Ετικέτες - θέματα

23.9.26

(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895 Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 


(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Κείμενο- AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   


― Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μὲς στὸ γυαλί, εἶπε ἡ μάννα μου, γιατὶ δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι.

― Χωρὶς πεντάρα;

― Ναί.

― Καὶ τί ἔγινε ὁ πατέρας σου;

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Ἦτο πενταετὲς παιδίον, ζωηρόν, μὲ λαμπροὺς μεγάλους ὀφθαλμούς, ρακένδυτον. Καὶ μὲ παιδικὴν χάριν, μὲ σπαρακτικὸν ἐν τῇ ἀθῳότητι μειδίαμα, ἐπρόφερεν ἑκάστοτε τὴν φράσιν ταύτην, τῆς ὁποίας ὅλον τὸ βάθος δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ κατανοήσῃ, τόσον ὥστε οἱ ἄνθρωποι οἱ μὴ ἔχοντες νὰ κάμουν τίποτε, καθὼς ἐγώ, πολλάκις τὸ ἐκάλουν, καὶ ἀπέτεινον αὐτῷ τὴν ἄνω ἐρώτησιν τοῦ μικροῦ παντοπώλου τῆς γειτονιᾶς, μόνον καὶ μόνον διὰ ν᾽ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στόμα του τὴν ἀπόκρισιν.

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ὁποὺ τὸ ἔβλεπα. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν συνέβη νὰ εἶμαι πλούσιος, διότι εἶχα κατορθώσει μετὰ πέντε ἐκλιπαρήσεις, καὶ μετὰ τέσσαρας ἀποπομπάς, νὰ λάβω δεκαπέντε δραχμάς, ἀπέναντι ὀγδοήκοντα ὀφειλομένων μοι δι᾽ ἀμοιβὴν φιλολογικῆς ἐργασίας πέντε ἑβδομάδων. Κατὰ τὰς τοιαύτας δὲ ἡμέρας, ἰσαρίθμους μὲ τὰς σελήνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, μοὶ συμβαίνει, χωρὶς νὰ φροντίσω νὰ πληρώσω μέρος τῶν χρεῶν μου, νὰ ἐξοδεύω μονοημερὶς τὰ δύο τρίτα τοῦ οὕτω πως ἐκβιασθέντος ποσοῦ, φυλάττων φρονίμως τὸ τρίτον διὰ τὰς ἑπομένας τρεῖς ἑβδομάδας.

Ἔκραξα τὸ παιδίον καὶ τοῦ ἔδωκα μίαν πεντάραν. Ἐκεῖνο τὴν ἔλαβεν, ἔβγαλεν ἔξω ἀπὸ τὰ χείλη τὴν γλῶσσαν, μὲ μειδίαμα εὐδαιμονίας, καὶ ἀτενίζον με εἶπε:

― Δό μ᾽ κι ἄλλη, μπάρμπα!


Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν. Συνέβαινε καθ᾽ ἑσπέραν νὰ κάθημαι ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ πλέον, συνομιλῶν μὲ δύο ἢ τρεῖς φίλους, πίνοντας τὸ ὀρεκτικόν των, εἰς τὸ μικρὸν μαγαζεῖον, ἐνίοτε δὲ νὰ λαμβάνω ἐκεῖ τὸ λιτὸν δεῖπνόν μου. Πολλάκις τριετῆ νήπια ψελλίζοντα τὰ ἔστελναν αἱ προκομμέναι αἱ μητέρες των, μὲ ἐπικίνδυνα ποτήρια ἢ φιαλίδια εἰς τὰς χεῖρας, διὰ ν᾽ ἀγοράσουν κασὶ λάιλυκάζι. Ἓν τούτων ἐζήτει νὰ τοῦ δώσουν ἕνα κουμπὶ (σκουμβρί), ἄλλο ἐζήτει μιὰ πεντάρα πίτα (σπίρτα). Τὴν γλῶσσάν των μόνος ὁ νεαρὸς παντοπώλης, ὁ φίλος μου, ἦτο ἱκανὸς νὰ τὴν ἐννοῇ. Ὁ ἴδιος ἐσπλαγχνίζετο ἐνίοτε καὶ ἔστελνε προπομποὺς τοὺς ἰδίους του ὑπηρέτας ἕως τὴν θύραν τῶν μικρῶν παιδίων, διὰ νὰ φθάσουν ταῦτα ἀσφαλῶς εἰς τὴν μητέρα των.

Συχνὰ συνέβαινε νὰ ξεχάσῃ ἡ μικρὰ παιδίσκη, πενταέτις ἢ ἑξαέτις, τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ν᾽ ἀγοράσῃ, καὶ νὰ εἴπῃ ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων. Ἐντεῦθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν μητέρων, ὕβρεις κατὰ τοῦ μπακάλη. Πάντοτε τὸν μπακάλην ἔβγαζαν πταίστην. Τὸ παιδὶ ποτὲ δὲν ἔπταιε.

   Ἄλλοτε συνέβη νὰ τοῦ πέσῃ εἰς τὸν δρόμον τὸ μισὸ τὸ ρύζι, ἢ νὰ φάγῃ τὴν μισὴν τὴν ζάχαριν. Τότε ἡ μήτηρ ἢ ἡ γιαγιὰ κατήρχετο ἡ ἰδία, καὶ ὕβριζε τὸν μπακάλην, λέγουσα ὅτι τέτοιος ἦτον, τὸν ἤξευρεν αὐτή, ὅλο ξίκικα ἐπώλει· μ᾽ αὐτὰ ἐζητοῦσε νὰ πλουτήσῃ κι αὐτός. Καὶ δύναμαι νὰ μαρτυρήσω ὅτι ὁ μπακάλης ἦτο, ὡς ἐμπορευόμενος καὶ ὡς ἄτομον, τίμιος ἄνθρωπος. Ἄλλοτε πάλιν, ὁ μικρὸς ψωνιστής, τὸ δεινότερον, ἔχανε καθ᾽ ὁδὸν τὰ λεπτά, τὰ ρέστα, ὅσα ἔλαβεν ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖον. Πλὴν διὰ τοῦτο εἶχε ληφθῆ ἡ πρόνοια νὰ τυλίγωνται τὰ ρέστα εἰς χαρτίον, καὶ κάποτε νὰ δένωνται κομπόδεμα εἰς ράκος καὶ νὰ ἐμβάλλωνται εἰς τὴν τσέπην τοῦ μικροῦ. Καὶ ὅμως πολλάκις ἐχάνοντο πεντάλεπτα καὶ δεκάλεπτα καὶ ὁλόκληροι λιμοκοντόροι. Καὶ πάλιν ὁ μπακάλης ἔπταιεν.


    Ἀλλ᾽ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ παιδίον περὶ οὗ ὁ λόγος ἐν ἀρχῇ. Δὲν εἶμαι ποτὲ πολυπράγμων, ἀλλ᾽ ὁ φίλος μου ὁ μικρὸς παντοπώλης ἤξευρεν ὡς εἰκὸς ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς γειτονιᾶς. Ἦτο γενικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἀλλοτρίων ὑποθέσεων. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ βλέμμα μου τοῦ ἐφάνη ἐρωτηματικόν, ἀλλ᾽ ὅταν εὐκαίρησεν, αὐθόρμητος ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται τὴν ἱστορίαν.

Πρὸ ἐννέα ἐτῶν ὁ Μανώλης ὁ Φλοεράκης εἶχε νυμφευθῆ τὴν Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Ἐκ τῆς συζυγίας ταύτης ἐγεννήθησαν πέντε τέκνα, ἐξ ὧν τὸ τρίτον ἦτο τὸ παιδίον ἐκεῖνο. Ὁ Μανώλης ἦτο ξυλουργός, ἀλλὰ δὲν διέπρεπε πολὺ ἐπὶ φιλοπονίᾳ, Εἰργάζετο, ὁσάκις εἶχεν ἐργασίαν, ἀπὸ τὴν Τρίτην ἕως τὴν Παρασκευήν. Τὸ Σάββατον πρωὶ τοῦ ἐπονοῦσεν αἴφνης ἡ μέση του, τὴν Δευτέραν τοῦ ἐπονοῦσε τὸ κεφάλι. Ἐννοεῖται ὅτι διήρχετο ἐν κραιπάλῃ ἀπὸ τὸ Σάββατον ἑσπέρας ἕως τὴν Δευτέρα πρωί.

   Ἡ γυνὴ ἦτο φιλεργός. Εἶχε ραπτικὴν μηχανὴν καὶ κατεσκεύαζεν ὑποκάμισα. Ἐκέρδιζεν οὕτω ἓν τάλληρον τὴν ἑβδομάδα, τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰς δεκατρεῖς ἢ δεκατέσσαρας δραχμάς, ὅσας ἐκέρδιζεν ἐκεῖνος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ἡμίση τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ τακτικὸν μεθύσι τῆς Κυριακῆς, μόλις ἤρκει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας.

   Πλὴν ἡ οἰκογένεια ηὔξανε, σχεδὸν κάθε χρόνον. Ἀνὰ ἓν κουτσουβέλι, ἢ κατσιβέλι, ἐγεννᾶτο τακτικὰ κάθε δεκαοκτὼ μῆνας, μὲ κανονικότητα ἀπελπιστικήν. Ἡ οἰκογένεια ηὔξανεν, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα ἠλαττοῦτο. Ἡ ἐργασία ἐγίνετο σπανιωτέρα. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ παρερρίφθη εἰς μίαν γωνίαν, ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν. Ἡ Γιαννούλα, μὴ προφθάνουσα ν᾽ ἀπογαλακτίσῃ ἓν μωρό, καὶ ἀρχίζουσα νὰ βυζαίνῃ ἀμέσως ἄλλο, μόλις ἐπαρκοῦσα διὰ νὰ πλύνῃ ράκη, δὲν εἶχε πλέον καιρὸν νὰ ράπτῃ ὑποκάμισα.

   Ὁ Μανώλης δὲν ἔπαυσε νὰ μεθύῃ τακτικὰ ἀπὸ τὸ Σαββατόβραδον ἕως τὸ ἐξημέρωμα τῆς Δευτέρας. Ἡ Γιαννούλα δὲν εἶχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν πάντοτε ψωμί. Ἡ ἑστία σπανίως ἦτο ἀναμμένη. Ἡ γυνὴ ἐγόγγυζε. Ὁ Μανώλης, ὅταν ἤρχετο, τὴν ἔτρωγε ἀπὸ τὴν γρίνια. Τὰ παιδιὰ ἔκλαιαν. Ἡ ἀχυροστρωμνὴ ἦτο τρύπια. Ἡ κουβέρτα δὲν ἤρκει νὰ σκεπάσῃ τὰ τρία μεγαλύτερα παιδιά.

   Ἡ λάμπα ἦτο ἀκαθάριστη καὶ δὲν εἶχε πετρέλαιον. Ἡ στάμνα εἶχε σπάσει πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἔπιναν ἀπὸ ἕνα τσαγκλί*, ὁσάκις εἶχε νερὸν ἡ βρύσις τῆς γειτονιᾶς. Ἡ σκούπα, καταλερωμένη, εἶχε φαγωθῆ ἡ μισή, καὶ ἐλίπαινε τὸ πάτωμα ἀντὶ νὰ τὸ σκουπίσῃ. Τὸ τηγάνι εἶχε τρυπήσει καὶ ἦτο ἄχρηστον. Ἡ χύτρα ἦτο ραγισμένη, καὶ ἔσβηνε τὴν φωτιὰν διαρρέουσα, ὅταν φωτιὰ ὑπῆρχε. Ἡ κατσαρόλα ἦτο παλαιά, φαγωμένη, ἀγάνωτη. Ὁ γανωτὴς εἶχε προτείνει ἢ νὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀντὶ πενῆντα λεπτῶν, ἢ νὰ τὴν γανώσῃ ἀντὶ πενῆντα, μὲ κίνδυνον, εἶπε, νὰ τρυπήσῃ καὶ νὰ γίνῃ ἄχρηστη. Ἡ Γιαννούλα ἐπροτίμησε νὰ τὴν κρατήσῃ ἀγάνωτην. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ εἶχε δοθῆ ἐνέχυρον διὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευαν διὰ τὰ γεννητούρια τοῦ τελευταίου μωροῦ καὶ δι᾽ ἄλλας χρείας. Τὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα δὲν ἐπεστράφησαν, καὶ ἡ μηχανὴ ἐκρατήθη.

    Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτο ἡ οἰκία, ὅταν εἰσεχώρησεν ὁ κουμπάρος ἐντός. Ὁ κουμπάρος ἦτο ἄγαμος καὶ τεσσαρακοντούτης, παχύς, εὐμορφάνθρωπος μὲ πλατὺ ζουνάρι. Ἦτο μέγας καὶ πολύς, κομματάρχης ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῆς Ἀττικῆς, εἶχε κερδήσει χρήματα ἀπὸ κάτι ἐνοικιάσεις. Ἦτο ἄνθρωπος μ᾽ ἐπιρροήν. Κατ᾽ ἀρχὰς ἤρχετο ἅπαξ τοῦ μηνός. Εἶτα ἦλθε δὶς εἰς μίαν ἑβδομάδα, φέρων κρέας καὶ μικρά τινα δῶρα διὰ τὰ παιδία. Κατόπιν ἤρχισε νὰ ἔρχεται ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν. Τέλος ἤρχετο καθ᾽ ἑκάστην, φέρων πάντοτε ὀψώνια.

   Τίς οἶδε ποίους σκοποὺς ἔτρεφεν ὁ κουμπάρος. Πλὴν ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ὅσον καὶ πᾶσα ἄλλη. Ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ἦτον ζηλιάρης. Καὶ μετὰ πολλὰ ἑσπερινὰ δεῖπνα τὰ ὁποῖα ἔφαγεν εἰς τὴν οἰκίαν ὁμοῦ μὲ τὸν κουμπάρον, μετὰ πολλὰς δὲ πρωινὰς σκηνὰς τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὴν γυναῖκά του, ἤρχισε νὰ μὴν εἶναι συνεπὴς εἰς τίποτε, κάποτε μάλιστα νὰ ξενοκατιάζῃ.

   Τῆς εἶχε διηγηθῆ πολλάκις ὅτι, πρὶν τὴν πάρῃ, εἶχε μία φιλενάδα. Ἐκείνη εἶχε νυμφευθῆ ἔκτοτε, ἴσως χωρὶς παπά, καθὼς συνηθίζεται κάποτε εἰς τὴν πτωχὴν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ὅτι τὴν εἶχε ξανανταμώσει, αὐτὴν τὴν παλαιὰν γνωριμίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὸ σπίτι βραδιὲς-βραδιές.

   Ὅσον διὰ τὴν Γιαννούλαν, τὸ μόνον ἔγκλημά της ἦτο ὅτι, ἴσως, εἶχε πολιτέψει** τὸν κουμπάρον, καὶ δὲν τὸν εἶχε διώξει μίαν καὶ καλήν. Ὁ κουμπάρος ἤξευρε, βλέπετε, ἀπὸ πολιτικήν, καὶ αὐτή, ὡς γυνὴ ὁποὺ ἦτον, ἤξευρεν ἀπὸ ψευτοπολιτικήν. Πλὴν οἱ γειτόνισσες δὲν ἦσαν ἐπιεικεῖς, καὶ τὴν ἐκακολόγησαν. Καὶ εἷς τῶν γειτόνων, ὁ κὺρ Ζάχος ὁ Ξεφαντούλης, ἦτο τῆς ἀρχῆς ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἐνδιαφερόμενος «νὰ ξέρῃ τί τρέχει». Καὶ ἡ ὑστεροβουλία, ἡ λανθάνουσα καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἦτο νὰ εὕρῃ διασκέδασιν αὐτὸς μὲ τὲς φωνές, μὲ τὲς κατακεφαλιές, μὲ τὰ τραβήγματα τῶν μαλλιῶν καὶ μὲ τὸ χώρισμα τοῦ ἀνδρογύνου.

Αὐτὸ θὰ εἰπῇ νὰ σοῦ θέλῃ τις τὸ καλόν σου, νὰ κήδεται τῆς τιμῆς σου, δηλαδή. Νὰ σὲ βάλῃ νὰ σκοτωθῇς.

    Μετὰ τελευταίαν φοβερὰν σκηνήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Γιαννούλα ἐβγῆκε μὲ μισὴν πλεξίδα, μὲ ἓν μάγουλον αἱματωμένον, καὶ μὲ σχισμένον ὑποκάμισον ―καὶ ὅλοι οἱ φρονιμώτεροι ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς ἔτρεφον τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν συμμερίζεται καὶ ὁ γράφων, ὅτι ἡ Γιαννούλα ἦτον ἀθῴα― ὁ Μανώλης ἔγινεν ἄφαντος. Ἐπῆγε νὰ ἐνταμώσῃ ὁριστικῶς τὴν παλαιάν του γνωριμίαν.

   Ὁ κουμπάρος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε παύσει τὰς συχνὰς ἐπισκέψεις του. Εἶχεν ἀρραβωνισθῆ. Γεροντοπαλλήκαρον ἀκμαῖον, καλοκαμωμένος, εὐμορφάνθρωπος, μὲ πλατὺ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας καὶ πολύς, κερδήσας χρήματα ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις, ἑπόμενον ἦτο νὰ εὕρῃ νύμφην μὲ προῖκα.

    Ἡ Γιαννούλα τὸν εἶχε πολιτέψει ἡ πτωχή. Μόνον τοῦτο τὸ ἁμάρτημα εἶχε πράξει. Ἀλλὰ τὰ παιδία ἐπεινοῦσαν. Πλὴν ἐκεῖνος ἐβαρύνθη νὰ περιμένῃ, κ᾽ ἔφυγε μὲ τὴν ὥραν του.

   Καὶ ἡ Γιαννούλα ἔμεινε μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά ―τὸ πέμπτον εἶχεν ἀποθάνει, ἀνακληθὲν ἐνωρὶς ὑπὸ τοῦ Πολυευσπλάγχνου καὶ Πανσόφου εἰς τὸν κῆπον τὸν ἀνθηρόν, εἰς τὸ ὡραῖον περιβολάκι μὲ τὰ κρίνα καὶ μὲ τοὺς ναρκίσσους, μετὰ τῶν ὁποίων φυτεύονται καὶ ἀνθοῦσιν ἐσαεὶ καὶ τὰ ἄκακα νήπια―· ἔμεινε, λέγω, μὲ τὰ τέσσαρα παιδία, χωρὶς πατέρα, καὶ χωρὶς κουμπάρον. Ἔμεινε χωρὶς ἄρτον εἰς τὸ ἑρμάρι καὶ χωρὶς φωτιὰν εἰς τὴν ἑστίαν, χωρὶς φόρεμα, χωρὶς στρωμνήν, χωρὶς σκέπασμα, χωρὶς χύτραν καὶ χωρὶς στάμναν· καὶ χωρὶς ραπτικὴν μηχανήν!

   Καὶ τὸ τρίτον παιδίον, ὁ Μῆτσος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔβλεπα, ἤρχετο εἰς τὸ παντοπωλεῖον, καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὸν μικρὸν μπακάλην, ὅστις ἦτο ἀκριβὴς εἰς τὰ σταθμά, ἀλλὰ δὲν ἐννόει ἀπὸ ἐλεημοσύνην, ἤρχετο καὶ ἐζήτει νὰ τοῦ στάξῃ «μιὰ σταξιὰ λάδι στὸ γυαλί», αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄξιον νὰ στάξῃ μίαν σταγόνα νεροῦ εἰς πολλῶν πλουσίων χείλη, εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Καὶ ᾐτιολόγει τὴν αἴτησίν του λέγον:

― Δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι!


* πήλινο δοχείο νερού με στενό στόμιο

**πολιτεύομαι: Κατά τον Παπαδιαμάντη σημαίνει: μεταχειρίζομαι κάποιον με πολιτική, δηλαδή με ελιγμούς, ευγένεια, σκοπιμότητα ή επιτήδεια συμπεριφορά

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=LKP97ufDlDg

21.9.26

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους! από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους!

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

 Το ημερολόγιο έδειχνε 3η Σεπτεμβρίου του 2019. Σε μια μικρή κωμόπολη, το Edspin της Σουηδίας, η Έμμα Skåls ακούει κραυγές από το ισόγειο. Οι δύο μικρότεροι γιοι της, ο Albin, 4 και ο Oliver, 3 ετών, είχαν κατέβει να παίξουν, αλλά το σαλόνι του σπιτιού ήταν ήδη μέσα στις φλόγες.

    Σε λίγες στιγμές ο καπνός πλημμυρίζει τα πάντα. Η Έμμα φτάνει γρήγορα κοντά τους, πέφτει πάνω στα παιδιά της και για να τα προστατεύσει, τα σπρώχνει προς την έξοδο. Όταν όμως ανοίγει η πόρτα, το οξυγόνο τροφοφοδοτεί απότομα την πυρκαγιά, δυναμώνοντάς την.

   Η ίδια νιώθει την πλάτη της να καίγεται. Παρά τα αυτά, καταφέρει να βγάλει έξω τους δυο γιούw της στην ασφάλεια. Μετά κάνει κάτι απρόσμενο. Κλειδώνει την πόρτα από μέσα. Όχι για να παγιδευτεί, αλλά για να εμποδίσει τα ήδη πανικοβλημένα παιδιά της να ξαναμπούν στο σπίτι που καίγεται. Γιατί όμως το έκανε αυτό και η ίδια επέστρεψε στο φλεγόμενο κτήριο;

    Τέσσερα άλλα παιδιά είναι ακόμα στον πάνω όροφο. Η Έμμα ανεβαίνει. Η ξύλινη σκάλα έχει ήδη αρπάξει φωτιά. Η ζέστη αφόρητη. Τα πόδια της αρχίζουν να λιώνουν από το βάρος της, αλλά συνεχίζει. Η ανάσα της δύσκολη, όμως μια σκέψη την κρατάει όρθια: τα παιδιά της.

    Πάνω ανακαλύπτει με ανακούφιση ότι κάποιοι έχουν καταφέρει να οργανωθούν, γιατί η κόρη της, μόλις 9 ετών έχει πηδήξει από τον μπαλκόνι για να ζητήσει βοήθεια. Ο γιος της, ο 11χρονος, έχει στήσει μια σκάλα για να βοηθήσει τους μικρότερους. Αλλά λείπει κάποιος. Ποιος;

   Η μικρή της Μόλυ. Μόλις ενός έτους! Είναι ακόμα μέσα. Παρά τις κραυγές και τις ικεσίες των άλλων παιδιών, η Έμμα κατεβαίνει ξανά στην πυρκαγιά στο ισόγειο. Ο καπνός είναι τώρα τόσο πυκνός που σχεδόν δεν βλέπει τίποτα. Οι πνεύμονές της δεν μπορούν να αναπνεύσουν. Κάθε κίνηση είναι μια ακραία αγωνιώδης προσπάθεια. Κι όμως προχωρεί.

   Τελικά μες στην αποπνικτική θολούρα των καπνών βρίσκει το μωρό στο κρεβατάκι του να κλαίει. Συγκεντρώνεται στις τελευταίες της δυνάμεις, ενώ κάποια της ρούχα έχουν ήδη πάρει φωτιά! Το σηκώνει και το παίρνει στην αγκαλιά της. Μετά ανεβαίνει ξανά μέχρι τον μπαλκόνι του πρώτου γιατί η είσοδος του σπιτιού είναι αδύνατο να προσεγγιστεί. Από εκεί κατεβαίνει μαζί με το σφιχταγκαλιασμένο μωρό της, χάρη στη σκάλα που είχε στήσει ο άλλος γιος. Μόλις ακουμπά στο έδαφος, το σώμα της καταρρέει.

 

  Όμως όλα της τα παιδιά είναι ζωντανά. Τα ασθενοφόρα, που έχουν ήδη καταφτάσει, παραλαμβάνου τα παιδιά και την Έμμα. Η Έμμα υπέστη εγκαύματα στο 93% του σώματός της! Οι γιατροί εκτιμούσαν τότε τις πιθανότητες επιβίωσης πολύ χαμηλές.

   Υποβλήθηκε, τις επόμενες ώρες και μέρες, σε αλλεπάλληλες επεμβάσεις και έκανε μήνες αποκατάστασης. Πριν χάσει τις αισθήσεις της όμως, εκείνη τη μεγάλη ώρα, είχε απλώς ρωτήσει «τα παιδιά μου, είναι όλα ζωντανά» «Ναι, ναι, όλα», άκουσε πριν λιγοθυμήσει.

    Η επιστροφή στην κανονικότητα της ζωής είναι μακρά. Κάποια παιδιά δυσκολεύονταν να γνωρίσουν τη μητέρα τους εξαιτίας των τραυμάτων της. Αλλά εκείνη τήρησε την υπόσχεση να γυρίσει κοντά τους.

    Την επόμενη χρονιά, το 2020, τιμήθηκε στη Σουηδία σαν η ηρωίδα της χρονιάς. Ο μεγαλύτερος της γιος θα πει «μερικές φορές νόμιζα ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τη μαμά. Τώρα είναι εδώ, κάθε μέρα».

    Η Έμμα αρνείται τον όρο ήρωας.

   Για εκείνη όλα είναι απλά. Απλά δήλωσε: ''Αφού έφερα στον κόσμο έξι παιδιά, έξι πρέπει να οδηγήσω στη ζωή!''

ΠΗΓΗ: Tock@yvan_theriault X

20.9.26

Κυριακή Α΄ Λουκά: Η θαυμαστή αλιεία [Λουκ. ε΄ 1-11] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Κυριακή Α΄ Λουκά: Η θαυμαστή αλιεία

 

+ ΒΙΝΤΕΟ  [Λουκ. ε΄ 1-11]
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

   


   ΠΙΣΤΗ, ΥΠΑΚΟΗ, ΚΑΠΟΦΟΡΙΑ
: Ο Κύριος, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους, διότι μέσα από το θαύμα που θα ακολουθούσε ήθελε να διδάξει μεγάλες αλήθειες σ΄ αυτούς, που σε λίγο θα καλούσε να σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα την οικουμένη. Το θαύμα, τύπος της πνευματικής αλιείας τους, έπρεπε να το θυμούνται οι Απόστολοι όταν, αργότερα, στο έργο τους θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις, συναισθανόμενοι ότι στην πνευματική τους διακονία άδεια θα ήταν τα δίχτυα χωρίς την ευλογία Του, γεμάτα όταν τα ευλογούσε ο Χριστός. Έπρεπε ακόμη να καταλάβουν οι μαθητές ότι για καρποφορία έργων, θα έπρεπε να έχουν υπακοή στα προστάγματα του Κυρίου. Και να μην υπολογίζουν κόπο και θυσίες. Η περικοπή αποτελεί ακόμη υπόδειγμα πίστης απέναντι στο Χριστό. Πίστη δεν είναι απλά μια παραδοχή ύπαρξης του Θεού. Τέτοια πίστη έχουν και οι δαίμονες. Πίστη είναι η εμπιστοσύνη στον Άγιο Τριαδικό Θεό η οποία ενεργοποιεί τον άνθρωπο αναλόγως [Α. Νικόλαος Βελιμίροβιτς]. 'Ετσι, η ζώσα πίστη οδηγεί στα ανάλογα έργα, που συνδέονται άμεσα με την υπακοή του ανθρώπου στο θείο θέλημα. Τέτοια εμπιστοσύνη και υπακοή έδειξε ο Πέτρος στον Κύριο, απαντώντας Του: “επειδή το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ”. Έτσι έγινε η θαυμαστή αλιεία και αξιώθηκε ο Πέτρος να ακούσει το “από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών”, που δείχνει ότι ο Κύριος τον εμπιστεύτηκε καθιστώντας τον μαθητή και Απόστολό Του! Η εμπιστοσύνη είναι άνοιγμα της ψυχής για να εισρεύσει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, η “νεύσις” που λέει ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, το “ναι” του ανθρώπου στο Θεό, που οδηγεί στη θέωση. Όμως χρειάζεται διάκριση για να δούμε σε ποιον κάνουμε υπακοή. Διότι υπακοή που μας απομακρύνει από Εκείνον, είναι κακή υπακοή. Κακή υπακοή έκανε η Εύα στο διάβολο και ο Αδάμ στην Εύα και επήλθε η πτώση και ο θάνατος! Τέτοια υπακοή κάνουν ακόμη πλανεμένοι και αιρετικοί σε “φωτισμένους” αρχηγούς και μένουν έξω του “νυμφώνος”. Συνεπώς, μακάριος ο ευρών απλανή οδηγό, άνθρωπο πνευματικό, που πρώτα “θεραπεύτηκε ο ίδιος από τα πάθη, βρίσκεται στη θέωση ή τουλάχιστον στην κατάσταση του φωτισμού, έχει την αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή και έχει πάνω του αισθητή την παρουσία του Αγίου Πνεύματος” [Νικόλαος Βελιμίροβιτς]. Σε τέτοιο πνευματικό, φίλο του Κυρίου, αν κανεί υπακοή, και δι' αυτού στο Θεό, θα δει θαυμαστά στη ζωή του, και προπάντων το θαύμα της θεραπείας της ύπαρξής του, την κάθαρση, δηλαδή, το φωτισμό και τη θέωση, το “καθ' ομοίωσιν”, τελικό, εφικτό στόχο ζωής του ανθρώπου. Χωρίς πίστη, ο άνθρωπος μένει μόνος, έρμαιο περιστάσεων και πειρασμών, ενώ δεν έχει πυξίδα-προσανατολισμό στη ζωή του, μα ούτε και άγκυρα-στήριγμα. Πίστη είναι η βεβαιότητα ότι ο Χριστός είναι ο Θεάνθρωπος Σωτήρας μας, ο φίλος και αδελφός μας. Χωρίς πάλι απλότητα καρδιάς ούτε η πίστη μπορεί να εδραιωθεί ούτε το θαύμα στη ζωή μας να γίνει. Αν αμφιβάλλουμε και διερωτόμαστε για τα μυστήρια του Θεού, αν προσπαθούμε με δικά μας μέτρα να κρίνουμε το θέλημά Του, αν αμφιβάλλουμε ότι είναι δίπλα μας και ότι μπορεί να πραγματοποιήσει το θαύμα στη ζωή μας, τότε τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Η πίστη οδηγεί στην υπακοή στο θέλημα του Θεού, γιατί τότε γίνεται με προθυμία, χωρίς καταναγκασμό και φόβο, αλλά με ζέση ψυχής, χαρά, αγωνιστική διάθεση.

  ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ: Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές πλήθος ψαριών, αντί να πανηγυρίσει, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το πλοίο του. Ο άδολος ψαράς νιώθει συγκλονισμό. Κατάλαβε μέσα στην ευλογία του θαύματος ότι έχει μπροστά του ένα μοναδικό διδάσκαλο που έχει θεία δύναμη. Αισθανόμενος το μεγαλείο Του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό Του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και Τον προσκυνά. Αισθάνεται ανάξιος της παρουσίας Του, αισθάνεται την αγιότητά Του και τη δική του μικρότητα και αμαρτωλότητα. Είναι βίωμα που το νιώθουν οι πιστοί σε στιγμές που αισθάνονται το Θεό ολοζώντανο στη ζωή τους και αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητας. Συνέχει τότε φόβος Θεού. Φοβάται ο πιστός την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα την ποθεί. Αισθάνεται πόσο αμαρτωλός είναι και ότι δεν αξίζει τις ευλογίες του Κυρίου. Όμως όσο αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο ελκύουμε το έλεος και την αγάπη Του. Την αίσθηση της αμαρτωλότητας ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο από τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Η αυτογνωσία οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Το περιστατικό συγκλόνισε τον Σίμωνα. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει, τον ονόμασε «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο». Πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια!

   ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ: Οι μελλοντικοί Μαθητές εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα παίρναν άλλοι κι ας τα έκαναν ό,τι ήθελαν! Ο Πέτρος άφησε σπίτι και σύζυγο. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν σπίτι και πατέρα. Κι όλοι Τον ακολούθησαν. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι οι ελάχιστες φροντίδες. Ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο, Απόστολος πια, Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7).

  ΠΑΡΑΒΟΛΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Το περιστατικό έχει και βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν ταπεινό άνθρωπο, τότε εκείνος απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει στα πνευματικά βάθη. Εκεί ο Κύριος του αποκαλύπτει τα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια. Οι δωρεές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν τις αντέχει και σχίζεται, όπως τα δίχτυα. Έτσι, ο έχων αγαθή προαίρεση άνθρωπος, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του και κάθε κοσμικό δεσμό. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλά και το παλιό πνεύμα με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας.


ΜΗ ΦΟΒΟΥ. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΗ ΖΩΓΡΩΝ”
: Η φράση του Κυρίου σημαίνει πως απόστολοι, επίσκοποι, απλοί κληρικοί, όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν, να σώσουν, όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού ή να τα κρύψει από τους ανθρώπους και να τα θάψει. Άρα το «μη φοβού» προς τον Πέτρο ισχύει για τον κάθε πνευματικό ηγούμενο και κατ’ επέκταση τον κάθε ηγέτη ενός λαού, που χρειάζεται φροντίδα και προστασία από εχθρικές πνευματικές ή κοσμικές δυνάμεις. Στο ιστορικό γίγνεσθαι, υπήρξαν φωτισμένοι άνθρωποι που προσπάθησαν να ηγηθούν επωφελώς, υπέρ του λαού τους. Ανάμεσά τους καταγράφονται μάρτυρες και ήρωες. Σήμερα όμως; Ο Χριστός θυσιάστηκε για τη σωτηρία µας και μας ζητά να κάνουµε αγώνα, για τον εαυτό µας. Να απαλλαγούµε από πάθη και ατέλειες κι όχι να διαδίδουµε το όνοµά Του ιδιοτελώς. Πιστοί αγωνιζόµενοι τον καλό αγώνα, µε πνευματικότητα, δοξάζοντες τον Κύριο, από τον οποίο ζητούμε να φωτίζει τους πνευματικούς και πολιτικούς μας ηγέτες.

ΕΠΑΝΑΓΑΓΕ ΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΟΣ: Αυτό συνέστησε ο Ιησούς στον Πέτρο και επαναλαμβάνει σε μας. Ο Πέτρος υπάκουσε και έσωσε, εκτός από τον εαυτό του την ανθρωπότητα. «Επανάγαγε εις βάθος» μας προτρέπει σήμερα ο Ιησούς. Να προχωρήσουμε στο βάθος της διδασκαλίας Του. Εκεί στο βάθος θα δούμε καθαρά την παρουσία και την ευλογία Του. Εκεί στο «βάθος» της αυτογνωσίας θα διακρίνουμε δυνατότητες και αδυναμίες μας. Όταν επιτρέψουμε να δράσει η θεία χάρη τότε το αποτέλεσμα θα είναι θαυμαστό. Ας αποδεχτούμε τη συγκατάβαση του Θεού. Ας υποκλιθούμε στη χάρη Του, όπως σήμερα οι Απόστολοι. Ιδιαίτερα όμως ας τους μιμηθούμε στην απόφαση που πήραν: «αφέντες άπαντα, ηκολούθησαν αυτώ». Ας βιαστούμε να μιμηθούμε την υπακοή τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής τελειώνει, οι κόποι της νύχτας μάταιοι, τα δίχτυα μας άδεια, οι καρδιές μας έμπλεες κακότητας, οι ψυχές μας κενές, στερούμενες την παραμυθία του Θεού.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 



19.9.26

Ο Φαέθων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Φαέθων

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


   

Ρούμπενς:  Η πτώση του Φαέθοντα

ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
: Ο Φαέθων ήταν γιος του Ήλιου και της Κλυμένης. Το όνομά του σημαίνει σημαίνει αυτός που λάμπει και προέρχεται από το ρήμα “φαέθω” που σημαίνει “λάμπω”. Στο χαμένο έργο του Αισχύλου, Ηλιάδες ή Ηλίου Κόρες, υπήρχε περιγραφή της περιπέτειας του Φαέθοντα. Στην τραγωδία αυτή, μέλη του Χορού αποτελούσαν οι αδελφές του, κόρες του Ήλιου, οι Ηλιάδες. Τα ονόματα των Ηλιάδων ηταν Μερόπη, Ηλεία, Αίγλη, Λαμπετώ, Φοίβη, Αιθερία και Διοξίππη.

   Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Φαέθων ήταν παιδί της Νύμφης Κλυμένης, κάπου στο βασίλειο της Αιγύπτου [ορισμένοι συγγραφείς ομιλούν για την Αιθιοπία]. Κάποιοι φίλοι του μικρού Φαέθοντα, λέει ο μύθος, αμφισβητούσαν την ουράνια καταγωγή του και έτσι εκείνος κατέφυγε λυπημένος στη μητέρα του. Της ζήτησε να του δώσει μια απόδειξη ότι πράγματι είναι γιος του Ήλιου για να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή του. Έπεσε λοιπόν στην αγκαλιά της και την πίεζε να του μιλήσει. Εκείνη τότε του είπε δείχνοντάς του τον δίσκο του ήλιου: “Σε αυτή τη μεγάλη λάμψη, που ακτινοβολεί σαν μια τεράστια πυρκαγιά, που ακούει και μας βλέπει τώρα, σου ορκίζομαι, αγαπητό μου παιδί, ότι, ο Ήλιος, που περιτριγυρίζει ολόκληρη τη γη, αυτός είναι ο πατέρας σου. Αν σου λέω ψέματα, το φως αυτό που βλέπω να είναι το τελευταίο!”. Και η μητέρα τελείωσε τα λόγια της λέγοντάς του πως, αν ο ίδιος ήθελε, μπορούσε να επισκεφθεί τον πατέρα του στο παλάτι του. “Το παλάτι”, του είπε, “βρίσκεται χωρίς μεγάλο κόπο. Ο τόπος από τον οποίο σηκώνεται [Ανατολή], συνορεύει με τη δική μας γη [της Αιγύπτου]. Πήγαινε, λοιπόν, και κάνε την ερώτησή σου στον ίδιο τον Ήλιο”. Τότε το πρόσωπο του Φαέθοντα έλαμψε και αφού φίλησε τη μητέρα του ξεκίνησε για το σπίτι του πατέρα του. Το παλάτι του Ήλιου βρισκόταν στα σύνορα της Ινδίας με την Αίγυπτο [αυτές ήταν οι γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων, άλλωστε], και είχε ψηλές κολώνες από χρυσό και φλεγόμενο χαλκό. Οι πόρτες του ασημένιες, ενώ τα αετώματα φτιαγμένα από λαμπρό ελεφαντόδοντο. Στη συνέχεια, ο γιος της Κλυμένης, αναρριχήθηκε μια απότομη ανάβαση, και μπήκε στο παλάτι του πατέρα του, στεκόμενος όμως μακριά του, γιατί δεν μπορούσε να τον προσεγγίσει από το εκτυφλωτικό φως. 

     

   Τυλιγμένος σε μωβ μακριά ρούχα ο Ήλιος καθόταν σ΄ ένα ψηλο θρόνο με αστραφτερά σμαράγδια. Βλέποντάς τον επισκέπτη, στάθηκε ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα [λυκαυγές] για να μπορέσει να τον αντικρύσει κάπως ο Φαέθων. Το παιδί συγκλονισμένο, κοιτούσε τον κόσμο όπως φαινόταν από εκεί ψηλά. Τότε ο Ήλιος τον ρώτησε; “Για ποιο σκοπό ήρθε ως εδώ ο γιος μου;” Το αγόρι τότε, γεμάτο χαρά, του απάντησε: “Φοίβε, πατέρα μου και φως της δημιουργίας, η μητέρα μου, Κλυμένη, μου είπε την αλήθεια για σένα. Θέλω, όμως, πατέρα μου να δώσω μια απόδειξη σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή μου από σένα.” Τότε ο Ήλιος άφησε το στέμμα του με τις ακτίνες και φώναξε κοντά του το Φαέθοντα και του είπε με τρυφερή φωνή. “Για να ικανοποιήσω αγαπητό μου παιδί την επιθυμία σου, σού υπόσχομαι ότι θα κάνω όποια χάρη μου ζητήσεις για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Να! Ορκίζομαι στη Στύγα [απαράβατος όρκος για θεούς και ανθρώπους], θα ικανοποιήσω όποια επιθυμία της καρδιάς σου”. Τότε εκείνος του ζήτησε για μια μέρα να οδηγήσει το άρμα του πάνω από τη γη. Θλίψη και τύψεις πλημμύρισαν, τότε, την ψυχή του πατέρα του, και πικρά κούνησε το κεφάλι του: “Μακάρι να μπορούσα να ανακαλέσω την υπόσχεσή μου, Φαέθων!” Όμως, προσπάθησε να τον μεταπείσει για να του ζητήσει να του ικανοποιήσει κάποια άλλη του επιθυμία. Ανάμεσα στα επιχειρήματα του Ήλιου ήταν ότι ούτε ο Δίας, ο πατέρας των θεών, δε θα μπορούσε να πετάξει με το άρμα του. Του είπε ακόμη ότι τα άλογά του δεν μπορούν να υποταχθούν στις εντολές κάποιου άλλου, ενώ του τόνισε ότι ακόμη κι ό ίδιος όταν οδηγεί εκεί ψηλά το άρμα του, τού φέρνει δέος το ύψος. Του είπε ακόμη για τη ζάλη που φέρνουν οι αστερισμοί που κινουνται αντίθετα με τη φορά του άρματός του. Τέλος του είπε για τον τρόμο που θα ένιωθε, ίσως, από κάποιους αστερισμούς, όπως τον Λέοντα, ή τον παντοδύναμο Ταύρο, τον Τοξότη που θα μπορούσε να τον χτυπήσει ή για το δηλητήριο του Σκορπιού. Μα ό,τι κι αν του έλεγε ο πατέρας του, ο Φαέθων επέμενε. Ήθελε να πειστούν όλοι ότι είναι πράγματι γιός του Φοίβου. Μη μπορώντας να κάνει κάτι, μιας και ορκίστηκε, ο Ήλιος οδήγησε το Φαέθοντα στο άρμα του. Κι ενώ του εξηγούσε ο πατέρας του τον τρόπο που θα το καθοδηγούσε και το παιδί θαύμαζε το πανέμορφο χρυσό αυτό άρμα, η Ηώς, το πρώτο φως της ημέρας, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της και μια τριανταφυλλί απόχρωση έβαψε τον ορίζοντα. Τ΄ αστέρια, ένα ένα, έχαναν τη λάμψη τους, ενώ ο Εωσφόρος [Αφροδίτη] έλαμπε περιμένοντας το άρμα του Ήλιου να ξεκινήσει το ημερήσιό του ταξίδι. Τότε, ο Ήλιος κάλεσε τις Ώρες να περάσουν το ζυγό του άρματος στα άλογά του. 
   
   Στη συνέχεια, ο πατέρας άλειψε το πρόσωπο του γιου του με μια μαγική αλοιφή για να τον προστατεύσει από τις λαμπερές ηλιαχτίδες, και με βαριά καρδιά και αναστεναγμούς, του είπε τα τελευταία λόγια: “
Χρησιμοποίησε το μαστίγιο για να κατευθύνεις τα άλογα και το ζήλο τους. Να αποφεύγεις τον ευθύ δρόμο αλλά να πάρεις την καμπύλη του ουρανού. Να είσαι πάντοτε ανάμεσα από τη ζώνη της Άρκτου και του Νότιου πόλου και μακριά από τον Όφι και το Σκορπιό [αστερισμούς]. Πρόσεχε να κρατάς σταθερό ύψος στη διαδρομή. Ούτε πολύ χαμηλά, γιατί θα κάψεις τη γη, ούτε πολύ ψηλά. Η ασφαλέστερη οδός βρίσκεται ανάμεσα. Όμως, ας μη μιλάμε άλλο. Μας καλεί το καθήκον, η νύχτα έφυγε. Εμπρός! Ανάλαβε τα ηνία!».

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: Ο Φαέθων, περήφανος, πήρε τα ηνία με χαρά, και κοιτάζοντας προς τα κάτω, ευχαρίστησε τον πατέρα του για το δώρο. Στο μεταξύ, τα τέσσερα γρήγορα άτια του Ήλιου, Αίθων, Αυγή, Πυρός και ο Φλέγων κλώτσησαν τις πύλες της χώρας του Ήλιου και με ρουθούνισμα φωτιάς, όρμησαν ψηλά στον ουρανό. Με τον γρήγορο καλπασμό τους ξέσκισαν τα σύννεφα και πετούσαν γρηγορότερα κι απ' τον άνεμο. Αλλά ένιωθαν ελαφρύτερο από κάθε άλλη φορά το ζυγό τους. Και σαν ένα πλοίο χωρίς το έρμα του, αναπηδούσε κάθε λίγο σαν να μην είχε οδηγό. Τα άλογα έτρεχαν άγρια κι άφησαν την συνηθισμένη τους στράτα. Ο Φαέθων, ζαλισμένος και φοβισμένος, δεν μπορούσε ούτε να χρησιμοποιήσει τα ηνία, ούτε να βρει το δρόμο, αλλά ούτε και να βρει τρόπο να τον υπακούσουν τα άλογα. Σύντομα, το άρμα πήρε μεγάλο ύψος. Ο Οφιούχος, ο Βοώτης και η Μεγάλη Άρκτος, έφευγαν μακριά να κρυφτούν. Και όταν ο επιπόλαιος Φαέθων, από το ύψος του ανώτερου ουρανού, κοίταξε και είδε πολύ, πολύ κάτω, τις χώρες και τις ηπείρους, το πρόσωπό του χλώμιασε, τα γόνατά του κόπηκαν από τον ξαφνικό φόβο, ενώ τα μάτια του τυφλώθηκαν από το έντονο φως. “Μακάρι, να μην είχα αγγίξει ποτέ τα άλογα του πατέρα μου”, σκέφτονταν, ενώ έβλεπε μακριά μπροστά του τη Δύση, αναλογιζόμενος πως δε θα φτάσει ποτέ εκεί. Κοιτάζοντας γύρω του, αντιλήφθηκε πως σκορπισμένα σε όλο τον ουρανό βρίσκονταν γιγαντιαίοι σχηματισμοί από αρπακτικά ζώα. Όταν είδε, μάλιστα δίπλα του, το φοβερό ουράνιο Σκορπιό, τρόμαξε τόσο, ώστε έχασε την ψυχραιμία του και συγχρόνως τα ηνία του άρματος. Επακολούθησε το αφήνιασμα των αλόγων, που είχε ως αποτέλεσμα να ανεβοκατεβαίνει το άρμα του Ήλιου, απειλώντας με καταστροφή τη Γη. Τελικώς μάλιστα, τα άλογα έφεραν το άρμα τόσο χαμηλά προς τη γη, ώστε άρχισε να καίγεται ολάκερη η γη και τα ποτάμια ξεραίνονταν από την εκπεμπόμενη θερμότητα. Μάλιστα, προσθέτει ο Οβίδιος, η γη καθώς σκίστηκε, άφηνε τις ακτίνες του καυτού ήλιου να φτάνουν ως τα παλάτια του βασιλιά του Άδη, του Πλούτωνα! Ακόμη κι ο Νηρέας, κρύφτηκε βαθιά κάτω στις θαλάσσιες σπηλιές για να αποφύγει την καυτή επιφάνεια του Ωκεανού. Οι Αιθίοπες και οι Ινδοί λέγεται πως πήραν από τότε το μελαμψό χρώμα στο δέρμα τους! Ο Ποσειδών, ο Πλούτων και άλλοι ολύμπιοι θεοί οργίστηκαν πραγματικά και ζητούσαν από το Δία να αποκαταστήσει την παγκόσμια τάξη.

Η Κλυμένη δείχνει στο γιο της, Φαέθοντα, την κατοικία του ήλιου
   ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΕΘΟΝΤΑ: Τότε ο Δίας, θέλοντας να προλάβει χειρότερες καταστροφές, γκρέμισε τον Φαέθοντα με ένα κεραυνό στον Ηριδανό [Πάδο] ποταμό, σκοτώνοντάς τον. Οι Εσπερίδες Νύμφες έθαψαν το σώμα του σε ένα τάφο και σε μια μαρμάρινη πέτρα χάραξαν τα εξής: “Εδώ βρίσκεται ο Φαέθων, ο ηνίοχος του πατέρα του, του Ήλιου. Η πτώση του ήταν μεγάλη, μα έκανε τους ανθρώπους να τολμούν!” Οι Ηλιάδες, οι αδελφές του Φαέθοντα, απαρηγόρητες για τον θάνατο του αδερφού τους, μεταμορφώθηκαν από τους θεούς σε λεύκες. Μετά το θάνατό του, ο Φαέθων τοποθετήθηκε ανάμεσα στα αστέρια και έγινε ο αστερισμός Ηνίοχος [Auriga], κοντά στον αστερισμό του Ηριδανού στον οποίον είχε πέσει, για πάντα. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν πως ο γιος του Ήλιου, μετατράπηκε σε θεό του αστεριού που οι Έλληνες ονόμαζαν “Φαέθων” [πλανήτης Κρόνος ή Δίας].

Πηγή: Οβίδιος, Μεταμορφώσεις

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

17.9.26

Ὁ Ἀνάκατος (1910), του Αλέξ. Παπαδιαμάντη κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ὁ Ἀνάκατος (1910), του Αλέξ. Παπαδιαμάντη

κείμενο και AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


Κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν ἔσμιγαν πάντοτε ὁ καπετὰν Πέρρος τῆς Κωσταντοῦς κι ὁ Μῆτρος ὁ Σπανός. Τρίτος ἤρχετο συχνά, καὶ τοὺς ἔκαμνε συντροφιὰν ὁ γερο-Μπουλατζάνας. Ἐνταμώνοντο συνήθως στὴν ταβέρναν τοῦ Σμυρνιοῦ τοῦ Κορδωμένου, ὅπου ἤρχιζαν τὰς συνήθεις σπονδάς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας. Κατόπιν ἐσυνέχιζαν τὰς διαχύσεις εἰς τὸ διπλανὸν μαγαζὶ τοῦ Ἀλέξη τοῦ Κρητικοῦ, ἀκολούθως στοῦ Νικολοῦ τοῦ Κουρκούμπα. Τέλος, ὀλίγον πρὸ μεσημβρίας ἐπέστρεφαν πάλιν εἰς τοῦ Σμυρνιοῦ, διὰ νὰ τελειώσουν ὁπόθεν ἤρχισαν.

Ὁ Πέρρος τῆς Κωσταντοῦς, ὁ λεγόμενος κοινῶς Τουρκανάκατος, τὸν παλαιὸν καιρὸν εἶχεν ἀποκτήσει μίαν γολέταν, κατόπιν ἐξέπεσεν εἰς βρατσέραν. Ἦτο πολὺ δραστικὸς καὶ ἐπίμονος ἄνθρωπος. Ὅλα τὰ πράγματα ἔπρεπε νὰ γίνωνται ὅπως τὰ ἤθελεν αὐτός. Μίαν φορὰν ὁποὺ εἶχε ξενυχτίσει κατόπιν πότου, τὸν χειμῶνα, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐμβῆκεν εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τὸν ἄφρακτον, καί, ἴσως διότι ἐνύσταξε, τοῦ ἦλθε νὰ ᾽μβῇ μέσα στὸ ξυλοκρέβατον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφιερώσει ὁ γερο-Πανᾶς ―διὰ νὰ ἐκφέρωνται οἱ τεθνεῶτες ἀπὸ τῆς οἰκίας μέχρι τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ τάφου, ὅπου εἶχε κατατεθῆ ἡ ἰδιαιτέρα σορὸς τοῦ νεκροῦ― μᾶλλον διότι ἤθελε νὰ σκιάξῃ τὸν παπάν, ὅστις θὰ ἤρχετο νύκτα ―ἐξημέρωνε Δευτέρα― νὰ σημάνῃ τὴν καμπάνα, καὶ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ ψάλῃ τὸν ὄρθρον. Ἀνερριχήθη λοιπὸν ἑνάμισυ μπόι ψηλὰ στὸν τοῖχον, ὅπου ἀνέκειτο ἐπὶ ἐξεχόντων πασσάλων τὸ μέγα φέρετρον, ἀνεκλίθη ἐντὸς αὐτοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τὸν ἀποθαμένον. Ὁ παπὰς ἔφθασε, ἀλλὰ δὲν ἐτρόμαξε καὶ πολύ, ὡς εἶδε τὸ ἀλλόκοτον θέαμα, ἔκαμε τὸν σταυρόν του, ἐκοίταξε μὲ μικρὸν φόβον καὶ μὲ πολλὴν ἀπορίαν. Τότε πάραυτα συνέβη, καὶ ὁ Πέρρος ἀνέπνευσε δυνατά, ἐπταρνίσθη, ἐμύχθισεν. Ὁ παπὰς τὸν ἀνεγνώρισεν, ἔκαμεν ἐκ δευτέρου τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, καὶ εἶπε: «Τί; Ζωντανὸς βρυκολάκιασες; Σὲ καλό σου, καπετὰν Πέρρο».

Ὁ Πέρρος, καθ᾿ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἦτο φίλος τοῦ παπᾶ, διότι οὗτος, ὅταν ὁ πρῶτος ἤθελε νὰ ὑπανδρεύσῃ τὴν κόρην του μ᾿ ἕνα χηρευμένον, ὅστις ἦτο ἅμα τρίτος θεῖος τῆς νύμφης (ἀπεῖχεν ἑπτὰ βαθμοὺς ἐξ αἵματος), καὶ προσέτι ἡ ἀποθανοῦσα συμβία του ἦτο δευτέρα ἐξαδέλφη τῆς μελλονύμφου (ἓξ βαθμοὺς ἐξ ἀγχιστείας), τότε ὁ ἱερεὺς οὗτος, ὡς ἐνορίτης τῆς οἰκογενείας ἔδωκεν «ἐγγυητικόν», ὅτι ὁ γάμος δὲν κωλύεται. Ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, γελασθείς, ἐξέδωκεν ἄδειαν γάμου. Πλὴν ἦτο ἁπλοϊκός, καὶ δὲν ἤξευρε καλὰ ἂν ἐπετρέπετο ἢ ἐκωλύετο τὸ συνοικέσιον. Ἡ νέα «οἰκονομία», τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει διὰ τοπικῆς Συνόδου, περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος, ὁ Οἰκ. Πατριάρχης Σαμουὴλ ὁ Χαντζερής, συνεχώρει τὸν γάμον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον· αἱ παλαιαὶ διατάξεις τὸν ἀπηγόρευον. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος, ἐπειδὴ ἴσως ἦτο Φαναριώτης αὐτός, καὶ καθότι οἱ Φαναριῶται, φιλοτιμούμενοι νὰ μιμῶνται τοὺς «πρίγκιπας» τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, συνήθιζαν τοιαύτας αἱμομειξίας μεταξύ των, διὰ τοῦτο, ἔλεγαν, ἔκαμε τὴν Σύνοδον ἐκείνην ὁ Σαμουήλ, δι᾿ εὐκολίαν καὶ σκέπην, καὶ χάριν τῶν Φαναριωτῶν. Ἂς μὲ συγχωρήσωσιν αἱ σκιαί, διότι ἐμνημόνευσα ὅλα ταῦτα.

Ὁ παπ᾿ Ἀλέξανδρος λοιπόν, εὑρεθεὶς εἰς τὸ δίλημμα τοῦτο, διαβάζων τὸ Πηδάλιον, καὶ μὴ ἐννοῶν αὐτό, ἐπεθύμει νὰ φυλάξῃ τὰ παλαιά, καὶ ἤθελε ν᾿ ἀποφύγῃ τὰς καινοτομίας. «Πάντα τὰ καινοτομηθέντα, καὶ τὰ μετὰ ταῦτα πραχθησόμενα, ἀνάθεμα τρίς», εἶχε θεσπίσει ἡ Ζ´ Οἰκουμενική. Ἤκουε λόγια, εἰσηγήσεις ἐντεῦθεν κ᾿ ἐκεῖθεν, καὶ καταρχὰς ἔδωκεν ἄδειαν, εἶτα μεταμεληθεὶς ἔστειλεν ἔγγραφον καὶ τὴν ἀνεκάλει, ἀπηγόρευε δηλ. τὸν γάμον. Μὲ δύο ἀστακοουράς, καὶ μὲ μίαν δαμετζάναν μοσχάτου, τὸ ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ εὐνοϊκῶς εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἐπισκοπῆς (ἐπειδὴ τότε ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀκριβήνει, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ σιμωνία, καὶ δὲν εἶχον διορίσει οἱ «δεσποτάδες», ἀνὰ τὸ θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους ἐργολάβους, οἵτινες ν᾿ ἀπαιτοῦν ἑκατοστάρικα εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν). Πλὴν ἀπεῖχε πολὺ ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, καὶ τὰ συμπεθερικὰ ἦσαν ἕτοιμα, ὁ μπακλαβὰς εἶχε ψηθῆ, καὶ ἡ νύμφη ἦτον στολισμένη, ὁ ἐφημέριος λοιπὸν χαριζόμενος, ἢ πιεσθείς, δὲν ἤνοιξεν ὅλως τὸ δεύτερον ἔγγραφον, καὶ προέβη τολμηρῶς εἰς τὴν τελετὴν τοῦ γάμου. Τὴν ἐπαύριον, εὑρίσκει ὁ καπετὰν Πέρρος τὸν ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, καὶ τοῦ λέγει μὲ ὑπερφίαλον θράσος: «Κόπιασε, δέσποτα, νὰ ἐκτιμήσῃς…»

*
* *

Εἶχε περάσει χρόνος, κ᾿ ἐνῷ ὁ Πέρρος δὲν ἔπαυσε νὰ μνησικακῇ κατὰ τοῦ ἐπιτρόπου, παραδόξως καὶ ἀπιστεύτως ὅμως εἶχεν ἀρχίσει νὰ μὴ χωνεύῃ πολὺ καὶ τὸν ἄλλον, τὸν παπα-Σταμέλον, ὅστις ἐτέλεσεν ὑπ᾿ εὐθύνην του τὸν γάμον. Διότι ἀργὰ τοῦ ἦλθεν ἡ γνῶσις, κ᾿ ἔλεγε, καθὼς εἶχεν ἀκούσει, ὅτι «τέτοια ἀνδρόγυνα δὲν προκόβουν». Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰ προικιὰ τοῦ ἐφάνηκαν πολλά, κ᾿ ἓν μαγαζεῖον, κτῆμά του, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ προφορικῶς, ἐπροσπάθει, ἀθετῶν τὸν λόγον του, νὰ τὸ πωλήσῃ, διὰ νὰ οἰκονομηθῇ αὐτός. Ὅθεν ὑπῆρχε πολὺς γογγυσμὸς μεταξὺ τοῦ γαμβροῦ, τοῦ πενθεροῦ, καὶ τῆς κόρης του. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παπὰς ἐκεῖνος τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἐχθρός. Καὶ ἄρα ἐμβῆκε στὸ ξυλοκρέβατον τῶν νεκρῶν διὰ νὰ τὸν τρομάξῃ.

Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν συμπέθερον, τὸν γερο-Καλοειδήν, δὲν τὰ εἶχε καλά. Οὗτος ἦτο πρὸς πατρὸς θεῖος τοῦ γαμβροῦ, κ᾿ ἐνόμιζεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ εἶναι στὸ «ποδάρι τοῦ πατέρα», τοῦ ἀποθαμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ γερο-Καλοειδὴς ἦτο ἐπίσημον πρόσωπον. Εἶχεν ὑπάγει εἰς πρεσβείαν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῆς νήσου, κατὰ τὰ ἔτη τοῦ Ἀγῶνος, καὶ πλησίον τοῦ Καπετὰν Πασᾶ, καὶ εἰς Ὕδραν καὶ εἰς Ναύπλιον. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Λάζαρον Κουντουριώτην, ὅστις τοῦ εἶπεν: «Ἐσὺ εἶσαι νοικοκύρης». Αὐτὸν λοιπόν, τὸν τόσον σεβάσμιον προεστὸν τοῦ τόπου, ὅταν ἐλογομάχησαν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ Κρητικοῦ, ὁ Πέρρος, πολὺ νεώτερος καὶ εὔρωστος, τὸν ἥρπασεν ἀπὸ τὰ γόνατα, τὸν ἀνέτρεψεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὸν ἔσυρεν ἑκατὸν καὶ πλέον βήματα τὸν κατήφορον, ἀνὰ τὴν παραλίαν, μέχρι τῆς ἀποβάθρας, διὰ νὰ τὸν ρίψῃ στὴν θάλασσαν. Καὶ μόλις παρενέβησαν οἱ παρευρεθέντες, καὶ ἀπήλλαξαν τὸν ἄνθρωπον τοῦ παρακαίρου βαπτισμοῦ. Εὐτυχῶς, ὅταν συνέβη τοῦτο, εἶχε διαπραχθῆ ὁ γάμος πρὸ πολλοῦ καὶ τὸ ἀνδρόγυνον ἦτο «στερεωμένον» πλέον, ὅσον καὶ ἂν τοῦ ἐκακοφάνη τοῦ γαμβροῦ διὰ τὸ πάθημα τοῦ θείου του.

*
* *

Ὁ μόνος μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ἐταίριαζαν ὁ καπετὰν Πέρρος ἦτο ὁ Μῆτρος ὁ Σπανός, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὁ γερο-Μπουλατζάνας. Εἶχαν τόσες ἀγάπες ὥστε, ἐνῷ σχεδὸν πᾶσαν Κυριακὴν ἐμάλωναν μεταξύ των, τὴν ἄλλην Κυριακὴν ἀνελλιπῶς ἔσμιγαν. Ἀφοῦ ἔφερναν τὴν συνήθη βόλταν εἰς τ᾿ ἄλλα καπηλεῖα, ἐπέστρεφον τελειωτικῶς εἰς τοῦ Σμυρνιοῦ, διὰ νὰ ἐπισφραγίσουν τὰς ρευστὰς θυσίας· ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Πέρρος ἤρχιζε πολλὰ λόγια, τόσα πολλά, ὥστε δὲν εἶχε τελειωμὸν πλέον, καὶ δὲν ἄφηνεν ὑπόθεσιν ὁποὺ νὰ μὴν τὴν θίξῃ, πηδῶν ἀτάκτως ἀπὸ θέμα εἰς θέμα· ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐλαχίστην διακοπήν, ὅπως ὅλοι οἱ ρήτορες. Τότε ὁ Σπανός, ὅστις ἤθελε καὶ αὐτὸς νὰ εἴπῃ σχεδὸν ἄλλα τόσα, ἔχανε τὴν ὑπομονήν.

― Μὰ ὅλα ἐσὺ τὰ ξέρεις, διάολε!…

― Σιώπα! σκάσε! ἔκραζεν ἐν ἐξάψει ὁ Πέρρος. Σοῦ εἶπα, δὲν θέλω νὰ μιλῇς.

― Μπράβο! στοιχειὸ εἶσαι νὰ μοῦ πάρῃς τὴ μιλιά μου; Τολοιπόν, ὅπως θέλεις ἐσὺ θὰ γίνεται;

― Ἀμμὴ πῶς; Ὅπως σ᾿ ἀρέσει ἐσένα; Καὶ τί ξέρεις ἐσύ, βρὲ Σπανέ;

―Ἄ, ἐσὺ τὰ ξέρεις ὅλα; Μπά, εἶσαι ζόρικος, δὲν ὑποφέρεσαι πλιά.

―Ἂν δὲν σ᾿ ἀρέσω, δεῖξέ μου τὴν πλάτη σου, βρὲ Σπανέ.

― Μωρὲ σκάσε, βρωμόσκυλο! ἀγαρηνὸ σκυλί, ποὺ μυρίζεις χασανιές*.

Εἰς τοιαύτας περιφράσεις κατέφευγεν ὁ Σπανὸς ἐν τῇ ἀγανακτήσει του, μὴ θέλων νὰ εἴπῃ τὸ καθαυτὸ ἐπίθετον, τὸ «Τουρκανάκατε», μὲ τὸ ὁποῖον ἐκοσμεῖτο συνήθως ὁ Πέρρος, ἐπειδὴ καὶ τοῦ Σπανοῦ ἄναβε τὸ αἷμά του μὲ τὸ ρευστὸν πῦρ, τὸ ὁποῖον ἀφθόνως ἔπινεν, ὅπως ἄναβε καὶ τοῦ φίλου του. Τότε ὁ Πέρρος, μὴ εὑρίσκων πλέον ἐπίθετον διὰ νὰ στολίσῃ τὸν Σπανόν, εὕρισκε πρόχειρον τὸ ρακοπότηρον ἐμπρός του, ἐπὶ τῆς τραπέζης, τὸ ἥρπαζε καὶ τὸ ἔρριπτε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Μήτρου. Συγχρόνως ὁ Σπανὸς ἐσήκωνεν ἓν σκαμνίον ἢ καρέκλαν πρὸς ἄμυναν, καὶ ἂν δὲν ἀπέτρεπε τὸ κτύπημα, τὸ ἔκοπτεν ὅμως καὶ τὸ ἤμβλυνε κάπως. Ἄλλως τὸ κρανίον του ἐφαίνετο νὰ εἶναι πολὺ παχύδερμον, καὶ σχεδὸν δὲν ᾐσθάνετο τὸν κτύπον.

Κατόπιν ὁ Πέρρος ἔδραχνε τὴν ράβδον τοῦ γερο-Μπουλατζάνα, καὶ τὴν κατέφερε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σπανοῦ. Τότε ὁ γέρων ἐσηκώνετο μὲ τραγικὴν στάσιν, ἥπλωνε τὰς χεῖρας πρὸς τοὺς μαχομένους.

― Γιὰ ὅνομα Θεοῦ, τ᾿ ἀδέρφια!… Πῶς κάνετ᾿ ἔτσι, βρὲ παιδιά; Σᾶς πρέπει ἐσᾶς νὰ δέρνεσθε μὲς στὸ καπηλειό, σὰν νά ᾽σθε χαλκοδέρες*, τσουπλακιές*… κουλελέδες*;

―Ἐσὺ εἶσαι τσουπλακιά, χαλκοδέρα, βρὲ παλιάνθρωπε, τοῦ ἀπήντα ὁ Πέρρος. Σὲ ποιὸν μιλεῖς ἔτσι, καὶ μοῦ κορδώνεσαι… θὰ ντραπῶ τὰ μοῦτρά σου γλέπεις!

― Πῶς μὲ προσβλήνεις ἔτσι, καπετὰν Πέρρο; ἔλεγεν ἱκετικῶς ὁ Μπουλατζάνας. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπα λόγον βαρύν… Πολεμῶ νὰ σᾶς εἰρηνέψω.

― Καλύτερα εἰρήνευε, κι ἄφησέ τους νὰ πολεμοῦν, εἶπε μίαν φορὰν ὁ οἰνοπώλης.

― Καλὰ σοῦ τὰ λέει, γέροντα, ὁ καπετὰν Πέρρος, ἔκραζεν ὁ Σπανός. Ἀφοῦ ἐμᾶς μᾶς ἀρέσει νὰ μαλώνουμε, τί ἀνακατώνεσαι σύ;

Ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα ὁ Μῆτρος, συγχρόνως ἔτρωγε δύο ἢ τρεῖς ραβδισμοὺς εἰς τὸ κρανίον, καὶ ἄλλους τόσους εἰς τοὺς ὤμους καὶ τὰ πλευρά. Ἀλλ᾿ ὅμως γελῶν, καὶ λίαν ἐπιδεξίως, τοῦ ἐστραμπούλιζε τὴν χεῖρα, καὶ τοῦ ἀπέσπα τὴν ράβδον, καὶ τὴν ὕψωνε κατὰ τοῦ Πέρρου. Οὗτος ὠπισθοχώρει ὀλίγα βήματα, καὶ ἥρπαζε μίαν φιάλην γεμάτην οἰνόπνευμα ἀπὸ τὸ κυλικεῖον. Ἀλλὰ τότε ἔσπευδε νὰ ἐπεμβῇ ὁ οἰνοπώλης.

―Ἔ! γερο-Πέρρο, τὶς μποτίλιες δὲν τὶς ἔχω γιὰ τοὺς παλαβούς, τὶς ἔχω γιὰ τοὺς γνωστικούς.

Ὁ Σμυρνιὸς ἀπέσπα τὴν φιάλην ἀπὸ τὰς τρεμούσας χεῖρας τοῦ Πέρρου.

― Καὶ μᾶς ἔχεις γιὰ παλαβοὺς ἐμᾶς; ἔκραζεν ὁ Σπανός.

― Βρίσε μας καὶ σύ, βρὲ Σμυρνιέ, ἐφώναζεν ὁ Πέρρος, ποὺ ἦρθες νὰ χορτάσῃς καὶ σὺ ψωμὶ στὸ στραβὸ τὸ χωριό μας! θὰ πῶ τὸ καϊκάκι* ποὺ σ᾿ ἔφερε καὶ σένα.

Ὁ Πέρρος ἔλεγε ταῦτα διὰ νὰ εἴπῃ τι, καὶ μὴ ὑποχωρήσῃ ἀποτόμως, ὡς θρασύδειλος σκύλος ὅστις ἐξακολουθεῖ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ ξύλον, νὰ γαυγίζῃ. Ὁ Σπανὸς ἔτριβε τὰς χεῖράς του, ἔξυνε τὴν κεφαλήν του. Ὁ Μπουλατζάνας ἔφερνε βόλτα κατὰ τὴν θύραν, καὶ ἦτο ἔτοιμος νὰ δώσῃ τὸ σημεῖον τῆς φυγῆς. Ἐπὶ τῆς θύρας ταύτης, ὡς καὶ διὰ τῶν δύο παραθύρων τῆς προσόψεως, προέκυπτον κεφαλαὶ παιδίων. Ὅλα τ᾿ ἀγυιόπαιδα τῆς ἀγορᾶς εἶχον συναθροισθῆ διὰ νὰ ἰδοῦν καὶ ν᾿ ἀπολαύσουν τὸν καυγάν. Εἰς τὴν ἐπάνω θύραν, τὴν πρὸς τὸν δρόμον τῆς ἀγορᾶς, ἐφαίνοντο μανδηλωμένα κεφάλια, καὶ λεῖα ἄτριχα μοῦτρα λαθραίως κοιτάζοντα. Ἦσαν γυναῖκες, ὁποὺ εἶχον ἀκούσει τὸν θόρυβον, καὶ κατέβησαν ἀπὸ τ᾿ ἀνώγεια ἢ ἐξῆλθον ἀπὸ τὰ χαμόγεια διὰ νὰ ἰδοῦν τί συμβαίνει πάλιν.

Ὁ Σμυρνιὸς ὁ κάπηλος, ἀφοῦ ἔρριψε μίαν κανάταν νερόν, καὶ περιέλουσε τοὺς μικροὺς μάγκας, διὰ νὰ τοὺς τρέψῃ εἰς φυγήν, ἤρχετο ἐπίκουρος εἰς τὸν γέρον Μπουλατζάναν.

― Δὲν θά ᾽χουμε σαματὰ καὶ μαζώματα κάθε λίγο δῶ μέσα. Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας νὰ μαζωχθῆτε· εἶναι μεσημέρι, καπετὰν Πέρρο.

Ὁ Πέρρος, καθὼς ἀπεμακρύνετο, ἔρριπτε τὴν ἀποστροφὴν ταύτην πρὸς τὸν Μῆτρον, φεύγοντα κατ᾿ ἄλλην διεύθυνσιν:

― Νὰ φχαριστᾷς ποὺ εἶσαι σπανός, βρὲ παλιάνθρωπε, γιατὶ, ἂν εἶχες μουστάκια, θὰ σοῦ τὰ μαδοῦσα, καημένε, τρίχα τρίχα.

*
* *

Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Βαρσάμω, μία πολυπαθὴς γειτόνισσα, διετύπωσε τὸν ἐπίλογον ὡς ἑξῆς:

―Ἄχ, τί λογᾶτε*, τί θάμα! Κάθε Κυριακὴ νὰ δέρνωνται, καὶ κάθε Κυριακὴ νά ᾽ναι πάλι ἀγαπημένοι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 



15.9.26

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου


   

Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου που βρέθηκε στα Κύθηρα τον 14ο αιώνα. Ας δούμε το θαυμαστό τρόπο εύρεσης της και το λόγο του Προσωνυμίου της [Μυρτιδιώτισσα].  
  Στις 24 Σεπτεμβρίου (40 ακριβώς ημέρες μετά την Κοίμησή της), εξακόσια τόσα χρόνια πίσω στο παρελθόν, εμφανίστηκε η Παναγία σε κάποιον ευλαβή βοσκό και του είπε να ψάξει για την εικόνα, που είχε έρθει σε εκείνο το μέρος πολλά χρόνια πριν. Ο βοσκός έμφοβος και περιδεής έπεσε στο έδαφος προσευχόμενος προς τη Θεοτόκο. Μόλις σηκώθηκε και γύρισε, είδε την εικόνα μπλεγμένη σε κλαδιά μίας μυρτιάς. Κλαίγοντας από χαρά, έφερε την εικόνα σπίτι του και είπε σε όλους τους φίλους και συγγενείς την ιστορία της ανεύρεσης της εικόνας. Όταν όμως ξύπνησε την επόμενη ημέρα, η εικόνα έλειπε και φοβήθηκε μήπως είχε κλαπεί. Με βαριά καρδιά γύρισε με τα πρόβατά του στον τόπο της ανεύρεσης, αλλά εκεί είδε πάλι την εικόνα, στα ίδια κλαδιά της μυρτιάς, όπως και την προηγούμενη μέρα. Δοξάζοντας τον Θεό την πήρε πάλι σπίτι του, αλλά τη νύχτα η εικόνα εξαφανίστηκε ξανά. Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβη και τρίτη φορά, ο βοσκός κατάλαβε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί όπου είχε βρεθεί πρώτα. Λίγο αργότερα, μία μικρή εκκλησία κτίστηκε εκεί όπου βρέθηκε η εικόνα και ονομάστηκε Μυρτιδιώτισσα. Ο ναός επεκτάθηκε με την πάροδο των ετώνκαι πολλά θαύματα συνέβησαν και ακόμη συμβαίνουν εκεί.   

   

   Στο τέλος του 16ου αιώνα, ο Θεόδωρος Κουμπριανός, ένας απόγονος του βοσκού που βρήκε την εικόνα, ζούσε στο χωριό Κουσουμάρι. Ήταν παράλυτος, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι η Μητέρα του Θεού θα τον θεράπευε. Κάθε χρόνο, στις 24 Σεπτεμβρίου, έστελνε ένα μέλος της οικογένειάς του να ανάψει ένα κερί στην Χάρη της γι' αυτόν. Μία χρονιά ζήτησε να πάνε τον ίδιο μέχρι την Χάρη της, για να την προσκυνήσει ο ίδιος. Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, ακούστηκε έντονος θόρυβος από την κατεύθυνση της θάλασσας. Το εκκλησίασμα έτρεξε να φύγει, πιστεύοντας ότι επιτίθονταν πειρατές. Ο παράλυτος ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας και έξαφνα άκουσε μία φωνή από την εικόνα να του λέει να σηκωθεί και να τρέξει να σωθεί. Σηκώθηκε, περπάτησε· σύντομα άρχισε να τρέχει και πρόφτασε τους συγγενείς του, που καταχάρηκαν βλέποντας το θαύμα. Τότε όλοι κατάλαβαν ότι ο θόρυβος δεν προερχόταν από επιδρομή πειρατών, αλλά ότι ήταν σημείο της Θείας Πρόνοιας, ώστε ο παράλυτος να μείνει μόνος του στην εκκλησία με την εικόνα. Από τότε η οικογένεια του Κουμπριανού εόρταζε την ημέρα της γιορτής της Μυρτιδιώτισσας με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε ανάμνηση του θαύματος. Αλλά και πολλά άλλα θαύματα αποδίδονται στην εικόνα, όπως η προστασία του νησιού από επιδημία πανώλης, η λύση της στειρότητας μίας Εβραίας από την Αλεξάνδρεια και η σωτηρία πολλών ανθρώπων από βέβαιο θάνατο.

   

  Σήμερα, η ανεύρεση της εικόνας εορτάζεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Την ίδια ημέρα εορτάζουν και όσες φέρουν το όνομα Μυρτώ ή Μυρσίνη. Στα Κύθηρα, στις 24 Σεπτεμβρίου γίνεται πανηγυρικός εορτασμός στην Ιερά Μονή Μυρτιδίων, όπου φυλάσσεται η εικόνα με παρουσία πλήθους κόσμου από τα Κύθηρα, αλλά και από Τσιριγώτες της Διασποράς.



Η ολόχρυση επένδυση της εικόνας: Οι φτωχοί κάτοικοι των Κυθήρων αγαπούσαν τόσο πολύ την εικόνα, που μάζεψαν χρήματα και ανέθεσαν στον χρυσοχόο Νικόλαο Σπιθάκη από την Κρήτη να φιλοτεχνήσει μία χρυσή επένδυση για την εικόνα, στην οποία και τοποθετήθηκε το 1837. Η εν λόγω επένδυση είναι μοναδικής καλλιτεχνική ομορφιάς και αξίας. Πάνω της απεικονίζονται τρία θαύματα: το πρώτο είναι αυτό της εύρεσης της εικόνας από τον Βοσκό, το δεύτερο είναι η θεραπεία ενός παράλυτου και το τρίτο είναι η διάσωση του Φρουρίου του νησιού από μία μεγάλη καταιγίδα με πολλούς κεραυνούς. Το συμβάν αυτό έλαβε χώρα το 1829. Αυτό όμως που είναι πραγματικά μοναδικό όσον αφορά την εν λόγω επένδυση, είναι ένα κόσμημα με το σχήμα της ημισελήνου, το οποίο συνοδεύεται από την επιγραφή ««Εις αιωνίαν ανάμνησιν του τελεσθέντος θαύματος της λύσεως της ανομβρίας».

   Ο Μουσουλμάνος και το θαύμα της λύσης της ανομβρίας: Λέγεται ότι κάποτε κατά την Τουρκοκρατία στο νησί επικρατούσε μεγάλη ανομβρία και ξηρασία, κάτι που φυσικά δημιουργούσε μεγάλη ανησυχία στους κατοίκους του. Μια μέρα κατά την διάρκεια αυτής της ανομβρίας, ένας πλούσιος Μουσουλμάνος ευγενής με έδρα την Κρήτη έτυχε να βρίσκεται στο νησί και είδε μεγάλη κινητικότητα έξω από τον Καθεδρικό ναό σου νησιού. Όταν ρώτησε να μάθει τι γίνεται, του απάντησαν ότι έχουν φέρει την εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας από την εκκλησίτσα της για να κάνουν λιτανεία ώστε να πέσει βροχή και να σωθεί το νησί από την λειψυδρία. Όταν το άκουσε αυτό ο Μουσουλμάνος παρατήρησε τον καταγάλανο ουρανό και τον ήλιο που έκαιγε κι έβαλε τα γέλια λέγοντας πως αν πέσει έστω και μια σταγόνα βροχής, θα έκανε δώρο στην εικόνα της Παναγίας το πανάκριβο κόσμημα του, το οποίο είχε τη μορφή της ημισελήνου. Μετά την λιτανεία «άνοιξαν οι ουρανοί» στο νησί και ξέσπασε μία πολύ ισχυρή βροχή. Ο Μουσουλμάνος έμεινε έκπληκτος και τίμησε την υπόσχεση του. Το κόσμημα που δώρισε παραμένει μέχρι και σήμερα στην εικόνα αφού έγινε μέρος της χρυσής επένδυσης της.

Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς συνέβη αυτή η ιστορία, ωστόσο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνέβη πριν το 1837 που ολοκληρώθηκε η δημιουργία της χρυσής επένδυσης της εικόνας.



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895 Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  (...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι!  1895 Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου     ― Μπάρμπα, β...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....