Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.6.26

Η Διοτίμα [ένας πλατωνικός μύθος] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Διοτίμα [ένας πλατωνικός μύθος]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Simmler: Deotyma

    Ο μύθος της Διοτίμας είναι ένας από τους δύο λεγόμενους ερωτικούς μύθους του Πλάτωνα. Η Διοτίμα φέρεται, κατά μία εκδοχή, ως ιστορικό πρόσωπο που έζησε στο β' μισό του 5ου αι. π.Χ. και συγκαταλέγεται, μαζί με τους Πυθαγόρα, Σωκράτη, Ιπποκράτη και Πλάτωνα, στους μεγάλους κλασσικούς δασκάλους του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Φέρεται σαν ιέρεια στην Μαντινεία και Πυθαγόρεια φιλόσοφος. Η κύρια αναφορά, κι αυτή φιλοσοφική, της Διοτίμας βρίσκεται στο λόγο του Σωκράτη στο “Συμπόσιο” ή "περί Έρωτος" του Πλάτωνα, όπου εμφανίζεται σαν μια σημαντική προσωπικότητα. Στο ίδιο έργο ο Σωκράτης αναφέρεται σ' αυτήν ως ... δασκάλα του, λέγοντας ότι ήταν ιέρεια στην Μαντίνεια και ότι τελούσε τον καθαρμό των Αθηναίων μετά το λοιμό του 429 π. Χ. Ο Σωκράτης δηλώνει ότι οφείλει σ' αυτήν ακριβώς τις απόψεις του για τον έρωτα, ως πόθο και κίνητρο για το ωραίο και αληθινό. Σε ένα μεγάλο μέρος ο λόγος του είναι η αφήγηση του διαλόγου περί Έρωτος που είχε με αυτήν. Ουσιαστικά πρόκειται για το λόγο και τη διδασκαλία της ίδιας της Διοτίμας. Το διάλογο αυτό ο Σωκράτης τον μεταφέρει στους φίλους του, διδάσκοντας ό,τι ο ίδιος είχε προηγουμένως μάθει για τον Έρωτα από αυτήν. Πιθανότατα, όμως, η Διοτίμα ήταν μυθικό πρόσωπο, που το όνομά της είναι σήμερα δηλωτικό φιλοσοφικών, επιστημονικών και κοινωνικών αναζητήσεων σε παγκόσμια κλίμακα [τις δεκαετίες 1970-90 ήταν το όνομα ελληνικού φιλοσοφικού περιοδικού, ενώ σήμερα περιοδικό που εκδίδεται στην Τρίπολη της Αρκαδίας και αναφέρεται σε ιστορικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά, καλλιτεχνικά και εκπαιδευτικά ζητήματα]. 

   ΤΟ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Στην αρχή ομιλεί η Διοτίμα λέγοντας στο Σωκράτη που την επισκέφθηκε στη Μαντίνεια ότι ο Έρως είναι παιδί του Πόρου και της Πενίας. Έπειτα του λέει κατά λέξη: “Την ώρα λοιπόν που γεννήθηκε η Αφροδίτη, είχαν τραπέζι οι Θεοί και οι άλλοι και ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος [πλούτος]. Όταν πια αποδείπνησαν, καθώς δα ἠταν συμπόσιο, ήλθε για να επαιτήσει η Πενία και έστεκε στις θύρες. Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ, γιατί κρασί δεν ύπαρχε ακόμη, μπήκε στον κήπο του Διός, βαρύς-βαρύς και αποκοιμήθηκε. Η Πενία λοιπόν έχοντας στο νου της, εξαιτίας που ήταν άπορη, να κάμει παιδί με τον Πόρο, ξαπλώνεται κοντά του και συνέλαβε τον Έρωτα. Για τούτο έγινε και της Αφροδίτης συνοδός και δούλος, γιατί γεννήθηκε στα γενέθλια εκείνης και ακόμα γιατί από φυσικού του είναι εραστής της ομορφιάς [ο Έρως] και η Αφροδίτη είναι όμορφη. Επειδή λοιπόν είναι του Πόρου και της Πενίας γιος ο Έρως, βρίσκεται σ΄ αυτήν εδώ την κατάσταση. Και πρώτα-πρώτα είναι πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και τρυφερός, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά σκληρός και ακατάστατος και ανυπόδητος και άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στις θύρες και στους δρόμους, έχοντας της μητέρας του τη φύση, πάντα με τη φτώχεια σύντροφος. Και, κατά τον πατέρα του, είναι επίβουλος στους όμορφους και στους καλούς, όντας ανδρείος και φιλοκίνδυνος και σφριγηλός, δεινός κυνηγός, πάντα πλέκοντας κάποια σχέδια κι επιθυμητής της φρόνησης και είναι άξιος και να εύρει φιλοσοφώντας σ΄ όλη του τη ζωή, δυνατός γοητευτής και φαρμακευτής και σοφιστής. Και ούτε σαν αθάνατος είναι από τη φύση του ούτε σαν θνητός, αλλά μέσα στην ίδια ημέρα πότε ανθίζει και ζει, όταν εύρη αφθονία, πότε πάλιν πεθαίνει και πάλιν ξαναγεννιέται, γιατί το έχει από τη φύση τού πατέρα του. Και ό,τι κερδίζει πάντα το χάνει έτσι που μήτε άπορος είναι ποτέ ο Έρως, μήτε πλούσιος. Και πάλιν είναι ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια”!

 

  Ο ΜΥΘΟΣ ΟΜΟΤΡΟΠΟΣ, ΜΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΡΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ: Ο φιλοσοφικός λόγος του Σωκράτη, έπειτα από τη μακρινή του “πορεία” είναι σαν να έχει ανάγκη από το μύθο για να δώσει μια είτε συγκεκριμένη παραβολική μορφή σε κάτι, που μάταια προσπαθούσε να το εικονίσει μέχρι εκείνη την ώρα ζωντανά. Έτσι, λοιπόν, ο Μύθος παίρνει πάνω του αυτό το έργο, μιας και είναι ακατόρθωτο από το λόγο που δεν μπορεί να αποπερατώσει με το δικό του τρόπο το διάλογο, αφού ο λόγος δεν έχει ποτέ τέλος, σε αντίθεση με το μύθο, όπως και το παραμύθι στις μέρες μας, που έχει τέλος [και με την έννοια του σκοπού] και συχνά δίδαγμα!. Ο Ιω. Θεοδωρακόπουλος γράφει σχετικά: “Η ακολουθία του λόγου προχωρεί από το ένα αίτιο στο άλλο, από τη μια υπόθεση στην άλλη ως που φθάνει στην πρώτη αρχή, στο ανυπόθετο. Το ανυπόθετο όμως τούτο η λογική ερμηνεία δεν μπορεί ποτέ να το φανερώσει, γιατἰ στην ουσία του είναι άφατο1”. Πάντα τον πλατωνικό μύθο τον συναντάμε ή στη μέση ή στο τέλος του διαλόγου, ποτέ όμως εκεί που η διαλεκτική δεν έχει ακόμα αρχίσει. Ο φιλοσοφικός μύθος έρχεται ουσιαστικά, όπως εδώ ο μύθος της Διοτίμας, να ερμηνεύσει το ανερμήνευτο, να εικονίσει το ανείκαστο και να δώσει χρονική ταυτότητα στο άχρονο, να ιστορήσει το ανιστόρητο και να δώσει χρονική ταυτότητα στο άχρονο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Soren Kiergegaard, Η έννοια της ειρωνίας ως διδακτορική διατριβή, Κοπεγχάγη 1841, ελληνική έκδοση Γεράσιμου Αναγνωστίδη. Πλάτων «Μύθοι», Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ηλίας Σπυρόπουλος, Εκδ. Ζήτρος, 2003.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα σσ. 247-288.

21.6.26

Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Πλούτων και Περσεφόνη

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
: Ο Άδης σήμαινε τόσο τον κάτω κόσμο όπου μεταβαίνουν οι ψυχές μετά θάνατο όσο και την ίδια ιδεατή ανθρωπόμορφη δύναμη που κυβερνούσε αυτόν τον χώρο. Η λέξη αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον θεό. Η γενική πτώση της λέξης (Ἅιδου), ήταν συντόμευση της φράσης “σπίτι του Άδη”, αλλά τελικά και η ονομαστική της λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία των νεκρών. Ο αντίστοιχος ετρουσκικός θεός ήταν ο “Άιτα”. Ο όρος “Άδης” χρησιμοποιείται καμιά φορά από Χριστιανούς ως ευφημισμός για την Κόλαση.

Ο ΘΕΟΣ ΠΛΟΥΤΩΝ: Ο Πλούτωνας, θεός του κάτω κόσμου, ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Αδέλφια του ήταν η Εστία, η Δήμητρα. Η Ήρα, ο Δίας και ο Ποσειδών. Μετά τη γέννησή του τον "κατάπιε" ο πατέρας του Κρόνος όπως και τ΄ αδέλφια του σε μια προφανώς αλληγορική απόδοση της υπεροχής της ακολουθούμενης τότε "Κρόνιας θρησκείας", που τα πάντα σκίαζε ο χρόνος-Κρόνος, που τρώει τα παιδιά του [ως χρόνος “τρώει” τις μέρες, ώρες, κ.τ.λ.]. Μετά την απελευθέρωσή τους οι έξι θεοί-αδέλφια, μαζί με τους συμμάχους τους, διεκδίκησαν από τους γονείς τους την εξουσία προκαλώντας τη γνωστή μας Τιτανομαχία. Οι τρεις αδελφοί πήραν από τους Κύκλωπες όπλα για τη μάχη αυτή: Ο Δίας τον κεραυνό, ο Ποσειδών την τρίαινα κι ο Πλούτων ένα κράνος [την κυνέη] που έκανε αόρατο όποιον το φορούσε. Ο πόλεμος διήρκεσε 10 χρόνια και έληξε με τη νίκη των νεώτερων θεών. Μετά τη νίκη ο Πλούτωνας και οι δύο νεώτεροι αδελφοί του, Ποσειδώνας και Δίας, έριξαν κλήρο για να καθορίσουν τα βασίλεια που θα κυβερνούσαν. Ο Δίας ανέλαβε τον ουρανό και έγινε κυρίαρχος των πάντων, ο Ποσειδώνας τις θάλασσες και κάθε υγρό στοιχείο, ενώ ο Πλούτωνας τον κάτω κόσμο, το αόρατο βασίλειο στο οποίο πηγαίνουν οι νεκροί. Ο Πλούτωνας έλαβε ως σύζυγό του, την Περσεφόνη, απαγάγοντάς την και, με τέχνασμα, την έκανε δική του. Αυτή η ιστορία συνέδεσε τα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια με τους θεούς του Ολύμπου, σε μια πρώιμη αλληγορική σύνδεση ζωής και θανάτου.

''Χάρτης'' του Κάτω Κόσμου!

  ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ
: Ο Πλούτωνας κυβερνούσε τους νεκρούς, βοηθούμενος από δαιμονικές υπάρξεις επί των οποίων είχε απόλυτη εξουσία. Απαγόρευε στους υποτελείς του να φύγουν από την περιοχή του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και οργιζόταν αν κάποιος προσπαθούσε να διαφύγει επανερχόμενος στη ζωή καθώς κι αν κάποιος προσπαθούσε να του αφαιρέσει ότι του ανήκε. Εκτός από τον Ηρακλή σε δύο περιπτώσεις [για να αρπάξει τη νεκρή Άλκηστη και τον Κέρβερο], οι μόνοι άλλοι ζωντανοί που τόλμησαν να εισέλθουν στον Κάτω Κόσμο και να επιστρέψουν, ήταν: ο Ορφέας, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Αινείας και για μια μόνο μέρα ο Πρωτεσίλαος. Ο Οδυσσέας, κατά την κάθοδό του στο βασίλειο του Άδη βρήκε τον Αχιλλέα ο οποίος του είπε: “Μη μου μιλάς καταπραϋντικά για τον θάνατο, ένδοξε Οδυσσέα. Θα προτιμούσα να υπηρετώ ως μισθοφόρος κάποιου άλλου, παρά να είμαι ο αφέντης των νεκρών που χάθηκαν”!

Η αρπαγή της Περσεφόνης

Ο ΑΔΗΣ ΩΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
: Ο Άδης ως τόπος είχε αρκετές διαβαθμίσεις από τον έσχατο Τάρταρο μέχρι τα σχεδόν παραδείσια Ηλύσια Πεδία. Οι νεκροί εισέρχονταν στον Κάτω Κόσμο διασχίζοντας τον Αχέροντα ποταμό με τη βάρκα του Χάροντα, ο οποίος χρέωνε έναν οβολό για το πέρασμα, τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του νεκρού από τους συγγενείς του. Οι άποροι και όσοι δεν είχαν φίλους παρέμεναν για πάντα στην όχθη του ποταμού. Η αντίπερα όχθη φυλασσόταν από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο σκύλο που νικήθηκε μόνον από τον Ηρακλή. Πέρα από τον Κέρβερο, οι σκιές των αποθανόντων εισέρχονταν στον Τάρταρο, τη γη των νεκρών. Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων [της θλίψης], ο Κωκυτός [του θρήνου], ο [Πυρι-]Φλεγέθων [ποταμός με πύρινες φλόγες], η Λήθη [της λησμονιάς] και η Στυξ [του μίσους]. Η πρώτη περιοχή του Πλούτωνα περιλαμβάνει τους λειμώνες με τους ασφόδελους, που περιγράφονται στην Οδύσσεια αλλά και από τον Πλάτωνα στους σχετικούς με τον Άδη μύθους του, όπου οι σκιές των ηρώων περιφέρονται απελπισμένα μεταξύ κατώτερων πνευμάτων, που ουρλιάζουν γύρω τους σαν νυχτερίδες. Πιο κει βρισκόταν το Έρεβος, το όνομα και μόνο του οποίου προκαλούσε φρίκη. Υπήρχαν δύο πηγές, αυτή της Λήθης, όπου οι κοινές ψυχές συνέρρεαν για να σβήσουν κάθε μνήμη επιγείου ζωής, και η πηγή της Μνημοσύνης από την οποία έπιναν μόνον οι μύστες των Μυστηρίων. Στο προαύλιο του οδυνηρού παλατιού του Άδη και της Περσεφόνης κάθονται οι τρεις κριτές του κάτω κόσμου [Μίνωας, Ραδάμανθυς, Αιακός]. Εκεί, σε μέρος ιερό αφιερωμένο στην Εκάτη, όπου συναντώνται τρεις δρόμοι, κρίνονται οι ψυχές και ή επιστρέφουν στους λειμώνες με τους ασφόδελους αν δεν είναι ούτε ενάρετες ούτε κακές, ή στέλνονται στον Τάρταρο αν είναι ασεβείς, ή οδηγούνται στα Ηλύσια με τους ήρωες αν ήταν ενάρετες. Κατά τη Ρωμαϊκή Μυθολογία, κι εδώ αντιγράφει πιστά την ελληνική, η είσοδος στον κάτω κόσμο βρισκόταν στο Αβέρνους, έναν κρατήρα κοντά στην Κύμη της Καμπανίας. Αυτόν τον δρόμο που χρησιμοποίησε και ο Αινείας για να κατέβει κάποτε στο βασίλειο του Άδη.

Η αρπαγή της Περσεφόνης σε ερυθρόμορφο αγγείο
  ΛΑΤΡΕΙΑ: Ο Πλούτωνας ήταν φυσικά μια τρομακτική μορφή για όσους ζούσαν. Μη έχοντας ... βιασύνη να τον συναντήσουν, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν φειδωλοί στους όρκους στο όνομά του. Για πολλούς, μόνο η εκφορά της λέξης Πλούτωνας ήταν τρομακτική. Γι' αυτό και χρησιμοποιήθηκε ένας ευφημισμός. Αφού πολύτιμα ορυκτά, καθώς ακόμη και οι καρποί έβγαιναν από τη γη, θεωρήθηκε πως κυβερνούσε και αυτά, και αναφερόταν ως Πλούτωνας [< πλούτος]. Από κει προήλθε και το Ρωμαϊκό όνομα Πλούτο. Ο Σοφοκλής αναφερόμενος στον Πλούτωνα ως τον “πλούσιο” χρησιμοποίησε το εξής λογοπαίγνιο: “ο καταθλιπτικός Πλούτωνας εμπλουτίζει τον εαυτό του με τους αναστεναγμούς μας και τα δάκρυά μας”. Άλλα επωνύμια για τον θεό του Κάτω Κόσμου ήταν τα: Κλυμένος, Ευβουλεύς και Πολυδέγμων. Η λατρεία του Άδη διέφερε από ότι αυτή των άλλων θεών. Θυσιάζονταν σε αυτόν μέλανα ζώα, (μέλανες ταύροι, κριοί, κτλ.) μόνον κατά τη νύκτα ή σε σκοτεινό χώρο. Τα σχοινιά με τα οποία τα θύματα ήταν δεμένα ήταν πάντοτε μαύρα. Η θυσία γίνονταν με μαχαίρια εβένινης λαβής και ανοίγονταν η κοιλιά του σφάγιου. Η κεφαλή του θύματος έπρεπε να είναι πάντοτε στραμμένη προς την γη. Το θύμα καιγόταν ολόκληρο. Το αίμα από τις θυσίες στον Άδη το έσταζαν σε λάκκο για να τον φτάσουν. Το πρόσωπο που πρόσφερε τη θυσία έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι του. Κάθε εκατό χρόνια λάμβαναν χώρα ιδιαίτερες εορτές προς τιμή του. Ιερό δένδρο του Άδη ήταν το κυπαρίσσι για το άκαμπτο της εμφανίσεως και το σκοτεινό χρώμα. Φυτό του ήταν το πολύτριχο και άνθος του ο νάρκισσος. Λατρεύονταν ιδιαιτέρως στον Οπούντα, στην Τροιζήνα και στην Ήλιδα. Στην τελευταία χώρα υπήρχε ναός του, οι πύλες του οποίου ανοίγονταν άπαξ ετησίως και μόνο στους ιερείς επιτρεπόταν η είσοδος.

   ΑΛΛΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Αν και ήταν Ολύμπιος, πέρναγε τον περισσότερο χρόνο του στο σκοτεινό του βασίλειο. Φοβερός στη μάχη, απέδειξε την αγριότητά του στην περίφημη Τιτανομαχία. Εξαιτίας της σκοτεινής, μακάβριας προσωπικότητάς του, δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός ούτε από θεούς ούτε από ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του περιγράφεται ως “άγριος και αμείλικτος”. Ωστόσο, δεν ήταν κακός θεός, γιατί, αν και ήταν αυστηρός, ανηλεής και χωρίς επιείκεια, ήταν δίκαιος. Ο Άδης κυβερνούσε τον Κάτω Κόσμο και επομένως ήταν συνδεδεμένος με τον θάνατο, αλλά δεν ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Η πραγματική προσωποποίηση του θανάτου ήταν ο Θάνατος, αδελφός του Ύπνου. Όταν οι Έλληνες προσεύχονταν στον Πλούτωνα, χτυπούσαν τα χέρια τους στο έδαφος για να είναι σίγουροι πως τους ακούει. Το όπλο του Πλούτωνα ήταν ένα δίκρανο, με το οποίο διέλυε ό,τι βρισκόταν στο δρόμο του ή ό,τι δεν του ήταν αρεστό. Στα αντικείμενα που κατείχε και τον προσδιόριζαν ήταν και το περίφημο κράνος του, που καθιστούσε όποιον το φορούσε αόρατο. Είναι γνωστό πως ο Πλούτωνας μερικές φορές δάνειζε το κράνος του αυτό και σε θεούς και σε ανθρώπους (όπως στον Περσέα). Το σκοτεινό του άρμα, συρόμενο από τέσσερα μαύρα άλογα, πάντοτε ήταν εντυπωσιακό και τρομακτικό στη θέα.

Ο Άδης [Πλούτων], αμφορέας - Λούβρο
  ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: Ο Πλούτων δεν απεικονίζεται συχνά στις κλασικές τέχνες. Εμφανίζεται συχνότερα σε απεικονίσεις της αρπαγής της Περσεφόνης, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις σε αγγεία της κλασικής εποχής όπου εμφανίζεται μαζί με την Περσεφόνη, ως ζεύγος αριστοκρατικό σε ανάκλιντρο, ή και με τη Δήμητρα, ως θεός του Άδη και της βλάστησης, όπως σε ερυθρόμορφη πελίκη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο [430-420 π.Χ.], όπου ο Άδης ρίχνει σπόρους από ένα κέρας στο οργωμένο χωράφι και η Δήμητρα παρακολουθεί κρατώντας ένα αλέτρι.

ΛΕΥΚΗ ΚΑΙ ΜΙΝΘΩ: Όπως ο αδελφός του Δίας και οι άλλοι αρχαίοι θεοί, ο Πλούτωνας δεν ήταν πιστός σύζυγος. Κατεδίωξε και ερωτεύτηκε την νύμφη Μινθώ και για να την τιμωρήσει γι’ αυτό η Περσεφόνη, μετέτρεψε την Μινθώ στο φυτό μίνθη (μέντα). Παρομοίως, η νύμφη Λευκή, η οποία επίσης αρπάχτηκε από τον Πλούτωνα, μεταμορφώθηκε από αυτόν σε λευκή λεύκα μετά τον θάνατό της.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.co

12.6.26

Ο Ήφαιστος, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου,

 

Ο Ήφαιστος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



     

Ήφαιστος και Θέτις [Ασπίς Αχιλλέως]
  ΓΕΝΙΚΑ-ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ-ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Ο Ήφαιστος ήταν ο θεός της φωτιάς και των μεταλλουργών. Αντιστοιχεί στην ύστερη ρωμαϊκή θεότητα με το όνομα Vulcanus. Ήταν ενταγμένος στη λατρεία του δωδεκαθέου. Σύμφωνα με τον Όμηρο1, ήταν γιος του Δία και της Ήρας. Ωστόσο, ο Ησίοδος τον παρουσιάζει όχι ως καρπό του έρωτα αλλά της έριδας και φιλονικίας μεταξύ του Δία και της Ήρας, αφού φαίνεται ότι γεννήθηκε από την Ήρα με παρθενογένεση2. Η Ελληνική Μυθολογία αποτελεί ένα επιστέγασμα παρατηρήσεων των δυνάμεων της φύσεως παράλληλα με ηθικές αξίες. Η αφήγηση και αιτιολόγηση των παραπάνω αποδόθηκε με έναν αλληγορικό τρόπο "καθ΄ ομοίωση", θα λέγαμε των ανθρώπων, τόσο από τον Όμηρο όσο και από τον Ησίοδο. Σκοπός ήταν οι έννοιες αυτές να τύχουν κοινής αποδοχής και σεβασμού. Κάτι τέτοιο φαίνεται και στο μύθο του Ηφαίστου, που αιτιολογείται στη μακροχρόνια παρατήρηση της φύσης από τους προγόνους μας και τις μεγάλες γεωλογικές αναστατώσεις που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο κατά το απώτερο παρελθόν. Ο Ήφαιστος, που το όνομά του ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική λέξη (ρήμα) "ἧφθαι3", που σημαίνει “αναμμένο είναι”, αποτέλεσε την ανθρωπόμορφη θεότητα της φυσικής δύναμης της φωτιάς σε όλες τις μορφές της και χρήσεις της, [κεραυνός, αστραπή, ηφαίστειο], αλλά και της εσωτερικής ανθρώπινης φλόγας έμπνευσης και δημιουργίας.

Ο Ήφαιστος του Βελάσκεθ
ΓΕΝΝΗΣΗ: Έτσι με βάση τα παραπάνω "γεννήθηκε" στον ελληνικό νου ο 'Ηφαιστος. Ο Ήφαιστος είναι ο νεότερος των θεών, ο υστερότοκος των μεγάλων θεών που όμως θεωρείται και "νεότερος" επειδή ποτέ δεν χάνει τη δύναμή του. Φέρεται άσχημος και παραμορφωμένος, τόσο που η ίδια η μητέρα του, η Ήρα, τον πέταξε από τον Όλυμπο κάποτε από τη ντροπή της! Ο θεός-βρέφος έπεσε στη θάλασσα, όπου τον περισυνέλεξαν η Θέτις και η Ευρυνόμη (θεότητες της θάλασσας), οι οποίες τον ανέθρεψαν για εννέα χρόνια. Μόλις μεγάλωσε, ο θεός έστησε αμέσως το πρώτο του σιδηρουργείο στον βυθό του Αιγαίου [εδώ υπονοούνται θαλάσσια ηφαίστεια], σφυρηλατώντας εκεί ακάματα, όμορφα αντικείμενα για τις δύο προστάτιδές του.

Ο Ήφαιστος του Τζιορντάνο
   Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ: Μια μέρα, η Ήρα, ζηλεύοντας τα κοσμήματα της Θέτιδας, ρώτησε τη Νηρηίδα αυτή για την προέλευσή τους και, όταν ανακάλυψε ότι τα είχε φιλοτεχνήσει ο γιος που η ίδια είχε περιφρονήσει, πήγε η ίδια κατά μία εκδοχή, τον πήρε μαζί της και τον ξανάφερε στο βουνό των θεών. Εκεί, του προσέφερε ένα σιδηρουργείο με 20 φυσερά και του έδωσε για σύζυγο την πανέμορφη Αφροδίτη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Ήφαιστος έστειλε κάποτε δώρο στη μητέρα του έναν μοναδικής τέχνης θρόνο, στον οποίο μόλις κάθισε εκείνη παγιδεύτηκε αυτόματα από αόρατα δεσμά και υποχρεώθηκε να ζητήσει τη βοήθεια του περιφρονημένου γιου της προκειμένου να ελευθερωθεί. Ο Ήφαιστος “πείστηκε” χάρις στα επιχειρήματα και το... άφθονο κρασί του Διονύσου που τον επισκέφτηκε για το σκοπό αυτό στη Λήμνο.

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ: Στην Ιλιάδα, η Αφροδίτη φαίνεται πως απατά τον Ήφαιστο με τον Άρη στην ίδια τη συζυγική του κλίνη. Όμως ο άσχημος αλλά και έξυπνος θεός της φωτιάς τους αιφνιδίασε παγιδεύοντάς τους σε ένα λεπτό χρυσό δίχτυ και έπειτα τους εξέθεσε σε κοινή θέα στα μάτια των υπολοίπων θεών! Ο Ησίοδος πάντως εμφανίζει ως σύζυγο του Ηφαίστου την Αγλαϊα, μία από τις Χάριτες και όχι τη θεά της ομορφιάς.

Ρούμπενς:  ο Ήφαιστος ετοιμάζει κεραυνούς του Διός
   ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΛΗΜΝΟ: Σε κάποιο μεταγενέστερο επεισόδιο, ο Δίας ξανάριξε τον Ήφαιστο από την κατοικία των θεών, επειδή αυτός είχε βοηθήσει την Ήρα, όταν εκείνη ήταν κρεμασμένη από τον ουράνιο θόλο, τιμωρημένη για τη θύελλα που είχε στείλει κατά του Ηρακλή. Αυτή τη φορά, ο Ήφαιστος έπεσε σε ξηρά, στη νήσο Λήμνο, όπου τον βρήκαν το απόγευμα της ίδιας μέρας, εξαντλημένο και με σπασμένα τα πόδια του από την πτώση, οι Σίντιες, κάτοικοι του νησιού. Η φιλοξενία των φτωχών αυτών ανθρώπων έκανε από τότε το νησί τους αγαπημένο τόπο του θεού πάνω στη γη. Εκεί, πάνω στο όρος Μόσυχλο, ξανάφτιαξε από την αρχή το, εργαστήρι του. Εκεί θα δημιουργήσει αργότερα πολλά έξοχα αντικείμενα που του παραγγέλλουν οι θεοί, καθώς και όπλα για αρκετούς ήρωες. Ανάμεσα στα πρώτα χειροτεχνήματα του Ηφαίστου ξεχωρίζει η πήλινη γυναίκα, η Πανδώρα, την οποία ο Δίας έδωσε ως σύζυγο στον Επιμηθέα για να τον εκδικηθεί εξαιτίας της προσβολής που του είχε κάνει ο αδελφός του, ο Προμηθέαςκλέβοντας από τους θεούς τη φωτιά.

ΑΑΛΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ: Στο σπήλαιο του όρους όπου βρισκόταν το σιδηρουργείο του φτιάχτηκαν μερικά διάσημα έργα του, όπως: δύο μηχανικοί βοηθοι του [ρομπότ], η πύλη της Ολυμπίας κατοικίας των θεών, ο θρόνος της Ήρας, το σκήπτρο και ο κεραυνός του Δία, το άρμα του Ήλιου, το περιδέραιο της Αρμονίας, οι ταύροι του Αιήτη, το τόξο της Αρτέμιδος, βέλη για τον Έρωτα και τον Απόλλωνα, η αλυσίδα για τον Προμηθέα στον Καύκασο, η πανοπλία του Άρη, τα αιώνια δεσμά και ο τροχός του Θεσσαλού Ιξίωνα, όπλα και ασπίδα για τον Αχιλλέα, η ασπίδα του Αινεία, ο Τάλως [χάλκινος φρουρός της μινωικής Κρήτης], η τρίαινα του Ποσειδώνα και πολλά άλλα.

Ο Ήφαιστος και τα όπλα του Αχιλλέα [Μουσείο Νεάπολης Ιταλία]

   ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ
: Το όνομα του Ηφαίστου δόθηκε στα «ηφαίστεια όρη», τα γνωστά από τη Γεωλογία δηλαδή ηφαίστεια. Είναι προφανές πως οι άνθρωποι φαντάζονταν ότι κάτω από ένα βουνό που έβγαζε καπνό, φωτιά και βροντώδεις ήχους είχε το σιδηρουργείο του ένας θεός. Για τον ίδιο λόγο, εκτός από το Μόσυχλο [που σημειωτέον επί αιώνες εξέπεμπε αέρια], άλλες εκδοχές, κυρίως από τη λατινική λογοτεχνία, θέλουν το σιδηρουργείο του Ηφαίστου να κρύβεται σε άλλα ηφαιστειογενή μέρη, όπως στην Αίτνα, το Βεζούβιο ή τις Αιολίδες νήσους [Λιπάρες].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου", τ.9ος, σ.408-410. Marie Delcourt, Ήφαιστος ou la legende du magicien, Belles Lettres, Παρίσι, 1957. Frank Brommer, Ηφαίστος, Ο θεός σιδηρουργός στην αρχαία τέχνη. Zabern, Mainz 1978. Όμηρος, Ιλιάδα, Α 571 κ. εξ. και Σ 395κ.εξ.. Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 47-105.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ιλιάδα, Ξ 338.

2. Θεογονία, 927.

3. Απαρέμφατο μέσου παρακειμένου του ρήματος άπτω ἅπτω.

7.6.26

Η Αθηνά από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Αθηνά

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

Η γέννηση της πάνοπλης Αθηνάς από την κεφαλή του Διός

ΓΕΝΙΚΑ – ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ
: Η Αθηνά ήταν η θεά της σοφίας, της στρατηγικής και του πολέμου. Παλαιότεροι τύποι του ονόματος της θεάς ήταν ο δωρικός τύπος Ἀθάνα και ο ιωνικός Ἀθήνη. Το όνομα Ἀθηνᾶ, που τελικά επικράτησε, προέκυψε από το επίθετο Ἀθαναία, που συναιρέθηκε σε Ἀθηνάα>Ἀθηνᾶ. Ο Πλάτων, στον Κρατύλο, ετυμολογεί το όνομα της θεάς από το Α-θεο-νόα ή Η-θεο-νόα, που σημαίνει η νόηση του θεού1, αλλά η εξήγηση αυτή είναι πιθανότατα παρετυμολογική. Η γλωσσολογική βιβλιογραφία θεωρεί το όνομα προελληνικό και αγνώστου ετύμου. Η Αθηνά συσχετίστηκε από τους Ετρούσκους με τη θεά τους Μένρβα και από τους Ρωμαίους με τη Μινέρβα. Συμβολιζόταν από μια κουκουβάγια, ενώ η θεά έφερε πάντα μια ασπίδα από δέρμα κατσίκας, ονομαζόμενη Αιγίς, που της είχε δοθεί από τον πατέρα της, ενώ συχνά συνοδευόταν από τη θεά Νίκη. Ήταν οπλισμένη, πάντα παρθένος, ενώ ποτέ δεν εμφανίζεται ως παιδί. Συχνά βοηθούσε ήρωες [Αχιλλέας, Περσέας, Οδυσσέας, Ηρακλής, κ.ά.], ενώ στον Τρωικό Πόλεμο ήταν με το μέρος των Ελλήνων, ερχόμενη σε σύγκρουση κυρίως με τον Άρη. Ο Παρθενώνας στην Ακρόπολη ήταν ο πιο διάσημος ναός αφιερωμένος σ' αυτήν. Ποτέ δεν είχε εραστή, αν και μια φορά ο Ήφαιστος προσπάθησε να την προσεγγίσει ερωτικά αλλά απέτυχε.

   

  ΓΕΝΝΗΣΗ: Πατέρας της Αθηνάς ήταν ο Δίας, ενώ μητέρα της η Μήτις, πρώτη σύζυγος του Δία. Ο Δίας ύστερα από χρησμό έμαθε ότι η Μήτις θα γεννούσε παιδί το οποίο θα ανέτρεπε από την εξουσία τον πατέρα του, οπότε την κατάπιε παρ΄ ότι η Μήτις ήταν έγκυος στην Αθηνά. Αργότερα, ο Δίας άρχισε να υποφέρει από πονοκεφάλους και κάλεσε τον Ήφαιστο να τον βοηθήσει. Τότε ο Ήφαιστος με ένα μεγάλο σφυρί χτύπησε το κεφάλι του Δία και πετάχτηκε η Αθηνά πάνοπλη, φορώντας περικεφαλαία και κρατώντας μια ασπίδα. Βλέποντας τον Δία, τα πέταξε στα πόδια του, δείγμα αναγνώρισής του ως υπέρτατου θεού. Κατά μια άλλη εκδοχή η Αθηνά ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία κατά τη διάρκεια της Γιγναντομαχίας ορμώντας κατ΄ ευθείαν στη μάχη δίπλα στον πατέρα της.

   

Αθηνά και Μούσες
Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ: Η Αθηνά, ως θεά και του πολέμου, ήταν περιβεβλημένη με μία Αιγίδα, διαφορετική από αυτήν του Διός. Κατά μία εκδοχή, η Αθηνά κατασκεύασε την αιγίδα της από το δέρμα του τέρατος Χίμαιρα, ή, κατ' άλλη εκδοχή, από το δέρμα του τέρατος Αιγίδος ή Αιγήεντος, το οποίο κατέστρεφε τα πάντα στη Λιβύη, την Αίγυπτο, τη Φρυγία και τη Φοινίκη και το οποίο η Αθηνά εξολόθρευσε2. Επίσης στην ασπίδα της Αθηνάς ήταν το κεφάλι της Μέδουσας. Η Μέδουσα ήταν κάποτε μια όμορφη θνητή που την πολιόρκησε ο Ποσειδώνας. Ο Ποσειδών και η Μέδουσα διέπραξαν όμως προσβολή στην Αθηνά μιαίνοντας έναν ναό της ερωτοτροπώντας μέσα σ' αυτόν. Τότε η Αθηνά την μεταμόρφωσε σε τέρας ώστε να μη βρεθεί ποτέ ξανά κανένας άντρας κοντά της, ενώ το βλέμμα της έκτοτε μετέτρεπε σε πέτρα οποιονδήποτε την κοίταζε. Όταν ο Περσέας τελικά σκότωσε τη Μέδουσα, πρόσφερε στη θεά το κεφάλι της ως ευχαριστήριο δώρο, γιατί χάρη στην γυαλιστερή ασπίδα που εκείνη του δώρισε, εκείνος μπόρεσε να την κατατροπώσει κοιτάζοντας μόνο το είδωλό της μέσα από αυτήν.

  ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΠΟΣΕΙΔΩΝ: Η Αθηνά και ο Ποσειδών διεκδικούσαν την προστασία της ίδιας πόλης, της Αθήνας. Ανέβηκαν λοιπόν στον βράχο της Ακρόπολης και ενώπιον των Αθηναίων συμφώνησαν ότι όποιος προσέφερε το ωραιότερο δώρο θα την αποκτούσε. Ο Ποσειδών χτύπησε σε μια πλευρά του λόφου με την τρίαινά του και αμέσως ανάβλυσε ένα πηγάδι. Ο λαός θαύμασε, αλλά το νερό ήταν αλμυρό σαν το νερό της θάλασσας, που εξουσίαζε ο θαλάσσιος θεός κι έτσι δεν θεωρήθηκε αυτό χρήσιμο δώρο. Το δώρο της Αθηνάς ήταν ένα δέντρο ελιάς, κάτι που ήταν καλύτερο, μιας και θα παρείχε στην πόλη τροφή, λάδι, φως και ξυλεία. Έτσι, κέρδισε τη μονομαχία η Αθηνά και ονόμασε την πόλη της Αθήνα.

Μάχη Άρεως και Αθηνάς
  ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ: Ο Ήφαιστος προσπάθησε κάποτε να προσεγγίσει την Αθηνά και χώθηκε στην αγκαλιά της. Η θεά απέκρουσε το πάθος του, όμως εκείνος πρόλαβε να αφήσει το σπέρμα του πάνω στον μηρό της. Η Αθηνά γεμάτη αηδία σκούπισε το πόδι της με ένα κομμάτι μαλλί και το πέταξε στη γη. Από το κομμάτι αυτό, και με τη βοήθεια της Γαίας, γεννήθηκε ο ήρωας της Αττικής Εροχθόνιος [έριον+χθων].

Η ΑΡΑΧΝΗ: Μια υφάντρια, που ονομαζόταν Αράχνη, καυχήθηκε κάποτε πως ήταν ανώτερη στη τέχνη της κι από την ίδια την Αθηνά, την οποία προκάλεσε σε μονομαχία. Η Αράχνη όμως το υφαντό της περιγελούσε τα ερωτικά κατορθώματα των θεών του Ολύμπου. Οργισμένη η Αθηνά για τη ύβρη αυτή έσκισε το υφαντό της Αράχνης, ενώ η ίδια κρεμάστηκε. Η Αθηνά χαλάρωσε τη θηλειά από τον λαιμό της, την τιμώρησε όμως μεταμορφώνοντάς την στο γνωστό ομώνυμο αρθρόποδο.

   ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ: Η Αθηνά είχε αρκετά προσωνύμια. Ένα απ΄ αυτά ήταν το Παλλάς. Ίσως το προσωνύμιο να προέρχεται από τον Γίγαντα Πάλλαντα τον οποίο σκότωσε η Αθηνά στη Γιγαντομαχία ή ίσως, επειδή γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία πάλλοντας το δόρυ της. Πιθανότερο όμως είναι να ονομάστηκε έτσι εξαιτίας του ακούσιου φόνου της αγαπημένης της φίλης Παλλάδος. Η Αθηνά ονομαζόταν ακόμη Γλαυκώπις [Όμηρος]. Έχει την έννοια γαλανομάτα (<γλαυκός+ωψ). Ενδιαφέρον είναι το ότι η γλαυξ [κουκουβάγια], το ιερό πουλί της Αθηνάς, προέρχεται από την ίδια ρίζα. Η Αθηνά ονομαζόταν και Αρεία. Το προσωνύμιο αυτό οφείλεται στην κρίσιμη ψήφο της Αθηνάς υπέρ του Ορέστη στον Άρειο Παγο, με την οποία ο Ορέστης αθωώθηκε. Εργάνη αποκαλείτο ακόμη η Αθηνά καθώς ήταν προστάτιδα των τεχνιτών και της χειροτεχνίας. Άλλα επωνύμιά της ήταν: Ιτωνία [έτσι αποκαλούνταν στη Θεσσαλία, τη Βοιωτία, την Αθήνα και την Αμοργό, Παρθένος, με το επίθετο αυτό λατρευόταν στον Παρθενώνα, Πρόμαχος, επειδή έμπαινε πάνοπλη στη μάχη και Πολιάς, επειδή ήταν προστάτις της πόλης των Αθηναίων. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι σπουδαιότερες εορτές προς τιμήν της Αθηνάς ήταν τα Παναθήναια, τα Παμβοιώτια και τα Χαλκεία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου Ελληνισμού», στο: Συμπόσιο: Οι χρήσεις της αρχαιότητας από το νέο Ελληνισμό, εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα, 2002, σελ.221-240.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Κρατύλος, 407b.

2. Π. Δρανδάκη, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Β΄, λήμμα Αιγίς, σ. 494.

23.5.26

Ο Διόνυσος από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Διόνυσος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Η γέννηση του Διονύσου

ΓΕΝΙΚΑ: Ο Διόνυσος, γιος του Δία, ανήκει στις ελάσσονες αρχικά, πλην όμως σημαντικές στην Ύστερη Αρχαιότητα, θεότητες των αρχαίων Ελλήνων. Παρόλο που δεν ήταν ολύμπιος θεός, μάλιστα ο Όμηρος τον αγνοεί1, από τον 6ο αι. π.Χ., αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους. Ο Διόνυσος δεν είναι ούτε παιδί ούτε άντρας, αλλά ένας αιώνιος έφηβος. Με αυτή τη μορφή, εμφανίζεται ως πνεύμα γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που δεικνύουν είτε “θεϊκή” σοφία ή το αρχέτυπο του παμπόνηρου κατεργάρη. Οι Υάδες έγιναν τροφοί του. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως η ομώνυμη ομάδα-σμήνος αστέρων. Ονομάζεται Πυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας αντιστοίχως την ποιότητα της λίμνης ή του έλους! Ονομάζεται ακόμη Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό. Είναι σαφές ότι ο Διόνυσος συνδέεται με τη γονιμότητα της φύσης γενικά και του ανθρωπίνου είδους ειδικά.

Δίας - Σεμέλη

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ: Γιος του Δία και της Σεμέλης, κόρης του Κάδμου, ο Διόνυσος διασώθηκε από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της, μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο, αφού έτσι ήθελε η δυστυχής Σεμέλη, χάρη στην παρέμβαση της Γαίας, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου διασώζοντας έτσι το βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία, φυσικά, της και πάλι απατημένης, Ήρας και το “γέννησε” όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και επειδή συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του, μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος2. Ο Διόνυσος εν συνεχεία περιπλανήθηκε σε Αίγυπτο και Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύτηκε τελικά από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, ήταν εκείνη που τον δίδαξε την τελετουργική λατρεία και καθόρισε τα ενδύματα του θεού και των Μαινάδων ακολούθων του3. Η ακολουθία του Διονύσου συμπληρώθηκε εν συνεχεία με Σατύρους και Σειληνούς. Ακολούθως ο Διόνυσος δίδαξε τους ανθρώπους τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης, γεγονός που προκάλεσε και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας, είναι αλήθεια αγριότατα, τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό, τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών, του Λυκούργου, βασιλιά της Θράκης, και του Πενθέα, του βασιλιά της Θήβας.

Ο Διόνυσος ένθρονος με τον Θύρσο

ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ: Στην αρχαία Ελλάδα αυτή η στενή σχέση μεταξύ δράματος και μυθολογίας συνοψιζόταν στο προσωπείο, τη μάσκα που συμβόλιζε τον ίδιο τον Διόνυσο και μια διαδικασία ταυτόχρονα μέσω της οποίας οι συμμέτοχοι αντιλαμβάνονταν μια αναλαμπή των άγριων παράδοξων που συσχετίζονταν σε μύθους και θεσπίζονταν ως ιεροτελεστίες ή μυστηριακά δρώμενα. Τέτοιες παραδόσεις ήταν κοινός τόπος στον αρχαίο κόσμο και μερικές διήρκεσαν επί αιώνες. Για τους αρχαίους Έλληνες το προσωπείο [μάσκα] ήταν ένα σύμβολο. Εκείνος που τη φορούσε ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και κάποιος άλλος, ή γινόταν προσωρινά ένας από τους χαρακτήρες του δράματος. Το προσωπείο κρατούσε ενωμένες τις δύο ταυτότητες. Μια τέτοια μετάβαση στη σκιώδη σφαίρα του κάτω κόσμου και του θανάτου είναι το βασικό θέμα της διονυσιακής λατρείας.

Διόνυσος και Αριάδνη

ΛΑΤΡΕΙΑ
: Από πινακίδες4 της Γραμμικής Β΄ υποθέτουμε πως ο Διόνυσος ως αρχαία θεότητα ήταν ήδη γνωστός από τον 12ο αι. π.Χ. Η λατρεία του σχετιζόταν με τους εορτασμούς της βλάστησης, της “ιερής” τρέλας[!] που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας. Κοινό στοιχείο στις λατρευτικές πρακτικές του είναι το στοιχείο της έκστασης, της οργιαστικής φρενίτιδας, που “απελευθέρωνε” από φροντίδες της καθημερινότητας, δίδοντάς του την προσωνυμία Λύσιος. Προς τιμήν του διοργανώνονταν μεγαλοπρεπείς γιορτές, όπως τα Μεγάλα Διονύσια, τα Κατ΄ αγρούς Διονύσια, τα Λήναια και τα Ανθεστήρια. Τρεις είναι οι κύριες μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται ο Διόνυσος στη λατρεία του. Στην πρώτη, εμβλήματά του ο φαλλός, το δέντρο [δενδρίτης] ή ο ταύρος. Στη δεύτερη μορφή του είναι ο ενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τη δάδα, όπως επίσης την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων και των Ληνών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση. Στην τρίτη και αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς (κυνηγός). 

Διόνυσος και Γίγαντας

Στην τρίτη του μορφή είναι γιος του “καταχθόνιου” Δία και της Περσεφόνης. Σε αυτή την τρίτη μορφή η αίρεση των Ορφικών ενσωμάτωσε τον Διόνυσο-Ζαγρέα ως κυριότερη θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, από τον 2. αι. π.Χ., τα Μυστήρια του Διόνυσου, με την ελευθεριότητα και τον οργιαστικό τους χαρακτήρα, εισχώρησαν στην Ιταλία, όπου βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάμεσα στους ελάχιστα ακόμη εκπολιτισμένους ορεινούς πληθυσμούς της Νότιας και Κεντρικής Ιταλίας. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος υποχρεώθηκε να απαγορεύσει το 184 π.Χ. των εορτασμό των Bacchanalia. Παρά ταύτα οι μυστικές αιρέσεις κράτησαν τη διονυσιακή παράδοση.

Διόνυσος και Ώρες

ΘΥΡΣΟΣ: Ο Θύρσος, τελετουργικό εξάρτημα του Διονύσου και της συνοδείας του, ήταν ένα μακρό ευθύγραμμο κλαρί από κάποιο φυτό, ίσως από μάραθο, με φουντωτό άνθος στην κορυφή του. Συχνά απεικονίζεται δεμένος με κορδέλα ή πλεγμένος με αμπελόφυλλα. Στην κορυφή είναι στεφανωμένος με κισσό, αμπελόφυλλα ή με ένα κουκουνάρι από πεύκο. Το μήκος του θύρσου κυμαινόταν από 30 εκατοστά μέχρι δύο μέτρα. Πρώτη φορά συναντούμε την λέξη «θύρσος» στις Βάκχες5 του Ευριπίδη, ενώ μνημονεύεται συχνότερα στην Ελληνιστική Εποχή. Η ρίζα «θυρσ-» συναντάται σε διάφορα φυτά [θυρσίνη, θύρσιο, θυρσίτης]. Επειδή τα φυτά αυτά δεν συγγενεύουν, η ρίζα μάλλον συνδέεται με κάποιο κοινό φυσικό τους γνώρισμα, το οποίο μπορεί να είναι το κοτσάνι. Στην αρχαία τέχνη ο θύρσος παρουσιάζεται από το 530 π.Χ., συχνότατα να συνοδεύει τις Μαινάδες, σπάνια τους Σατύρους και Σιληνούς, τον θεό Διόνυσο ή την σύζυγό του, την Αριάδνη. Συνοδεύει επίσης και άλλες θεότητες, όταν αυτοί παρουσιάζονται ως μέλη του θιάσου του Διόνυσου [Ήφαιστο, Κενταύρους, Πάνα, Έρωτα, θεά Νίκη, κ.α.]. 

   

Διόνυσος και Κωμός [Τραγωδίας όρος]

Ο θύρσος απεικονίζεται να συνοδεύει τους πιστούς στα Διονυσιακά μυστήρια, όπως αναφέρει ο Πλάτων6, ενώ ο Πλούταρχος τον συνδέει με την νιότη. Ο θύρσος, τέλος, είναι συχνά όπλο των Μαινάδων, επειδή καμουφλάρουν την αιχμή του δόρατός τους σε μορφή θύρσου και σκοτώνουν με αυτό τον Πενθέα, γι΄ αυτό και ο Καλλίξεινος ο Ρόδιος τις αποκαλεί “
Μαινάδες θυρσολόγχες”.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
: Danielou, Alain, 1982, Shiva and Dionysus, Inner Traditions International, New York. Godwin, Joscelyn, 1981, Mystery Religions in the Ancient World, Thames and Hudson, London. Harrisson J. E. 2003, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, Ιάμβλιχος, Αθήνα. Κακριδής Ι. Θ. (επιμ.) 1986, Ελληνική μυθολογία, τομ. Β', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα. Otto, Walter F., 1965, Dionysus: Myth and Cult, trans. Robert Palmer, Indiana University Press, Bloomington and London. Segal, Charles 1982, Dionysiac Poetics and Euripides' Bacchae, Princeton University Press, Princeton. Γιάγκος Ανδρεάδης, “Ο Διόνυσος: Ιστορία της λατρείας του Βάκχου”, Τα Ιστορικά, τομ.3, τ/χ.5 (Ιούνιος 1986),σελ.183-195.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Βέβαια, η πρώτη φιλολογική μαρτυρία για τον Διόνυσο προέρχεται από τον Όμηρο, η μοναδικότητα του αποσπάσματος, όμως, οδηγεί τους φιλόλογους στην υποψία ότι είναι μεταγενέστερη προσθήκη [Ιλιάδα, Ζ 129].

2. Ι. Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, [θεοί] σ. 200.

3. Ι. Θ. Κακριδής, ό.π., σ. 202.

4. Ο Διόνυσος πρωτοαναφέρεται σε μυκηναϊκή πινακίδα, γραμμικής B' γραφής ως Divonuso.

5. Ευριπίδης, Βάκχες, 205, 704.

6. Πλάτων, Phaidron 69, Übers. von Schleiermacher.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....