Ετικέτες - θέματα

23.8.26

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna - από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου




   Το όνομα της γυναίκας ήταν Μπράινα. Μια απλή Εβραία της διασποράς. Ξεκίνησε από μια μικρή πόλη στα σύνορα Λευκορωσίας και Πολωνίας. Πέρασε έναν ωκεανό χωρίς τίποτα, χωρίς να έχει πάει σχολείο, χωρίς αγγλικά, χωρίς εγγύηση για τίποτα, απλά και μόνο με ένα εισιτήριο που της αγόρασε ένας άντρας, ο νόμιμος σύζυγός της με το όνομα Χέρσελ. Αυτός της είχε υποσχεθεί μια καλύτερη ζωή στην Αμερική.

   Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Άμστερνταμ της Νέας Υόρκης, μια συνοικία εργατών, διάσπαρτη με μύλους, μακριά από τα όνειρα που είχε κουβαλήσει, μακριά από εκείνο που ήλπιζε πως θα ερχόταν, γιατί η καλύτερη ζωή δεν ήρθε ποτέ. Εκείνος, ο Χέρσελ, μάζευε κουρέλια και σκουπίδια για να ζήσει. Τα λιγοστά που κέρδιζε, εξαφανίζονταν πολύ γρήγορα στη χαρτοπαιξία και το αλκοόλ. Ήταν μαζί της σκληρός και αδιάφορος, ένας τύπος που απλώς ύψωνε για ασήμαντο λόγο τη φωνή του, συνεχώς. Η Μπράινα μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη της. Έξι κόρες και ένα γιο!

Ήταν σε ένα σπίτι που πάντα κυριαρχούσε η πείνα. Ο άντρας τη φώναζε συνέχεια ''έι εσύ!'', ούτε καν την ονομάτιζε. Είπαμε ότι δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει, αλλά για να βγάζει ένα γλισχρό εισόδημα έπαιρνε ρούχα για να πλένει, έτριβε πατώματα, και όταν δεν έφταναν τα χρήματα ούτε για φαγητό, πήγαινε μέχρι το γειτονικό Εβραίο χασάπη, Εβραία και ίδια, με μια αξιοπρεπή παράκληση ίδια κάθε φορά.

«Κύριε, τα κόκαλα που δεν χρειάζεσαι, μπορώ να τα πάρω;» Πρόθυμα εκείνος της έδινε τα άχρηστα για εκείνον κόκαλα και εκείνη τα έβραζε για ώρες. Εκείνη η αραιή σούπα τροφοδοτούσε την οικογένεια για μέρες. Ο μικρότερος γιος, ο μοναδικός της, ο Ίσουρ, ή όπως τον φωνάζαν όλοι ο Ίζη, τα παρακολουθούσε όλα αυτά. Έβλεπε με τα παιδικά του μάτια τη μάνα του να παλεύει για αυτούς, με ό,τι είχε και και δεν είχε. Κάποια μέρα της είπε ξαφνικά ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. Εκείνη δεν γέλασε, δεν του είπε να κάνει κάποιο πιο πρακτικό επάγγελμα. Έτσι της έλεγε λοιπόν αυτό το φτωχό αγοράκι, με τα κουρέλια του, κάνοντας τα σχέδια του, με το παιδικό του μυαλό, για μια πόλη που καλά-καλά δεν την γνώριζε.

   Λίγα χρόνια αργότερα ο Ίζη έφυγε, πάλεψε, άνοιξε δρόμο με νύχια και δόντια και τελικά ο κόσμος τον γνώρισε με το όνομά του, σαν Κέρκ Ντάγκλας, έναν από τους μεγαλύτερους ιστορικούς σταρ της χρυσής εποχής - δεκαετία 1960 - του Χόλυγουντ. Οι τίτλοι και οι ρόλοι που έπαιξε όλο και κάτι μας θυμίζουν: ''Σπάρτακος, Οι δρόμοι της δόξας, Πόθοι για ζωή'', κ.ά.

   Ήταν πια ένα όνομα θρύλος, αλλά ποτέ δεν ξέχασε εκείνη τη σούπα με τα κόκαλα με την οποία μεγάλωσε. Ποτέ δεν ξέχασε την Μπράινα, τη μητέρα του, τη γυναίκα που την έφτιαχνε. Όταν ο Κερκ ίδρυσε τη δική του εταιρεία, παραγωγής ταινιών, δεν την ονόμασε με κάποιο λαμπερό όνομα άλλο ούτε με το δικό του.

  Την ονόμασε Bryna [Μπράινα] Productions, προς τιμήν της. Τη χρονιά 1958 η Bryna Productions κυκλοφόρησε τους ''Βίκινγκς'', μια από τις καλύτερες επικές πολεμικές ταινίες εκείνης της χρονιάς. Ο Κέρκ είχε κάτι, μια έκπληξη, που έπρεπε να δείξει τη μητέρα του. Έτσι την πήρε μαζί του και πήγαν στην ονομαστή πλατεία της Νέας Υόρκης, την Time Square.

   Μέσα σε όλα εκείνα τα φώτα, εκείνο το θόρυβο, το αδιανόητο αμερικάνικο υπερθέαμα, στάθηκε μπροστά σε μια τεράστια πινακίδα και της έδειξε κάτι. Τι έγραφε αυτή η πινακίδα; ''Bryna presents the Vikings''. Το όνομά της τεράστιο, φωτεινό, με φώτα από νέον που αναβόσβηναν! Η γυναίκα εκείνη που δεν είχε ποτέ της μάθει να διαβάζει, έβλεπε μπροστά της, επιβλητικό, τεράστιο, το όνομά της, το έβλεπε να στέκει εκεί στην Τime Square και έκλαιγε. Αυτή τη φορά όχι από πόνο, από στεναχώριες, από θλίψεις, αλλά, για μια φορά, από χαρά.

  Μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο του 1958, η Μπράινα πέθανε ήσυχα με το γιο της στο πλευρό. Οι τελευταίες λέξεις προς αυτόν δεν έκρυβαν φόβο ή λύπη. Ήταν το ένστικτο μιας μητέρας μέχρι την τελευταία τη στιγμή. «Ίζη, γιε μου, μη φοβάσαι. Αυτό συμβαίνει σε όλους. Έτσι είναι ο θάνατος.” Ακόμα και την ώρα που πέθαινε προσπαθούσε να τον προστατεύσει. Ο Κερκ έζησε 103 χρόνια. Σταρ του Hollywood, φιλάνθρωπος, πατέρας του γνωστού ηθοποιού Michael Douglas, κατόρθωσε τόσο σπουδαία πράγματα, που, εκείνο το αγόρι που έτρωγε σούπα από κόκαλα, δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί.

   Έτσι, από τότε κάθε ταινία που ανέφερε στην παραγωγή ''a Bryan production'' ήταν μια αναφορά, ένα γράμμα αγάπης, γραμμένο με φώτα, από ένα γιο, που ποτέ δεν ξέχασε την υπερπολύτεκνη βασανισμένη μητέρα του. Μια μητέρα που τροφοδοτούσε μια ολόκληρη οικογένεια με κόκαλα και κατάφερε τελικά να βρει αρκετή αγάπη και αναγνώριση, έστω, στο ηλιοβασίλεμα της ζωής της. Σίγουρα άξιζε με το παραπάνω να έχει το όνομά της εκεί, ψηλά στα φώτα.

Κι ο μικρός της γιός φρόντισε να ζήσει, για να το δει.



22.8.26

Ο Αρίων Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

 

Ο Αρίων

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

Will. Adol. Bouguereau (1825-1905): Arion on a SeaHorse(1855)

ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Αρίων ήταν ένας σπουδαίος λυρικός ποιητής από τα Μήθυμνα της Λέσβου. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Αρίωνα είναι λιγοστές και προέρχονται κυρίως από τον ιστορικό Ηρόδοτο. Δεν γνωρίζουμε καν το έτος γεννήσεως και θανάτου του. Τα περισσότερα που γράφτηκαν γι' αυτόν ανάγονται στη σφαίρα του ελληνικού Μύθου.

  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ο Αρίων έφυγε νωρίς από την πατρίδα του, τη Λέσβο, κι έζησε κοντά στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο (625 - 585 π.Χ.), όπως ήταν τότε η συνήθεια πολλών λυρικών ποιητών. Ήταν ο καλύτερος κιθαρωδός της εποχής του και συνεισέφερε στην εξέλιξη του διθυράμβου, του άσματος της διονυσιακής λατρείας, που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας. Ως ποιητής και συνθέτης έγραψε άσματα (διθυράμβους) και προοίμια (τους λεγόμενους κιθαρωδικούς κανόνες), από τα οποία, δυστυχώς, δεν σώθηκαν ούτε ένας στίχος.

Ο Αρίων σε νόμισμα του Τάραντα
   Ο ΜΥΘΟΣ: Για τη ζωή του υπάρχει μια ιστορία, που μοιάζει περισσότερο με παραμύθι και μας την κληροδότησε ο Ηρόδοτος. Κάποτε, ο Αρίων αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σικελία, με σκοπό την εμφάνισή του στην αυλή κάποιου τυράννου, για τα προς το ζην. Εκεί, αφού με την τέχνη του μάζεψε πολλά χρήματα και πλούτη, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Από τη λακωνική αποικία της Μεγάλης Ελλάδας [Ν. Ιταλία], τον Τάραντα, επιβιβάστηκε σε ένα κορινθιακό πλοίο, μιας και δεν εμπιστευόταν άλλους ναυτικούς. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι ναύτες αποφάσισαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Αρίων προσφέρθηκε να τους δώσει περισσότερα χρήματα, όταν θα έφταναν στην Κόρινθο, για να σώσει τη ζωή του, αλλά μάταια. Τότε, τους παρακάλεσε να του κάνουν μια τελευταία χάρη. Να τον αφήσουν να τραγουδήσει παίζοντας και την κιθάρα του, λίγο πριν από το θάνατό του. Οι ναύτες δέχθηκαν.


Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
: Ο Αρίων, αφού φόρεσε τα επίσημά του ενδύματα, πήρε την κιθάρα στα χέρια του, στάθηκε μπροστά, στην πλώρη του καραβιού και τραγούδησε το λεγόμενο «όρθιο νόμο», έναν ύμνο προς τον θεό Απόλλωνα. Είχε σκοπό, όταν θα τέλειωνε το τραγούδι, να αυτοκτονήσει. Οι ναύτες χάρηκαν πολύ που θ’ άκουγαν τον πιο φημισμένο τότε τραγουδιστή του κόσμου και συγκεντρώθηκαν στη μέση του πλοίου για να τον απολαύσουν. Μόλις ο Αρίων τελείωσε το σκοπό του, έπεσε προς τη θάλασσα. Ένα δελφίνι, που εθεωρείτο το ιερό ζώο του Απόλλωνα, τον πήρε στη ράχη του και τον έβγαλε μετά από πολλές ώρες στο ακρωτήριο Ταίναρο της Νότιας Πελοποννήσου. Από εκεί, ο Αρίων πήγε πεζός στην Κόρινθο, όπου ανέφερε τα καθέκαστα στον Περίανδρο.

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ: Ο Περίανδρος, στην αρχή δεν θέλησε να πιστέψει λέξη από όσα άκουγε. Έτσι, τον φυλάκισε σε αυστηρή απομόνωση περιμένοντας να έρθει το πλοίο. Όταν έφτασε το πλοίο κάλεσε τους ναύτες να του πουν αν ήξεραν τίποτα για τον Αρίωνα. Εκείνοι του αποκρίθηκαν ότι τον είχαν δει στην Ιταλία, ότι ήταν καλά και ότι, όταν έφυγαν, τον άφησαν στον Τάραντα όπου, δήθεν, εργαζόταν. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε εμπρός τους ο Αρίων, ντυμένος όπως ήταν όταν είχε πέσει στη θάλασσα. Οι ναύτες, έκπληκτοι, δεν μπόρεσαν ν’ αρνηθούν τίποτα. Ο Περίανδρος, τότε, διέταξε τη σύλληψη των Κορίνθιων πειρατών και διέταξε το θάνατό τους.


Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΟΝΑ
: “Περίανδρος δὲ ἦν Κυψέλου παῖς, οὗτος ὁ τῷ Θρασυβούλῳ τὸ χρηστήριον μηνύσας. ἐτυράννευε δὲ ὁ Περίανδρος Κορίνθου· τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι, Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον, ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον, καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ. τοῦτον τὸν Ἀρίονα λέγουσι, τὸν πολλὸν τοῦ χρόνου διατρίβοντα παρὰ Περιάνδρῳ, ἐπιθυμῆσαι πλῶσαι ἐς Ἰταλίην τε καὶ Σικελίην, ἐργασάμενον δὲ χρήματα μεγάλα θελῆσαι ὀπίσω ἐς Κόρινθον ἀπικέσθαι. ὁρμᾶσθαι μέν νυν ἐκ Τάραντος, πιστεύοντα δὲ οὐδαμοῖσι μᾶλλον ἢ Κορινθίοισι μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων· τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα· τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι, χρήματα μέν σφι προϊέντα, ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. οὐκ ὦν δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι, ἀλλὰ κελεύειν τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν διαχρᾶσθαί μιν, ὡς ἂν ταφῆς ἐν γῇ τύχῃ, ἢ ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν τὴν ταχίστην. ἀπειληθέντα δὲ τὸν Ἀρίονα ἐς ἀπορίην παραιτήσασθαι, ἐπειδή σφι οὕτω δοκέοι, περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι· ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσεσθαι. καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ, ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην νέα. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην, στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον, τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. καὶ τοὺς μὲν ἀποπλέειν ἐς Κόρινθον, τὸν δὲ δελφῖνα λέγουσι ὑπολαβόντα ἐξενεῖκαι ἐπὶ Ταίναρον. ἀποβάντα δὲ αὐτὸν χωρέειν ἐς Κόρινθον σὺν τῇ σκευῇ καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός. Περίανδρον δὲ ὑπὸ ἀπιστίης Ἀρίονα μὲν ἐν φυλακῇ ἔχειν οὐδαμῇ μετιέντα, ἀνακῶς δὲ ἔχειν τῶν πορθμέων· ὡς δὲ ἄρα παρεῖναι αὐτούς, κληθέντας ἱστορέεσθαι εἴ τι λέγοιεν περὶ Ἀρίονος. φαμένων δὲ ἐκείνων ὡς εἴη τε σῶς περὶ Ἰταλίην καί μιν εὖ πρήσσοντα λίποιεν ἐν Τάραντι, ἐπιφανῆναί σφι τὸν Ἀρίονα ὥσπερ ἔχων ἐξεπήδησε· καὶ τοὺς ἐκπλαγέντας οὐκ ἔχειν ἔτι ἐλεγχομένους ἀρνέεσθαι. ταῦτα μέν νυν Κορίνθιοί τε καὶ Λέσβιοι λέγουσι, καὶ Ἀρίονος ἔστι ἀνάθημα χάλκεον οὐ μέγα ἐπὶ Ταινάρῳ, ἐπὶ δελφῖνος ἐπεὼν ἄνθρωπος. “[Ηροδότου Ιστ. 1.23.1-1.24.8].

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com


Δράξασθε παιδείας! Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 46

 Δράξασθε παιδείας!

Στιγμιότυπο οθόνης (1).jpg                

Παιδεία προς αρετήν εκ παίδων

Πλάτων


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 

                                                                  

           ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  46


Καλή σχολική χρονιά!

  Ανοίγουν τα σχολεία! Τα παιδιά και τα νιάτα της πατρίδας μας θα βρεθούν πάλι στον αγώνα τους, στον εκπαιδευτικό στίβο της παιδείας για αγωγή και μόρφωση, για την κατάκτηση της γνώσης… Βοηθοί και συμπαραστάτες στην προσπάθειά τους οι γονείς και οι δάσκαλοι. Διαχρονική και η προσδοκία της κοινωνίας, η οποία ελπίζει στη νέα γενιά για έναν καλύτερο κόσμο.

  Το Καφενείο σήμερα στέκεται με συγκίνηση και νοσταλγία σ’ αυτό τους το νέο ξεκίνημα. Γι’ αυτό θα είναι διαφορετικό και με κάποια κείμενα θα επιχειρήσει ένα  σχετικά ειδικό αφιέρωμα… 


  Θα ήθελα στο σημείο αυτό να κάνω και μια βασική υπενθύμιση προς όσους με οποιονδήποτε τρόπο διδάσκουν ή επιχειρούν να διδάξουν τους νέους: 

«Δε διδάσκουμε εκείνο που θέλουμε… Δε διδάσκουμε εκείνο που ξέρουμε… Διδάσκουμε εκείνο που είμαστε…».

  Και μια υπενθύμιση στους νέους:

Η παιδεία, η μόρφωση, οι γνώσεις δεν κληρονομούνται, αποκτώνται. Κι όταν αποκτηθούν, αυτά μόνο, κανένας δεν μπορεί να σας τα πάρει. 


 «Της παιδείας αι μεν ρίζαι πικραί, οι δε καρποί γλυκείς»

  Δεν ξέρουμε αν το είπε ο Ισοκράτης, ο Αριστοτέλης ή ο Θουκυδίδης. Προσωπικά, ψηφίζω Ισοκράτη, γιατί λιγότερο μας παίδεψε αυτός κατά την εκπαίδευσή μας απ’ τους άλλους δυο. Όποιος κι αν ήταν, για να το πει, φαίνεται πως έφαγε πολύ ματσούκι ως μαθητής. Θα του άργασαν το τομάρι… Πάντως, εκπαίδευση χωρίς κόπο δεν υπάρχει… ούτε στο βουνό ανεβαίνεις, αν δεν περπατήσεις στον ανήφορο…

  Της παιδείας οι ρίζες είναι πικρές και οι καρποί γλυκείς. Είναι όπως τα ραδίκια: πικρά αλλά πολύ ωφέλιμα… Μ’ αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, μπαίνουν πολλές αμφιβολίες για τους καρπούς της παιδείας σήμερα, αν υπάρχουν καρποί, πόση γλύκα έχουν και δια της μαιευτικής του Σωκράτη καταλήγουμε στο ερώτημα: έχουμε ή δεν έχουμε παιδεία; και στο συμπέρασμα: παιδία έχομεν, παιδεία δεν έχομεν…


Πρωτοβάθμια εκπαίδευση

  Είναι όπως λέμε… εγκαύματα πρώτου βαθμού. Εδώ ξεκινάει η περιπέτεια του σχολείου για τον μικρό μαθητή με τα θετικά και αρνητικά, διαφοροποιημένα κάθε φορά από γενιά σε γενιά. 

  Το χειρότερο σήμερα σ’ αυτή τη βαθμίδα είναι ο σφαγιασμός της παιδικής φαντασίας, η στέρηση του παιχνιδιού στα παιδιά, η αποκοπή τους από τη φύση και η υποταγή τους στην γενικευμένη εποπτεία με τα μέσα της τεχνολογίας που περιορίζει, αν δεν αποκλείει εντελώς την αυτενέργεια. 

  Έρχεται η κυρία με το παιδάκι της πρώτης δημοτικού στο σχολείο και λέει: «Το παιδί μου ξέρει πια ότι δε φέρνει τα δώρα ο Αϊ-Βασίλης!». Αλήθεια, κυρία μου; Και πώς δε σας το πήραν ακόμη στη ΝΑΣΑ; Πάει να ζωγραφίσει το παιδί ένα κοτόπουλο και το ζωγραφίζει στο ταψί με πατάτες, αλλά το βασικό είναι που ξέρει ποιος φέρνει τα δώρα. Διαβάζεις στους μαθητές σου το ποίημα του Ελύτη «Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο» και δεν έχεις πια κανέναν (ούτε για δείγμα) με γρατσουνισμένο γόνατο. Γίνεται να το γρατσουνίσει παίζοντας στις οθόνες;

  Το σχολείο από χώρος εκπαίδευσης κατάντησε κέντρο διοικητισμού και γραφειοκρατίας. Δάσκαλοι που διαγκωνίζονται ποιος να πλασαριστεί στις όποιες θέσεις εξασφαλίζουν την έξοδο από την τάξη. Που κυνηγούν τίτλους με περιεχόμενο ή χωρίς περιεχόμενο (δεν έχει σημασία, ίδιο είναι το αποτέλεσμα: η φυγή από την τάξη). Η πολιτεία αντί τον δάσκαλο με τα περισσότερα προσόντα να τον κρατάει στην τάξη, του δίνει κίνητρα να τον βγάλει απ’ την τάξη και τον κάνει διευθυντή, προϊστάμενο κάτι απίστευτων τίτλων, σχολικό χασομέρη… Όμως, τα σχολεία μας λειτουργούν. Γιατί χιλιάδες δάσκαλοι αποφάσισαν να γίνουν δάσκαλοι, για να είναι στην τάξη με τους μαθητές τους. Είναι αυτοί οι μαχόμενοι δάσκαλοι που φέρουν  επάξια τον υπέροχο τίτλο ΔΑΣΚΑΛΟΣ, αδιαφορώντας για τους ποικιλώνυμους παρασιτικούς χαρτογιακάδες της εκπαίδευσης. Είναι, όμως, δικαίως, και αυτοί που θα πάρουν τις χαρές από την αναγνώριση του έργου τους και θα εισπράξουν την ευγνωμοσύνη των μαθητών και των γονέων τους…


Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

  Εδώ έχουμε το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Είμαστε στη βαθμίδα της κατάληψης και της εγκατάλειψης… Από τρία χρόνια… χωρίς αναστολή! «Τρεις το λάδι τρεις το ξίδι κι… έξι το λαδόξιδο». Στην περίοδο αυτή, όταν δεν έχουν καταλήψεις, ασχολούνται με την ακύρωση και της εφηβικής ηλικίας, με ταυτόχρονη προσπάθεια αποτροπής στο να πάρει ο μαθητής γενική παιδεία, μόρφωση και αγωγή. Εδώ η κυρία λέει τώρα: «Το παιδί έχει κλίση στα μαθηματικά και έχει κλείσει τα υπόλοιπα βιβλία. Τι να τις κάνει τις αηδίες των αρχαίων, της ιστορίας, των θρησκευτικών, της πολιτικής παιδείας; Έχει και τα ιδιαίτερα μαθήματα και το ξενόγλωσσο φροντιστήριό του. Με τον Περικλή, τον Αλέξιο Κομνηνό και τον Καραϊσκάκη θ’ ασχολούμαστε;» (πλάσαρε και τον εαυτό της με τον πληθυντικό, στη διαδικασία της επιλεγμένης υπνοπαιδείας).   

  Καθόλου δε βλέπει ότι το παιδί της, παρότι στο γυμνάσιον, αποφεύγει εντελώς τη γυμναστική (που έδωσε το όνομα στο γυμνάσιον) και  κατάντησε γέρος που βαριέται και να περπατήσει στα δεκαπέντε του χρόνια. Ήταν χαζοί οι αρχαίοι που έκαναν γλώσσα, μαθηματικά, μουσική και γυμναστική κι εμείς έξυπνοι και πήγαμε απ’ τον παιδοτρίβη στον παιδοσυντρίβη; (το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα, δηλαδή)…

  Στο λύκειο ο μαθητής είναι πια λυκόπουλο, γιατί τα φροντιστήρια που κάνει τρώνε αρκετά πρόβατα μιας κτηνοτροφικής οικογένειας. Τα λυκόπουλα γενικώς… τρώνε, ειδικά αυτά που πάνε γενικό λύκειο. Το φροντιστήριο είναι το κέντρο ενδιαφέροντος των λυκειόπαιδων και στο σχολείο πηγαίνουν να μην κοπούν από απουσίες και δε δώσουν πανελλήνιες. Έτσι, αντί να είναι αυτό το σχολείο λυκαυγές, χαραυγή για ξεκίνημα του νέου ανθρώπου, μετατρέπεται σε λυκόφως  της νεότητάς του.

  Κι εδώ έχουμε τη μάχη που δίνουν ευσυνείδητοι καθηγητές, αλλά με δυσμενέστερους (για πολλούς λόγους)  όρους απ’ ότι οι δάσκαλοι στο δημοτικό. Εδώ θα συναντήσουμε και τους… μαθητοπατέρες, οι οποίοι καλύπτουν την ανεπάρκειά τους ή την ακαταλληλότητά τους, περιφέροντας την ανοησία ότι αυτοί, τάχα, είναι φίλοι με τα παιδιά. Αγνοούν τη διάκριση των ρόλων. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να είναι φίλος με τους μαθητές. Να είναι φιλικός μπορεί και πρέπει να είναι! Αγνοούν ή παραβλέπουν ότι το παιδί, παιδεύω, παιδεία είναι ομόρριζες λέξεις και η μία παράγει την άλλη. Τότε, «τα παιδία παίζει» κι ο καθηγητής εμπαίζει…  


Τριτοβάθμια εκπαίδευση 

  Λέγεται έτσι, γιατί για να μπεις πρέπει να έχεις βαθμό τρία. Κάτω από τρία περνάς πάλι, αλλά σε κατώτερες σχολές. Τελικά, σήμερα δεν περνάς μόνο αν ξεχάσεις να γράψεις το όνομα ή δεν πας να γράψεις εξετάσεις. Του χρόνου θα δώσω κι εγώ πανελλήνιες. Αρκεί να αποφασίσω ως τότε, τι θέλω να γίνω… όταν μεγαλώσω… Για σκεφτείτε το κι εσείς! Λογικά, στις μισές σχολές θα μπαίνουμε και χωρίς διάβασμα. Παλιότερα, κάτω από δεκατρία δεν περνούσες ούτε απέξω από σχολή ΚΑΤΕΕ, χώρια που δεν έφτανες καν να δώσεις εξετάσεις, γιατί αποκλειόσουν στα προκριματικά του γυμνασιόπα λιγκ κι έπαιρνες ένα τσεκούρι στον Πλακιά και πάεινις στα βιτούλια σ’.  Τώρα, περνάνε όλοι, οι περισσότεροι δεν μπορούν να πάρουν πτυχίο ποτέ, αλλά κι αυτοί που παίρνουν για τα βετούλια (που δεν έχουν κιόλας) προορίζονται και πάνε οι κόποι και τα έξοδα χαμένα. Η κατάσταση αυτή έφερε σήμερα κι άλλες στρεβλώσεις...

  «Στραβάδια, παρουσιάστε, άρμ!». Για να το λες αυτό πια, πρέπει να είσαι μαθητής του δεκαοχτώ, ώστε να περάσεις σε μια στρατιωτική σχολή. Με οχτώ, όμως, περνάς, για να γίνεις κάποτε φιλόλογος και να λες «άνδρα μοι έννεπε, μούσα πολύτροπον, ος μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης (να το πάλι το τρία) ιερόν πτολίεθρον έπερσεν…». Και το ιερόν πτολίεθρον έπερσεν και ανεργία και πείνα στους φιλολόγους έπεσεν και  γέμισε ο στρατός Καργάκους και φλισούριασε η φιλολογία ανορθόγραφους, που μόνο για καραβανάδες στον στρατό θα πήγαιναν (και δεν υπάρχει ιερόν και όσιον). 

  Δεν υποτιμώ κανένα επάγγελμα. Όμως, είναι κοινωνικά χρήσιμο και δίκαιο να έχουμε τους καλύτερους εκεί που θα αποδώσουν τα καλύτερα και θα  βοηθήσουν περισσότερο και συνολικά την κοινωνία μας. Καλούς, βέβαια, θέλουμε σε όλους τους τομείς, για να έχουμε πρόοδο παντού, αλλά αυτή η χώρα δεν επένδυσε ποτέ στον νοικοκύρη (αγρότη, εργάτη, υπάλληλο, φοιτητή). Καλύτερα περνάει στη ζωή ο οκνηρός παρά ο εργατικός, ο συνεπής  και ο διαβαστερός.


Όπου κλείνει ένα σχολείο…

          «Όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή» έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ.

          «Όπου κλείνει ένα σχολείο, ανοίγει ένα καφενείο» λέει ο καφετζής…

  Τα τελευταία χρόνια, στη ρημαγμένη ύπαιθρο της χώρας μας, έκλεισαν τα σχολεία των χωριών μας το ένα μετά το άλλο. Αυτά τα σχολεία τα ’στησαν εκεί οι περασμένες γενιές, φάρους προόδου φωτεινούς, κατά πρόσωπο του σκοταδιού της αμάθειας. Έγιναν οι ιεροί χώροι της παιδείας, χώροι της ελπίδας των ανθρώπων και της λαχτάρας τους για μόρφωση και πρόοδο.

  Σήμερα κάποια είναι καφενεία, ξενώνες, χώροι χρήσεων φορέων και συλλόγων, κάποια γκρεμισμένα ερείπια (τουλάχιστον αυτά γλύτωσαν την ύβρη…). Πώς είναι δυνατόν να γίνεται το σχολείο καφενείο ή ξενοδοχείο; Ως χώρο πολιτισμού μόνο μπορεί να αποδεχτεί κάποιος ένα σχολείο που σταμάτησε να λειτουργεί, όχι ως τσιπουράδικο… Στους τοίχους κάθε σχολείου, πλανώνται αόρατες οι μορφές μαθητών και δασκάλων που ιερουργούσαν την πνευματική μέθεξη παιδείας. Αλλά ποιος να διαφυλάξει πια τον πολιτισμό μας απ’ τους… πολιτιστικούς που δίνουν «τα άγια τοις κυσί»;      

  Έλεγε ο άγιος Κοσμάς, ο Αιτωλός: «Είναι προτιμότερο να έχει κανείς σχολείο στον τόπο του, παρά βρύσες και ποτάμια». Κάτι ήξερε ο άγιος… 


Μηνύματα για τον έναν χρόνο Καφενείο

  Με τη συμπλήρωση ενός χρόνου του ηλεκτρονικού Καφενείου, κατέφθασαν με κάθε τρόπο μηνύματα απ’ τους χιλιάδες (τι χιλιάδες, εκατομμύρια είναι το σωστό!...) αναγνώστες μας, οι οποίοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να επικοινωνήσουν, για να μας ευχηθούν ή να βρίσουν. Το τηλεφωνικό κέντρο φράκαρε (ήταν και λιανό το καλώδιο, επόμενο ήταν), το κινητό τηλέφωνο χοροπηδούσε ασταμάτητα πάνω στο τραπέζι σε κάθε μήνυμα που έμπαινε. Πρώτη φορά έβλεπα τηλέφωνο να χορεύει πάνω σε τραπέζι κι άλλη μια φορά τη Γεροβασίλη που χόρευε ένα τσιφτετέλι, πριν έρθει ο Κυριάκος και της πάρει το τραπέζι… Πολλοί έστειλαν εικονομηνύματα, ειδικά εκείνο το χεράκι με τα ανοιγμένα δάχτυλα. Όμως, δε γνωρίζω αν χαιρετούσαν ή μούντζωναν…

  Μηνύματα ήρθαν ακόμη κι απ’ το Τριζόλ! Απορώ πώς πέρασαν τόσα στεφάνια, χαλάβρες και ρέματα… Το πιο πρωτότυπο μήνυμα το έλαβα με σήματα καπνού από Στεφανιώτη. Αυτός κάπου έψηνε ένα κλεμμένο, δεν είχε καμιά σκοτούρα για ευχές και στο μήνυμα έλεγε: «Τώρα το ’βαλα στ’ φουτιά. Σι κάνα δυο ώρις, πάρι νια φ’τσέλα κρύου νιρό απ’ τουν Πλάτανου, πες κι στουν Αχιλλέα νά ’ρθει π’ ξέρει να διαβάζει τ’ν πλάτη κι κινάτι σι’ απάν’ να λημιριάσουμι!... Πααίνουμι για ριτσίνι να πείτι, άμα σας ρουτήσει κανένας, κι θα χασουμιρίσουμι, θα μας πάρει του δειλ’νό».

  Το ευχάριστο είναι που δε μας ευχήθηκε κανείς από καμιά εξουσία. Διαμαρτυρία, όμως, έστειλαν όλα τα κόμματα και οι πολιτικοί αρχηγοί. Τους διαβεβαιώνουμε ότι και του χρόνου διαμαρτυρία θα στείλουν. Οι τοπικές εξουσίες μάς αγνόησαν εντελώς και μας απέφυγαν, λες και τους ζητήσαμε χορηγία ή να σιτιζόμεθα στο πρυτανείον... Το ίδιο, επίσης, συνέβη και με τις πολιτιστικές ηγεσίες της περιοχής, παρά του ότι είμεθα ως Καφενείον, κατά τον αείμνηστον Ευάγγελον Γιαννόπουλον, πολιτιστικόν κέντρον… 

  Ίσως πρέπει να του αλλάξω τίτλο και να ονομάζεται εφεξής εντευκτήριον, πολυχώρος, γλεντοκομείον, φεστιβαλείον, παρτυτήριον, πατητήριον (μι ξιανύχιασις, ρε!...), αντάμωμα, συναπάντημα ή σάρα-μάρα… 

  Για όλα αυτά θεωρώ ότι το Καφενείο μάλλον πάει καλά (για τον καφετζή υπάρχουν αμφιβολίες)… Για να το θεωρήσετε κι εσείς, κοινοποιώ κάποια απ’ όσα έστειλαν: 

  Ο πάσης Ανατολικής Αργιθέας και Μαρκελεσίου παπα-Βασίλης (τηλέφωνο):

Θέλ’ς διάβασμα…

─ Παπα-Βασίλη, την ευχή σου! Άμα σας αρέσει το Καφενείο, να το διαβάζετε!

─ Δε λέου για του Καφενείου ιγώ. Ισύ θέλ’ς διάβασμα…

  Μάκης Φρύδας (μήνυμα): «Λυπάμαι για λογαριασμό σου!»… (Φαίνεται είδε τον λογαριασμό της ΔΕΗ που έλαβα τώρα τελευταία).

  Λαϊκή συνέλευση Τριζολιωτών (ψήφισμα): «Γι’ αυτά που γράφεις για το χωριό μας, σε κηρύσσουμε ανεπιθύμητο πρόσωπο στο Τριζόλ».

  Να που συμπίπτουν οι επιθυμίες μας!  Γιατί, ρε παιδιά, εξέφρασα καμιά επιθυμία να έρθω; Είχα κανιά όριξη να διαβαίνου μέσα στα χαλαβάνια κι στ’ς ουρσίδις; Για λουκατζή μι πέρασιταν; 

  Αγνώστου  τηλεφώνημα (κάπου  πάει  το μυαλό μου, όμως, δεν είμαι  σίγουρος…): 

Χρόνια πολλά, αλλά πρέπει να απαγορευτεί το κάπνισμα στο Καφενείο.

Ευχαριστώ, κύριε! Βέβαια, αυτό που λες, δε γίνεται. Στο καφενείο πάνε άνθρωποι θεριακλήδες, γενναίοι, που δε φοβούνται τον θάνατο (γι’ αυτό καπνίζουν). Δεν έχει ο άλλος καλό χαρτί στη δηλωτή, του κάθεται στραβοζαριά, να μην ανάψει ένα τσιγάρο; Εκτός αυτού, στα καφενεία  συντελείται φιλανθρωπικό, κοινωνικό έργο. Όποιος δεν έχει ν’ αγοράσει τσιγάρα, μπαίνει μέσα και καπνίζει ταυτόχρονα δωρεάν όλες τις μάρκες. Μην ακούς που λένε οι γιατροί για παθητικό κάπνισμα, ενεργητικό είναι… 

─ Δεν ξέρεις τι λες, καφετζή, αλλά να σε δω όταν εφαρμοστεί ο νόμος Νασιώκα…

  Μενέλαος (ένας είναι ο Μενέλαος): «Γιάννη, εύχομαι το Καφενείο σου να είναι πάντα γέφυρα που θα ενώνει το παρελθόν με το σήμερα!». (Γένιτι Μινέλαους κι να μη σι φκιάσει απού καφινείου γιουφύρι;).  

  Παναγιώτα Γρηγορίου – Αποστόλου (η Ναπουλέινα να καταλάβιτι, γιατί έχουμι πουλλές Παναγιώτις στουν Αργιθέα, Ναπουλέινα δεν είνι άλλη): «Μίλησα με έναν γιατρό στο Πανεπιστημιακό. Μου είπε ότι η περίπτωσή σου δεν είναι ανησυχητική, παρότι τα συμπτώματα του Καφενείου συμπλήρωσαν χρόνο. Είναι μια χρόνια κατάσταση άνευ σημασίας, αλλά και που δεν παίρνει ιλιάτσι…».

  Όποιος βρει τι σημαίνει το ιλιάτσι, κερδίζει μια καρδαρούλα τσιαλαφούτι. 

  Πάνος Στάθης (από Έδεσσα): «Είσαι για δέσιμο! Η Έδεσσα και τα Βοδενά μαζί σου! Λύθηκαν οριστικά πια οι απορίες μου…».

  Γιώργος Αντωνίου (από Χίο): «Τέτοιες χαζαμάρες ούτε οι Χιώτες δε γράφουν…».

  Κώτσινα: «Στου προυηγούμινου Καφινείου, αράδ’ζι ου Κώτσιας μ’ του κριάρι. Τώρα, αραδίζου ιγώ τουν Κώτσια. Του κριάρι ήρθι στα πρόβατα κι ου Κώτσιας ψάχνει ακόμα. Μην είνι αυτού στου καφινείου κι χαζουπαζαρέβιτι;».  


  Ευχαριστήριο: Ο διευθυντής του καταστήματος σάς ευχαριστεί για τα «καλά» σας λόγια, τα οποία μας απογοήτευσαν λίγο, αλλά δε θα σας κάνουμε και το χατίρι να σταματήσουμε. Βγάλτε το αυτό απ’ τον νου σας! Πάμε στον δεύτερο χρόνο. Δυο χρόνια άντεξε μέχρι κι ο Γιωργάκης, δε θα αντέξομεν ημείς;


Ενημέρωση

  Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πλήρη κατάργηση των κάπιταλ κοντρόλ. Στο εξής θα μπορείτε να στέλνετε  στο Καφενείο όσα χρήματα θέλετε, χωρίς περιορισμό.

  Επίσης, με την ευκαιρία σας ενημερώνω ότι λόγω της ανομβρίας σταφίδιασαν και τα κράνια και μην περιμένετε να γίνουν φέτος!... Σας είχα προειδοποιήσει… Με τον Μητσοτάκη θα γίνει η χώρα κρανίου τόπος, δεν σας είπα ότι θα γίνουν τα κράνια…


Το γράμμα μιας δασκάλας  

   Θα  ξαναγυρίσουμε  στην παιδεία,  για να διαβάσουμε  ένα  συγκλονιστικό  κείμενο

 μιας δασκάλας που γράφει:

  «Είμαι ένας άνθρωπος, που επέζησε από στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τα μάτια μου είδαν πράγματα που δεν έπρεπε να τα δει μάτι ανθρώπου. Θαλάμους αερίων κατασκευασμένους από σπουδαίους μηχανικούς. Παιδιά δηλητηριασμένα από μορφωμένους γιατρούς. Γυναίκες και μωρά να πυροβολούνται και να σκοτώνονται από καθηγητές Γυμνασίου και Πανεπιστημίου. Γι’ αυτό είμαι επιφυλακτική απέναντι στη «μόρφωση». Η παράκλησή μου είναι: Βοηθήστε τους μαθητές σας να είναι πρώτα άνθρωποι. Δεν πρέπει ποτέ οι προσπάθειές σας να παράγουν μορφωμένα τέρατα, ειδικευμένους ψυχοπαθείς, εκπαιδευμένους κακούργους. Η ανάγνωση και η γραφή, η ορθογραφία, η ιστορία, η αριθμητική είναι σημαντικά μόνο αν χρησιμεύουν για να γίνουν οι μαθητές μας άνθρωποι. Αλλιώς…».

  Σε κάθε περίπτωση θέλουμε μια παιδεία που θα υπηρετεί τον άνθρωπο. Παιδεία «προς την διάνοιαν και προς το της ψυχής ήθος», όπως λέει ο Αριστοτέλης. Κι αυτή είναι μόνο η ανθρωπιστική παιδεία.

                                                                  

Ευγνωμοσύνη…

  Ήμουν δάσκαλος… Πορεύτηκα στον εργασιακό μου βίο με το αθώο και ελπιδοφόρο κομμάτι της κοινωνίας, που είναι τα παιδιά. Ήταν μια ωραία περιπέτεια αυτή η πορεία. Οι ευχές μου συνοδεύουν τους μαθητές μου για κάθε καλό στη ζωή τους…   

  Έγινα δάσκαλος, παίρνοντας αυτή την απόφαση από μαθητής στο δημοτικό σχολείο.

Με έκαναν δάσκαλο τα ψηλά βουνά του τόπου μου και η αμόλευτη φύση της Αργιθέας και των Αγράφων, τα «ψηλά βουνά» του αγαπημένου συγγραφέα και ποιητή Ζαχαρία Παπαντωνίου και τα ευγενή πρότυπα δασκάλων μου.


Στον Ηλία Κωτή από τη Μεταμόρφωση (Κατούσι) Ανθηρού

Στον Διονύση Παπαδημητρίου από τη Μανωλάδα Ηλείας

Στον Χαράλαμπο Μαράκη από την Κρήτη

Στον Δημήτρη Ζούμπο από την Πρέβεζα

  Σ’ αυτούς τους δασκάλους μου του δημοτικού, που στο πρόσωπό τους τιμώ κι όλους τους μετέπειτα δασκάλους μου, αφιερώνω το σημερινό γραπτό μου με ευγνωμοσύνη

                              


46 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg
















11/9/2019                                                                                                                                                                                                                                                   



21.8.26

Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα (1899) του Αλεξ. Παπαδιαμάντη κείμενο και audiobook, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου + ΒΙΝΤΕΟ

 

Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα (1899) 
του Αλεξ. Παπαδιαμάντη 
κείμενο και audiobook, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
+ ΒΙΝΤΕΟ

Ἐμβαρκάρισαν καὶ οἱ τρεῖς, ἀπὸ τὴν παλαιὰν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην ἀποβάθραν, κάτω ἀπὸ τὸ κυματόπληκτον σπιτάκι τῆς Μορφούλαινας, ὁ Καλούμπας, ὁ Νιόγαμβρος καὶ ὁ Μπαμποῦκος. Τὸ παλαιὸν θαλασσόπληκτον σπιτάκι εἶχε δοθῆ ἕνα καιρὸν ὡς προὶξ εἰς τὴν Μορφούλαιναν, ἀκολούθως εἶχε μεταβῆ ὡς κληρονομία εἰς τὴν θυγατέρα της καὶ τέλος εἶχε δοθῆ εἰς τὴν θυγατέρα τῆς θυγατρός της.
Μίαν Κυριακήν, περὶ τὰ μέσα Νοεμβρίου, εἶχε τελεσθῆ ὁ γάμος. Ὅλη ἡ γειτονιὰ καὶ ἄλλοι καλεσμένοι εἶχον διασκεδάσει ὁλονυχτὶς μὲ ᾄσματα καὶ χοροὺς καὶ μὲ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Καὶ μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω ἀπὸ τὸ παλαιὸν σπιτάκι, ἀπὸ τὴν σκάλαν τὴν θαλασσοφαγωμένην, ἀπὸ τὰ γρίφια* καὶ τὰς πέτρας τὰς τραχείας καὶ παραμερισμένας, ἐμβῆκαν εἰς τὴν φελούκαν ὁ Καλούμπας, ὁ Νιόγαμβρος καὶ ὁ Μπαμποῦκος, διὰ νὰ ὑπάγουν πρὸς ἁλιείαν.
Ὁ Καλούμπας ἦτον ὁ ἐξακουστὸς ψαρὰς μὲ τὸ ἕνα χέρι ―τὸ ἄλλο τοῦ τὸ εἶχε φάγει ἡ δυναμῖτις― ὁποὺ ἡλίευε τοὺς περιφήμους ὀρφούς, ἀπὸ 5 ἕως 12 ὀκάδων τὸ βάρος, τοὺς ὁποίους ἔδενεν ὡς βόδια ἀπὸ τὴν πρύμνην τῆς βάρκας, καὶ τοὺς ἔσυρεν εἰς τὸ κῦμα ζωντανούς, μὲ τὸ τεράστιον ἄγκιστρον εἰς τὸ ρύγχος, ἑτοίμους πρὸς σφαγὴν ἅμα δύο ἢ τρεῖς ἀγορασταὶ προσήρχοντο. Ὁ Μπαμποῦκος ἦτον γηραιὸς θαλασσινός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ σαράντα χρόνους εἶχε γυρίσει ὅλην τὴν Μαύρην καὶ τὴν Ἄσπρην θάλασσαν, τὴν Μεσόγειον καὶ μέρος τοῦ Ὠκεανοῦ, ὡς λοστρόμος μὲ τὰ καράβια. Εἶτα εἶχε ζητήσει νὰ λάβῃ σύνταξιν, ἀλλὰ «τὰ χαρτιά του δὲν ἦσαν καλά», τοῦ εἶπαν. Τώρα ἐπήγαινεν ὡς σύντροφος μὲ μισὸ μερίδιον, μὲ τὰς λέμβους τὰς ἁλιευτικὰς καὶ πορθμευτικάς. Ὁ Νιόγαμβρος εἶχε στεφανωθῆ τὴν πρὸ πέντε ἑβδομάδων Κυριακήν, καὶ ὁ γάμος δὲν εἶχε σαραντίσει ἀκόμη.
Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ Καλούμπας καὶ ὁ Νιόγαμβρος ἐπερίμεναν τὸν Μπαμποῦκον πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ λύσουν τὴν μπαρούμαν* καὶ ἀποπλεύσουν. Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ Μπαμποῦκος ἔτρεχεν ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ μονοπάτι εἰς κρημνόν, κυνηγῶν τὸν υἱόν του, τὸν Πάπον. Οἱ ἄλλοι δύο υἱοὶ τοῦ γερο-Μπαμπούκου ἔλειπαν. Ὁ ἕνας ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια· ὁ ἄλλος ὑπηρέτει εἰς τὰ βασιλικά. Ἐκ τῶν θυγατέρων του ἄλλη εἶχεν ἀποθάνει, ἄλλη ὑπανδρεύθη εἰς τὰ ξένα, ἄλλη εὑρίσκετο εἰς ξένον σπίτι. Βάκτρον τοῦ γήρατός του, διὰ νὰ ὑποβαστάζῃ τὰ ρευματισμένα καὶ ξεπαγιασμένα γόνατά του, ὁ γέρων θαλασσινὸς δὲν εἶχε παρὰ τὸν υἱόν του τὸν Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ἐτῶν, τὸν ὁποῖον εἶχε παρονοματίσει μὲ γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» ἡ μακαρίτισσα ἡ Ἀργυρώ, ἡ σύζυγος τοῦ Μπαμπούκου.
Ἀλλ᾽ ὁ Πάπος τοῦ ἔφευγεν. Ἐπηδοῦσεν ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν. Ἀγαποῦσε πολὺ νὰ τρέχῃ, νὰ χαζεύῃ καὶ νὰ μὴν ὑπακούῃ. Ὅταν δὲν εὑρίσκετο εἰς τοὺς αἰγιαλούς, κυνηγῶν καβούρια εἰς τὰ θαλάμια*, ἢ μικρὰ χταποδάκια ἐν καιρῷ γαλήνης εἰς τὰ ρηχά, ἔτρεχεν εἰς τὰ Κοτρώνια, ἄνωθεν τῆς συνοικίας, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ὅπου ἦτο κτισμένον, σιμὰ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγ. Νικολάου, ὑψηλὰ ἐν ἀπόπτῳ, τὸ σπιτάκι των. Ἐκυνηγοῦσε τὰς φωλεάς. Δὲν ἄφηνε μικρὰν κουκουβάγιαν νὰ μεγαλώσῃ, διὰ νὰ μὴ λαλοῦν ἀπαισίως τὴν νύκτα εἰς τοὺς βράχους. Ἂν ἔπεφτε μικρὸς γλάρος εἰς τὰ χέρια του, τοῦ ἔκοφτε τὰ φτερά, κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ μάθῃ ἀπ᾽ αὐτὸν τὴν τέχνην, πῶς νὰ καταπίνῃ χωρὶς νὰ μασᾷ τὰ μικρὰ γλυκά, ὅσα κατώρθωνε νὰ κλέπτῃ ἀπὸ τὸν Βασίλην τὸν Καραμελᾶν.
Ἡ θαλασσία ἐκδρομὴ ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ 48 ὥρας ἢ τὸ πολὺ τρεῖς ἡμέρας. Ὁ Μπαμποῦκος δὲν ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ τὸν υἱόν του νὰ «ξεμπουρδαλιάζῃ»* καὶ ἐζήτει νὰ τὸν πάρῃ μαζί. Ἀλλ᾽ ὁ Πάπος ἀγαποῦσε, ναί, τὶς βάρκες, ἀγαποῦσε καὶ τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ δὲν ἔστεργε τὴν πειθαρχίαν. Ἡ βάρκα ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἔπλεε μὲ δύο ἄλλους ἀκόμη ὁ πατήρ του, θὰ ἦτο ὡς πλωτὴ φυλακὴ δι᾽ αὐτόν. Καὶ ἅμα ἐμυρίσθη, ὅτι ὁ πατήρ του ἐσκέπτετο νὰ τὸν πάρῃ μαζί, ἐφρόντισε νὰ γίνῃ ἄφαντος.
Ὁ γέρων τὸν ἐκυνήγησε. Μίαν ἢ δύο φορὰς εἶδε τὸν «διακαμό* του», τὸν φεύγοντα ἴσκιον του, ὄπισθεν τῶν βράχων. Ὁ Πάπος ἤξευρε πολλὰ «κατσαμάκια»*, ἤτοι ἑλικοειδεῖς κινήσεις, καὶ τὰ ποδάρια του «τὸν ἄκουαν». Δὲν ἔπασχεν ἀπὸ ρευματισμούς. Ὁ γερο-Μπαμποῦκος ποῦ νὰ τὸν φθάσῃ!
Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, ἐπέστρεψεν ὁ Μπαμποῦκος ἄπρακτος, πλησίον τῶν δύο συντρόφων του, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομόνουν.
― Μὰ ἔλα δά! ἔκραξε πρὸς αὐτὸν ὁ Καλούμπας, ἅμα τὸν εἶδε νὰ ἔρχεται χωρὶς τὸν υἱόν του· ἔλα, κι ἂς κουρεύεται!
― Καλύτερα, λείπει κι ὁ μπελάς του, παρετήρησεν ὁ Νιόγαμπρος.
Ὁ γέρων θαλασσινὸς ἔκυψεν, ἔλυσε τὴν μπαρούμα, κ᾽ ἐπήδησε στὴν βάρκα. Ὁμοίως καὶ οἱ ἄλλοι δύο.
― Μοῦ ἔβγαλε τὴν ψυχὴ ἀνάποδα, τὸ διαολόσκυλο, εἶπεν ὁ Μπαμποῦκος, νὰ τρέχω νὰ τὸν κυνηγῶ.
Ἦτον πράγματι πολὺ ὠργισμένος. Ἅμα ἐμβῆκεν εἰς τὴν βάρκαν, ἐξέχασε νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του, μόνον εἶπεν αὐτομάτως, χωρὶς νὰ σκεφθῇ:
― Καλὸ πνίξιμο, παιδιά!
Ὁ Καλούμπας ἐκάγχασεν· ὁ Νιόγαμπρος ἐσιώπησεν. Ἡ Νιόνυφη, ἡ σύζυγός του, ἥτις τοὺς ἐκοίταζεν ἀπὸ τὸ παράθυρον, ἤκουσε τὸν ἀπαίσιον ἀστεϊσμόν, τὸ λευκὸν μέτωπόν της συνωφρυώθη, καὶ στεναγμὸς ἐφούσκωσε τὸ εὔκολπον στῆθός της.
― Ἀστοχιὰ στὸ λόγο σου, ἐψιθύρισε.
Τῆς ἦλθε τότε ἡ παράξενος ἰδέα νὰ φωνάξῃ ὀπίσω τὸν σύζυγόν της, νὰ τὸν κρατήσῃ, νὰ μὴ τὸν ἀφήσῃ νὰ ὑπάγῃ. Ἀλλ᾽ ἡ τόλμη τῆς ἔλειπε καὶ θάρρος ἀρκετὸν δὲν εἶχεν ἀποκτήσει. Ἤξευρεν ὅτι ἐκεῖνος θὰ τὴν ἔσκωπτεν ἴσως καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐπείθετο.
Μόνον ὅταν ἀπεμακρύνθη ἡ βάρκα, τῆς ἦλθον εἰς τὴν μνήμην ἄλλαι τινὲς περιστάσεις καὶ οἱ φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ὁ γαμπρὸς αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖον πρὸ πέντε ἑβδομάδων εἶχε στεφανωθῆ, ἦτο «ταβατζίδικος»*, ἤτοι διαφιλονικούμενος, βλασφημημένος, εἶχεν ἄλλον ἀρραβῶνα, τὸν ὁποῖον διέλυσε πρὸ μικροῦ, εἰς τὴν γειτονεύουσαν νῆσον, ὁπόθεν κατήγετο. Τῆς ἔλεγαν ὅτι ἡ πρῴην πεθερά του ἤξευρε μάγια, ὅτι θὰ τὸν ἐμάγευε καὶ θὰ τοὺς ἔκαμνε κακόν. Ποῦ ἤξευρε κι αὐτὴ ἡ κακομοίρα; Αὐτὸν τῆς ἔδωκαν, αὐτὸν ἐπῆρε.
Ἀλλὰ καὶ τὰ χρυσοκέντητα ροῦχα, τὰ νυφιάτικα, τὰ ὁποῖα εἶχε φορέσει διὰ νὰ στεφανωθῇ, κι αὐτὰ ἐπίσης ἦσαν βλασφημημένα.
Οἱ γονεῖς της τῆς τὰ εἶχαν ἀγοράσει ἕτοιμα ἀπὸ μίαν μητέρα, τῆς ὁποίας ἡ κόρη εἶχε καταβῆ εἰς τὸν τάφον, πρὶν γίνῃ νύφη διὰ νὰ τὰ φορέσῃ. Ὤ, κακοσημαδιά.
Καὶ ἡ Νιόνυφη ἔκλαυσε.
Ἐν τοσούτῳ ἡ θαλασσία ἠχὼ ἤκουσε τὸν ἀπαίσιον ἀστεϊσμὸν τοῦ γέροντος ναύτου, καὶ ἀπὸ κῦμα εἰς κῦμα τὸν μετεβίβασεν ὄχι εἰς τὴν ἀντιπέραν ἀκρογιαλιάν, ἐκεῖ ὅπου ἁπλώνονται φιλοπαίγμονα τὰ ἥμερα γαλανὰ κύματα, ἀλλ᾽ εἰς τὸ κέντρον τοῦ πόντου, ὅπου ὁ βυθὸς ὁ ἀμέτρητος, ἡ ἄβυσσος ἡ τρομακτική· ἀλλ᾽ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ πελάγους, παρὰ τὰς ἀκτὰς τὰς ἀπορρῶγας καὶ τιτανείους, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ ἔλεος, ἀλλὰ μανία καὶ φρίκη.
Ἄλλος θεατὴς τῆς ἀπομακρυνομένης λέμβου, ἐκτὸς τῆς Νιόνυφης, δὲν ἦτον, εἰμὴ ἡ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι. Εὐθὺς μετ᾽ ὀλίγον, ὁ Πάπος, φαγκρίζων καὶ γελῶν, ὡς προσωπὶς ἀποκριάτικη, κάτισχνος, μελαψός, καὶ ἡλιοψημένος, ἦλθε πλησίον ἐκεῖ, ἅμα ἡ λέμβος ἐμακρύνθη ὡς πενῆντα ὀργυιές, κι ἐκοίταζε τοὺς ναυβάτας, καθ᾽ ἣν στιγμὴν ἄφηναν τὰ κουπιά, καὶ ἡτοιμάζοντο νὰ κάμουν πανιὰ πρὸς τὸ πέλαγος.
― Καλὸ κατευόδιο, πατέρα μου, εἶπε.
― Γιατί, παλιόπαιδο, δὲν πῆγες μαζί; τὸν ἠρώτησεν ἡ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι.
― Γιὰ νὰ ρωτᾷς ἐσύ, ἀπήντησε θρασὺς ὁ Πάπος.
― Καὶ ποῦ θὰ ἐρμοκατιάσῃς* τὸ βράδυ νὰ ψοφολοήσῃς; Ὁ πατέρας θὰ πῆρε μαζὶ τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ σας.
―Ἔρχομαι στὸ σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, ποὺ ἔχει τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴ μισὴ σκεπή, ἀπήντησε πανούργως ὁ μάγκας.
― Ἂν θέλῃς, ἔλα, εἶπεν ἡ πτωχὴ γραῖα.
Ἡ Σειραϊνὼ ἐκουβαλοῦσε στάμνες στὰ σπίτια ἀπὸ τὰ πηγάδια καὶ τὰς βρύσεις τοῦ χωριοῦ. Ἐρρόφα ταμβάκον, ἦτο συμπαθεστάτη πρὸς τοὺς πάσχοντας, κ᾽ ἐπαρηγόρει τὸν γερο-Γατζῖνον καὶ τὸν γερο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αὐτοὺς πῶς νὰ ὑποφέρωσι τὰ γηρατεῖα, οἵτινες εἶχον κοινωνικὴν ὑπόστασιν, καὶ εἶχον υἱοὺς καὶ θυγατέρας. Κι αὐτὴ ἦτον ἔρημη καὶ μοναχὴ εἰς τὸν κόσμον.
Εἶχε χαρίσει τὸ σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εἰς μίαν γειτονοπούλαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐσυμπάθησε, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατί. Μὲ τὴν δωρεὰν ταύτην ὡς προῖκα ὑπανδρεύθη ἡ πτωχὴ γειτονοπούλα. Ἡ Σειραϊνὼ εἶχε ξεχειμωνιάσει δύο χρονιὲς εἰς τὸ μισοχαλασμένον σπίτι τῆς Σκυριανίνας, τῆς μακαρίτισσας. Τὸ σπίτι εἶχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ἕνα ξυλότοιχον καὶ μισὴν στέγην, ἀνοικτόν, χωρὶς χώρισμα. Ὁ τέταρτος τοῖχος εἶχε καταρρεύσει πρὸ πολλοῦ.
Καθ᾽ ὅλας τὰς πιθανότητας, ἔμελλε κ᾽ ἐφέτος νὰ ξεχειμωνιάσῃ εἰς τὸ ἴδιον οἴκημα. Ἐὰν ἡ κόρη, τὴν ὁποίαν εἶχε προικίσει, δὲν εὕρισκε τύχην τόσον γρήγορα νὰ ὑπανδρευθῇ, θὰ εἶχεν ἡ Σειραϊνὼ καταφύγιον μένουσα ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην μ᾽ ἐκείνην. Ἀλλ᾽ ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὸ καλὸν σωστὸν καὶ τὴν ἀπήλλαξε τῆς παρουσίας της.
Εἰς τὸ σπίτι μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους ἐπῆγε πράγματι νὰ κοιμηθῇ τὴν νύκτα ὁ Πάπος. Τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἄφηνεν ὁ τέταρτος τοῖχος ἐφράττετο ἐν μέρει μὲ ἓν παλαιὸν καραβόπανον, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε χαρίσει ἄλλος πάλιν γείτων.
― Κ᾽ ἐβάσταξε ἡ ψυχή σου, μωρέ, νὰ μὴν πᾷς μὲ τὸν πατέρα σου ποὺ σὲ ἤθελε; εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἅμα οὗτος κατεκλίθη τυλιχθεὶς εἰς παλαιὰν τριμμένην βελέντζαν.
Εἰς ἀπάντησιν ὁ Πάπος ἤρχισε νὰ ροχαλίζῃ.
Τὸ φεγγάρι εἶχε «πιασθῆ χειμωνιάτικο», καὶ ὅλοι ἔλεγαν, «δίπλα φεγγάρι, ὁλόρθος καραβοκύρης». Τὴν πρώτην ἡμέραν ἦτο εὐδία, καὶ τὴν δευτέραν ὣς τὸ δειλινόν. Πρὸς τὸ βράδυ ὁ καιρὸς ἐχάλασεν. Ἀπειλητικὰ σύννεφα εἶχον σωρευθῆ πρὸς βορρᾶν καὶ πρὸς ἀνατολάς, τὴν νύκτα ὁ καιρὸς ἐχειροτέρευσε πολύ, καὶ πρὸς τὸ πρωὶ ἀγρίεψε. Βροχή, ἄνεμος, τρικυμία.
Καιρὸς δι᾽ ὀψάρευμα δὲν ἦτο πλέον. Ἡ βάρκα δὲν ἐφάνη νὰ γυρίσῃ. Οἱ ναυτικοὶ ἔλεγον, ὅτι ὁ ἄνεμος δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ πλησιάσουν οἱ τρεῖς ἁλιεῖς εἰς τὴν ἀπέναντι στερεάν, ἀλλ᾽ ἢ θὰ εὑρίσκοντο τρυπωμένοι εἴς τινα μικρὰν ἀγκάλην τῆς ἀκτῆς τῆς νήσου, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐρριψοκινδύνευσαν νὰ ἐπαναπλεύσουν εἰς τὸν λιμένα. Πιθανὸν νὰ ἦσαν εἰς τὸ πέλαγος. Βεβαίως ἡ βάρκα θὰ ἔπλεε ξυλάρμενη*· ἐντὸς ὀλίγου ἔπρεπε νὰ ἔλθουν. «Ὅπου εἶναι, θὰ φανοῦν».
Τὴν δευτέραν νύκτα ὁ Πάπος «ἐκάτιασε»* πάλιν ἢ «ἐκούρνιασε», καθὼς αἱ ὄρνιθες καὶ τὰ περιστέρια, εἰς τὸ σπίτι μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴν μισὴν στέγην. Καθὼς εἶχεν ἀρχίσει νὰ βρέχῃ χιονόνερον, καὶ νὰ βοΐζῃ ὁ ἄνεμος σείων τὸ καραβόπανον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο πασχίζον νὰ φράξῃ τὸ φοβερὸν χάσμα τοῦ τοίχου καὶ τῆς ὀροφῆς, ὅπως τὰ ράκη καλύπτουσι τὴν γύμνωσιν τῆς πτωχείας, κ᾽ ἐγίνετο βοή, κ᾽ ἐκρότουν ἀπὸ τὸ ψῦχος τὰ ὀλίγα δόντια ποὺ ἔμενον εἰς τὸ στόμα τῆς Σειραϊνῶς, ὁ Πάπος ἔτριζε τὰ δόντια τὰ ἰδικά του, παρόμοια μὲ μουτσούνας Ἀράπη, τὴν ἀποκριά, κ᾽ ἔτριβε τὰς χεῖρας καὶ ἐφώναζε:
― Κοίτα, θεια-Σειραϊνώ, θεια-Σειραϊνώ… Δὲν σοῦ φαίνεται σὰν ν᾽ ἀρμενίζουμε στὸ πέλαγο τώρα, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, μὲ τὴ βάρκα τοῦ Καλούμπα; Ὅλο τὸ ἴδιο δὲν εἶναι; Ἀκοῦς, θεια-Σειραϊνώ, πῶς πέφτει ἡ βροχή, πῶς βοΐζει ὁ ἀέρας, βρρρρ!… κρρρρ!… μπρρρ!… θεια-Σειραϊνώ.
Τὴν τρίτην νύκτα, ἤτοι μετὰ νυχθήμερον καὶ ἑξάωρον ἀπὸ τῆς δείλης τῆς Δευτέρας, ὁ Πάπος δὲν ἐφάνη πλέον ἐκεῖ. Ἡ θεια-Σειραϊνὼ τὸν ἐπερίμενεν ἀργά, ἕως τὰ μεσάνυκτα, κ᾽ ἠρώτα ὅλας τὰς γυναῖκας τῆς γειτονιᾶς ἐὰν τὸν εἶδαν. Ἀλλὰ μάτην. Ὁ Πάπος δὲν ἦλθε.
Ἐπὶ τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἐπὶ τῆς προβλῆτος ἄκρας, ἐξ ἧς σχηματίζεται ὁ λιμὴν ἓν μίλιον ἀντικρὺ τῆς πολίχνης, ἐνύκτωνεν ἤδη καὶ κάτι ζωντανὸν ἐσάλευεν ἐκεῖ, πλησίον εἰς μίαν σπηλιάν, κάτω ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸν ἀπόκρημνον βράχον. Εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Μὲ τὴν ἀμφιλύκην τῆς νυκτός, ὑπὸ τὸν συννεφιασμένον οὐρανὸν τῆς τρικυμίας, δὲν ἐφαίνετο πλέον ἂν ἦτο ἀγρίμιον ἢ παιδίον τὸ ζωντανόν, τὸ ὁποῖον ἐκινεῖτο ἐκεῖ εἰς τὸ σκότος.
Ὁ Πάπος εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐντρέπεται, διότι δὲν εἶχεν ὑπάγει μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του. Ὅλοι οἱ θαλασσινοὶ ἔλεγον, τοὺς ἤκουεν αὐτὸς νὰ λέγουν, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ τις καλὸς ναυτικός, πρέπει νὰ περάσῃ ἀπὸ φουρτούναν, ἀπὸ πολλὲς μάλιστα φουρτοῦνες. Κ᾽ ἔπειτα νὰ «κατιάζῃ» τις, ἀπαράλλακτα ὅπως οἱ κόττες, στὸ σπιτάκι τῆς θεια-Σειραϊνῶς μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴν μισὴν στέγην καὶ μὲ τὸ καραβόπανον, δοκιμάζει ὅλα τὰ δυσάρεστα τῆς τρικυμίας ― χωρὶς νὰ μπορῇ ποτὲ νὰ γίνῃ καλὸς ναυτικός.
Ὡς εἶδεν ὁ Πάπος ὅτι παρῆλθον σαρανταοκτὼ ὧραι, καὶ ἡ βάρκα δὲν ἐφάνη πουθενά, καὶ οἱ θαλασσινοὶ ἔλεγαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι εἰς τὴν ἀντιπέραν ἀκτήν, ἀλλὰ κάπου περὶ τὴν νῆσον θὰ εὑρίσκεται, καὶ πιθανὸν νὰ φανῇ ὁσονούπω ― τὸ κακοκέφαλον παιδίον ἀνησύχησεν, ὅσον μποροῦσε ν᾽ ἀνησυχήσῃ, κ᾽ ἔφερεν ὅλον τὸν γῦρον τοῦ λιμένος, κ᾽ ἔφθασεν ἀντικρὺ πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐκπλεύσει ἡ βάρκα. Ἐκεῖ ἔμενε, κ᾽ ἐκοίταζε τὸ πέλαγος, τὸ χορεῦον ἀπὸ ἀγρίαν τρικυμίαν, κι ἀγνάντευε, ζητοῦν νὰ ξανοίξῃ πουθενὰ τὴν βάρκαν. Κ᾽ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του μέσα βαθιά, κ᾽ ἐδάκνετο ἡ καρδιά του, διότι εἶχε κάμει παρακοὴν καὶ δὲν ἐπῆγε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του.
Ἡ χιονώδης βροχὴ εἶχε διακοπῆ, καὶ πάλιν ἐπανελήφθη, καὶ πάλιν ἔπαυσε. Καὶ ὁ ἄνεμος, βορειανατολικός, Γραῖος, ἐφύσα δυνατά, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν ὁποὺ μποροῦσεν ὁ Γραῖος νὰ ἔχῃ, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Πάπος ᾐσθάνετο ὅτι δὲν μποροῦσεν αὐτὸς νὰ ἔχῃ ποτέ, μόλις δὲ τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἐπίστευεν ὅτι μποροῦσε νὰ ἔχῃ.
― Κάμε, Θέ μου, ἔλεγεν ὁ Πάπος, νά ᾽ρθῃ ὁ πατέρας μου, καὶ νὰ μὴ μὲ καταριέται ποὺ δὲν ἐπῆγα μαζί του. Ἅι μ᾽ Νικόλα μ᾽, ποὺ σ᾽ ἔχω γείτονα, οὔτε σοῦ ἔφερα ποτὲ κερὶ καὶ λιβάνι… ἄχ! καμμιὰ φορὰ ἔκλεψα κανένα σπίρτο ἢ κανέν᾽ ἀπόκερο ἀπὸ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησιδάκι σου, μπροστὰ στὸ κόνισμά σου, ὁποὺ σὺ ἔκανες πὼς δὲ μὲ γλέπεις… γιὰ νὰ κυνηγῶ τὶς νυχτερίδες καὶ τὰ κουκουβαϊόπουλα τὴ νύχτα… μὴ μὲ ξεσυνερίζεσαι, καὶ φέρε γλήγορα τὸν πατέρα μου πίσω… καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμᾷ ποὺ δὲν πῆγα μαζί του… κ᾽ ἐγὼ νὰ σοῦ φέρω ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα, ὅσα σπίρτα καὶ κεριὰ σοῦ ἔκλεψα.
Μὲ τὴν ἀμφιλύκην τῆς ἑσπέρας εἶχεν ἰδεῖ ὁ Πάπος, πέραν ἐκεῖ, ἀνοικτά, εἰς τὸ πέλαγος, ἕνα πρᾶγμα ὡσὰν φελλόν, ὡσὰν κέλυφος καρυδίου, νὰ παραδέρνῃ καὶ νὰ κατέρχεται εἰς τὸν ἀφρὸν τῶν κυμάτων. Λευκὸν ἱστίον ὄχι, ἀλλὰ μαῦρον πρᾶγμα ὡς μίαν κηλῖδα. Ὕστερον ἐπυκνώθη ἡ ἀμφιλύκη καὶ ἔγινε νύξ. Καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ὥρα ἀρκετή, πόση δὲν ἤξευρεν, ἀλλὰ «μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα», τοῦ ἐφάνη ν᾽ ἀκούσῃ βρόντον, εἶτα συγκεχυμένας κραυγάς, εἶτα πάλιν συριγμοὺς ὀξεῖς καὶ φοβερὸν ροῖβδον, εἶτα τὸν ρόχθον τοῦ κύματος, ὅστις τὰ συνεκάλυπτεν ὅλα καὶ τὸν ὀξὺν γογγυσμὸν τοῦ ἀνέμου, ὅστις τὰ ἔπνιγεν ὅλα.
Ὁ Πάπος ἤλπισεν, ἐπίστευσεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ μελανὸν σημεῖον ἦτο, χωρὶς ἄλλο, ἡ βάρκα, ἡ φέρουσα τὸν πατέρα του. Καὶ ἤκουσε τὸν ρόχθον ἐκεῖνον καὶ τὴν κραυγήν, τὰ ὁποῖα ἠπείλει νὰ συγχέῃ ὁ ἄνεμος, καὶ δυνατὸν νὰ μὴν ἦσαν ἄλλο τι εἰμὴ ἰδιότροποι ἦχοι τῆς τρικυμίας· καὶ ὅμως ὁ μικρὸς θαλασσινὸς μάγκας ἦτο βέβαιος, ὅτι οἱ θόρυβοι ἐκεῖνοι ἦσαν χωριστοί, ὅτι ὁ κρότος ἦτο προσαράξαντος σώματος καὶ ἡ κραυγή, κραυγὴ ἀγωνίας.
Εἰς τὴν κραυγὴν ταύτην ἀπήντησεν ὁ Πάπος διὰ σπαρακτικοῦ ὀλολυγμοῦ. Ἤρχισε νὰ κλαίῃ μετὰ λυγμῶν. Ὁ πατήρ του βεβαίως ἐπνίγετο. Καὶ αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν βοηθήσῃ. Ὤ, νὰ εἶχε τόσην δύναμιν, τόσην, ὅσην ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα!
Ἀστραπὴ διέσχισε τὸ σκότος. Ὣς ἑκατὸν ὀργυιὰς ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, εἶδεν ὁ Πάπος ἐν ἀκαρεῖ μαῦρά τινα σώματα προεξέχοντα ἄνω 〈τοῦ〉 κύματος.
― Τ᾽ Ἀραπάκια! ἐπρόφερεν ἐν μέσῳ τῶν λυγμῶν του ὁ νέος. Ἀπάνω στ᾽ Ἀραπάκια ἔπεσαν. Ὤ, κι ἐγὼ ποὺ δὲν ἐπῆγα μαζί τους.
Ἡ πρώτη ἰδέα του ἦτο ὅτι, ἂν εἶχε πάγει μαζί, θὰ τοὺς ἐγλύτωνε. Ἡ δευτέρα ὁρμή του ἦτο νὰ γδυθῇ νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ χωρὶς νὰ γδυθῇ νὰ κολυμβήσῃ νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν τοῦ πατρός του. Ἀλλὰ πῶς; Ποῦ νὰ πάγῃ; Πῶς νὰ φθάσῃ ἐκεῖ; Μήπως ἦτο πλησίον; ᾘσθάνθη, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἀσφαλῶς λεία τοῦ κύματος ἢ σύντριμμα τῶν βράχων.
Ἡ τρίτη σκέψις του ὑπῆρξε νὰ φωνάξῃ πρὸς τὴν πολίχνην, εἰς τοὺς κατοίκους, εἰς τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας, νὰ τρέξουν μὲ βάρκες νὰ σώσουν τοὺς πνιγομένους. Ἀλλ᾽ ἔπρεπε νὰ τρέξῃ χίλια βήματα τὸν ἀνήφορον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀκτῆς, ὁπόθεν ἀντίκρυζεν ἡ πολίχνη. Καὶ αἱ φωναί του, ὅσον ὀξεῖαι, ὅσον διαπεραστικαὶ καὶ ἂν ἦσαν, δὲν θὰ ἠκούοντο πέραν· θὰ ἐπνίγοντο καὶ θὰ ἐβωβαίνοντο ἐν μέσῳ τοῦ φοβεροῦ βόμβου τῆς τρικυμίας.
Τ᾽ Ἀραπάκια ἦσαν ὕφαλοι, ἢ μᾶλλον σκόπελοι, ὀλίγον ἀνέχοντες ἄνω τοῦ κύματος μαύρας ὀξείας κορυφάς. Ὁ Πάπος ἐνθυμήθη ἀκουσίως τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἓν αὐστριακὸν θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ 1886, ἐφάνη ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ πέσῃ ἐπάνω στ᾽ Ἀραπάκια, ἀλλὰ δὲν ἔπεσε. Τότε αὐτὸς ἦτο ἑπτὰ ἐτῶν, καὶ τὸ ἐνθυμεῖτο καλά.
―Ἦταν μαζωμένοι (ἔλεγεν ἀκουσίως μέσα του) πέρα στὸ Μεγάλο Λιμάνι, ὁ μπαρμπα-Λουκᾶς ὁ Κοτίμπας, ὁ Διολέττας, καὶ τόσοι ἄλλοι θαλασσινοί, κ᾽ ἐκοίταζαν τ᾽ Αὐστριακό, κοτζὰμ βουνό, ποὺ γύριζε κατὰ τὰ νησιά, καὶ λιγάκι ἤθελε ἀκόμη νὰ πέσῃ στὰ ρηχά, κοντὰ στ᾽ Ἀραπάκια, κ᾽ ἐπαρακαλοῦσαν κ᾽ ἔλεγαν: «Παναϊά μ᾽, νὰ πέσ᾽ ἀπάν᾽ στ᾽ Ἀραπάκια, Παναϊά μ᾽, νὰ πέσ᾽ ἀπάν᾽». Καὶ μὲ μιὰ βόλτα, ἔστριψε πάλι, κ᾽ ἔφτασε κατὰ τὰ Μυρμήγκια, κ᾽ ὁ μπαρμπα-Λουκᾶς εἶπε: «Γλύτωσε ἀπ᾽ τ᾽ Ἀραπάκια, ἀπ᾽ τὰ Μυρμηγκάκια νὰ μὴ γλυτώσ᾽». Μὰ κι ἀπὸ κεῖ γλύτωσε.
Καὶ τ᾽ Ἀραπάκια, τὰ ὁποῖα ἐφείσθησαν τῶν Αὐστριακῶν, συνέτριβον σήμερον τὴν βάρκαν τοῦ πατρός του, καὶ τὸν ἔπνιγον, αὐτὸν καὶ δύο ἄλλους δικούς μας! Ὤ, κάμετε ἔλεος, καλὰ Ἀραπάκια, γλυτῶστέ τους καὶ μὴν τοὺς ἀφήνετε νὰ πνιγοῦν! Ἔλεος, Ἀραπάκια, ἔλεος!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Λίαν πρωί, τὰ ἐξημερώματα τῆς Πέμπτης, δύο μεγάλαι καὶ δυναταὶ λέμβοι ἐπῆγαν κ᾽ ἔψαξαν τριγύρω εἰς τ᾽ Ἀραπάκια, μεταξὺ τῆς Ἀσπρονήσου καὶ τῆς Ἄρκου, καὶ κατὰ μῆκος τῆς Πούντας ἀκτῆς, καὶ πλησίον εἰς τὰ «Μυρμήγκια», τοὺς ἄλλους σκοπέλους, πρὸς τὸν λιμένα. Ἀλλὰ δὲν εὗρον σῶμα, οὔτε ἀνθρώπου οὔτε λέμβου.
Δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὕστερον, ὅταν ἔγινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη εὗρε κωπίον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα, πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀντίθετον τοῦ πελάγους. Καὶ ἄλλος πάλιν ἁλιεὺς εὗρεν ἁλιευτικὰ σύνεργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐξοκείλει εἰς τὴν ἄμμον.
Καὶ ἂν ἦτο πραγματικὴ ἡ ὄψις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἰδεῖ ὁ Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα ἐπάνω εἰς τὰς ὑφάλους Ἀραπάκια, καὶ ἂν πράγματι εἶχεν ἀκούσει ἀγωνίας κραυγὰς καὶ ἂν ἡ φαντασία τὸν εἶχεν ἀπατήσει, οἱ ἄνθρωποι ἐθεωροῦντο χαμένοι πλέον. Μετὰ τόσας ἡμέρας δὲν ἀνεφάνησαν. Εἴτε εἰς τ᾽ Ἀραπάκια εἴτε ἀλλοῦ ἐνομίζοντο πνιγμένοι.
Τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἐκδρομῆς των, τὰ πτώματα τῶν δύο πνιγμένων ἡλιεύθησαν πλησίον ἐρήμου ἀκτῆς. Τὸ τρίτον δὲν εὑρέθη. Ὤ, τίς θὰ διηγηθῇ τὰ συναξάρια τῶν θαλασσομαρτύρων τούτων, τῶν βιοπαλαιστῶν, τῶν ἀξίων παντὸς οἴκτου καὶ συμπαθείας; Κατὰ πᾶν ἔτος ἡ θάλασσα μᾶς ζητεῖ τὸ θῦμά της. Φρίκη καὶ πένθος διαχύνεται ἀνὰ τὴν μικράν μας νῆσον.
Ὅταν μετὰ τὴν συμφορὰν ἐπανεῖδε τὸν Πάπον, ὅστις ἐφαίνετο τόσον σύννους καὶ σοβαρὸς ὥστε ἐφάνη ὅτι διὰ τῆς συμφορᾶς εἶχε γίνει διὰ μιᾶς ἀνήρ, ἡ πτωχὴ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι, κλαίουσα ὅσα δάκρυα τῆς εἶχαν μείνει ἀπὸ τὰ ἰδικά της παθήματα, ἡ πρώτη λέξις τὴν ὁποίαν εὗρε νὰ τοῦ εἴπῃ ἦτον:
― Καλὰ ποὺ δὲν ἐπῆγες μαζί, παιδάκι μου.
(1899)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna - από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

  Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna από τον Κωνσταντ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....