Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31.12.25

Η Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου) του Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου +ΒΙΝΤΕΟ [Με το τροπάριο}

 

Η Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου)

+ΒΙΝΤΕΟ [Με το τροπάριο}

του Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου 




    Τριπλή εορτή σήμερα! Οι δύο από τις εορτές έχουν εκκλησιαστικό χαρακτήρα: η εορτή της περιτομής του Κυρίου μας, όπως και η εορτή και η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου. Κοντά σ’ αυτές υπάρχει και η πολιτική εορτή της έναρξης του νέου έτους, η πρωτοχρονιά, που όμως κι αυτή προσλαμβάνει, μέσα στην Εκκλησία, πνευματικό χαρακτήρα. Ας δούμε όμως τι ήταν η περιτομή.

   Στην Αγία Γραφή περιτομή νοείται η αποκοπή του έξω άκρου του ανδρικού μορίου. Η πράξη αυτή ορίστηκε από το Θεό ως επισφράγισμα της συνθήκης Του με τον Αβραάμ. Οι πρώτοι που επεβλήθησαν σε περιτομή ήταν ο Αβραάμ και οι άρρενες της οικογένειάς του (Γέν. ιζ΄10-13). Η συνθήκη επαναλήφθηκε επί Μωυσέως, (Έξ. ιβ΄43,44). Έτσι, κατά τον ιουδαϊσμό, η περιτομή κατέστη επίσημη τελετή που εφαρμοζόταν σε κάθε αρσενικό τέκνο την όγδοη μέρα από γεννήσεώς του. Αυτήν την τελετή τηρούσαν επιμελώς οι Ισραηλίτες, πλην της περιόδου που περιφέρονταν στην έρημο του Σινά. Ήταν προσφορά του παιδιού στο Θεό και υπενθύμιση πως ο Ιουδαίος όφειλε να διαφέρει από τους άλλους και να μην προσκυνά τα είδωλα. Είχε δοθεί και για λόγους υγιεινής (πρόληψη ασθενειών και μολύνσεων). Αξίζει να σημειώσουμε, πως έκοπταν ένα ευτελές σαρκίο το οποίο ήταν η αιτία του κατακλυσμού και της καταστροφής Σοδόμων και Γομόρων, δηλαδή η ακράτεια της γενετήσιας ορμής. Σαρκολάτρες οι συμπολίτες του Νώε, έκφυλοι οι κάτοικοι των Σοδόμων και Γομόρων. Όρισε ο Θεός, η περιτομή να γίνεται στα γεννητικά όργανα, γιατί σ' αυτά χρειαζόταν κάποιος περιορισμός και αρκετή εγκράτεια. Σημειώσουμε ότι και οι Άραβες, λόγω της προέλευσής τους από τον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ, παρέλαβαν την περιτομή, περνώντας τη συνήθεια και στους πιστούς του μωαμεθανισμού. Η εβραϊκή περιτομή κατέληξε, στο πέρασμα των αιώνων, ένας τυπολατρικός παράγοντας της θρησκείας τους. Έτσι οι Εβραίοι αυτοαποκαλούνταν “Περιτομή” ενώ τα λοιπά έθνη τα ονόμαζαν “Ακροβυστία”. Στην Αγία, όμως, Γραφή “περιτομή” και “περιτετμημένος την καρδίαν” σημαίνουν τον καθαρό, τον αγνό, τον αναγεννημένο, ενώ οι λέξεις “απερίτμητος” και “ακροβυστία” τον ασεβή και κακό, τον ρυπαρό: “περιτμήθητε τω Θεώ υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών, άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ, μη εξέλθῃ ως πυρ ο θυμός μου και εκκαυθήσεται” (Ιερ. δ΄4 αλλά και Ιεζ. μδ΄6,7). Μετά την Πεντηκοστή, το θέμα της περιτομής δίχασε την Εκκλησία. Κάποιοι επέμεναν ότι οι προσήλυτοι εξ εθνών έπρεπε πρώτα να περιτμηθούν πριν βαπτισθούν. Με την πάροδο του χρόνου και τον πειστικό λόγο του Αποστόλου Παύλου και άλλων Αποστόλων, βεβαιώθηκαν όλοι ότι: “εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει ούτε ακροβυστία, αλλὰ καινὴ κτίσις.” (Γαλ. στ΄15).

    Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή τῆς Βηθλεέμ. (Λουκ. 2, 5). Το Θείο Βρέφος, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιὸ Νόμο, έπρεπε νὰ υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος έπρεπε να ισχύει μέχρι την κατάργησή του. Ο Απόστολος Παύλος λέει σχετικά: “ότε δὲ ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιὸν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπὸ νόμον, ίνα τους υπὸ νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν” (Γαλ. δ΄4,5). Η περιτομή συνοδευόταν και με την ονοματοδοσία του βρέφους. Το ίδιο συνέβη και με το Θείο Βρέφος που του δόθηκε το όνομα Ιησούς που είναι ελληνικός όρος από το Εβραϊκό Γεσούα. Είναι το ίδιο με το όνομα «Εμμανουήλ» που αναφέρει ο Ησαΐας, και σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας». Ο Απόστολος Παύλος προσθέτει πως οι πιστοί περιετμήθησαν με περιτομὴ πνευματική, ενεργούμενη απ᾿ το Αγιο Πνεύμα. Και αυτή συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολὴ του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες. Το γδύσιμο αυτὸ, έλεγε, είναι η περιτομή, που πήραν απὸ τον Χριστό, όταν θάφτηκαν μαζί Του, διά του Αγιου Βαπτίσματος.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Σήμερα, ο μεγάλος αναμενόμενος του Ισραηλιτικού λαού, «Θεός ων κατ' ουσίαν» και ενώ κρατά τα σύμπαντα στα πανίσχυρα χέρια του, ενδύεται την ανθρώπινη μορφή. Οκτώ ημερών αδύναμο βρέφος, τυλιγμένο σε ταπεινά σπάργανα, τον κρατά στην αγκαλιά της η αγνή Μητέρα Του και τον οδηγεί στο ναό. Ο φωτισμένος υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θεολογώντας ποιητικά, σχολιάζει και δοξολογεί: «Ουκ επησχύνθη (δεν ντράπηκε) ο πανάγαθος Θεός, της σαρκός την περιτομήν αποτμηθήναι, αλλ' έδωκεν εαυτόν, τύπον και υπογραμμόν (πρότυπο και παράδειγμα), πάσι προς σωτηρίαν, ο γαρ του Νόμου Ποιητής, τα του Νόμου εκπληροί, και των προφητών τα κηρυχθέντα περί αυτού». Το μυστήριο της θεϊκής συγκατάβασης είναι μεγάλο και άρρητο. Θεός στην Ιστορία, διέρχεται όλα τα στάδια του ανθρώπινου βίου, αγιάζει τη χωματένια ζωή, πραγματοποιεί και ολοκληρώνει το θεϊκό σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διαβλέπει στην περιτομή, τύπο του βαπτίσματος: «Φανερώθηκε η αλήθεια, ανώφελος ο τύπος και η σκιά. Άχρηστη, περιττή η περιτομή και αντίθετη προς το άγιο βάπτισμα, ο γαρ περιτεμνόμενος χρεωστεί όλον τον νόμον τηρήσαι. Ο Κύριος μάλιστα περιετμήθη για να εκπληρώσει το νόμο, κι ακόμη φύλαξε όλο το νόμο, για να εκπληρώσει και να σταθεροποιήσει το νόμο. Αλλά καθώς βαπτίστηκε, και το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε στους ανθρώπους να κατεβαίνει από τον ουρανό με μορφή περιστεράς επάνω Του, από τότε έχει κηρυχθεί η πνευματική λατρεία και ζωή, και η βασιλεία των ουρανών». Αλλά αν η πράξη της περιτομής εγκαταλείφθηκε, η λέξη εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία. Οι βαπτισμένοι πιστοί, μπορούν να αναφωνούν: “Αληθινή περιτομή είμαστε εμείς οι Χριστιανοί, οι οποίοι διά του φωτισμού, που μας δίνει το Πνεύμα του Θεού, προσφέρουμε στο Θεό αληθινή λατρεία.” (Φιλ. γ΄ 3). Η αχειροποίητος περιτομή των Χριστιανών είναι, θα λέγαμε η περιτομή των αμαρτιών με το βάπτισμα, όπου κόπτονται τα αμαρτήματα. Αυτή την περιτομή οι πιστοί την κάνουν πράξη στη ζωή τους, περικόπτοντας όχι σωματικό μέρος, αλλά τις αμαρτίες τους.

Μορφὴν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ων κατ' ουσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε· και Νόμον εκπληρών, περιτομήν, θελήσει καταδέχη σαρκικήν, όπως παύσης τα σκιώδη, και περιέλης τὸ κάλυμμα των παθων ημών.

Δόξα τη αγαθότητι τη ση, δόξα τη ευσπλαγχνία σου,

δόξα τη ανεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου.”

konstaninosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΕΔΩ:







26.12.25

Τα Θεοφάνια του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Τα Θεοφάνια

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου



   Η ΕΟΡΤΗ: Τα Θεοφάνεια ή Θεοφάνια εορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Η Ιστορία αυτή της Βάπτισης αυτής είναι γνωστή απὸ το κατὰ Ματθαίον Ευαγγέλιο΄ 13- 17), αλλά και από άλλους δύο Ευαγγελιστές (Μάρκ. α΄, Λουκ. γ΄). Το όνομα της εορτής προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας και αδιαίρετης Τριάδος. Η εορτή των Θεοφανίων λέγεται επίσης και Επιφάνεια και Φώτα Εορτή των Φώτων). Κατά τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη την Χριστιανική Εκκλησία. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη της Αντιόχειας. Αρχαία φαίνεται και η συνήθεια της τέλεσης του Μεγάλου Αγιασμού την ημέρα των Θεοφανίων, όπου ψάλλονται τα τροπάρια του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου και το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού.

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Έκπληκτοι και οι παρευρισκόμενοι είδαν τον αυστηρό ασκητὴ και διδάσκαλο να υποχωρεί με ανέκφραστη ευλάβεια καὶ ταπείνωση μπροστὰ στον άγνωστό τους. Στην αρχὴ αρνείται να Τον βαπτίσει και Του λέει ότι αυτὸς έχει ανάγκη να βαπτισθεί απὸ Εκείνον. Ο Ιησούς τον πείθει να Τον βαπτίσει, διότι έτσι έπρεπε. Τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού, ενώ ταυτόχρονα ανοίχθηκαν οι ουρανοί και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό, του Θεού Πατέρα, που έλεγε ότι: “Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκισα". Γράφει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: “"(...) ανοίχθηκαν οι ουρανοί. Για να δειχθεί φανερώτατα ότι αυτός είναι που και προ των ουρανών υπάρχει και πριν από όλα τα όντα και είναι Θεός και είναι Θεού Λόγος και Υιός, μόνο αυτός παρουσιαζόταν συνημμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Με την έκφραση ανοίχθηκαν, μας έδειξε ότι οι ουρανοί ήσαν κλειστοί προηγουμένως λόγω της αμαρτίας και της παρακοής μας προς το Θεό. Όχι μόνο του ανοίχθηκαν οι ουρανοί, αλλά ο ίδιος ο κόλπος του υψίστου Πατρός, διότι από εκεί ήλθε το Πνεύμα και η φωνή που μαρτυρούσε τη γνησιότητα της υιότητος. Οι ουρανοί είναι κήρυκες και προς τους αγγέλους, αλλά και προς τους ανθρώπους διατρανώνοντας την ομοτιμία του Υιού του Θεού προς τον ουράνιο Πατέρα και προς το Άγιο Πνεύμα, κατά την ουσία και δύναμη και δεσποτεία προς το σύμπαν. (...) Το άγιο βάπτισμα είναι η πύλη των ουρανών που εισάγει εκεί τους βαπτιζομένους.



Η ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΙΣ: Και είδε ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστερά και να έρχεται σε Αυτόν. Το περιστέρι μαρτυρεί την καθαρότητα Αυτού προς Τον οποίο κατέβηκε. Έτσι, μ΄ αυτὸν το μοναδικό τρόπο, στη βάπτιση του Κυρίου φανερώθηκε ο Θεὸς ο τρισυπόστατος, η Αγία Τριάδα, και γι᾿ αυτὸ η Εκκλησία μας ονόμασε την γιορτὴ αυτὴ Θεοφάνεια. Για την παρουσία του Αγίου Πνεύματος γράφει ο ίδιος πνευματοφόρος Πατέρας: “ Πραγματικά ο Πατέρας χρησιμοποιώντας σαν δάκτυλο το συναΐδιο και ομοούσιο και υπερουράνιο Πνεύμα του, φωνάζοντας και δακτυλοδεικτώντας μαζί, απέδειξε δημόσια και κήρυξε σε όλους ότι ο βαπτιζόμενος από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη είναι ο αγαπητός του Υιός. Και έδειξε ότι όλα εκείνα που ελέχθηκαν πρωτύτερα δια των προφητών, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες απέβλεπαν προς τον τωρινό σκοπό, προς την θεανδρική οικονομία. Ευδοκία είναι το κυριαρχικό και αγαθό και τέλειο θέλημα του Θεού. Αυτός δε είναι ο μόνος στον οποίο ευδοκεί και επαναπαύεται και αρέσκεται τελείως ο Πατέρας, ο θαυμαστός του σύμβουλος, ο άγγελος της μεγάλης βουλής του, αυτός που ακούει και ομιλεί από τον Πατέρα του και παρέχει στους ευπειθείς ζωή αιώνια.

Απολυτίκιο:
«
Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές
Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι»

Κοντάκιο:
«
Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη και το Φως Σου Κύριε εσημειώθη εφ΄ ημάς
εν επιγνώσει υμνούντας Σε Ήλθες εφάνης το Φως το απρόσιτον

konstantinosa.oikonomou@gmail.com 








18.12.25

Ο γιος του Αλή πασά τον βασάνισε και τον ακρωτηρίασε! Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών (Καρακαλληνός) ο Νέος ο εν Τυρνάβω (30/12/1818) του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο γιος του Αλή πασά τον βασάνισε και τον ακρωτηρίασε! Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών (Καρακαλληνός) ο Νέος ο εν Τυρνάβω (30/12/1818) + ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΥΜΝΟΥΣ

του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου



  Ο Νικόλαος, όπως αρχικά ονομαζόταν ο Άγιος, ήταν το πρώτο από τα οκτώ παιδιά του Αυγερινού και της Κυράτζας, γονέων ευσεβών που κατάγονταν από τα Κάπουρνα (Γλαφυρές Βόλου). Γεννήθηκε το 1766. Λόγω της φτώχειας της οικογένειας, ο Νικόλαος, δεκαετής, στάλθηκε σε ένα συγγενικό πρόσωπο στο Βελεστίνο που διατηρούσε παντοπωλείο, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια εγκαταστάθηκε στο γειτονικό Γερμί (Ξερολίθι Βελεστίνου). Ένας Οθωμανός του Βελεστίνου τον άρπαξε βίαια απ΄ το παντοπωλείο και τον έβαλε, δωδεκαετή όντα, να υπηρετεί το χαρέμι του. Όταν ο πατέρας του Οσίου αναζήτησε το γιο του στο σπίτι του Οθωμανού, διώχτηκε με τη δικαιολογία πως ο Νικόλαος επρόκειτο να περιτμηθεί. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Νικόλαος πράγματι περιετμήθη και μετονομάστηκε Ιμπραήμ. Όμως, μόλις δυο μήνες αργότερα, ο μικρός αρνησίθρησκος κατάλαβε το λάθος του και κατέφυγε στον πατέρα του μετανιωμένος πικρά. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο Κεραμίδι όπου ο Νικόλαος έμαθε την τέχνη του κτίστη, ενώ λίγο αργότερα αναχώρησε με κάποιους συναδέλφους του για την Κρήτη. Επειδή εκεί οι κτίστες του φέρονταν άσχημα, ο Νικόλαος κατέφυγε σ΄ έναν ιερέα, ο οποίος όχι απλά τον δέχτηκε στοργικά αλλά τον υιοθέτησε. Όταν ο ιερέας αυτός πέθανε, ο Νικόλαος αναχώρησε για το Άγιο Όρος, όπου στην Ι. Μ. Καρακάλλου ενεδύθη το μοναχικό σχήμα μετονομαζόμενος Γεδεών. Η ζωή του εκεί ήταν άκρως ασκητική, (νηστείες, αγρυπνίες γονυκλισίες), τιμωρώντας τον εαυτό του για το μεγάλο του ολίσθημα. Στη Μονή έμεινε τριάντα πέντε χρόνια και έπειτα, έχοντας διαβάσει πολλούς βίους αγίων, κυρίως δε μαρτύρων προτρεπτικούς προς τη δική του ομολογία που σχεδίαζε, αναχώρησε για τη Ζαγορά. Από εκεί έφτασε στο Βελεστίνο και προσποιούμενος τον σαλό1, πείραζε και ενοχλούσε τους Οθωμανούς. Οι Τούρκοι τον άφησαν ελεύθερο αφού πρώτα τον ξυλοκόπησαν άγρια. Δεν τον φόνευσαν γιατί τον θεωρούσαν ως “μη έχοντα φρένας”. Κάποιοι Χριστιανοί του Βελεστίνου τον παρέδωσαν μισοπεθαμένο απ΄ τα χτυπήματα στην αδελφή του Δάφνη που ήταν παντρεμένη στο γειτονικό χωριό Ταμπιγλή (διαλυμένος βελεστινιώτικος οικισμός). Όταν στο χωριό αυτό μετά από λίγο καιρό εμφανίστηκαν οι στρατιώτες του Βελή πασά, ο Άγιος άρπαξε την ευκαιρία παρουσιαζόμενος μπροστά τους ομολογώντας το Χριστό. Παρ΄ όλες όμως τις προσπάθειες που έκανε εκεί, αλλά και στα Κανάλια, δεν αξιώθηκε του μαρτυρίου που επιζητούσε. Έτσι επέστρεψε στο Άγιο Όρος, όπου υπηρετούσε ως εκκλησιάρχης. Μια νύχτα, κι ενώ βρισκόταν στο ναό της διακονίας του, άκουσε μια φωνή από την εικόνα του Παντοκράτορα που του έλεγε: “Όποιον με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων, αυτόν κι εγώ θα τον αρνηθώ μπροστά στον πατέρα μου στους ουρανούς (Ματθ. ι΄33” Μετά απ' αυτό ο Άγιος αναχώρησε, μέσω θαλάσσης, προς τη Ζαγορά κι από εκεί στο Βελεστίνο. Εκεί όμως το μόνο που πέτυχε με την πρώτη του ομολογία ήταν ραβδισμοί και εκδίωξη. Τότε ο Γεδεών μετέβη στην Αγριά (κατ' άλλους στην Αγιά) και αφού ζήτησε ακρόαση από τον εκεί διοικητή άρχισε να βρίζει τη θρησκεία του Μωάμεθ. Τότε ο αγάς της κωμόπολης έστειλε γράμμα στο Βελή εκθέτοντας όσα κατά της θρησκείας τους εξαπέλυε ο Άγιος. Ο Βελής διέταξε να τον φέρουν δεμένο στην έδρα του, τον Τύρναβο. Στον Τύρναβο ο γιος του Αλή διέταξε τον Γεδεών ν' απολογηθεί. Εκείνος του εξιστόρησε πώς εξαπατήθηκε αρνούμενος το Χριστό, και ότι πλέον είχε μετανιώσει για την πράξη αυτή. Ο Βελής διέταξε να τον φυλακίσουν και την επομένη κάλεσε από τη Λάρισα επίσημους Οθωμανούς και τον μουλά απαιτώντας από τον Άγιο να απολογηθεί ξανά. Οι Τούρκοι προσπάθησαν με κολακείες και απειλές να τον επαναφέρουν στο Μωαμεθανισμό. Βλέποντας όμως ο Βελής το ανδρείο της θέλησής του, διέταξε να του ξυρίσουν το κεφάλι κι έπειτα να τοποθετήσουν στην θέση των μαλλιών του την κοιλιά ενός προβάτου. Στη συνέχεια, έτσι όπως τον είχαν μεταμορφώσει, τον ανέβασαν ανάποδα πάνω σε γάιδαρο και τον διαπόμπευσαν στους κεντρικούς τυρναβίτικους δρόμους. Ο Βελής, βλέποντας ότι ο Άγιος χαιρόταν γι΄αυτό, φρένιασε και διέταξε να του κόψουν τα τέσσερα άκρα. Έτσι κολοβωμένο και αδύναμο το σώμα του Αγίου αφέθηκε να ποτίζει με το αίμα του την παγωμένη αυλή του πασά, μπροστά στα αποχωρητήρια. Τότε ένας εξ Εβραίων νεοφώτιστος Χριστιανός πήγε κοντά του ζητώντας την ευχή του. Ο Μάρτυρας του έδωσε την ευχή του και προφήτευσε ότι σε τρια χρόνια, οι ηγεμόνες των Οθωμανών Τουρκαλβανοί (Αλής, Βελής), θα πάθαιναν παντελή καταστροφή. Ο Άγιος Γεδεών, βασανιζόμενος για λίγες ακόμα ώρες, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο την 30η Δεκεμβρίου 1818. Το σώμα του Αγίου κηδεύτηκε με τιμές πίσω από το Ιερό Βήμα του Ναού των Δώδεκα Αποστόλων του Τυρνάβου. Όσο για την προφητεία του Αγίου γνωρίζουμε ότι πραγματοποιήθηκε την 14η Ιανουαρίου του 1822. Ο σουλτάνος σκότωσε τον Βελή και τον πατέρα του Αλή. Η τίμια κάρα του μάρτυρα αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.

Χαίροις των Οσίων ο μιμητής. Χαίροις των Μαρτύρων, θιασώτης και μιμητής. Εν γαρ αμφοτέροις, νομίμως διαπρέψας, Οσιομάρτυς ώφθης, Γεδεών ένθεος.”


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 





1. Σαλός=Άνθρωπος με σαλεμένο μυαλό. Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας προσποιήθηκαν τον σαλό για να μην τους δοξάζουν οι άνθρωποι.

16.10.25

Ο Άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία 20.10.2021 από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία 20.10.2021 + Παρακλητικός Κανών

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



    Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ: Ο Άγιος σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας το 1506. Ο πατέρας του ονομάζονταν Δημήτριος και η μητέρα του Καλή. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Ο πατέρας του ήταν κατά την παράδοση συγγενής του μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά που καθαιρέθηκε και εκτελέστηκε από τους Τούρκους κατά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Ό Άγιος Γεράσιμος μεγάλωσε και μορφώθηκε όπως όλα τα αρχοντόπουλα της εποχής, ενώ οι γονείς του φρόντισαν, από τη νηπιακή ακόμη ηλικία του, για την κατά Χριστόν διαπαιδαγώγησή του. Στα 20 χρόνια του αποφάσισε να πάει στη Ζάκυνθο που ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων της εποχής καθώς, παρόλη την Ενετική κατάκτηση υπήρχε εκεί ένας αναγεννησιακός αέρας σε αντίθεση με την υπόλοιπη τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Η βαθιά σχέση του με την ορθόδοξη πίστη, και η αγάπη του προς τον Κύριο, τον κάνει να εγκαταλείψει τη Ζάκυνθο και να ξεκινήσει προσκυνήματα στα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά κέντρα της εποχής του.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ: Πρώτος του σταθμός η Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο από όπου πήρε και την πατριαρχική ευλογία και αμέσως μετά το Περιβόλι της Παναγίας το Άγιον Όρος, όπου έγινε μοναχός. Δεν γνωρίζουμε σε ποια μονή αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι έγινε στο μοναστήρι των Ιβήρων και ότι ασκήτηψε στο κελί του Αγ. Βασιλείου στην περιοχή της Καψάλας.Ο Άγιος, σύμφωνα με τους βιογράφους του, έμεινε αρκετά στο Άγιον Όρος και έφυγε όταν αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους, όπου πρέπει να έφθασε γύρω στο 1538. Εκτός από τον Πανάγιο Τάφο, επισκέφτηκε τη Συρία, τη Δαμασκό, το Σινά, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαϊδας, το πρώτο ονομαστό λίκνο του χριστιανικού ασκητισμού. Ο πατριάρχης στα Ιεροσόλυμα εκτίμησε την προσωπικότητά του και έτσι τον κράτησε κοντά του. Μάλιστα του ανέθεσε το λειτούργημα του κανδηλανάφτη στον Πανάγιο Τάφο. Στα Ιεροσόλυμα, σύντομα, ο Γεώργιος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Γερμανό, παίρνοντας το όνομα Γεράσιμος προς τιμήν του Άγιου Γεράσιμου του Ιορδανίτου.

ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ: Το 1548 ο Άγιος αφήνει τα Ιεροσόλυμα για να ένα ταξίδι στην Κρήτη όπου και έμεινε γύρω στα δύο χρόνια. Αργότερα επιστρέφει πρώτα στη Ζάκυνθο μετά από ένα ταξίδι προσκύνημα που τον έφερε πιο κοντά στο θεό. Στη Ζάκυνθο ασκήτεψε σε μια σπηλιά στον Άγιο Νικόλα Γερακαρίου όπου μέχρι σήμερα οι Ζακυνθινοί την ονομάζουν του Αγίου Γερασίμου. Υπάρχουν αναφορές ότι μπορεί να εφημέρευσε στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Την ίδια εποχή αυτή είχε γεννηθεί στη Ζάκυνθο και ο Άγιος Διονύσιος και κάποια παράδοση θέλει να τον έχει βαφτίσει ο άγιος Γεράσιμος. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ο Άγιος Διονύσιος επηρεάστηκε από την προσωπικότητα του Άγιου Γεράσιμου που ήταν ήδη πολύ γνωστός στο νησί.

ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ: Η εποχή της Ενετικής κυριαρχίας είναι δύσκολη και από θρησκευτικής άπόψεως, και στην Κεφαλλονιά, καθώς η καθολική εκκλησία προσπαθεί να αποκτήσει πιστούς από τον ντόπιο πληθυσμό, διώκοντας την Ορθοδοξία. Ο Άγιος Γεράσιμος τότε ασκήτευε πάλι σε σπήλαιο κοντά στο Αργοστόλι, τη φορά αυτή. Στο σπήλαιο έμεινε για 5 χρόνια και 11 μήνες οπότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στη περιοχή των Ομαλών στους πρόποδες του Αίνου και να ιδρύσει ένα μοναστήρι. Εκεί αρχίζουν να συρρέουν οι πιστοί για να ακούσουν τη διδασκαλία του. Στη περιοχή των Ομαλών υπήρχε ένα ερημοκλήσι αφιερωμένο στην κοίμηση της Θεοτόκου το οποίο παραχώρησε στον Άγιο Γερασιμο μαζί με τα γύρω κτήματα, ο ιερέας της περιοχής Γεώργιος Βάλσαμος το 1561. Ο Άγιος ιδρύει μοναστήρι με το όνομα Νέα Ιερουσαλήμ με την άδεια και την ευλογία του επίσκοπου του νησιού Παχώμιου Μακρή. Από τότε η φήμη του εξαπλώνεται σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Μετά από αίτηση του το Πατριαρχείο θέτει η μονή υπό την υψηλή του προστασία.

ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Ο Άγιος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου 1571, την ίδια μέρα με την αγαπημένη του Παναγία. Στις τελευταίες του στιγμές στην επίγεια ζωή του ήταν κοντά του όπως αναφέρει η παράδοση, ο πατέρας Ιωαννίκιος, ο πατέρας Γερμανός και η ηγουμένη Λαυρεντία. Οι ιερείς έντυσαν τον άγιο με τα άμφια τα οποία φέρει μέχρι και σήμερα και ενταφίασαν το σώμα του Άγιου Γεράσιμου δίπλα και μέσα στον νότιο τοίχο του Ναού.

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΣΙΑ:Η πρώτη ανακομιδή του σώματος του Αγίου Γεράσιμου έγινε 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του, στις 20 Οκτωβρίου του 1581. Οι Ενετοί όμως θορυβημένοι από την αφθαρσία του σώματος του ζήτησαν να ταφεί ξανά ώστε να συμπληρωθούν τα 3 χρόνια. Η δεύτερη ανακομιδή του σώματος γίνεται μετά από 6 μήνες και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Γι αυτό το λόγο θεσπίστηκε η κυριώνυμος εορτή του Άγιου Γεράσιμου στις 20 Οκτωβρίου και όχι στις 15 Αυγούστου. Αργότερα όμως οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη του και στην κοίμηση της Θεοτόκου όχι όμως στις 15 για να μην επισκιαστεί η κοίμηση της Παναγίας, αλλά στις 16 Αυγούστου.

Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Η ανακήρυξη της αγιότητας του οσίου Γερασίμου έγινε το 1622. Ο Άγιος ονομάστηκε ''νέος ασκητής'' για να τον ξεχωρίζουν από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη. Ο Άγιος Γεράσιμος γιορτάζεται επίσης και στις 20 Οκτωβρίου, η οποία μέρα αποτελεί και επίσημη αργία στο νησί της Κεφαλονιάς. Το όνομα "Γεράσιμος" είναι από τα πιο κοινά αντρικά ονόματα στο νησί, ενώ δεν είναι λίγες οι γυναίκες με το όνομα "Γερασιμούλα". Η πατρική του οικία βρίσκεται στην Άνω συνοικία Τρικάλων Κορινθίας, όπου δίπλα της έχει ανεγερθεί περικαλλής ναός.

ΤΑ ΑΦΘΟΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ: Αξίζει να σημειωθεί πως το σκήνωμά του είναι ένα από τα τέσσερα άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, [Α. Σπυρίδωνα, Α. Θεοδώρας, Α. Γερασίμου και Α. Διονυσίου.

  το Απολυτίκιο

Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.

Των ορθοδόξων προστάτην και εν σώματι άγγελον και θαυματουργόν Θεοφόρον νεοφανέντα ημίν, επαινέσωμεν πιστοί Θείον Γεράσιμον, ότι αξίως παρά Θεού, απείληφεν ιαμάτων την αένναον χάριν, ρώννυσι τους νοσούντας, δαιμονώντας ιάται, διό και τοις τιμώσιν αυτόν βρύει ιάματα.



ο Παρακλητικός Κανών στον Άγιο Γεράσιμο εδώ: 




15.8.25

Απόδοσις Κοιμήσεως της Θεοτόκου - Τα εννιάμερα της Παναγίας 23.8 + ΒΙΝΤΕΟ + ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ [Πεποικιλμένη] Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Απόδοσις Κοιμήσεως της Θεοτόκου - Τα εννιάμερα της Παναγίας 23.8 + ΒΙΝΤΕΟ + ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ [Πεποικιλμένη]

Κωνσταντίνος Οικονόμου



   Κάθε εορτή στον ετήσιο εορτολογικό κύκλο της Εκκλησίας έχει τρία στάδια, τα προεόρτια, την κυρίως εορτή και τα μεθεόρτια (δηλαδή τον απόηχό της). Στις 23 Αυγούστου εκάστου έτους εορτάζουμε την Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η Εκκλησία κλείνει με την ίδια πανηγυρική διάθεση τους εορτασμούς της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Παναγίας, που τιμάται την 15 Αυγούστου. Ο λαός την εορτή αυτή την αποκαλεί τα «Εννιάμερα της Παναγίας». Τη σκέφτεται σαν μνημόσυνο προς τη Μητέρα του Θεού, όπως πράττει, άλλωστε, και για τους δικούς του ανθρώπους. Ασφαλώς, δεν πρόκειται για εννεαήμερο μνημόσυνο για την Παναγία, αφού η Θεοτόκος ως μητέρα του Χριστού «μετέστη προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής» και πρεσβεύει για τη δική μας σωτηρία και, συνεπώς, δεν νοείται τέλεση μνημοσύνου υπέρ αναπαύσεως της ψυχής της. «Απόδοσις» στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει την μετά πάροδο οκτώ συνήθως ημερών επανάληψη της εορτής [στην περίπτωση της απόδοσης του Πάσχα έχουμε 39 ημέρες, πριν την Ανάληψη δηλαδή], ώστε με αυτόν τον τρόπο η διάρκειά της εορτής παρατείνεται μεθεορτίως μέχρις την ημέρα της αποδόσεως. Αυτό σημαίνει ότι ο εορτασμός δεν είναι στιγμιαίος. Μ’ αυτόν τον τρόπο η μία εορτή παραδίδει τη σκυτάλη στην επόμενη εορτή που έχει τα δικά της βιώματα, τα δικά της μηνύματα. Έτσι ζούμε σε μία συνέχεια τη ζωή της Εκκλησίας και όχι αποσπασματικά. Η καθιέρωση της απόδοσης των εορτών προέρχεται από την παράδοση του Ισραηλιτικού Λαού στην Παλαιά Διαθήκη. Με διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου, οι μεγάλες ισραηλιτικές εορτές διαρκούσαν 8 ημέρες. (Έξ. 2,15-19, Λευ. 23,36-39 και Αρ. 29,35). Αυτή τη συνήθεια την κληρονόμησε και η Εκκλησία στην λειτουργική της ζωή. Πρώτη μαρτυρία περί παρατάσεως εορτής για οκταήμερο στην εκκλησιαστική ζωή, παρέχεται από τον Ευσέβιο [355]. Πάντως, πολύ νωρίς επικράτησε η συνήθεια, κυρίως στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, να παρατείνεται ο εορτασμός των μεγάλων εορτών του Πάσχα, των Επιφανείων και της Πεντηκοστής για οκτώ ημέρες. Η πράξη της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων γρήγορα διαδόθηκε στην Ανατολή και τη Δύση. Κατά μίμηση των εορτών αυτών και οι νεότερες δεσποτικές και θεομητορικές εορτές ακολουθήθηκαν από οκταήμερο εορτασμό, που ολοκληρωνόταν μέσω της αποδόσεως.

Οκτώ ημέρες μετά τη μεγάλη εορτή της 15ης Αυγούστου, δηλαδή στις 23 του μηνός, γίνεται η «απόδοσις» της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δηλαδή η πανηγυρική λήξη του εορτασμού. Η ευλαβής συνήθεια, πού είναι παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και για άλλες μεγάλες εορτές της υιοθετήθηκε και στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όχι βέβαια ομοιόμορφα και αμέσως, αλλά σταδιακά. Σύμφωνα με την τυπική διάταξη των ιερών ακολουθιών, κατά την εορτή της απόδοσης, της ημέρας δηλαδή που κλείνει ο κύκλος εορτασμού της Κοιμήσεως, τελείται η ίδια ακολουθία με αυτήν της 15ης Αυγούστου, κάτι που συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις των μεγάλων δεσποτικών και θεομητορικών εορτών. Η χρονική αυτή παράταση του εορτασμού δεν στερείται και του ανάλογου θεολογικού περιεχομένου. Γιατί είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια υπέρβαση του παρόντος χρόνου, αλλά και μια πρόγευση της Αιωνιότητας, η οποία, όπως γράφει ο απόστολος Παύλος, θα είναι μια χωρίς τέλος «πανήγυρις πρωτοτόκων» (Εβρ. 12,23). Οι εορτές στις μνήμες των αγίων δεν είναι μόνο αφορμές για πανηγύρεις αλλά και για να ανακαλύψει ο άνθρωπος την αλήθεια, ότι το μόνο που αξίζει στην ζωή είναι ο αγώνας για την αγιότητα. Στο πρόσωπο δε της Παναγίας συνοψίζεται ολόκληρη η ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπου και η πορεία αυτή προς την αγιότητα μέσα από την υπακοή στο θέλημα του Θεού και στην εμπιστοσύνη σε Αυτόν . Η Θεοτόκος συνέδραμε στο έργο της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Χριστό σε όλη της τη ζωή. Και με την κοίμηση της και την μετάσταση της έδειξε τη θέση που ο Θεός έχει ετοιμάσει για κάθε πιστό. Ως εκ τούτου η Παναγία συνοψίζει την ανθρωπότητα εκείνη που λέει ναι στον Θεό, που αναφωνεί πρόθυμα το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Η Παναγία αποτελεί πρότυπο για κάθε πιστό, που λόγω και έργω, υποδέχεται τον Χριστό και τον γεννά στην καρδιά του. Η Παναγία είναι σύμβολο της Εκκλησίας, μέσα στην οποία γεννάται και αναγεννάται κάθε πιστός. Η Παναγία μας οδηγεί και συνοδεύει προς τον Χριστό, είναι ο πρώτος άνθρωπος που εκπλήρωσε το σκοπό για τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο. Αυτή ανέμενε η ανθρωπότητα ολόκληρη για να δει το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και την οδό της απολύτρωσης του πεπτωκότος ανθρώπου. Ο άνθρωπος έχοντας οδηγήτρια την Παναγία, καλείται να μεταμορφώσει τη ζωή του λέγοντας «γένοιτο» στη πρόσκληση του Θεού για συνεργασία με στόχο τη μεταμόρφωση του κόσμου και τη σωτηρία του ανθρώπου. Η Θεοτόκος καθίσταται η Μάνα Παναγιά, η Μητέρα της οικουμένης. Με τη ζωή της μας έδειξε τον δρόμο του πνευματικού πεπρωμένου του ανθρώπου, γίνεται για τον καθένα από εμάς πηγή αγάπης και ελπίδα προστασίας.

ΕΟΡΤΑΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Πολλές εκκλησίες, εξωκλήσια και ιερές μονές σε όλη την χώρα τιμούν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη τα εννιάμερα της Παναγίας, όπως η Παναγιά του Μαλίκη, του Χάρου, η Παναγία η Εννιαμερίτισα, η Παναγία στη Γραβά της Πάτμου, της Φλαμπουριανής, η Παναγία της Ελεούσα στο Κάστρο στην Κύθνο, της Παντάνασσας στους Αρκούς (Λειψοί), η Φανερωμένη στην Σαλαμίνα, αλλά και στη Σάμο, στην Κάρπαθο, στη Σύμη, αλλά και σε κάθε νομό της χώρας τιμάται η χάρη Της. Την ημέρα αυτή, επίσης, γιορτάζουν σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας η Μαρία, ο Μάριος, ο Παναγιώτης, η Παναγιώτα και η Δέσποινα.

Οι κάτοικοι της Νάουσας, στην Πάρο, γιορτάζουν τα Εννιάμερα της Θεοτόκου με ποικίλες εκδηλώσεις, παραδοσιακούς χορούς και μουσικές. Κορυφαίο γεγονός είναι η αναπαράσταση της κουρσάρικης βραδιάς, όπου νέοι και νέες από το χωριό ζωντανεύουν την απόβαση των κουρσάρων του φημισμένου πειρατή Barbarossa, στο λιμανάκι της Νάουσας.

Απολυτίκιο
Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις σαις λυτρουμένη, εκ θανάτου τας ψυχάς ημών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΟΙ ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΕΔΩ: 



27.7.25

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου [+ ΒΙΝΤΕΟ

+ Θ. Λειτουργία από το όρος Θαβώρ]

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου




 ΓΕΝΙΚΑ: Στις 6 Αυγούστου η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σε όρος υψηλόν σύμφωνα και με τους τρεις λεγόμενους Συνοπτικούς Ευαγγελιστές, Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά, μάλιστα δε κατά την Ιερά Παράδοση στο όρος Θαβώρ, που στα εβραϊκά σημαίνει «έλευση φωτός». Έγινε, κατά τους περισσότερους Πατέρες, 40 ημέρες περίπου προ της Σταυρώσεως, δηλαδή κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ότι η Σταύρωση έγινε την 14η Νισάν (Μαρτίου). Αλλά επειδή ο εορτασμός της εορτής θα συνέπιπτε μέσα στην πένθιμη Μεγάλη και Αγία Τεσσαρακοστή, μεταφέρθηκε στις 6 Αυγούστου που απέχει από τις 14 Σεπτεμβρίου, που γιορτάζεται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και λογαριάζεται σαν δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ημέρες. Η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα να γιορτάζεται γύρω στο 600-630 μ.Χ., σε αντικατάσταση της εβραϊκής γιορτής του εξιλασμού.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ: Ο Κύριος σαράντα ημέρες περίπου πριν από τη Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεις από τους Μαθητές του, τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχε προς τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα και την αφοσίωσή στο πρόσωπό Του και τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιωάννη, για να τους ανεβάσει στο όρος Θαβώρ. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς προσθέτει ότι το γεγονός αυτό συνέβη οκτώ μέρες μετά από εκείνη την ημέρα που ο Κύριος διδάσκοντας τους μαθητές του, έλεγε ότι πρόκειται να έλθει ο Υιός του ανθρώπου μέσα στη δόξα του Πατέρα Του. Γι' αυτή την όγδοη μέρα που ο Κύριος ανέβασε τους μαθητές του στο Θαβώρ ο Γρηγόριος ο Παλαμάς προσθέτει: «Το μέγα θέαμα του φωτός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου είναι το μυστήριο της ογδόης ημέρας, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, που αναφαίνεται μετά την κατάπαυση του κόσμου». Ένας λόγος, κατά τους Πατέρες, που δεν παρέλαβε όλους τους μαθητές Του, ήταν ότι θα αναγκαζόταν να παραλάβει μεταξύ αυτών και τον Ιούδα, που δεν ήταν άξιος να «γευθεί» του μυστηρίου της Μεταμορφώσεως. Εκεί, στο όρος Θαβώρ, ξαφνικά, ενώ προσευχόταν ο Κύριος, έλαμψε το πρόσωπό Του, υπέρ τον ήλιο και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το φως. «Άνοιξε», λέγει ο Χρυσόστομος, «λίγο από τη Θεότητά του, ενώ προσευχόταν και έλαμψε σαν ήλιος». Σαν ήλιος, είπε ο ευαγγελιστής για να μη νομίσουμε αισθητό αυτό το φως. Γιατί αυτό το φως είναι της Θεότητος και είναι άκτιστο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσθέτει: «Ο Χριστός μεταμορφώθηκε, όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους μαθητές του ό,τι ήταν, αφού τους άνοιξε τα μάτια και από τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Επομένως αυτό το φως δεν είναι αισθητό, αλλά με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος μετασκευάσθηκαν τα μάτια τους, μεταμορφώθηκαν εκείνοι.» Τα ιμάτια του Κυρίου έγιναν λευκά «ως χιών» για να μας δείξει, μέσω των μαθητών Του, ποιες είναι οι στολές της δόξης που θα φορέσουν κατά τον μέλλοντα αιώνα όσοι προσεγγίσουν το Θεό. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν, ο Προφήτης Μωυσής σαν εκπρόσωπος του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και των νεκρών και ο Προφήτης Ηλίας σαν εκπρόσωπος των προφητών και των ζωντανών (διότι ο Προφήτης αυτός δεν πέθανε αλλά αναλήφθηκε από το Θεό ζωντανός «εν πυρίνω άρματι» στους ουρανούς) και άρχισαν να συνομιλούν μαζί Του για τις προφητείες που αναφέρονταν στο σωτήριο Πάθος Του. Αυτό έγινε για να δείξει στους μαθητές πως ο ίδιος είναι ο Κύριος του νόμου και των προφητών, ζώντων και νεκρών. Ο Πέτρος από την ταραχή του μη γνωρίζοντας τι έλεγε, είπε στον Κύριο ότι καλό θα ήταν να μείνουν στο όρος Θαβώρ και να φτιάξουν τρεις σκηνές, φοβούμενος ότι κατά την επιστροφή τους στα Ιεροσόλυμα, ο Κύριος θα έπεφτε στα χέρια των εχθρών Του. Ενώ ακόμα μιλούσε ο Πέτρος, εμφανίστηκε ένα φωτεινό σύννεφο και ακούστηκε η φωνή του Ουρανίου Πατρός μέσα από αυτό, που βεβαίωνε πως ο Χριστός είναι ο Υιός Του ο αγαπητός, στον οποίο αναπαύεται όλη η Πατρική εύνοιά Του και εμείς οι άνθρωποι, σε αυτόν πρέπει να υπακούμε και να εφαρμόζουμε τις σωτήριες εντολές Του. Οι μαθητές τότε έπεσαν κατά πρόσωπο, όχι εξαιτίας της φωνής, όπως λένε οι πατέρες, αλλά «για τη μετατροπή και το υπερφυές του φωτός» (Γρ. Παλαμάς). Αυτού του φωτός μετέχουν και οι άγγελοι και οι άγιοι. Αλλά ο Πατήρ και ο Υιός έχουν αυτή τη δόξα και τη βασιλεία φυσικώς, οι δε άγιοι άγγελοι και άνθρωποι την αποκτούν κατά χάρη, δεχόμενοι από το Θεό την έλλαμψη. Όμως ο Κύριος γεμάτος φιλανθρωπία δεν αφήνει άλλο τους μαθητές Του, μέσα στην αγωνία και τον φόβο και αφού τους άγγιξε τους είπε να σηκωθούν και να μην φοβούνται, γιατί θα είναι μαζί τους, μέχρι το Θείο Πάθος Του, όπως και πρώτα, δηλαδή με το ταπεινό σχήμα ενός απλού ανθρώπου, γιατί ο Κύριος ήταν «άνθρωπος το φαινόμενον αλλά Θεός το κρυπτόμενον» (Γρ. Παλαμάς). Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το θείο αυτό γεγονός που έζησαν, μέχρι την εκ νεκρών Ανάστασή Του. Γιατί όμως ο Κύριος διάλεξε, αυτή τη χρονική στιγμή, δηλαδή λίγο πριν από τα Άγια Πάθη Του για να δείξει στους Μαθητές Του, μία αμυδρή ακτίνα της Θείας μεγαλειότητος και δόξης Του; Την απάντηση δίνει πολύ εύστοχα το κοντάκιο της εορτής: «Επί του όρους μετεμορφώθης Χριστέ ο Θεός ίνα όταν σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι σύ υπάρχεις αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα». Δηλαδή όταν σε δουν οι μαθητές επάνω στο Σταυρό, γυμνό και καταματωμένο με τον ακάνθινο στέφανο να υποφέρεις και να πεθαίνεις για τη σωτηρία του κόσμου, να μη φοβηθούν, αλλά να καταλάβουν πως το Πάθος Σου το υπέμεινες επειδή το ήθελες, εκούσια και όχι από αδυναμία, αφού είσαι ο παντοδύναμος Υιός του Θεού που γεμάτος αγάπη για το ξεπεσμένο πλάσμα Σου κατέβηκες στη γη, για να το ελευθερώσεις από τα δεσμά της αμαρτίας. Έτσι όταν σε δουν, μετά την Ανάσταση ένδοξο Νικητή του θανάτου, να κηρύξουν σε όλο τον κόσμο ότι Εσύ είσαι ο ομοούσιος Υιός του Θεού, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας. Αυτός, κατά τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ήταν ο σκοπός που έγινε η Μεταμόρφωση. Κι ενώ θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την Μεταμόρφωσή Του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή, συνέβη το αντίθετο. Μάλιστα ακόμη και σήμερα βλέπουμε πως οι Εβραίοι, ο πάλαι ποτέ περιούσιος λαός, δεν πιστεύουν ότι Αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά όπως προσθέτει ο Άγιος Λουκάς ο Αρχιεπ. Κριμαίας, «και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ. Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λουκ. ιβ 32). Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού: «Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. ιη’ 8). Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε: «Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφαλάς υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών» (Λκ. κα’ 28). Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι..» (από ομιλία του Αγίου το 1956).


Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ: Εδώ πρέπει να πούμε, ότι η λαμπρή ακτινοβολία του Θείου ακτίστου φωτός, που παρουσίασε το σώμα του Κυρίου κατά την Μεταμόρφωση και είδαν οι Απόστολοι, αφού διανοίχτηκαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα ψυχικά μάτια τους, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία είναι η άκτιστη Ενέργεια του Θεού και όχι η επίσης άκτιστη Ουσία του Θεού, που για όλα τα κτίσματα, ακόμα και τους Αγίους Αγγέλους είναι παντελώς ακατάληπτη (ακατανόητη) και αόρατη. Η Θεία αυτή Ενέργεια του Θεού, είναι που χαριτώνει και αγιάζει την ανθρώπινη φύση και μπορούμε να τη δούμε με τους πνευματικούς οφθαλμούς μας. Φυσικά για να φτάσουμε σε αυτό το ύψος της Θεώσεως, πρέπει να κάνουμε σκληρό αγώνα για την κάθαρση της ψυχής μας από τα αμαρτωλά πάθη αφού, όπως ο ίδιος ο Κύριος μας είπε στην Επί Του Όρους Ομιλία Του, «οι καθαροί τη καρδία, τον Θεόν όψονται» ( Ματθ. ε’ 8 ). Αυτήν την κάθαρση και τον αγώνα των πιστών εξάλλου συμβολίζει και η ανάβαση στο όρος Θαβώρ που έκαναν οι μαθητές για να δουν τη Θεία δόξα του Ιησού. Εμείς αν τηρήσουμε τις εντολές Του, με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος και του προσωπικού μας αγώνα, θα μπορέσουμε, αν όχι στη διάρκεια αυτής της πρόσκαιρης ζωής, αλλά οπωσδήποτε στην άλλη, την άφθαρτη και αιώνια ζωή, την όγδοη μέρα, που δεν θα βλέπουμε τον Θεό «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορ. ιγ’ 12), δηλαδή σαν μέσα από μεταλλικό καθρέπτη θαμπά και ατελώς ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αλλά «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α’ Κορ. ιγ’ 12) και «καθώς έστι» (Α’ Ιωαν. γ’ 2). Αυτό βέβαια θα γίνει αφού θα έχουμε απαλλαγεί από το φθαρτό περικάλυμμα της σαρκός, και θα έχουμε ενδυθεί τα νέα αφθαρτοποιημένα σώματά μας, ώστε να μπορούμε εύκολα, όσο φυσικά αντέχει η πεπερασμένη φύση μας, να βλέπουμε το Θείο μεγαλείο και να κοινωνούμε ως θεωμένοι, πια, πιστοί στη γνώση του άπειρου και υπερτέλειου Θεού. Ας αφήσουμε τον επίλογο στα γραφόμενα στον μεγάλο Νηπτικό Πατέρα Άγ. Γρηγόριο Παλαμά: «Όποιος θέλει να παραστεί σε αυτή τη δόξα, ας μιμήται κατά το δυνατό και ας βαδίζει την οδό και την πολιτεία που υπέδειξε ο Κύριος πάνω στη γη. Αφού αποβάλλουμε τους δερμάτινους χιτώνες, που λόγω της παραβάσεως έχουμε ενδυθεί, τα γαιώδη και σαρκικά φρονήματα, ας σταθούμε σε αγία γη, αποδεικνύοντας ο καθένας αγία τη γη του δια της αρετής και της προς το Θεό ανατάσεως, έτσι ώστε να λάβωμε παρρησία να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συμβιώσουμε αιώνια προς δόξα της τρισηλίου και μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο1».

Απολυτίκιον.«Μετεμορφώθης εν τω Όρει, Χριστέ ο Θεός, δείξας τοις Μαθηταίς σου την δόξαν σου, καθώς ηδύναντο. Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, το φως σου το αΐδιον, πρεσβείαις της Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι».

1. Πατερικές εκδόσεις «Γρηγ. Παλαμάς» Τ.10

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΒΩΡ ΕΔΩ:

5.7.25

Η Πεποικιλμένη -1909- του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

Η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

-1909- κείμενο - AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου 


 

   Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν’ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) ⟨καὶ⟩ ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ’ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ’ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.

Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ’ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:

― Δὲν πῆγες, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγιὰ τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.

― Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!

― Ἔχει φεγγαράκι.

Ἔπια, κ’ ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.

― Θὰ πᾷς σίγουρα, Κωσταντή;… Πῶς σοῦ ἦρθε;… Ἔχεις συντροφιά;

― Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσῃ.

― Ποιόν;

― Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.

Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διὰ νὰ εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμάντην, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα· δύο ὧρες νύκτα.

Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.

― Κωσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνιψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισε ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. «Ποῦ θὰ πᾷς τέτοιαν ὥρα;» καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν… Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;

― Λέγε.

― Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη-νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρῇς, ἢ ἕνα παιδί… ἢ ἕνα πουλί.

― Καλά.

― Μὴν ξεχάσῃς.

― Ὄχι.

― Ἐγὼ θὰ πάω πεζός, καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ’ ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου. Θὰ πάρῃς καὶ κουμπάνια;

― Θὰ πάρω.

― Σὲ περιμένω στὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.

― Καλά.

Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κ’ ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας ἀνήφορον ἕως τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τὴν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.

Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς «Σακαλάρους», ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου «ἐκρότιζεν» ὁ τόπος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην· δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ «Πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα τὸ ρέμα, ἐμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτίριον, τὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ’ ἐγαύγισαν, ἀλλ’ ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὅπου εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν, κ’ ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.

Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ’ αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος». Ἐκάθισα ἐπὶ τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τὸ μελαγχολικὸν φῶς τῆς σελήνης, τὸ χωρίον μας, κάτασπρον, κτισμένον ἐπὶ δύο λόφων καὶ μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καὶ τὸν λιμένα τὸν τρίκολπον μὲ τὰ τρυφερὰ νησάκια, ὁποὺ φαίνονται ὡς νὰ «ἐγκαινίζωνται» εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.

Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.

― Ἐδῶ εἶσαι, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε;

― Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;

― Μ’ ἐγέλασε… Μὴν τὰ ρωτᾷς, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα… καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα… ὅλα τὰ εἶπα στὸν δρόμο.

― Γιατί; Φοβήθηκες;

― Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ’ ἔμελε;

― Ὄχι τόσο. Ἀπ’ τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;

― Ἀπ’ τὸ Πετράλωνο. Ἐσύ, ἀπ’ τοῦ Βαραντᾶ;

― Ναί.

― Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;

― Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου… τίποτε.

Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρματσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχεν ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωστής.

Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράκτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωστής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῷον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκε. Ὁ Κωσταντὴς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγὼ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;

Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κ’ εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁποὺ εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νὰ συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὶ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.

Ὅταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμί ― καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ’ ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ’ εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ βασιλικὰ καὶ ροσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸ λιτὸν δεῖπνόν μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κ’ ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.

― Ὅλα καλά, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε· μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας…

― Ἀλήθεια;… Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.

Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα, μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ’ ἕνα φανάρι, κ’ ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνά της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.

― Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα… Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.

― Πᾶμε, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε.

Ἐσηκώθη, κ’ ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῷον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του, καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἢ τοῦ Κυρίου). Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβήσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στὴν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.

Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν δρυμῶνα, κ’ ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιον ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνε.

Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλύτερ’ ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλύτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ’ εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρομίσκοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακόν, καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσῃ, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν, ὡς εἰκός, τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον, καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μου.)

Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρί, κ’ ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβησε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δὲν ἠξεύρω ποῦ, καὶ ἵππευσε πάλιν.

Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὣς τόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἐβλέπαμεν κάτι ν’ ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι· μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ καταυλισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν· πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον, ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν’ ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμούμην ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι, καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβηναν πρὶν ν’ ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν’ ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβησε τὸ ἀεράκι.

Τέλος ὁ Παπᾶς ―τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλᾶτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω― μᾶς ᾐσθάνθη ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν ― διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.

Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παρὰ μικρὸν μεσάνυχτα, ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας ―τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες, καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιά― εἶχαν ὑπάγει διὰ ν’ ἀγρυπνήσουν ― ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.

Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ’ ἑσπέρας, μ’ ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ πάτερ Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν’ ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κ’ ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελέσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.

Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.

― Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειό, χριστιανοί, εἶπα ἐγώ, κ’ ἐκάθισα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπαν, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ᾽κεῖνα τὰ χρόνια!

Ἤρχισε τὸ Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, κ’ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, κ’ ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτου, νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κὺρ Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ’ ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Μαλαματίνας, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.

Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειά. Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.

Ἔγινε δύο ἡ ὥρα, κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο, κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.

― Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾷς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κ’ ἐγὼ θ’ ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα… δηλαδή, διὰ ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίον σου τὸ μουσικό, καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ’ ἀρχίσω τὸ «Δοῦλοι Κύριον». Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾷς τὸ «Λόγον ἀγαθόν». Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν Πολυέλεον· ἦρθα διὰ τὸ «Πεποικιλμένη».

Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον ― Βυζαντινόν, μὲ χηβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἠρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κ’ ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.

Μετὰ εἴκοσιν λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμῳδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην:

― Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος, καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν’ ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.

― Καλά, καλά.

Τέλος, ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος μειδιῶν μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ Μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ’ ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρῴην ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαυμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀρνηθῶ.


Ὕστερον ἔμαθα ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ «μαχμουρλὴς» ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθεῖσα Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:

― Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση, σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.

― Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ Γούμενος.

Ἐννοοῦσεν ἐμέ.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΑUDIOBOOK:



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου) του Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου +ΒΙΝΤΕΟ [Με το τροπάριο}

  Η Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου) +ΒΙΝΤΕΟ [Με το τροπάριο} του Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου      Τριπλή εορτή σήμερα! Οι δύο ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....