Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α Ανθρώπων Πάθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α Ανθρώπων Πάθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.2.26

Εκδίκηση και Αυτοδικία + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Εκδίκηση και Αυτοδικία + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

   ΓΕΝΙΚΑ: Εκδίκηση είναι η ανταπόδοση κάποιου κακού ή η απολαβή ικανοποίησης για κάποια ζημιά. Συναντιέται στα πρώτα βήματα όλων των πολιτισμών και των κοινωνιών. Ακόμη και σήμερα συναντάται εκεί κυρίως που το πολιτιστικό επίπεδο είναι χαμηλό και εκεί που δεν υπάρχει καλή απόδοση δικαιοσύνης. Η εκδίκηση δεν πρέπει να συγχέεται με τη νόμιμη άμυνα, διότι πρόκειται για ενσυνείδητη επίθεση με το σκοπό ανταπόδοσης σ' αυτόν που μας προσβάλλει ίσου αντί ίσου. Η εκδίκηση διακρίνεται σε προσωπική και σε ομαδική ή του αίματος (ιταλ. Vendetta, ελλ. Γδικιωμός). Πίσω από την ομαδική εκδίκηση, υπάρχουν οργανωμένες οικογένειες, πατριές και φυλές, στις οποίες υπάρχει το ομαδικό συμφέρον και, κυρίως, η ομαδική τιμή. Έτσι κάθε προσβολή σε βάρος ενός μέλους θεωρείται ευθεία προσβολή σε βάρος της ομάδας στην οποία το θύμα ανήκει. Στην ατομική εκδίκηση έχουμε άτομο εναντίον ατόμου, στην ομαδική οικογένεια εναντίον οικογένειας, φυλή εναντίον φυλής. Η εκδίκηση αίματος (γδικιωμός) θεωρείται ιερή υποχρέωση και υπήρξε εθιμική σ' όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες. Μετά την δημιουργία των κρατικών οντοτήτων και των κεντρικών εξουσιών αντικαταστάθηκε από τη δημόσια ποινή ή ετεροδικία. Ο θεσμός της δημόσιας αυτής ποινής πάλεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα για να καθιερωθεί. Ακόμη όμως και σήμερα ο γδικιωμός υφίσταται σε περιοχές της Ελλάδας (Μάνη, Κρήτη), η βεντέττα στην Κορσική, τη Σικελία και τη Σαρδηνία, και το αντίστοιχο “κανόν” ή “κανούν” στο Μαυροβούνιο, τη Β. Αλβανία, κ.α.

ΜΥΘΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ: Φαίνεται πως έχει λησμονηθεί ο λόγος για τον οποίο η οργανωμένη κοινωνία ονομάστηκε «κράτος»: Στην ελληνική μυθολογία, κατά τον Ησίοδο, ο Κράτος, η Βία, ο Ζήλος και η Νίκη αναφέρονται ως αδέλφια. Ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Προμηθεύς Δεσμώτης» παρουσιάζει τον Κράτο και την Βία ως υπηρέτες ,πιστούς εκτελεστές του Δία, να βοηθούν τον Ήφαιστο να δέσει τον Προμηθέα στα βράχια του Καυκάσου. Ο Κράτος, απλά αποδέχεται τις διαταγές του Δία (της κυβέρνησης, θα λέγαμε σήμερα) χωρίς αντίθετη σκέψη. Ο Κράτος δεν αισθάνεται φιλία ή οίκτο, επειδή δεν έχει δικό του σύστημα αξιών, εκτός από αυτό που του έχει επιβληθεί από τον Δία-κυβέρνηση. Δεν ονομάσθηκε, επομένως, τυχαία η οργανωμένη κοινωνία «κράτος», όπως το ίδιο συμβαίνει και με την Δικαιοσύνη που εμφανίζεται με δεμένα μάτια. Δίπλα δε στον Κράτο υπήρχε και η Βία. Εφαρμογή των νόμων χωρίς αυτούς τους πιστούς υπηρέτες δεν γίνεται. Σήμερα, λοιπόν, το κράτος δεν είναι εκτελεστής των αποφάσεων της κυβέρνησης, αλλ’ ούτε η βία είναι αντικειμενική ως οφείλει. Η αδυναμία της κυβέρνησης να επιβάλλει την πιστή τήρηση των νόμων, που η ίδια ψήφισε, οδηγεί το κράτος και τη βία, αλλού να εμφανίζονται ως δυνάστες, αλλού να απουσιάζουν.

  ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ: Όταν συμβεί αυθαίρετη υπέρβαση της σφαίρας ζωής και δράσης του ατόμου ή της ομάδας (βιαιοπραγία, έγκλημα,κ.ά.), δημιου-ργείται αυτομάτως ζήτημα αποκατάστα-σης της δικαιοσύνης, που μπορεί να ικανοποιηθεί με παροχή ανταλλαγμάτων ή συμφιλίωσης. Όταν αυτό δεν συμβεί, η αγανάκτηση και η πικρία του αδικούμενου ανθρώπου βρίσκει διέξοδο στην αυτοδικία ή εκδίκηση, η οποία, από τη φύση της, υπερβαίνει συνήθως τα όρια της αποκατάστασης του δικαίου και παίρνει τη μορφή πάθους που παρασύρει τον άνθρωπο ή την ομάδα σε εξαφάνιση μέρους ή και ολόκληρης της πηγής της αδικίας. Η ορμή μάλιστα της εκδίκησης παίρνει τη μορφή τυφλής, εγωιστικής, σκληρής και αιμοβόρας πράξης, που δεν υπολογίζει τις συνέπειες. Αρχαίοι φιλόσοφοι στράφηκαν κατά της εκδίκησης: ο Πλάτων (Κρίτων 49, Πολιτ. 335), ο Κικέρων (De of. I,25), ο Σενέκας (De ira., I, 5,16,55), κ.ά.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Ο Μωσαϊκός Νόμος για της εξάλειψη του κακού όριζε την “δικαίαν εκδίκησιν”. Όπου η αποκατάσταση της δικαιοσύνης δε γινόταν από θεσμοθετημένα όργανα τότε οριζόταν η ποινή “κατά αντιπεπονθός”, δηλαδή “οφθαλμόν ατί οφθαλμού” (Έξ. κα΄23-25, Λευιτ. κδ΄20-21, Δευτ. ιθ΄18-21). Η εκδίκηση όμως δεν ήταν ο σκοπός αυτώ των διατάξεων. Απλώς εκφραζόταν η ανάγκη προστασίας και ασφάλειας της ζωής, έστω και διά της δημιουργίας φόβου προς παιδαγωγία. Όμως οι εκπρόσωποι του επίσημου Ιουδαϊσμού είχαν μετατρέψει το νόημα του Νόμου σε πράξη εκδίκησης. Σ΄αυτό το πνεύμα εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου της Π. Διαθήκης, στράφηκε η αντίθεση του ίδιου του Κυρίου στην Επί του όρους Ομιλία Του. Άλλωστε: “ο εκδικών παρά Κυρίου ευρήσει εκδίκησιν” (Σ. Σειρ. κη΄1) και κατά το Νόμο της Χάριτος: “εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος” (Ρωμ. ι΄30). Άλλωστε ο Χριστιανισμός κάνοντας υπέρβαση, προτείνει την αρχή της; αγάπης προς τον πλησίον, της αμνησικακίας και της ανταποδόσεως καλού αντί κακού. Διαβάζουμε στο λόγο του Κυρίου: “Ἠκούσατε ότι ερρέθη, οφθαλμόν αντὶ οφθαλμοῦ και οδόντα αντὶ οδόντος. εγὼ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ· αλλ' όστις σε ραπίζει εις την δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· (...) τω αιτούντι σε δίδου, και τον θέλοντα απὸ σου δανείσασθαι μη αποστραφής” (Μτθ.ε΄38-42). Γενικά, το “μη αντιστήναι τω πονηρώ”, είναι ο νόμος της Βασιλείας του Θεού, της Χάριτος. Βεβαίως ο φυσικός άνθρωπος αδυνατεί να τηρήσει, συχνά και να εννοήσει, αυτόν τον τρόπο ζωής. Όμως είναι το του Κυρίου προσκλητήριο προς τους “υιούς της Βασιλείας”. Ο συνήθης τρόπος ζωής, δυστυχώς, επιβάλλει την αντίσταση στο κακό διά της βίας. Όμως έτσι το κακό διαιωνίζεται και επεκτείνεται εσαεί. Δεν νικάται. Κατά το χριστιανικό τρόπο ζωής ο αναγεννημένος πιστός θεωρεί τη ζημιά στην ψυχή του αδικούντος μεγαλύτερη από εκείνη την οποίαν υπέστη ο ίδιος από εκείνον. Το κακό φαίνεται πραγματικά κακό όταν κάποιος το υφίσταται και αντιδρά σ' αυτό με αγάπη, που μπορεί να φτάνει σε ακραία υποχώρηση, για χάρη του πλανηθέντα και αδικούντα αδελφού! Έτσι το “μη αντιστήναι”, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της αντίσατασης κατά του διαβόλου αλλά τη “μη αντίσταση” στα μέσα του, Γενικά, το να αποδίδεις κακό αντί καλού είναι εωσφορικό, κακό αντί κακού είναι πρωτογονισμός, καλό αντί καλού ανθρώπινο, αλλά να ανταποδίδεις καλό αντί κακού είναι θεϊκό. Η στάση αυτή αποτελεί μίμηση Χριστού οοποίος “λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει και πάσχων ουκ απείλει” (Α΄Πέτρ. β΄23), αλλά και στο Σταυρό προσευχόταν υπέρ των σταυρωτών Του.

Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: ΟΙ Χριστιανοί δε δέχονται την αυτοδικία, ούτε τη θανατική ποινή. Δε μπορούν όμως να δεχθούν την ατιμωρησία, γιατί οι κακοποιοί αποθρασύνονται και το κακό επικρατεί στην κοινωνία. Αν μάλιστα οι διαφόρων κατηγοριών παραβάτες νόμων και ηθικών αρχών είναι υψηλά ιστάμενοι, τότε η διαφθορά εξαπλώνεται σαν μεταστατικό καρκίνωμα προσβάλλοντας μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Όσοι εμπνέονται από τις αρχές του Ευαγγελίου δε χρειάζονται τους νόμους της πολιτείας και το χωροφύλακα για να ζουν σωστά. Για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας και της πολιτείας χρειάζονται νόμοι και είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται ακριβοδίκαια και για όλους. Διαφορετικά φθάνουμε στο κατάντημα στο οποίο βρίσκεται η πατρίδα μας σήμερα, όπου βασιλεύει η παραβατικότητα αλλοδαπών και ημεδαπών και πολλοί οδηγούνται ακόμη και στην αυτοδικία.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=PtcQ3_RBtB0

11.1.26

Η οκνηρία -ακηδία + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Η οκνηρία -ακηδία + ΒΙΝΤΕΟ

Νωθρότης σύζυγος ύπνου εστί και οκνηρία πείνης” (Γρηγόριος Θεολόγος)

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

   

   Η ΟΚΝΗΡΙΑ: Η τεχνολογική εξέλιξη και η αέναη επιθυμία του ανθρώπου για περισσότερα υλικά αγαθά τον ωθούν σε όλο και περισσότερη εργασία. Κι όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από την αρρώστια της οκνηρίας. Οκνηρία ορίζεται η χαλαρότητα του νου και η εξ αυτής αδυναμία του σώματος να ανταποκριθεί στο κάλεσμα εκτάκτων καταστάσεων. Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού πάσχει κυρίως από πνευματική οκνηρία. Στις μέρες μας, τουλάχιστον προ της οικονομικής κρίσης, όλες οι ψυχοσωματικές δυνατότητές μας αναλώνονται στο βωμό της εύρεσης χρήματος και της κοινωνικής καταξίωσης. Ελάχιστη προσοχή δίνεται στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και του τρόπου σκέψης. Φιλοσοφία, θρησκεία, πολιτισμός, δεν απασχολούν την κοινωνία, ως μη απτόμενα της εννοίας του χρήματος. Παράδειγμα το εκπαιδευτικό σύστημα, ιδιαίτερα μετά την ανανέωση της ύλης προς το “χρηστικότερο” και της αλλαγής προσανατολισμού του προς τον “κοσμοπολίτικο κοινωνικό χυλό”, πρωταρχικό στόχο έχει την δημιουργία μηχανικών μυαλών και όχι ελεύθερων σκεπτόμενων ανθρώπων. Η πνευματική οκνηρία είναι επικίνδυνη για τον πολιτισμό, καθώς οδηγεί σε κοινωνική στασιμότητα. Έτσι κατευθυνόμαστε, αν δεν έχουμε ήδη φτάσει, σε εποχές άκρατου εγωισμού, υλισμού και απάθειας.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΟΦΙΑ: “Οκνηρός δε είναι μόνο εκείνος που δεν κάνει τίποτα, αλλά εκείνος που μπορεί να κάνει κάτι καλύτερα και δεν το κάνει”, έλεγε ο Σωκράτης, ενώ ο Πλάτων προσέθεσε: “Κανένας κοιμισμένος δεν είναι άξιος για τίποτε”. Ο Αριστοτέλης διατείνεται: “Αδύνατον τον μηδέν πράττοντα πράττειν ευ”, ενώ ο προγενέστερος Ηράκλειτος πίστευε πώς οι οκνηροί “Συμμετέχουν δια της απραξίας τους στα δρώμενα του κόσμου.” Ο Ησίοδος χαρακτήριζε “ντροπή” την οκνηρία, ενώ ο Σοφοκλής πρέσβευε ότι “Θεός τοις αργούσιν ου παρίσταται”. Τέλος ο “παραμυθάς” Αίσωπος βρίσκει στην εργασία το θησαυρό: “Ο μόχθος είναι για τους ανθρώπους θησαυρός”.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Η Βίβλος απαγορεύει την τεμπελιά: “ακούομεν γαρ τινας (...) μηδὲν εργαζομένους, αλλὰ περιεργαζομένους· τοιούτοις παραγγέλλομεν και παρακαλούμεν διὰ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα μετὰ ησυχίας εργαζόμενοι τον εαυτών άρτον εσθίωσιν.” (Β΄Θεσ. γ΄11,12). Αλλού διαβάζουμε: “Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω ( Τιμ. γ' 10), ενώ ο σοφός “εν πειρασμοίς” Ιώβ έλεγε: “Η αργία είναι η μητέρα της πείνας κι αδελφή της κλεψιάς.” Ο Σολομώντας βρίσκει το φάρμακο κατά της οκνηρίας στην παιδεία: “Υιὸς πεπαιδευμένος σοφὸς έσται, τω δε άφρονι διακόνω χρήσεται.” (Παρ. ι΄4,), ενώ αλλού προσθέτει: “ω οκνηρέ! γίνε σοφός. (...) Πότε θα σηκωθείς από τον ύπνο σου; Λίγος ύπνος, λίγος νυσταγμός, λίγο δίπλωμα των χεριών στον ύπνο. Έπειτα η φτώχεια σου έρχεται σαν ταχυδρόμος και η γύμνια σου σαν οπλισμένος άνδρας." (Παρ. στ΄ 6 – 11).

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΚΝΗΡΙΑΣ: Η οκνηρία είναι φαινόμενο που έχει μεγάλες συνέπειες σε βιοποριστικούς και πνευματικούς αγώνες. Σε περίπτωση που υπάρχει οικογένεια έχουμε περιπτώσεις πείνας και άλλων συνεπειών με τις οποίες επιβαρύνει ο οκνηρός τους συνανθρώπους του. Για να μπορέσει ο οκνηρός να αλλάξει, χρειάζεται από παιδί οι γονείς ή οι δάσκαλοι του να εντοπίσουν την οκνηρία ωθώντας τον με το καλό στην εργασία. Αν δεν δεχθεί, θα πρέπει να είναι κοντά του κάποιος εμψυχωτής μέχρι να αυξήσει την υπομονή του. Με υπομονή και επιμονή επιτυγχάνονται πολλά. Τυχόν δέλεαρ αμοιβής σε οκνηρό άτομο είναι καλό να αποφεύγεται ή να χρησιμοποιείται μόνο αρχικά, γιατί μπορεί να αναπτυχθεί ιδιοτέλεια. Αν διαπιστώνουμε εμείς οι ίδιοι ότι η οκνηρία μάς ανακόπτει την πορεία, μπορούμε να επιβάλλουμε στον εαυτό μας εργασίες που θα συνεχίζουμε “μέχρις εσχάτων”. Έτσι, η αρχική δυσφορία, σταδιακά, θα εκλείψει και αργότερα θα εξαφανιστεί κάθε ίχνος οκνηρίας. Ταυτόχρονα η άσκηση στην υπομονή θα αποφέρει εσωτερική ηρεμία, που με τη σειρά της θα δώσει γαλήνη, εκμηδενίζοντας το άγχος.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΕΣΗ: Αυτό το λεγόμενο “θανάσιμο” αμάρτημα είναι διαφορετικό των υπολοίπων, καθώς εκείνα αφορούν στην ανεξέλεγκτη υπερβολή, ενώ η οκνηρία αφορά στην έλλειψη κινήτρων. “Η δουλειά απαλλάσσει τον άνθρωπο από τα τρία βασικότερα κακά: την ανία, τα ελαττώματα, την ανάγκη”, έγραφε ο Βολτέρος δείχνοντας την ευεργετική σημασία του κινήτρου της εργασίας. Ένας άλλος τρόπος να εξετάσουμε την οκνηρία είναι με την οπτική της ''αποφυγής έργου''. Τότε η οκνηρία είναι αποτέλεσμα παλαιότερης αποτυχίας σε κάποιο έργο που κατέληξε σε απογοήτευση και αποθάρρυνσή του ατόμου για μελλοντικό ανάλογο έργο. Άτομα που βίωσαν τέτοια δυσάρεστη εμπειρία, εγκλωβίζονται σε φαύλο κύκλο καθώς, φοβούμενοι την αποτυχία, αποφεύγουν τη δράση, γεγονός το οποίο πάλι οδηγεί σε αποτυχία, απογοήτευση και νέες δυσάρεστες εμπειρίες. Όμως, αυτή η περίπτωση αφορά λίγους, γιατί υπάρχει σημαντικός αριθμός ατόμων, και μάλιστα στην πατρίδα μας, που αποζητούν εύκολο χρήμα, εύκολη αναγνώριση και “καλή ζωή” με το μικρότερο δυνατό κόπο. Ο οκνηρός, ως άνθρωπος κενός, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τις χαρές της εργασίας. Η οκνηρία είναι καταστροφικότατο πάθος καθώς ένας οκνηρός ζημιώνει ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο, διότι σε οτιδήποτε συμβεί παραμένει απαθώς αμέτοχος, αποδεχόμενος αβίαστα ό,τι πλασάρεται, πράγμα που σήμερα διευκολύνεται με την αποχαύνωση που απλόχερα και ακοπίαστα προσφέρει η τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Η ΑΚΗΔΙΑ: Η λέξη προέρχεται από το ρήμα κήδομαι (= φροντίζω). Κηδεία είναι η φροντίδα (προς τους νεκρούς συνήθως) και α-κηδεία η έλλειψη φροντίδας. Η ακηδία είναι αθυμία, ανορεξία, που κυριεύει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον απρόθυμο, αμελή ή αδιάφορο για κάθε πνευματικό έργο, μ΄άλλα λόγια είναι οκνηρία του πνεύματος ή παραλυσία της ψυχής. Η ακηδία ως επικίνδυνη πνευματική ασθένεια - γιατί το μικρόβιό της παραλύει το νου κάνοντάς τον ανίκανο να σκεφτεί ή να κάνει οτιδήποτε καλό - αντανακλά τα συμπτώματά της και στο σώμα, αφού ο άνθρωπος αποτελεί ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη. Κι επειδή "αργία μήτηρ πάσης κακίας", όταν ο νους δεν ασχολείται με θεάρεστα, υποκύπτει σταδιακά σε πειρασμούς. Επιθυμεί, εξιδανικεύοντας καταστάσεις που πριν είχε απορρίψει, όπως ηδονές, δόξα, πλούτο. Η “μάνα” οκνηρία “τίκτει επωδίνως” δύο “άσχημες” θυγατέρες: τη μικροψυχία που οδηγεί στην αμέλεια και την απόγνωση, όπου ο άνθρωπος χάνει κάθε ελπίδα σωτηρίας. Η τελευταία είναι η χειρότερη πνευματική κατάστάση γιατί, είναι άρνηση της θείας φιλανθρωπίας και της λυτρωτικής θυσίας του Κυρίου. Ο αββάς Παμβώ είδε κάποτε στην Αλεξάνδρεια μια γυναίκα στολισμένη προκλητικά, και δάκρυσε. Όταν τον ρώτησαν σχετικά, εκείνος απάντησε: «Αφενός για τη δική της απώλεια, και αφετέρου γιατί εγώ δεν φροντίζω ν’ αρέσω στον άγιο Θεό τόσο, όσο εκείνη στους ανθρώπους». Ο Ευσέβιος Καισ. έγραψε: “Το σώμα το λιώνει η τεμπελιά και την ψυχή η αδιαφορία.”. Ο Μ. Φώτιος υπογραμμίζει: “Η άνεση και η ανάπαυση αποχαυνώνουν και χαλαρώνουν την δύναμη της ψυχής”. Το δραστικότερο φάρμακο-όπλο κατά της ακηδίας, σύμφωνα με Πατέρες, είναι η πεποίθηση “ότι η σημερινή μέρα είναι η στερνή πάνω στη γη, ότι σήμερα μόνο ζούμε και αύριο πεθαίνουμε”, πράγμα που αναμφίβολα μπορεί να συμβεί. Έτσι, χρειάζεται αγώνας και νήψη ώστε να μη χαθεί μάταια ο δοσμένος χρόνος για την καλλιέργεια της ψυχής. Το τάλαντο που κατέχουμε ας μην κρυφτεί, αλλά να πολλαπλασιαστεί, για να μην ακουστεί κάποτε: «Πονηρέ δούλε και οκνηρέ! (...) έδει ουν σε βαλείν το αργύριόν μου τοις τραπεζίταις” (Μτθ. κε΄26,27).

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Η ΝΗΨΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΚΗΔΙΑΣ: Η πνευματική επαγρύπνηση (νήψη) και ο αγώνας διαρκεί μέχρι το τέλος της ανθρώπινης ζωής: «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Αποκ. β΄ 10). Όπως ο Χριστός υπέφερε για όλους, ας μιμηθεί Αυτόν κατ' ελάχιστον κι ο πιστός για χάρη Του, για να απολαύσει αγαθά, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε» (Α' Κορ. β΄ 9), αγαπώντας Τον «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της δυνάμεως» (Δευτ. στ΄ 5), «ηγούμενος πάντα σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλιπ. γ΄ 8).

ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


6.12.25

Τυχαιότητα και τζόγος του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Τυχαιότητα και τζόγος

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


   

  ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗΝ “ΤΥΧΗ”: Τα τυχερά παιχνίδια στηριζόμενα στην επιθυμία ρίσκου και στην ελπίδα κερδών, υπάγονται στους νόμους των πιθανοτήτων. Συνηθέστερα είναι της τράπουλας, ενώ άλλα τυχερά παιχνίδια είναι ο κουλοχέρης (φρουτάκια), η ρουλέτα, τα ζάρια, κ.ά. Τα τυχερά παιχνίδια είναι δημοφιλή στην πατρίδα μας. Εννιά δισ. ευρώ (2008) είναι ο νόμιμος τζίρος στην πατρίδα μας, κατατάσσοντάς την δεύτερη στην κατά κεφαλήν δαπάνη για τζόγο παγκοσμίως !

ΤΥΧΑΙΌΤΗΤΑ: Στην αρχαιότητα, η έννοια της τύχης διαπλεκόταν με αυτήν της μοίρας. Πολλοί αρχαίοι λαοί έριχναν ζάρια ώστε να καθορίσουν την μοίρα, και αυτό εξελίχθηκε σε παιχνίδι. Οι Ρωμαίοι έπαιζαν τυχερά παιχνίδια ώστε να δουν την εύνοια της θεάς Fortuna. Ο Ιούλιος Καίσαρ έλαβε την απόφαση να διαβεί τον Ρουβικώνα ρίχνοντας ζάρια. Με την τύχη ασχολήθηκαν ο Γαλιλαίος και ο Πασκάλ. Τον εικοστό αιώνα είχαμε ραγδαία ανάπτυξη της ανάλυσης της τυχαιότητας, καθώς επιχειρήθηκε μαθηματική θεμελίωση των πιθανοτήτων. Στα τέλη του εικοστού αιώνα, τυποποιήθηκε η αλγοριθμική τυχαιότητα (Chaitin και Κολμπογκόρωφ). Ο Ε. Λόρεντζ παρατήρησε ότι μικρή αλλαγή στα δεδομένα ενός προγράμματος υπολογιστή για προσομοίωση καιρού οδηγούσε σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Αυτό έγινε γνωστό ως “φαινόμενο της πεταλούδας”, εμφανιζόμενο ως ερώτηση: «μπορεί το τίναγμα φτερών μιας πεταλούδας στη Βραζιλία να προκαλέσει τυφώνα στο Τέξας;».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Ο Δημόκριτος θεωρούσε την τυχαιότητα υποκειμενική, οφειλόμενη στην ανικανότητα κατανόησης της φύσης των συμβάντων. Χρησιμοποίησε το παράδειγμα δύο ανθρώπων που θα έστελναν τους υπηρέτες τους να φέρουν νερό την ίδια στιγμή ώστε να συναντηθούν. Οι υπηρέτες θα θεωρούσαν την συνάντηση τυχαία. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε τύχη και αναγκαιότητα αντίθετες δυνάμεις. Ισχυρίστηκε ότι η φύση έχει σταθερά μοτίβα τα οποία δεν είναι τυχαία. Ταξινόμησε τα ενδεχόμενα σε κατηγορίες: βέβαια, (αναγκαστικά), πιθανά, που συμβαίνουν συνηθέστερα, και μη προβλέψιμα (τυχαία). Ο Επίκουρος χαρακτήριζε την τυχαιότητα αυθύπαρκτη, ανεξάρτητα από την ανθρώπινη γνώση.

ΕΞΑΡΤΗΣΗ: Οι περισσότεροι άνθρωποι που τζογάρουν, σταματούν όταν χάνουν ένα συγκεκριμένο ποσό. Υπάρχουν, ωστόσο άνθρωποι που ξοδεύουν περισσότερα απ' ότι αντέχουν, προκαλώντας προβλήματα στη δουλειά, οικογενειακές προστριβές, καταφυγή σε ψέματα. Ο εξαρτημένος δε μπορεί να αντισταθεί στην ανάγκη να παίξει και η ικανοποίηση της ανάγκης οδηγεί σε μεγαλύτερη ανάγκη να συνεχίσει. Τέτοια άτομα συνήθως ούτε το συνειδητοποιούν ούτε το παραδέχονται. Το να παραδεχτεί κάποιος την εξάρτηση, είναι βήμα προς απεξάρτηση. Όμως ο πάσχων κάνει αυτό το βήμα μόνο όταν συναντήσει οικονομικά προβλήματα, ή τον εγκαταλείψει η οικογένειά του, λόγω της εξάρτησης του.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο πάσχων σκέφτεται συνεχώς πότε θα παίξει, πώς θα εξασφαλίσει χρήματα να παίξει. Παίζει σταδιακά μεγαλύτερα ποσά. Κάνει ανεπιτυχείς προσπάθειες να σταματήσει. Είναι ευερέθιστος και εκνευρισμένος όταν αντιστέκεται στην ανάγκη του να παίξει. Λέει ψέματα για τα έξοδα του τζόγου. Στρέφεται σε παράνομες πράξεις προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα ή δανείζεται. Δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του (παραμέληση παιδιών, μεγάλες απουσίες από το σπίτι). Σύμπτωμα ακόμη είναι η συντήρηση μύθων, αυταπατών και ψευδαίσθησης ελέγχου της “τελετουργίας” του παιχνιδιού. Πολλοί θεωρούν ότι βρίσκονται κοντά στην ανακάλυψη τρόπου “ρεφαρίσματος” ακόμα και αν χάνουν μεγάλα ποσά. Υπερεκτιμούν τα κέρδη τους ξεχνώντας τα χαμένα, υιοθετώντας διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: Η εξάρτηση από τον τζόγο βασίζεται στην ανάγκη του ατόμου να παίξει προκειμένου να ικανοποιήσει αισθήματα ανικανοποίητου, απόρριψης, φόβου και να βιώσει ευχάριστα αισθήματα. Όταν παίζει, επαφίεται στην “αγκαλιά” της Τύχης, όπως ένα μωρό στη μητέρα του, για την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών. Υποσυνείδητα, το άτομο θέλει να χάσει φτάνοντας εκεί που δεν έχει τίποτα πια. Ο λόγος που δεν σταματά ακόμη και όταν χάνει χρήματα, ή σχέσεις, δηλώνει αυτοκαταστροφικότητα. και αυτοτιμωρία για κάτι που συνέβη στο παρελθόν, για το οποίο νιώθει τύψεις. Έρευνα πανεπιστημίων (Κάλγκαρι, Σάο Πάολο) ανέδειξε την εξάρτηση του τζόγου ισχυρότερη κι από αυτή του αλκοόλ. Το ΚΕΘΕΑ, τέλος, δημιούργησε νέα δομή, απευθυνόμενη στους εξαρτημένους παίχτες τυχερών παιχνιδιών.

ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ: Για την Ψυχιατρική ο τζόγος αποτελεί εξαρτητική συμπεριφορά συνοδευόμενη από απώλεια αυτοελέγχου και βαθμιαία συναισθηματική κατάπτωση. Ο πάσχων, παίζοντας όλο και περισσότερο, χάνοντας την έννοια του χρόνου, παρουσιάζει μεταπτώσεις (ευφορία-δυσφορία). Ψέμα, ευστροφία και κρυψίνοια αποτελούν ελαττώματα όσο και αρετές του παθολογικού τζογαδόρου, καθώς χωρίς αυτά δεν μπορεί να συνεχίσει την ενασχόλησή του. Ο παθολογικός τζόγος αποτελεί ψυχασθένεια με συχνά άσχημη έκβαση, όταν ο πάσχων εγκαταλείπεται από οικείους, λόγω στιγματισμού και οικονομικής εξάντλησης. Η θεραπεία αποσκοπεί στη βοήθεια του ασθενούς να ξεπεράσει παραλογισμούς σχετικά με τον έλεγχο της τύχης, καθώς και στην αντιμετώπιση των διαφόρων συνοδών νευρολογικών συμπτωμάτων. Η απότομη διακοπή του τζόγου παρουσιάζει στερητικό σύνδρομο (ναυτίες, ιλίγγους, διαταραχές ύπνου, άγχος), ενώ μπορεί να προκαλέσει άλλες ψυχιατρικές παθήσεις. Αυτοπειθαρχία, αυτογνωσία, συναίσθηση ευθύνης και αυτοσεβασμός, είναι παράγοντες άμβλυνσης της πιθανότητας εμπλοκής κάποιου σποραδικού παίκτη παθολογικά στο τζόγο.

ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΤΖΟΓΟΣ: Παιδιά, που φαίνεται πως από μικρά αρέσκονται στο τυχερό παιχνίδι, παίζουν σε πλατείες και αυλές σχολείων με χαρτάκια ποδοσφαιριστών, τα αντίστοιχα “λαχεία” τους, με στόχο να “αρπάξουν”, με τη βοήθεια της τύχης, όσα περισσότερα μπορούν από τους φίλους τους. Στη Ελλάδα η νοοτροπία εύκολου πλουτισμού, ίσως κληροδοτημένη από οικείους, και η ανάγκη για απόσπαση από τα οξυμένα προβλήματα της καθημερινότητας, μετέτρεψαν τα τυχερά παιχνίδια σε eldorado ελπίδων και δυνάστη οικογενειών. Ο τζόγος, σαν ναρκωτικό, κάνει τον παίχτη να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα ενός αγώνα, μιας κλήρωσης, σαν από το αποτέλεσμα να εξαρτιόνταν η επιβίωσή του. Αν κερδίσει στο στοίχημα, βιώνει θρίαμβο, η τάση του για στοιχηματισμό ενισχύεται και αμέσως ξαναμπαίνει στη διαδικασία να στοιχηματίσει. Αν χάσει, η προσδοκία νίκης μετατρέπεται πεισματικά, σε ανάγκη στοιχηματισμού περισσοτέρων για να πάρει πίσω τα χρήματα που θεωρεί πως του ανήκουν. Ο εθισμός ενισχύεται από τη διαφήμιση παιχνιδιών, που μάλιστα ιδιοκτήτης είναι το ελληνικό κράτος, αλλά και από το καθημερινό αδιαχώρητο που παρατηρείται (9 π.μ. (!) έως τα μεσάνυχτα) στους “ναούς” του κρατικού τζόγου, ενώ ακόμη και ψιλικατζίδικα της γειτονιάς μετατράπηκαν σε κέντρα ψυχοπαθολογικής εξάρτησης από το τζόγο. Συμβολή στην αύξηση του τζόγου έχει και η χρηματιστηριακή “περιπέτεια”, όπου χάθηκαν δισεκατομύρια από πλήθος “επενδυτών”, που υπάκουσαν, μάλιστα, σε κελεύσματα τότε ταγών του έθνους. Έτσι το μουαγέν, αντιστάθηκε από το ρεφάρισμα. Ο “παίχτης” δίνει βαρύτητα σε ρόλους σχετικούς με την εξάρτηση: παίχτη, φιλάθλου, αναγνώστη εντύπων προγνωστικών και θαμώνα λεσχών ή πρακτορείων.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Πολλοί, παίζοντας χαρτιά, κερδίζουν τα χρήματα του φίλου τους. Τότε, χαρούμενοι, θριαμβολογούν. Μπήκαν και στο παιχνίδι και εκμεταλλευτές, με διάφορα τυχερά μηχανάκια, βρίσκοντας την ευκαιρία να πλουτίσουν σκυλεύοντες ιδρώτα πτωχών ευπίστων «χριστιανών». Ο χριστιανός δεν παίζει τυχερά παιχνίδια. Εμπιστεύεται το Θεό, να τον ευλογήσει στη δουλειά, να του δίνει δύναμη να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής, ευχαριστώντας Τον για όλα. Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή: “Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς, και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον” (Ιω. ιθ΄24). Ο χιτώνας του Κυρίου μετετράπη σε έπαθλο τυχερού παιχνιδιού! Από τη στιγμή που ο χιτώνας Του, μετατρέπεται σε “έπαθλο” τύχης, ο χριστιανός για λόγους σεβασμού, θα όφειλε να απέχει από οτιδήποτε στηρίζεται στην τύχη. Άλλωστε μόνο: “πλουτισμός (...) που δημιουργείται με τιμιότητα θα πληθυνθεί.” (Ψ. λγ΄ 11). Το να παίζουμε χρήματα, είναι βλασφημία απέναντι στο Θεό. Αυτός δίνει ό,τι έχουμε, περιμένοντας συνετή διαχείριση. Ο Κύριος λέει ότι θα μας ζητήσει λόγο για την διαχείριση όσων μας έδωσε (Παραβολή των ταλάντων). Κατά την Ορθοδοξία, ο τζόγος υποβοηθά επιθυμίες, δεν ωφελεί το πνεύμα. Μας κάνει να επιθυμούμε να επιβληθούμε επάνω στους άλλους. Χαρτοπαίζουμε την πρωτοχρονιά με χρήματα για “να πάει καλά ο χρόνος”. Ο χρόνος θα πάει καλά αν μας βρει με καρρέ του άσσου; Οι Πατέρες διερωτώνται πώς όταν έχουν καταστραφεί από το τζόγο οικογένειες, όταν άνθρωποι έχουν θέσει τέρμα στη ζωή τους αφήνοντας χήρες, ορφανά, χρέη, πώς γίνεται κάποιοι να παίζουν τυχερά παιχνίδια. Τέλος ο Χριστός ζητά αγώνα και την πίστη μας σε Εκείνον, όχι επιζητώντας εφήμερα, εύκολα και άκοπα. Αν περισσεύουν χρήματα, ας φάει μια τυρόπιτα ένας άστεγος και εάν θέλουμε παιχνίδι, υπάρχουν και επιλογές σε παιχνίδια που προάγουν τη συντροφικότητα και το χαμόγελο.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 


Βιβλιογραφία: http://www.orthodoxia-net.gr/?p=306


15.11.25

Το ψεύδος (ψέμα) + Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου του 32ου Δ. Σχ. Λάρισας συγγραφέα

 

Το ψεύδος (ψέμα) 

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου 

δασκάλου του 32ου Δ. Σχ. Λάρισας συγγραφέα

 
  ΤΟ ΨΕΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΌΤΗΤΑ
: Στην καθημερινή ζωή η έννοια του ψέματος συνδέεται με την πρόθεση εξαπάτησης. Ωστόσο αυτή είναι μόνο μια γενικότερη κατηγορία ψεμάτων. Ένας άνθρωπος λέει ένα ψέμα όταν προσπαθεί να πείσει κάποιον ότι αυτό που λέει είναι αλήθεια, ενώ ακόμη κι ο ίδιος έχει αμφιβολίες προς την αλήθεια της πρότασης ή γνωρίζει όντως ότι είναι αναληθής. Μια πρόταση μπορεί να εξεταστεί ως προς την αλήθεια της και να αποδειχτεί ψευδής ή αληθής. Δεν είναι όμως απαραίτητο να αποδειχτεί κάτι ψευδές ώστε να χαρακτηριστεί ως ψέμα.   Μια αληθινή πρόταση μπορεί τελικά να χαρακτηριστεί ψέμα όταν αυτός που την λέει έχει αμφιβολίες. Ακόμα και αν δεν έχει καμία αμφιβολία για κάποια πρόταση, η εξέταση της πρότασης και η αδυναμία να αποδειχτεί αληθής τότε καθιστούν την πρόταση ψέμα. Παράδειγμα: Όταν κάποιος λέει ότι έχει μέσα στο δωμάτιο του έναν αόρατο άνθρωπο που κανείς δεν μπορεί να νιώσει ή να αντιληφθεί και είναι απολύτως σίγουρος ότι υπάρχει, επειδή αδυνατούμε με τα μέσα που διαθέτουμε να επαληθεύσουμε, αυτή τη πρόταση τότε χαρακτηρίζεται ως ψέμα. Μια ακόμα υποκατηγορία ψέματος εμφανίζεται όταν κάποιος εσκεμμένα δεν δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα με σκοπό ή την ελπίδα το κοινό του να πιστέψει αυτό που ο ίδιος θέλει. Όταν, για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος ρωτάει έναν πολιτικό να διευκρινίσει κάποιες πτυχές σε ένα θέμα και ο πολιτικός εσκεμμένα αποφεύγει την απάντηση με σκοπό ο δημοσιογράφος να νομίζει ό,τι θέλει τότε η αρχική θέση του πολιτικού στο θέμα μπορεί να χαρακτηριστεί ψέμα. Τα 'λευκά' ψέματα είναι μια υποκατηγορία που φαινομενικά δεν έχουν κανέναν αρνητικό αντίκτυπο. Είναι μικρά ψέματα που κάποιος μπορεί να πει, για να αποφύγει μια άβολη ή άχαρη κατάσταση. Όταν, για παράδειγμα, ένα παιδί δεν έχει φάει και η μητέρα του το ρωτάει αν έχει φάει, εκείνο απαντάει καταφατικά με σκοπό να βγει να παίξει. Η γνώση ότι κάποιος λέει τέτοιου είδους ψέματα τελικά δημιουργεί έλλειψη εμπιστοσύνης από το κοινωνικό σύνολο.

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΨΕΜΑ: Ο Πλούταρχος εντοπίζοντας την προέλευση του ψέματος πίσω, στην παιδική ηλικία, προτείνει: “Εθίζειν (να συνηθίζουμε) τους παίδας τω ταληθεί λέγειν. Το γαρ ψεύδεσθαι δουλοπρεπές και πάσιν ανθρώποις ουκ άξιον μιμείσθαι.” (Ηθικά). Ο Πλάτων διακρίνοντας δύο κατηγορίες ψευτών έγραψε: “Ο εκούσια ψευδόμενος είναι αναξιόπιστος, ο δε ακουσίως είναι ανόητος”, ενώ ο Χίλων συνιστούσε: “Ψεύδος αισχύνου”, δηλαδή “να ντρέπεσαι να ψεύδεσαι”. Ο τραγικός Σοφοκλής πιο αισιόδοξα έλεγε: “Το ψέμα ποτέ δεν ζει για να γεράσει”. Ο αυτοκράτορας–φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος έβγαζε το ψεύδος από τον ανθρώπινο προορισμό, λέγοντας: “Μην κάνεις αυτό που απορρίπτει η συνείδησή σου και μη λες ψέματα. Τηρώντας αυτούς τους κανόνες θα εκπληρώσεις τον ανθρώπινο προορισμό σου”. Η νεότερη σοφία συνδέει στενά το ψεύδος με την πολιτική και τη διπλωματία. Έτσι ο Ντισραέλι έλεγε: “Διπλωματία είναι η ατμόσφαιρα της προμελετημένης ψευδολογίας”, ενώ ο Βολταίρος επισήμαινε: “Η πολιτική είναι η τέχνη της ψευδολογίας” και ο “πολύς” Βίσμαρκ έλεγε χαριεντολογώντας: “Καμιά φορά δε λένε τόσα ψέματα, όσα λένε στον καιρό του πολέμου, μετά από κυνήγι και πριν τις εκλογές”. Χαρακτηριστικότερη είναι η σχετική φράση του Αϊνστάιν: “Το ψέμα έγινε ευγένεια στα χέρια της πολιτικής”

   

   Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΨΕΜΑ: “Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα”, έγραψε ο Α. Καμύ, ενώ ο Α. Τσέχωφ έκανε ένα πολύ ζωντανό παραλληλισμό, λέγοντας: “Η ψείρα τρώει τα φυτά, η σκουριά το σίδερο, αλλά η ψευτιά την ψυχή”. Ο Τολστόι “βρίσκει” μιοα σπουδαία ψευτιά λέγοντας: “Η ξεσκεπασμένη ψευτιά είναι το ίδιο σπουδαία απόκτηση για το καλό της ανθρωπότητας, όπως και η πανηγυρική αλήθεια”, ενώ ο Μ. Γκόρκι δείχνει τα α-ταξικά χαρακτηριστικά του ψέματος: “Ψευτιά: η θρησκεία των σκλάβων και των αφεντικών. Αλήθεια: ο Θεός των ελεύθερων ανθρώπων”.

Η “ΑΝΩΘΕΝ” ΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ: Στο Χριστιανισμό το ψεύδος θεωρείται ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του κακού και της αμαρτίας. Γι' αυτό ο ίδιος ο Κύριος λέει: “ εκείνος (ο διάβολος) εν τη αληθεία ουκ έστηκεν, ουκ έστι αλήθεια εν αυτώ ... ψεύστης εστί και ο πατήρ αυτού (δηλ. Του ψεύδους0” (Ιωάν. η΄44). Το ψεύδοςλοιπόν έχει την αρχή του και την προέλευσή του στο αρχέκακο πνεύμα. Το ψεύδος συνίσταται είτε στην απόκρυψη της θείας αλήθειας είτε στη διαστροφή της. Αυτό το τελυταίο συνέβη και με την πρώτη ενέργεια του Διαβόλου στον Παράδεισο με σκοπό την παραπλάνηση του ανθρώπου στην απιστία και την απώλεια. Αντίθετα ο αναγεννημένος εν Χριστώ άνθρωπος μισεί και αποστρέφεται κάθε είδος ψεύδους ενώ ο λόγος του είναι “ναι, ναι ή ου, ου” (Μτθ. Ε΄27). Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου το ψέμα σε ορισμένες εκφάνσεις επιβάλλεται ως ηθική αναγκαιότητα. Έτσι, ο πνευματικώς, όταν ερωτηθεί για τον εξομολογηθέντα σ' αυτόν, έχει χρέος να αποκρύψει ό,τι γνωρίζει.με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να προφυλάξουμε κάποιο μυστικό από κάθε αδιακρισία. Αναλόγως σε ερωτήσεις μικρών παιδιών που δεν μπορούν να αντέξουν την αλήθεια, φερ' επείν σε θάνατο προσφιλούς τους προσώπου, η αλήθεια μπορεί να επιφέρει ολέθρια αποτελέσματα. Όταν λοιπόν ομιλούμε για ψεύδος εννοούμε το ανήθικο ψεύδος που ε΄χει σκοπό να διαστρέψει συνειδητά την αλήθεια, είτε προς όφελος του ψευδόμενου, είτε προς ζημία του πλησίον. Έτσι το ψεύδος αυτό, σε αντίθεση με το προηγούμενο, τολεγόμενο αναγκαίο, χαρακτηρίζεται δόλιο και επινοήθηκε από τον διάβολο. Στην Π. Διαθήκη διαβάζουμε σχετικά: ¨ου ψευδομαρτυρύσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή” (Έξ. Κ΄16), ενώ ο σοφός Παροιμιαστής συμβουλεύει: “μάταιον λόγον και ψευδή μακράν μου ποίησον” (Παροιμ. λ΄8), και ο Σειράχ συμπληρώνει: “μη αροτρία ψεύδος επ' αδελφώ σου μηδέ φίλω το όμοιον ποίει. Μη θέλε ψεύδεσθαι παν ψεύδος” (Σ. Σειρ. Ζ΄12,13). Ακόμη ο Προφητάνακτας Δαβίδ γράφει “απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος” (Ψ. ε΄7).Στην Κ. Διαθήκη ο Κύριος απαιτεί από τους μαθητές του με συνέπεια την αλήθεια( Μτθ. Ε΄33, κ.εξ.), ενώ ο Απ. Πάυλος καταδικάζει το ψεύδος ως ασυνεπές με την ιδιότητα του Χριστιανού (Κολοσ. Γ΄9 κ.εξ.) τονίζοντας πως ο πιστός που ενεδύθη τον Χριστόνδεν μπορεί να έχει τίποτα κοινό με το ψεύδος και συμβουλεύει: “ αποθέμενοι το ψεύδος λαλείτε αλήθειαν έκαστος μετά του πλησίον αυτού” (Εφεσ. Δ΄23-25). Ακόμη καιο Απ. Πέτρος χαρακτηρίζει το ψέμα του Ανανία και της Σαπφείρας ως πράξη στρεφόμενη κατά του Α. Πνεύματος (Πράξ. ε΄1 κ.έξ.). Στην Αποκάλυψη του Ιωάννου οι ψεύτες καταδικάζονται αυστηρότατα (Αποκ. Κα΄8). Από όλα τα προαναφερθέντα εδάφια της Α. Γραφής προκύπτει το συμπέρασμα ότι το ψεύδος, από τη φύση του, είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με το θέλημα του Θεού. Γι' αυτό και ο πιστός πρέπει σταθερά να αντιτίθεται στο ψεύδος, διότι αυτό στην ουσία είναι άρνηση της αλήθειας. Επιπροσθέτως το ψέμα επιφέρει ολέθρια αποτελέσματα για τα άτομα αλλά και το σύνολο διότι αίρει την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζονται οι δεσμοί της κοινωνίας. Κατά τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο: “Πολυμήχανος εστί και πολύτροπος ο ψεύστης, μείζον της πληγής ταύτης ουκ εστί”. Κατά τη Κλίμακα του Ιωάννου το ψεύδος γεννάται “από την πολυλογία και τα ευτράπελα” ενώ προσθέτει: “Άλλος πάλι είπε ψεύδος χάριν της τρυφής, άλλος χάριν της φιληδονίας, κάποιος για να κάνει τοὺς άλλους να γελάσουν καὶ άλλος για να επιβουλευθεί καὶ κακοποιήση τον αδελφό του” (Κλίμαξ 12,6). Μορφές ψεύδους είναι η υποκρισία και η κολακεία κολακεία, διότι οι μεν κόλακες εκμεταλευόμενοι τη ματαιοδοξία και το ναρκισσισμό μερικών ελαφρόμυαλων εξυμνούν τις ανύπαρκτες αρετές ή ικανότητές τους, οι δε υποκριτές προσποιοούμενοι ότι αναγνωρίζουν την αξία των άλλων κερδίζουν την εμπιστοσύνη τους, αλλά προξενούν την αποστροφή, ακόμη και την αηδία, ιδιαίτερα όταν η υποκρισία συναντιέται σε θρησκευτικούς τύπους που υποκρίνονται τους ευσεβείς. Γράφει σχετικά ο Α. Ιωάννης Σιναϊτης: “Η υποκρισία είναι πολλὲς φορὲς μητέρα και αιτία του ψεύδους. Τίποτε άλλο, λέγουν μερικοί, δεν είναι η υποκρισία, παρὰ μελέτη και δημιουργὸς του ψεύδους που έχει μαζί της συμπεπλεγμένο τὸν ένοχο και άξιο τιμωρίας όρκο.” (Κλίμαξ 12, 5)

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: “Το νήπιο δε γνωρίζει το ψεύδος. Ομοίως και η ψυχὴ που δεν έχει πονηρία.” (Κλίμαξ 12,8)

konstaninosa.oikonomou@gmail.com



2.11.25

Εικονίζοντας τη συκοφαντία ή Μελετώντας τον πίνακα του Απελλή του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Εικονίζοντας τη συκοφαντία 

ή Μελετώντας τον πίνακα του Απελλή 

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

   


Ο συκοφάντης σκοτώνει την τιμή ενός ανθρώπου, ενώ ο φονιάς τη ζωή, αλλά επειδή η τιμή είναι ανώτερη της ζωής, η κακολογία είναι σοβαρότερη, διότι ο φονιάς σκοτώνει με κίνδυνο της ζωής του ζωντανούς, ενώ ο συκοφάντης με ένα λόγο, ακινδύνως, “σκοτώνει” ζωντανούς και πεθαμένους
[Σωκράτης].

Η ΣΥΚΟΦΑΝTΙΑ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ: Ο Σόλων, στην αρχαία Αθήνα, είχε νομοθετήσει απαγόρευση εξαγωγής αγροτικών προϊόντων στις άλλες πόλεις κράτη, εξαιρώντας το ελαιόλαδο. Μεταξύ των προϊόντων αυτών ήταν και τα σύκα. Όποιος ενημέρωνε τους άρχοντες για αυτούς που έβγαζαν παράνομα σύκα από την Αττική, αυτός ονομαζόταν συκοφάντης και η πράξη του συκοφαντία.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΣ: Ο Σωκράτης έλεγε για τη συκοφαντία, ή κακολογία καλύτερα, μιας και τότε δε χρησιμοποιούνταν ο όρος συκοφαντία για τις διαβολές, πως ο κακόλογος σκοτώνει την τιμή ενός ανθρώπου, ενώ ο φονιάς τη ζωή, αλλά επειδή η τιμή είναι ανώτερη της ζωής, η κακολογία είναι σοβαρότερη, διότι ο φονιάς σκοτώνει με κίνδυνο της ζωής του ζωντανούς, ενώ ο κακόλογος με ένα λόγο, ακινδύνως, “σκοτώνει” ζωντανούς και πεθαμένους. Ο κυνικός Διογένης συνέκρινε συκοφάντες και κόλακες: “Απ΄ τα άγρια θηρία το χειρότερο δάγκωμα το κάνει ο συκοφάντης, από τα ήμερα ο κόλακας”. Συκοφάντης δεν είναι μόνο αυτός που “πρωτοσπέρνει” το ψεύδος αλλά και οι “πολλαπλασιαστές” του. Όταν κάποιος είπε στον Αίσωπο πως λένε για εκείνον τρομερά πράματα και άρχισε να τα εξιστορεί, εκείνος απάντησε: Δολοφόνοι δεν είναι οι κατασκευαστές μαχαιριών, αλλά οι χρήστες αυτών. Έτσι και τώρα. Δε με κακολογούν οι συκοφάντες, αλλά εσύ που χρησιμοποιείς τις συκοφαντίες τους. Ο τραγικός Μένανδρος έγραψε: “Όποιος πιστεύει στις συκοφαντίες, είναι κακός στο χαρακτήρα, ή έχει μυαλό μικρού παιδιού”. Ο Καντ δείχνει αισιόδοξος δίνοντας μια διέξοδο στα θύματα της συκοφαντίας: “Έχε υπομονή, οι συκοφαντίες δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής. Η αλήθεια είναι παιδί του χρόνου, δεν θα αργήσει να εμφανιστεί να σε δικαιώσει.” Αντίθετα ο Ρενάν, υπολογίζοντας ιδιαίτερα τη διαβρωτική της δύναμη, έλεγε: “Μπορούμε να σωθούμε από το δηλητήριο της έχιδνας, αλλά όχι και από εκείνο της συκοφαντίας.”

Ο ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ: “Η άγνοια είναι τρομερό πράγμα και αιτία πολλών κακών για τους ανθρώπους. Σα μια αχλύ που σκεπάζει τα πράγματα και αμαυρώνει την αλήθεια. Σαν να περιπλανιέμαστε στο σκοτάδι άλλοτε σκοντάφτουμε κάπου χωρίς λόγο, άλλοτε προσπερνάμε αυτό που δεν έπρεπε και αυτό που βρίσκεται κοντά μας και μπροστά στα πόδια μας, δεν το βλέπουμε. Αντίθετα, εκείνο που βρίσκεται εντελώς μακριά μας, φοβόμαστε ότι θα μας δημιουργήσει πρόβλημα. (Ομιλώ...) για τις ψεύτικες διαβολές. Εξ αιτίας τους οικογένειες έχουν αναστατωθεί, πόλεις καταστράφηκαν, πατεράδες εξοργίστηκαν εναντίον των παιδιών τους, αδέλφια μεταξύ τους, παιδιά εναντίον των γεννήτορων τους και εραστές εναντιών των αγαπημένων τους..

Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΛΗ: Ο ζωγράφος Απελλής ο Εφέσιος, υπήρξε θύμα συκοφαντίας. Είχε διαβληθεί ότι συμμετείχε στη συνομωσία του Θεοδώτα στην Τύρο κατά του Πτολεμαίου της Αιγύπτου, ενώ ο Απελλής δε γνώριζε την Τύρο ούτε τον Θεοδότα. Όμως κάποιος ανταγωνιστής του, ο Αντίφιλος, ζηλοφθονώντας την τέχνη του, κατήγγειλε στον Πτολεμαίο ότι κάποιος είδε τον Απελλή στην Φοινίκη να συντρώγει με τον Θεοδότα και σε όλο το δείπνο του μιλούσε μυστικά στο αυτί. Ακόμη, ισχυρίστηκε πως η αποστασία της Τύρου προέκυψε κατόπιν συμβουλής του Απελλή. Ο Πτολεμαίος ταράχτηκε τόσο από τη διαβολή, ώστε δεν σκέφτηκε ούτε το πιο λογικό: ότι ήταν ανταγωνιστής του ο διαβάλλων και ότι ο Απελλής δεν ήταν σε θέση να κάνει τέτοια προδοσία. Επιπλέον δεν σκέφτηκε πως δεν είχε λόγο να το κάνει, αφού ήταν ευεργετημένος από αυτόν και έχαιρε γενικής εκτίμησης. Έτσι αμέσως εξεμάνη και άρχισε να φωνάζει κραυγάζοντας κατάρες για τον “αχάριστο, επίβουλο συνωμότη”. Και αν δεν μιλούσε κάποιος από τους παρόντες, που, αγανακτώντας με την αναισχυντία του Αντίφιλου, πως κάνεναν Θεοδώτα δεν συνάντησε ο άνθρωπος, θα τον είχε σκοτώσει. Ο Πτολεμαίος τότε συνήλθε και ντράπηκε τόσο πολύ με αυτά που έγιναν, ώστε δώρισε στον Απελλή 100 τάλαντα και τον Αντίφιλο τον έκανε δούλο του. Ο Απελλής κράτησε στη μνήμη του το περιστατικό και αναπαρέστησε εικαστικά τη συκοφαντία.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ: Είναι ένας πίνακας ζωγραφικής του Ιταλού αναγεννησιακού ζωγράφου Σάντρο Μποτιτσέλι, (1494-5), που βρίσκεται στο μουσείο Ουφίτσι Φλωρεντίας. Ο Μποτιτσέλι άντλησε το θέμα του από τον πίνακα του καλλιτέχνη της ελληνιστικής περιόδου Απελλή, όπως το περιγράφει ο Λουκιανός. Η περιγραφή του Λουκιανού, μιας και το πρωτότυπο δε διασώθηκε, είναι αρκούντως κατατοπιστική. Στον δικό του πίνακα, ο αναγεννησιακός ζωγράφος διατήρησε σκηνικό και μορφές της περιγραφής. Δεξιά απεικονίζεται καθιστός σε υπερυψωμένο θρόνο, εντός ανοικτής αίθουσας, ένας βασιλιάς, με μεγάλα γαϊδουρίσια αυτιά, τείνοντας το χέρι του στη Συκοφαντία, που φαίνεται να πλησιάζει. Δίπλα στο βασιλιά βρίσκονται δύο γυναίκες, η Άγνοια και η Υποψία, που ψιθυρίζουν στα μεγάλα (ευήκοα στην καχυποψία) αυτιά του βασιλιά, πράγμα που υπονοεί την ανοησία του (γαϊδουρινά αυτιά). Η Συκοφαντία, πλησιάζοντας εξ αριστερών, είναι μια όμορφη γυναίκα, που έχει κάτι πάνω της που υπονοεί απάτη και παρόρμηση. Στο αριστερό χέρι κρατά δαυλό (που τα φέρνει όλα στο “φως”), ενώ με το δεξί τραβά έναν νέο από τα μαλλιά. Εκείνος υψώνει τα χέρια στον ουρανό επικαλούμενος θεούς να υπερασπιστούν την αθωότητά του. Τη Συκοφαντία καθοδηγεί ένας χλωμός άντρας με διαπεραστικά μάτια, παραμορφωμένος, και αποστεωμένος σαν από ασθένεια. Είναι ο Φθόνος. Δυο άλλες κοπέλες, η Μοχθηρία κι η Απάτη, ενθαρρύνουν τη Συκοφαντία, στολίζοντάς την. Πιο πίσω με πένθιμα πέπλα και ξέπλεκα μαλλιά, έρχεται η Μετάνοια. Κοιτά δακρυσμένη πίσω της, περιμένοντας την Αλήθεια. Η Αλήθεια γυμνή, όπως πρέπει να είναι πάντα η αλήθεια καθώς δεν έχει να κρύψει τίποτα, δείχνει τον ουρανό ελπίζοντας σε θεία παρέμβαση. Είναι πανέμορφη, αντίθετα με τη Μετάνοια, που είναι ηλικιωμένη και θλιμμένη, με φθαρμένα ρούχα.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Το να σηκώνει κανείς το σταυρό της συκοφαντίας είναι άθλος. Η συκοφαντία είναι μέγας πόνος για τον συκοφαντούμενο και φοβερή δοκιμασία για την πνευματική του υπόσταση. Ο Άγιος Χρυσόστομος έλεγε: “Δεν υπάρχει τίποτε πιο αφόρητο για όσους υφίστανται την οδύνη της συκοφαντίας, γιατί η συκοφαντία είναι πραγματικά δάγκωμα για την ψυχή.” Γι' αυτό και ο προφητάνακτας Δαβίδ έλεγε προς τον Κύριο: «Λύτρωσέ με από τις συκοφαντίες των ανθρώπων και θα φυλάξω τις εντολές σου». Για τους Πατέρες, συκοφαντία είναι ακόμη οι ανακρίβειες, οι υπερβολές, οι εύκολες κρίσεις και κατακρίσεις, που ασύστολα διατυπώνονται από μερικούς για οποιονδήποτε πέφτει στην κριτική τους, που καταντούν δυσφημιστικές και συκοφαντικές για το πρόσωπο του πλησίον. Ο συκοφαντούμενος θα αντιμετωπίσει την προσβολή στο πρόσωπό του με υπομονή, σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, φροντίζοντας, κι αυτό είναι το δυσκολότερο μα είναι Μίμηση Χριστού, να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί. Ο Μ. Βασίλειος απαντώντας σε συκοφαντίες μιας αιρετικής της έγραψε: “Προτιμώ από τους γήινους δικαστές, να περιμένω τον Ουράνιο, που ξέρει να υπερασπίζεται κάθε είδους αδικία καλύτερα από τον καθένα.” Ο συκοφάντης, όταν ιδίως μας συκοφαντεί για θέματα πίστης, γίνεται αίτιος για να πάρουμε μεγάλη Χάρη, κι αυτό το δηλώνει ο ίδιος ο Κύριος: “ Μακάριοι είσθε όταν σας μισήσουν, ... σας χλευάσουν και δυσφημήσουν το όνομά σας εξαιτίας του Υιού του ανθρώπου. Να χαίρεσθε και να αγάλλεσθε (...) γιατί θα είναι μεγάλος ο μισθός σας που θα λάβετε στον Ουρανό.”

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ο λαός λέει πολύ σοφά για τα συκοφαντούμενα θύματα: “Τα καρποφόρα δέντρα πετροβολούνται”, ενώ με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο δημιουργός του Γκιούλιβερ, ο ψυχογράφος Ιωνάθαν Σουίφτ: “Η συκοφαντία χτυπάει τους άξιους, όπως τα σκουλήκια ρίχνονται επάνω στα καλύτερα φρούτα.” Όμως, σε τελική ανάλυση, ο συκοφάντης αναφύεται από κακή προαίρεση, ζηλοτυπία, μνησικακία, ενώ συκοφαντία είναι η εκδίκηση των ανάνδρων! Μια σύγχρονη οσιακή μορφή, ο γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός έλεγε: “ Η συκοφαντία είναι το απαισιότερο φάσμα του μίσους και το οδυνηρότερο τραύμα γι' αυτόν που την υφίσταται. Η συκοφαντία είναι αμυντικό όπλο της κατωτερότητας. Επειδή δεν μπορεί να σκεπάσει τη γύμνωση και ευτέλειά της, προσπαθεί να αμαυρώσει αυτούς που βρίσκονται ψηλότερα για να δικαιωθεί, όπως νομίζει.




30.10.25

Καταλαλιά και κατάκριση Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου -συγγραφέα

 

Καταλαλιά και κατάκριση

Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου -συγγραφέα


 


 ΤΑ “ΦΙΛΤΡΑ” ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ: Κάποτε, ενώ ο Σωκράτης βάδιζε στην Αγορά, κάποιος γνωστός, τού ανακοίνωσε ότι έχει να του πει κάτι σημαντικό για κάποιον μαθητή του. Ο Σωκράτης του ζήτησε, να κάνουν πρώτα το τεστ της “τριπλής διύλισης”. “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε απορώντας εκείνος. “Ναι, πριν πεις τι άκουσες γι΄αυτόν, θα ήθελα να φιλτράρουμε αυτό που θα μου πεις. Το πρώτο, λοιπόν, φίλτρο είναι της αλήθειας. Είσαι σίγουρος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι αλήθεια;” “Όχι ακριβώς, απλά το άκουσα και…”, ψέλλισε ο συνομιλητής του. Κι ο Σωκράτης συνέχισε: “Μάλιστα. Άρα δεν έχεις ιδέα αν αυτό που θα μου πεις είναι αλήθεια ή ψέματα. Ας δοκιμάσουμε το δεύτερο φίλτρο, αυτό της καλοσύνης. Αυτό που πρόκειται να πεις για τον μαθητή μου είναι κάτι καλό;” “Καλό; Όχι· το αντίθετο μάλλον”, απάντησε θορυβημένος εκείνος. “Άρα”, είπε ο Σωκράτης, “θέλεις να πεις κάτι κακό γι΄αυτόν, αν και δεν είσαι καθόλου σίγουρος ότι είναι αλήθεια.” Ο γνωστός του έσκυψε το κεφάλι από αμηχανία. “Παρόλα αυτά”, πρόσθεσε ο μεγάλος φιλόσοφος, “μπορείς ακόμα να περάσεις τη δοκιμασία γιατί υπάρχει και το τρίτο φίλτρο, της χρησιμότητας. Είναι αυτό που θέλεις να μου πεις γι' αυτόν κάτι που μπορεί να μου φανεί χρήσιμο (ωφέλιμο);” “Όχι· δεν νομίζω.”, απάντησε ο “πληροφοριοδότης”. “Άρα, λοιπόν, αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια ούτε καλό ούτε ωφέλιμο, γιατί θα πρέπει να το ακούσω;”, κατέληξε ο Σωκράτης. Κι εκείνος έφυγε ντροπιασμένος, παίρνοντας ένα καλό μάθημα.

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ “ΥΛΙΚΟ” ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Με την κακολογία συκοφαντούμε ανθρώπους, τους διασύρουμε εξευτελίζοντάς τους, έχοντας δηλητήριο μίσους και ζηλοφθονίας, χωρίς να υπολογίζουμε ότι αυτό μειώνει την υπόληψη κάποιων ανθρώπων. Με την καταλαλιά φανερώνει κανείς ελαττώματα του αδελφού του. Μέ την κατάκριση καταδικάζει τα φανερά. Δεν υπάρχει ποτέ καταλαλιά που να γίνεται από ευθύτητα καρδίας. Το πάθος της φιλοκατηγορίας είναι αφύσικο ακόμα και από την πλευρά της Ψυχολογίας γιατί στρέφεται κατά άλλου χωρίς προσδοκία κέρδους για τον φιλοκατήγορο, και το μόνο που επιτυγχάνει είναι η “μείωση” αυτού που κατηγορεί, σε αντίθεση με άλλες πράξεις, π.χ. την κλοπή, όπου ο διαπράττων στερεί κάτι από κάποιον, αλλά το κερδίζει ο ίδιος. Με την καταλαλιά-κακοήθες κουτσομπολιό έχει δαιμονικό κέρδος παρά ανθρώπινο: την εξουδένωση του πλησίον.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ: Κατά έναν άλλο ορισμό η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουδένωση είναι τρία στάδια της ίδιας κακότητας. Έτσι: Καταλαλιά είναι η διάδοση με λόγια αμαρτιών και σφαλμάτων του πλησίον. Με τη διάδοση αυτή, κάποιος «καταλαλεί», μιλάει εμπαθώς, εναντίον κάποιου, σχετικά με υπαρκτό ή ανύπαρκτο - και τότε πρόκειται για συκοφαντία - αμάρτημά του. Κατάκριση είναι η κατηγορία κατά του ίδιου ανθρώπου, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, οργίλος, κλέφτης, κατακρίνοντας τη διάθεση της ψυχής του, βγάζοντας γενικά συμπέρασματα. Και αυτό είναι πολύ κακό. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος βγάζοντας γενικό συμπέρασμα. Ο Κύριος λέει για τους κατακρίνοντες: «υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκὸν εκ του οφθαλμού σου, και τότε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου.” (Λουκ. στ΄ 42). Βαρύτερο παράπτωμα από την κατάκριση είναι η εξουδένωση, όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, αποστρεφόμενος αυτόν σαν κάτι αηδιαστικό.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε: «Τόν καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον» (Ψλμ. ρ΄ 5). Η Καινή Διαθήκη λέει: «εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις», ενώ αλλού ο ίδιος ο Κύριος τονίζει: «εν ώ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ' 2). Ο Μάξιμος ο Ομολογητής προσθέτει: “Δεν είναι, αλήθεια, ν' άπορει ο άνθρωπος όταν οι άνθρωποι, αφαιρούν το δικαίωμα του Υιού να κρίνει και, σαν άναμάρτητοι, κρίνουν οι ίδιοι καταδικάζοντας ο ένας τον άλλον;” Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, τονίζει πως για όσα αμαρτήματα κατηγορήσαμε τον πλησίον θα πέσουμε και εμείς στα ίδια. Ακόμη γράφει: Για την προέλευσή της: “Καταλαλιά, ἀποκύημα μίσους. Λεπτὴ νόσος, κεκρυμμένη και λανθάνουσα βδέλλα, αγάπης εκδαπανώσα και εξαφανίζουσα αίμα· αγάπης υπόκρισις· καρδίας ρύπου και βάρους πρόξενος· αφανισμός αγνείας.” Ο Ιωάννης πιστεύει ότι η κατάκριση: “είναι αναιδής αρπαγή του δικαιώματος του Θεού, και όλεθρος της ψυχής αυτού που κατακρίνει”, δίνοντας στο πάθος προέλευση φαρισαϊκή. Για την ωφέλεια της αποφυγής της κατάκρισης διηγείται το Γεροντικό: “Ενας μοναχός σ' ένα Κοινόβιο, αμελής στα πνευματικά, έπεσε βαριά άρρωστος. Κι ενώ βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη, έχαιρε. Στους συμμοναστές του, που απορούσαν για την παρησσία του, διευκρίνισε: “Ήμουν πάντα αμελής στα πνευματικά, όμως ένα πράγμα τήρησα με ακρίβεια: Δεν κατέκρινα ποτέ μου άνθρωπο. Γι'αυτό σκοπεύω να πω στο Δεσπότη Χριστό, όταν παρουσιαστώ: «Συ, Κύριε, είπες, μη κρίνετε, ίνα μη κριθείτε», κι ελπίζω ότι δεν θα με κρίνει αυστηρά”. Κι ο ηγούμενος του απάντησε με θαυμασμό: “Πήγαινε ειρηνικά στα αιώνιο ταξίδι σου, αδελφέ. Εσύ κατόρθωσες, χωρίς κόπο να σωθείς”. Αλλού διαβάζουμε για έναν γέροντα που κρίνοντας για κάποιο σφάλμα έναν αδελφό του είχε πει: “πολύ άσχημα έκανε”. Όταν αυτός ο αδελφός πέθανε, Άγγελος Κυρίου πήγε στο γέροντα κρατώντας την ψυχή εκείνου λέγοντας: “Αυτός που κατέκρινες, πέθανε. Που ορίζεις να τον κατατάξω;” “Ήμαρτον”, εφώναξε ένδακρυς ο Γέροντας. Και έκτοτε παρακαλούσε καθημερινά το Θεό νά του συγχώρησει εκείνη την αμαρτία, ενώ δεν τόλμησε μέχρι τέλους της ζωής του να κατακρίνει άνθρωπο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η κακολογία εδρεύει στην υποκριτική αγάπη. Έτσι κρίνουμε κάποιον, δήθεν, για να τον διορθώσουμε. Όμως με την κατάκριση γινόμαστε εμπαθείς, ενώ το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να κοροϊδεύουμε τον πλησίον μας χαιρέκακα, εισερχόμενοι έτσι στο “τέναγος” του παραλόγου πάθους της καταλαλιάς. Η καταλαλιά και η κατάκριση αντιμετωπίζονται υποκαθιστώνται με την αγάπη και τη συμπόνοια προς τον πλησίον διότι “η αγάπη σκεπάζει πλήθος αμαρτιών” (Α' Πέτρ. δ΄8.). Ο φιλοκατήγορος δε σταματά στη ζημιά που κάνει στον εαυτό του, αλλά περνά τις κακολογίες και σε άλλους “ενημερώνοντάς” τους για “γεγονότα” ή υποψίες, βάζοντας στην καρδιά των ακροατών αμαρτίες. Αν όμως ό εμπαθής άνθρωπος είχε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα. Ο πατήρ Παϊσιος τόνιζε: “Όταν δεν έχεις αγάπη, δεν βλέπεις με επιείκεια τα λάθη των άλλων, οπότε τους ταπεινώνεις μέσα σου και τους κατακρίνεις.” Άρα η λύση είναι μόνο η αγάπη. Λέει πάλι ο άγιος των καιρών μας: “Μην κρίνετε κανέναν. Ο πονηρός παρακινεί τους ανθρώπους να κάνουν αταξίες, και βάζει λογισμούς σε άλλους, για να κρίνουν και να κατακρίνουν, και έτσι νικάει και τους μεν και τους δε. Και αυτοί μεν που νικούνται και κάνουν αταξίες, αισθάνονται μετά ενοχή και μετανοούν, ενώ οι άλλοι που κατακρίνουν δικαιώνουν τον εαυτό τους, υπερηφανεύονται και καταλήγουν στην ίδια πτώση με τον πονηρό, την υπερηφάνεια.”

ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Οι άγιοι πώς αγίασαν; Είχαν στραφεί στον εαυτό τους και έβλεπαν μόνον τα δικά τους πάθη. Με αυτοκριτική και αυτομεμψία, καθάρισαν τους ψυχικούς οφθαλμούς και έφτασαν να βλέπουν καθαρά και βαθιά. Έβλεπαν τον εαυτό τους κάτω απ’ όλους τους ανθρώπους θεωρώντας τους καλύτερους από τον εαυτό τους. Είχαν αποκτήσει διάκριση, ώστε να δίνουν στους άλλους ελαφρυντικά δικαιολογώντας τους. Οι Πατέρες λένε πως πρέπει, μιμούμενοι τους αγίους, να βλέπουμε με πόνο αυτόν που σφάλλει. Ας σκεφτόμαστε το παρελθόν του ανθρώπου, τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να καλλιεργήσει τον εαυτό του και τις αναξιοποίητες ευκαιρίες που είχαμε εμείς. Αυτό θα μας φέρει σε κατάνυξη και θα ταπεινωθούμε βλέποντας πως δεν ανταποκριθήκαμε, στις δωρεές που μας δόθηκαν. Τότε, κατά τους Πατέρες, θα νοιώσουμε μόνο αγάπη και πόνο για τον αδελφό που δεν είχε τις δικές μας ευκαιρίες και θα προσευχηθούμε γι' αυτόν.



18.10.25

Η κενοδοξία Προς άγραν ... δόξης! του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

                            Προς άγραν ... δόξης! Η κενοδοξία 

                                + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


 

 “Κενόδοξος” σημαίνει αυτός που δεν έχει ουσιαστικά στόχους στη ζωή του, ο κυνηγός εφή-μερων και πρo-σκαιρης δόξας, ενώ “ματαιόδοξος”, αυτός που επιδιώκει να γίνεται αντι-κείμενο θαυμασμού, ο χαρακτηριζόμενος από έπαρση.

  ΜΟΡΦΕΣ: Η κενοδοξία ή ματαιοδοξία ως πάθος, πηγή πολλών ψυχικών νόσων, εμφανίζεται με δύο μορφές-βαθμίδες. Η πρώτη αναφέρεται στην επινόηση τρόπων ανόδου του ατόμου με σκοπό την αποκόμιση ωφελημάτων. Είναι αλαζονική επίδειξη για αγαθά που πιστεύει ότι κατέχει. Εκδηλώνεται με την επιθυμία να αποσπά θαυμασμό, επαίνους, κολακείες. Ο ματαιόδοξος καυχάται για αγαθά που έχουν σαρκική και γήινη φύση. Από την κατοχή αυτών αναμένει την ανθρώπινη δόξα, όπως ένα παιδί καμαρώνει για καινούρια παπούτσια, ή ρούχα. Ο ματαιόδοξος καυχάται ακόμη για δωρεές που η φύση του έχει χορηγήσει, όπως ομορφιά, φωνή, παράστημα, μυώνες αλλά και ρούχα, κοσμήματα, κ.ά. Κενοδοξία δηλώνει ακόμη η επίδειξη νοητικών αρετών, (ευφυία, μνήμη, γνώση). Η κενοδοξία οδηγεί τον άνθρωπο σε έπαρση, ναρκισσισμό και επιθυμία επίτευξης κοινωνικής ανέλιξης.

Το δεύτερο είδος-στάδιο της κενοδοξίας τροφοδοτείται από επιθυμία φήμης για πνευματικά και “κρυμμένα” αγαθά. Ο ματαιόδοξος αυτοκαυχάται ή περιγράφει αρετές ή αγώνες, έχοντας σκοπό θαυμασμό και επαίνους. Ακόμη και όταν ο άνθρωπος μάχεται διάφορα πάθη, πολιορκείται από τη δεύτερη βαθμίδα της κενοδοξίας. «Πνεύμα κενοδοξίας χαίρει, ορών πληθυνομένην αρετήν» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος). Η κενοδοξία μπορεί να καταλαμβάνει μόνη της τη θέση όλων των υπόλοιπων παθών, διαθέτοντας ασυνήθιστη δύναμη, ενώ καθίστανται ιδιαίτερα δύσκολες η εντόπιση και η καταπολέμησή της. Καθετί είναι δυνατόν ν' αποτελέσει αφορμή ματαιοδοξίας: «χαλεπόν διαφυγείν τον της κενοδοξίας λογισμόν· ο γαρ ποιείς εις καθαίρεσιν αυτού τούτο αρχή σοι κενοδοξίας ετέρας καθίσταται» (Ευάγριος). Υπό την επιρροή τής κενοδοξίας, η άσκηση αποδεικνύεται ανώφελη, ενώ οι εμφανιζόμενες αρετές είναι απατηλές και τα χαρίσματα φαινομενικά1. Ο άνθρωπος εισπράττει ηδονή από την κενοδοξία και η ηδονή τον προσκολλά ισχυρότερα στο πάθος. Για να εξακολουθήσει να τη λαμβάνει, πράττει οτιδήποτε. Οι Πατέρες θεωρούν την κενοδοξία μανιώδη νόσο. Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι η αυτοκαύχηση είναι αφροσύνη (Β' Κορ. ιβ΄ 11), σημειώνοντας ότι ο δαίμονας της κενοδοξίας καταλαμβάνει την ψυχή, οδηγώντας το νου σε σύγχυση μέχρι παραφοράς.

ΠΑΘΟΣ: Η παθολογικότητα της κενοδοξίας, οφείλεται στη διαστροφή της φυσιολογικής στάσης με την εκτροπή από το «κατά φύσιν» στο «παρά φύσιν». Η τάση του ανθρώπου προς τη δόξα είναι θεόσδοτη, αλλά επρόκειτο για θεία καύχηση που προοριζόταν να λάβει μέσω της ένωσής του με το Θεό και όχι για «καύχησιν κατά σάρκα» (Β' Κορ. ια΄ 18). «Φύσει τη ψυχή το δόξης επιθυμείν, αλλά της άνω», (Ιωάννης Σιναϊτης). Άλλωστε: «Ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω» (Α' Κορ. α΄ 31). Η δόξα-καύχηση που ο άνθρωπος δέχεται από το Θεό με μετοχή στη δόξα Του (Ωριγένης), αντιστοιχεί στο σκοπό της ανθρώπινης φύσης που ο Θεός μας προέσφερε. Με την απομάκρυνσή του από το Θεό, ο άνθρωπος σταμάτησε να τείνει προς την “εκ φύσεως” δόξα. Επιθυμεί τη δόξα, διεστραμμένη, στον αισθητό κόσμο, μετατρέποντάς την σε “παρά φύσιν”. Βρίσκει υποκατάστατα πνευματικής δόξας, που έχασε, στην κοσμική, «κατά σάρκα» δόξα. Όμως και αλλιώς η κενοδοξία συνιστά φυσική διαστροφή. Η «φύση» περιλαμβάνει όλα τ' αγαθά, που ο άνθρωπος έλαβε από το Θεό: έμφυτες ή επίκτητες ιδιότητές, αρετές, υλικά αγαθά. Χρησιμοποιώντας αυτά για τη δική του δόξα, αντί να τα θέτει στη διακονία της θείας δόξας, ο κενόδοξος, «νόθον την αρετήν καθίστησι» (Άγιος Μάξιμος).

ΨΕΥΔΗΣ ΕΙΚΟΝΑ: Η κενοδοξία, ως μανία, βυθίζει τον άνθρωπο σε απάτη, ψευδαίσθηση, παραλήρημα. Ο Νικήτας Στηθάτος, διαπιστώνει ότι αποκαλύπτει διακοπή πίστης στο Θεό και προσκόλληση στον κόσμο, διότι ο ματαιόδοξος πιστεύει στους ανθρώπους των οποίων επιζητεί εκτίμηση και επαίνους. Ο κενόδοξος αγνοεί την αληθινή αξία των πραγμάτων, αποδίδοντας σ' αυτά σημασία, που ουσιαστικά δεν έχουν. Ενεργεί σα να είχαν απόλυτη και μόνιμη αξία, ενώ είναι κατεξοχήν πρόσκαιρα. Το ίδιο το όνομα της κενο-δοξίας φανερώνει το χαρακτήρα της: μάταιος, άδειος, άστατος, όπως ο κόσμος, που η μορφή του περνά και φεύγει (Β' Κορ. ζ΄ 31). Η ματαιοδοξία από τον κόσμο αντλεί την τροφή της, ενώ ο προφήτης Ησαΐας την χαρακτηρίζει άνθος του χόρτου (Ησ. Μ΄ 6-7), ασταθές όνειρο χωρίς διάρκεια. «Τί εστι τα ανθρώπινα πράγματα; Τέφρα και κόνις, ωσεί χνους κατά πρόσωπον ανέμου, καπνός και σκιά, όναρ και μύθος, άνεμος και αήρ χαύνος απλώς διαρρέων, πτερόν ουχ ιστάμενον, ρεύμα παρατρέχον», (Ιωάννης Χρυσόστομος). Φαίνεται ότι ο κενόδοξος έχει αίσθηση για τον κόσμο αντίστροφη της πραγματικής, σαν τον κόσμο των ειδώλων, που περιγράφει ο Πλάτων, εκδηλώνοντας ψευδαισθητική αυτογνωσία, αποδίδοντας στον εαυτό του ανύπαρκτες αρετές, ενώ δε βλέπει πάθη, που τον έχουν καταλάβει. Αυταπατάται καυχώμενος για αρετές που ίσως διαθέτει, θεωρώντας τον εαυτό του πηγή και ιδιοκτήτη των αρετών. Όμως, μόλις ο άνθρωπος αρχίσει να καυχάται για αρετές του, παύει να είναι ενάρετος, εξαιτίας της καύχησης, ενώ αυτοεπαινείται τον για πνευματικό πλούτο που δεν κατέχει πλέον. Όσοι ενεργούν για να δοξασθούν από τους ανθρώπους έχουν ήδη λάβει την αμοιβή τους, λέγει ο Κύριος προσθέττοντας: «Ουαί όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι» (Λουκ. στ΄ 26).

ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΟΔΥΝΗ: Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει για τη δοξομανία: «τυραννικόν το πάθος και συνεχώς ενοχλούν». Ο Αγιος Μάρκος ο Ερημίτης παρατηρεί: «Όταν ίδης λογισμόν, ανθρωπίνην σοι δόξαν υπαγορεύοντα, γίνωσκε σαφώς ότι αισχύνην σοι κατασκευάζει». Η τύρβη του κενόδοξου για επαίνους, πολλαπλασιάζεται όταν η κενοδοξία δεν ικανοποιείται. Τότε ο ματαιόδοξος μη θαυμασόμενος, οδηγείται στο αντίθετο αποτέλεσμα. «Κενοδοξία αντί τιμής πολλάκις ατιμίας εγένετο πρόξενος» (Αγιος Ιωάννης Κλίμακος). Αντί επαίνων, ο κενόδοξος έλκει μίσος, φθόνο και ζήλεια, γεννά κριτικές και σαρκασμούς, ιδιαίτερα όταν η ματαιοδοξία του εκδηλώνεται με λόγια του. Τέτοια κατάσταση φέρνει στον άνθρωπο οδύνη, θλίψη στα όρια της κατάθλιψης και αγωνία στα όρια του άγχους, καθώς στερείται την αναμενόμενη ηδονή, ενώ αντιμετωπίζει και την επιθετικότητα άλλων. Με την έμπνευσή της κενοδοξίας, ο άνθρωπος φαντάζεται κάθε είδους ιδιότητες, αρετές, αγαθά, “οραματιζόμενος” τον εαυτό του μέτοχο νοερών καταστάσεων που αξίζουν εγκωμιαστικής αναγνώρισης. Παθολογική συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι η απόσπασή του από την πραγματικότητα, ο περιορισμός της δράσης στα απαραίτητα και η παράλυση του δυναμισμού, ωσότου φτάσει η ψυχή του σε κατάσταση νάρκωσης. Η διαδικασία της φαντασίωσης προσφέρει ευνοϊκό έδαφος στο δαίμονα της κενοδοξίας, που συνηθίζει να επιτίθεται την ώρα της προσευχής, (Παλλάδιος). Τα αποτελέσματα της κενοδοξίας είναι πολλά. Οδηγεί στον πνευματικό θάνατο, τυφλώνει το νου (Μάρκος Ερημίτης), ταράσσει (Ισαάκ Σύρος), καταστρέφει αρετές (Μακάριος Αιγυπτιος) καθιστώντας τις πνευματικές προσπάθειες άχρηστες. Μέσω της κενοδοξίας, ο άνθρωπος διαστρέφει τις προσπάθειές του από το φυσιολογικό σκοπό κάνοντάς τις υπηρέτες τής δικής του δόξας. Η απώλεια των καρπών τής άσκησης οδηγεί στη δημιουργία κατάστασης οδύνης, αντί ηδονής, στην ψυχή του. Αυτή, στερούμενη τα πολυτιμότερα αγαθά και την πνευματική απόλαυση, που εισέπραττε, βρίσκεται κενή, εγκαταλελειμμένη, ταραγμένη, βιώνοντας μόνιμα έλλειψη ικανοποίησης, γιατί, η ηδονή από την κενοδοξία προσφέρει παροδικό “γέμισμα”, βυθίζοντάς την στην απογοήτευση και την πικρία.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ: Η κενοδοξία γεννά την υπερηφάνια, της οποίας είναι μητέρα, καθώς και των συνδεόμενων παθών: βλασφημίας, κατάκρισης, φιλαρχίας, σκληροκαρδίας, μνησικακίας και ζήλειας. Γεννιούνται επιπλέον από αυτή: υποκρισία, μωρολογία, φιλαργυρία, πλεονεξία, λύπη (Κλίμαξ), απιστία (Εφραίμ Σύρος). «Τα μετά ταραχής και κενοδοξίας γινόμενα των δαιμόνων εστί», λέει ο Αγιος Ιωάννης Γάζης. Εάν οι δαίμονες δεν την εισάγουν στην ψυχή, επωφελούνται ωστόσο από την παρουσία της στην ψυχή, ώστε να την υποδουλώσουν στην καταστροφική τους δράση. “Ώσπερ διά θυρίδος τινός σκοτεινής εισπηδώντες τας ψυχάς διαρπάζουσιν», (Διάδοχος Φωτικής). Όποιος δέχεται μέσα του το πάθος αυτό εκπληρώνει το θέλημα του διαβόλου, για να καταλήξει τελικά να γίνει σκλάβος και παιχνίδι του.


Konsatntinosa.oikonomou@gmail.com

1Jean Claude Larchet, Θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων, Εκδόσεις "Αποστολική Διακονία Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ




ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Επανάσταση του 1821 στο Πήλιο, του Κωνσταντίνου Οικονόμου

  Η Επανάσταση του 1821 στο Πήλιο του Κωνσταντίνου Οικονόμου       Το Πήλιο – γενικά: Στους σκληρούς και σκοτεινούς πρώτους χρόνους τη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....