κ.ε. Πλάτων, Μίνως 318d, Απολογία 41a, Φαίδων 107c , 112ε, Γοργίας 523a και 524b. Απολλόδωρος, Bibliotheca 3 6. Πλούταρχος, Βίος του Θησέα 16 1. Διόδωρος Σικελιώτης, 5 79 2. Φιλόστρατος, Βίος του Απολλώνιου του Τυάνων 3.25, 8.7. Οβίδιος. Μεταμορφώσεις 13,25. Νόννος, Διονυσιακά 6,212. Υγίνος, Fabulae 52. Απολλόδωρος, 3.12.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Με το όνομα Αιάκειον υπάρχει και πόλη στην Κορσική [Γαλλία].Η πιο γνωστή αλλά μη επιβεβαιωμένη παράδοση αναφέρει ότι η πόλη ιδρύθηκε ή πήρε το όνομά της από τον μυθικό Έλληνα ήρωα του Τρωικού Πολέμου, τον Αίαντα (Αίαντας ο Τελαμώνιος ή ο Λοκρός 

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Οι Άγγελοι κατά την Αγία Γραφή [8.11] [επί τη εορτή των Αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου + ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ + ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 

Οι Άγγελοι κατά την Αγία Γραφή [8.11] 

+ ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ + ΠΡΟΣΕΥΧΗ

[επί τη εορτή των Αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου


 

  Η πρώτη σημασία της λέξης άγγελος στην Αγία Γραφή είναι αυτή του αγγελιαφόρου (Μτθ. ια΄10, Λουκ. ζ΄24). Πολλές φορές σημαίνει τον φέροντα την αγγελία (Ιώβ α΄14, Α΄ Βασ. ια΄3), άλλες τον Προφήτη (Ησ. μβ΄19, Αγγ. α΄13), άλλες τον ιερέα (Εκκλ. ε΄6, Μαλαχ. β΄7), άλλες τον ιεροκήρυκα (Αποκ. β΄1,8,12) και τέλος τον ίδιο τον Ιησού Χριστό ως μέγα άγγελο της Διαθήκης (Μαλαχ. γ΄1).

Κυρίως, όμως, με τη λέξη άγγελος η Αγία Γραφή εννοεί το πνευματικό και λογικό ον, που είναι ανώτερο από τον άνθρωπο στο χαρακτήρα, στις διαθέσεις και τις δυνάμεις. Οι άγγελοι αυτοί του Θεού στέκονται πάντοτε ενώπιον του Θεού, Τον υπηρετούν, μεταφέρουν στους ανθρώπους τις διαταγές Του: “ταύτα δὲ αυτού ενθυμηθέντος ιδοὺ άγγελος Κυρίου κατ' όναρ εφάνη αυτώ λέγων· Ιωσὴφ υιὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθής παραλαβείν Μαριὰμ την γυναίκά σου, το γαρ εν αυτή γεννηθὲν εκ πνεύματός εστιν αγίου” (Μτθ. α΄20), και ενεργούν υπέρ της ευημερίας και της σωτηρίας των ανθρώπων και της ανθρωπότητας γενικά: “Καὶ πληρωθέντων ετών τεσσαράκοντα ώφθη αυτώ εν τη ερήμω του όρους Σινά άγγελος Κυρίου εν φλογὶ πυρὸς βάτου.” (Πράξ. ζ΄30). Ως πνευματικά όντα οι άγγελοι δεν έχουν διάκριση φύλου:”Εν γὰρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται, αλλ' ως άγγελοι Θεού εν ουρανώ εισι.” (Μτθ. κβ΄30) Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πολύ προ της δημιουργίας του ορατού κόσμου: “ότε εγενήθησαν άστρα, ήνεσάν με φωνή μεγάλη πάντες άγγελοί μου.”, λέει ο Θεός στον Ιώβ, (Ιώβ λη΄7). Στη Βίβλο οι άγγελοι παρουσιάζονται πολυπληθείς:” ποταμὸς πυρὸς είλκεν έμπροσθεν αυτού· χίλιαι χιλιάδες ελειτούργουν αυτώ, και μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αυτώ· κριτήριον εκάθισε, και βίβλοι ηνεώχθησαν.“ (Δαν. ζ΄10) και αλλού: (Μτθ. κστ΄53, Λουκ. β΄13, Εβρ. ιβ΄22,23), ως όντα μεγάλης ισχύος: “ ευλογείτε τον Κύριον, πάντες οι άγγελοι αυτού, δυνατοὶ ισχύι ποιούντες τον λόγον αυτού του ακούσαι της φωνής των λόγων αυτού.” (Ψαλ. ρβ΄20) και αλλού (Β΄Πέτρ. β΄11, Αποκ. ε΄2, ιη΄21, κ.α.), ως ενεργητικοί: “και εγένετο εν τω αναβήναι την φλόγα επάνω του θυσιαστηρίου έως του ουρανού και ανέβη ο άγγελος Κυρίου εν τη φλογὶ του θυσιαστηρίου, και Μανωὲ και η γυνὴ αυτοῦ βλέποντες και έπεσαν επὶ πρόσωπον αυτῶν επὶ την γην.” (Κριτ. ιγ΄20) και αλλού (Ησ. στ΄2-6, Δαν. θ΄21-23, Μτθ. ιγ΄49, Πράξ. κζ΄23, Αποκ. η΄13), ως ομαδοποιημένοι σε τάξεις ή στρατιές, Χερουβίμ, Σεραφίμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές, Άγγελοι, Αρχάγγελοι, (Ι.Κ.): (Ησ. στ΄1-6) και (Ιεζ. ι΄1, Κολοσ. α΄16, Αποκ. ιβ΄7), ως ενδιαφερόμενοι για την ευημερία και τη σωτηρία των ανθρώπων: (Λουκ. Β΄9-12, κατά την κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου), αλλά και στο Α΄Πέτρ. α΄12 και ως απολαμβάνοντες της ουρανίου μακαριότητος μαζί με τους αγίους: (σχετ. Εβρ. ιβ΄22,23).

Μια ομάδα αγγέλων αμαρτάνοντας από οίηση, δεν τήρησε τις αρχές της και αποπέμφθηκε από τον Θεό στην Άβυσσο: καὶ παρεκάλει (το δαιμόνιο στο θαύμα της θεραπείας στα Γάδαρα) αυτὸν ίνα μη επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν.” (Λουκ. η΄29-31). Αυτοί ονομάστηκαν διάβολοι, δαίμονες ή πειρασμοί εξαιτίας της πορείας τους εναντίον του θεού και της ανθρωπότητας. Ο αρχηγός τους ονομάζεται στην εβραϊκή γλώσσα Βεελζεβούλ (άρχων των μυγών), Σατάν ή Αβαδδών: “έχουσι βασιλέα επ' αυτών τον άγγελον της αβύσσου· όνομα αυτώ Εβραϊστὶ Αβαδδὼν, εν δε τη Ελληνική όνομα έχει Απολλύων.” (Αποκ. θ΄11), και Απολλύων ή Ολοθρεύων στην ελληνική, ενώ στη μετάφραση των Εβδομήκοντα καλείται άγγελος της Αβύσσου. Από τους αγαθούς αγγέλους λέγεται ότι επτά είναι οι Αρχάγγελοι, εκ των οποίων οι πιο γνωστοί στους ανθρώπους είναι ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ, οι και σήμερα εορτάζοντες, οι οποίοι βρίσκονται μπροστά στο θρόνο του Θεού: “Και είδον τους επτὰ αγγέλους οι ενώπιον του Θεού εστήκασι, και εδόθησαν αυτοίς επτὰ σάλπιγγες.”(Αποκ. η΄2) και έχουν εξουσία πάνω στους άλλους αγγέλους και προστατεύουν ορισμένα έθνη: “Και εν τω καιρώ εκείνω αναστήσεται Μιχαὴλ ο άρχων ο μέγας, ο εστηκώς επὶ τους υιοὺς του λαού σου· καὶ έσται καιρὸς θλίψεως, θλίψις οία ου γέγονεν αφ' ου γεγένηται έθνος εν τη γη έως του καιρού εκείνου· και εν τω καιρώ εκείνω σωθήσεται ο λαός σου, πας ο γεγραμμένος εν τη βίβλω”(Δαν. ιβ΄1). Τέσσερα ονόματα Αρχαγγέλων γνωρίζουμε, από τους οποίους οι δύο αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη, ο Μιχαήλ (Ιουδ. 9) και ο Γαβριήλ (Λουκ. α΄16), ο ένας στην Παλαιά Διαθήκη, ο Ραφαήλ (Τωβίτ ιβ΄15), ενώ σε εβραϊκά συγγράματα άλλος ένας, ο Ουριήλ. Σε ένα από τα αρχαιότερα χριστιανικά συγγράμματα, στο έργο “Ο Ποιμήν” του Ερμά, διαβάζουμε ότι ο εφεστώς του πιστού, δηλαδή ο φύλαξ άγγελος: “τρυφερός εστί και αισχυντηρός και πραϋς και ησύχιος. Όταν μεν ουν επί την καρδία σου αναβή, ευθέως λαλεί μετά σου περί δικαιοσύνης, περί αγνείας, περί σεμνότητος και περί αυταρκείας και περί παντός έργου δικαίου και περί πάσης αρετής ενδόξου”, ενώ προσθέτει πιο κάτω πως όταν γεννιούνται στην καρδιά σου τέτοιες σκέψεις και αισθήματα, μάθε ότι ο άγγελος ο αγαθός είναι μαζί σου1. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός προσθέτει: “Είναι ο άγγελος φύση λογική, πνευματικὴ και ελεύθερη, μεταβλητὴ σύμφωνα με την απόφασή της, δηλαδὴ μεταβλητὴ μὲ τὴ θέλησή της· διότι καθετὶ που έχει δημιουργηθεί είναι και μετάβλητο και μόνο τὸ αδημιούργητο είναι αμετάβλητο. Επίσης καθετὶ λογικὸ είναι ελεύθερο. Επειδὴ λοιπὸν ο άγγελος είναι λογικὴ και πνευματικὴ φύση, είναι ελεύθερη· επειδὴ όμως είναι φύση ποὺ έχει δημιουργηθεί, είναι μεταβλητή, με δυνατότητα να μένει σταθερὴ και να προοδεύει στο αγαθό, αλλὰ και να κατευθύνεται στο κακό. Επίσης, δεν έχει τη δυνατότητα να μετανοήσει, διότι είναι και ασώματος. Ο άνθρωπος δηλαδὴ μπορεί να μετανοήσει λόγω της ασθένειας του σώματός του. Είναι αθάνατος όχι εκ φύσεως, αλλὰ κατά χάρη· διότι καθετὶ που έχει αρχή, έχει και τέλος σύμφωνα με τοὺς φυσικοὺς νόμους. Και μόνος ο Θεὸς είναι αιώνιος, ή καλύτερα πέραν απὸ το αιώνιο· διότι ὁ Δημιουργὸς του κόσμου δεν εξαρτάται απὸ τὸ χρόνο, αλλὰ είναι πέραν απὸ το χρόνο. Οι άγγελοι είναι δεύτερα πνευματικὰ φώτα, που παίρνουν το φωτισμὸ απὸ τὸ πρώτο και άναρχο φῶς και δεν έχουν ανάγκη απὸ γλώσσα και ακοή, αλλὰ πληροφορούνται μεταξύ τους τα προσωπικὰ διανοήματα και τις αποφάσεις τους χωρίς τον προφορικὸ λόγο.2”Αξίζει να αναφέρουμε ότι, εκτός της εορτής των Αγίων Αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ, η Εκκλησία μας έχει αφιερώσει τη Δευτέρα κάθε εβδομάδας προς τιμήν των αγγέλων.

  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ – ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥΣ: Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο, αφού στον “Ιώβ” ο Θεός λέει ότι όταν δημιούργησε το σύμπαν, οι άγγελοι Τον ύμνησαν με δοξολογίες. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει ότι πριν τη δημιουργία του υλικού κόσμου υπήρχε ο κόσμος των αγγέλων. Ο τρόπος δημιουργίας των από το Θεό δεν μας είναι γνωστός. Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων δεν έχει να κάνει με κάποια ανάγκη του Θεού. Πώς θα μπορούσε άλλωστε ο πνευματικός ή ο υλικός κόσμος να προσφέρει κάτι επιπλέον στη δόξα του Θεού. Ο σκοπός της δημιουργίας των αγγέλων, κατά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, είναι να συμμεριστούν ως λογικά όντα τη μακαριότητά Του. Αυτή η μετοχή στη θεία μακαριότητα ωθεί τις αγγελικές δυνάμεις σε συνεχή ανοδική πορεία προς τη πνευματική τελειότητα.

Η ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ: Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι οι άγγελοι είναι “φύσεις νοερές, αεικίνητες, αυτεξούσιες, ασώματες”. Υπηρετούν το θεό και είναι κατά χάριν αθάνατες. Η φύση τους είναι πνευματική. Επειδή όμως απολύτως άϋλος και ασώματος νοείται μόνο ο Θεός, γι΄ αυτό το αγγελικό σώμα νοείται ως αιθέριο, πυροειδές, ταχύτατο και πολύ λεπτότερο από τη γνωστή μας ύλη. Οι άγγελοι, ως προς τη προαίρεση ήταν ελεύθεροι και τρεπτοί, έχοντας δυνατότητα να προκόπτουν στο αγαθό, αλλά και να τρέπονται στο κακό. Συνάγουν θεία γνώση απλώς μένοντας καθαροί από κάθε υλικό στοιχείο. Παρά την καθαρότητα της αγγελικής φύσης, οι άγγελοι μπορούν να επιλέξουν τη συνεχή κοινωνία της Αγάπης ή την άρνηση της Αγαθότητας. Αποτέλεσμα της ελευθερίας τους ήταν και η πτώση του τάγματος του Εωσφόρου. Αυτό το αγγελικό τάγμα δεν αρκέστηκε στη θαυμαστή λαμπρότητά του, αρνήθηκε την ιεραρχημένη πρόοδο της θείας γνώσης και θέλησε άμεση εξομοίωσή του με το Θεό! Γι΄ αυτό ηθελημένα αφιερώθηκε στη κακία και στερήθηκε την αληθινή ζωή. Έτσι, έγιναν πνεύματα νεκρά αφού απέβαλαν την αληθινή ζωή και ακόρεστα από την ορμή τους προς τη κακία, προσθέτοντας διαρκώς κακία επάνω στην ήδη υπάρχουσα.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Οι άγγελοι όμως που δεν ακολούθησαν τον Εωσφόρο στην αποστασία, απέκτησαν την ατρεψία και ακινησία προς το κακό. Αυτό συνέβη με την ενανθρώπηση, τη σταυρική θυσία και την ανάσταση του Χριστού, αφού έμαθαν ότι ο δρόμος που οδηγεί στην κατά Θεόν ομοίωση δεν είναι η έπαρση, αλλά η υψοποιός ταπείνωση. Η α-τροπία των αγγέλων προς το κακό δεν σημαίνει ότι χάθηκε το αυτεξούσιό τους, αλλά ότι εξαγιάσθη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Οι άγγελοι έχουν ανώτερες γνωστικές ικανότητες, αλλά δεν είναι παντογνώστες, ούτε παντοδύναμοι. Δεν προγνωρίζουν τα μέλλοντα, εκτός αν τους τα αποκαλύψει ο Θεός, ούτε γνωρίζουν τι κρύβεται στη καρδιά κάθε ανθρώπου. Η μετακίνησή τους γίνεται ταχύτατα, αλλά δεν είναι πανταχού παρόντες. Δεν έχουν διάκριση φύλου, γιατί η φύση τους είναι πνευματική, δε χρειάζονται τροφή, ή ανάπαυση, αλλά ούτε πεθαίνουν ούτε πολλαπλασιάζονται. Η αθανασία τους πηγάζει από την “κατά χάριν μετοχή” στην αγιότητα του Θεού.

ΔΙΑΤΑΞΗ: Ο αριθμός των αγγελικών όντων είναι απροσμέτρητος. Ο Κύριος ομιλεί στη Γεσθημανή για περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων, ενώ ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είδε γύρω από το θρόνο του Θεού χορωδία από μυριάδες μυριάδων αγγέλων. Οι αναρίθμητοι άγγελοι είναι οργανωμένοι σε τάγματα [τάξεις]. Κατά αναφορές των Προφητών Ησαϊα και Ιεζεκιήλ, του αποστόλου Παύλου, του αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη και του Οσίου Νικήτα Στηθάτου, τα αγγελικά τάγματα είναι εννέα ταξινομούμενα σε τρεις ιεραρχίες: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι- Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες- Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι. Όμως, η Αγία Γραφή μας φανερώνει και τα προσωπικά ονόματα ορισμένων αγγέλων. Γνωρίζουμε τον Γαβριήλ [=ήρωας του Θεού], από την εμφάνισή του στους προφήτες Δανιήλ και Ζαχαρία και στη Θεοτόκο, τον Μιχαήλ, [=τις ως ο Θεός ημών], που εμφανίζεται στη Παλαιά Διαθήκη, τον Ραφαήλ [= ο Κύριος θεραπεύει], που εμφανίζεται στον Τωβίτ μεταφέροντας ανθρώπινες προσευχές στο θρόνο του Θεού. Τέλος γνωστός από την εβραϊκή παράδοση είναι ο Ουριήλ.

ΤΡΙΠΛΟ ΕΡΓΟ: Οι άγγελοι πρώτα δοξολογούν ακατάπαυστα το Θεό. Αυτή η δοξολογία είναι αυθόρμητη και πηγάζει από τη θέα του κάλλους του Θεϊκού προσώπου. Τη νύχτα των Χριστουγέννων εμφανίσθηκε πλήθος αγγέλων που αινούσε το Θεό για το γεγονός της θείας ενσαρκώσεως. Το δεύτερο έργο τους είναι η διακονία στη Θεία Οικονομία. Νιώθοντας αγάπη προς το Πλάστη τους διακονούν τα μυστήρια της Θείας Οικονομίας. Το τρίτο έργο των αγγελικών δυνάμεων αφορά τη σωτηρία των ανθρώπων. Με αυτό επιφορτίσθηκαν μετά την δημιουργία του ανθρώπου. Μάλιστα, όταν μετανοεί ένας άνθρωπος, πανηγυρίζουν και χαίρονται στον ουρανό. Στο έργο του Ερμά “Ποιμήν”, γίνεται λόγος για προσωπικό φύλακα άγγελο κάθε ανθρώπου. Αυτός διδάσκει στην ανθρώπινη καρδιά τη δικαιοσύνη και το δρόμο προς το αγαθό. Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι απαραίτητη προϋπόθεση παραμονής του φύλακα αγγέλου δίπλα μας, είναι ο άγιος βίος. Ο άγγελος αυτός παρηγορεί, συμπονά, συμπάσχει με τον άνθρωπο, τον οδηγεί στη μετάνοια και τον προστατεύει από ορατούς και αόρατους εχθρούς. Εκτός όμως από το φύλακα άγγελο κάθε ανθρώπου, υπάρχουν και οι φύλακες άγγελοι των εθνών και των κατά τόπους εκκλησιών. Στο Δευτερονόμιο ο Θεός διαμοιράζει τα έθνη και τοποθετεί τα όρια των εθνών σύμφωνα με τον αριθμό των αγγέλων του. Ο άγιος Ιππόλυτος, τέλος, παρομοιάζει την Εκκλησία με πλοίο που έχει ναύτες τους αγγέλους.

ΤΙΜΗ: Η τιμητική προσκύνηση των αγγέλων διακηρύχθηκε από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο σε αντιδιαστολή προς τη λατρεία που αφορά μόνο το πρόσωπο του Θεού. Στον εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο, η Δευτέρα αφιερώνεται στις αγγελικές δυνάμεις. Δύο παρακλητικοί κανόνες αφορούν το φύλακα άγγελο και τις επουράνιες Δυνάμεις. Ο ετήσιος λειτουργικός κύκλος σηματοδοτείται από έξι εορτές αφιερωμένες στον αγγελικό κόσμο, με κυρίαρχη εκείνη της 8ης Νοεμβρίου, στην οποία εορτάζεται η Σύναξη των Αγγέλων υπό τον αρχάγγελο Μιχαήλ ως αντίσταση κατά της αποστασίας του Εωσφόρου. Η κατεξοχήν τιμή των αγγέλων γίνεται στη Θεία Λειτουργία. Εκεί, ο λαός του Θεού στη γη και οι στρατιές του ουρανού με ένα στόμα, σε κοινή λειτουργική σύναξη προσφέρουν στο Θεό δοξολογία. Μαζί με τους ιερείς συνέρχονται στο θυσιαστήριο και συλλειτουργούν. Μαζί κυκλώνουν την αγία Τράπεζα και τα Τίμια Δώρα, διά χειρός αγγέλου αναφέρονται “εις οσμήν ευωδίας πνευματικής στο υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο”. Ωστόσο, εκείνοι που τιμούν ιδιαίτερα τους αγγέλους είναι οι μοναχοί, οι έχοντες δηλαδή το “αγγελικό σχήμα”. Μέσα από διαρκή προσευχή και άσκησή, αγωνίζονται να ομοιάσουν στους αγγέλους αναπληρώνοντας το εκπεσόν τάγμα! Γι΄ αυτό και η ακολουθία της μοναχικής κουράς φέρει το όνομα “Ακολουθία του μεγάλου και αγγελικού Σχήματος”.

1. Ερμάς, Ποιμήν, Εντολή ε΄11, 3-4., ΒΕΠΕΣ.

2. Ιωάννης Δαμασκηνός, Περί Αγγέλων, Migne P.G.94, 865.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

Ο Παρακλητικός Κανών στον Άγιο Αρχάγγελο Μανταμάδου και στον Άγιο Ταξιάρχη Πανορμίτη εδώ: 

Και η θαυματουργή προσευχή στον Αρχάγγελο Ταξιάρχη Μιχαήλ εδώ:  https://www.youtube.com/watch?v=bgImClZwh0I
και εδω: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ἡ Γραῖα κ᾿ ἡ θύελλα (1906) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

  Ἡ Γραῖα κ᾿ ἡ θύελλα (1906)  του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου     Μὲ τοὺς ὀλίγους ὁ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....