Ετικέτες - θέματα

16.4.26

Ο Αλιβάνιστος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο-AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Ο Αλιβάνιστος

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
 κείμενο-AUDIOBOOK, 
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   

  Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέντρα της Σταματη-ρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι' άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

– Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ' ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για 'πές μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ' ετάχθη εξ' αριστερών του Σταμάτη, διά ν' ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ' εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

* *
*

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι' ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ' εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ' εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ' επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.

– Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είνε;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια, κ' ύστερα έπεσε μέσα στ' ορμάνι, κ' εχάθηκε.

* *
*

Οι δυο βοσκοί κι' ο Σταμάτης, κι' ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέση μέσα 'σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κ' έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.

*
*   *

– Πώς έκαμες, βλοημένε κ' έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο,... απ' τα 'Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·... είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κ' εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα... Ας είνε καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ' ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο! ...Ας έχη την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη.

– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάστασι να κάμω 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! ... Να πάρης ευλογία! ... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! ... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.

*
*   *

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ' εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ' αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ' εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι' αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ' στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ', ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ' εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

– Επέμεινε.

– Θα μου πης τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ' ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ', είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ' εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα.

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ' αφήση να μεταλάβης.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!


ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=RHpGo-rBui0

 

14.4.26

Ο Άρης από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Άρης

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



      ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Άρης είναι ένας από τους θεούς πολέμου, μέλος του Δωδεκαθέου και γιος του Δία και της Ήρας. Οι Έλληνες πιστεύοντας στη θεότητα του Άρη του απέδιδαν και μια αμφισημία: αν και προσωποποιούσε τη φυσική ανδρεία που είναι αναγκαία για την επιτυχία στον πόλεμο, ήταν συγχρόνως μια επικίνδυνη δύναμη, ακόρεστη για σφαγές στα πεδία των μαχών, σχεδόν ζωώδης. Οι γιοι του Φόβος και Δείμος [τρόμος], όπως και η αδελφή της Έριδος, Ενυώ, τον συνόδευαν στον πόλεμο με το άρμα του. Στην Ιλιάδα, ο πατέρας του, ο Δίας, τον αποκαλεί ως το μισητότερό του θεό1! Στον Τρωικό Πόλεμο, ο Άρης ήταν στην πλευρά του ηττημένου, ενώ η Αθηνά, που στήριζε τους Έλληνες ήταν η θριαμβεύτρια επί του αδελφού της. Γενικά ο Άρης παίζει έναν μάλλον περιορισμένο ρόλο στην Ελληνική Μυθολογία αν και συχνά αναφέρεται κυρίως για τις πολλές ερωτικές σχέσεις του, ενώ άφθονοι απόγονοί του συχνά πρωταγωνιστούν σε πολλές μυθικές αναφορές. Όταν ο Άρης εμφανίζεται στους μύθους, συνήθως αντιμετωπίζει ταπεινώσεις2. Είναι κυρίως γνωστός ως παράνομος εραστής της Αφροδίτης, την περίοδο που εκείνη ήταν παντρεμένη με τον Ήφαιστο.

Ρωμαίκό αντίγραφο ελληνικού αγάλματος του θεού.

  ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ
: Η ετυμολογία του ονόματος του “Άρη” αποδίδεται από ορισμένους στην ελληνική λέξη ἀρή”, ιωνικό τύπο της δωρικής λέξης “ἀρά” που σημαίνει “όλεθρος, καταστροφή, κατάρα”. Η πρώτη βεβαιωμένη μορφή του ονόματος είναι στη μυκηναϊκή ελληνική λέξη α-re”, της Γραμμικής Β [συλλαβική γραφή]3. Κάποιες επιγραφές της νεότερης Μυκηναϊκής εποχής αναγράφουν το όνομα Ενυάλιος, ως ένα άλλο όνομα για το θεό του πολέμου. Ο Άρης εμφανίζεται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπου ο Δίας εκφράζει συχνά την αποστροφή του προς εκείνον, ιδιαίτερα όταν ο Άρης επέστρεψε τραυματίας και διαμαρτυρόμενος από το πεδίο της μάχης έξω από τα τείχη της Τροίας. Αυτή η αποστροφή που έδειχναν θεοί και Έλληνες συχνά προς το θεό του πολέμου δικαιολογείται και από τις σχέσεις του Άρη με τους Θράκες, οι οποίοι θεωρούντο ως ένα βάρβαρο και πολεμοχαρές φύλο. Άλλωστε η Θράκη θεωρείτο γενέτειρα του Άρη και ο τόπος που κατέφυγε ο θεός του πολέμου ταπεινωμένος μετά τον γενικό εμπαιγμό του, κατά την ερωτική του περιπέτεια με την Αφροδίτη, από μέρους των υπολοίπων θεών.

  ΛΑΤΡΕΙΑ: Στη Σπάρτη, πολύ νωρίς, ο Άρης θεωρήθηκε ως ένα αρρενωπό πρότυπο στρατιώτη. Σε παλαιότερες εποχές φαίνεται ότι προς τιμήν του οι Λακεδαιμόνιοι τελούσαν ακόμη και ανθρωποθυσίες. Συχνά, πριν από μια μάχη οι νέοι Σπαρτιάτες πολεμιστές θυσίαζαν από ένα κουτάβι ανά ομάδα προς τιμήν του Ενυαλίου που στην Κλασική Περίοδο ταυτίστηκε με τον Άρη. Ναός του Άρη, όμως, υπήρχε και στην Αγορά των Αθηνών, πράγμα που το αναφέρει και ο Παυσανίας4. Στην Αθήνα ακόμη υπήρχε ο Άρειος Πάγος [βράχος του Άρη], που αποτελούσε έδρα δικαστηρίου.

ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΘΗΒΑ: Ο Άρης πρωταγωνιστεί και στο μύθο της ίδρυσης των Θηβών. Ο Άρης ήταν ο πρόγονος του δράκου που σκοτώθηκε από τον Κάδμο. Από τα δόντια αυτού του δράκου, φυτεμένα στο έδαφος, βγήκαν οι πλήρως οπλισμένοι μαχητές, οι λεγόμενοι Σπαρτοί. Για να εξευμενίσει τον Άρη, ο Κάδμος πήρε ως σύζυγό του την Αρμονία, κόρη του θεού και της Αφροδίτης.

ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΑΡΗ: Από την Αφροδίτη ο Άρης απέκτησε πολλά τέκνα. Τα ονόματα ορισμένων από αυτά ήταν: Φόβος, Δείμος, Αρμονία, Αδράστεια, Αντέρως, Ίμερος και Πόθος. Ακόμη απέκτησε: από την Αερόπη τον Αερόπο, από την Άγλαυρο την Αλκίππη, από την Αλθαία τον Μελέαγρο [κατά μία εκδοχή], από την Αγχιρόη τον Σίθωνα, από την Αστυόχη τον Ασκάλαφο και τον Ιαλμενό, από την Αταλάντη, τον Παρθενοπαίο [ενδεχομένως], από την Καλλιόπη [ή την Καλλιρρόη] τον Μύγδονα και τον Οδόμαντο, από την Κριτοβούλη τον Παγανέα, από την Κυρήνη τον Διομήδη, από τη Δαιμονίκη τον Θέστιο και τον Μόλο, από τη Δορμοθέα τον Στύμφαλο5. Ακόμη τέκνα του Άρη θεωρούντο και οι: Φλεγύας [βασιλιάς της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας αργότερα], ο Δράκος της Θήβας, οι Αμαζόνες Ιππολύτη, Αντιόπη, Πενθεσίλεια και Μελανίππη, η Σινώπη, ο Κύκνος, ο Παρράσιος, ο Λύκακτος, ο Βίθυς, ο Οινόμαος [από τη Στερόπη], ο Τμώλος, ο Άλκων6, ο Χάλυψ7, η Υπερβίη, ο Λύκος [της Λιβύης], ο Τηρέας, κ.ά.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΗ: Κάποτε ο Άρης γνώρισε την οργή του Ποσειδώνα, εξαιτίας της δολοφονίας ενός γιου του τελευταίου, ο οποίος προηγουμένως είχε βιάσει την Αλκίππη, κόρη του θεού του πολέμου. Για αυτή την πράξη, ο Ποσειδώνας κάλεσε τον Άρη να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου των Ολυμπίων θεών. Η δίκη διεξήχθη σε έναν λόφο στην Αθήνα. Εκεί τελικά ο Άρης δικαιώθηκε. Η δίκη αυτή του θεού έδωσε την αφορμή για την ονομασία του λόφου Αρείος Πάγος8.

Ο Άρειος Πάγος, από την Ακρόπολη

Ο ΚΥΚΝΟΣ
: Ο Κύκνος, γιος κι αυτός του Άρη, ήταν τόσο κτηνώδης και επικίνδυνος που είχε βάλει στόχο του να κτίσει έναν ναό προς τιμήν του πατέρα του από κρανία και τα οστά ταξιδιωτών, που περνούσαν από την παράλια Φθιώτιδα όπου εκείνος παραμόνευε. Ο Ηρακλής κατόρθωσε τελικά να τον σκοτώσει, πράγμα που επέφερε τη μήνι του Άρη, ο οποίος επιτέθηκε στον φημισμένο ήρωα και τον τραυμάτισε9.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Η Αφροδίτη είχε παντευτεί με τον κουτσό και άσχημο Ήφαιστο. Όμως δεν άντεξε για πολύ να μείνει πιστή στον άντρα της. Σύντομα σαγηνεύτηκε από την ομορφιά και τη σωματική διάπλαση του Άρη και έγινε ερωμένη του. Ο Ήλιος, όταν είδε κάποια φορά τον Άρη και την Αφροδίτη να πλαγιάζουν στο κρεβάτι του Ήφαιστου μέσα στο ίδιο του το παλάτι, έτρεξε και του το φανέρωσε, άλλωστε “ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον”! Τότε ο θεός ζήτησε από τον Ήλιο να μη φανερώσει σε κανέναν άλλο το μυστικό και σκαρφίστηκε ένα σχέδιο. Άπλωσε στο κρεβάτι του ένα αόρατο δίχτυ. Έτσι την επόμενη φορά που οι δυο παράνομοι εραστές πλάγιασαν στο κρεβάτι, μπλέχτηκαν στο δίχτυ. Απεγνωσμένα προσπαθούσαν να ελευθερωθούν. Μάταια όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσαν, τόσο περισσότερο μπλέκονταν. Ο Ήφαιστος μόλις γύρισε στο παλάτι του, βρήκε τους παράνομους συντρόφους γυμνούς και ακινητοποιημένους στο κρεβάτι. Γεμάτος οργή και παράπονο ο Ήφαιστος τα έβαλε με τον Άρη, που αν και ήταν αδερφός του δε δίστασε να τον προδώσει, αλλά και με τη γυναίκα του. Για να πάρει την εκδίκησή του φώναξε τον Δία και τους υπόλοιπους θεούς και τους έδειξε τους αδιάντροπους εραστές που ήταν ακόμη μπλεγμένοι στα δίχτυα. Οι θεοί όλοι κατηγορούσαν την άπιστη σύζυγο και τον άκαρδο αδερφό και τους έβριζαν για το αμάρτημά τους. Έτσι ξεθύμανε η οργή του Ήφαιστου και τους ελευθέρωσε. Ο Άρης, γεμάτος αμηχανία και ντροπή, επέστρεψε στην πατρίδα του, τη Θράκη.

ΔΕΜΕΝΟΣ ΣΕ ΧΑΛΚΙΝΟ ΔΟΧΕΙΟ!: Σε έναν αρχαϊκό μύθο, δύο χθόνιοι γίγαντες, οι Αλωάδες, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, την περίοδο της Γιγαντομαχίας, έδεσαν τον Άρη με αλυσίδες και τον έβαλαν σε ένα χάλκινο δοχείο, όπου παρέμεινε για δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Αυτό ίσως να ήταν και το πρώιμο τέλος για το θεό του πολέμου, αν η πανέμορφη Ερίβοια, θετή μητέρα των γιγάντων, δεν το απεκάλυπτε στον Ερμή. Ο Άρης στο μεταξύ φώναζε και ούρλιαζε μέσα από το χάλκινο πίθο μέχρι που η Άρτεμις έβαλε να αλληλοσκοτωθούν τα δυο αδέλφια, οπότε ο Ερμής τον απελευθέρωσε.


ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
: Όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος, ο καβγατζής θεός είχε υποσχεθεί στη μητέρα του Ήρα και στην Αθηνά να βοηθήσει τους Έλληνες. Όμως, ξελογιασμένος, και πάλι, από την ομορφιά της Αφροδίτης, πέρασε σε μια κρίσιμη στιγμή στην αντίπαλη παράταξη. Για αρκετό καιρό παραστεκόταν στον Έκτορα, ο οποίος θέριζε τους Έλληνες, καθώς έλειπε από το πεδίο της μάχης ο Αχιλλέας. Η Ήρα αγανακτισμένη με το γιο της που από μικρός μονάχα προβλήματα της προκαλούσε, έτρεξε στον Δία και του ζήτησε την άδεια να διώξει τον Άρη από τη μάχη, πληγώνοντάς τον. Αυτός δέχτηκε, μια και δε συμπαθούσε καθόλου το γιο του. Αμέσως η Ήρα έστειλε την Αθηνά να τον κανονίσει όπως αυτή ήξερε. Η σοφή Παλλάδα φόρεσε την κυνέα, τη σκούφια δηλαδή του θείου της του Πλούτωνα, που την έκανε αόρατη, και όρμησε στην Τρωική πεδιάδα. Έπειτα στάθηκε πάνω στο άρμα του Διομήδη που ξεκινούσε μάχη με τον Άρη, χωρίς βέβαια να γνωρίζει ότι ήταν ο Ολύμπιος θεός. Αυτός πρώτος εκτόξευσε το χάλκινο δόρυ του εναντίον του θνητού πολεμιστή, αλλά η αθέατη Αθηνά το έσπρωξε με τα δυο της χέρια και έπεσε στο κενό. Τότε ο Διομήδης έριξε το δικό του δόρυ και η Αθηνά το κατεύθυνε στα πλευρά του Άρη. Αυτός πληγωμένος έπεσε καταγής και έβγαλε τρομερή φωνή που πανικόβαλε Έλληνες και Τρώες, γιατί ήταν σαν να φώναζαν μαζί δέκα χιλιάδες πολεμιστές. Μετά πέταξε στον Όλυμπο τυλιγμένος σε πυκνά σύννεφα. Εκεί έδειξε κλαίγοντας την πληγή του στο Δία και άρχισε να του παραπονιέται ότι δείχνει εύνοια στην Αθηνά επειδή είναι καθαρά δικό του παιδί. Ο πατέρας των θεών, έξω φρενών με το γιο του, του απάντησε με προσβλητικά λόγια. Αλλά γιος του ήταν και δεν άντεχε να τον βλέπει να πονάει και να κλαίει. Γι' αυτό έδωσε εντολή στον Παίονα, το γιατρό των θεών, να θεραπεύσει την πληγή του. Αλλά και στην τελική μάχη του Τρωικού πολέμου όλοι οι θεοί, με την άδεια του Δία, έτρεξαν πάνοπλοι στο πεδίο της μάχης. Πλάι στους Τρώες κατέφτασε ο Άρης, η Άρτεμη, ο Φοίβος κι η Αφροδίτη. Ο Άρης, που ήταν χολωμένος με την Αθηνά, γιατί πάντα τον ντρόπιαζε μπροστά στα μάτια των Ολυμπίων, όρμησε με την πρώτη ευκαιρία καταπάνω της και της μίλησε με άσχημα λόγια. Έπειτα έριξε το δόρυ του στην αιγίδα της Αθηνάς που ούτε ο κεραυνός του Δία δεν τη διαπερνούσε. Η θεά τραντάχτηκε και έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω. Χωρίς να χάσει το θάρρος της, άρπαξε μια πελώρια κοτρόνα και την εκσφενδόνισε στον πολεμόχαρο θεό. Η κοτρόνα χτύπησε τον Άρη στο λαιμό, λύγισαν τα γόνατά του και έπεσε φαρδύς πλατύς κάτω. Το τεράστιο κορμί του απλώθηκε και σκέπασε εφτά στρέμματα. Τα γόνατά του μάτωσαν και τα μαλλιά του γέμισαν χώματα. Όλοι οι θεοί άρχισαν να γελάνε όταν είδαν ξαπλωμένο καταγής το θεό του πολέμου, που για μια ακόμη φορά τον ρεζίλεψε η Αθηνά. Μονάχα η Αφροδίτη έτρεξε κοντά του, τον βοήθησε να σηκωθεί και πιάνοντάς τον από το χέρι τον ανέβασε στον Όλυμπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Όμηρος, Ιλιάδα, Δ 436 κ.εξ., Ε 385-391, Ν 299 κ.εξ., Ν 103, Οδύσσεια, θ 266 – 366. Chadwick, John, 1976), Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Cambridge, Cambridge University Press. Υγίνος, Fabulae, 30, 159. Απολλόδωρος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, ii.382κ.εξ. και 1031κ.εξ. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 2. 5, 8. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 3. 19, 7-8 και 3.15,7. Ησίοδος, Θεογονία, 934 κ.εξ., Ασπίς Ηρακλέους, 191, 460. Quintus Smyrnaeus, 10.51. Νόννο, Διονυσιακά, 18.274, κ.εξ.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Όμηρος, Ιλιάδα, Ε΄890 – 891: “ἔχθιστος δέ μοί ἐσσι θεῶν οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν: αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι”.

2. Όπως κατά τον τραυματισμό του απλο το Διομήδη που περιγράφεται στη ραψωδία Ε΄ της Ιλιάδας.

3. Gulizio, Joannn. “a-re”, Εφημερίδα της Προϊστορικής Θρησκείας, 15, σελ. 32-38.

4. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 3.14,9.

5. Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά,2. 946.

6. Υγίνος, Fabulae,173.

7. Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά, 2. 373.

8. Berens, EM, Μύθοι και Θρύλοι της Αρχαίας Ελλάδα και τη Ρώμη, σ. 113 Project Gutenberg, 2007.

9. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 2.11 5. και 2. 7. 7.

13.4.26

Η Ζωοδόχος Πηγή και οι ομώνυμος ναοί της Κωνσταντινούπολης και της Λάρισας [Παρασκευή Διακ/μου] 25.4.25 του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Η Ζωοδόχος Πηγή και οι ομώνυμοι ναοί της Κωνσταντινούπολης και της Λάρισας

[Παρασκευή Διακαινησίμου] 17.4.26

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου 


   ΣΥΝΑΞΑΡΙ: Ένα από τα πολλά ονόματα της Θεοτόκου είναι και το “Ζωοδόχος Πηγή”, αφού γέννησε την Ζωή, που είναι ο Χριστός. Το όνομα αυτό αποδόθηκε στην Παναγία από τον Ιωσήφ τον Υμνογράφο (9ος αι.). Η γιορτή αναφέρεται στα εγκαίνια του Ναού της Παναγίας, γνωστού ως «Ζωοδόχος Πηγή στο Μπαλουκλί», έξω από τα θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινούπολης, όπου και τα λεγόμενα "παλάτια των πηγών", θέρετρα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Εκεί υπήρχε αγίασμα που επιτελούσε και επιτελεί πολλά θαύματα.

  Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ: Ο Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής στην Πόλη ανεγέρθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Θράκα, που, πριν γίνει αυτοκράτορας, ως απλός στρατιώτης, συνάντησε έναν τυφλό έξω από την Χρυσή Πύλη της Βασιλεύουσας. Ο τυφλός του ζήτησε νερό να πιει και ο Λέων αναζήτησε την πηγή του νερού στην κατάφυτη περιοχή, αλλά δεν μπόρεσε να την ανακαλύψει. Η διήγηση προσθέτει πως ο Λέων λυπήθηκε που δεν βρήκε νερό να δώσει στον τυφλό. Άκουσε τότε φωνή να του λέει: «Βασιλιά Λέοντα», ενώ ακόμη ήταν στρατιώτης, “είσελθε βαθύτερα στο δάσος, και αφού λάβεις με τις χούφτες σου το θολερό αυτό νερό, να ξεδιψάσεις τον τυφλό και να του πλύνεις τα μάτια. Τότε θα γνωρίσεις ποια είμαι εγώ που κατοικώ στο μέρος αυτό”. Ο Λέων έκανε αμέσως όπως τον διέταξε η φωνή και ο τυφλός είδε το φως του. Η φωνή εκείνη ήταν της Παναγίας. Όταν ο Λέων έγινε αυτοκράτορας (457-474), με ευγνωμοσύνη έκτισε στο μέρος εκείνο του αγιάσματος Ιερό Ναό προς τιμήν της Παναγίας. Όταν κατέρρευσε ο Ναός από τον χρόνο, ο Ιουστινιανός ανοικοδόμησε τη Ζωοδόχο Πηγή, καθιστώντας το ναό μεγαλοπρεπέστερο, ενώ αργότερα ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών, μετά από σεισμό, ανέλαβε την ανακαίνισή του (869). Ο Ναός αυτός κατέρρευσε τον 15ο αιώνα. Ο Pierre Gylles σημειώνει ότι εκείνη την περίοδο (16ος αι.), η εκκλησία δεν υπήρχε πια, αλλά οι ασθενείς εξακολουθούν να επισκέπτονται την Πηγή. Το 1825 το αγίασμα καταστράφηκε από γενιτσάρους κατά την εξέγερσή τους. Το 1833 ο Πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄ ξαναέκτισε τον Ναό πάνω στα ερείπια του παλαιού. Τα εγκαίνια έγιναν την 2/2/1835 από τον ίδιο τον Πατριάρχη στο Μπαλουκλί. Μπαλουκλί σημαίνει τόπος με ψάρια, αφού στην δεξαμενή της Πηγής υπάρχουν ψάρια. Σήμερα, εκτός από τη μεγάλη εκκλησία, λατρευτικό κέντρο του συγκροτήματος αποτελεί ο υπόγειος ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπου βρίσκονται η δεξαμένη με το αγίασμα και τα ψάρια. Aκόμη και Tούρκοι πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται. Να σημειώσουμε ότι το 1955 ο ναός βεβηλώθηκε από όχλο Τούρκων που όρμησαν διαλύοντας τα πάντα στην περίοδο των Σεπτεμβριανών, του ξεσπάσματος δηλαδή των βαρβάρων κατά κάθε τι χριστιανικού και ελληνικού στην Κωνσταντινούπολη. Στον ναό αυτό θεραπεύθηκαν η αυτοκράτειρα Ζωή, οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός, Λέοντας Σοφός, Ρωμανός Λεκαπηνός, ο Ανδρόνικος Γ΄, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ο Ιεροσολύμων Ιωάννης, πλήθος κληρικών, μοναχών και απλών πιστών. Τον 14ο αιώνα ο Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει έναν κατάλογο 63 θαυμάτων.

   Ο ΟΜΩΝΥΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΙ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Ως το τέλος της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι στη συνοικία Ταμπάκικα εκκλησιάζονταν στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου, όσο αυτός λειτουργούσε. Το 1877 οικοδομήθηκε σε κεντρικό σημείο της συνοικίας ένα παρεκκλήσι της Παναγίας Φανερωμένης όπου υπήρχε και παλαιό κοιμητήριο. Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκε μία μοναχή ονόματι Θεοφανία, που εργάσθηκε αμισθί στο παρεκκλήσιο του μικρού κοιμητηρίου. Η Θεοφανία εγκαταστάθηκε κοντά στο μικρό ναΐσκο, σε ένα μικρό κελλάκι, ζώντας ασκητικά. Ο Κύριος βλέποντας την καθαρότητα της ψυχής της, της αποκάλυψε σε όνειρο ότι στο σημείο που υπάρχει το μαγγανοπήγαδο, στο βάθος του, βρίσκεται παλαιά θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος από πολλά χρόνια. Η μοναχή ξαναείδε σε όνειρο, αυτή τη φορά την Υπεραγία Θεοτόκο, να την οδηγεί στο μαγγανοπήγαδο και να της δείχνει ότι στο βυθό του βρίσκεται η εικόνα της. Τότε η μοναχή ανέφερε τα θαυμαστά όνειρα τα όνειρα στον τότε ιερέα του Ναΐσκου και κατόπιν στον Επίσκοπο Λαρίσης Νεόφυτο. Η μοναχή Θεοφανία ένδακρυς διηγήθηκε στον Επίσκοπο τα όνειρά της και εκείνος έδωσε εντολή να βρεθεί συνεργείο για να αντλήσει το νερό του πηγαδιού. Με εγκύκλιό του μάλιστα κάλεσε ιερείς και πιστούς να παραστούν στην τελετή. Έτσι, μία μέρα σχηματίστηκε πομπή γύρω από το πηγάδι με τους ιερείς ενδεδυμένους τα ιερά τους άμφια, τον Επίσκοπο επικεφαλής, παρουσία πλήθους κόσμου και αφού προηγήθηκε παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο, άρχισε η άντληση του νερού οπότε στο βυθό εμφανίστηκε η εικόνα. Μεγάλη η συγκίνηση και η χαρά όλων, ενώ αμέσως ήχησε η καμπάνα του κωδωνοστασίου του Ναΐσκου. Ο Μητροπολίτης Νεόφυτος καθάρισε από τις λάσπες την εικόνα και με πομπή την οδήγησε στο Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Αχιλλίου όπου εναποτέθηκε προς προσκύνηση για σαράντα ημέρες. Την εικόνα αυτή, η οποία απεικονίζει την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Κύριο, την ονόμασε ο Επίσκοπος, Ζωοδόχο Πηγή, και έδωσε εντολή να φιλοξενηθεί στον Μητροπολιτικό Ναό μέχρι ανεγέρσεως Ιερού Ναού. Η εικόνα αυτή βρίσκεται μέχρι και σήμερα στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής χαρίζοντας, ευλογία, παραμυθία και θαύματα στους πιστούς. Μετά την κατάρτιση ερανικής επιτροπής ανεγέρσεως Ιερού Ναού, ο Μητροπολίτης Νεόφυτος διόρισε τον ιερέα Δημήτρη Σακελλαρίου επικεφαλής στη διενέργεια εράνου σε όλη τη Θεσσαλία, που είχε πλέον ενσωματωθεί με την ελέυθερη Ελλάδα1. Έτσι χτίστηκε ο πρώτος ναός Βασιλικού ρυθμού. Ο Ι. Ναός αυτός κατεδαφίστηκε και στη θέση του ανηγέρθη νέος μεγαλοπρεπής Ναός τη δεκαετία του 1990.

    Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ: Η σημερινή εορτή είναι α΄ Κινητή εορτή, διότι εξαρτάται από την ημέρα του Πάσχα, όπως και άλλες μεγάλες εορτές (Ανάληψη, Πεντηκοστή, κ.ά.) Εορτάζεται ην Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Β΄ Είναι Θεομητορική εορτή γιατί είναι μία εορτή προς τιμήν της Παναγίας. H εορτή αυτή, αντίθετα με τις υπόλοιπες Θεομητορικές, έχει σχέση με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν ανθρώπων που την επικαλέστηκαν με πίστη. Όπως στο Mπαλουκλί εορτάζουν την Zωοδόχο Πηγή και ο ναός εκείνος της Θεοτόκου είναι πηγή θείων δωρεών, έτσι και κάθε εκκλησία με ορθόδοξο ιερέα που λειτουργεί και τελούνται τα άγια μυστήρια, είναι μία ζωοδόχος πηγή. “Στην Eκκλησία τρέχει το αθάνατο νερό της διδασκαλίας του Kυρίου. Tο νερό αυτό που ξεδιψά, πηγάζει από την υπερτάτη θυσία του Kυρίου. Tο νερό αυτό θεραπεύει, δίνοντας υγεία στις ανάπηρες και τραυματισμένες ψυχές, διά πρεσβειών της Παναγίας.” (Αυγ. Καντιώτης).




Konsatntinosa.oikonomou@gmail.com

1. Αρχιμανδρίτης π. Κωνσταντίνος Δεληχρήστος, http://www.panagialarisis.gr/history-temple

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Αλιβάνιστος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο-AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

  Ο Αλιβάνιστος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  κείμενο-AUDIOBOOK,  διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου       Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, αν...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....