Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.10.26

Το τελευταίο κατευόδιο κείμενο- AUDIOBOOK του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Το τελευταίο κατευόδιο

κείμενο- AUDIOBOOK

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα



     Είχαν - δεν είχαν περάσει δυο μήνες από τότε που είχα εγκατασταθεί στο νέο μου σπίτι, στην άκρη της πόλης. Κάποιο μουντό πρωινό, σαν τα περισσότερα χειμωνιάτικα του κάμπου, ήμουν στα μέσα της καθημερινής μου διαδρομής πρoς τη δουλειά μου – εποχούμενος φυσικά, σαν γνήσιος αυτάρκης αστός – όταν διέκρινα στην άκρη του δρόμου να βαδίζει αργά, σχεδόν νωχελικά ένας ασπρομάλλης γέροντας.

  Τις επόμενες μέρες, τον έβλεπα ανελλιπώς να επαναλαμβάνει το συγκεκριμένο περίπατό του. Ώσπου μια μέρα, είπα να σπάσω τη μονοτονία της καθημερινότητας και σταμάτησα λίγα μέτρα μπροστά του καλώντας τον να' ρθει μαζί μου, έτσι για πιο ξεκούραστα.

   Δέχθηκε, μάλλον απαθώς και κάθισε δίπλα μου αμίλητος. Τον ρώτησα πού πήγαινε και κείνος μου ΄δειξε με το δείκτη του χεριού του το μοναδικό καφενείο, πεντακόσια μέτρα πιο κάτω. Με την άκρη του ματιού μου, στο σύντομο υπόλοιπο της διαδρομής, παρατήρησα ένα πρόσωπο γέρικο και σοβαρό με μάτια απλανή, που φανέρωναν κάποια ίχνη μιας αδιόρατης θλίψης. Φτάνοντας μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του καφενείου, χαιρέτησε, μάλλον ψυχρά, αλλά ευγενικά, και κατέβηκε.

  Από τότε ανέβηκε αρκετές φορές στο αυτοκίνητό μου – πάντα στη γνωστή του “τροχιά”: σπίτι - καφενείο και τούμπαλιν. Όλες αυτές τις φορές μου μιλούσε σποραδικά για τη ζωή του, πάντα λακωνικά κι ανέκφραστα, και σίγουρα μετά από δική μου πρωτοβουλία. Το χαμόγελό του, ακόμη και το αχνότερό του μειδίαμα, δεν το γνώρισα ποτέ. Φαντάστηκα ότι κανείς δε θα είχε καταφέρει να τον “συλλάβει” γελαστό.

   Ώσπου, κάποτε, μου μίλησε για το τελευταίο – πριν τη σύνταξη – επάγγελμά του: βοηθός εργολάβου κηδειών! Ο γέροντας επιτελούσε το καθήκον του “φροντιστή” των νεκρών αμέσως μετά την επιθανάτια κλίνη τους και πριν τη μεταφορά τους στο Ναό, όπως γίνεται τελευταία, κι όχι όπως παλιότερα στο σπίτι του νεκρού, τότε που είμασταν πιο άνθρωποι, για να τον ξενυχτήσουν οι συγγενείς του.

   Ο γέροντας - αλήθεια, ακόμη δεν ξέρω τ' όνομά του - είχε γνωρίσει πολλούς ανθρώπους λίγο πριν την τελευταία δημόσιά τους “παρουσία”. Έχοντας γνωρίσει τη λεπτή, αδιόρατη αλλά και τόσο καθοριστική γραμμή που χωρίζει τη “μέρα¨ από τη “ νύχτα” της ανθρώπινης βιοτής, ακροβατούσε πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που καθημερινά έσερνε το βήμα του στη άκρη του πεζοδρομίου της δημοσιάς.

   Τελευταία φορά τον είδα στην παιδική χαρά της γειτονιάς να κουνάει, μάλλον μηχανικά, ένα μικρό κοριτσάκι, μάλλον εγγονή του, και το βλέμμα του, όσο πρόφτασα να δω, ίδιο όπως πάντα, απλανές, γκρίζο, καρφωμένο στο πουθενά, ν' αναλογίζεται... Τι όμως; Μήπως τι να βλέπουν τώρα οι παλαιοί του πελάτες, ή μήπως τι θα 'βλεπε κι εκείνος με τη σειρά του κάποια μέρα εκεί κατά το σούρουπο της ζωής του;

. . . . .

    Η αγγελία ήταν καρφωμένη σ' ένα δέντρο, ή κάποιο πισσωμένο κορμό της ηλεκτρικής εταιρείας, δε θυμάμαι στ' αλήθεια. Ειδοποιούσε πάντως ότι οι θλιμμένοι συγγενείς θα “εδέχοντο συλλυπητηρίους επισκέψεις . .. κ.τ.λ.”. Τότε μηχανικά το μάτι μου έπεσε και στη φωτογραφία του μεταστάντος. Ήταν αυτός. Αλλά πολύ νεότερος. Μια φωτογραφία ταυτότητας. Ξεχώριζε και η σφραγίς: “Βασίλειον Της Ελλάδος”. Φορούσε γραβάτα και γκρίζο σακάκι. Όμως παρά τα νιάτα του, το βλέμμα ήταν το ίδιο. Εκείνο το νεκρό του βλέμμα, που τόσο μ' είχε εντυπωσιάσει.

Α! Να μην το ξεχάσω. Έμαθα και το όνομά του. Βεβαίως, “κατόπιν εορτής”.......

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


27.10.26

O φόβος [“ει ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ' ημών”] , του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα + ΒΙΝΤΕΟ

 

O φόβος

[“ει ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ' ημών”]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα



   ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Στην ελληνική Μυθολογία, ο Φόβος είναι η προσωποποίηση του φόβου. Οι Αρχαίοι Έλληνες τον θεωρούσαν γιο του Άρη και της Αφροδίτης. Μαζί με τον αδελφό του Δείμο, προσωποποίηση του τρόμου, συνόδευε τον πατέρα του στους πολέμους. Για τους Σπαρτιάτες μάλιστα, το ιερό του Φόβου συνιστούσε σύμβολο πειθαρχίας και συνοχής των στρατιωτικών δυνάμεων.

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΦΟΒΙΑ: Το βασικό συναίσθημα του φόβου, προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου. Είναι μηχανισμός αμυντικής αντίδραση του οργανισμού χωρίς συνειδητή σκέψη. Ο φόβος διακρίνεται από τη σχετική συναισθηματική κατάσταση του άγχους, που εκδηλώνεται ως εσωτερική ένταση, ενώ συνήθως συμβαίνει χωρίς εξωτερική απειλή. Όταν ο φόβος συνεχίζει να υφίσταται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, τότε μετατρέπεται σε φοβία, εμπόδιο στην καθημερινότητα του ατόμου. Η φοβία είναι επίμονος και παράλογος φόβος κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου ή κατάστασης, που έχει ως αποτέλεσμα την επιθυμία αποφυγής αυτού.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ο φόβος σχετίζεται με καταστάσεις, που συμπεριλαμβάνουν ανησυχία, άγχος, τρόμο, φρίκη, και πανικό. Η φοβική εμπειρία μπορεί να μείνει στο ασυνείδητο και μπορεί να εκδηλωθεί ως εφιάλτης ή νυχτερινός τρόμος. Ο φόβος μπορεί να περιλαμβάνει ένα κοινωνικό σύνολο, καταλήγοντας σε μαζική υστερία. Παθολογικές καταστάσεις σχετιζόμενες με παράλογο φόβο μπορούν να περιλαμβάνουν εμφανίσεις αγχώδους διαταραχής, [αγοραφοβία, κλειστοφοβία, κοινωνική φοβία, κ.ά.], αλλά και ασθένειες [διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια]. Η αντίδραση του φόβου είναι αποτέλεσμα διέγερσης ενός αμυντικού συστήματος. Η υπεύθυνη περιοχή του εγκεφάλου ονομάζεται αμυγδαλή. Η αμυγδαλή δέχεται πληροφορίες από οπτικές και ακουστικές οδούς, που φτάνουν εκεί νωρίτερα από ότι στον εγκεφαλικό φλοιό. Έτσι εξηγείται γιατί αντιδρούμε αστραπιαία στον κίνδυνο, πριν συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει. Ο άνθρωπος αντιδρά με φόβο στα ίδια ερεθίσματα, σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Το αντικείμενο των φοβικών αντιδράσεων έχει σχέση με το ιστορικό συλλογικό ένστικτο επιβίωσης του πρωτόγονου απέναντι σε εκείνα που αποτελούσαν απειλή, όπως ύψη, άγρια ζώα, σκοτάδι, ανοιχτοί χώροι, θέα αίματος. Αντίθετα, σύγχρονα αντικείμενα, δυνητικώς επικίνδυνα [αυτοκίνητα, κάπνισμα, όπλα, κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, κ.ά.], δύσκολα θέτουν το υπόβαθρο για εκδήλωση φόβου ή φοβίας.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Οι Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στα πάθη το φόβο και τις συγγενικές μορφές του, όπως: φοβίες, δέος, τρόμο, άγχος, αγωνία, αδημονία. Γενικά, ο φόβος προκαλείται από κίνδυνο στέρησης ή πόνου/δοκιμασίας, μέσω του αισθήματος ότι θα χάσουμε αυτό που επιθυμούμε ή αυτό στο οποίο είμαστε προσκολλημένοι. Ωστόσο, ο φόβος είναι δυνατόν ν' αποτελεί αρετή παρά πάθος. “Ει και πάθος ο φόβος, ως βούλονταί τινες, ότι φόβος εστί πάθος, ουχ ο πας φόβος πάθος” (Κλήμης Αλεξ.). Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε δύο είδη φόβου:

Ο ΕΜΦΥΤΟΣ ΦΟΒΟΣ: Το πρώτο είδος φόβου, που ο Θεός ενέβαλε στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία, συνεπώς ανήκει στην ανθρώπινη φύση, έχει διπλή μορφή. Α΄ Η πρώτη μορφή είναι δύναμη, που τον κάνει να φοβάται για την απώλεια ψυχής και σώματός. Εκδηλώνεται ως φόβος θανάτου (φυσική ροπή), καθώς ο Δημιουργός μάς έδωσε ζωή για να τη διατηρήσουμε, ενώ φθορά και θάνατος αποτελούν φαινόμενα αντίθετα στη φύση. Β΄ Η δεύτερή μορφή είναι ο «φόβος του Θεού», που στην κατώτερη βαθμίδα αφορά στη θεία τιμωρία και στην υψηλότερη, το φόβο αποχωρισμού από το Θεό. Στον πνευματικό άνθρωπο, ο φόβος του Θεού εξαφανίζει το φόβο του θανάτου. Ο θάνατος της ψυχής είναι ο μόνος, που οφείλει να φοβάται ο άνθρωπος, καθώς του στερεί την πραγματική ζωή, ενώ ο βιολογικός πρόσκαιρα χωρίζει την ψυχή από το σώμα, αποσυνθέτοντας μόνο τη γήινη, φθαρτή μορφή της ύπαρξης. Συμπερασματικά, το πρώτο αυτό είδος φόβου, στις δύο μορφές του, συνιστά αρετή, που κατείχε ο Αδάμ προπτωτικά. Ο φόβος, ήταν μέσο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, για να τον βοηθήσει να τηρεί την εντολή Του και να προφυλάσσεται από τ' αποτελέσματα της παράβασής της.

  Ο ΕΜΠΑΘΗΣ ΦΟΒΟΣ: Το δεύτερο είδος φόβου, κατά τους Πατέρες, αποτελεί μεταπτωτική συνέπεια. Εκδηλώνεται με αποστροφή, που νιώθει ο άνθρωπος έναντι αυτού που μπορεί να φθείρει και να καταστρέφει την ύπαρξή του. Ο όρος ύπαρξη, όμως, αναφέρεται στο πεπτωκός “είναι” του, στο οποίο φίλαυτα προσκολλάται. Ο Άγιος Μάξιμος, λέει πως ο φόβος αυτός “συμμετέχει στα πάθη που οφείλονται στη στέρηση της ηδονής και έρχεται ως αποτέλεσμα αυτού που η φιλαυτία κατεργάζεται”. Η ιδέα της απώλειας κάποιου αντικειμένου απόλαυσης, γεννά δυσφορία και ταραχή, των οποίων τις συνέπειες υφίσταται και το σώμα: «Ποτέ μεν η ψυχή, ποτέ δε το σώμα προεδειλίασε, και τω ετέρω του πάθους μετέδωκεν» (Κλίμαξ). Πάντα ο φόβος-πάθος αποκαλύπτει πρόσδεση στον κόσμο τούτο, στα αγαθά του, και στην “ενήδονο” κοσμική ζωή. Ενώ το πρώτο είδος του φόβου είναι «κατά φύσιν», το δεύτερο, ως διαβλητό πάθος, είναι «παρά φύσιν» και «παρά λόγον». Οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος απομάκρυνε το φυσικό σκοπό του φόβου, καθιστώντας τον φόβο αποχωρισμού από την ηδονική ζωή. Αντί να φοβάται ό,τι απειλεί την ύπαρξή του, ιδιαίτερα την πνευματική, ο άνθρωπος φοβάται ό,τι απειλεί τις αισθητές απολαύσεις. Έτσι: «ο δούλος Κυρίου γενόμενος, τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται», (Κλίμαξ). Οι Πατέρες αναφέρουν ότι ο εμπαθής φόβος ευνοείται από ψυχική ακαρπία, εξαιτίας της απώλειας της θείας παρουσίας στην ψυχή: «Εφοβήθην ότι γυμνός ειμί», εξομολογείται ο πεπτωκώς Αδάμ (Γεν. γ΄ 10).

Ο ΦΟΒΟΣ ΩΣ ΝΟΣΟΣ: Ο φόβος παρουσιάζεται από τους Πατέρες ως νόσος λόγω της διαστροφής της ενάρετης φυσικής διάθεσης σε παρά φύση πάθος. Ο άνθρωπος, φοβούμενος την απώλεια αισθητών ηδονών, αντί να φοβάται την απώλεια του Θεού και του εαυτού του, απομακρύνεται από το Θεό, αρνούμενος τη θεία Πρόνοια. Ρώτησαν ένα Γέροντα: "Γιατί φοβάμαι διασχίζοντας την έρημο;" Και αυτός απάντησε: "Γιατί νομίζεις ότι είσαι μόνος και δε βλέπεις το Θεό δίπλα σου». Ο Χριστός έλεγε στους μαθητές Του: «Τί δειλοί εστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν;» Επιπλέον, ο φόβος εκφράζει απώλεια πίστης στα θεία, πνευματικά αγαθά που είναι τα μόνα απόλυτης και ζωτικής αξίας. Ο εμπιστευόμενος το Θεό άνθρωπος, οφείλει να μη φοβάται καμιά επίθεση κατά της ψυχής ή του σώματός του, ούτε τον πρόσκαιρο θάνατο του σώματος. Ο εμφόβως πάσχων, αποδίδει πίστη σε απατηλά αγαθά, αφανιζόμενα από αποσύνθεση, σκόρο και κλέφτες (Ματθ. στ΄ 19). Ο άνθρωπος, κάποτε, νομοτελειακά, χάνει τα αισθητά, εξαιτίας του πρόσκαιρου χαρακτήρα τους ή λόγω θανάτου. Μαζί χάνεται και η συνδεδεμένη ηδονή, που άλλωστε είναι σκαιώδης συγκρινόμενη με την απόλαυση των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Το γεγονός ότι ο φόβος είναι ανωφελής και χωρίς υπόσταση, άρα παράλογος, είναι εμφανές: ο άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει με το φόβο οιοδήποτε κακό του συμβεί.

ΑΙΤΙΕΣ: Ο έμφοβος βλέπει παραμορφωμένη την πραγματικότητα. Από τον τρόπο, που το πραγματικό γίνεται αντιληπτό και βιώνεται, ο φόβος αποκαλύπτει ότι η φαντασία δίνει κύρος και στις υπόλοιπες δυνάμεις επιβάλλοντας τις παραστάσεις της σ' αυτές (Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός). Ο φόβος αποτελεί συχνότατα αποκύημα φαντασίας. Στο εμφόβως πάσχον άτομο σημαντικό ρόλο ασκεί η επιρροή του παραλόγου, διότι μοιάζουν ανύπαρκτες οι δυνάμεις, που θα τον βοηθούσαν να αντιληφθεί τα πράγματα όπως είναι. “Ουθέν γαρ εστι φόβος ει μη προδοσία των από λογισμού βοηθημάτων” (Σ. Σολ. ιζ΄, 11). Για πολλούς Πατέρες η υπερηφάνεια γεννά τον παθολογικό φόβο: “Ο της ταπεινώσεως ελλείπων, ελλιπής εστι και από της τελειώσεως· και ο από ταύτης ελλιπής, αεί περίφοβός εστι” (Ισαάκ Σύρος). Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ο φόβος γεννάται και από την αμαρτία: “πάντα αυτοίς δέους και αγωνίας εστί μεστά, πάντα περιβλέπονται, πάντα φοβούνται”.Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής συμβουλεύει το χριστιανό, για τη θεραπεία του πάθους να επαγρυπνεί και να φροντίζει την εξομολόγηση ιδίως των ακουσίων αμαρτημάτων του και μάλιστα των ασυνείδητων από την πρώτη στιγμή Κατά τους Πατέρες, όπως και στα υπόλοιπα πάθη, οι δαίμονες συμβάλλουν στην εμφάνισή του φόβου, επωφελούμενοι από την παρουσία του, καθώς διαμορφώνεται γόνιμο έδαφος για τη δράση τους.


Βιβλιογρ.: E. R. Kandel, J. H. Schwartz, Νευροεπιστήμες και Συμπεριφορά, Π.Ε.Κρήτης, 1999.

J. C. Larchet: Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων, Αποστ. Διακονία, μτφρ.: Χ. Κουλας

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=T91-rZbEzDE

25.10.26

Η Αργοναυτική εκστρατεία - α΄ μέρος από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αργοναυτική εκστρατεία - α΄ μέρος

[Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 10.] 

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Ιάσων και Πελίας

    Στη συνέχεια των σημειωμάτων μας για την θεσσαλική Ιστορία και Μυθολογία, θα ασχοληθούμε με τους Θεσσαλούς ήρωες των δύο μεγάλων εκστρατειών: της Αργοναυτικής εκστρατείας πρώτα και αργότερα του Τρωικού πολέμου.




Α΄ Αίσονας και Πελίας

Στην Ιωλκό της Θεσσαλίας (σημερινός Βόλος) βασίλευε ο Πελίας, ο γιος του Ποσειδώνα, έχοντας σφετεριστεί το θρόνο απ’ τον ετεροθαλή αδελφό του Αίσονα. Κάποτε όμως άκουσε για ένα χρησμό που έλεγε ότι θα έβρισκε το θάνατο από έναν απόγονο του Αιόλου. Μάλιστα ο χρησμός αυτός διευκρίνιζε ότι ο φονέας του θα ήταν κάποιος ... μονοσάνδαλος που θα κατέβαινε από το γειτονικό Πήλιο. Ο ίδιος ο Πελίας ένιωθε ανακουφισμένος λίγο γιατί πίστευε ότι ο γιος του Αίσονα και πιθανός διεκδικητής του θρόνου είχε πεθάνει. Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι: λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Αίσονας, όταν ακόμα ο γιος του Ιάσονας ήταν βρέφος, είχε προφασιστεί ότι ο γιος του είχε πεθάνει και προς επιβεβαίωση των λόγων του, όλο το σπίτι του θρηνούσε σπαρακτικά. Οι συγγενείς του «νεκρού» παιδιού ξεπροβόδισαν τον πατέρα, ο οποίος, έχοντας αγκαλιά το φασκιωμένο μωρό, πήγαινε δήθεν να το θάψει.

Β΄ Ο Ιάσων και η συνάντηση με τον Πελία

Αντίθετα απ’ αυτό που φάνηκε στο παλάτι του Πελία, ο Ιάσων παραδόθηκε στα χέρια του Κενταύρου Χείρωνα. Έτσι η φροντίδα για την ανατροφή του μικρού έπεσε στα χέρια της Χαρικλώς και της Φιλύρας, συζύγου και μητέρας αντίστοιχα του σοφού Χείρωνα. Τα χρόνια της παιδικής του ηλικίας πέρασαν γρήγορα, ωσότου κάποια μέρα οι συγκεντρωμένοι πολίτες της αγοράς της Ιωλκού είδαν να στέκει ανάμεσά τους ένας εικοσάχρονος νέος με προβιά άγριου ζώου στους ώμους του που κρατούσε δυο δόρατα και φορούσε ένα σανδάλι. Ήταν ο νέος άνδρας πια Ιάσονας, που περνώντας το κοντινό ποτάμι, ρέμα καλύτερα, του Αναύρου, είχε χάσει το ένα σανδάλι του κάπου στη λάσπη της κοίτης του. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Πελίας με το άρμα του και βλέποντας το «μονοσάνδαλο» αναρίγησε. Κρύβοντας το φόβο του και προσποιούμενος ενδιαφέρον, ρώτησε τον ξένο ποιος ήταν και ποια η καταγωγή του. Ο Ιάσονας που δεν ήξερε με ποιον μιλούσε, του απάντησε χωρίς περιστροφές ότι γύρισε να πάρει πίσω τον κλεμμένο θρόνο της γενιάς του. Ο Πελίας δεν έδειξε να αντιδρά σ’ αυτά που άκουσε και όρισε κάποιους απ’ την αγορά να τον οδηγήσουν στο πατρικό του. Εκεί μέσα σε στιγμές ανείπωτης χαράς φιλήθηκε με το γερο-Αίσονα και τους αδελφούς του Φέρη και Αμυθάοντα που είχαν έρθει με τα παιδιά τους, ξαδέλφια του Ιάσονα, Άδμητο και Μελάμποδα. Αφού γιορτάστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα πανηγυριού η υποδοχή του μελλοντικού ήρωα, ο Ιάσονας αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να μιλήσει πια ανοιχτά με το σφετεριστή. Πήγε λοιπόν στο παλάτι και ζήτησε απ’ τον Πελία να του παραδώσει το θρόνο, επιτρέποντάς του να διατηρήσει στην κατοχή του ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας που είχε πρωτύτερα αρπάξει απ’ τον Αίσονα. Ο Πελίας δέχτηκε να του παραδώσει το θρόνο, μόνο που ισχυρίστηκε ότι έχει ένα …. βάρος στην ψυχή του. Είχε δει, είπε, στον ύπνο του το Φρίξο να τον παρακαλεί να πάει στην Κολχίδα για να φέρει πίσω την ψυχή του και το χρυσόμαλλο δέρας. «Όμως, συνέχισε ο πονηρός Πελίας, εγώ είμαι γέρος ενώ εσύ είσαι πάνω στο άνθος της ηλικίας σου και μπορείς να τα καταφέρεις πολύ καλύτερα από μένα. Αν καταφέρεις να το κάνεις, σου ορκίζομαι ότι θα σου παραδώσω την εξουσία.» Με τα λόγια αυτά ο Πελίας, καταλαβαίνουμε εύκολα πως ήλπιζε, με βάση το νόμο των πιθανοτήτων, ότι ο Ιάσων δε θα γύριζε ποτέ από ένα τέτοιο ταξίδι. Παρ’ όλα τούτα, ο Ιάσων δέχτηκε κι άρχισε τις ετοιμασίες.

Γ΄ Ετοιμασίες της εκστρατείας- ήρωες

Οι διάφοροι σταθμοί στην Αργοναυτική Εκστρατεία

Το πρώτο μέλημα του ήρωα ήταν να βρει έναν άριστο καραβομαραγκό. Έτσι και έκανε αναθέτοντας το έργο στον Άργο που του έφτιαξε ένα γερό αλλά και ελαφρύ σκαρί για πενήντα κωπηλάτες. Ο Πελίας…συμβούλεψε τον Άργο να μη βάλει πολλά καρφιά για να μη …βαρύνει το καράβι, ελπίζοντας ότι το σκάφος θα διαλύονταν με την πρώτη τρικυμία. Φυσικά δεν εισακούστηκε. Το πλοίο με τη βοήθεια της Αθηνάς, που του έδωσε ανθρώπινη λαλιά, ήταν έτοιμο και ονομάστηκε Πηλιάς Αργώ. Όσο κρατούσαν τα έργα της κατασκευής αυτού του σκάφους, ο Ιάσων έστειλε κήρυκες σ’ όλη την Ελλάδα ζητώντας άνδρες που θα ήθελαν να λάβουν μέρος στην εκστρατεία που θα ακολουθούσε. Οι πιο φημισμένοι ήρωες της εποχής από όλη τη χώρα, υποκινούμενοι από ιερό ζήλο που τους ενέπνευσε η θεά Ήρα, έσπευσαν στην Ιωλκό. Οι Αργοναύτες, οι σύντροφοι δηλαδή του Ιάσονα που ήταν αρχηγός της εκστρατείας ήταν μεταξύ άλλων : ο Τίφυς ο τιμονιέρης που πέθανε σε ξένα μέρη, ο Αγκαίος, τιμονιέρης κι αυτός, ο Εργίνος, ο Ναύπλιος, ο Εύφημος, ο Ίδμονας και ο Μόψος που ήταν μάντεις (ο τελευταίος κατάγονταν από το Μόψιο της Θεσσαλίας κοντά στις όχθες του Τιταρήσιου ποταμού και πέθανε από τσίμπημα φιδιού), ο Ορφέας, γνωστός Θράκας τραγουδιστής, οι Βορεάδες Κάλαϊς και Ζήτης, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης. Ήταν ακόμη ο Ίδας και ο Λυγκέας από τη Μεσσηνία, ο εγγονός του Μυρμηδόνα Αιθαλίδης που ήταν κήρυκας, ο ίδιος ο κατασκευαστής του πλοίου Άργος, οι συγγενείς του Ιάσονα : Άδμητος των Φερών, Περικλυμένης, Άκαστος (ο γιος του Πελία), Περικλύμενος, Ταλαός, Αρήιος, Λεώδοκος, Ίφικλος (θείος του Ιάσονα). Επίσης στην εκστρατεία έλαβαν μέρος και οι Λαπίθες: Αστερίωνας, ο γιος του Κομήτη απ’ το Αστέριο, ο Πολύφημος, που ήταν αδελφός του Καινέα, τα τρία παιδιά του Καινέα , ο Κόρωνος, ο Φώκος κι ο Πρίασος, ο Πειρίθους, ο Ευρυδάμας απ’ την Κτιμένη της Αχαΐας Φθιώτιδας κοντά στη λίμνη Ξυνιάδα, ο Φάληρος, που έδωσε τα’ όνομά του στην ομώνυμη περιοχή της Αττικής. Τέλος ακολούθησαν και διάφοροι άλλοι ήρωες όπως οι δίδυμοι Εχίων και Εύρυτος, ο Φλίας, ο Αστέριος, ο Αμφίων, ο Αυγείας (Ηλεία), ο Αμφιδάμας, ο Κηφεύς, ο Παλαιμόνιος, ο Άκτορας, ο Πελοπίδης, ο Τελαμώνας, ο Πηλέας (πατέρας του Αχιλλέα) ο Λαέρτης (πατέρας του Οδυσσέα), ο Ασκληπιός, ο Νέστορας, ο Κάνθος (από την Κήρινθο της Εύβοιας), ο Ίφιτος απ’ την Οιχαλία, ο Βούτης, ο Ύλας, ο μέγας Ηρακλής, και άλλοι, ανάλογα σε ποια παραλλαγή του μύθου δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα*
.

Δ΄ η αναχώρηση της Αργώς και η άφιξη στην Κολχίδα

Η κύρια πηγή του άρθρου

Έτσι οι ήρωες ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Δε θα αναφερθούμε αναλυτικά στις περιπέτειές τους γιατί θα χρειαζόμασταν σελίδες ολόκληρες και θα ξεφεύγαμε από το στόχο μας που είναι η θεσσαλική – λαρισαϊκή μυθολογία. Θα ασχοληθούμε όμως λίγο με το στόχο των Αργοναυτών. Την άφιξή τους στην Κολχίδα καθώς και την επιστροφή τους.

   Μετά από αρκετές περιπέτειες, όπως το πέρασμα των Συμπληγάδων πετρών, τη συνάντηση με τις Αρπύιες, την περιπέτεια στη Μυσία, κ.α., η Αργώ έφτασε στην Κολχίδα ή Αία. Εκεί βασίλευε ακόμα ο Αιήτης που ήταν γιος του Ήλιου και αδελφός της μάγισσας Κίρκης. Ο ίδιος καταγόταν από την Κόρινθο και όταν έφτασε σε ένα ταξίδι του σ’ αυτή τη μακρινή βαρβαρική χώρα, παντρεύτηκε μια κόρη του Ωκεανού την Ειδυία και με τη θέληση των θεών πήρε και το θρόνο της χώρας. Είχε κόρες τη Μήδεια και την Χαλκιόπη και γιο τον Άψυρτο. Οι Αργοναύτες λοιπόν έριξαν άγκυρα λίγο πιο μακριά από το λιμάνι της Αίας και συλλογίζονταν την κατάλληλη πρόφαση για να πλησιάσουν το βασιλιά. Ο καλύτερος τρόπος αποφασίστηκε ότι ήταν ότι έπρεπε να αποβιβαστούν πρώτα τα παιδιά του Φρίξου (Άργος, Μέλας, Κυτίσωρος και Φράντης) για να δουν τη μητέρα τους και σύζυγο του νεκρού πια πατέρα τους, τη Χαλκιόπη, που όπως προαναφέρθηκε ήταν κόρη του Αιήτη.

   Όμως θα συνεχίσουμε σε επόμενο σημείωμά μας...

* Σημείωση: Για την Αργοναυτική εκστρατεία έχουμε τις εξής πηγές: Απολλώνιος ο Ρόδιος,  «Αργοναυτικά», Πλούταρχος: «Θησεύς», Πλίνιος: «Φυσική ιστορία», Ευριπίδης: «Ανδρομάχη» και «Μήδεια», Όμηρος, Διόδωρος, Απολλόδωρος, Πίνδαρος: «Πύθια», Ορφικά «Αργοναυτικά», και από τον Αισχύλο: διάφορα αποσπάσματα.

18.10.26

Οι χριστιανοί της Συρίας απειλούνται — αλλά η Δύση κοιτά τα καπάκια από τα πλαστικά μπουκάλια!! Οι Χριστιανικές Κοινότητες στη Δίνη της Συριακής Κρίσης: απειλές, εκδιώξεις, φόνοι! από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Οι χριστιανοί της Συρίας απειλούνται — αλλά η Δύση κοιτά τα καπάκια από τα πλαστικά μπουκάλια!! Οι Χριστιανικές Κοινότητες στη Δίνη της Συριακής Κρίσης: απειλές, εκδιώξεις, φόνοι!

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

   


  Η Συρία έχει απομακρυνθεί από τα πρωτοσέλιδα της διεθνούς επικαιρότητας, εντούτοις η βία εξακολουθεί να πλήττει καθημερινά την εγχώρια πληθυσμιακή βάση. Πίσω από την υποτονική κάλυψη των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης, διαμορφώνεται μια εξαιρετικά εύθραυστη πραγματικότητα. Οι χριστιανικές κοινότητες, ανάμεσα στις οποίες και η ελληνορθόδοξη κοινότητα [Ρωμιοί του Λεβάντε] καθώς και οι Αλαουίτες, οι Δρούζοι και άλλες θρησκευτικές μειονότητες, υφίστανται συστηματικές επιθέσεις, πρακτικές εκφοβισμού και ένα καθεστώς γενικευμένης ανασφάλειας.

  

   Η γεωγραφική έκταση και η ένταση αυτών των διώξεων αποτυπώνονται ανάγλυφα στα γεγονότα των τελευταίων ετών. Στις αρχές Οκτωβρίου, ένοπλες ομάδες πραγματοποίησαν επιδρομή στην πόλη Σουκαϊλαμπίγια της δυτικής Συρίας, μια περιοχή όπου διαβιεί ισχυρό χριστιανικό στοιχείο. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, οι δράστες έκαναν χρήση πυρών, προκαλώντας εκτεταμένες υλικές ζημιές σε οικίες, εμπορικά καταστήματα και οχήματα, ενώ από τα πυρά κινδύνευσε άμεσα ένας ορθόδοξος ιερέας. Αν και δεν επιβεβαιώθηκαν απώλειες ανθρώπινων ζωών, η ενέργεια αυτή λειτούργησε ως σαφές μήνυμα προς τον τοπικό πληθυσμό, καταδεικνύοντας ότι ακόμη και οι ιστορικές χριστιανικές εστίες στερούνται πλέον ασφάλειας.

   

  Το εν λόγω συμβάν δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Ήδη από τον Μάρτιο του 2025, μια ομάδα άνω των εκατό ατόμων είχε εισβάλει στην ίδια πόλη, προβαίνοντας σε εμπρησμούς και καταστροφές περιουσιών. Παράλληλα, κατά την ίδια χρονική περίοδο, καταγράφηκαν εξαιρετικά σοβαρά επεισόδια βίας και συντονισμένων επιδρομών σε έτερες στρατηγικές περιοχές, όπως η Χομς και η Λαττάκεια. Τα περιστατικά αυτά είχαν ως τραγικό απολογισμό δεκάδες νεκρούς, απαγωγές αμάχων και τον βίαιο εκτοπισμό χιλιάδων πολιτών, επιβεβαιώνοντας τις αναφορές του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) για συνεχιζόμενες στοχευμένες δολοφονίες.

 

  Η πλέον αιματηρή προειδοποίηση, ωστόσο, είχε σημειωθεί τον Ιούνιο του 2025, όταν βομβιστής αυτοκτονίας εισέβαλε στον ελληνορθόδοξο ναό του Προφήτη Ηλία στη Δαμασκό. Ο δράστης άνοιξε πυρ εναντίον των πιστών προτού πυροδοτήσει τα εκρηκτικά του, παρασύροντας στον θάνατο τουλάχιστον 25 ανθρώπους και τραυματίζοντας περισσότερους από 60. Στον απόηχο της πολύνεκρης επίθεσης, ο Πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης Ι΄ άσκησε δριμεία κριτική, καταλογίζοντας στην τότε διακυβέρνηση αδυναμία προστασίας των πολιτών και επισημαίνοντας ότι οι τυπικές συλλυπητήριες ανακοινώσεις δεν επαρκούν.

   

  Σήμερα, η μεταβατική [;] κυβέρνηση του Ahmed al-Sharaa επιχειρεί να παρουσιαστεί στη διεθνή κοινότητα ως παράγοντας σταθερότητας. Εντούτοις, οι απαρχές της δομής της εντοπίζονται σε ένα ισλαμιστικό πολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει αποδείξει την ικανότητα —ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, την πρόθεση— να ελέγξει αποτελεσματικά τις ένοπλες ομάδες που δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας. [Γνωστό άλλωστε ότι ο πρόεδρος αυτός, γνωστός και με το όνομα Τζολάνι, ήταν καταζητούμενος ισλαμιστής τρομοκράτης. Σήμερα εκλεκτός της κας Ούρσουλάς και του ευρωπαίκού διευθυντηρίου, αφθόνως δε οικονομικώς επικουρούμενου!] Αυτό το πολιτικό κενό γεννά ένα καθεστώς γενικευμένου τρόμου. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις διεθνών και εγχώριων μέσων, όπως η Deutsche Welle και το Πρώτο Θέμα, μέλη των μειονοτήτων γίνονται αποδέκτες άμεσων απειλών, με τελεσίγραφα που επιτάσσουν την άμεση απομάκρυνσή τους επί ποινή θανάτου.

   

   Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στις δολοφονίες. Συνίσταται κυρίως στη διαρκή ψυχολογική πίεση, την προσδοκία μιας επικείμενης επίθεσης υπό καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας, τις καταστροφές περιουσιακών στοιχείων και τις πιέσεις για βίαιη αλλαγή του τρόπου ζωής. Όλα αυτά συνθέτουν μια μεθοδευμένη, σταδιακή ώθηση ολόκληρων κοινοτήτων προς τη μετανάστευση.

   Αυτή η πίεση οδηγεί σε μια πρωτοφανή δημογραφική κατάρρευση. Οι χριστιανοί της Συρίας (Ελληνορθόδοξοι, Μελχίτες Ελληνοκαθολικοί, Προτεστάντες και άλλα δόγματα) δεν αποτελούν μια νεοπαγή κοινότητα. Είναι εγκατεστημένοι στα εδάφη αυτά από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας και του πολιτισμικού αποθέματος της περιοχής. Πριν από το ξέσπασμα της εμφύλιας σύρραξης του 2011, το χριστιανικό στοιχείο αντιπροσώπευε περίπου το 10% του συνολικού πληθυσμού. Σήμερα, τα μεγέθη αυτά έχουν συρρικνωθεί δραματικά, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω του πολέμου, της ανέχειας και της διάχυτης ανασφάλειας, απειλώντας με ολοκληρωτική εξαφάνιση την ιστορική τους παρουσία.

   Το ερώτημα που τίθεται είναι αν υφίσταται πλήρης αποσιώπηση του ζητήματος. Η απάντηση είναι αρνητική, καθώς διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία, όπως το Reuters και το Associated Press, έχουν καταγράψει τα πλέον σοβαρά περιστατικά. Εντούτοις, η ενημέρωση παραμένει αποσπασματική. Κάθε γεγονός παρουσιάζεται ως μια μεμονωμένη «τοπική σύγκρουση» (!!) και σύντομα υποβαθμίζεται, χωρίς να εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συστηματικής στοχοποίησης των Χριστιανών.

   Την ίδια στιγμή, η στάση της Διεθνούς Κοινότητας χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Αν και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διεθνείς φορείς έχουν εκδώσει επανειλημμένα ψηφίσματα ζητώντας την άμεση προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στη Μέση Ανατολή, η Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζεται μεν συχνά σε ρητορικές καταδίκες, χρηματοδοτώντας όμως το καθεστώς Τζολάνι!. Η απουσία ενός συγκροτημένου, πρακτικού μηχανισμού παρέμβασης ή επιβολής κυρώσεων στο πεδίο αναδεικνύει ένα σημαντικό κενό μεταξύ των ευρωπαϊκών διακηρύξεων περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της απτής διπλωματικής δράσης.


 Συμπερασματική διαπίστωση: Ο
ι χριστιανικές κοινότητες στη Συρία απειλούνται άμεσα, συρρικνώνονται πληθυσμιακά και εγκαταλείπονται στη μοίρα τους. Η διεθνής κοινότητα δεν δύναται να επιδεικνύει ενδιαφέρον για τις μειονότητες, και δη τις χριστιανικές, αποκλειστικά όταν ο αριθμός των θυμάτων επαρκεί για τη δημιουργία ενός ελκυστικού πρωτοσέλιδου. Εφόσον η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας αποτελεί θεμελιώδη δυτική αξία, οφείλει να προασπίζεται ακόμη και όταν οι διώξεις δεν εξυπηρετούν συγκεκριμένες γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Η ολοκληρωτική εκκένωση της Συρίας από τις αρχαιότερες χριστιανικές κοινότητές της δεν θα αποτελέσει μια απλή παράπλευρη απώλεια του πολέμου. Θα συνιστά μια μη αναστρέψιμη ιστορική και πολιτισμική καταστροφή, η οποία θα έχει συντελεστεί υπό την ανοχή ενός κόσμου που επέλεξε να αδρανήσει.

     Σημείωση Επικαιρότητας (Οκτώβριος 2026):
Η διαρκής απειλή κατά της ελληνορθόδοξης παρουσίας στη χώρα επιβεβαιώθηκε εκ νέου με περιστατικό βίας που σημειώθηκε τη νύχτα της 3ης Οκτωβρίου 2026 στην κατά πλειονότητα χριστιανική πόλη Αλ-Σουκαϊλαμπίγια. Σύμφωνα με διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις (όπως η Aid to the Church in Need) και δημοσιογραφικές αναφορές, ένοπλες ομάδες εισέβαλαν στην πόλη και άνοιξαν πυρ εναντίον κατοικιών και υποδομών. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, ο ελληνορθόδοξος ιερέας της κοινότητας στοχοποιήθηκε άμεσα και διέφυγε τον θάνατο σε απόσταση αναπνοής, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση φορέων της Ρωμαίικης (Ελληνορθόδοξης) κοινότητας του Λεβάντε, οι οποίοι απηύθυναν έκκληση σε Αθήνα και Βρυξέλλες για την παροχή ουσιαστικών εγγυήσεων ασφαλείας.
   Αλήθεια οι κυβερνώντες και τα πολιτικά κόμματα άκουσαν κάτι;



11.10.26

Πρώτη εμφάνιση του Ηρακλή στη Θεσσαλία - Το τέλος της κυριαρχίας των Λαπιθών [Θεσσαλική Ιστορία - Μυθολογία 10.] από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Πρώτη εμφάνιση του Ηρακλή στη Θεσσαλία - Το τέλος της κυριαρχίας των Λαπιθών [Θεσσαλική Ιστορία - Μυθολογία 10.]

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου



   Στη μυθική Θεσσαλία η πρώτη δυναμική παρουσία του Ηρακλή, συνέβαλε στην εδραίωση της Εστιαιώτιδας, του κράτους δηλαδή της ΒΔ Θεσσαλίας. Σ’ αυτή λοιπόν την περιοχή βασίλευε σε μια φυλή Δωριέων ο Αιγίμιος, ακριβώς δίπλα στη χώρα των Λαπιθών. Εκείνη την εποχή οι Λαπίθες με βασιλιά το γιο του Καινέα, τον Κόρωνο, κήρυξαν τον πόλεμο στον Αιγίμιο κι άρχισαν να προελαύνουν στα εδάφη των αντιπάλων. Ο στρατός των Δωριέων έδειχνε αδύναμος μπροστά στη δύναμη και το πάθος των Λαπιθών. Έτσι ο Αιγίμιος ζήτησε τη συνδρομή του Ηρακλή που κατέφτασε με μεγάλη δύναμη Αρκάδων. 

    Στην καθοριστική μάχη που δόθηκε ο στρατός των Λαπιθών ηττήθηκε και ο βασιλιάς τους Κόρωνος έπεσε ηρωικά στο πεδίο της μάχης. Έτσι οι ακέφαλοι πια Λαπίθες συνθηκολογώντας επέστρεψαν τις κατακτημένες περιοχές της Εστιαιώτιδας στους Δωριείς του Αιγίμιου και επέστρεψαν ηττημένοι στην πατρίδα τους.

Παράθεμα, Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη: Ηρακλής και Λαπίθες

[Β 7,7] διεξιὼν δὲ Ἡρακλῆς τὴν Δρυόπων χώραν, ἀπορῶν τροφῆς, ἀπαντήσαντος Θειοδάμαντος βοηλατοῦντος τὸν ἕτερον τῶν ταύρων λύσας καὶ σφάξας εὐωχήσατο. ὡς δὲ ἦλθεν εἰς Τραχῖνα πρὸς Κήυκα, ὑποδεχθεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ Δρύοπας κατεπολέμησεν.

αὖθις δὲ ἐκεῖθεν ὁρμηθεὶς Αἰγιμίῳ βασιλεῖ Δωριέων συνεμάχησε· Λαπίθαι γὰρ περὶ γῆς ὅρων ἐπολέμουν αὐτῷ Κορώνου στρατηγοῦντος, ὁ δὲ πολιορκούμενος ἐπεκαλέσατο τὸν Ἡρακλέα βοηθὸν ἐπὶ μέρει τῆς γῆς. βοηθήσας δὲ Ἡρακλῆς ἀπέκτεινε Κόρωνον μετὰ καὶ ἄλλων, καὶ τὴν γῆν ἅπασαν παρέδωκεν ἐλευθέραν αὐτῷ.

   Στο επόμενο σημείωμα μας θα μιλήσουμε για την Αργοναυτική Εκστρατεία.

Τα άρθρα της σειράς μας εμπεριέχονται στο βιβλίο του Κων/νου Οικονόμου Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία τ. Ά  - Στην ομίχλη του Μύθου


10.10.26

Από τη γενιά του Αιόλου στο Φρίξο και την Έλλη [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 9.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 


Από τη γενιά του Αιόλου στο Φρίξο και την Έλλη [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 9.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Σίσυφος , Ιξίων και Τάνταλος τιμωρούμενοι στην Άδη!

Αιολίδες: 
Εκτός των Λαπιθών, άλλος μεγάλος βασιλικός οίκος της μυθικής Θεσσαλίας είναι οι Αιολίδες. Ιδρυτής της θεωρείται ο Αίολος γιος του Έλληνα (για τον οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω) και της Οθρηίδος Νύμφης και εγγονός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Αυτός είχε πέντε γιους και μια κόρη: τον Κριθέα, το Σίσυφο, τον Αθάμαντα, τον Σαλμωνέα, τον Περιήρη και την Μελανίππη. Αυτοί όμως που έχουν θεσσαλικό ενδιαφέρον είναι ο Κριθέας και ο Αθάμας. Ο Αθάμας εμφανίζεται αργότερα στο μύθο ως βασιλιάς της Βοιωτίας και σύζυγος της Νεφέλης. Ακολουθεί πιο κάτω η εξιστόρηση της υπόθεσης του Φρίξου που θα μας οδηγήσει, με τη σειρά της, στον επακόλουθο μύθο του Ιάσονα και της Αργοναυτικής εκστρατείας.

 Φρίξος και Έλλη

 

Η Ινώ καταδιώκει το Φρίξο
   Ο Αθάμας απέκτησε δυο παιδιά, το Φρίξο και την Έλλη από τη Νεφέλη1, όμως αυτό δεν τον έκανε, φαίνεται, ευτυχισμένο κι έδιωξε τη σύζυγό του για τα μάτια της Ινώς της κόρης του Κάδμου, που ήταν παλαιότερα ηγεμόνας της Θήβας. Η Ινώ, αντιπαθώντας τα δυο παιδιά του Αθάμα και θέλοντας να προωθήσει στο θηβαϊκό θρόνο κάποιον από τους γιους της που έφερε αργότερα στον κόσμο, κατέστρωσε ένα καταχθόνιο σχέδιο: έβαλε κάποιες γυναίκες της πόλης να κλέψουν τους σπόρους για την επόμενη σπορά, που φυλάσσονταν απ’ τους άνδρες τους και να τους ψήσουν ελαφρά ώστε να μην έχουν δυνατότητα αναπαραγωγής. Έτσι κι έγινε, την επόμενη χρονιά τίποτα δε φύτρωσε στην εύφορη πεδιάδα της Θήβας κι ο Αθάμας μη ξέροντας τι να σκεφτεί, έστειλε απεσταλμένους στο Μαντείο των Δελφών για να ρωτήσουν την αιτία. Η Ινώ όμως φρόντισε να τους εξαγοράσει, ώστε να ανακοινώσουν ψεύτικο χρησμό, που έλεγε ότι για να απαλλαγούν, δήθεν, απ’ αυτό το κακό, έπρεπε να θυσιαστεί ο Φρίξος στο Δία. Όμως η Νεφέλη, ως από μηχανής θεός, άρπαξε τα παιδιά της και τα οδήγησε σ’ ένα χρυσόμαλλο κριάρι, δώρο του Ερμή.

Ο Φρίξος και η Έλλη ανακουφισμένοι καβαλίκεψαν το κριάρι και πετώντας πάνω απ’ την Ελλάδα, τη Θράκη και το Αιγαίο, κατευθύνθηκαν προς την Κολχίδα. Κάποια στιγμή όμως η Έλλη γλίστρησε και πέφτοντας στα στενά που ονομάστηκαν από τότε Ελλήσποντος, πνίγηκε. (Έλλης + πόντος-θάλασσα) Ο Φρίξος κατέληξε μόνος του στην Ανατολική άκρη της Μαύρης θάλασσας, την Κολχίδα. Εκεί τον υποδέχτηκε ο βασιλιάς Αιήτης, γιος του Ήλιου, που του έδωσε για σύζυγο την κόρη του Χαλκιόπη. Ο Φρίξος θυσίασε το κριάρι στο θεό Δία και παρέδωσε το χρυσόμαλλο δέρας (δέρμα) του στον Αιήτη που το κρέμασε στο άλσος του Άρη, στα κλαδιά μιας βελανιδιάς, απ’ όπου ο Ιάσονας αργότερα θα το αρπάξει.

Άσχημο τέλος, όμως επιφυλλάχτηκε απ' τους θεούς για το βασιλικό ζεύγος της Θήβας. Η θεά Ήρα επιβουλεύτηκε το βασιλικό ζεύγος γιατί είχαν κρύψει το μικρό θεό Διόνυσο, όταν η ίδια ήθελε το κακό του, μιας και ο μικρός θεός ήταν νόθος γιος του Δία. Έτσι λοιπόν τους πήρε τα λογικά με αποτέλεσμα να σκοτώσουν πάνω στην τρέλα τους τα δυο τους παιδιά, τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη. Όταν όμως συνήλθαν κι αντιλήφθηκαν το έγκλημά τους, η μεν Ινώ αυτοκτόνησε πέφτοντας στο Σαρωνικό, ο δε Αθάμας αναχώρησε θλιμμένος μακριά και κατέφυγε στην Πίνδο όπου και τελικά εγκαταστάθηκε. Εκεί άφησε απογόνους και η περιοχή ονομάστηκε Αθαμαντία ή Αθαμανία και οι κάτοικοί της Αθάμαντες ή Αθαμάνες.

    Παράθεμα: Απολλόδωρος, Βιβλιοθηκη: Διήγηση για το Φρίξο


[Α 9,1] τῶν δὲ Αἰόλου παίδων Ἀθάμας, Βοιωτίας δυναστεύων, ἐκ Νεφέλης τεκνοῖ παῖδα μὲν Φρίξον θυγατέρα δὲ Ἕλλην. αὖθις δὲ Ἰνὼ γαμεῖ, ἐξ ἧς αὐτῷ Λέαρχος καὶ Μελικέρτης ἐγένοντο. ἐπιβουλεύουσα δὲ Ἰνὼ τοῖς Νεφέλης τέκνοις ἔπεισε τὰς γυναῖκας τὸν πυρὸν φρύγειν. λαμβάνουσαι δὲ κρύφα τῶν ἀνδρῶν τοῦτο ἔπρασσον. γῆ δὲ πεφρυγμένους πυροὺς δεχομένη καρποὺς ἐτησίους οὐκ ἀνεδίδου. διὸ πέμπων ὁ Ἀθάμας εἰς Δελφοὺς ἀπαλλαγὴν ἐπυνθάνετο τῆς ἀφορίας. Ἰνὼ δὲ τοὺς πεμφθέντας ἀνέπεισε λέγειν ὡς εἴη κεχρησμένον παύσεσθαι τὴν ἀκαρπίαν, ἐὰν σφαγῇ Διὶ ὁ Φρίξος. τοῦτο ἀκούσας Ἀθάμας, συναναγκαζόμενος ὑπὸ τῶν τὴν γῆν κατοικούντων, τῷ βωμῷ παρέστησε Φρίξον. Νεφέλη δὲ μετὰ τῆς θυγατρὸς αὐτὸν ἀνήρπασε, καὶ παρ᾽ Ἑρμοῦ λαβοῦσα χρυσόμαλλον κριὸν ἔδωκεν, ὑφ᾽ οὗ φερόμενοι δι᾽ οὐρανοῦ γῆν ὑπερέβησαν καὶ θάλασσαν. ὡς δὲ ἐγένοντο κατὰ τὴν μεταξὺ κειμένην θάλασσαν Σιγείου καὶ Χερρονήσου, ὤλισθεν εἰς τὸν βυθὸν ἡ Ἕλλη, κἀκεῖ θανούσης αὐτῆς ἀπ᾽ ἐκείνης Ἑλλήσποντος ἐκλήθη τὸ πέλαγος. Φρίξος δὲ ἦλθεν εἰς Κόλχους, ὧν Αἰήτης ἐβασίλευε παῖς Ἡλίου καὶ Περσηίδος, ἀδελφὸς δὲ Κίρκης καὶ Πασιφάης, ἣν Μίνως ἔγημεν. οὗτος αὐτὸν ὑποδέχεται, καὶ μίαν τῶν θυγατέρων Χαλκιόπην δίδωσιν. ὁ δὲ τὸν χρυσόμαλλον κριὸν Διὶ θύει φυξίῳ, τὸ δὲ τούτου δέρας Αἰήτῃ δίδωσιν· ἐκεῖνος δὲ αὐτὸ περὶ δρῦν ἐν Ἄρεος ἄλσει καθήλωσεν. ἐγένοντο δὲ ἐκ Χαλκιόπης Φρίξῳ παῖδες Ἄργος Μέλας Φρόντις Κυτίσωρος.

[Α 9,2] Ἀθάμας δὲ ὕστερον διὰ μῆνιν Ἥρας καὶ τῶν ἐξ Ἰνοῦς ἐστερήθη παίδων· αὐτὸς μὲν γὰρ μανεὶς ἐτόξευσε Λέαρχον, Ἰνὼ δὲ Μελικέρτην μεθ᾽ ἑαυτῆς εἰς πέλαγος ἔρριψεν. ἐκπεσὼν δὲ τῆς Βοιωτίας ἐπυνθάνετο τοῦ θεοῦ ποῦ κατοικήσει· χρησθέντος δὲ αὐτῷ κατοικεῖν ἐν ᾧπερ ἂν τόπῳ ὑπὸ ζῴων ἀγρίων ξενισθῇ, πολλὴν χώραν διελθὼν ἐνέτυχε λύκοις προβάτων μοίρας νεμομένοις· οἱ δέ, θεωρήσαντες αὐτόν, ἃ διῃροῦντο ἀπολιπόντες ἔφυγον. Ἀθάμας δὲ κτίσας τὴν χώραν Ἀθαμαντίαν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ προσηγόρευσε, καὶ γήμας Θεμιστὼ τὴν Ὑψέως ἐγέννησε Λεύκωνα Ἐρύθριον Σχοινέα Πτῶον.

1. Σύμφωνα με παραλλαγή του μύθου ο Αθάμας ήταν βασιλιάς στη Θεσσαλία. Σύμφωνα με άλλη πρώτη σύζυγος του ήταν η Ινώ και δεύτερη η Νεφέλη.

27.9.26

Έως την Κόλαση, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος [στους ασυρματιστές του Θεού!] Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 


Έως την Κόλαση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

             Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος

 [στους ασυρματιστές του Θεού!]

Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 

 

 
“Την πήρα την απόφαση, ό,τι κι αν γίνει, θα φύγω. Θα πάω στο Όρος!” , είπε ο Βασίλης. Δεν κατάλαβε πως από το συλλογισμό του, που ήταν μέχρι τότε βυθισμένος, τα τελευταία λόγια τα είπε δυνατά. Μα εκείνη ούτε καν πρόσεξε τη φωναχτή του σκέψη. Συνέχισε την απασχόληση της στον καθρέφτη, γιατί και απόψε πάλι θα 'βγαινε....

   Αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, η μάνα του έφευγε. Και οι παρέες, άφθονες και ... ποικίλλες. Την όμορφη νέα χήρα, βλέπεις, την προτιμούσαν για παρέα όλοι οι “ελεύθεροι” στην πόλη. Έφτανε μια φευγαλέα ματιά να τη ρίξει κανείς και να μείνει μαγνητισμένος απ΄ τα “φαινόμενα κάλλη” της. Κι εκείνη, άλλωστε, δεν άντεχε πια με τη σκέψη του εδώ και δυο χρόνια “φευγάτου” άντρα της. Εκεινού η καρδιά έτσι ξαφνικά μια νύχτα σταμάτησε και πήγε για το “απάνω ταξίδι”, όπως έλεγε κι ένας θείος του ορφανού πια δεκαεννιάχρονου Βασίλη.

   Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ο ήρεμος, αποφασισμένος πια, έφηβος, άφησε ένα σημείωμα στη μητέρα του, που κοιμόταν, φορτώθηκε ένα μικρό σακίδιο και κατηφόρισε για το σταθμό λεωφορείων.

                                   . . . . . . . . . . . . . . . . .

  Ο μεσήλικας ξερακιανός μοναχός μπήκε τελευταίος στην τράπεζα της Μονής. Κάθισε στην άκρη του πάγκου, ακριβώς απέναντι από δυο-τρεις επισκέπτες και δίπλα στον αρχοντάρη, τον γέροντα Αντώνιο. Οι φιλοξενούμενοι τον κοίταξαν αρκετά περίεργα. Ο λόγος ήταν ότι το δεξί του χέρι ήταν μπανταρισμένο με γάζες, που μόλις διακρίνονταν, ενώ από πάνω ήταν δεμένο με ένα κομμάτι τριμμένου ράσου, γκριζαρισμένου από την πολυκαιρία. Ο μοναχός αυτός τελείωσε το λιτό του γεύμα σχεδόν ταυτόχρονα με το τέλος της ανάγνωσης του ιερού κειμένου από τον αναγνώστη. Έπειτα αποσύρθηκε αθόρυβα. Οι επισκέπτες, σαν απόφαγαν, όλο περιέργεια και απορία, πήραν να ρωτάν τον αρχοντάρη για τον μοναχό αυτό: Ποιος ήταν, αν ηταν ασκητής σε κάποια σκήτη ή κάθισμα, αν ήταν χαρισματικός και, κυρίως, τι είχε το χέρι του. Ο αρχοντάρης, αφου τους είπε ότι αυτός ο μοναχός ονομαζόταν Βησσαρίων, τους υποσχέθηκε ότι μετά τον εσπερινό θα τους αντάμωνε να τους λύσει την απορία.

  Καθισμένοι οι τρεις φίλοι σε ένα πεζούλι στο προαύλιο της Μονής, κοιτάζοντας στο πέλαγος κι ενώ συζητούσαν για θέματα που τους εντυπωσίασαν στο μοναστήρι, είδαν με χαρά τον μοναχό Αντώνιο να έρχεται κοντά τους. Ακόμη τους “έτρωγε” η κοσμική περιέργεια για το γέροντα Βησσαρίωνα. “Τον πατέρα Βησσαρίωνα, παιδιά μου τον γνώρισα πριν από τριάντα περίπου χρόνια”, άρχισε να διηγείται ο αρχοντάρης. “Ήλθαμε στη Μονή την ίδια χρονιά. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Βασίλης. Αφού περάσαμε κι οι δυο μας το δοκιμαστικό στάδιο και δεχθήκαμε την κουρά της αγγελικής ζωής, εκείνος πήρε ευχή και έζησε για λίγο ως υποτακτικός σ΄ εναν άγιο γέροντα στα τρομερά “Καραούλια”. Επέστρεψε πέντε ή έξι χρόνια αργότερα, μετά την κοίμηση του γέροντά του, αλλά με δεμένο το χέρι του! Κάποτε τον ρώτησα γι΄ αυτό και εκείνος μου είπε την φοβερή του ιστορία. Όταν πήγε στην Έρημο του Όρους, πληροφορήθηκε πως η χήρα μητέρα του απεδήμησε εις Κύριον. Εκείνος φοβόταν πολύ για την κατάληξη της μητέρας του, επειδή η ζωή της ήταν άστατη. Άρχισε λοιπόν να έχει αγωνία κι ερωτήματα για την κατάληξή της. Εννοείται ότι συνεχώς τη μνημόνευε, της έκανε μνημόσυνα, τρισάγια, προσευχές και δεήσεις για την ανάπαυσή της, μα ακόμη τέτοια βασανιστικά ερωτήματα τον απασχολούσαν. Σώθηκε η μητέρα του; Αν δεν σώθηκε, τι θα μπορούσε να κάνει; Με τέτοιους λογισμούς απευθύνθηκε στον γέροντά του για να τον ρωτήσει. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του, έβαλε μετάνοια και, με δάκρυα στα μάτια, τού μίλησε για τον επίγειο βίο της μητέρας του και ποιες ήταν μέχρι τότε οι ενέργειες του για τη σωτηρία της ψυχής της. Εκείνος του απάντησε πως αυτό πού ζητούσε να μάθει από εκείνον, ήταν κάτι ίσως αδύνατο για τα ανθρώπινα μέτρα. Αλλά, του είπε εν τέλει, ότι θα παρακαλούσαν το Θεό, κι οι δύο μαζί, να τους πει πού βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας του. Έπειτα, ο γέροντας έβγαλε τον Βησαρίωνα έξω από την καλύβη τους και του είπε να μείνει εκεί όρθιος, επτά ολόκληρες ήμερες προσευχόμενος, χωρίς να φάει τίποτε και ούτε να κινηθεί ή να καθίσει. Κι ο Βησαρίων έμεινε εκεί επτά μέρες κι επτά νύχτες, όρθιος, ακίνητος, διαρκώς ένδακρυς, προσευχόμενος να ελεήσει ό Θεός και να τον φωτίσει με την αποκάλυψη της κατάστασης της ψυχής εκείνης. Ο γέροντάς του, έκανε ακριβώς το ίδιο μέσα στην καλύβη. Όταν έφθασε η νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ο νους του Βησαρίωνα στον ουρανό και σε έκσταση είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Είδε ότι πραγματικά οι ψυχές στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν! Είδε στα αριστερά του, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο ακαθαρσίας, λάσπης και ανυπόφορης δυσωδίας, που έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ΄ αυτή τη φοβερή λίμνη την “καιομένη του πυρός”, είδε να ξεχωρίζουν ανθρώπινες ψυχές. Πότε βυθίζονταν μέσα της και πότε ανέβαιναν ψηλά, σαν να παίρνουν μια ανάσα και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, αδιάκοπα. Κάποια στιγμή, μέσα στις τόσες δύστυχες ψυχές, αναγνώρισε και τη μάνα του. Ναι, την έβλεπε για λίγο από τους ώμους και πάνω κι αναρρίγησε. Κι εκείνη αναγνωρίζοντας το γιό της στην όχθη αυτής της “Γέεννας”, του φώναξε ξέπνοα: “Παιδί μου! Βοήθησέ με!”, και ξαναβυθίστηκε. Έπειτα ξαναφάνηκε πάλι για να φωνάξει ξανά: “έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”. Πριν βυθιστεί και πάλι στο βόρβορο, φώναξε στο γιο της: “Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!”. Ήταν τόση η θλίψη του Βησσαριώνα, όταν έβλεπε κι άκουγε αυτά, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν, βούτηξε το χέρι του μέσα, την άρπαξε από τα μαλλιά και με δυσκολία την τράβηξε έξω! Έξω από τη λίμνη αυτή ο Βησσαρίων είδε κάτι που έμοιαζε με χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, δίπλα σ΄ένα βράχο, έτρεχε γάργαρο νερό μέσα στην κολυμβήθρα, χωρίς όμως ποτέ να γεμίζει. Πήρε τότε τη μητέρα του αγκαλιά στα δυο του χέρια και την έβαλε μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα, όπου πλύθηκε, καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν χιόνι. Έπειτα, κάποιοι λευκοντυμένοι νέοι, που δεν τους είχε προσέξει νωρίτερα, της έδωσαν λευκό φόρεμα. Εκείνη τυλίχτηκε μ’ αυτό και έφυγε μαζί τους. Καθώς απομακρυνόταν ανάμεσά τους, στην αντίθετη από τη λίμνη κατεύθυνση, είδε να του γνέφει χαιρετώντας χαρούμενη. Αμέσως, μετά ο Βησσαρίων επανήλθε στα γήινα. Το χάραμα, μετά το τέλος της έβδομης νύχτας, ήταν εκεί, ορθός, έξω από την καλύβη, παρακαλώντας ακόμη το Θεό για τη σωτηρία της μητέρας του, ευγνωμονώντας ταυτόχρονα Εκείνον για την οπτασία. Λίγο μετά, ο γέροντάς του βγήκε από την καλύβη και τον ρώτησε τι είχε δει. Εκείνος ξέσπασε με λυγμούς σε ευχαριστίες προς τον Θεό για την ευσπλαχνία Του που έβγαλε την ψυχή της μάνας του από τον Αδη. Το χέρι του όμως που βούτηξε μέσα στη φοβερή λίμνη του πυρός, μέχρι τον αγκώνα, ήταν καμένο και συγχρόνως βρωμούσε απαίσια. Ο Βησσαρίων μου είπε ότι παρακάλεσε το γέροντά του, μετά απ΄ αυτά, να του θεραπεύσει το χέρι του, όμως εκείνος αρνήθηκε να σβήσει εκείνο το “σημείον μέγα”, που αποτελούσε σημάδι του θαύματος! Ο γέροντας τού τόνισε πως το “σημείον” εκείνο ήταν η απόδειξη για το πόση δύναμη έχουν Θεία Λειτουργία, μνημόσυνα, τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Έπειτα, ο άγιος Γέρων ασκητής έσκισε ένα κομμάτι από το ράσο του και του είπε: “Τύλιξε το χέρι σου μ΄ αυτό. Ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και σε όσους αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια αυτής της ιστορίας”. 

   

  Εγώ, όταν μου τα έλεγε αυτά ο αδελφός μου, είχα λογισμούς δυσπιστίας. Εκείνος με κατάλαβε και τράβηξε λίγο τη μια άκρη του ράσου. Παιδιά μου!”, έκανε κοιτώντας κατάματα τους ακροατές του ο αρχοντάρης, “δεν άντεξα την “βρώμα” εκείνη κι έφυγα μακριά. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντα ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό κι ευώδιαζε!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon


Σημ.: Στηρίζεται σε αληθινό γεγονός [Θεοδώρητος, 6ος αι. μ.Χ.]

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=ui8421csYWo

19.9.26

Ο Φαέθων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Φαέθων

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


   

Ρούμπενς:  Η πτώση του Φαέθοντα

ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
: Ο Φαέθων ήταν γιος του Ήλιου και της Κλυμένης. Το όνομά του σημαίνει σημαίνει αυτός που λάμπει και προέρχεται από το ρήμα “φαέθω” που σημαίνει “λάμπω”. Στο χαμένο έργο του Αισχύλου, Ηλιάδες ή Ηλίου Κόρες, υπήρχε περιγραφή της περιπέτειας του Φαέθοντα. Στην τραγωδία αυτή, μέλη του Χορού αποτελούσαν οι αδελφές του, κόρες του Ήλιου, οι Ηλιάδες. Τα ονόματα των Ηλιάδων ηταν Μερόπη, Ηλεία, Αίγλη, Λαμπετώ, Φοίβη, Αιθερία και Διοξίππη.

   Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Φαέθων ήταν παιδί της Νύμφης Κλυμένης, κάπου στο βασίλειο της Αιγύπτου [ορισμένοι συγγραφείς ομιλούν για την Αιθιοπία]. Κάποιοι φίλοι του μικρού Φαέθοντα, λέει ο μύθος, αμφισβητούσαν την ουράνια καταγωγή του και έτσι εκείνος κατέφυγε λυπημένος στη μητέρα του. Της ζήτησε να του δώσει μια απόδειξη ότι πράγματι είναι γιος του Ήλιου για να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή του. Έπεσε λοιπόν στην αγκαλιά της και την πίεζε να του μιλήσει. Εκείνη τότε του είπε δείχνοντάς του τον δίσκο του ήλιου: “Σε αυτή τη μεγάλη λάμψη, που ακτινοβολεί σαν μια τεράστια πυρκαγιά, που ακούει και μας βλέπει τώρα, σου ορκίζομαι, αγαπητό μου παιδί, ότι, ο Ήλιος, που περιτριγυρίζει ολόκληρη τη γη, αυτός είναι ο πατέρας σου. Αν σου λέω ψέματα, το φως αυτό που βλέπω να είναι το τελευταίο!”. Και η μητέρα τελείωσε τα λόγια της λέγοντάς του πως, αν ο ίδιος ήθελε, μπορούσε να επισκεφθεί τον πατέρα του στο παλάτι του. “Το παλάτι”, του είπε, “βρίσκεται χωρίς μεγάλο κόπο. Ο τόπος από τον οποίο σηκώνεται [Ανατολή], συνορεύει με τη δική μας γη [της Αιγύπτου]. Πήγαινε, λοιπόν, και κάνε την ερώτησή σου στον ίδιο τον Ήλιο”. Τότε το πρόσωπο του Φαέθοντα έλαμψε και αφού φίλησε τη μητέρα του ξεκίνησε για το σπίτι του πατέρα του. Το παλάτι του Ήλιου βρισκόταν στα σύνορα της Ινδίας με την Αίγυπτο [αυτές ήταν οι γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων, άλλωστε], και είχε ψηλές κολώνες από χρυσό και φλεγόμενο χαλκό. Οι πόρτες του ασημένιες, ενώ τα αετώματα φτιαγμένα από λαμπρό ελεφαντόδοντο. Στη συνέχεια, ο γιος της Κλυμένης, αναρριχήθηκε μια απότομη ανάβαση, και μπήκε στο παλάτι του πατέρα του, στεκόμενος όμως μακριά του, γιατί δεν μπορούσε να τον προσεγγίσει από το εκτυφλωτικό φως. 

     

   Τυλιγμένος σε μωβ μακριά ρούχα ο Ήλιος καθόταν σ΄ ένα ψηλο θρόνο με αστραφτερά σμαράγδια. Βλέποντάς τον επισκέπτη, στάθηκε ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα [λυκαυγές] για να μπορέσει να τον αντικρύσει κάπως ο Φαέθων. Το παιδί συγκλονισμένο, κοιτούσε τον κόσμο όπως φαινόταν από εκεί ψηλά. Τότε ο Ήλιος τον ρώτησε; “Για ποιο σκοπό ήρθε ως εδώ ο γιος μου;” Το αγόρι τότε, γεμάτο χαρά, του απάντησε: “Φοίβε, πατέρα μου και φως της δημιουργίας, η μητέρα μου, Κλυμένη, μου είπε την αλήθεια για σένα. Θέλω, όμως, πατέρα μου να δώσω μια απόδειξη σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή μου από σένα.” Τότε ο Ήλιος άφησε το στέμμα του με τις ακτίνες και φώναξε κοντά του το Φαέθοντα και του είπε με τρυφερή φωνή. “Για να ικανοποιήσω αγαπητό μου παιδί την επιθυμία σου, σού υπόσχομαι ότι θα κάνω όποια χάρη μου ζητήσεις για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Να! Ορκίζομαι στη Στύγα [απαράβατος όρκος για θεούς και ανθρώπους], θα ικανοποιήσω όποια επιθυμία της καρδιάς σου”. Τότε εκείνος του ζήτησε για μια μέρα να οδηγήσει το άρμα του πάνω από τη γη. Θλίψη και τύψεις πλημμύρισαν, τότε, την ψυχή του πατέρα του, και πικρά κούνησε το κεφάλι του: “Μακάρι να μπορούσα να ανακαλέσω την υπόσχεσή μου, Φαέθων!” Όμως, προσπάθησε να τον μεταπείσει για να του ζητήσει να του ικανοποιήσει κάποια άλλη του επιθυμία. Ανάμεσα στα επιχειρήματα του Ήλιου ήταν ότι ούτε ο Δίας, ο πατέρας των θεών, δε θα μπορούσε να πετάξει με το άρμα του. Του είπε ακόμη ότι τα άλογά του δεν μπορούν να υποταχθούν στις εντολές κάποιου άλλου, ενώ του τόνισε ότι ακόμη κι ό ίδιος όταν οδηγεί εκεί ψηλά το άρμα του, τού φέρνει δέος το ύψος. Του είπε ακόμη για τη ζάλη που φέρνουν οι αστερισμοί που κινουνται αντίθετα με τη φορά του άρματός του. Τέλος του είπε για τον τρόμο που θα ένιωθε, ίσως, από κάποιους αστερισμούς, όπως τον Λέοντα, ή τον παντοδύναμο Ταύρο, τον Τοξότη που θα μπορούσε να τον χτυπήσει ή για το δηλητήριο του Σκορπιού. Μα ό,τι κι αν του έλεγε ο πατέρας του, ο Φαέθων επέμενε. Ήθελε να πειστούν όλοι ότι είναι πράγματι γιός του Φοίβου. Μη μπορώντας να κάνει κάτι, μιας και ορκίστηκε, ο Ήλιος οδήγησε το Φαέθοντα στο άρμα του. Κι ενώ του εξηγούσε ο πατέρας του τον τρόπο που θα το καθοδηγούσε και το παιδί θαύμαζε το πανέμορφο χρυσό αυτό άρμα, η Ηώς, το πρώτο φως της ημέρας, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της και μια τριανταφυλλί απόχρωση έβαψε τον ορίζοντα. Τ΄ αστέρια, ένα ένα, έχαναν τη λάμψη τους, ενώ ο Εωσφόρος [Αφροδίτη] έλαμπε περιμένοντας το άρμα του Ήλιου να ξεκινήσει το ημερήσιό του ταξίδι. Τότε, ο Ήλιος κάλεσε τις Ώρες να περάσουν το ζυγό του άρματος στα άλογά του. 
   
   Στη συνέχεια, ο πατέρας άλειψε το πρόσωπο του γιου του με μια μαγική αλοιφή για να τον προστατεύσει από τις λαμπερές ηλιαχτίδες, και με βαριά καρδιά και αναστεναγμούς, του είπε τα τελευταία λόγια: “
Χρησιμοποίησε το μαστίγιο για να κατευθύνεις τα άλογα και το ζήλο τους. Να αποφεύγεις τον ευθύ δρόμο αλλά να πάρεις την καμπύλη του ουρανού. Να είσαι πάντοτε ανάμεσα από τη ζώνη της Άρκτου και του Νότιου πόλου και μακριά από τον Όφι και το Σκορπιό [αστερισμούς]. Πρόσεχε να κρατάς σταθερό ύψος στη διαδρομή. Ούτε πολύ χαμηλά, γιατί θα κάψεις τη γη, ούτε πολύ ψηλά. Η ασφαλέστερη οδός βρίσκεται ανάμεσα. Όμως, ας μη μιλάμε άλλο. Μας καλεί το καθήκον, η νύχτα έφυγε. Εμπρός! Ανάλαβε τα ηνία!».

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: Ο Φαέθων, περήφανος, πήρε τα ηνία με χαρά, και κοιτάζοντας προς τα κάτω, ευχαρίστησε τον πατέρα του για το δώρο. Στο μεταξύ, τα τέσσερα γρήγορα άτια του Ήλιου, Αίθων, Αυγή, Πυρός και ο Φλέγων κλώτσησαν τις πύλες της χώρας του Ήλιου και με ρουθούνισμα φωτιάς, όρμησαν ψηλά στον ουρανό. Με τον γρήγορο καλπασμό τους ξέσκισαν τα σύννεφα και πετούσαν γρηγορότερα κι απ' τον άνεμο. Αλλά ένιωθαν ελαφρύτερο από κάθε άλλη φορά το ζυγό τους. Και σαν ένα πλοίο χωρίς το έρμα του, αναπηδούσε κάθε λίγο σαν να μην είχε οδηγό. Τα άλογα έτρεχαν άγρια κι άφησαν την συνηθισμένη τους στράτα. Ο Φαέθων, ζαλισμένος και φοβισμένος, δεν μπορούσε ούτε να χρησιμοποιήσει τα ηνία, ούτε να βρει το δρόμο, αλλά ούτε και να βρει τρόπο να τον υπακούσουν τα άλογα. Σύντομα, το άρμα πήρε μεγάλο ύψος. Ο Οφιούχος, ο Βοώτης και η Μεγάλη Άρκτος, έφευγαν μακριά να κρυφτούν. Και όταν ο επιπόλαιος Φαέθων, από το ύψος του ανώτερου ουρανού, κοίταξε και είδε πολύ, πολύ κάτω, τις χώρες και τις ηπείρους, το πρόσωπό του χλώμιασε, τα γόνατά του κόπηκαν από τον ξαφνικό φόβο, ενώ τα μάτια του τυφλώθηκαν από το έντονο φως. “Μακάρι, να μην είχα αγγίξει ποτέ τα άλογα του πατέρα μου”, σκέφτονταν, ενώ έβλεπε μακριά μπροστά του τη Δύση, αναλογιζόμενος πως δε θα φτάσει ποτέ εκεί. Κοιτάζοντας γύρω του, αντιλήφθηκε πως σκορπισμένα σε όλο τον ουρανό βρίσκονταν γιγαντιαίοι σχηματισμοί από αρπακτικά ζώα. Όταν είδε, μάλιστα δίπλα του, το φοβερό ουράνιο Σκορπιό, τρόμαξε τόσο, ώστε έχασε την ψυχραιμία του και συγχρόνως τα ηνία του άρματος. Επακολούθησε το αφήνιασμα των αλόγων, που είχε ως αποτέλεσμα να ανεβοκατεβαίνει το άρμα του Ήλιου, απειλώντας με καταστροφή τη Γη. Τελικώς μάλιστα, τα άλογα έφεραν το άρμα τόσο χαμηλά προς τη γη, ώστε άρχισε να καίγεται ολάκερη η γη και τα ποτάμια ξεραίνονταν από την εκπεμπόμενη θερμότητα. Μάλιστα, προσθέτει ο Οβίδιος, η γη καθώς σκίστηκε, άφηνε τις ακτίνες του καυτού ήλιου να φτάνουν ως τα παλάτια του βασιλιά του Άδη, του Πλούτωνα! Ακόμη κι ο Νηρέας, κρύφτηκε βαθιά κάτω στις θαλάσσιες σπηλιές για να αποφύγει την καυτή επιφάνεια του Ωκεανού. Οι Αιθίοπες και οι Ινδοί λέγεται πως πήραν από τότε το μελαμψό χρώμα στο δέρμα τους! Ο Ποσειδών, ο Πλούτων και άλλοι ολύμπιοι θεοί οργίστηκαν πραγματικά και ζητούσαν από το Δία να αποκαταστήσει την παγκόσμια τάξη.

Η Κλυμένη δείχνει στο γιο της, Φαέθοντα, την κατοικία του ήλιου
   ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΕΘΟΝΤΑ: Τότε ο Δίας, θέλοντας να προλάβει χειρότερες καταστροφές, γκρέμισε τον Φαέθοντα με ένα κεραυνό στον Ηριδανό [Πάδο] ποταμό, σκοτώνοντάς τον. Οι Εσπερίδες Νύμφες έθαψαν το σώμα του σε ένα τάφο και σε μια μαρμάρινη πέτρα χάραξαν τα εξής: “Εδώ βρίσκεται ο Φαέθων, ο ηνίοχος του πατέρα του, του Ήλιου. Η πτώση του ήταν μεγάλη, μα έκανε τους ανθρώπους να τολμούν!” Οι Ηλιάδες, οι αδελφές του Φαέθοντα, απαρηγόρητες για τον θάνατο του αδερφού τους, μεταμορφώθηκαν από τους θεούς σε λεύκες. Μετά το θάνατό του, ο Φαέθων τοποθετήθηκε ανάμεσα στα αστέρια και έγινε ο αστερισμός Ηνίοχος [Auriga], κοντά στον αστερισμό του Ηριδανού στον οποίον είχε πέσει, για πάντα. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν πως ο γιος του Ήλιου, μετατράπηκε σε θεό του αστεριού που οι Έλληνες ονόμαζαν “Φαέθων” [πλανήτης Κρόνος ή Δίας].

Πηγή: Οβίδιος, Μεταμορφώσεις

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης + ΒΙΝΤΕΟ [Λουκ. Η΄ 41-56] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

  Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης + ΒΙΝΤΕΟ [Λουκ. Η΄ 41-56] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου        Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....