Ετικέτες - θέματα

7.2.26

Ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός ο Νέος (14/2/1568) [O μάρτυρας της αργίας της Κυριακής] +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός ο Νέος (14/2/1568)

[O μάρτυρας της αργίας της Κυριακής] +ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: ΤΟ 1423 η Λάρισα και όλη η Θεσσαλία, επί σουλτάνου Μουράτ του Β’, με τον Οθωμανό στρατηγό Τουραχάν υπέκυψε οριστικά στο Τουρκικό ζυγό. Έτσι, για τους Έλληνες άρχισαν στερήσεις, ταπεινώσεις, απειλές, αρπαγές. Ο λαός, ταπεινωμένος, πονεμένος, ταλαίπωρος, ραγιάς λαός! Χωρίς τα κοσμικά του στηρίγματα. Μόνο με αναμνήσεις και ελπίδες. Εν τούτοις, κάτι είχε να τον στηρίζει. Ταπεινό, ίσως, και ασήμαντο στην εκτίμηση πολλών. Και όμως αποφασιστικό για την επιβίωση του. Ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία! Οι κληρικοί και οι μοναχοί της Εκκλησίας. Ανέτειλαν και οι μάρτυρες της Πίστεως του. Αυτοί τον παρηγορούσαν, τον φώτιζαν, τον συγκινούσαν, τον κρατούσαν στη ζωή, και, όταν ήλθε το πλήρωμα των καιρών, τού έδωσαν και την ελευθερία του.Ο άγιος οσιομάρτυς Δαμιανός ήταν ένας από αυτούς.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ: Ο Δαμιανός γεννήθηκε γύρω στο 1500 από γονείς ραγιάδες! Είχαν περάσει περίπου εκατό χρόνια δουλείας της Θεσσαλίας στους Τούρκους. Το χωριό του, το Μυρίχοβο, της επαρχίας Καρδίτσας, Φαναρίου τότε, κατοικούνταν από λίγους αγρότες. Το μόνο πλούσιο που διέθεταν οι γονείς του Δαμιανού ήταν η ευσέβεια τους. Και από αυτήν προσέφεραν άφθονη στον μικρό γιο τους, τον Δαμιανό. Η ψυχή του παιδιού δέχτηκε την καλλιέργεια της θεοσέβειας από τους ταπεινούς γονείς του. Το παιδί προόδευε στη σοφία και την ηλικία με τη Χάρη του Θεού. Μπορούσε να το διακρίνει ο καθένας ότι θα αυτός θα γινόταν κάτι παραπάνω από το συνηθισμένο. Στο Μυρίχοβο ήταν υπόδειγμα για τους νέους.



ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΖΩΗ: Ο ευλαβής νέος ήταν ένας από εκείνους στους οποίους ο Θεός έδωκε το χάρισμα της αγάπης της μοναχικής ζωής. Ήρθε λοιπόν κάποτε στο Άγιο Όρος ο Δαμιανός, άγνωστο ακριβώς σε ποια ηλικία. Πάντως νέος. Παρουσιάστηκε στην ιερά Μονήν Φιλόθεου, δήλωσε υποταγή, εκάρη και ενεδύθη το μοναχικό σχήμα. Ο θαυματουργός όσιος Διονύσιος, ο εν Ολύμπω, διέπρεψεν ως ασκητής στη Μονήν αυτή και ήταν ηγούμενος της περί το 1520 μ.Χ. Αν σκεφτούμε, ότι ο Διονύσιος καταγόταν από την περιοχή του Δαμιανού, δεν αποκλείεται η φήμη της αγιότητας του και το παράδειγμα του να τον οδήγησαν στην Μονή αυτήν. Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα, η εσωτερική ορμή για μεγαλύτερη άσκηση, έφερε τον Δαμιανό κοντά σ΄ έναν ερημίτη του Όρους, που ονομοζόταν Δομέτιος. Πολύπειρος ο Δομέτιος στην άσκηση, δέχθηκε να χειραγώγησει και τον ενθουσιώδη Δαμιανό στην σκληρή αυστηρή ασκητική ζωή. Φαίνεται πως ήταν στο σχέδιο του Θεού αυτό. Ο άνδρας, που επρόκειτο να αναλάβει ένα σκληρό και επίπονο έργο, του του οποίου επισφράγισμα θα ήταν το μαρτύριο, έπρεπε προηγουμένως να ασκηθεί σε κάθε είδος σκληραγωγίας, την πείνα, τη δίψα, τις αγρυπνίες, τις στερήσεις και την κακοπέραση. Τρία έτη αργότερα, μέσα στο ερημητήριό του, ακούει ο όσιος Δαμιανός μία θεία φωνή να του λέει: “Δαμιανέ, ου μόνον το εαυτού δει σε ζητείν, αλλά και το των ετέρων, κατά τον θείον Απόστολον”. Η φωνή αυτή υπενθύμιζε στον ασκητή τη προτροπήν του απ. Παύλου προς τους Κορινθίους (Α’ ι’ 24), που είναι οδηγία προς κάθε χριστιανό “μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος”.



ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ: Έτσι, ο όσιος Δαμιανός ξεκίνησε με τις ευχές του γέροντα και των άλλων συνασκητών του για τη Θεσσαλία. Ήρθε πρώτα και περιόδευε τα χωριά του Ολύμπου, που βρίσκονταν κοντά στην κοιλάδα των Τεμπών, και κήρυττε επανευαγγελίζοντας τους «ραγιάδες». Θα πρέπει να προκάλεσε αίσθηση η παρουσία του αγνώστου αυτού Αγιορείτου στους κατοίκους της περιοχής. Όψη ασκητική, πρόσωπο οστεώδες, χρώμα ωχρό, κουκούλι, “σχήμα” με το σημείο του Σταυρού και τις λέξεις ΙΣ ΧΣ NΙ ΚΑ, ζώνη δερμάτινη στη μέση, κομποσχοίνι στο χέρι και σταυρός, κομβοσχοίνιο μέγα στο σώμα εις σχήμα Χ, όπως τότε ήταν η μοναχική συνήθεια, παρουσιαστικό ατημέλητο, διατροφή αυστηρά λιτή! Και το κήρυγμα του; Προφητικό, κήρυγμα μετανοίας. Άκουγαν οι ραγιάδες και ξυπνούσε η συνείδηση και επηρεάζονταν και διόρθωναν την ζωή τους. Όμως, δυστυχώς στην κοινωνία δεν υπάρχουν μόνον καλοπροαίρετοι, επιδεκτικοί θείου λόγου. Υπάρχουν και πονηροί, διεστραμμένοι άνθρωποι. Κάποιοι λοιπόν «Χριστιανοί» τον αποκαλούσαν πλάνο και τον κατέτρεχαν. Ο ίδιος δεν τους απαντούσε ενθυμούμενος το ρηθέν του Κυρίου: “Ει εμέ έδιωξαν, και υμάς διώξουσιν” (Ιω. ιε’ 20). Όμως, για να ειρηνεύσουν οι αμφισβητίες, αναχώρησε περιοδεύοντας σε χωριά της Όσσας, κηρύττοντας θείο Λόγο. Κυνηγημένος όμως κι από 'κει δίδαξε στα χωριά των Αγράφων, απ' όπου και καταγόταν. Φαίνεται, ότι στα χωριά των Αγράφων βρήκε πιο επιδεκτικό κόσμο και το κήρυγμα του, ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτο. Σ΄ αυτά τα ορεινά μέρη ο κόσμος θρήσκευε, εκκλησιάζονταν, κρατούσε την Πίστη του. Έτσι εξηγείται και γιατί η προσπάθεια του Ιεραποστόλου δεν ήταν εδώ να επαναφέρει στην ορθή Πίστη τον κόσμο, αλλά να τους ενίσχυσει στο να παραμείνουν σταθεροί, στην ορθή πίστη. Εκεί, κατά την παράδοση, έκτισε την Μονή Παναγίας Πελεκητής. Παρά ταύτα, από πουθενά δεν λείπει ο διάβολος και τα όργανά του. Για τον λόγο αυτό, ύστερα από λίγον καιρό, και εκεί έγινε ανεπιθύμητος! Και “επεί κάκει πλάνος και ψευδομόναχος ωνομάσθη παρά τίνων, καταλιπών και ταύτας τας κώμας, δια το ατάραχον εις τον Κίσσαβον αύθις επανήλθε”, σημειώνει ο βιογράφος του. Επανήλθεν στην Όσσα και τη Νοτιοανατολική της πλευρά. Εκεί, περί το 1450, σε υψόμετρο 950μ., ήρθαν Έλληνες από το Βαθύρεμα της Αγιάς, εξαιτίας της καταπίεσης και το διωγμό των Τούρκων επήλυδων από το Ικόνιον [Κονιαραίων], αφήνοντας την εύφορη γη τους στους κατακτητές, για να κτίσουν νέο χωριό, την Σελίτσανη (Ανατολήν), μακριά από τις ενοχλήσεις των αδίστακτων Ισλαμιστών. Στο χωριό αυτό βρήκε ο Ιεραπόστολος επιδεκτικές ψυχές. Εκεί, παρέμεινε εργαζόμενος, ενώ βρήκε πόρους, ώστε να κτίσει ένα μοναστήρι, τον Τίμιο Πρόδρομο. Στη Μονή που το κτίσιμό της περατώθηκε γύρω στο 1550, και στο ασκηταριό του πήγαιναν πολλοί κάτοικοι των γύρω χωριών για να ακούσουν τα κηρύγματά του και να τον συμβουλευτούν. Η Ι. Μονή ήταν ένα μικρό κοινόβιο με λίγους ευλαβείς μοναχούς. Εκεί μοιρασμένο το 24ωρο σε προσευχές, εργασία, μελέτη και λίγη ανάπαυση, σύμφωνα με τις δυνατότητες των συμμοναστών του. Με τη διάκρισή του, δεν επέβαλλε φορτία βαρύτερα από τις δυνάμεις τους στους άλλους, που δεν ήταν εξασκημένοι. Ο βιογράφος του γράφει για το ασκηταριό του: “ιδία δ’ αυτός ώκει μικρόν από της μονής, προς νότον, εν τινι σπηλαίω παρά τω παραρρέοντι χειμάρρω υπό τον εκεί κρημνόν, τους καθ’ εαυτόν αγώνας εν τούτω ανύων”, [ιερομ. Διονύσιος Παπαδόπουλος]. Σώζεται ακόμη σήμερα ο χώρος αυτός της ασκήσεως του Αγίου. Κάτω ακριβώς από την τοποθεσία, που οι ντόπιοι την ονομάζουν “Δογαντζή”.

Το ασκηταριό του Οσίου


ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ - ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ: Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια έμεινε ο Όσιος στην Ι. Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Στις αρχές του 1568, ενώ δίδασκε στη Βουλγαρινή (Έλαφο) συνελήφθη από Οθωμανούς, που τον έστειλαν στο μουλά (δικαστή) της Λάρισας με την κατηγορία ότι εμπόδιζε τους Χριστανούς να πουλάνε και να αγοράζουν τις Κυριακές, (η Κυριακή για το οθωμανικό κράτος δεν ήταν αργία, αντίθετα Σάββατα και Παρασκευές, ιερές μέρες για Εβραίους και Μουσουλμάνους, δεν οργανώνονταν αγορές). Φαίνεται, ότι οι Τούρκοι κατά παράδοση, την ημέρα της Κυριακής την είχαν καθιερώσει σαν ημέρα για τις αγοραπωλησίες, τις λαϊκές αγορές και εμποροπανηγύρεις τους. Μάλιστα, η λέξις Pazar στην τουρκική, είναι το όνομα της ημέρας, που εμείς ονομάζουμε Κυριακή!

   Όμως, θέλοντας οι Τούρκοι να επιβάλουν την συνήθειά τους στους Έλληνες, ήταν σαν να αποσκοπούσαν στη βεβήλωση της αγιότερης μέρας των Χριστιανών. Και να 'ξερε ο Όσιος ότι σήμερα, χωρίς Τουρκοκρατία, καταργήθηκε η αργία της Κυριακής, έτσι απλά! Κι αυτό είναι ένα μέτρο που αποδομεί την ελληνική κοινωνία, αποϊεροποιεί τη ζωή των Ελλήνων και καταργεί την Κυριακή ως ημέρα αφιερωμένη στό Θεό. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πιστός στη διδασκαλία του Δαμιανού, έλεγε δύο αιώνες αργότερα: «Πρέπει να χαιρώμεθα περισσότερο την Κυριακή, που είναι η Ανάστασις του Χριστού μας. Να εργαζώμεθα τις έξι ημέρες για τα μάταια, γήινα και ψεύτικα, και την Κυριακὴ να πηγαίνουμε στην εκκλησία και νὰ στοχαζώμεθα αμαρτίες, θάνατο, κόλαση, παράδεισο, την ψυχήν μας καὶ όχι να εργαζόμεθα και να πραγματευόμεθα. Το κέρδος της Κυριακὴς είναι κατηραμένο, βάνετε φωτιὰ και κατάρα στὸ σπίτι σας και όχι ευλογίαν» (Διδαχ.Δ’). Όμως οι κοσμικοί στο φρόνημα άρχοντες, ούτε καν προβληματίζονται, αφού η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από δείκτες και αδιαφορούν αν ο λαός λιμοκτονεί. Χρηματιστήρια, τράπεζες, χρυσός, μοναδική μέριμνά τους. Εγκλωβισμένοι στην παγίδα του κακού εκλαμβάνουν τον πλούτο ως δρόμο ευτυχίας. Σήμερα, τύποις «χριστιανοί» άρχοντες του κόσμου τούτου διαγράφουν από τη ζωή μας την ημέρα της Κυριακής.



ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στη Λάρισα ο Όσιος Δαμιανός ξυλοκοπήθηκε άγρια, του φόρεσαν βαριές αλυσίδες σε λαιμό και πόδια, ενώ ρίχτηκε στη σκοτεινή φυλακή. Για 15 μέρες υποβαλλόταν σε συνεχή βασανιστήρια για να αρνηθεί την πίστη του. Τι μπορεί να σκεφτόταν ο όσιος στις ώρες της αναμονής του πριν την αναχώρησή του για τον ουρανό; Ίσως, το αγαπητό του Μυρίχοβο και τους γονείς του, που δεν ζούσαν πια. Σε λίγο θα τους αντάμωνε στην δόξα του Παραδείσου. Έπειτα η σκέψη του θα φτερούγιζε πάνω από τις δασώδεις περιοχές του Άθωνα με τις ιερές Μονές του. Θα έφερνε στα μάτια του σεβάσμιες μορφές, συνασκητές του, τον όσιον Δομέτιο. Έπειτα πάλιν, θα θυμόταν τα ταπεινά χωριουδάκια που περιόδευσε στην κοιλάδα των Τεμπών κι’ εκείνα τα σκαρφαλωμένα στ΄ Άγραφα και την Όσσα. “Κύριε”, θα έλεγε μέχρις τις τελευταίες του επίγειες στιγμές, “κάμε εκείνος ο θείος σπόρος του λόγου Σου να βλάστησει, να καρπίσει στις καρδιές των ακροατών μου, των δούλων σου! Και συγχώρησε, θεέ μου, εκείνους που με εχθρεύονταν και με κατεδίωκαν”. Ύστερα πάλι θα μονολογούσε: “Το καλό μου Μοναστήρι του Προδρόμου με τους ορφανούς καλογήρους του!… Κύριε Ιησού, μην άρεις την Χάρη και την ευλογία Σου από επάνω τους!”

  Κάπως έτσι μέσα στη σκοτεινή φυλακή του ο Όσιος, με προσευχές και δάκρυα χαροποιού πένθους, έγραφε τον επίλογο της όσιας και αγίας ζωής του. Τελικά, ο Τούρκος Διοικητής ξαναζήτησε τον Όσιο και τον έφεραν εμπρός του. Τον βρήκε περισσότερο καταβεβλημένο. Περίμενε, όμως, να τον δει και στο φρόνημα “πεσμένον”. Έκαμε τις συνηθισμένες σε αντίστοιχες περιπτώσεις προσπάθειες να τον μεταπείσει. Με κολακείες, υποσχέσεις, δώρα και τα παρόμοια, του ζητούσε να αρνηθεί το Χριστό και να ασπασθεί το Ισλάμ! “Ο δε του Χριστού μάρτυς γενναίως ανταπεκρίθη: μη μοι γένοιτο, έφη, τον Χριστόν μου και θεόν αρνήσασθαι, αλλά και πυρ και αγχόνην και πάσαν άλλην βάσανον υπέρ αυτού δέξασθαι προαιρούμαι”, είπε. Τελικά, ο δικαστής, εξαγριωμένος από την υπομονή του Αγίου, διέταξε την 14η Φεβρουαρίου 1568, να τον κρεμάσουν στη “φούρκα”. Οι δήμιοι τον κρέμασαν σε ένα μεγάλο δέντρο που υπήρχε τότε στην περιοχή Ξυλοπάζαρο της Λάρισας (στην αρχή της οδού Βενιζέλου, προς το ποτάμι). Καθώς όμως κάποιος βάρβαρος Οθωμανός, για να υποφέρει ο μάρτυς περισσότερο, τον χτύπησε με τσεκούρι στο κεφάλι, κόπηκε το σκοινί. Στη συνέχεια, ημιθανής, ρίχτηκε στην πυρά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, όλα είχαν τελειώσει. Τη στάχτη του την έριξαν στον Πηνειό. Φοβούνταν οι Οθωμανοί και το λείψανο του Αγίου, επειδή γνώριζαν την τιμὴ που απονέμουν οι Χριστιανοὶ στα Άγια Λείψανα. Ήξεραν ότι η ύπαρξή τους θὰ διαιώνιζε τὴν μνήμη του Αγίου. Κι αυτὴ την μνήμη ήθελαν να εξαλείψουν. Δεν το κατόρθωσαν. Έτσι έλαβε ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός τον στέφανο του Μαρτυρίου. 



Των Λαρισαίων τα πλήθη σκιρτά και χόρευε· ιδού γαρ ο γενναίος ραβδισμούς και ύβρεις και βασάνους εν μέσω εχθρών, τον Χριστόν ουκ ηρνήσατο, αλλ’ ανδρικώς πάντα φέρων Δαμιανός μέχρι τέλος, εστεφάνωται”.

Απολυτίκιο: Ευφράνθητι σήμερον, η εν Κισσάβω Μονή,

και Λάρισα σκίρτησον, Δαμιανού η σεπτή πανήγυρις, πάρεστι,

δεύτε ουν και συμφώνως, εν αυτή τω Σωτήρι,

άσωμεν εν αινέσει, τούτον ανευφημούντες, αυτού ταις ικεσίαις,

όπως σωζώμεθα.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=4hoakH909cU&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=8

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554] γράφει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος ο Κορίνθιος [14.2.1554]

Κωνσταντίνος Οικονόμου




ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΟΡΦΑΝΙΑ: Ο Νεομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε λίγο μεταξύ των ετών το 1510-1520 μ.Χ., από φτωχούς γονείς, στο Ψάρι Κορινθίας, ένα μικρό άσημο χωριό, στο βουνό Ζάρηκα. Τον πατέρα του τον λέγανε Ιωάννη και την μητέρα του Καλή. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί και ξεχώριζαν στο χωριό για την πίστη τους. Ο Νικόλαος, από μικρός ανατρέφονταν από τους ευσεβείς γονείς του με την Ορθόδοξο πίστη. Όταν όμως έγινε δώδεκα χρονών, πέθαναν και οι δυο του γονείς και ο Νικόλαος έμεινε ορφανός και μόνος. Για να ζήσει αναγκάστηκε να ξενιτευτεί και πήγε στη Σηλυβρία της Θράκης.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ: Εκεί έζησε αρκετά χρόνια και κατόπιν μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Κάποιος Σηλυβρινός τον εκτίμησε βαθύτατα και λόγω εμπιστοσύνης, τού ανέθεσε την φροντίδα του σπιτιού του. Ο Νικόλαος εκεί στην Πόλη εργάστηκε ευσυνείδητα. Όταν όμως έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, αποφάσισε να κάμει οικογένεια. Νυμφεύθηκε λοιπόν μια φτωχή, αλλά καλή γυναίκα. Απέκτησε μάλιστα αρκετά παιδιά. Για να θρέψει την οικογένεια του εργαζότανε στην αγορά ως παντοπώλης. Είχε ανοίξει μαγαζί τροφίμων σε καλή θέση, στην αγορά σε κεντρικό δρόμο. Κι ενώ έβγαζε χρήματα πολλά, δεν ξεχνούσε τη σωτηρία του και την πρόοδο της ψυχής του αλλά και την πνευματική υγεία της οικογενείας του.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΦΘΟΝΟ: Κατά το 34ο έτος της βασιλείας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν [1553-4] του λεγομένου και “Μεγαλοπρεπούς”, κι αφού ο σουλτάνος αυτός φόνευσε τον μεγαλύτερο υιό του, εξεστράτευσε κατά των Περσών. Κατά την απουσία του άφησε στην Κωνσταντινούπολη έναν Έπαρχο, Σινάν ονομαζόμενο. Αλλά αυτός ήτανε θηρίο ανήμερο και όχι άνθρωπος. Ήταν η εποχή που ο κάθε Οθωμανός, όταν μισούσε ένα Χριστιανό, μπορούσε να τον καταγγείλει στον Σινάν. Αυτό έκαμαν και στον Νικόλαο. Μερικοί Τούρκοι από τη Σηλυβρία, που ήταν γείτονες και ανταγωνιστές του στην ίδια οδό που είχε το μαγαζί του ο Νικόλαος, κινούμενοι από φθόνο, διότι ο Νικόλαος ήταν τίμιος και ο κόσμος τον προτιμούσε, τον συκοφάντησαν στις Αρχές, ότι ύβρισε τον Προφήτη τους, τον Μωάμεθ.



ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΒΕΖΥΡΗ: Ο Έπαρχος, άναψε από τον θυμό του και ζήτησε να συλλάβουν τον Νικόλαο. Όταν τον φέραν μπροστά του τον ρώτησε: “Ώστε είναι αλήθεια αυτό που μου είπανε για σένα, ότι δηλαδή παραδέχεσαι τον Χριστό ως Θεό, αντίθετα από το Κοράνιο μας; Είναι αλήθεια, ότι τον αρχηγό της πίστεώς μας, τον αληθινό Προφήτη τον αποκαλείς, αθεόφοβε, παιδί του διαβόλου;” “Μάλιστα, Έπαρχε”, του αποκρίθηκε ο Άγιος, “εγώ δεν μπορώ να πω τον ήλιο, ότι είναι σκοτεινός. Ούτε την νύκτα, ότι είναι φωτεινή. Έτσι και τον Χριστό μου. Είναι -και το λέγω παντού- Ήλιος της δικαιοσύνης. Είναι φως και φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενο εις τον κόσμο. Ενώ ο δικός σας Μωάμεθ είναι σκότος αφεγγές, και όσους τον ακολουθούν τους γκρεμίζει σε βάραθρα απώλειας. Αυτό άλλωστε το είπε και ο Χριστός μου: «Τυφλός τυφλόν, εάν οδηγή αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Και σεις επομένως, όσοι ακολουθείτε ένα τυφλό άνθρωπο, τον Μωάμεθ, θα πέσετε εις βυθό απώλειας. Αλλοίμονο σας, δύστυχοι!

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Μετά από τη γενναία απάντηση του Μάρτυρα, ο Έπαρχος έγινε έξω φρενών και διέταξε να ρίξουν στο έδαφος τον Νικόλαο και με σκληρά ραβδιά να τον κτυπήσουν αλύπητα στα πόδια, ώσπου να τα ματώσουν και να μη μπορεί να βαδίσει. Οι στρατιώτες, για να αρέσουν στον Έπαρχο, τον κτυπούσαν με όλη τους την δύναμη. Πονούσε ο Μάρτυς αφόρητα. Για να του προξενήσουν ακόμη περισσοτέρους πόνους, βάζανε στα νύχια των ποδιών του αγγίδες. Έτρεχε το αίμα σαν αυλάκι. Αλλά ο Άγιος παρ’ όλον τον πόνο, που υπέφερε, δεν έβγαζε μιλιά. Μόνο προσευχότανε. Έτσι ο Άγιος Νικόλαος έμεινε σταθερός και ακλόνητος.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Ο Έπαρχος διέταξε κατόπιν και τον κλείσαν στη φυλακή. Εκεί στο σκοτάδι, με χειροπέδες κι αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια, τον άφησαν τέσσερις μέρες. Αυτό το διάστημα ο Νικόλαος προσευχόταν συνεχώς και ευχαριστούσε δοξολογώντας το Θεό, που τον αξίωνε να πάθει γι’ Αυτόν. Εκεί όμως, μέσα στη νύκτα που προσευχόταν, ξαφνικά έλαμψε το κελί της φυλακής, από υπέρλαμπρο φως. Τότε του παρουσιάστηκε ο Χριστός λέγοντάς του: “Νικόλαε, έχε θάρρος. Παρακολουθώ τον αγώνα σου. Να υποφέρεις μέχρι τέλους”. Μετά από τα λόγια αυτά χάθηκε από τα μάτια του φυλακισμένου ο Κύριος. Ο Άγιος πήρε μεγάλο θάρρος από την επίσκεψη του Χριστού. Πετούσε από τη χαρά του και φτερούγιζε η καρδιά του.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ: Την πέμπτη μέρα μετά τον εγκλεισμό του μάρτυρα, διέταξε ο Έπαρχος να τον παρουσιάσουν μπροστά του στο δικαστήριο. Αλλά τη φορά αυτή ο άγριος και αιμοβόρος Έπαρχος, άλλαξε όψη και “ντύθηκε” με γλυκύτητα και καλοσύνη, με υποσχέσεις και προσφορές αξιωμάτων για να δελεάσει τον Άγιο. Όμως ο Νικόλαος κατατρόπωσε τον Έπαρχο. Δεν φανταζότανε ποτέ, ότι βρισκόνταν άνθρωπος με τόσο θάρρος και γενναιότητα να του τα πει κατά πρόσωπο. Ο τύραννος αγρίεψε ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό διέταξε τους δήμιους να τον γδύσουν και να τον ντύσουν μια φόρμα κατάσαρκα. Του κρέμασαν κατόπιν δύο βαριές αλυσίδες στο λαιμό και τον περιέφεραν σε όλη την κεντρική οδό της αγοράς. Φώναζαν δε και έλεγαν: “Αυτά παθαίνει, οποίος βρίζει τον Μωάμεθ”. Ο Άγιος πήγαινε χαρούμενος σ’ αυτήν την διαπόμπευση του.

ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ: Υπάρχει νόμος στους Μωαμεθανούς -δυστυχώς ισχύει ακόμη και σήμερα σε πιστούς τηρητές της “σαρίας”, όπως στους Τζιχαντιστές και σε “θεο”κρατικά καθεστώτα του Ισλάμ- που επιτάσσει να καίγεται στη φωτιά, οποίος βρίζει την θρησκεία τους. Αυτή η τιμωρία ορίστηκε και για τον Νικόλαο. Άναψαν λοιπόν στον Ιππόδρομο μεγάλη φωτιά. Τραβούσανε τον Άγιο οι άπιστοι να τον κάψουν. Αυτός όμως ο μακάριος ατάραχος, σαν αρνί άκακο, πήγαινε κοντά τους πρόθυμα. Ο Έπαρχος κάλεσε κοντά του τον Άγιο, μακριά από την πυρά και προσπαθούσε να τον πείσει ν’ αρνηθεί τον Χριστό. Όταν όμως είδε ότι και πάλι τον ελέγχει και παραμένει στην πίστη του, διέταξε τους δήμιους να σύρουν τον Άγιο κοντά στη φωτιά. Οι τύραννοι έσφιξαν τα χέρια του δένοντάς τα πισθάγκωνα. Κι’ ενώ η φωτιά έκαιγε και τριζοβολούσαν απειλητικά κοντά στον αμίλητο Μάρτυρα, που θερμά προσευχόταν στον Κύριο, το πλήθος των βαρβάρων απίστων αλάλαζε με αγριότητα. Το μαρτύριο, που ακολούθησε ήταν φοβερό. Οι δήμιοι έβαλαν το ημίγυμνο σώμα του Μάρτυρος Νικολάου στην άκρη της φωτιάς. Το ξεροψήνανε καγχάζοντας και βρίζοντας την Χριστιανική Πίστη. Ήθελαν με τον τρόπο αυτό να παρατείνουν τους φρικτούς πόνους του, γιατί έτσι πίστευαν πως ο Νικόλαος θα εγκατέλειπε τον αγώνα. Ήλπιζαν ακόμη να τον γελοιοποιήσουν την στιγμή που θ’ άρχιζε να ζητεί βοήθεια. Η φωτιά συγκλόνιζε το σώμα του Μάρτυρος. Πόνοι φοβεροί τον σπάθιζαν. Η φωτιά άρχισε να τον λειώνει, να τον παραμορφώνει, να του προκαλεί ατέλειωτη οδύνη. Άδικα περίμεναν, οι δήμιοι και το πλήθος των Μωαμεθανών, που παρακολουθούσε το μαρτύριο να διαμαρτυρηθεί ή να κλονισθεί η πίστη του Αγίου. Πονούσε, φλεγόταν, συγκλονιζόταν, αλλά με προσευχή προχωρούσε στο στάδιο του Μαρτυρίου του. Το πλήθος των Τούρκων τού φώναζε να ακούσει και υποχωρήσει στα λόγια του Έπαρχου, αλλά ο Νικόλαος έμενε ανένδοτος και σταθερός σα βράχος. Μάλιστα, όσο είχε ακόμη πνοή προσευχόταν στον Θεό και ήλεγχε τον Έπαρχο για την ασέβεια και το ψεύδος της θρησκείας του. Κήρυττε δε τον Χριστό με θέρμη μέχρι, που δεν μπορούσε πλέον να αρθρώσει λέξη. Και όταν η φωτιά σχεδόν κατέφαγε το σώμα και τις αισθήσεις του, τότε ο Μάρτυς έκλινε το κεφάλι του προς τα δεξιά ευτυχισμένα και νικητήρια. Πλησίασε κατόπιν βουβός και βλοσυρός ο δήμιος, τρ΄βηξε το σώμα του Μάρτυρα έξω από τις φλόγες, έβγαλε τις αλυσίδες από το λαιμό του Αγίου και του έκοψε την αγία του κεφαλήν. Ήταν η 14 Φεβρουαρίου του 1554. Ήταν ημέρα Πέμπτη και ώρα 12 το μεσημέρι. Για να μη πάρουν οι Χριστιανοί τα οστά του άγιου και τα έχουν για αγιασμό, καθώς έκαναν πάντοτε με τους μάρτυρες, έριξαν στη φωτιά και κόκκαλα σκυλιών, και πτώματα άλλων ζώων(!), για να γίνουν στάχτη και για να μη μπορούν να τα διακρίνουν οι Χριστιανοί. Ο Θεός όμως φρόντισε να μείνει στους πιστούς η κάρα του Αγίου. Διότι, μόλις την έκοψε ο δήμιος ένας Χριστιανός την αγόρασε αμέσως αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων. Έτσι διασώθηκε από τη φωτιά. Από την Κωνσταντινούπολη τη στείλανε στη Μονή του Άγιου Αθανασίου στα Μετέωρα [Μεγάλο Μετέωρο].



ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ: Το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου έκαμε μεγάλη εντύπωση και ωφέλησε αφάνταστα τους σκλαβωμένους Χριστιανούς. Τους τόνωσε το ηθικό και τους κράτησε στην πίστη. Η Εκκλησία τον αναγνώρισε αμέσως Άγιο. Μετά τέσσερα μόλις έτη, το 1558, γράφτηκε και η Ακολουθία του Αγίου. Την έγραψε ο σπουδαίος, λογιώτατος Ιερομόναχος Δαμασκηνός Στουδίτης, ο Θεσσαλονικεύς.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο Άγιος Νικόλαος, ήταν και ίσως ακόμη είναι, άγνωστος στον χριστιανικό κόσμο. Πολλοί ως και σήμερα δεν έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Είναι μόνον γνωστός στην πατρίδα του. Έγινε όμως, γνωστός τελευταίως και ως έξης: Το 1930, ο λόγιος, φιλομάρτυς Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων Ιεζεκιήλ, περιοδεύοντας την Πίνδο, έφτασε στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος της Σιάμου. Το Μοναστήρι ήταν ερημωμένο. Ήταν από τα τετρακόσια είκοσι(!) Μοναστήρια που διέλυσαν οι Προτεστάντες Βαυαροί, όταν έφθασαν μαζί με τον νεαρό βασιλέα Όθωνα. Ψάχνοντας, λοιπόν, ο Δεσπότης στο Ιερό Βήμα του ερειπωμένου Μοναστηριού, βρήκε σε ένα σαρακοφαγωμένο συρτάρι έναν απρόσμενο θησαυρό: έναν χειρόγραφο κώδικα, που περιείχε και την Ακολουθία του Αγίου Νικολάου του Νεοφανούς, ο οποίος εορτάζεται την 14 Φεβρουαρίου. Στον ίδιον κώδικα υπάρχει και εγκωμιαστικός λόγος του ίδιου Αγίου. Τον έγραψε ο Ιερομόναχος Δαμασκηνός, ο Στουδίτης. Ευτυχώς, στις ημέρες μας έχει αρχίζει να τιμάται ο Άγιος Νικόλαος ο Κορίνθιος. Στο χωριό του, το Ψάρι της Κορινθίας, κτίστηκε πριν λίγα χρόνια με την προθυμία των συμπατριωτών του, μεγαλοπρεπής Ναός εις τιμήν του Αγίου τούτου.

Δοξαστικό: “Τάδε λέγει Κύριος τῷ ἀθλοφόρω: γενναῖε, τί ἐποίησαν σοί, ἀδίκως οἱ παράνομοι· ταῖς πληγαῖς σέ κατέστιξαν, τή φρουρά, ἐπανέκλεισαν, ὥσπερ θύμα ἐπί φλόγα ὠλοκαυτώθης, γενναῖε, νῦν ἐγώ σοί ταῦτα πλουσίως ἀνταμείψομαι· ἀντί τῶν πόνων τρυφήν, ἀντί τῶν ἄθλων σου στέφος, ἀντί τῶν ἐπικήρων, τά ἄφθαρτα δωρήσομαι, καί χαίρων ἴθι λοιπόν, εἰς δόξαν τήν ἀγείρω· κάκει μέ ἀνευφήμησον, ἐν τῷ Πατρί καί Πνεύματι γνώθι μοί τοῖς ἔργοις μου Θεόν ἀληθέστατον.”



Άγιος Γεώργιος ο Παϊζάνος ο Νεομάρτυρας 14.2 εκ Μυτιλήνης, Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Άγιος Γεώργιος ο Παϊζάνος ο Νεομάρτυρας 14.2 εκ Μυτιλήνης

Κωνσταντίνος Οικονόμου


Γεώργιος τίς ούτος υπάρχει πάλιν;
Mάρτυς νέος πέφυκεν. Ω της ανδρίας!


Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος, ο επικαλούμενος Παϊζάνος, κατά την κρατούσα παράδοση γεννήθηκε στο χωριό Πλαγιά της περιφέρειας Πλωμαρίου της νήσου Λέσβου. Ήταν ράφτης στο επάγγελμα και μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 1693 μ.Χ., επειδή ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει.

Τμήμα του λειψάνου του Νεομάρτυρα φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Λειμώνος Λέσβου.

Ἀπολυτίκιον
Ἡ πληθύς τῶν Λεσβίων τέρπου καί χόρευε, καί τήν πάμφωτον μνήμην τοῦ Νεομάρτυρος Γεωργίου, τοῦ στερροῦ ὁπλίτου τίμησον, ὅτι ἐν χρόνοις χαλεποῖς ἐναθλήσας καρτερῶς ἐνίκησε τόν βελίαρ, καί νῦν ἐν πόλω πρεσβεύει ὑπέρ τῶν πίστει γεραιρόντων αὐτόν.


   

    Περισσότερες πληροφορίες στο: Ο νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος – τριακόσια χρόνια από το μαρτύριο του (1693‐1993) στό περιοδικό τῆς Ι.Μ. Μυτιλήνης «Ὁ Ποιμήν», τ. ΝΘ΄(1994) , σελ.18‐20. Διαβάζουμε εκεί μεταξύ άλλων: Πρὶν ἀπὸ τριακόσια ἀκριβῶς χρόνια, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1693, μαρτύρησε διὰ ξίφους στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Λέσβιος νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος ἢ Πασγιάνος, ὁ Ρράπτης. Πολὺ λίγα γνωρίζουμε γιʹ αὐτόν: Τὸν μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης στὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον» (Βενετία 1799, σελ. 129) Γράφει ο Άγιος Νικόδημος: «Κατὰ τό͵1693 ἔτος, ἐν μηνὶ Φεβρουαρίῳ, ἐμαρτύρησεν ἐν Βυζαντίῳ διὰ τὴν εὐσέβειαν Γεώργιοςο ρράπτης, τοὐπίκλην Παϊζάνος, ὁ ἐκΜυτιλήνης». Ὁ ἴδιος ὁ Νικόδημος στὸν «Συναξαριστή» του (πρώτη ἔκδοση, τόμος Βʹ, Βενετία1 819, σελ. 128), ἀναγράφει τὴ μνήμη του στὶς 14 Φεβρουαρίου, προσθέτοντας κατὰ τὴν παλαιὰ συνήθεια καὶ τὸ σχετικὸ ἰαμβικὸ δστιχο: «Ὁ ἅγιος νεομάρτυς Γεώργιος ράπτης Μυτιληναῖος, ὁ καλούμενος Παϊζάνος, ἐμαρτύρησεν ὑπὲρ εὐσεβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1693. Γεώργιος τὶς οὗτος ὑπάρχει πάλιν; Μάρτυς νέος πέφυκεν, ὢ τῆς ἀνδρείας». Στὰ Μηναῖα, από τον Βαρθολομαῖο Κουτλουμουσιανὸ τὸν Ἰμβριο, μπῆκε σχεδὸν κατὰ λέξη ἡ ἀνωτέρω ἀναγραφὴ τοῦ νικοδήμειου Συναξαριστοῦ μὲ τὴν προσθήκη ὅτι ὁ νεομάρτυς τελειώθηκε διὰ ξίφους: ''...ξίφει τελειοῦται».




6.2.26

Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2] διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 
Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2]
διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

       

       Το κοινωνικό μυθιστόρημα «Η Τιμή του Αδελφού» (1914) του Γρηγόριου Ξενόπουλου πραγματεύεται την ηθική κατάπτωση και την κοινωνική υποκρισία μέσα από την ιστορία της Αργυρώς και του αδελφού της, Θανάση Η Αργυρώ είναι μια νέα κοπέλα που ζει φτωχικά στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, αναγκάζεται να γίνει ιερόδουλη σε πλούσιους της περιοχής για να συντηρήσει τη μητέρα της και τον ακαμάτη αδελφό της. Ο Θανάσης, είναι ο αδελφός της, ένας ανήθικος και ρέμπελος άντρας, που γνωρίζει την πηγή των εσόδων της αλλά «κλείνει τα μάτια» όσο εκείνη τον χρηματοδοτεί! Όταν κάποτε η Αργυρώ αγανακτεί και του κόβει την «επιχορήγηση», ο Θανάσης θυμάται ξαφνικά την «τιμή» του. Ισχυρίζεται ότι η διαγωγή της τον κηλιδώνει και τη σκοτώνει, προβάλλοντας την ...τιμή ως πρόφαση για την εκδίκησή του.

Κεντρικά Θέματα: Το έργο εστιάζει στην αντίθεση μεταξύ ηθικού και ανήθικου, καταδεικνύοντας πώς η κοινωνία στιγματίζει τη γυναίκα ενώ συγχωρεί την ανδρική ανηθικότητα. Η ανάλυση των χαρακτήρων στην «Τιμή του Αδελφού» είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί τους ήρωές του για να «ξεσκεπάσει» την αυστηρή πατριαρχική δομή και την υποκρισία της αθηναϊκής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

Η Αργυρώ είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας του έργου. Αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που θυσιάζει την προσωπική της αξιοπρέπεια για την επιβίωση της οικογένειάς της. Παρόλο που η εργασία της θεωρείται ανήθικη, το κίνητρό της είναι η αγάπη για τη μητέρα της και η φροντίδα για τον αδελφό της. Είναι ο μόνος χαρακτήρας που δεν κρύβεται πίσω από προσωπεία. Γνωρίζει ποια είναι και τι κάνει. Η τραγωδία της ξεκινά όταν αποφασίζει να διεκδικήσει την αυτονομία της και να σταματήσει να συντηρεί τον Θανάση. Αυτή η πράξη ανεξαρτησίας είναι που τελικά οδηγεί στον θάνατό της.

Ο Θανάσης, από την άλλη, αποτελεί τη μελέτη του Ξενόπουλου πάνω στην «κούφια» ανδρική τιμή της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ηθικές αναστολές όσο απολαμβάνει τις ανέσεις που του παρέχει η αδελφή του. Η «τιμή» του δεν ενοχλείται όσο το πορτοφόλι του είναι γεμάτο. Δεν τον νοιάζει η ευτυχία ή η επιβίωση της Αργυρώς, παρά μόνο το πώς θα ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Όταν όμως χάνει τα προνόμιά του, χρησιμοποιεί την έννοια της «τιμής» ως πρόσχημα και ... όπλο. Ο φόνος της αδελφής του δεν είναι πράξη ηθικής κάθαρσης, αλλά εκδίκηση και αποκατάσταση της κυριαρχίας του.

Η μητέρα, πάλι, της Αργυρώς και του Θανάση παίζει έναν καταλυτικό ρόλο, αν και συχνά παραγκωνίζεται στην ανάλυση. Εκπροσωπεί την παλαιότερη γενιά που δέχεται τη μοίρα της χωρίς αντίσταση. Γνωρίζει την πηγή του πλούτου της Αργυρώς και την αποδέχεται σιωπηλά για να ζει με ανέσεις. Η σιωπή της είναι μια μορφή αποδοχής της εκμετάλλευσης της κόρης της. Στην ανάλυση του έργου, η μορφή του αγαπημένου φίλου της Αργυρώς (του Ανδρέα) λειτουργεί ως ο μοναδικός εκφραστής πραγματικής ανθρωπιάς και ανιδιοτελούς αγάπης μέσα σε ένα γενικότερο περιβάλλον εκμετάλλευσης. Για την Αργυρώ, μάλιστα, ο φίλος της δεν είναι απλώς ένας εραστής, αλλά η προσωποποίηση της ελπίδας για μια άλλη ζωή. Η παρουσία του προσφέρει μια «ηθική λύτρωση» πριν από την τραγική κατάληξη. Σε αντίθεση με τον αδελφό της που τη βλέπει ως πηγή εισοδήματος, ο φίλος της την αντιμετωπίζει ως άνθρωπο με ψυχή. Η σχέση τους είναι το μοναδικό σημείο του έργου όπου η Αργυρώ νιώθει ότι η αξία της δεν μετριέται με χρήματα. Ο Ανδρέας αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα της πραγματικής ''απόδρασης''. Η πρόθεσή του να τη στηρίξει ουσιαστικά είναι αυτό που δίνει στην Αργυρώ τη δύναμη να συγκρουστεί με τον Θανάση και να του κόψει την οικονομική παροχή.

    Όμως, κι εδώ έγκειται η τραγική ειρωνεία, Η «λύτρωση» που υπόσχεται ο φίλος της παραμένει πρακτικά ανεκπλήρωτη. Ενώ ψυχικά η Αργυρώ λυτρώνεται από τις ενοχές και την υποταγή, αυτή ακριβώς η προσπάθεια για μια νέα αρχή είναι που πυροδοτεί το φονικό ένστικτο του αδελφού της.

Αλλά ο Ανδρέας είναι αυτός που φέρνει την τελική ''κάθαρση'' στο έργο. [Κων. Οικονόμου]

 ΤΟ AUDIOBOOK ΣΕ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=CQW0PNaWybs&t=28s

ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=azipeOa-L4I





Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα + 2 ΒΙΝΤΕΟ

 


Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος- τέλος]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


  ΜΙΑ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ: Κατά το πρώτο βιβλίο της Α. Γραφής, τη Γένεση, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες. Και όταν η Γραφή λέει έξι μέρες, «και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί ημέρα μία (...) ημέρα δευτέρα (...) ημέρα τρίτη» κ.ο.κ., δεν μας λέει ότι οι μέρες είναι 24ωρες ηλιακές μέρες, αφού ο ήλιος ακόμη δεν είχε δημιουργηθεί για να διαχωρίζει τις ημέρες από τις νύκτες. Ο ήλιος την τέταρτη “μέρα” παρουσιάζεται στον ορίζοντα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, περί ημερών 24 ωρών, όπως είναι οι γήινες σημερινές ημέρες. Πρόκειται για μακρότατα χρονικά διαστήματα, εκατομμυρίων ετών, που η Γραφή τα ονομάζει μέρες. Λέει και ο ψαλμωδός στο Θεό· «ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε, καὶ φυλακὴ εν νυκτί»!!! (Ψαλμ. πθ΄ 4). Στα μακρά αυτά χρονικά διαστήματα της εξαημέρου ο Θεός κατά τάξη πορεύθηκε στη δημιουργία των διαφόρων όντων. Άρχισε από τα ατελή και προχώρησε στα τελειότερα. Από τα ανόργανα στα ενόργανα, από τα άψυχα στα έμψυχα, από τα άβια στα έμβια κι από εκεί στα εμψύχως έμβια. Πρώτα από την ανόργανη και άπλαστη και άμορφη ύλη και προχώρησε στα φυτά, τα ζώα, και τέλος τον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του. Και είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του Θεού ο άνθρωπος, αφού στον άνθρωπο έδωσε και ψυχή [η οποία είναι μεν πνευματική και αθάνατη, αλλά και αυτή δημιούργημα του Θεού, εκ του μηδενός προερχόμενη], που πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο στο “καθ' ομοίωσιν” με το Δημιουργό του. Ως απάντηση στο ρηθέν από μερίδα επιστημόνων ότι ο κόσμος-Σύμπαν έγινε από το μηδέν (!!!), απαντάμε ότι από το μηδέν μηδέν παράγεται και έτσι αυτόματη γένεση του κόσμου δεν στέκει και αποκλείεται. Αλλά, προς τους σκεπτικιστές, προτείνουμε το εξής σχήμα: εάν μπροστά από το μηδέν βάλουμε μια μονάδα τότε το ένα μηδέν γίνεται 10, τα δύο μηδενικά 100, τα 6 μηδενικά ένα εκατομμύριο, κ.ο.κ. Αυτή η μονάδα, η Τριαδική Μονάδα, ή Μονάς εν Τριάδι, είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός που το μηδέν (0) το έκανε κόσμο, το έκανε αυτό το θαυμάσιο Σύμπαν που μας περιβάλλει και τα εν αυτώ δημιουργήματά του.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Κάποιοι αποκάλεσαν το σωματίδιο του Χιγκς ως «σωματίδιο του Θεού». Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη πως ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός». Άλλο, όμως, να υποστηρίζει κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο το υπερανιμιστικό αξίωμα ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός!!! Στην δεύτερη περίπτωση ο άνθρωπος οδηγείται στον αθεϊσμό και τον υλισμό, αποδεχόμενος ότι αρχή του κόσμου είναι η ύλη! Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθώντας να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, έδωσαν δύο γενικές απαντήσεις. Κάποιοι προσωκρατικοί, όπως οι Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, εισηγητές της λογικής κοσμοερμηνείας, μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, και τη δύναμη της ύλης, ταυτίζοντας ύλη και δύναμη [μηχανική ενέργεια της ύλης]. Οπότε, ο κόσμος, κατ΄αυτούς είναι υλικός και μηχανικός. Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, αναπτύσσοντας τη θεωρία των ιδεών, πίστευε πως όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ενώ ο Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν». Οι Πατέρες της Εκκλησίας, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο. Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος». Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη. Οι σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμηνεύοντας τις νέες ανακαλύψεις. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο. Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερμηνεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τι αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχονται σε άλλα πεδία, όπως της ύπαρξης ή μη του Θεού. Στην πατερική αυτή άποψη συμφωνεί και η απλή λογική: είναι αδύνατον για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου να φτάσει σε σε ύψη “αποκρυπτογράφησης” των σχεδίων και της δύναμης του Θεού. Ακόμη, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους. Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, ύλη, άτομα, μόρια, πρωτόνια, σωματίδια, κύτταρο, γονίδια, ιούς, μικρόβια, κλπ. ενώ η θεολογία, ως πνευματική εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίσει τον Θεό με τις άκτιστες ενέργειές Του. Η επιστήμη πρέπει να αξιοποεί τα θεία δώρα, που λέγονται ανθρώπινος νους και επινοητικότητα, και να προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις που πρέπει να ωφελούν [και να μη βλάπτουν] τους ανθρώπους, μιμούμενη τον Ίδιο τον Άγιο Τριαδικό Θεό το γεννήτορα του καλού, της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Η ορθόδοξη θεολογία, από την πλευρά της, δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήσει ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που κηρύσσεται λόγοις «ο θάνατος του Θεού», και έργοις «ο θάνατος του πλησίον». Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώσει την αγάπη Του. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει, έστω υποβαθμισμένη ζωή, χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό και πραγματική ζωή. Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύσει τη δημιουργία και τη σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι άλογη δύναμη, ούτε ευδαίμον όν, αλλά τριαδικό πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού. Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώσει τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος που, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν πρέπει να αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό, τον μόνο που μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η Γένεση [Παλαιά Διαθήκη]

Ελληνική Πατρολογία [Migne P. G.]

Alan H. Guth, «Το πληθωριστικό Σύμπαν», 2001 εκδόσεις Γκοβόστη

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΜΕ ΘΕΜΑ Δημιουργία και Θεός'' ΣΤΑ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ, ΕΔΩ:

ΚΙ ΕΔΩ: 



konstantinosa.oikonomou@gmail.com

3.2.26

Όταν ο Άγιος Χαράλαμπος έσωσε με θαύμα τα Φιλιατρά από τους ναζί! +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ - Ο Άγιος Χαράλαμπος (10.2) και ένα σπουδαίο θαύμα του Κων/νος Οικονόμου

 

Όταν ο Άγιος Χαράλαμπος έσωσε με θαύμα τα Φιλιατρά από τους ναζί! Ο Άγιος Χαράλαμπος (10.2) και ένα σπουδαίο θαύμα του +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Κων/νος Οικονόμου





Ο Άγιος Χαράλαμπος, ιερέας στη Μαγνησία της Μ. Ασίας, μαρτύρησε υπέργηρος το 198, στο διωγμὸ του Σεβήρου κατὰ των Χριστιανών.

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ: Το 1943, το Γερμανικό Στρατηγείο Τρίπολης διέταξε το Διοικητή Φιλιατρών, Κοντάου, εξαιτίας κάποιου σαμποτάζ των ανταρτών, να κάψουν τα Φιλιατρά φονεύοντας τους προκρίτους και να συλλάβουν 1.500 κατοίκους της, στέλνοντάς τους στη Γερμανία σε στρατόπεδα. Ο Κοντάου έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να προχωρήσουν την επομένη στις 6.00 π.μ. στην εκτέλεσή της. Μαθαίνοντάς το ο ιερέας Θεόδωρος Κωτσάκης, προσπάθησε να μεσολαβήσει στους κατακτητές. Αποχωρώντας άπρακτος ο ιερέας από τη γερμανική διοίκηση, ειδοποίησε τους Φιλιατρινούς της Τρίπολης να προσευχηθούν στον Άγιο Χαράλαμπο, πολιούχο Φιλιατρών, για βοήθεια.



ΤΟ ΟΡΑΜΑ: Ο Άγιος, πραγματικά, παρουσιάστηκε την νύχτα στον Κοντάου. Ήταν ένας γέροντας σεβάσμιος, ιεροφορεμένος, που δεν τον είχε ξαναδει ο Γερμανός. Ο γέροντας του ζήτησε ήπια να μην εκτελέσει τη φρικτή εντολή. Εκείνος ξύπνησε, μα ξανακοιμήθηκε, χωρίς να επηρεαστεί. Όμως ο Άγιος επανεμφανίστηκε. Ξαναξύπνησε και στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια που άκουσε. Αλλά ήταν αδύνατο να μην εκτελέσει την διαταγή, διότι θα τιμωρούνταν. Ξανακοιμήθηκε. Τότε, τρίτη φορά, ο Άγιος του είπε: “Μη φοβηθείς. Θα φυλάξω εσένα και όλους τους άνδρες σου και θα γυρίσετε στα σπίτια σας σώοι.” Εν συνεχεία τη νύχτα εκείνη, ο Γερμανός αξιωματικός, κατά τα λεγόμενά του, άκουσε κλάματα, από βασανιζόμενους ανθρώπους στην αυλή του. Ύστερα πλησίαζαν μορφές, γυναικών, που κτυπούσαν τα στήθη, θρηνούσαν και καταριόντουσαν για την σφαγή των παιδιών τους. Αυτές οι φωνές γίναν μαύρα σύννεφα που ανέβαιναν στον ουρανό και σκίαζαν τον ήλιο σκοτεινιάζοντας τα πρόσωπα των στρατιωτών του, που τρόμαζαν ζητώντας βοήθεια σταυροκοπούμενοι. Ξύπνησε έντρομος. Πήγε να μιλήσει, αλλά έμενε ενεός βλέποντας, ξύπνιος πια, το γέροντα που είχε μορφή Ορθοδόξου Αγίου. Όταν συνήλθε, άρχισε να σκέφτεται το κακό, που επρόκειτο να γίνει. Αλλά το “καθήκον” του ως αξιωματικού του Χίτλερ τον καλούσε να κάνει την αποτρόπαια πράξη. Ξανάκλεισε τα μάτια. Και ο Άγιος Χαράλαμπος, εμφανίσθηκε απειλητικός λέγοντας επιτακτικά: “Πρόσεξε! Η πόλη δεν θα καεί. Οι κάτοικοι δεν θα συλληφθούν. Είναι αθώοι. Το ακούς;” Τότε σηκώθηκε και χαράματα τηλεφώνησε στον προϊστάμενό του. Άρχισε να μιλάει τρέμοντας, αλλά και ο διοικητής Πελοποννήσου δεν πήγαινε πίσω. Άνοιγε το στόμα του και έβγαιναν άναρθρες κραυγές. Ήθελε να αγριέψει για να εκτελεστεί η διαταγή, αλλά δεν μπορούσε. Αιτία η ίδια: Και αυτός είχε δει τον Άγιο όπως του τον περιέγραψε στο τηλέφωνο ο αξιωματικός του. Τελικά τού ανακοίνωσε: «Γράψτε. Αναστέλλω καταστροφήν της πόλεως. Έλθετε αμέσως ενώπιόν μου αύριον μεσημβρίαν». Ξημερώνοντας ανακοινώθηκε η ανάκληση της απόφασης. Οι κάτοικοι των Φιλιατρών ξεχύθηκαν χαρούμενοι στα καφενεία, στην πλατεία, στους δρόμους, ώσπου αντιλήφθηκαν ομάδα Γερμανών με τον Κοντάου και δυο ιερείς, να κατευθύνονται από τη μια Εκκλησία της πόλης στην άλλη. Ο αξιωματικός έψαχνε να βρει την εικόνα του Αγίου, που είδε. Όταν του ανοίξαν το Ναό της Παναγίας, αναγνώρισε το γέροντα στην εικόνα του Αγιου Χαραλάμπους. Η φωνή του κόπηκε. Ντράπηκε. Σκέπασε με τα χέρια το πρόσωπό του. Σε λίγο τα κατέβασε. Έκανε το σταυρό του. Είπε μερικές προσευχές στη γλώσσα του. Ρώτησε τους ιερείς ποιος ήταν ο εικονιζόμενος. Του διηγηθήκαν πως είναι ο θαυματουργός ιερομάρτυρας του Χριστού, Άγιος Χαράλαμπος. Η ευγνωμοσύνη των Φιλιατρινών στον Άγιο δεν περιγραφόταν. Δοξάζαν το Θεό και ευχαριστούσαν τον Άγιο για το θαύμα.



ΝΕΟΣ ΠΙΣΤΟΣ: Ο αξιωματικός και οι άνδρες του επέστρεψαν, όταν τελείωσε ο πόλεμος, στη Γερμανία, αλώβητοι. Ο Κοντάου διατήρησε ζωηρή την μνήμη του θαύματος. Χρόνια αργότερα, ξεκίνησε με την γυναίκα του από την Γερμανία για τα Φιλιατρά. Δεν πρόλαβε όμως την πανήγυρη, διότι έφτασε την επομένη. Όταν τον είδαν οι Φιλιατρινοί, χάρηκαν και ξαναγιορτάσαν. Έψαλλαν δοξολογία και του κάναν υποδοχές, παραθέτοντάς του εορταστικό τραπέζι. Έκτοτε, συχνά ο Κοντάου με οικογένεια και φίλους πήγαινε στις 10 Φεβρουαρίου στα Φιλιατρά και προσευχόταν με πίστη στον Άγιο. Στην καρδιά του άνθισε η Ορθοδοξία.



Κοντάκιο. Ήχος δ’. Ως φωστήρ ανέτειλας, εκ της εώας, και πιστούς εφώτισας, ταις των θαυμάτων σου βολαίς, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες. Όθεν τιμώμεν, την Θείαν σου άθλησιν.


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 
https://www.youtube.com/watch?v=AQw2uVkjMiM


ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟ ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=kKjv8A1dXbI






Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο Σέρβος [Σόφια 11.2.1515] από τον Κων/νο Οικονόμου +ΒΙΝΤΕΟ

 

Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο Σέρβος [Σόφια 11.2.1515] + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κων/νο Οικονόμου




Γεωργιος δὲ μὴ τὸ πῦρ δειλιάσας,
ἀπυρπόλητος ἐν πυρὶ διαμένει”.


ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Άγιος ήταν Σέρβος από την πόλη Κράτοβα. Οι γονείς του, Δημήτριος και Σάρρα, ήσαν ευσεβείς Χριστιανοί και φρόντισαν ο γιος τους από μικρός να μορφωθεί και να μάθει να εξασκεί την τέχνη του χρυσοχόου.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΡΒΙΑ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ: Όταν έμεινε ορφανός από πατέρα οι συγγενείς του φοβήθηκαν μήπως τον αρπάξουν οι Τούρκοι για το παλάτι του σουλτάνου, μιας και ο Γεώργιος ήταν εξαιρετικής ομορφιάς, και τον έστειλαν στη Σόφια. Εκεί έμεινε στο σπίτι ενός καλού ιερέα, του παπα-Πέτρου, και εργαζόταν την τέχνη του χρυσοχόου. Ο ιερέας βλέποντας ότι ο Γεώργιος ήταν έξυπνος, φιλομαθής και προπάντων ευλαβής, του δίδασκε την Αγία Γραφή και του μάθαινε τα μυστήρια της ορθοδόξου πίστης. Και ό,τι μάθαινε ο Γεώργιος προσπαθούσε πάντοτε να το κάνει πράξη.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΟ ΤΩΝ ΜΩΑΜΕΘΑΝΩΝ: Δεν ήταν δυνατόν η παρουσία του Γεώργιου να μη γίνει αντιληπτή από τους Τούρκους της Σόφιας, οι οποίοι, θαυμάζοντας την ενάρετη ζωή του, θέλησαν να τον οδηγήσουν στην πίστη τους. Διάλεξαν, λοιπόν, ένα ομόθρησκό τους βαθύ γνώστη του Ισλάμ να πάει υποκρινόμενος πως θέλει να του κατασκευάσει κάποιο χρυσό αντικείμενο και να τον καταφέρει να γίνει μουσουλμάνος. Ο Άγιος όμως, ως μυημένος στην ορθόδοξο πίστη και ενάρετος Χριστιανός που ήταν, αντέκρουσε με επιτυχία τα επιχειρήματα του Τούρκου. Αυτός, επέστρεψε στους ομοθρήσκους του αλλά και στον κριτή και διηγήθηκε τα πάντα, πιέζοντας να συλληφθεί ο νέος, διότι από την παρουσία του, δήθεν, κινδύνευε η πίστη των Τούρκων! Ο δικαστής έστειλε τον ίδιο Τούρκο να του φέρει τον Άγιο με τρόπο, ώστε να μην υποψιαστεί ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι Χριστιανοί. Με το πονηρό επιχείρημα ότι τον θέλουν να φτιάξει κάποια χρυσά στολίδια, απονήρευτος ο Άγιος ήρθε στον δικαστή.

ΣΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ: Μόλις τον είδε ο δικαστής εξεπλάγη από την ομορφιά του νέου και με ήρεμο τρόπο. Τον κάλεσε κοντά του και επιχείρησε να τον φέρει στην πίστη του Ισλάμ. Ο Άγιος κατάλαβε τότε ότι εκεί είχε έρθει να αγωνιστεί για την πίστη του και όχι για την τέχνη του. Ζητώντας μυστικά την σοφία του Θεού, άρχισε με παρρησία να αποδεικνύει με επιχειρήματα την πλάνη των Μωαμεθανών και την αλήθεια του Χριστού. Προσπάθησε να κλονίσει την πίστη τους στη θεοπνευστία του Κορανίου και το προφητικό αξίωμα του Μωάμεθ, αφού άλλωστε κανένας δεν είχε δει να του μιλάει ο Θεός ούτε να του παραδίδει το Κοράνιο. Ενώ, τόνισε ο Γεώργιος, την παρουσία του Θεού στο Σινά και την παράδοση του νόμου στον Μωυσή βίωσε ολόκληρος ο Ισραηλιτικός λαός. Ακόμη, είπε, τα θαύματα του Χριστού από την γέννησή Του ως την Ανάληψή Του τα έζησαν πολλοί άνθρωποι και μαρτυρούν γι’ αυτά. Τόνισε επίσης ότι το Ισλάμ είναι μια εύκολη θρησκεία για σαρκικούς ανθρώπους. Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι παριστάμενοι Τούρκοι φώναζαν να θανατωθεί. Ο δικαστής διέταξε να φυλακιστεί. Δέρνοντας, κλωτσώντας και φτύνοντας τον δεμένο μάρτυρα, τον έκλεισαν στη φυλακή. Εκεί τον επισκέφτηκε ο ιερέας Πέτρος, δήθεν για να τον συμβουλέψει κι αυτός για το καλό του. Επειδή γνώριζε τον δεσμοφύλακα η συνάντηση έγινε στο σπίτι του δεσμοφύλακα. Ο ιερέας τον στήριξε στην πίστη και τον ενθάρρυνε να υπομείνει τους πρόσκαιρους πόνους από τα βασανιστήρια ώστε να χαίρεται και να απολαμβάνει την αιώνια ζωή, όπου και ο Κύριος θα τον ομολογήσει ενώπιον του Πατρός του. Στους φόβους του νεαρού μάρτυρα, μήπως δεν αντέξει τη φωτιά, του απάντησε πως ο Χριστός είναι Εκείνος που θα τον ενισχύσει με την χάρη Του, όπως και τους παλαιούς μάρτυρες και τον ομώνυμό του Άγιο Γεώργιο. Την άλλη μέρα οδήγησαν τον Άγιο μπροστά στον δικαστή, ο οποίος με κολακείες και υποσχέσεις αγωνίστηκε και πάλι να τον τουρκέψει αλλά μάταια. Ο ιερέας Πέτρος προσπάθησε με παρακλήσεις και δώρα στον δικαστή να τον ελευθερώσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

“ΔΙΚΗ” ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ: Μετά από οκτώ ημέρες φυλάκισης παρουσιάστηκε πάλι μπροστά στον δικαστή. Πάλι ταξίματα και υποσχέσεις, μάλιστα ο δικαστής υποσχέθηκε να τον κάνει συγκληρονόμο του με τον γιό του και να του δώσει τέτοιο αξίωμα ώστε να τον προσκυνούν όλοι. Με πολύ θάρρος και γενναιότητα ο Άγιος απάντησε: “Αν με αγαπάς, όπως λες, άφησέ με να ζω ως Χριστιανός, ειδεμή μάθε ότι από την πίστη μου και την αγάπη του Χριστού δεν είναι δυνατόν να με χωρίσει τίποτα, ούτε πλούτος, ούτε δόξα πρόσκαιρη, ούτε φωτιά, ούτε άλλη βάσανος, όσα κακά κι αν μου κάνεις. Ελπίζω στον Χριστό μου ότι αντί γι` αυτά θα απολαύσω εκατονταπλάσια στην ουράνια Βασιλεία. Γιατί λοιπόν αργοπορείς; Κάμε ένα από τα τρία. Ή απόλυσέ με να ζω ως Χριστιανός ή στείλε με στον Χριστό μου μια ώρα αρχύτερα ή γίνετε κι εσείς Χριστιανοί για να γλυτώσετε από την αιώνια κόλαση”. Ο δικαστής τότε έκανε μια πονηρή ενέργεια. Έκανε μια ομολογία πίστεως για τον Χριστό, σύμφωνα όμως με το Ισλάμ [το Ισλάμ αποδέχεται τον Κύριο ως απλό προφήτη]. Ο Άγιος, με τη χάρη του Θεού, δεν έπεσε στην παγίδα αλλά ομολόγησε τον Χριστό ως τον προφητευόμενο Μεσσία αλλά και Θεό αληθινό. Τότε το πλήθος εξαγριώθηκε και θα τον σκότωνε λιντσάροντάς τον την ώρα εκείνη αν δε το εμπόδιζε ο δικαστής με τους στρατιώτες του. Τελικά ο δικαστής γυρνώντας στο πλήθος τους είπε: “Η αμαρτία του ας είναι στις ψυχές σας και όπως θέλετε κάντε με αυτόν”.

Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ: Με τα χέρια δεμένα πίσω και με βαριά αλυσίδα στο λαιμό, τον οδήγησαν, φτύνοντάς τον και ραπίζοντάς τον, μέσα από την αγορά, για να τον κάψουν, με την κατηγορία ότι βλασφήμησε τον νόμο του Ισλάμ και δεν δέχθηκε να αρνηθεί τον Χριστό. Κοντά στον ναό της Αγίας Σοφίας συγκέντρωναν ξύλα για την πυρά. Ο ιερέας Πέτρος κατόρθωσε να τον πλησιάσει και να τον ενισχύσει με λόγια πνευματικά. Ο Άγιος του ζήτησε να προσεύχεται στον Χριστό να τον στερεώσει. Ο ιερέας μαζί με άλλους ιερείς και πιστούς Χριστιανούς μαζεύτηκαν και προσεύχονταν με δάκρυα στον Κύριο να στηρίξει τον μάρτυρα. Δίπλα στη στοίβα των ξύλων προσπαθούσαν ακόμη, για μια τελευταία φορά, οι αγαρηνοί να μεταστρέψουν τον Άγιο με νέα ταξίματα. Εκείνος όμως τους είπε: “Εγώ την πίστη μου δεν την αρνούμαι, ακόμα και χίλια βασανιστήρια να μου κάνετε”. Έτρεξαν τότε να φέρουν από τα γύρω σπίτια κάρβουνα και δαδί για να ανάψει γρηγορότερα η φωτιά, θεωρώντας ότι κάνουν έργο θεάρεστο! Έγδυσαν τον Άγιο και τον άφησαν μόνο με το πουκάμισο. Τον έριξαν στη φωτιά και τον τράβηξαν αμέσως πίσω μήπως και αλλάξει γνώμη. Ο Άγιος αντίθετα με περισσότερη πίστη ομολογούσε τον Χριστό. Το έκαναν και δεύτερη φορά, χωρίς αποτέλεσμα, οπότε τον έριξαν μέσα στη φωτιά οριστικά. Εκεί, πεσμένος ανάσκελα, κοιτούσε προς την ανατολή. Όταν κάηκαν τα δεσμά των χεριών του, σήκωσε το δεξί του χέρι, έκανε το σημείο του σταυρού και είπε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, εις χείρας Σου παραδίδω το πνεύμα μου”. Τότε ένας Τούρκος πήρε ένα μεγάλο ξύλο, τον χτύπησε στο κεφάλι και τον θανάτωσε. Συγχρόνως, ένα σύννεφο εμφανίστηκε θαυμαστά στον ουρανό και έβρεξε, πάνω στην πυρά! Οι Χριστιανοί δόξασαν τον Θεό ενώ οι Τούρκοι ντροπιάστηκαν, ωστόσο κάποιοι κι από αυτούς τους τελευταίους ακόμη, δάκρυσαν.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ: Έπειτα οι Χριστιανοί με τόλμη πήγαν στον δικαστή και ζήτησαν το λείψανο του Αγίου. Οι Τούρκοι όμως φώναζαν και απειλούσαν πως θα έκαιγαν το λείψανο και τη στάχτη του θα τη σκόρπιζαν. “Πηγαίνετε”, τους είπε ο δικαστής, “να τον θάψετε αλλά προσπαθήστε με δώρα να πείσετε εκείνους που τον φυλάνε για να μη σας εμποδίσουν”. Όμως, παρά τις παρακλήσεις και τα δώρα, αντί να μαλακώσουν εκείνοι γίνονταν σκληρότεροι. Και αγρίευαν περισσότερο. Άναψαν τη φωτιά πάλι και έριχναν μέσα πτώματα ζώων, ώστε να μην αναγνωρίζονται τα λείψανα του Αγίου μάρτυρος. Κι ενώ όλα τα κουφάρια των ζώων καίγονταν, το Άγιο λείψανο έμενε σώο και ακέραιο. Πεισματωμένος ο οθωμανικός όχλος απειλούσε πως την επόμενη μέρα θα προσπαθούσαν πάλι, διότι στο μεταξύ νύχτωνε. Προσέθεταν δε πως αν ούτε τότε το λείψανο καεί θα το έριχναν σ’ ένα λάκκο γεμάτο λάσπη. Τη νύχτα ωστόσο, κάποιος Χριστιανός, με τη βοήθεια του Θεού, χωρίς να τον δουν, πήρε το Άγιο λείψανο και το πήγε στην κεντρική εκκλησία. Έτσι την άλλη μέρα. με την άδεια του δικαστή, έθαψαν τον πολύαθλο και θαυμαστό ομολογητή του Χριστού, με μεγάλη συμμετοχή κλήρου και λαού, με τιμές, με ύμνους μαρτυρικούς και δοξολογίες στον Ι. Ναό της Αγίας Μαρίνης της Σόφιας.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος γ’.]: Θείω Πνεύματι, ἀνακηρύξας, τὴν τοῦ Κτίσαντος, οἰκονομίαν, ἀθλητικῶς ἠγωνίσω Γεώργιε καὶ τοῦ πυρὸς ἐνεγκῶν τὴν κατάφλεξιν, καταδροσίζεις ἠμᾶς θείαις χάρισι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος”.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=s2L6EI8jOuo



Ο Άγιος Χρήστος ο Νεομάρτυρας ο Κηπουρός (12.2.1748) από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Άγιος Χρήστος ο Νεομάρτυρας ο Κηπουρός (12.2.1748)

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου





Tμηθείς ο Xρήστος δι’ αγάπην Kυρίου,
Kηπουρός ώφθη της Eδέμ του χωρίου.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ: Ο Άγιος Χρήστος γεννήθηκε στην Αλβανία, αλλά εργαζόταν, από την ηλικία των 40 ετών, το επάγγελμα του κηπουρού και του πωλητή αγροτικών προϊόντων ζώντας στην Κωνσταντινούπολη.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΗ: Μια μέρα, ενώ πουλούσε τα μήλα του στην αγορά της Κωνσταντινούπολης, ήλθε ένα Τούρκος που απαιτούσε να αγοράσει τα μήλα του σε εξευτελιστική τιμή. Ο Άγιος αντιστάθηκε σ’ αυτή την αδικία και τελικά κατέληξαν σε φιλονικία. Ο Τούρκος θύμωσε και θέλοντας να τον εκδικηθεί πήγε σε έναν δικαστή και του είπε ψευδώς ότι άκουσε τον Άγιο να λέει ότι επιθυμεί να γίνει Μωαμεθανός.

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ: Ο κριτής κάλεσε τον Άγιο και τον ρώτησε αν η κατηγορία αυτή ήταν αληθινή. “Για τ’ όνομα του Θεού” απάντησε ο φτωχός κηπουρός, “ποτέ δεν είπα τέτοιο λόγο. Εγώ είμαι Χριστιανός και δεν είναι δυνατόν ν’ αλλάξω την πίστη μου ακόμη και αν πάθω χίλια βάσανα”. Τότε ο κριτής, που δεν πίστεψε ότι ο Άγιος συκοφαντήθηκε, διέταξε και τον χτύπησαν δυνατά με ραβδιά. Του κατάφεραν μάλιστα ένα τόσο δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, ώστε ο Άγιος αιμορραγούσε για πολλή ώρα. Μετά τον έδεσαν, τον έβαλαν στη φυλακή και του έσφιξαν τα πόδια στο τιμωρητικό ξύλο, το λεγόμενο τομπρούκι, (ειδικό ξύλο που ήταν καρφωμένο στο πάτωμα της φυλακής με τρύπες για τα πόδια), για να μην μπορεί καθόλου να κινηθεί.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΠΤΗ ΚΑΙΣΑΡΙΟΥ ΔΑΠΟΝΤΕ: Στη φυλακή έτυχε να βρίσκεται και ο λόγιος συγγραφέας Καισάριος Δαπόντες (1713-1784) από τη Σκόπελο, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους. Τον λυπήθηκε και κατάφερε να πείσει τους δεσμοφύλακες να τον ελευθερώσουν από το ξύλο, για να μπορεί να κινηθεί λίγο. Κατόρθωσε να του βρει και λίγο φαγητό και του το πρόσφερε. “Ευχαριστώ”, του είπε ο Άγιος, “αλλά γιατί να φάω; Μήπως πρόκειται να ζήσω; Ας αποθάνω, λοιπόν, για τον Χριστό μου πεινασμένος και διψασμένος”. Έπειτα έβγαλε και έδωσε ένα κέρμα που είχε στη ζώνη του στον Καισάριο και του είπε: “να το δώσεις αυτό να μου κάνουν μερικές λειτουργίες και μνημόσυνα για την ψυχή μου”.



ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ: Την ίδια μέρα ήλθαν και πήραν τον Μάρτυρα από τη φυλακή και τον οδήγησαν έξω από τα τείχη της Πόλης. Αυτός ήρεμα έκλινε τον αυχένα και παρέδωσε τον εαυτό του στον Ιησού Χριστό δεχόμενος τη σπάθα του δημίου. Με αυτό τον τρόπο ο κηπουρός της Πόλης, ο Μάρτυς Χρήστος, στις 12 Φεβρουαρίου του 1748, “άφησε τα περιβόλια του Βοσπόρου για να γίνει κηπουρός του ουρανίου Παραδείσου1”. Βίο του αγίου Μάρτυρα Χρήστου συνέγραψε ο αυτόπτης Καισάριος Δαπόντες.

1. Αναστάσιος Νικολάου, φιλόλογος,”Ο Χρήστος Νεομάρτυς ο Κηπουρός”.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός ο Νέος (14/2/1568) [O μάρτυρας της αργίας της Κυριακής] +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

  Ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός ο Νέος (14/2/1568) [ O μάρτυρας της αργίας της Κυριακής] +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ : ΤΟ 1423 η Λά...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....