Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8.9.26

Έως την Κόλαση, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος [στους ασυρματιστές του Θεού!] Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 


Έως την Κόλαση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

             Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος

 [στους ασυρματιστές του Θεού!]

Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 

 

 
Την πήρα την απόφαση, ό,τι κι αν γίνει, θα φύγω. Θα πάω στο Όρος!” , είπε ο Βασίλης. Δεν κατάλαβε πως από το συλλογισμό του, που ήταν μέχρι τότε βυθισμένος, τα τελευταία λόγια τα είπε δυνατά. Μα εκείνη ούτε καν πρόσεξε τη φωναχτή του σκέψη. Συνέχισε την απασχόληση της στον καθρέφτη, γιατί και απόψε πάλι θα 'βγαινε....

   Αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, η μάνα του έφευγε. Και οι παρέες, άφθονες και ... ποικίλλες. Την όμορφη νέα χήρα, βλέπεις, την προτιμούσαν για παρέα όλοι οι “ελεύθεροι” στην πόλη. Έφτανε μια φευγαλέα ματιά να τη ρίξει κανείς και να μείνει μαγνητισμένος απ΄ τα “φαινόμενα κάλλη” της. Κι εκείνη, άλλωστε, δεν άντεχε πια με τη σκέψη του εδώ και δυο χρόνια “φευγάτου” άντρα της. Εκεινού η καρδιά έτσι ξαφνικά μια νύχτα σταμάτησε και πήγε για το “απάνω ταξίδι”, όπως έλεγε κι ένας θείος του ορφανού πια δεκαεννιάχρονου Βασίλη.

   Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ο ήρεμος, αποφασισμένος πια, έφηβος, άφησε ένα σημείωμα στη μητέρα του, που κοιμόταν, φορτώθηκε ένα μικρό σακίδιο και κατηφόρισε για το σταθμό λεωφορείων.

                                   . . . . . . . . . . . . . . . . .

  Ο μεσήλικας ξερακιανός μοναχός μπήκε τελευταίος στην τράπεζα της Μονής. Κάθισε στην άκρη του πάγκου, ακριβώς απέναντι από δυο-τρεις επισκέπτες και δίπλα στον αρχοντάρη, τον γέροντα Αντώνιο. Οι φιλοξενούμενοι τον κοίταξαν αρκετά περίεργα. Ο λόγος ήταν ότι το δεξί του χέρι ήταν μπανταρισμένο με γάζες, που μόλις διακρίνονταν, ενώ από πάνω ήταν δεμένο με ένα κομμάτι τριμμένου ράσου, γκριζαρισμένου από την πολυκαιρία. Ο μοναχός αυτός τελείωσε το λιτό του γεύμα σχεδόν ταυτόχρονα με το τέλος της ανάγνωσης του ιερού κειμένου από τον αναγνώστη. Έπειτα αποσύρθηκε αθόρυβα. Οι επισκέπτες, σαν απόφαγαν, όλο περιέργεια και απορία, πήραν να ρωτάν τον αρχοντάρη για τον μοναχό αυτό: Ποιος ήταν, αν ηταν ασκητής σε κάποια σκήτη ή κάθισμα, αν ήταν χαρισματικός και, κυρίως, τι είχε το χέρι του. Ο αρχοντάρης, αφου τους είπε ότι αυτός ο μοναχός ονομαζόταν Βησσαρίων, τους υποσχέθηκε ότι μετά τον εσπερινό θα τους αντάμωνε να τους λύσει την απορία.

  Καθισμένοι οι τρεις φίλοι σε ένα πεζούλι στο προαύλιο της Μονής, κοιτάζοντας στο πέλαγος κι ενώ συζητούσαν για θέματα που τους εντυπωσίασαν στο μοναστήρι, είδαν με χαρά τον μοναχό Αντώνιο να έρχεται κοντά τους. Ακόμη τους “έτρωγε” η κοσμική περιέργεια για το γέροντα Βησσαρίωνα. “Τον πατέρα Βησσαρίωνα, παιδιά μου τον γνώρισα πριν από τριάντα περίπου χρόνια”, άρχισε να διηγείται ο αρχοντάρης. “Ήλθαμε στη Μονή την ίδια χρονιά. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Βασίλης. Αφού περάσαμε κι οι δυο μας το δοκιμαστικό στάδιο και δεχθήκαμε την κουρά της αγγελικής ζωής, εκείνος πήρε ευχή και έζησε για λίγο ως υποτακτικός σ΄ εναν άγιο γέροντα στα τρομερά “Καραούλια”. Επέστρεψε πέντε ή έξι χρόνια αργότερα, μετά την κοίμηση του γέροντά του, αλλά με δεμένο το χέρι του! Κάποτε τον ρώτησα γι΄ αυτό και εκείνος μου είπε την φοβερή του ιστορία. Όταν πήγε στην Έρημο του Όρους, πληροφορήθηκε πως η χήρα μητέρα του απεδήμησε εις Κύριον. Εκείνος φοβόταν πολύ για την κατάληξη της μητέρας του, επειδή η ζωή της ήταν άστατη. Άρχισε λοιπόν να έχει αγωνία κι ερωτήματα για την κατάληξή της. Εννοείται ότι συνεχώς τη μνημόνευε, της έκανε μνημόσυνα, τρισάγια, προσευχές και δεήσεις για την ανάπαυσή της, μα ακόμη τέτοια βασανιστικά ερωτήματα τον απασχολούσαν. Σώθηκε η μητέρα του; Αν δεν σώθηκε, τι θα μπορούσε να κάνει; Με τέτοιους λογισμούς απευθύνθηκε στον γέροντά του για να τον ρωτήσει. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του, έβαλε μετάνοια και, με δάκρυα στα μάτια, τού μίλησε για τον επίγειο βίο της μητέρας του και ποιες ήταν μέχρι τότε οι ενέργειες του για τη σωτηρία της ψυχής της. Εκείνος του απάντησε πως αυτό πού ζητούσε να μάθει από εκείνον, ήταν κάτι ίσως αδύνατο για τα ανθρώπινα μέτρα. Αλλά, του είπε εν τέλει, ότι θα παρακαλούσαν το Θεό, κι οι δύο μαζί, να τους πει πού βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας του. Έπειτα, ο γέροντας έβγαλε τον Βησαρίωνα έξω από την καλύβη τους και του είπε να μείνει εκεί όρθιος, επτά ολόκληρες ήμερες προσευχόμενος, χωρίς να φάει τίποτε και ούτε να κινηθεί ή να καθίσει. Κι ο Βησαρίων έμεινε εκεί επτά μέρες κι επτά νύχτες, όρθιος, ακίνητος, διαρκώς ένδακρυς, προσευχόμενος να ελεήσει ό Θεός και να τον φωτίσει με την αποκάλυψη της κατάστασης της ψυχής εκείνης. Ο γέροντάς του, έκανε ακριβώς το ίδιο μέσα στην καλύβη. Όταν έφθασε η νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ο νους του Βησαρίωνα στον ουρανό και σε έκσταση είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Είδε ότι πραγματικά οι ψυχές στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν! Είδε στα αριστερά του, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο ακαθαρσίας, λάσπης και ανυπόφορης δυσωδίας, που έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ΄ αυτή τη φοβερή λίμνη την “καιομένη του πυρός”, είδε να ξεχωρίζουν ανθρώπινες ψυχές. Πότε βυθίζονταν μέσα της και πότε ανέβαιναν ψηλά, σαν να παίρνουν μια ανάσα και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, αδιάκοπα. Κάποια στιγμή, μέσα στις τόσες δύστυχες ψυχές, αναγνώρισε και τη μάνα του. Ναι, την έβλεπε για λίγο από τους ώμους και πάνω κι αναρρίγησε. Κι εκείνη αναγνωρίζοντας το γιό της στην όχθη αυτής της “Γέεννας”, του φώναξε ξέπνοα: “Παιδί μου! Βοήθησέ με!”, και ξαναβυθίστηκε. Έπειτα ξαναφάνηκε πάλι για να φωνάξει ξανά: “έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”. Πριν βυθιστεί και πάλι στο βόρβορο, φώναξε στο γιο της: “Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!”. Ήταν τόση η θλίψη του Βησσαριώνα, όταν έβλεπε κι άκουγε αυτά, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν, βούτηξε το χέρι του μέσα, την άρπαξε από τα μαλλιά και με δυσκολία την τράβηξε έξω! Έξω από τη λίμνη αυτή ο Βησσαρίων είδε κάτι που έμοιαζε με χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, δίπλα σ΄ένα βράχο, έτρεχε γάργαρο νερό μέσα στην κολυμβήθρα, χωρίς όμως ποτέ να γεμίζει. Πήρε τότε τη μητέρα του αγκαλιά στα δυο του χέρια και την έβαλε μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα, όπου πλύθηκε, καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν χιόνι. Έπειτα, κάποιοι λευκοντυμένοι νέοι, που δεν τους είχε προσέξει νωρίτερα, της έδωσαν λευκό φόρεμα. Εκείνη τυλίχτηκε μ’ αυτό και έφυγε μαζί τους. Καθώς απομακρυνόταν ανάμεσά τους, στην αντίθετη από τη λίμνη κατεύθυνση, είδε να του γνέφει χαιρετώντας χαρούμενη. Αμέσως, μετά ο Βησσαρίων επανήλθε στα γήινα. Το χάραμα, μετά το τέλος της έβδομης νύχτας, ήταν εκεί, ορθός, έξω από την καλύβη, παρακαλώντας ακόμη το Θεό για τη σωτηρία της μητέρας του, ευγνωμονώντας ταυτόχρονα Εκείνον για την οπτασία. Λίγο μετά, ο γέροντάς του βγήκε από την καλύβη και τον ρώτησε τι είχε δει. Εκείνος ξέσπασε με λυγμούς σε ευχαριστίες προς τον Θεό για την ευσπλαχνία Του που έβγαλε την ψυχή της μάνας του από τον Αδη. Το χέρι του όμως που βούτηξε μέσα στη φοβερή λίμνη του πυρός, μέχρι τον αγκώνα, ήταν καμένο και συγχρόνως βρωμούσε απαίσια. Ο Βησσαρίων μου είπε ότι παρακάλεσε το γέροντά του, μετά απ΄ αυτά, να του θεραπεύσει το χέρι του, όμως εκείνος αρνήθηκε να σβήσει εκείνο το “σημείον μέγα”, που αποτελούσε σημάδι του θαύματος! Ο γέροντας τού τόνισε πως το “σημείον” εκείνο ήταν η απόδειξη για το πόση δύναμη έχουν Θεία Λειτουργία, μνημόσυνα, τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Έπειτα, ο άγιος Γέρων ασκητής έσκισε ένα κομμάτι από το ράσο του και του είπε: “Τύλιξε το χέρι σου μ΄ αυτό. Ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και σε όσους αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια αυτής της ιστορίας”. 

   

  Εγώ, όταν μου τα έλεγε αυτά ο αδελφός μου, είχα λογισμούς δυσπιστίας. Εκείνος με κατάλαβε και τράβηξε λίγο τη μια άκρη του ράσου. Παιδιά μου!”, έκανε κοιτώντας κατάματα τους ακροατές του ο αρχοντάρης, “δεν άντεξα την “βρώμα” εκείνη κι έφυγα μακριά. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντα ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό κι ευώδιαζε!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon


Σημ.: Στηρίζεται σε αληθινό γεγονός [Θεοδώρητος, 6ος αι. μ.Χ.]

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=ui8421csYWo

31.8.26

Ο Πέτρος και οι φίλοι του, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα κείμενο + AUDIOBOOK διαβάζει ο ίδιος

 

Ο Πέτρος και οι φίλοι του

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα

κείμενο + AUDIOBOOK

διαβάζει ο ίδιος



“Άντε εβίβα ρε παιδιά! Εβίβα και τούτο” φώναξε χτυπώντας δυνατά το υψωμένο ποτήρι του με τον απέναντί του στο τραπέζι. Ζαλισμένος πια απ΄ το πιοτό, μονολόγησε αναστενάζοντας ξανά για να τον ακούσει η αντροπαρέα του: “Αχ, δεν έχω σόι εγώ! Μ΄ έχουν όλοι τους ξεγράψει”.

Όμως, ενώ τα λόγια τούτα, ούτε καν τα πρόσεξαν οι φίλοι και ομοτράπεζοί του, ακούστηκαν, σαν καμπάνα μάλιστα, απ' την παρέα που 'κείνη τη στιγμή έμπαινε στην ταβέρνα. Συμπτωματικά - μα υπάρχουν άραγε συμπτώσεις; - ήταν η Μαριώ, η ανηψιά του, με τον άντρα της και δυο φιλικά τους ζευγάρια.

Ο Πέτρος ζούσε με το πιοτό απ' την εφηβεία του, την ταραγμένη εκείνη μεταπολεμική περίοδο της δύστυχης και μίζερης φτωχικής ζωής του. Ο γάμος του στο χωριό, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια, κι αυτός από συνοικέσιο, το γνωστό σύστημα δούναι-λαβείν, που δεν υπολόγιζε την άποψη του μέλλοντος γαμπρού, πόσο μάλλον της νύφης, έδειχνε πως δεν “κολλούσε”, δεν ταίριαζε, απ' την αρχή. Έτσι, η “κλίση” του προς το κρασί δυνάμωνε, θέριευε, με τα χρόνια. Ένιωθε πως απάλυνε τους χτύπους του ρολογιού που κυλούσαν ανούσια μέρα τη μέρα. Τώρα αρκούσε ακόμη και μια μισή για να φτιαχτεί, να “φύγει” απ' τα καθημερινά και τα ανούσια, όπως τουλάχιστον τα ΄βλεπε η απελπισμένη του ψυχή.

“Μ' έχουν όλοι τους ξεγράψει!”, τα λόγια αυτά μου τα μετέφερε η Μαριώ κι έμειναν μάλλον ξεχασμένα, μιας κι ο πόνος του άλλου δεν είναι δικός μας πόνος, κάπου πίσω στις “αποθήκες” του μυαλού μου.

.


.... ..... ......

   Πέρασαν κάπου δυο χρόνια από τότε, όταν μου 'ρθε η είδηση ότι τον χτύπησε η “επάρατος”, ξέρεις αυτή η ασθένεια που στο υποσυνείδητό μας πέρασε ως μια απαγορευμένη λέξη, μια λέξη “αποτρεπτικό ξόρκι” που δεν κάνει καν να την ψελίσεις... Τον είδα κάποιες φορές να κάθεται τις ανοιξιάτικες μέρες – τι αντίθεση όμως με τη βαριά του προσωπική βαρυχειμωνιά! - εκεί στη στενή βεράντα του διαμερίσματός του, βαρύτερος απ' ότι παλιά, καθότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, αλλά πολύ χλωμότερος, μ' αυτή την απαίσια κιτρινίλα που ο Χάρος “ζωγραφίζει” τους καλεσμένους του, ενώ ο “σκόλωψ” βαθιά μέσα του, στα “πλεμόνια”, όπως έλεγε η κυρά του, τον έτρωγε λίγο-λίγο. Όμως, δεν τον έβλεπα πάντα μόνο του.

Συχνά, πυκνά τον έβλεπα να παίζει τάβλι, με κάποιο νεότερό του, “ανεψιό από ξάδερφο” όπως λέει η πολύξερη κυρία Νίκη του ισογείου, η οποία, βρήκε κάτι καλύτερο από το κρασί για να απαλύνει το διάβα του χρόνου, την κοινωνική παρατήρηση και κριτική – κάποιοι κακεντρεχείς αυτό το λένε κουτσομπολιό. Να λοιπόν! Δεν τον έχουν ξεγράψει. Στην πραγματικότητα, όχι αυτή που βλέπουμε ζώντας στη δική μας, την εικονική, την υποκειμενική, την εγωκεντρική, αλλά στην ωμή πραγματικότητα, ο Πέτρος ξεγράφτηκε απ' τους “φίλους” του και τη ρέμπελη παρέα του, άλλωστε, τι θέση πια θα 'χε ανάμεσά τους κάποιος “με το 'να πόδι στον τάφο”; Όμως - τι παρήγορο στ' αλήθεια! - είχαν δώσει υπόσχεση αναμεταξύ τους να πάνε να τον αποχαιρετίσουν όταν θα 'ρχόταν η ώρα του!

Ίσως, σκέφτομαι τώρα που πέταξε ψηλά για πάντα, “φεύγοντας” για το τελευταίο “της ζωής του ταξίδιον” ο Πέτρος θα μονολογούσε: “ Αχ! Φίλους, μωρέ, δεν έχω, φίλους!”.


Από τη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου: Κυριακάτικο πρωινό στο πάρκο

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=dROONFLCaks


29.8.26

Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

   Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=cyCB2GpRhe8


21.8.26

Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα (1899) του Αλεξ. Παπαδιαμάντη κείμενο και audiobook, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου + ΒΙΝΤΕΟ

 

Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα (1899) 
του Αλεξ. Παπαδιαμάντη 
κείμενο και audiobook, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
+ ΒΙΝΤΕΟ

Ἐμβαρκάρισαν καὶ οἱ τρεῖς, ἀπὸ τὴν παλαιὰν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην ἀποβάθραν, κάτω ἀπὸ τὸ κυματόπληκτον σπιτάκι τῆς Μορφούλαινας, ὁ Καλούμπας, ὁ Νιόγαμβρος καὶ ὁ Μπαμποῦκος. Τὸ παλαιὸν θαλασσόπληκτον σπιτάκι εἶχε δοθῆ ἕνα καιρὸν ὡς προὶξ εἰς τὴν Μορφούλαιναν, ἀκολούθως εἶχε μεταβῆ ὡς κληρονομία εἰς τὴν θυγατέρα της καὶ τέλος εἶχε δοθῆ εἰς τὴν θυγατέρα τῆς θυγατρός της.
Μίαν Κυριακήν, περὶ τὰ μέσα Νοεμβρίου, εἶχε τελεσθῆ ὁ γάμος. Ὅλη ἡ γειτονιὰ καὶ ἄλλοι καλεσμένοι εἶχον διασκεδάσει ὁλονυχτὶς μὲ ᾄσματα καὶ χοροὺς καὶ μὲ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Καὶ μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω ἀπὸ τὸ παλαιὸν σπιτάκι, ἀπὸ τὴν σκάλαν τὴν θαλασσοφαγωμένην, ἀπὸ τὰ γρίφια* καὶ τὰς πέτρας τὰς τραχείας καὶ παραμερισμένας, ἐμβῆκαν εἰς τὴν φελούκαν ὁ Καλούμπας, ὁ Νιόγαμβρος καὶ ὁ Μπαμποῦκος, διὰ νὰ ὑπάγουν πρὸς ἁλιείαν.
Ὁ Καλούμπας ἦτον ὁ ἐξακουστὸς ψαρὰς μὲ τὸ ἕνα χέρι ―τὸ ἄλλο τοῦ τὸ εἶχε φάγει ἡ δυναμῖτις― ὁποὺ ἡλίευε τοὺς περιφήμους ὀρφούς, ἀπὸ 5 ἕως 12 ὀκάδων τὸ βάρος, τοὺς ὁποίους ἔδενεν ὡς βόδια ἀπὸ τὴν πρύμνην τῆς βάρκας, καὶ τοὺς ἔσυρεν εἰς τὸ κῦμα ζωντανούς, μὲ τὸ τεράστιον ἄγκιστρον εἰς τὸ ρύγχος, ἑτοίμους πρὸς σφαγὴν ἅμα δύο ἢ τρεῖς ἀγορασταὶ προσήρχοντο. Ὁ Μπαμποῦκος ἦτον γηραιὸς θαλασσινός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ σαράντα χρόνους εἶχε γυρίσει ὅλην τὴν Μαύρην καὶ τὴν Ἄσπρην θάλασσαν, τὴν Μεσόγειον καὶ μέρος τοῦ Ὠκεανοῦ, ὡς λοστρόμος μὲ τὰ καράβια. Εἶτα εἶχε ζητήσει νὰ λάβῃ σύνταξιν, ἀλλὰ «τὰ χαρτιά του δὲν ἦσαν καλά», τοῦ εἶπαν. Τώρα ἐπήγαινεν ὡς σύντροφος μὲ μισὸ μερίδιον, μὲ τὰς λέμβους τὰς ἁλιευτικὰς καὶ πορθμευτικάς. Ὁ Νιόγαμβρος εἶχε στεφανωθῆ τὴν πρὸ πέντε ἑβδομάδων Κυριακήν, καὶ ὁ γάμος δὲν εἶχε σαραντίσει ἀκόμη.
Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ Καλούμπας καὶ ὁ Νιόγαμβρος ἐπερίμεναν τὸν Μπαμποῦκον πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ λύσουν τὴν μπαρούμαν* καὶ ἀποπλεύσουν. Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ Μπαμποῦκος ἔτρεχεν ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ μονοπάτι εἰς κρημνόν, κυνηγῶν τὸν υἱόν του, τὸν Πάπον. Οἱ ἄλλοι δύο υἱοὶ τοῦ γερο-Μπαμπούκου ἔλειπαν. Ὁ ἕνας ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια· ὁ ἄλλος ὑπηρέτει εἰς τὰ βασιλικά. Ἐκ τῶν θυγατέρων του ἄλλη εἶχεν ἀποθάνει, ἄλλη ὑπανδρεύθη εἰς τὰ ξένα, ἄλλη εὑρίσκετο εἰς ξένον σπίτι. Βάκτρον τοῦ γήρατός του, διὰ νὰ ὑποβαστάζῃ τὰ ρευματισμένα καὶ ξεπαγιασμένα γόνατά του, ὁ γέρων θαλασσινὸς δὲν εἶχε παρὰ τὸν υἱόν του τὸν Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ἐτῶν, τὸν ὁποῖον εἶχε παρονοματίσει μὲ γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» ἡ μακαρίτισσα ἡ Ἀργυρώ, ἡ σύζυγος τοῦ Μπαμπούκου.
Ἀλλ᾽ ὁ Πάπος τοῦ ἔφευγεν. Ἐπηδοῦσεν ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν. Ἀγαποῦσε πολὺ νὰ τρέχῃ, νὰ χαζεύῃ καὶ νὰ μὴν ὑπακούῃ. Ὅταν δὲν εὑρίσκετο εἰς τοὺς αἰγιαλούς, κυνηγῶν καβούρια εἰς τὰ θαλάμια*, ἢ μικρὰ χταποδάκια ἐν καιρῷ γαλήνης εἰς τὰ ρηχά, ἔτρεχεν εἰς τὰ Κοτρώνια, ἄνωθεν τῆς συνοικίας, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ὅπου ἦτο κτισμένον, σιμὰ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγ. Νικολάου, ὑψηλὰ ἐν ἀπόπτῳ, τὸ σπιτάκι των. Ἐκυνηγοῦσε τὰς φωλεάς. Δὲν ἄφηνε μικρὰν κουκουβάγιαν νὰ μεγαλώσῃ, διὰ νὰ μὴ λαλοῦν ἀπαισίως τὴν νύκτα εἰς τοὺς βράχους. Ἂν ἔπεφτε μικρὸς γλάρος εἰς τὰ χέρια του, τοῦ ἔκοφτε τὰ φτερά, κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ μάθῃ ἀπ᾽ αὐτὸν τὴν τέχνην, πῶς νὰ καταπίνῃ χωρὶς νὰ μασᾷ τὰ μικρὰ γλυκά, ὅσα κατώρθωνε νὰ κλέπτῃ ἀπὸ τὸν Βασίλην τὸν Καραμελᾶν.
Ἡ θαλασσία ἐκδρομὴ ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ 48 ὥρας ἢ τὸ πολὺ τρεῖς ἡμέρας. Ὁ Μπαμποῦκος δὲν ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ τὸν υἱόν του νὰ «ξεμπουρδαλιάζῃ»* καὶ ἐζήτει νὰ τὸν πάρῃ μαζί. Ἀλλ᾽ ὁ Πάπος ἀγαποῦσε, ναί, τὶς βάρκες, ἀγαποῦσε καὶ τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ δὲν ἔστεργε τὴν πειθαρχίαν. Ἡ βάρκα ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἔπλεε μὲ δύο ἄλλους ἀκόμη ὁ πατήρ του, θὰ ἦτο ὡς πλωτὴ φυλακὴ δι᾽ αὐτόν. Καὶ ἅμα ἐμυρίσθη, ὅτι ὁ πατήρ του ἐσκέπτετο νὰ τὸν πάρῃ μαζί, ἐφρόντισε νὰ γίνῃ ἄφαντος.
Ὁ γέρων τὸν ἐκυνήγησε. Μίαν ἢ δύο φορὰς εἶδε τὸν «διακαμό* του», τὸν φεύγοντα ἴσκιον του, ὄπισθεν τῶν βράχων. Ὁ Πάπος ἤξευρε πολλὰ «κατσαμάκια»*, ἤτοι ἑλικοειδεῖς κινήσεις, καὶ τὰ ποδάρια του «τὸν ἄκουαν». Δὲν ἔπασχεν ἀπὸ ρευματισμούς. Ὁ γερο-Μπαμποῦκος ποῦ νὰ τὸν φθάσῃ!
Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, ἐπέστρεψεν ὁ Μπαμποῦκος ἄπρακτος, πλησίον τῶν δύο συντρόφων του, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομόνουν.
― Μὰ ἔλα δά! ἔκραξε πρὸς αὐτὸν ὁ Καλούμπας, ἅμα τὸν εἶδε νὰ ἔρχεται χωρὶς τὸν υἱόν του· ἔλα, κι ἂς κουρεύεται!
― Καλύτερα, λείπει κι ὁ μπελάς του, παρετήρησεν ὁ Νιόγαμπρος.
Ὁ γέρων θαλασσινὸς ἔκυψεν, ἔλυσε τὴν μπαρούμα, κ᾽ ἐπήδησε στὴν βάρκα. Ὁμοίως καὶ οἱ ἄλλοι δύο.
― Μοῦ ἔβγαλε τὴν ψυχὴ ἀνάποδα, τὸ διαολόσκυλο, εἶπεν ὁ Μπαμποῦκος, νὰ τρέχω νὰ τὸν κυνηγῶ.
Ἦτον πράγματι πολὺ ὠργισμένος. Ἅμα ἐμβῆκεν εἰς τὴν βάρκαν, ἐξέχασε νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του, μόνον εἶπεν αὐτομάτως, χωρὶς νὰ σκεφθῇ:
― Καλὸ πνίξιμο, παιδιά!
Ὁ Καλούμπας ἐκάγχασεν· ὁ Νιόγαμπρος ἐσιώπησεν. Ἡ Νιόνυφη, ἡ σύζυγός του, ἥτις τοὺς ἐκοίταζεν ἀπὸ τὸ παράθυρον, ἤκουσε τὸν ἀπαίσιον ἀστεϊσμόν, τὸ λευκὸν μέτωπόν της συνωφρυώθη, καὶ στεναγμὸς ἐφούσκωσε τὸ εὔκολπον στῆθός της.
― Ἀστοχιὰ στὸ λόγο σου, ἐψιθύρισε.
Τῆς ἦλθε τότε ἡ παράξενος ἰδέα νὰ φωνάξῃ ὀπίσω τὸν σύζυγόν της, νὰ τὸν κρατήσῃ, νὰ μὴ τὸν ἀφήσῃ νὰ ὑπάγῃ. Ἀλλ᾽ ἡ τόλμη τῆς ἔλειπε καὶ θάρρος ἀρκετὸν δὲν εἶχεν ἀποκτήσει. Ἤξευρεν ὅτι ἐκεῖνος θὰ τὴν ἔσκωπτεν ἴσως καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐπείθετο.
Μόνον ὅταν ἀπεμακρύνθη ἡ βάρκα, τῆς ἦλθον εἰς τὴν μνήμην ἄλλαι τινὲς περιστάσεις καὶ οἱ φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ὁ γαμπρὸς αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖον πρὸ πέντε ἑβδομάδων εἶχε στεφανωθῆ, ἦτο «ταβατζίδικος»*, ἤτοι διαφιλονικούμενος, βλασφημημένος, εἶχεν ἄλλον ἀρραβῶνα, τὸν ὁποῖον διέλυσε πρὸ μικροῦ, εἰς τὴν γειτονεύουσαν νῆσον, ὁπόθεν κατήγετο. Τῆς ἔλεγαν ὅτι ἡ πρῴην πεθερά του ἤξευρε μάγια, ὅτι θὰ τὸν ἐμάγευε καὶ θὰ τοὺς ἔκαμνε κακόν. Ποῦ ἤξευρε κι αὐτὴ ἡ κακομοίρα; Αὐτὸν τῆς ἔδωκαν, αὐτὸν ἐπῆρε.
Ἀλλὰ καὶ τὰ χρυσοκέντητα ροῦχα, τὰ νυφιάτικα, τὰ ὁποῖα εἶχε φορέσει διὰ νὰ στεφανωθῇ, κι αὐτὰ ἐπίσης ἦσαν βλασφημημένα.
Οἱ γονεῖς της τῆς τὰ εἶχαν ἀγοράσει ἕτοιμα ἀπὸ μίαν μητέρα, τῆς ὁποίας ἡ κόρη εἶχε καταβῆ εἰς τὸν τάφον, πρὶν γίνῃ νύφη διὰ νὰ τὰ φορέσῃ. Ὤ, κακοσημαδιά.
Καὶ ἡ Νιόνυφη ἔκλαυσε.
Ἐν τοσούτῳ ἡ θαλασσία ἠχὼ ἤκουσε τὸν ἀπαίσιον ἀστεϊσμὸν τοῦ γέροντος ναύτου, καὶ ἀπὸ κῦμα εἰς κῦμα τὸν μετεβίβασεν ὄχι εἰς τὴν ἀντιπέραν ἀκρογιαλιάν, ἐκεῖ ὅπου ἁπλώνονται φιλοπαίγμονα τὰ ἥμερα γαλανὰ κύματα, ἀλλ᾽ εἰς τὸ κέντρον τοῦ πόντου, ὅπου ὁ βυθὸς ὁ ἀμέτρητος, ἡ ἄβυσσος ἡ τρομακτική· ἀλλ᾽ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ πελάγους, παρὰ τὰς ἀκτὰς τὰς ἀπορρῶγας καὶ τιτανείους, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ ἔλεος, ἀλλὰ μανία καὶ φρίκη.
Ἄλλος θεατὴς τῆς ἀπομακρυνομένης λέμβου, ἐκτὸς τῆς Νιόνυφης, δὲν ἦτον, εἰμὴ ἡ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι. Εὐθὺς μετ᾽ ὀλίγον, ὁ Πάπος, φαγκρίζων καὶ γελῶν, ὡς προσωπὶς ἀποκριάτικη, κάτισχνος, μελαψός, καὶ ἡλιοψημένος, ἦλθε πλησίον ἐκεῖ, ἅμα ἡ λέμβος ἐμακρύνθη ὡς πενῆντα ὀργυιές, κι ἐκοίταζε τοὺς ναυβάτας, καθ᾽ ἣν στιγμὴν ἄφηναν τὰ κουπιά, καὶ ἡτοιμάζοντο νὰ κάμουν πανιὰ πρὸς τὸ πέλαγος.
― Καλὸ κατευόδιο, πατέρα μου, εἶπε.
― Γιατί, παλιόπαιδο, δὲν πῆγες μαζί; τὸν ἠρώτησεν ἡ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι.
― Γιὰ νὰ ρωτᾷς ἐσύ, ἀπήντησε θρασὺς ὁ Πάπος.
― Καὶ ποῦ θὰ ἐρμοκατιάσῃς* τὸ βράδυ νὰ ψοφολοήσῃς; Ὁ πατέρας θὰ πῆρε μαζὶ τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ σας.
―Ἔρχομαι στὸ σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, ποὺ ἔχει τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴ μισὴ σκεπή, ἀπήντησε πανούργως ὁ μάγκας.
― Ἂν θέλῃς, ἔλα, εἶπεν ἡ πτωχὴ γραῖα.
Ἡ Σειραϊνὼ ἐκουβαλοῦσε στάμνες στὰ σπίτια ἀπὸ τὰ πηγάδια καὶ τὰς βρύσεις τοῦ χωριοῦ. Ἐρρόφα ταμβάκον, ἦτο συμπαθεστάτη πρὸς τοὺς πάσχοντας, κ᾽ ἐπαρηγόρει τὸν γερο-Γατζῖνον καὶ τὸν γερο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αὐτοὺς πῶς νὰ ὑποφέρωσι τὰ γηρατεῖα, οἵτινες εἶχον κοινωνικὴν ὑπόστασιν, καὶ εἶχον υἱοὺς καὶ θυγατέρας. Κι αὐτὴ ἦτον ἔρημη καὶ μοναχὴ εἰς τὸν κόσμον.
Εἶχε χαρίσει τὸ σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εἰς μίαν γειτονοπούλαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐσυμπάθησε, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατί. Μὲ τὴν δωρεὰν ταύτην ὡς προῖκα ὑπανδρεύθη ἡ πτωχὴ γειτονοπούλα. Ἡ Σειραϊνὼ εἶχε ξεχειμωνιάσει δύο χρονιὲς εἰς τὸ μισοχαλασμένον σπίτι τῆς Σκυριανίνας, τῆς μακαρίτισσας. Τὸ σπίτι εἶχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ἕνα ξυλότοιχον καὶ μισὴν στέγην, ἀνοικτόν, χωρὶς χώρισμα. Ὁ τέταρτος τοῖχος εἶχε καταρρεύσει πρὸ πολλοῦ.
Καθ᾽ ὅλας τὰς πιθανότητας, ἔμελλε κ᾽ ἐφέτος νὰ ξεχειμωνιάσῃ εἰς τὸ ἴδιον οἴκημα. Ἐὰν ἡ κόρη, τὴν ὁποίαν εἶχε προικίσει, δὲν εὕρισκε τύχην τόσον γρήγορα νὰ ὑπανδρευθῇ, θὰ εἶχεν ἡ Σειραϊνὼ καταφύγιον μένουσα ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην μ᾽ ἐκείνην. Ἀλλ᾽ ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὸ καλὸν σωστὸν καὶ τὴν ἀπήλλαξε τῆς παρουσίας της.
Εἰς τὸ σπίτι μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους ἐπῆγε πράγματι νὰ κοιμηθῇ τὴν νύκτα ὁ Πάπος. Τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἄφηνεν ὁ τέταρτος τοῖχος ἐφράττετο ἐν μέρει μὲ ἓν παλαιὸν καραβόπανον, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε χαρίσει ἄλλος πάλιν γείτων.
― Κ᾽ ἐβάσταξε ἡ ψυχή σου, μωρέ, νὰ μὴν πᾷς μὲ τὸν πατέρα σου ποὺ σὲ ἤθελε; εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἅμα οὗτος κατεκλίθη τυλιχθεὶς εἰς παλαιὰν τριμμένην βελέντζαν.
Εἰς ἀπάντησιν ὁ Πάπος ἤρχισε νὰ ροχαλίζῃ.
Τὸ φεγγάρι εἶχε «πιασθῆ χειμωνιάτικο», καὶ ὅλοι ἔλεγαν, «δίπλα φεγγάρι, ὁλόρθος καραβοκύρης». Τὴν πρώτην ἡμέραν ἦτο εὐδία, καὶ τὴν δευτέραν ὣς τὸ δειλινόν. Πρὸς τὸ βράδυ ὁ καιρὸς ἐχάλασεν. Ἀπειλητικὰ σύννεφα εἶχον σωρευθῆ πρὸς βορρᾶν καὶ πρὸς ἀνατολάς, τὴν νύκτα ὁ καιρὸς ἐχειροτέρευσε πολύ, καὶ πρὸς τὸ πρωὶ ἀγρίεψε. Βροχή, ἄνεμος, τρικυμία.
Καιρὸς δι᾽ ὀψάρευμα δὲν ἦτο πλέον. Ἡ βάρκα δὲν ἐφάνη νὰ γυρίσῃ. Οἱ ναυτικοὶ ἔλεγον, ὅτι ὁ ἄνεμος δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ πλησιάσουν οἱ τρεῖς ἁλιεῖς εἰς τὴν ἀπέναντι στερεάν, ἀλλ᾽ ἢ θὰ εὑρίσκοντο τρυπωμένοι εἴς τινα μικρὰν ἀγκάλην τῆς ἀκτῆς τῆς νήσου, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐρριψοκινδύνευσαν νὰ ἐπαναπλεύσουν εἰς τὸν λιμένα. Πιθανὸν νὰ ἦσαν εἰς τὸ πέλαγος. Βεβαίως ἡ βάρκα θὰ ἔπλεε ξυλάρμενη*· ἐντὸς ὀλίγου ἔπρεπε νὰ ἔλθουν. «Ὅπου εἶναι, θὰ φανοῦν».
Τὴν δευτέραν νύκτα ὁ Πάπος «ἐκάτιασε»* πάλιν ἢ «ἐκούρνιασε», καθὼς αἱ ὄρνιθες καὶ τὰ περιστέρια, εἰς τὸ σπίτι μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴν μισὴν στέγην. Καθὼς εἶχεν ἀρχίσει νὰ βρέχῃ χιονόνερον, καὶ νὰ βοΐζῃ ὁ ἄνεμος σείων τὸ καραβόπανον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο πασχίζον νὰ φράξῃ τὸ φοβερὸν χάσμα τοῦ τοίχου καὶ τῆς ὀροφῆς, ὅπως τὰ ράκη καλύπτουσι τὴν γύμνωσιν τῆς πτωχείας, κ᾽ ἐγίνετο βοή, κ᾽ ἐκρότουν ἀπὸ τὸ ψῦχος τὰ ὀλίγα δόντια ποὺ ἔμενον εἰς τὸ στόμα τῆς Σειραϊνῶς, ὁ Πάπος ἔτριζε τὰ δόντια τὰ ἰδικά του, παρόμοια μὲ μουτσούνας Ἀράπη, τὴν ἀποκριά, κ᾽ ἔτριβε τὰς χεῖρας καὶ ἐφώναζε:
― Κοίτα, θεια-Σειραϊνώ, θεια-Σειραϊνώ… Δὲν σοῦ φαίνεται σὰν ν᾽ ἀρμενίζουμε στὸ πέλαγο τώρα, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, μὲ τὴ βάρκα τοῦ Καλούμπα; Ὅλο τὸ ἴδιο δὲν εἶναι; Ἀκοῦς, θεια-Σειραϊνώ, πῶς πέφτει ἡ βροχή, πῶς βοΐζει ὁ ἀέρας, βρρρρ!… κρρρρ!… μπρρρ!… θεια-Σειραϊνώ.
Τὴν τρίτην νύκτα, ἤτοι μετὰ νυχθήμερον καὶ ἑξάωρον ἀπὸ τῆς δείλης τῆς Δευτέρας, ὁ Πάπος δὲν ἐφάνη πλέον ἐκεῖ. Ἡ θεια-Σειραϊνὼ τὸν ἐπερίμενεν ἀργά, ἕως τὰ μεσάνυκτα, κ᾽ ἠρώτα ὅλας τὰς γυναῖκας τῆς γειτονιᾶς ἐὰν τὸν εἶδαν. Ἀλλὰ μάτην. Ὁ Πάπος δὲν ἦλθε.
Ἐπὶ τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἐπὶ τῆς προβλῆτος ἄκρας, ἐξ ἧς σχηματίζεται ὁ λιμὴν ἓν μίλιον ἀντικρὺ τῆς πολίχνης, ἐνύκτωνεν ἤδη καὶ κάτι ζωντανὸν ἐσάλευεν ἐκεῖ, πλησίον εἰς μίαν σπηλιάν, κάτω ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸν ἀπόκρημνον βράχον. Εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Μὲ τὴν ἀμφιλύκην τῆς νυκτός, ὑπὸ τὸν συννεφιασμένον οὐρανὸν τῆς τρικυμίας, δὲν ἐφαίνετο πλέον ἂν ἦτο ἀγρίμιον ἢ παιδίον τὸ ζωντανόν, τὸ ὁποῖον ἐκινεῖτο ἐκεῖ εἰς τὸ σκότος.
Ὁ Πάπος εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐντρέπεται, διότι δὲν εἶχεν ὑπάγει μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του. Ὅλοι οἱ θαλασσινοὶ ἔλεγον, τοὺς ἤκουεν αὐτὸς νὰ λέγουν, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ τις καλὸς ναυτικός, πρέπει νὰ περάσῃ ἀπὸ φουρτούναν, ἀπὸ πολλὲς μάλιστα φουρτοῦνες. Κ᾽ ἔπειτα νὰ «κατιάζῃ» τις, ἀπαράλλακτα ὅπως οἱ κόττες, στὸ σπιτάκι τῆς θεια-Σειραϊνῶς μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴν μισὴν στέγην καὶ μὲ τὸ καραβόπανον, δοκιμάζει ὅλα τὰ δυσάρεστα τῆς τρικυμίας ― χωρὶς νὰ μπορῇ ποτὲ νὰ γίνῃ καλὸς ναυτικός.
Ὡς εἶδεν ὁ Πάπος ὅτι παρῆλθον σαρανταοκτὼ ὧραι, καὶ ἡ βάρκα δὲν ἐφάνη πουθενά, καὶ οἱ θαλασσινοὶ ἔλεγαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι εἰς τὴν ἀντιπέραν ἀκτήν, ἀλλὰ κάπου περὶ τὴν νῆσον θὰ εὑρίσκεται, καὶ πιθανὸν νὰ φανῇ ὁσονούπω ― τὸ κακοκέφαλον παιδίον ἀνησύχησεν, ὅσον μποροῦσε ν᾽ ἀνησυχήσῃ, κ᾽ ἔφερεν ὅλον τὸν γῦρον τοῦ λιμένος, κ᾽ ἔφθασεν ἀντικρὺ πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐκπλεύσει ἡ βάρκα. Ἐκεῖ ἔμενε, κ᾽ ἐκοίταζε τὸ πέλαγος, τὸ χορεῦον ἀπὸ ἀγρίαν τρικυμίαν, κι ἀγνάντευε, ζητοῦν νὰ ξανοίξῃ πουθενὰ τὴν βάρκαν. Κ᾽ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του μέσα βαθιά, κ᾽ ἐδάκνετο ἡ καρδιά του, διότι εἶχε κάμει παρακοὴν καὶ δὲν ἐπῆγε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του.
Ἡ χιονώδης βροχὴ εἶχε διακοπῆ, καὶ πάλιν ἐπανελήφθη, καὶ πάλιν ἔπαυσε. Καὶ ὁ ἄνεμος, βορειανατολικός, Γραῖος, ἐφύσα δυνατά, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν ὁποὺ μποροῦσεν ὁ Γραῖος νὰ ἔχῃ, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Πάπος ᾐσθάνετο ὅτι δὲν μποροῦσεν αὐτὸς νὰ ἔχῃ ποτέ, μόλις δὲ τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἐπίστευεν ὅτι μποροῦσε νὰ ἔχῃ.
― Κάμε, Θέ μου, ἔλεγεν ὁ Πάπος, νά ᾽ρθῃ ὁ πατέρας μου, καὶ νὰ μὴ μὲ καταριέται ποὺ δὲν ἐπῆγα μαζί του. Ἅι μ᾽ Νικόλα μ᾽, ποὺ σ᾽ ἔχω γείτονα, οὔτε σοῦ ἔφερα ποτὲ κερὶ καὶ λιβάνι… ἄχ! καμμιὰ φορὰ ἔκλεψα κανένα σπίρτο ἢ κανέν᾽ ἀπόκερο ἀπὸ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησιδάκι σου, μπροστὰ στὸ κόνισμά σου, ὁποὺ σὺ ἔκανες πὼς δὲ μὲ γλέπεις… γιὰ νὰ κυνηγῶ τὶς νυχτερίδες καὶ τὰ κουκουβαϊόπουλα τὴ νύχτα… μὴ μὲ ξεσυνερίζεσαι, καὶ φέρε γλήγορα τὸν πατέρα μου πίσω… καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμᾷ ποὺ δὲν πῆγα μαζί του… κ᾽ ἐγὼ νὰ σοῦ φέρω ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα, ὅσα σπίρτα καὶ κεριὰ σοῦ ἔκλεψα.
Μὲ τὴν ἀμφιλύκην τῆς ἑσπέρας εἶχεν ἰδεῖ ὁ Πάπος, πέραν ἐκεῖ, ἀνοικτά, εἰς τὸ πέλαγος, ἕνα πρᾶγμα ὡσὰν φελλόν, ὡσὰν κέλυφος καρυδίου, νὰ παραδέρνῃ καὶ νὰ κατέρχεται εἰς τὸν ἀφρὸν τῶν κυμάτων. Λευκὸν ἱστίον ὄχι, ἀλλὰ μαῦρον πρᾶγμα ὡς μίαν κηλῖδα. Ὕστερον ἐπυκνώθη ἡ ἀμφιλύκη καὶ ἔγινε νύξ. Καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ὥρα ἀρκετή, πόση δὲν ἤξευρεν, ἀλλὰ «μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα», τοῦ ἐφάνη ν᾽ ἀκούσῃ βρόντον, εἶτα συγκεχυμένας κραυγάς, εἶτα πάλιν συριγμοὺς ὀξεῖς καὶ φοβερὸν ροῖβδον, εἶτα τὸν ρόχθον τοῦ κύματος, ὅστις τὰ συνεκάλυπτεν ὅλα καὶ τὸν ὀξὺν γογγυσμὸν τοῦ ἀνέμου, ὅστις τὰ ἔπνιγεν ὅλα.
Ὁ Πάπος ἤλπισεν, ἐπίστευσεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ μελανὸν σημεῖον ἦτο, χωρὶς ἄλλο, ἡ βάρκα, ἡ φέρουσα τὸν πατέρα του. Καὶ ἤκουσε τὸν ρόχθον ἐκεῖνον καὶ τὴν κραυγήν, τὰ ὁποῖα ἠπείλει νὰ συγχέῃ ὁ ἄνεμος, καὶ δυνατὸν νὰ μὴν ἦσαν ἄλλο τι εἰμὴ ἰδιότροποι ἦχοι τῆς τρικυμίας· καὶ ὅμως ὁ μικρὸς θαλασσινὸς μάγκας ἦτο βέβαιος, ὅτι οἱ θόρυβοι ἐκεῖνοι ἦσαν χωριστοί, ὅτι ὁ κρότος ἦτο προσαράξαντος σώματος καὶ ἡ κραυγή, κραυγὴ ἀγωνίας.
Εἰς τὴν κραυγὴν ταύτην ἀπήντησεν ὁ Πάπος διὰ σπαρακτικοῦ ὀλολυγμοῦ. Ἤρχισε νὰ κλαίῃ μετὰ λυγμῶν. Ὁ πατήρ του βεβαίως ἐπνίγετο. Καὶ αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν βοηθήσῃ. Ὤ, νὰ εἶχε τόσην δύναμιν, τόσην, ὅσην ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα!
Ἀστραπὴ διέσχισε τὸ σκότος. Ὣς ἑκατὸν ὀργυιὰς ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, εἶδεν ὁ Πάπος ἐν ἀκαρεῖ μαῦρά τινα σώματα προεξέχοντα ἄνω 〈τοῦ〉 κύματος.
― Τ᾽ Ἀραπάκια! ἐπρόφερεν ἐν μέσῳ τῶν λυγμῶν του ὁ νέος. Ἀπάνω στ᾽ Ἀραπάκια ἔπεσαν. Ὤ, κι ἐγὼ ποὺ δὲν ἐπῆγα μαζί τους.
Ἡ πρώτη ἰδέα του ἦτο ὅτι, ἂν εἶχε πάγει μαζί, θὰ τοὺς ἐγλύτωνε. Ἡ δευτέρα ὁρμή του ἦτο νὰ γδυθῇ νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ χωρὶς νὰ γδυθῇ νὰ κολυμβήσῃ νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν τοῦ πατρός του. Ἀλλὰ πῶς; Ποῦ νὰ πάγῃ; Πῶς νὰ φθάσῃ ἐκεῖ; Μήπως ἦτο πλησίον; ᾘσθάνθη, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἀσφαλῶς λεία τοῦ κύματος ἢ σύντριμμα τῶν βράχων.
Ἡ τρίτη σκέψις του ὑπῆρξε νὰ φωνάξῃ πρὸς τὴν πολίχνην, εἰς τοὺς κατοίκους, εἰς τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας, νὰ τρέξουν μὲ βάρκες νὰ σώσουν τοὺς πνιγομένους. Ἀλλ᾽ ἔπρεπε νὰ τρέξῃ χίλια βήματα τὸν ἀνήφορον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀκτῆς, ὁπόθεν ἀντίκρυζεν ἡ πολίχνη. Καὶ αἱ φωναί του, ὅσον ὀξεῖαι, ὅσον διαπεραστικαὶ καὶ ἂν ἦσαν, δὲν θὰ ἠκούοντο πέραν· θὰ ἐπνίγοντο καὶ θὰ ἐβωβαίνοντο ἐν μέσῳ τοῦ φοβεροῦ βόμβου τῆς τρικυμίας.
Τ᾽ Ἀραπάκια ἦσαν ὕφαλοι, ἢ μᾶλλον σκόπελοι, ὀλίγον ἀνέχοντες ἄνω τοῦ κύματος μαύρας ὀξείας κορυφάς. Ὁ Πάπος ἐνθυμήθη ἀκουσίως τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἓν αὐστριακὸν θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ 1886, ἐφάνη ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ πέσῃ ἐπάνω στ᾽ Ἀραπάκια, ἀλλὰ δὲν ἔπεσε. Τότε αὐτὸς ἦτο ἑπτὰ ἐτῶν, καὶ τὸ ἐνθυμεῖτο καλά.
―Ἦταν μαζωμένοι (ἔλεγεν ἀκουσίως μέσα του) πέρα στὸ Μεγάλο Λιμάνι, ὁ μπαρμπα-Λουκᾶς ὁ Κοτίμπας, ὁ Διολέττας, καὶ τόσοι ἄλλοι θαλασσινοί, κ᾽ ἐκοίταζαν τ᾽ Αὐστριακό, κοτζὰμ βουνό, ποὺ γύριζε κατὰ τὰ νησιά, καὶ λιγάκι ἤθελε ἀκόμη νὰ πέσῃ στὰ ρηχά, κοντὰ στ᾽ Ἀραπάκια, κ᾽ ἐπαρακαλοῦσαν κ᾽ ἔλεγαν: «Παναϊά μ᾽, νὰ πέσ᾽ ἀπάν᾽ στ᾽ Ἀραπάκια, Παναϊά μ᾽, νὰ πέσ᾽ ἀπάν᾽». Καὶ μὲ μιὰ βόλτα, ἔστριψε πάλι, κ᾽ ἔφτασε κατὰ τὰ Μυρμήγκια, κ᾽ ὁ μπαρμπα-Λουκᾶς εἶπε: «Γλύτωσε ἀπ᾽ τ᾽ Ἀραπάκια, ἀπ᾽ τὰ Μυρμηγκάκια νὰ μὴ γλυτώσ᾽». Μὰ κι ἀπὸ κεῖ γλύτωσε.
Καὶ τ᾽ Ἀραπάκια, τὰ ὁποῖα ἐφείσθησαν τῶν Αὐστριακῶν, συνέτριβον σήμερον τὴν βάρκαν τοῦ πατρός του, καὶ τὸν ἔπνιγον, αὐτὸν καὶ δύο ἄλλους δικούς μας! Ὤ, κάμετε ἔλεος, καλὰ Ἀραπάκια, γλυτῶστέ τους καὶ μὴν τοὺς ἀφήνετε νὰ πνιγοῦν! Ἔλεος, Ἀραπάκια, ἔλεος!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Λίαν πρωί, τὰ ἐξημερώματα τῆς Πέμπτης, δύο μεγάλαι καὶ δυναταὶ λέμβοι ἐπῆγαν κ᾽ ἔψαξαν τριγύρω εἰς τ᾽ Ἀραπάκια, μεταξὺ τῆς Ἀσπρονήσου καὶ τῆς Ἄρκου, καὶ κατὰ μῆκος τῆς Πούντας ἀκτῆς, καὶ πλησίον εἰς τὰ «Μυρμήγκια», τοὺς ἄλλους σκοπέλους, πρὸς τὸν λιμένα. Ἀλλὰ δὲν εὗρον σῶμα, οὔτε ἀνθρώπου οὔτε λέμβου.
Δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὕστερον, ὅταν ἔγινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη εὗρε κωπίον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα, πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀντίθετον τοῦ πελάγους. Καὶ ἄλλος πάλιν ἁλιεὺς εὗρεν ἁλιευτικὰ σύνεργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐξοκείλει εἰς τὴν ἄμμον.
Καὶ ἂν ἦτο πραγματικὴ ἡ ὄψις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἰδεῖ ὁ Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα ἐπάνω εἰς τὰς ὑφάλους Ἀραπάκια, καὶ ἂν πράγματι εἶχεν ἀκούσει ἀγωνίας κραυγὰς καὶ ἂν ἡ φαντασία τὸν εἶχεν ἀπατήσει, οἱ ἄνθρωποι ἐθεωροῦντο χαμένοι πλέον. Μετὰ τόσας ἡμέρας δὲν ἀνεφάνησαν. Εἴτε εἰς τ᾽ Ἀραπάκια εἴτε ἀλλοῦ ἐνομίζοντο πνιγμένοι.
Τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἐκδρομῆς των, τὰ πτώματα τῶν δύο πνιγμένων ἡλιεύθησαν πλησίον ἐρήμου ἀκτῆς. Τὸ τρίτον δὲν εὑρέθη. Ὤ, τίς θὰ διηγηθῇ τὰ συναξάρια τῶν θαλασσομαρτύρων τούτων, τῶν βιοπαλαιστῶν, τῶν ἀξίων παντὸς οἴκτου καὶ συμπαθείας; Κατὰ πᾶν ἔτος ἡ θάλασσα μᾶς ζητεῖ τὸ θῦμά της. Φρίκη καὶ πένθος διαχύνεται ἀνὰ τὴν μικράν μας νῆσον.
Ὅταν μετὰ τὴν συμφορὰν ἐπανεῖδε τὸν Πάπον, ὅστις ἐφαίνετο τόσον σύννους καὶ σοβαρὸς ὥστε ἐφάνη ὅτι διὰ τῆς συμφορᾶς εἶχε γίνει διὰ μιᾶς ἀνήρ, ἡ πτωχὴ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι, κλαίουσα ὅσα δάκρυα τῆς εἶχαν μείνει ἀπὸ τὰ ἰδικά της παθήματα, ἡ πρώτη λέξις τὴν ὁποίαν εὗρε νὰ τοῦ εἴπῃ ἦτον:
― Καλὰ ποὺ δὲν ἐπῆγες μαζί, παιδάκι μου.
(1899)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


10.8.26

Η γοργόνα, του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Η γοργόνα, του Ανδρέα Καρκαβίτσα 

Κείμενο και AUDIOBOOK

 διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   


  ΜΕ τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση ἀρμένιζα μισοκάναλα ἐκείνη τὴ νύχτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη καὶ τελευταῖα θαρρῶ στὴ ζωή μου. Τί εἴχαμε φορτωμένο; Τί ἄλλο ἀπὸ σιτάρι. Ποῦ πηγαίναμε; Ποῦ ἀλλοῦ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ. Πράματα καὶ τὰ δυὸ ποῦ τὰ ἔκαμα τὸ λιγότερο εἴκοσι φορές. Μὰ ἐκείνη τὴ βραδυὰ ἔνιωθα τέτοιο πλάκωμα στὴν ψυχή, ποῦ κιντύνευα νὰ λιγοθυμήσω. Δὲν ξέρω τί μοῦ ἔφταιγε· θὲς ἡ γαληνεμένη θάλασσα, θὲς ὁ ξάστερος οὐρανός, θὲς τὸ τσουχτερὸ λιοπῦρι· δὲν μπορῶ νὰ εἰπῶ. Μὰ εἶχα τόσο βαρειὰ τὴν ψυχή, ἥβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τὴ ζωή, ποῦ ἂν μὲ ἅρπαζε κανεὶς νὰ μὲ ρίξῃ στὸ νερό, «ὄχι» δὲ θά λεγα.

Ὁ ἥλιος ἦταν ὥρα βασιλεμένος. Τὰ χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια, ποῦ συντρόφευαν τὸ βασίλεμά του, σκάλωσαν κάπου μαῦρα σὰν μεγάλες καπνιές. Ὁ Ἀποσπερίτης ἔλαμψε κρυσταλλόχιονο μέσα στὰ σκούρα. Φάνηκαν ψηλὰ οἱ ἀστερισμοὶ ἕνας κι’ ἕνας. Τὰ νερὰ κάτω πῆραν ἐκεῖνο τὸ λευκοσκότεινο χρῶμα, τὸ κρύο καὶ λαχταριστὸ τοῦ ἀτσαλιοῦ. Τὸ ναυτόπουλο ἄναψε τὰ φανάρια· ὁ καπετάνιος κατέβηκε νὰ κοιμηθῇ· ὁ Μπούλμπερης ἔκατσε στὸ τιμόνι. Ὁ Μπραχάμης, ὁ σκύλος μας, κουλουριάστηκε στὴ ρίζα τοῦ ἀργάτη νὰ ἡσυχάσῃ καὶ κεῖνος.

Ἐγὼ οὔτε νὰ ἡσυχάσω μποροῦσα. Οὔτε ὕπνο οὔτε ξύπνο. Δοκίμασα νὰ πιάσω κουβέντα μὲ τὸν τιμονιέρη· μὰ εἶχε τόση ἀνοστιά, ποῦ ἔσβυσε σὰν φωτιά ἀναμένη μὲ χλωρόξυλα. Πῆγα νὰ παίξω μὲ τὸ Μπραχάμη· ἀλλὰ καὶ κεῖνος τρύπωσε ἀκόμη περισσότερο τὸ μουσοῦδι στὰ πόδια του καὶ βαριεστισμένος γρίνιασε σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: — Ἄφησέ με καὶ δὲν ἔχω τὴν ὄρεξή σου! Τότε βαριεστισμένος καὶ γὼ πῆγα καὶ ξαπλώθηκα προύμυτα καταμεσὶς κι’ ἔκλεισα στὴ χούφτα τὰ μάτια μου. Ἤθελα νὰ μὴ βλέπω τίποτα, νὰ μὴν αἰσθάνομαι πῶς ζῶ. Καὶ λίγο-λίγο σχεδὸν τὸ κατόρθωσα. Κάτι ἐλάχιστο, σὰν θαμπὸ καντηλάκι, ἔνιωθα νὰ ζῇ μέσα μου καὶ γύρω τὸ κορμί μου νὰ σμίγῃ καὶ νὰ χωνεύῃ μέσα στ’ ἀναίσθητα σανίδια τῆς κουβέρτας.

Πόσο ἔμεινα ἔτσι δὲν ξέρω. Τί μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ κι’ ἄν μοῦ ἦρθε τίποτα, δὲ θυμοῦμαι. Ἄξαφνα ὅμως ἄρχισα ν’ ἀνατριχιάζω· σὰν κάποιος μαγνήτης νὰ ἐρεθίζῃ τὰ νεῦρά μου, ὅπως ἡ ὑγρασία ἀναγκάζει τὰ πουλιὰ στὸ φλυάρισμα. Κι’ εὐθὺς πορφυρὸ κῦμα χύθηκε ἀπάνω μου. Πίστεψα πῶς κολυμποῦσα στὰ αἵματα. Καὶ ὅπως ὁ κοιμάμενος σὲ σκοτεινὸ δωμάτιο, αὐτόματα ξυπνᾷ στὸ λαμπρὸ φῶς τῆς ἡμέρας, καὶ γὼ ἄνοιξα τὰ μάτια μου. Τ’ ἄνοιξα ἢ τά κλεισα δὲ θυμοῦμαι. Θυμοῦμαι μόνον πῶς ἔμεινα ἀκίνητος. Πρώτη μου σκέψη ἦταν πῶς ξύπνησα στὸ στομάχι κάποιου ψαριοῦ, ποῦ ρούφηξε τὸ καράβι μας. Καὶ ὅμως δὲν ἦταν στομάχι ψαριοῦ. Ἦταν ὁ οὐρανὸς ψηλὰ καὶ κάτω ἡ θάλασσα. Μὰ ὅλα, ψηλὰ καὶ χαμηλὰ στρωμένα ἦταν μὲ ροῦχο κατακόκκινο, κυματιστό, ποῦ ἔβαφε μὲ ἁβρὸ φεγγοβόλημα ὡς καὶ τὸ σωτρόπι τῆς σκάφης μας. Κάπου στὰ πέρατα τῆς γῆς πυρκαγιὰ τίναζε τὴ λαμπάδα της ψηλὰ κι’ ἔρριχνε φοβεροὺς ἀποκλαμοὺς περαδῶθε. Μὰ ποῦ τὸ κάμα καὶ ποῦ ἡ ἀθάλη της; Καὶ τὰ δυὸ ἔλειπαν.

Κάτω στὰ βάθη τοῦ βοριᾶ κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο ἅπλωσε καὶ τύλιξε γαλαζόχρωμα τ’ ἀστέρια, τὰ ἔκρυψε κάτω ἀπὸ τὸ πυκνὸ μαγνάδι του. Καὶ παραπάνω τόξο ἁπλώθηκε λευκοκίτρινο κι’ ἔχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινὰ καὶ ποτάμια πράσινα, χρυσορρόδινα καὶ γλαυκά, λὲς καὶ ἤθελε νὰ βάψῃ τὸ στερέωμα. Καὶ τὸ τόξο κινητὸ σὰν ἀνεμόδαρτο παραπέτασμα κουνοῦσε τὰ κρόσσα ἐμπρός, ἅπλωνε τὶς ἀραχνοΰφαντες δαντέλλες του καὶ πρόβαινε, ὅπως ἡ πλημμύρα προβαίνει καὶ σκεπάζει μὲ ἀφροὺς καὶ γλῶσσες τὴν ἀμμουδιά. Τ’ ἀέρινα ποτάμια ἔτρεχαν γοργὰ καὶ φούσκωναν καὶ κυλοῦσαν πάντα σκοτεινὰ ἢ πράσινα, χρυσορρόδινα ἢ γλαυκὰ καὶ σκόρπιζαν ἀντιφεγγίσματα ὁλοῦθε σὰν ἠλεκτρικοῦ προβολὲς χοντρὲς καὶ ἀδαπάνητες. Ἡ θάλασσα ἀκίνητη ἀντανακλοῦσε τὰ τόσα χρώματα καὶ φαίνονταν ὅλα ξαφνισμένα μέσα στὴν τόση λάμψη. Μὰ περισσότερο ξαφνισμένος ἤμουν ἐγώ. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάμω καὶ τί νὰ συλλογιστῶ. Ἔφτασε, εἶπα, τοῦ κόσμου ἡ συντέλεια. Τέτοια ὅμως συντέλεια μποροῦσε νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν καθένα. Ἡ Γῆ βούλεται νὰ πεθάνῃ μέσα στὰ ροδοκύματα!...

Ἄξαφνα ἀνατρόμαξα. Κάτω βαθειά, μέσ’ ἀπὸ τὸ μενεξεδένιο σύγνεφο, εἶδα νὰ προβαίνῃ ἴσκιος πελώριος. Ἡ χοντρὴ κορμοστασιά, τὸ πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Ἁγιονόρος. Τὰ δυό του μάτια γύριζαν φωτεινοὺς κύκλους κι’ ἔβλεπαν περήφανα τὸν Κόσμο πρὶν τὸν κλωτσήσουν στὴν καταστροφή. Νάτος εἶπα, ὁ θεόσταλτος ἄγγελος, ὁ χαλαστὴς καὶ σωτῆρας! Τὸν ἔβλεπα κι’ εἶχα σύγκρυο στὴν ψυχή. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ πρόσμενα σφυρὶ νὰ πέσῃ τὸ φριχτὸ χτύπημα. Πάει τόρα ἡ Γῆ μὲ τοὺς καρπούς, πάει κι’ ἡ θάλασσα μὲ τὰ ξύλα της! Οὔτε τραγούδια πλιό, οὔτε ταξίδια, οὔτε φιλιά!

Ἀλλὰ δὲν ἄκουσα τὸ χτύπημα. Ὁ ἴσκιος πρόβαινε στὰ νερὰ μὲ ἅλματα πύρινα. Κι’ ὅσο γρηγορώτερα πρόβαινε, τόσο μίκραινε ἡ κορμοστασιά του. Καὶ ἄξαφνα ὁ θεότρομος ὄγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε ἀντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φοροῦσε στὸ κεφάλι καὶ τὰ πλούσια μαλλιά, γαλάζια χήτη ἅπλωναν στὶς πλάτες ὡς κάτω στὰ κύματα. Τὸ πλατὺ μέτωπο, τ’ ἀμυγδαλωτὰ μάτια, χείλη της τὰ κοραλλένια, ἔχυναν γύρα κάποια λάμψη ἀθανασίας καὶ κάποια περηφάνεια βασιλική. Ἀπὸ τά κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι’ ἔσφιγγε τὸ κορμὶ ὁλόχρυσος θώρακας λεπιδωτὸς καὶ πρόβαλλε στὸ ἀριστερὸ τὴν ἀσπίδα κι’ ἔπαιζε στὸ δεξὶ τὴ Μακεδονικὴ σάρισα.

Δὲν εἶχα συνέρθει ἀπὸ τὴν ἀπορία καὶ φωνὴ γλυκειά, ἥμερη καὶ μαλακή, ἄκουσα νὰ μοῦ λέῃ:

— Ναύτη-καλεναύτη· ζῇ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξαντρος;

Ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξαντρος! ψιθύρισα μὲ περισσότερη ἀπορία. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ζῇ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξαντρος; Δὲν ἤξερα τί ρώτημα ἦταν ἐκεῖνο καὶ τί νὰ τῆς ἀποκριθῶ, ὅταν ἡ φωνὴ ξαναδευτέρωσε.

— Ναύτη-καλεναύτη· ζῇ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξαντρος;

— Τόρα, Kυρά μου! ἀπάντησα, χωρὶς νὰ σκεφτῶ. Τόρα βασιλιᾶς Ἀλέξαντρος! οὔτε τὸ χῶμά του δὲ βρίσκεται στὴ γῆ.

Ὠιμέ! κακὸ ποῦ τό παθα! Ἡ χιλιόμορφη κόρη ἔγινε μὲ μιᾶς φοβερὸ σύχαμα. Κύκλωπας βγῆκε ἀπὸ τὸ κῦμα κι’ ἔδειξε λεπιοντυμένο τὸ μισὸ κορμί. Ζωντανὰ φίδια τὰ μεταξόμαλλα σηκώθηκαν περαδῶθε, ἔβγαλαν γλῶσσες καὶ κεντριὰ φαρμακερὰ κι’ ἔχυσαν φοβεριστικὸ ἀνεμοφύσημα. Τὸ θωρακωτὸ στῆθος καὶ τὸ παρθενικὸ πρόσωπο ἄλλαξαν ἀμέσως σὰν νὰ ἦταν ἡ Μονοβύζω τοῦ παραμυθιοῦ. Τόρα καλογνώρισα μὲ ποιὸν εἶχα νὰ κάμω! Δὲν ἦταν ὁ Χάρος τῆς γῆς, ὁ χαλαστὴς καὶ σωτῆρας ἄγγελος. Ἦταν ἡ Γοργόνα, τ’ Ἀλεξάντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ ἔκλεψε τὸ ἀθάνατο νερὸ καὶ γυρίζει ζωντανὴ καὶ παντοδύναμη. Ἡ Δόξα ἦταν τοῦ μεγάλου κοσμοκράτορα, ἀγέραστη κι’ αἰώνια σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Καὶ μόνον γιὰ Κείνης τὸν ἐρχομὸ ἔχυσε ὁ Πόλος τὸ Σέλας του, νὰ στρώσῃ τὸν ἀθέρα μὲ τῆς πορφύρας τὸ χρῶμα. Δὲ ρωτοῦσε βέβαια γιὰ τὸ φθαρτὸ σῶμα, ἀλλὰ γιὰ τὴ μνήμη τοῦ ἀφέντη της. Καὶ τόρα στὴν ἄκριτή μου ἀπόκριση, μανιασμένη ἔρριξε τὸ χέρι, ἕνα δασοτριχωμένο καὶ βαρὺ χέρι, στὴν κουπαστή ἔπαιξε ζερβόδεξα τὴν οὐρά της κι’ ἔδειξε Ὠκεανὸ τὸν μαλακὸ Πόντο.

— Ὄχι, Κυρά, ψέματα!… τρανοφώναξα μὲ λυμένα γόνατα.

Ἐκείνη μὲ κοίταξε αὐστηρὰ καὶ μὲ φωνὴ τρεμάμενη ξαναρώτησε:

— Ναύτη-καλεναύτη· ζῇ ὁ βασιλιᾶς Ἀλέξαντρος;

— Ζῇ καὶ βασιλεύει· ἀπάντησα εὐθύς. Ζῇ καὶ βασιλεύει καὶ τὸν κόσμο κυριεύει.

Ἄκουσε τὰ λόγια μου καλά. Σὰν νὰ χύθηκε ἀθάνατο νερὸ ἡ φωνή μου στὶς φλέβες της, ἄλλαξε ἀμέσως τὸ τέρας κι’ ἔλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε τὸ κρινᾶτο χέρι της ἀπὸ τὴν κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπῶντας ἀπὸ τὰ χείλη της. Καὶ ἄξαφνα στὸν ὁλοπόρφυρον ἀέρα χύθηκε τραγοῦδι πολεμικό, λὲς καὶ γύριζε τόρα ὁ μακεδονικὸς στρατὸς ἀπὸ τὶς χῶρες τοῦ Γάγγη καὶ τοῦ Εὐφράτη.

Σήκωσα τὰ μάτια ψηλὰ καὶ εἶδα τ’ ἀέρινα ποτάμια, τὰ σκοτεινὰ καὶ τὰ πράσινα, τὰ χρυσορόδινα καὶ τὰ γλαυκὰ νὰ σμίγουν στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ἦταν κάμωμα τοῦ καιροῦ ἢ μὴν ἦταν ἀπόκριση στὸ ρώτημα τῆς ἀθάνατης; Ποιός ξέρει. Μὰ σιγὰ-σιγὰ οἱ ἀχτῖνες ἄρχισαν νὰ θαμπώνουν καὶ νὰ σβήνουν μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, λὲς κι’ ἔπαιρνε τὰ κάλλη μαζί της ἡ Γοργόνα στὴν ἄβυσσο.

Τόρα οὔτε Στέμμα οὔτε Τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου-κάπου σκόρπια σύγνεφα ἔμεναν σταχτιὰ καὶ κάτωχρα· καὶ μέσα στὴν ψυχή μου θαμπὴ καὶ ξέθωρη ἡ πορφύρα τῆς πατρίδας μου.

Μὲ τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση ἀρμένιζα μισοκάναλα ἐκείνη τὴ νύχτα.

Από τα ''Λόγια της πλώρης'' 1924

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=0np7RhahQ0k


5.8.26

Η δικαιοσύνη της θάλασσας, του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Η δικαιοσύνη της θάλασσας, 

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου 


Τ
ΟΝ Μπάρμπα-Καληώρα τὸν ὑποναύκληρο, συχνὰ θέλουν νὰ τὸν πειράζουν οἱ σύντροφοί του. Καὶ γιὰ νὰ τὸν πειράξουν δὲ χρειάζονται παρὰ νὰ τοῦ εἰποῦν τὸ συνηθισμένο λόγο τους:

— Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ναυάγησες;

Στὸ ἄκακο τὸ ρώτημα ὁ γερoναυτικὸς ἀνάβει σὰν δαδί. Τὸ σκευρωμένο ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τὸ ψήλωμα κορμί του ὀρθώνεται ἀλύγιστο· τὸ γελαστὸ καὶ ἄδολο πρόσωπό του συγνεφιάζει σὰν μαρτιάτικος οὐρανός· τὰ μάτια του σπιθοβολοῦν ἀπὸ θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του, κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη, γυρίζει καὶ τοὺς λέει:

— Μωρὲ ἄϊντε πόρρρ!… Ἐσεῖς νὰ πᾶτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμή!… τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!…

Τὸ τσοῦρμα τότε γελᾷ, σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια καὶ γελᾷ μαζί του ὁ Μπάρμπα-Καληώρας ὁ υποναύκληρος. Ἔτσι κ’ ἕνα μεσημέρι, ποῦ ἡ πρώτη βάρδια ἔραφτε κάποιο πανὶ στὴν πλώρη καὶ ἡ δεύτερη γιωμάτιζε μὲ σκύλινη ὄρεξη, θέλησαν πάλι νὰ τὸν πειράξουν. Τόρα ὅμως δὲ θύμωσε. Ἔμεινε ἥσυχος ἐκεῖ ποῦ καθόταν καὶ μόνον τὴ σακοράφα παραίτησε μισοπερασμένη στὸ πανὶ καὶ στύλωσε τὰ μάτια στὴ θάλασσα, μὲ κάποιο γαμόγελο στὰ χείλη. Ἔβλεπε τάχα τὸ κῦμα, ἢ τὸν ἴσκιο τοῦ πλοίου ποῦ μὲ τὴ σκάφη ψηλή, τ’ ἀγέρωχα κατάρτια, τὴν κοντραγέφυρα καὶ τὸν ψηλὸ καπνοδόχο γλυστροῦσε ἀπάνω στὰ νερά; Ποιὸς ξέρει! Μὰ ἀφοῦ γιὰ κάμποση ὥρα ἔμειν’ ἔτσι, γύρισε ἀργὰ τὰ μάτια περίγυρα καὶ βλέποντας κοντὰ τὸν ναύκληρο ποῦ ἔστριφε τὰ ἔμπολα μιᾶς γούμενας, εἶπε μὲ τόνο προφητικό:

— Νὰ ξέρῃς καλά, Μπαρμπαγιώργη, ποῦ ἡ θάλασσα ἔχει τὴν κρίση τῆς ὅπως κ’ ἡ στεριά. Καὶ τὴν ἔχει καλήτερη ἀπὸ τὴ στεριά. ’Εδῶ δέν ἔχει λόγια· ἔκαμες-ἔλαβες· σοῦ τὸ τίναξε ἀπάνω σὰν ἀστροπόβολο!… Μὰ τὸ κακὸ ποῦ εἶδα σὲ κεῖνο τὸ καταραμένο καράβι! Δὲν πολυκαίρισε οὔτε μῆνα. Τί λέω οὔτε μῆνα; Οὔτε δεκαπέντε μέρες· μωρ’ οὔτε δέκα! Μονοβδόμαδα ἔκαμ’-ἔλαβε. Καὶ νὰ σοῦ εἰπῶ, ἔτσι εἶνε σωστό. Γιατὶ ὅ,τι γίνει στὴ θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Ἔγινε-πέρασε· πάει μὲ τ’ ἀγέρι, μὲ τὸ κῦμα, μὲ τὸν ἀφρό, μὲ τοῦ καιροῦ τὰ διάβατα. Γιὰ τοῦτο πρέπει ἐκεῖνο ποῦ θὰ ἔρθῃ, νὰ ἔρθῃ σύγκαιρα.

Ἤμουνα, θυμοῦμαι, ἄνεργος στὴν Πόλη. Δὲν ξέρω πῶς μοῦ ἦρθε κι’ ἀποφάσια νὰ κατεβῶ στὴν Ὕδρα, νὰ στεφανωθῶ. Μὰ μέρα μὲ τὴ μέρα νὰ βρῶ καράβι γνώριμο, ἔφαγα τὰ λεφτὰ ποῦ εἶχα γιὰ τὸ γάμο. Ἀπὸ τὸ Σιφνέϊκο καφενὲ στὴ Σαντορινιὰ ταβέρνα· ἀπὸ τὴ Σαντορινιὰ ταβέρνα στὸ Κεμὲρ-ἀλτί. Χαρτιά, κρασί, γυναῖκες νυχτόημερα! Σὲ δεκαπέντε μέρες ἔβαλα καὶ χρέος τρία τάλληρα στὸν καφενὲ καὶ δεκατρία φράγκα στὴν ταβέρνα. Ὅσο γιὰ τὸ Κεμὲρ-ἀλτὶ μὴ ρωτᾷς· λίγο ἔλειψε νὰ μοῦ φορέσουν τὸ φεσάκι καὶ νὰ μὲ βάλουν νὰ παίζω τὴ λατέρνα στὴν πόρτα.

Μὰ τὸ δουλευτὴ ὅσο εἶνε γερὸς μὴ τὸν φοβερίζῃς. Ἐκεῖνες τὶς μέρες βγῆκε λόγος στὴν Κρασόσκαλα πῶς ἕνας Σπετσώτης τσουρμάρει γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πῶς τὸ ἄκουσα τελευταῖος. Ὁ ταβερνάρης ποῦ μὲ πίστωνε ἦρθ’ ἕνα βράδυ καὶ μοῦ λέει στ’ αὐτί:

— Πάρε τὸ καρτάκι καὶ τράβα στὸ Μπουγιούκδερε. Γύρεψε τὸ μπαρκομπέστια τοῦ καπετὰν Μπισμάνη κι’ ἔμπα μέσα. Αὐγὴ χαράματα σαλπάρετε γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα.

Ἤπιαμε τὸ καρτάκι στὸ πόδι μὲ τὸν καλοθελητή μου, πῆρα τὰ ροῦχα στὸν ὦμο καὶ γραμμὴ γιὰ τὸ Μπουγιούκδερε. Αὐγὴ χαράματα πήραμε τὴν ἄγκυρα. Μὰ ὁ καπετάνιος ξεκολλημὸ δὲν εἶχε ἀπὸ τὶς κουμπάρες. Ξέρεις τί πιπερᾶτες σοῦ εἶνε! Τέλος βγήκαμε ἀπὸ τὰ Μπουγάζια. Ἥβραμε νοτιὰ τὸν καιρό· σὲ τέσσερες μέρες περάσαμε στὸ Κέρτζι.

Ἀρχὲς Νοέβρη ἕτοιμοι πάλι γιὰ ταξεῖδι. Πλάκωσε ὅμως ἡ Πεντέχτη. «Στὴ χάση-πιάση ἀρμένιζε, Πεντέχτη στὸ λιμιῶνα» ἔλεγαν οἱ παλαιοί. Ὁ καπετὰν Μπισμάνης ἦταν φρόνιμος· ἄν δὲν ἔβλεπε καλοσυνάδα τὰ σημάδια τοῦ καιρού δὲν ἔλυνε πρυμόσχοινο. Μὰ τί νὰ φέρῃ ὁ διάβολος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας; Ὁ καπετάνιος εἶχε μία κάσα γλυκὰ σπιτίσια νὰ φιλέψῃ τὸν ἔμπορο. Γιὰ νὰ μὴν πληρώσῃ τελώνειο, τὰ δίνει μιὰ νύχτα σὲ φίλους νὰ τὰ βγάλουν λαθραῖα. Τὴν αὐγὴ μαθαίνει ἀπὸ τὸν ἔμπορο πῶς τὴν κάσα τὴν πιάσανε οἱ τελωνοφυλάκοι. Ἀκούοντας ἔτσι τρέχει στὸ καράβι. Οἱ Ροῦσοι δὲ χορατεύουν. Δὲν τοὺς κόστιζε τίποτα νὰ πάρουν τὸ πρᾶμα, νὰ κατασχέσουν τὸ καράβι καὶ ὅλους νὰ μᾶς στείλουν ἀλυσοδεμένους στὴ Σιβηρία. Οὔτε καιρὸ κοίταξε οὔτε τίποτα, μόνον πάρσιμο τὴν ἄγκυρα κι’ ἐμπρός. Καὶ νὰ ἰδῇς ποῦ συνεπῆρε κι’ ἄλλους τὸ κίνημά του. Πολλὰ καράβια ἦταν ἕτοιμα νὰ φύγουν μὰ ἔμεναν, βλέποντας συλλογισμένο τὸν καιρό· τόρα ὅμως βγῆκαν καὶ κεῖνα στὰ πανιά.

Μὰ ἡ Πεντέχτη ἔδειχνε πῶς δὲ θὰ παίξῃ. Γύρω τὰ οὐρανοθέμελα ἦταν κατάσκουρα· ὁ ἥλιος ἄσπρος καὶ λερωμένος σὰν ἄπλυτο καραβόπανο, στριφογύριζε γοργά, λὲς καὶ βιαζότανε νὰ κρυφτῇ στὰ κύματα. Τὰ δελφίνια ἔτρεχαν κοπαδιαστὰ ἀπάνω στὸν καιρὸ καὶ πηδοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὰ νερά, σὰν νὰ τὰ κυνηγοῦσε καμμιὰ φάλαινα. Οἱ γλάροι μὲ τὸ λαιμὸ χωμένο, χαμωπετῶντας καὶ σκούζοντας ἔφευγαν κατὰ τὶς στεριές. Ὁ καπετάνιος βλαστημῶντας τοὺς Ρούσους καὶ τὸν ἔμπορο καὶ τὰ γλυκά, ἑτοιμάστηκε νὰ παλαίψῃ παλληκαρίσια.

— Ἄλα, παιδιά· φώναξε κυτάζοντας περίγυρα σὰν ἀγριόγατος· μάϊνα πανιά! οὔτε φούσκα νὰ μείνῃ στὶς σταύρωσες, οὔτε σχοινὶ στὰ ξάρτια, οὔτε χαραμάδα στὴν κουβέρτα!…

Σὲ μισὴ ὥρα τὸ εἶπε κι’ ἔγινε: οὔτε φούσκα ἔμεινε στὶς σταύρωσες, οὔτε σχοινὶ στὰ ξάρτια, οὔτε χαραμάδα στὴν κουβέρτα. Τ’ ἀμπάρια. ἡ πλώρη ἡ κάμαρη τοῦ καπετάνιου, τὸ μαγεριὸ καρφώθηκαν ποῦ δὲν πέρναγε τρίχα. Πλάκωσε τέλος ἡ νύχτα καὶ μαζὶ πλάκωσε τὸ ψυχοβάσανο.

— Ἔ καὶ νὰ μᾶς τὸν ἔφερνε τρεμουντάνα!

— Ἂς τὸν πάρῃ πρῶτα στὴν ὄστρια, ὀστριασορόκο καὶ βλέπουμε.

— Σιγά, παιδιὰ καὶ πλακώνει τὸ πουνεντεμαΐστρο· στὴ βόλτα βρίσκονται σιγόντοι καιροί. Σωπᾶτε καὶ ἄβρεχοι θὰ πᾶμε στὰ Μπουγάζια.

Καὶ ὁ σκύλος ἀκόμη ὁ Καψάλης, στὴν ἄκρη τοῦ μπαστουνιοῦ καθισμένος, τέντωνε τὸ λαιμό, γύριζε ὁλοῦθε καὶ μυριζόταν τὸν ἄνεμο. Μόνον ὁ καπετάνιος ὀρθὸς ἐμπρὸς στὴν κάμαρή του, τραβοῦσε τὴν πίπα ἀκίνητος, λὲς κ’ ἦταν ἀπὸ μάρμαρο.

Ἀπάνω στὰ μεσάνυχτα ἦρθε τὸ πρῶτο φύλλο. Δεύτερο φύλλο καὶ ξέσπασε ὁ γρεγολεβάντες. Ὁ χειρότερος καιρὸς τῆς Μαύρης Θάλασσας μᾶς ἅρπαξε στὰ φτερά του. Ἀλλοίμονο στὸ σιταρόσπυρο ποῦ πέσῃ στοῦ μύλου τὰ δόντια!

Ἑφτὰ ἤμαστε στὸ μπαρκομπέστια κι’ ὁ καπετάνιος ὀχτώ. Κ’ οἱ ὀχτὼ μάτι δὲν κλείσαμε, τσιγάρο δὲ στρίψαμε ὅλη νύχτα. Ζωντανὴ θάλασσα ἔμπαινε ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς καὶ πελάγωνε. Τὰ μπούνια ὀρθάνοιχτα καὶ δὲ μποροῦσαν νὰ τὴν κεφαλώσουν. Ἕνα κῦμα ἔφευγε δυὸ ἐρχόνταν. Τυχερὸ ποῦ τὸ καράβι ἦταν καλοθάλασσο κι’ ὁ καπετάνιος σωστὸ θαλασσοποῦλι. Μὲ τὸ ρέκασμα ποῦ ἔκανε τὸ κῦμα μακρυά, γύριζε τὴν πλώρη καὶ τὸ δεχότανε στὰ πλάγια· ἀλλιῶς θὰ παθαίναμε μεγάλη ζημιά. Κ’ ἔτσι ὅμως ἡ ζημιὰ δὲν ἔλειψε. Ἕνα κῦμα ἦρθε καὶ μᾶς ἅρπαξε τὴ μικρὴ βάρκα ἀπὸ τοὺς μούρσους καὶ τὴ χόρευε στὴν κουβέρτα σὰν καρυδόφλουδο. Ρίχτηκαν δυὸ-τρία παιδιὰ νὰ τὴν ἁρπάξουν· μὰ ποῦ νὰ κρατήσουν ἀρκούδα λυσσασμένη; χέρια εἶνε, δὲν εἶνε ἀτσαλοσίδερο! Τὴν ὥρα ποῦ ἅπλωναν κατὰ τὴν πλώρη, ἐκείνη στὴν πρύμη βρισκότανε. Καὶ τὴν ὥρα ποῦ ἅπλωναν κατὰ τὴν πρύμη, στὴν πλώρη ἔφτανε. Ἂν τὴν βλέπατε μωρὲς παιδιά, πῶς πηδοῦσε, ἂν τὴν ἀκούατε πῶς μούγκριζε κι’ ἀγκομαχούσε, πῶς ἔκοβε τὰ σχοινιὰ κ’ ἔσπαζε τὰ σίδερα, θὰ πιστεύατε πῶς ἦταν ὁ διάβολος σωστός.

— Τὸ Κόνισμα, παιδιά· τὸ Κόνισμα! φωνάζει ὁ ναύκληρος υποψιασμένος.

Καθὼς ἄκουσε «τὸ Κόνισμα», λύσσαξε ὁ τρισκατάρατος! Ἔκανε ὁλάκερο ξύλο νὰ τρέμῃ σὰν τὸ φυλλοκάλαμο. Καὶ στὴν ὥρα ποῦ ἔφερναν τὸ Κόνισμα, πήδησε στὰ κύματα μὲ τὸ Γιώργη τὸ Σπετσωτάκι, ποῦ ἀντιμαχόταν μαζί της. Γιὰ μιὰ στιγμή, τὸν εἶδα κάτου σὲ βαθειὰ καὶ θεοσκότεινη λαγκαδιὰ ν᾿ ἀντρομάχεται ἀπελπισμένα. Καὶ ἄξαφνα εἶδα κῦμα θεόρατο, μὲ χίλια νύχια καὶ μύριους ἀποκλαμούς, νὰ τὸν παίζῃ στ’ ἀφρισμένο στόμα του καὶ νὰ μᾶς τὸν πετᾷ μὲ βρισιὰ καὶ φοβέρα. Ρίχνομαι νὰ τὸν ἁρπάξω· ἀλλὰ σύγκαιρα πισωπάτησα. Ὁ δύστυχος κρεμόταν στὴν κουπαστὴ μὲ τὸ κεφάλι ἀνοιγμένο καὶ σκόρπια τὰ μυαλά. Δὲν πρόφτασα νὰ συνέρθω ἀπὸ τὴ φρίκη, καὶ τὸ κῦμα, τὸ ἴδιο κῦμα ποῦ μᾶς τὸν ἔριρξε πρίν, ἦρθε πάλι καὶ τὸν ἅρπαξε γιὰ πάντα. Κακόμοιρο παιδί! ἦταν ὁ καλήτερος τὴς συντροφιᾶς μας!

Ἦρθε τέλος ἡ αὐγή. Καλήτερα ὅμως νὰ μὴν ἐρχότανε! Εἶδες τὸ καλοκαῖρι ποῦ βάνουν φωτιὰ στὶς καλαμιὲς πῶς σηκώνονται κολῶνες οἱ καπνοί; Ἔτσι κολῶνες ἀνέβαιναν κλωθογύριστοι ἀπὸ τὴ θάλασσα στὸν οὐρανό. Καὶ τὶ οὐρανό; πυκνὸ καὶ βρώμικο σὰν ἀπὸ ξαντὸ κουρελιῶν, χαμηλώτερο ἀπὸ τὴν ἀμπασογάμπια τοῦ καταρτιοῦ μας. Ἡ γαλέτα, ὁ κοντραπαπαφίγκος κι’ ὁ παπαφίγκος χώνευαν μέσα του. Μοῦ φάνηκε πῶς βρέθηκα στὸ χτίσιμο τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ οὐρανὸς ἦταν τόσο χαμηλὰ ποῦ τὸν ἔγλυφαν τὰ βώδια· πῶς οἱ καπνοὶ δὲν ἦταν παρὰ τῆς μεγάλης φωτιᾶς ποῦ ἄναψε τὸ φίδι γιὰ νὰ τὸν κάψῃ. Καὶ ἀπ’ ὥρα σ’ ὥρα περίμενα τὴν καλόγνωμη γουστερίτσα νὰ φέρῃ τὸ νερὸ γιὰ νὰ σβύσῃ τὴ φωτιά· ὁ οὐρανὸς νὰ ψηλώσῃ γαλανός, ὁ ἥλιος νὰ διώξῃ τοὺς καπνούς, νὰ φανῇ ἡ γῆ πλουτοδότρα, νὰ λάμψ’ ἡ θάλασσα καὶ τὰ πετούμενα στ’ ἀνθισμένα κλαδιὰ νὰ δοξολογοῦν τὸ Δημιουργό.

Ὄνειρο ἦταν ἡ ἐλπίδα μου! Οἱ καπνοὶ ὅλο καὶ πυκνότεροι μᾶς ἔζωναν περίγυρα καὶ δὲν ξεχώριζα παρὰ καμμιὰ φορὰ ἄσπρο τὸν ἀφρὸ θεόρατου κυμάτου, πράσινου σὰν ἀλογόπετρα. Κατὰ τὸ μεσημέρι κἄπως ἄριεψαν καὶ εἶδα μακρυὰ τὸν ἴσκιο ἑνὸς μπάρκου ποῦ κατέβαινε μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς ἀμπασογάμπιας. Πιάσαμε καὶ μεῖς τραβέρσο ἀπάνου στὸν καιρὸ μὲ τὰ κάτω πανιά. Μὰ ὥστε νὰ τὸ καλοϊδῶ τὸ ἔχασα τὸ μπάρκο. Οἱ κολῶνες ἄρχισαν πάλι ν’ ἀνεβαίνουν, κλωθογυρίζοντας τὶς ἄπιαστες τουλοῦπες τους, ἄλλες χαμηλές, ἄλλες ψηλότερες, ἄλλες συμμαζεμένες, ἄλλες φυτεμένες στὴ γραμμή, ἄλλες κλαδεμένες στὶς κορφές, ἐδῶ ἀδερφωμένες ἐκεῖ ἀριοφύτευτες. Καὶ μεῖς ἐκεῖ μέσα θαμένοι, καταμόναχοι, μισοπαγωμένοι καὶ θεονήστικοι, ἔλεγα πῶς εἴμαστε σὲ κανένα δάσος ἀπὸ κεῖνα τὰ μαγεμένα, ποῦ ἔχουν δέντρα καὶ πατουλιές, κρεβατωσὲς καὶ καμάρες ἀεροΰφαντες· ποῦ ἄνθρωπος δὲ διαβαίνει, καὶ πουλὶ δὲ λαλεῖ, καὶ θεριὰ δὲ μονιάζουν, παρὰ βασιλεύει ἐρημιά, καὶ σκοτάδι κυβερνᾷ, κ’ ἡ παγωνιὰ καταλεῖ ἀργὰ κι’ ἄσφαλτα τοὺς δύστυχους ποῦ πλάνεψε ἡ τύχη στὰ μονοπάτια του!

  Καὶ ὅμως οὔτε τ’ ἀγριεμένα κύματα, οὔτε οἱ καπνοί, οὔτε ἡ παγωνιὰ ποῦ ἔπηζε τὸ αἷμα στὶς φλέβες μᾶς βασάνιζε τόσο, ὅσο ἡ λάμια ποῦ εἴχαμε μέσα μας. Θεόστραβη, μωρέ, ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε τὰ σωθηκά! Ἦρθε ὥρα ποῦ ἀφίσαμε κάθε δουλειὰ καὶ ρίξαμε ὅλοι τέτοια φωνή, ποῦ τὰ θεριὰ τῆς θάλασσας τρόμαξαν ἀκούοντάς τη. Εἴπαμε νὰ ξυλώσουμε τ’ ἀμπάρια, νὰ σπάσουμε τὴν πλώρη κι’ ἂς ἦταν ὁ θάνατός μας. Ὁ καπετάνιος εἶδε τὴ στιγμὴ κ’ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κάμαρή του ἕνα κουτὶ γαλέτες κ’ ἕνα μποτιλάκι ροῦμι. Γαλέτα μὲ βούτυρο καὶ ροῦμι ζαμάϊκα! Θεριέψαμε. Πλάκωσε ἡ νύχτα θεοσκότεινη κι’ ἄγρια. Ἄγριοι καὶ μεῖς τοιμαστήκαμε νὰ μετρηθοῦμε μὲ τὸ Χάρο.

Ἄξαφν’ ἀκούω στὴν πλώρη στριγγιὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκοποῦ καὶ τὴν καμπάνα ποῦ χτύπαε διαβολεμένα. Τὴν ἴδια ὥρα ἄλλη παρόμοια φωνὴ κι’ ἄλλη καμπάνα ἀκούστηκε νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ τρισκότιδο. Ὅποιος δὲν ἄκουσε στὴ ζωή του τέτοια φωνὴ καὶ τέτοια καμπάνα, χίλιες φορὲς καλότυχος! Ὁ κίνδυνος τῆς θάλασσας δὲν ἔχει γλῶσσα φοβερώτερη ἀπ’ αὐτή. Τὴν ἀκοῦς μιὰ στιγμὴ καὶ τὴ θυμᾶσαι ὥς που νὰ πεθάνῃς. Γιατί πίσω ἀκολουθάει πάντα ἕνας χτύπος ποῦ θυμίζει τὸ χῶμα καὶ τὸ νεκροκρέβατο.

Καὶ νάτος! ἀκούστηκε ὁ ἀναθεματισμένος χτύπος κι’ ἔνιωσα τὸ καράβι νὰ σπαράζῃ, σὰν νὰ τὸ πιάσανε σπασμοί. Πηδάω στὴν πλώρη· ἕνα θεόρατο μπάρκο μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς ἀμπασογάμπιας ἦταν μάσκα μὲ μάσκα στὸ δικό μας. Ἐκεῖ ν’ ἀκοῦς φωνὲς καὶ κακό! Ὁ καπετάνιος τοῦ μπάρκου ἔβριζε τὸ δικό μας καὶ τὸν ἔλεγε τσοπάνο· ὁ δικός μας τοῦ ἀπαντοῦσε: «παπλωματᾶ!» Οἱ βάρδιες πιάστηκαν μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Οἱ ναῦτες ἔτρεχαν ἀπὸ πρύμη σὲ πλώρη μὴ ξέροντας τί γυρεύουν, βλαστημῶντας χωρὶς νὰ ξέρουν γιατί. Ἄλλοι γύρευαν τὶς βάρκες νὰ ρίξουν στὴ θάλασσα καὶ γιὰ βάρκες ἔπιαναν τὶς κουπαστές. Ὁ Κράπας γύριζε σὰν τὸ ἄλογο στ’ ἁλῶνι, σέροντας πίσω του μιὰ γούμενα θαρρόντας πῶς ἦταν τὸ σεντοῦκι του. Ὁ Κουτρούφης ὁ Σιφνιὸς τραβοῦσε τὰ μακριά του τὰ γένεια, πιστεύοντας πῶς τραβοῦσε τὴ σκότα τοῦ παπαφίγκου. Ὁ Μπαρμπατρίγγας ὁ Μυκωνιάτης λούφαξε πίσω ἀπὸ τὸν ἀργάτη λυσοδένοντας τὰ βρακιά του. Οὔτε οἱ σκύλοι δὲν ἔμεναν ἥσυχοι. Ὁ Καψάλης καὶ ὁ ἄλλος τοῦ μπάρκου, σκαρφαλωμένοι στὰ παραπέτα ἄφριζαν δαγκόνοντας ξύλα καὶ σχοινιὰ κι’ ἀλιχτοῦσαν, λὲς κι’ ἔβριζεν ὁ ἕνας «τσοπάνο!» κι’ ὁ ἄλλος «παπλωματᾶ!» Ἔβριζαν οἱ καπετᾶνοι, φώναζαν οἱ ναῦτες, ἀλιχτοῦσαν τὰ σκυλιά, ἡ θάλασσα ρέκαζε, τὰ καράβια ἀνεβοκατέβαιναν καὶ τριζοκοποῦσαν, σὰν δυὸ θεριὰ ποῦ πάσχουν νὰ γονατίσῃ τὸ ἕνα τἄλλο! Καὶ ψηλὰ τὰ φανάρια τῆς γραμμῆς ἔχυναν τὸ χρωματιστὸ φῶς τους σιωπηλά.

Δὲν ξέρω πῶς βρέθηκα στὴν πλώρη. Σκύφτω, τί νὰ ἰδῶ; Ὅλη ἡ δεξιὰ μάσκα φαγωμένη καὶ τὸ κῦμα χυνότανε στ’ ἀμπάρι κι’ ἔνιωσα τὴν κουβέρτα νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὰ πόδια μου. Δὲ χάνω καιρό, πηδάω στὸ μπάρκο.

— Παιδιά, ἐδῶ! φωνάζω.

Γιατὶ πήδησα στὸ μπάρκο; γιατὶ φώναξα «παιδιὰ ἐδῶ;» Καὶ γὼ δὲν ξέρω. Μοῦ τὸ εἶπε ὁ ἄγγελός μου. Στὴ φωνή μου πήδησαν κι’ οἱ ἄλλοι στὸ μπάρκο κι’ ὁ καπετάνιος στερνός. Ἀπάνω στὴν ὥρα· πέντε λεφτὰ ἀργότερα ὅλοι θὰ πηγαίναμε στὸ φοῦντο. Γιατὶ ἀπὸ τὸ τίναγμα ἦρθε στιγμὴ καὶ χωρίστηκαν τὰ καράβια. Τὸ μπαρκομπέστια στέναξε βαθειά, βούτησε μὲ τὴν πλώρη, ἔγειρε στὸ δεξὶ πλευρό, ἀνατινάχτηκε μιά, ὥς ποῦ ἄνοιξε ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἔκλεισε ἀφροκοπῶντας στὴν ἀγκαλιά της. Μὰ ἰδὲς τί Θεοῦ συνέργεια! Τὸ μπαρκομπέστια κατεβαίνοντας συνεπῆρε μαζὶ τὸ μπαστοῦνι τοῦ μπάρκου μὲ ὅλα τὰ σχοινιὰ καὶ τοὺς φλόκους καὶ τὰ σίδερα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔρχεται ἕνα φύλλο δυνατὸ καὶ ρίχνει κάτω καὶ τὸ πλωριὸ κατάρτι μὲ ὅλες του τὶς σταύρωσες. Ἀλάφρωσε τὸ ξύλο· ἀντρειεύτη καὶ τινάχτηκε μὲ τὴν πλώρη ὁλόρθη. Στὸ ξαφνικὸ ὀρθοπλώρισμα κυλίσαμε ὅλοι στὴν πρύμη σὰν ἀσκιά.

— Ἄλα παιδιά, στὶς τρόμπες! φωνάζει ὁ καπετάνιος· οἱ τρόμπες εἶνε ἡ σωτηρία μας!

Ξημέρωσε τέλος ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα. Μὰ τί μέρα; Οὐρανὸς καὶ θάλασσα εἶχαν μιὰ θολωμάρα ποῦ ἔσφιγγε τὴν καρδιά. Πιὸ συχαμένῃ αὐγὴ δὲ θυμοῦμαι ν’ ἀπάντησα στὴ ζωή μου!

Ἄξαφνα ἐκεῖ ποῦ τρομπάριζα ἀκούω τὸ ναύκληρο κἄτι νὰ σφυρίζῃ στ’ αὐτὶ τοῦ καπετάνιου. Αὐτιάζομαι· οἱ ναῦτες τοῦ καραβιοῦ ἔλειπαν ὅλοι! Ἀκόμη ἔμαθα πῶς τὸ μπάρκο ἦταν Ἰταλικό. Οἱ ναῦτες πήδησαν βέβαια στὸ καράβι μας, ὅπως ἐμεῖς στὸ δικό τους καὶ μαζὶ τοὺς ρούφηξε ἡ θάλασσα. Ἔλειπε ὅμως ἡ μεγάλη βάρκα καὶ μπορεῖ σὲ κείνη νὰ ζήτησαν τὴ σωτηρία τους. Κοιτάζω γύρω· τίποτα. Τοὺς συχώρεσα καὶ τοὺς ξέχασα. Ἦβρε ὡς τόσο τὸν κόχυλα καὶ φύσηξε ὁ ναύκληρος δυὸ-τρεῖς φορές. Ἀλλὰ μονάχα ἡ φωνάρα του ἀκούστηκε βαρειὰ καὶ στριμμένη, σὰν ἀνάμπαιγμα ποῦ ἔστελνε τὸ ἄσπλαχνο τὸ πέλαγο.

Κατὰ τὸ μεσημέρι ὁ ἥλιος ἔσχισε τὰ σύγνεφα κι’ ἔριξε μιὰν ἀχτῖνα του μακριά. Τὰ βουνὰ τῆς Θεοδόσιας, χιονισμένα, ἔβγαιναν σὰν κρυσταλλένια παλάτια μέσ’ ἀπὸ τὰ θολὰ νερά. Εἴμαστε κάτου ἀπὸ τὴν Κριμαία. Ἂν ἦταν τρόπος νὰ πλησιάζαμε κεῖ, θὰ εἴχαμε ἐλπίδα. Ἀλλὰ τὸ μπάρκο στὴν κατάσταση ποῦ βρισκότανε ἦταν ἀκυβέρνητο. Καὶ μὴν εἶχε σκοπὸ νὰ λιγοστέψῃ ἡ χιονιά; Ὅσο πήγαινε Τοῦρκος γινότανε. Φύλλο στὸ φύλλο ἐρχόνταν οἱ ἀνέμοι, ἅρπαζαν τὴν παγωμένη ἄχνη στὰ φτερά τους, τὴ στριφογύριζαν σὰν κουρνιαχτὸ στὰ τρίστρατα. Ἦταν Σαραντάημερο βλέπεις, κι’ ὅλα τὰ συντάγματα των διαβόλων ἦταν πεσμένα στὸ γιαλό. Κι’ ὁ βασιλιᾶς τους, ἀκοῦς, ποῦ ἔχει θρόνο του τὴ Σαντορίνη, μέσα ἦταν καὶ κεῖνος καὶ ὁδηγοῦσε τὰ φοβερὰ φουσάτα του στὸ χαλασμὸ τοῦ κόσμου. Ἡ θάλασσα ἀφροκοποῦσε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη καὶ κυνηγοῦσαν ἕνα τὸ ἄλλο τὰ κύματα καὶ ψήλωναν καὶ δέρνονταν καὶ βαρυβογγοῦσαν, γκαστρωμένα τὸ χαμό. Δὲν πίστευες πῶς ἦταν νερὸ παρὰ θεριὰ ἀνήμερα· λύκοι καὶ λέοντες καὶ τίγρεις καὶ ὕαινες· ἀρκοῦδες ἀσπρόμαλλες, ποῦ κοπάδια πεινασμένα ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ οὐρανοθέμελα καὶ χύνονταν στὸ ἄμοιρο καράβι μας. Ἕνα κῦμα ἐδῶ πλάκωνε μὲ τὸ στῆθος πλατύ, τρίζοντας τὰ δόντια του καὶ φοβερίζοντας, σὰν νὰ ζητοῦσε νὰ δώσῃ τὸ τελειωτικὸ χτύπημα. Ἄλλο ἐκεῖ γλυστροῦσε ταπεινό, σὰν τὴν τίγρη ποῦ σέρνεται τῆς κοιλιᾶς νὰ πλακώσῃ κοιμάμενο τὸν ὀχτρό της· καθὼς ἔφτανε κοντά, ψήλωνε γιαμιᾶς, καβαλλίκευε τὸ κατάστρωμα σάρωνε ὅ,τι ἕβρισκε, ξύλα καὶ σχοινιὰ καὶ σίδερα, καὶ περνοῦσε ἀντίπερα γρούζοντας ἀκόμη κι’ ἀλιχτῶντας πεισμωμένα, γιατὶ δὲ μπόρεσε νὰ κάμῃ περισσότερο κακό. Ἄλλο ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ ψηλὸ καὶ φουσκωμένο, ἀνεμοκυκλοπόδης πολεμιστὴς μὲ φαρμακερὲς σαγίτες, ἀνυπόμονος νὰ κάμῃ καὶ νὰ δείξῃ. Ἔσκαε ὅμως πρὶν νὰ φτάσῃ στὸ σκοπό του καὶ μανισμένο ἔστελνε τοὺς ἀφροὺς καταπάνω μας. Καὶ ἄλλα μύρια σπρόχνονταν ὁλόγυρα βιαστικὰ ποιὸ νὰ χτυπήσῃ πρῶτο, ποιὸ νὰ δώσῃ τὴ δυνατώτερη πληγή, διαλέγοντας τὸ μέρος ποῦ θὰ σκαλώσουν ἀπάνω, σὰν ἀσκέρι ἄγριο πολιορκητῶν γύρω σὲ ἄπαρτο κάστρο. Ἕνα ἐδῶ λάγκευε κ’ ἅρπαζε μὲ ἀφρισμένα δόντια τὴν κουπαστή· ἄλλο ἐκεῖ μὲ τὸ παίξιμο τῆς οὐρᾶς του ἔκανε τρίμματα τὴ σκάλα· ἄλλο μὲ μύτη φοβερὴ σούβλιζε τὰ παραπέτα κι’ ἄλλο ἔπιανε ἀπὸ τὴν πρύμη καὶ τάραζε σύγξυλο τὸ πλεούμενο, σὰν κουρέλι. Καὶ ἄλλα, κοπάδι ὀλάκερο, γλυστροῦσαν κάτω ἀπὸ τὴν καρίνα καὶ γιαμιᾶς πηδοῦσαν ὀρθά, πάσχοντας νὰ τὸ ἀναποδογυρίσουν. Καὶ κεῖνο τὸ δόλιο ἔγερνε ἀποδῶ, διπλάρωνε ἀποκεῖ, βουτοῦσε μὲ τὴν πρύμη, σηκωνόταν μὲ τὴν πλώρη, δερνόταν καὶ βογγοῦσε ἀργὰ καὶ πονετικά, σὰν αἰσθαντικὸ πρᾶμα. Ἦρθε στιγμὴ ποῦ τὸ συμπόνεσα. Ξέχασα τὸ δικό μου κίνδυνο καὶ γύρισα σὲ κεῖνο τὴν ἔνοια μου, μὴ μπορῶντας νὰ φαντασθῶ τί τάχα τοὺς ἔφταιξε καὶ ἦταν τόσο ἐνάντια του τὰ κύματα;

Τὸ μπάρκο εἶχε δυὸ τρόμπες· μιὰ στὴν πρύμη καὶ μιὰ στὴν πλώρη. Γιὰ νὰ κινηθοῦν ἤθελαν ἀπὸ τρεῖς ἀνθρώπους καθεμιά. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἄφιναν τὸν καπετάνιο νὰ καταπιαστῇ μὲ τὶς τρόμπες. Μὰ ἔπειτα ἔγινε· πήγαινε πότε στὴ μία, πότε στὴν ἄλλη κ’ ἔτσι ἔβγαινε ὁ ναύτης κ’ ἔπαιρνε λίγη ἀνάσα. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποῦ τρακάραμε ὥς τὴν αὐγὴ δουλέψαμε καλά. Ἂν δὲ λιγόστεψε τὸ νερό, δὲ μπόρεσε ὅμως νὰ μᾶς κεφαλώσῃ.

Δὲν ξέρω γιατὶ ἡ νύχτα ἀγριεύει τόσο τὸν ἄνθρωπο. Θηρίο γίνεται· χωρὶς νὰ θέλῃ ἀφρίζει· χωρὶς νὰ σκεφτῇ δίνει σῶμα στὸν κίνδυνο. Τὸν φαντάζεται ἄνθρωπο, δράκο καὶ γυρεύει νὰ μετρηθῇ μαζί του. Νομίζει πῶς τὸν ἔχει ἐμπρός του· πῶς τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὴ μέση καὶ τὸν βροντᾷ χάμου. Τὸν βρίζει· καὶ βλέπει τὴ βρισιὰ νὰ τοῦ κάθεται μυλόπετρα στὴν ψυχή. Τὸν φτεῖ· καὶ βλέπει τὸ ρόχαλό του κακὴ παρασαρκίδα στὸ πρόσωπο. Δίνει γροθιὰ στὴ γροθιά, κλωτσιὰ στὴν κλωτσιά, δάγκωμα στὸ δάγκωμα. Παλαίβει μὲ τὰ χέρια, μὲ τὰ πόδια, μὲ τὰ γόνατα, μὲ τὸ κεφάλι, μὲ τὰ δόντια, μὲ τὰ νύχια. Γύρω στὸ σῶμά του νιώθει νὰ φυτρώνουν τόσες δύναμες ποῦ ἀπορεῖ πῶς δὲν τὶς ἤξερε πρίν. Τὸν σπρώχνει ἀποδῶ, ἀποκεῖ τὸν ξεσχίζει, ἀλλοῦ τὸν στραγγαλίζει. Αἰσθάνεται νὰ τὸν περιχύνῃ τὸ αἷμά του, τὰ κοψίδια νὰ κρέμωνται στὰ δάχτυλά του σπαρταριστὰ καὶ κεῖνος ὅλο φυσᾷ κι’ ὅλο θυμώνει καὶ ἀντρειεύεται.

Σὲ τέτοια θέση τόρα ἤμουν καὶ γώ. Ὅλη νύχτα πάλαιβα μὲ τὶς τρόμπες καὶ οὔτε κόπο κατάλαβα, οὔτε κρύο, οὔτε νύστα, οὔτε τίποτα. Πεῖσμα μόνον φοβερό. Πατοῦσα τὴν τρόμπα καὶ νόμιζα πῶς ἔβγαινε ἄμπουλας τὸ νερό. Μόλις ὅμως πλάκωσε ἡ μέρα κόπηκαν τὰ ἥπατά μου. Ὁ καπετάν Πήλιουρης ποῦ λένε οἱ Κρανιδιῶτες πῶς βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο καὶ γυρίζει στὸν κόσμο, δὲν ἔχει ποτὲ τὴ δική μας κατάντια. Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τὰ μαλλιά μας, τὰ μουστάκια, τὰ γένεια σκλήρυναν σὰν ἀγκάθια. Τὰ μάτια χωμένα στὰ πυκνὰ ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σὰν σαλιγκάρια. Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. Καὶ τὸ ἄνοιγμα κάτω ἀπὸ τὸ ὄκιο ἔχασκε πάντα νὰ καταπιῇ τὰ πέλαγα. Πρῶτος ὁ Δημήτρης ὁ Σκοπελίτης, ἀξιώτερος καὶ πιὸ χεροδύναμος τῆς συντροφιᾶς, δίνει ἕνα φάσκελο τῆς τρόμπας καὶ ξαπλώνεται τ’ ἀνάσκελα στὴν κουβέρτα.

— Μωρέ σκυλί! τοῦ φωνάζει ὁ καπετὰν Μπισμάνης, τί κάνεις;

— Δὲν μπορῶ πιά.

— Μωρέ, θὰ χαθοῦμε! ἐδῶ ἔχουμε τσ’ ἐλπίδες μας.

— Ἂς χαθοῦμε! ἔτσι κ’ ἔτσι θὰ μᾶς φάῃ ποῦ θὰ μᾶς φάῃ τὸ κῦμα· κάλλιο μιὰ ὥρ’ ἀρχήτερα. Λύθηκα…

Ἀλήθεια· ὅλοι εἴμαστε λυμένοι. Τὰ γόνατά μου ἔτρεμαν· τὰ δάχτυλά μου, ὅπως ἦταν κλεισμένα στὸ σίδερο ἔτσι ἔμεναν· οὔτε ν’ ἀνοίξουν, οὔτε νὰ κλείσουν περισσότερο μποροῦσαν Εἶχα ἕναν πόνο στὰ νεφρά· καθὼς ἔσκυφτα νὰ πατήσω τὴν τρόμπα ἤθελα ἄλλο νὰ μὲ τραβᾷ ἀπὸ πίσω γιὰ νὰ σηκωθῶ. Ἕτοιμος ἤμουν καὶ γὼ νὰ τὴν παρατήσω. Ἀλλὰ στὴν ὥρα ἀκούω τὸ ναύκληρο νὰ φωνάζῃ ἀπὸ τὴν πλώρη:

— Πανί, παιδιά! ἕνα πανί!…

— Ἕνα πανί! φωνάζω χωρὶς νὰ ἰδῶ τίποτα.

Εἴδαμε τέλος μακριὰ ἕνα μικρὸ χαμηλὸ πανάκι ποῦ ἀρμένιζε τὸ μαΐστρο. Μὲ μιᾶς ζωντάνεψα. Ὄχι ἐγώ· ὅλοι μας. Κι’ ὁ Σκοπελίτης ἀκόμα πήδησε καὶ ρίχτηκε στὴν τρόμπα, ποῦ ἔκαμε νὰ τρίξουν ὅλα της τὰ χάρβαλα. Δένουμε ἀμέσως τὴ σημαία κόμπο στὸ χαϊμαλὶ ψηλὰ κι’ ἀρχίζουμε νὰ φωνάζουμε, νὰ φυσᾶμε τὸν κόχυλα καὶ νὰ κινοῦμε τὶς σκούφιες μας. Μόλις σὰν χελιδονάκι ποῦ σιγοπετᾷ προμηνῶντας τὴν ἄνοιξη φαινόταν τὸ καράβι ἀσώματο μακριά. Καὶ ὅμως πίστεψα πῶς μᾶς εἶδε, πῶς ἄκουσε τὶς φωνές, γνώρισε τὸν κίνδυνο κ’ ερχόταν βόλι καταπάνω μας. Ἦρθε μάλιστα στιγμὴ ποῦ ἀφήσαμε τὶς τρόμπες κ’ ἔτρεξε καθένας στὴν πλώρη γιὰ νὰ ἕβρῃ τίποτα νὰ πάρῃ μαζί του.

— Μωρέ παιδιά, βουλιάζουμε! ἀκούω ἄξαφνα τὴ φωνὴ τοῦ καπετάνιου.

Πηδάω ἔξω. Γιὰ πέντε λεφτὰ τὸ νερὸ μᾶς κεφάλωσε. Ριχτήκαμε πάλι ν’ ἀρχίσουμε τὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ τόρα δὲ μᾶς φαινόταν βαρύς. Τὸ καράβι ὅλο καὶ πλάκωνε. Σὲ λιγάκι φάνηκε ὁλάκερο τὸ σκαφίδι. Ἀλλὰ δὲν ξέρω γιατὶ στοίχειωσε ἡ ἀπελπισία στὴν ψυχή μου, καὶ δούλευα ἀκόμη τὴν τρόμπα.

— Ρὲ Καληώρα, δὲν παρατᾷς πιὰ τὴν ἔρμη! γυρίζει καὶ μοῦ λέει ὁ καπετάνιος· νά το πλάκωσε· τί παιδεύεσαι ἄδικα;

— Δὲν πειράζει.

Δὲν ἤθελα νὰ ξεστομίσω τὴν ὑποψία μου, γιατὶ θὰ μ’ ἔπαιρναν γιὰ παλαβό. Τὸ μπάρκο πλησίαζε· διάβαζα μάλιστα καὶ τ’ ὄνομά του στὶς κουλοῦρες· τὸ ἔλεγαν «Σωτήρα».

— Ἄ! ἄ! ἄ!… ἔβαλαν ὅλοι χαρούμενες φωνές.

Ἀπὸ κείνους οὔτε κινήθηκε, οὔτε φώναξε κανείς. Εἶδα καλὰ τὸν τιμονιέρη στὸ τιμόνι, τὸν καπετάνιο ὀρθὸ στὴν πρύμη· τὸ ναύκληρο καὶ πεντέξη ναῦτες μὲ τὶς σκότες στὰ χέρια. Ὅλοι ἔστεκαν καὶ μᾶς κοίταζαν, μὰ οὔτε σχοινιὰ τοίμαζαν οὔτε τίποτα. Μόνον ὁ σκύλος τους, ἕνας σκύλος μαλλιαρός, κατάμαυρος μὲ κεφάλι ὁλοστρόγγυλο σὰν μπόμπα κανονιοῦ, μᾶς ἔστελνε τὸ ἄγριό του ἀλύχτιμα.

— Τοὺς ἄτιμους! ψιθύρισα.

— Γιὰ ποιοὺς λές; μὲ ρώτησε ὁ καπετάνιος.

— Γιὰ τοὺς σκύλους.

Καὶ ρίχτηκα πάλι μὲ τὰ δυνατά μου στὴν τρόμπα.

— Ὄρεξη ποῦ τὴν ἔχει ὁ Καληώρας· εἶπε ὁ καπετάνιος γελῶντας· θαρρεῖς καὶ θέλει νὰ τὴν ξαρραθυμίσῃ.

Ὡς τόσο τὸ μπάρκο ἦρθε μία βόλτα κ’ ἔπεσε δίπλα μας, δεκαπέντε ὀργιὲς μακριά. Μὰ βλέπω ἄξαφνα τὸν καπετάνιο νὰ γυρίζῃ στὸν τιμονιέρη. Μιὰ τιμονιὰ καὶ τὸ παίρνει σταβέντο. Βάνουμε τὶς φωνές.

— Μωρ’ ἀδέρφια πνιγόμαστε! ποῦ μᾶς ἀφίνετε; σωτηρία!… Ἀδέρφια, πνιγόμαστε!… σωτηρία!…

Ἀκούστηκε κάποια φωνὴ καὶ πάψαμε βουλώνοντας ἕνας τοῦ ἄλλου τὸ στόμα. Καὶ μέσα στὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τὸ ἀνεμοφύσημα, ἀκούστηκε χαρόσταλτο ἀνάμπαιγμα ἡ φωνή:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Δὲν τὸ πίστευαν τ’ αὐτιά μου! Εἶπα πῶς ὁ καπετάνιος ἤθελε νὰ παίξῃ μὲ τὴ θέση μας καὶ ἄρχισα νὰ πεισμώνω περισσότερο γιὰ τὰ ἄνοστα χωρατὰ παρὰ γιὰ τὴ σκληρή του πράξη. Ὁ «Σωτήρας» ὅμως πάντα μάκραινε. Βάνουμε πάλι τὶς ἄγριες φωνές:

— Μωρ’ ἀδέρφια πνιγόμαστε! ποῦ μᾶς ἀφίνετε! σωτηρία! πνιγόμαστε, σωτηρία!…

Βουλώσαμε πάλι τὸ στόμα· κρατήσαμε τὴν ἀνάσα μας. Καὶ ἡ φωνὴ ἀπὸ τὸ μπάρκο, συντροφιασμένη μὲ τὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τὸ ἀνεμοβόγγιμα, πιὸ δυνατὴ καὶ ἀναμπαίχτρα ξαναδευτέρωσε:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Ἔμεινε ὅπου βρέθηκε καθένας γιὰ πολλὴ ὥρα. Ἄξαφνα, σκορπίσαμε τρελλοί, σκαλώσαμε στὰ κατάρτια καὶ μονόγνωμοι ἀρχίσαμε νὰ φασκελώνουμε καὶ νὰ φωνάζουμε:

— Τῆς μάννας σου τὸ κέρατο!… Χάννε μοῦνε!… χάννε μοῦνε!…

Ὅταν ἄφησα τὸ κατάρτι, τὸ μπάρκο ἔμοιαζε μὲ νυχτερίδα. Κάπου ἄρχιζαν νὰ ξανοίγουν τὰ θεμέλια τ’ οὐρανοῦ, ἀργὰ ὅμως σὰν νὰ πάλαιβαν συνατοί τους οἱ καιροί. Ἔγερνε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος καὶ τὸ κῦμα καθὼς ἔσκαζε ψηλά, σπιθοβολοῦσε πολύχρωμο καὶ βροντερό, σὰν νὰ κυλοῦσε συντρίμια ἀπὸ λόγχες καὶ γυμνὰ σπαθιά, δίκοπους μπαλαντάδες καὶ μαχαίρια καὶ κράνη χάλκινα, σπρώχνοντας νὰ τὰ ρίξῃ πέρα στὴν ἀκρογιαλιά, μαζὶ μὲ τὰ γυμνὰ κορμιά. Καὶ μέσα στὴν ὑγρὴ ἄχνη ποῦ ἀνεμόφτερη ἔτρεχε κατὰ τὴ νοτιά, τὸ Τόξο ἔλαμπε ὑφασμένο ἀπὸ νεράϊδας χέρι ἀπάνω σὲ ἀεροκάμωτο διασίδι. Μὰ τί κατάρα ποῦ τὴν πήραμε καὶ μεῖς! Τὸ θεόσταλτο σημάδι ποῦ προλέγει πάντα τὴν καλοσύνη τοῦ καιροῦ, στοὺς ναυτικοὺς γράφηκε νὰ προλέγῃ θαλασσοταραχὲς καὶ ἀγριοκαίρια:

Εἶδες Τόξο τὴν αὐγή;
καλοσύνη τὸ βραδύ.
Εἶδες Τόξο τὸ βραδύ;
κακοσύνη τὴν αὐγή!

Ἄρχισα νὰ πιστεύω πῶς ξεγραφτήκαμε ἀπὸ τοῦ κόσμου τὸ βιβλίο· πῶς οἱ ἄνθρωποι τράβηξαν χέρι μὴ συνεπάρῃ καὶ κείνους τοῦ Θεοῦ ἡ κατάρα. Καὶ ἄλλοι ἂν μᾶς ἀπαντήσουν, ἔλεγα, ἔτσι θὰ μᾶς φερθοῦν. Ὅπως ἀπὸ τὶς πολλὲς φωνὲς τοῦ καπετάνιου, ποῦ δὲν ἔχανε τὸ θάρρος του, πιάσαμε πάλι τὶς τρόμπες. Τρομπάραμε καμμιὰ ώρα· ἔπειτα ἕνας-ἕνας τὶς ἀφήσαμε. Πλάκωσε ὡς τόσο ἡ νύχτα. Καὶ τί νύχτα; Κόλαση σωστή. Οὔτε ἄστρο στὸν οὐρανό, οὔτε φανὸς στὴ θάλασσα! Εἶπε μιὰ στιγμὴ νὰ φυσήξῃ πονεντογάρμπι· ἀλλὰ πάλι τὸ γύρισε γρεγοτρεμουντάνα. Χιόνι ἄρχισε νὰ μᾶς σκεπάζῃ· θυμήθηκε, βλέπεις, ὁ οὐρανὸς πῶς χρειαζόμαστε σάβανο! Νέκρα ἔπεσε στὸ καράβι καὶ νόμιζες πῶς ἦταν παντέρημο στὰ κύματα. Μόνον στὴν πλώρη ἀγουριόταν τὸ σκυλὶ καὶ ἡ τρόμπα στὴν πρύμη ἔβγαζε ἀργὰ καὶ ρυθμικὰ τὸ θρῃνητικό της σκούξιμο, κάτω ἀπὸ τοῦ καπετάνιου τὰ χέρια.

— Μωρὲ ναῦτες ποῦ τοὺς διάλεξα! μουρμούριζε· ἕνας κ’ ἕνας! Νὰ χαθοῦν δὲ βρίσκοντε σ’ ὅλῃ τὴ γῆ!… Ἂμ δὲν πᾶτε, καϋμένοι μου, νὰ φορέσετε φουστάνια!

— Μὰ τί θὲς νὰ κάνουμε; τοῦ λέει ὁ Κράπας.

— Τί νά κάνετε; νὰ παλαίψετε μωρέ· νὰ παλαίψετε! Σ’ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ πόδια ὁ Χάρος; πιάσ’ τὸν ἀπὸ τὸ λαιμό… Θὰ σὲ πάρῃ – νὰ σὲ πάρῃ παλληκαρίσια. Ὄχι νὰ σταυρώσῃς τὰ χέρια καὶ νὰ παραδοθῇς!

— Μὰ δὲ βλέπεις ποῦ χάσκει τὸ κῦμα νὰ μᾶς καταπιῇ!

— Ὥς ποῦ νὰ μὲ καταπιῇ κεῖνο, τὸ ρουφάω γώ!…

Ὁ καπετὰν Μπισμάνης γύρευε νὰ μᾶς κεντήσῃ τὸ φιλότιμο. Ἀλλὰ ποιὸς μποροῦσε νὰ κινηθῇ. Τὰ χιόνι πλάκωνε μία πήχη στὸ κατάστρωμα. Στὰ σχοινιά, στὰ κατάρτια, στὰ σίδερα, στὰ κουρέλια τῶν πανιῶν ἁπλονόταν κι’ ἀσπρογάλιαζε σὰν κουλουριασμένα φίδια. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ἐρχόταν τὸ κῦμα καὶ μου ἔδερνε τὸ πρόσωπο. Μὰ δὲν εἶχα δύναμη νὰ σηκωθῶ. Ἄρχισε νὰ μὲ πιάνῃ ἀποκαρωμάρα καὶ κεῖ ποῦ ἤμουν ἀκόμη ζωντανὸς νόμιζα πῶς ἤμουν κουφάρι, πῶς μὲ κυλοῦσαν τὰ κύματα. Ἔλεγα πῶς ἤμουν πρισμένος ταβοῦλι· πῶς τὸ κεφάλι μου ἦταν ὅμοιο μ’ ἕνα ρουμοβάρελο· πῶς τὰ πόδια μου ζύγιζαν καθένα ἀπὸ πεντακόσια καντάρια! Ἄξαφνα, λέει, τὰ θεριὰ τῆς θάλασσας, τὰ σκυλόψαρα καὶ οἱ φάλαινες, οἱ ξιφιοὶ καὶ τὰ δελφίνια τριγύριζαν λαίμαργα τὸ κουφάρι μου καὶ πιάσανε διαβολικὸν καυγᾶ μὲ τὰ ὄρνια τ’ οὐρανοῦ γιὰ τὰ κοψίδια μου. Ἐγὼ τὰ κοίταζα καὶ γελοῦσα σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια, βλέποντας νὰ λαχταροῦν τ’ ἀρρωστημένα κρέατά μου. Κ’ ἔπειτα, λέει, τὸ κεφάλι μου ἀργοκυλῶντας, πάντα μαῦρο καὶ παρόμοιο μ’ ἕνα ρουμοβάρελο, βρέθηκε στὸ λιμάνι τῆς Ὕδρας. Ἦταν ἀνήμερα Λαμπρὴ κ’ ἡ χώρα ἔλαμπε κάτασπρη, σὰν μαρμαρόχτιστη καὶ μοσχοβολοῦσε σὰν ἐκκλησιά. Τρομπόνια βροντοῦσαν καὶ βαροῦσαν παιγνίδια κ’ ἔπαιζε ρουμπίνι στὸ ποτῆρι τὸ κρασὶ κ’ ἔλαμπαν στὰ χέρια κατακόκκινα τ’ ἀβγὰ κ’ ἔτρεμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» σὲ κοραλλένια χείλη. Τὸ κεφάλι μου ἀργοκυλῶντας μέσ’ ἀπὸ τὰ σημαιοστόλιστα πλεούμενα, ἦρθε κι’ ἄραξε στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ βγῆκαν οἱ νιὲς περδικοστῆθες, μὲ τὰ κίτρινα φακιόλια καὶ τὰ λαμπρὰ γκόλφια τους, ἦρθαν τὰ λεβεντόπαιδα μὲ τὰ τσόχινα βρακιὰ καὶ τὰ πλατειὰ ζωνάρια τους, μὲ κοίταζαν κ’ ἔλεγαν μὲ ἀπορία: Τίνος εἶνε τοῦτο τὸ κεφάλι; Ἦρθαν μαζὶ οἱ φίλοι καὶ συγγενεῖς, μ’ ἔβλεπαν καὶ κεῖνοι, ρωτοῦσαν κ’ ἔλεγαν: Τάχα τίνος εἶνε τοῦτο τὸ κεφάλι; Ἐγὼ τοὺς ἄκουα καὶ στενοχωριόμουν ποῦ δὲ μὲ γνώριζαν, κ’ ἤθελα νὰ τοὺς φωνάξω: — Δικό μου εἶνε, τοῦ Καληώρα, τοῦ βλάμη σας· καὶ πῶς δὲν τὸ γνωρίζετε; ’Εμένα μὲ γνωρίζουν οἱ στράτες καὶ τὰ διάβατα, μὲ τρέμουν τὰ βαγένια καὶ τὰ καπηλειά. Ὁ Μπαταριᾶς σὰν ἀρχίσω τοὺς σκοπούς μου, σπάει τὶς κόρδες τοῦ λαβούτου του κι’ ὁ Σουλεϊμάνης ἀπαραιτεῖ τὸ νάϊ του στὴ φωνή μου. Ἐγὼ ἂν σηκώσω μάτι στὰ ψηλὰ τὰ παραθύρια ἀρνιέται κάθε γυναίκα τὸν ἄντρα της· κι’ ἂν σύρω τὸ χέρι στὴ μέση μου, τὸ αἷμα κατουρεῖ κάθε μάνας γέννα. Ἐγὼ ψάρεψα πρῶτος τὸ μελάτι στοὺς βυθοὺς της Μπαρπαριᾶς καὶ ξερίζωσα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι μ’ ἕνα μου τίναγμα. Οἱ Καλυμνιῶτες εἶδαν τὸ βούτημά μου καὶ θάμασαν. Μ’ εἶδε τὸ σκυλόψαρο – μοβόρικο ψάρι! – κ’ ἦρθε μπρὸς στὸ γιαλὶ τῆς περικεφαλαίας μου, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὸ νέο θεριὸ ποῦ συνεμπῆκε στὰ νερά του. Μὲ εἶδαν οἱ ἀραπάδες τῆς Βεγγάζης καὶ μὲ τίμησαν ὣς βασιλέα· μοῦ ἄφησαν ἐλεύθερο τὸ πηγάδι ποῦ θὰ πίνω νερὸ καὶ τὸ κοπάδι ποῦ θὰ τρώγω τὸ κρέας. Ἐμένα μ’ ἔμαθαν ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι, ἀπὸ λεβάντε σὲ πονέντε καὶ ἀπὸ βοριᾶ σὲ ὄστρια· καὶ συντρόφεψαν τὸ νυχτοπερπάτημά μου ὅλα τ’ ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Καληώρας ὁ βλάμης σας, ποῦ μὲ γνωρίζουν τὰ πόρτα τῆς Μαύρης θάλασσας καὶ τῆς Ἄσπρης τὰ λιμάνια πέρα καὶ πέρα, καὶ πῶς ἐσεῖς δὲ μὲ γνωρίζετε;

Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἤθελα νὰ τοὺς εἰπῶ· μὰ δὲ μποροῦσα νὰ βγάλω λέξη ἀπὸ τὸ στόμα μου. Ὥς που μ’ ἅρπαξαν τὰ παλληκάρια καὶ οἱ λυγερὲς καὶ βγῆκαν πέρα στὸ Βληχὸ νὰ παίξουν κλωτσοσκοῦφι. Ἐδῶ μ’ ἔριχναν ἐκεῖ μὲ πετοῦσαν ὁλημερίς. Γελοῦσαν οἱ λυγερὲς δυνατὰ καὶ στὸ γέλιο τους μάντευα τῆς καρδιᾶς τὴ λαχτάρα. Τραγουδοῦσαν τὰ παλληκάρια κ’ ἔλεγαν μὲ τὸ τραγοῦδι καὶ μὲ τὸ παίξιμο τῶν ματιῶν τὸν πόθο καὶ τὸν καϋμό τους. Καὶ γὼ ποῦ ἔβλεπα ἐκεῖνο τὸ γοργοπαίξιμο, ποῦ ἄκουα ἐκεῖνα τ’ ἀσημένια γέλια, σὲ Κόλαση ἤμουν ἀπὸ τὴ ζήλεια, γιατὶ δὲν ἤμουν σὲ κείνη τὴν Παράδεισο!

Τὸ βάσανό μου βάσταξε, λέει, ὣς τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ τότε ὅλοι μαζὶ ἔφεραν τὸ κεφάλι μου καὶ τὸ ἔθαψαν πίσω ἀπὸ τῆς Παπαντῆς τὸ Ἅγιο Βῆμα· καὶ θάφτοντας τραγουδοῦσαν καὶ μοῦ ἔλεγαν:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Μέσα στὸ καταφώνιασμα ἀκούω μιὰ φωνὴ νὰ μοῦ φέρνῃ τὸ ἀέρι:

— Ἔ, ἀπὸ τὸ μπάρκο!… ἔ!…

Τόσο ἤμουν ἀπελπισμένος, ποῦ δὲν ἤθελα νὰ πιστέψω τὰ ἴδια μου τ’ ἀφτιά. Καὶ ὅταν πάλι δυνατώτερη καὶ πιὸ κοντὰ ξαναδευτέρωσε, εἶπα πῶς ἦταν κάποιος ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου ποῦ ἀγγελοκρουόταν. Μά, δόξα νάχῃ ὁ Θεός, δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου· ἦταν ἀπὸ τὴ γολέτα ποῦ μὰς ἔσωσε.

Ὅλοι σωθήκαμε· ἕνας ἀπόμεινε, ὁ σκύλος μας. Κανένα δὲν ἄφινε νὰ τὸν ζυγώσῃ. Τοῦ καπετάνιου ποῦ τόλμησε νὰ τὸν πιάσῃ, τοῦ ἔκαμε κουρέλια τὸ μουσαμᾶ. Καὶ τὰ χαράματα, ποῦ βολτατζάροντας νὰ βροῦμε τὸν καιρὸ παιράσαμε πάλι ἀποκεῖ, εἶδα τὸ μπάρκο νὰ κατεβαίνῃ στὰ νερὰ ἥσυχο, σὰν καλόγνωμη ψυχὴ ποῦ ἔκαμε στὸν κόσμο τὴν ἀποστολή της· καὶ ἄκουσα γιὰ ὕστερη φορὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκύλου, νὰ γαργαρίζῃ καὶ νὰ σβύνῃ μέσα στὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τοῦ ἀνέμου τὸ βόγγο, σὰν νὰ μᾶς ἔλεγε καὶ κεῖνος μὲ παράπονο:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Δὲν ξέρω πόσον καιρὸ κοιμήθηκα μέσα στὴ γολέτα. Μόλις πατήσαμε κεῖ, μᾶς ἔγδυσαν οἱ ναῦτες ἀπὸ τὰ ροῦχα, ποῦ ἔβγαιναν μαζὶ μὲ τὸ πετσί, μᾶς πότισαν τσάϊ μὲ τὸ ροῦμι καὶ μᾶς ξάπλωσαν στὰ ζεστὰ κρεβατοστρώσια. Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια εἴμαστε μπρὸς στὰ Μπουγάζια. Ὁ οὐρανὸς χἀρυσογάλανος καὶ ἡ θάλασσα στρωτὸ κρυστάλλι. Οἱ μύριες της γλῶσσες φιλοῦσαν ἁπαλὰ τὶς στεριές. Ἀνατολὴ καὶ Ρούμελη, κάτασπρες ἀπὸ τὸ χιόνι ἀστραποβολοῦσαν στὸ λιοπύρι καὶ καθρεφτίζονταν στὰ νερά. Ψαρόβαρκες μὲ τ’ ἄσπρα καὶ τὰ κόκκινα πανάκια τους, ἀρμένιζαν στὶς χαρούμενες ἀκρογιαλιές, σὰν θαλασοπούλια ποῦ σκύφτουν νὰ παιγνιδίσουν μὲ τὸ κῦμα. Καράβια κάθε λογὶς κατέβαιναν βαρυφορτωμένα· ἀνέβαιναν ἄλλα ἀδειανὰ ἀπὸ τὰ Μπουγάζια. Ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας πετοῦσαν σύγνεφα πουλιά.

Γύρω στὰ κάστρα ἀνέμιζαν οἱ κόκκινες σημαῖες, καὶ ἄστραφτε τῶν κανονιῶν τὸ ἀτσάλι, ἠχολογοῦσαν οἱ σάλπιγγες καὶ κοκκίνιζαν δασοφυτρωμένες παπαροῦνες τὰ φέσια. Ὅλα φαίνονταν πασίχαρα καὶ γελαστά. Ἔπεσα στὰ γόνατα καὶ μὲ πῆραν τὰ δάκρυα. Ἄχ ναὶ τ’ ἀδέρφι· δὲ φαίνεται τόσο ὄμορφος ὁ κόσμος στὸν ἄνθρωπο παρὰ ὅταν κινδυνέψῃ νὰ τὸν χάσῃ!

Ἡ γολέτα ἦταν Γαλαξειδιώτικη τοῦ καπετὰν Καρέλη. Ἐρχόταν ἀπὸ τὸν Σουλινᾶ φορτωμένη σιτάρι γιὰ τὴν Πάτρα. Ἦταν ὅμως χολέρα στὸν Ποταμὸ καὶ θὰ πήγαινε πρῶτα νὰ κάμῃ καραντίνα στὶς Δῆλες. Ὁ καπετὰν Καρέλης μᾶς ρώτησε, ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ βγῇ στὴν Πόλη· μὰ ὅλοι μονόγνωμοι ζητήσαμε νὰ μᾶς πάρῃ στὴν Ἑλλάδα. Δὲν ξέρω γιατί, ὅταν κανεὶς κινδυνέψῃ, πιθυμάει τόσο τὴν πατρίδα καὶ τοὺς συγγενεῖς του. Πολλὲς φορὲς μοῦ ἔτυχε νὰ κινδυνέψω στὴ θάλασσα. Μία φορὰ πῆγα νὰ ψωφήσω ἀπὸ πλευρίτη στὸ Γερμανικὸ νοσοκομεῖο τῆς Πόλης. Ἄλλη μία φορὰ στὴν καραντίνα τῆς Σινώπης ἔκαμα δύο μῆνες ἀπὸ χολέρα. Στὸ Ταϊγάνι ἕνα χειμῶνα ἔπεσα ἀπὸ τὸ κατάρτι κατακέφαλα κ’ ἔκαμα ἐφτὰ μῆνες στὸ στρῶμα. Μὰ πάντα μόλις ἔπαιρνα τὴν καλήτερη, μονοφύσημα τραβοῦσα γιὰ τὴν πατρίδα. Καί, στὴ θάλασσα ποῦ ἀρμενίζω, γλυκώτερες ὧρες ἀπὸ κεῖνες δὲ γνώρισε ἀκόμα ἡ ψυχή μου. Μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια ἔτρεχα κι’ ἀγκάλιαζα ὄχι μονάχα τοὺς συγγενεῖς μὰ καὶ κάθε συντοπίτη μου. Ὅλοι φαίνονταν ἄγγελοι στὰ μάτια μου. Καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη πίστευα πῶς μὲ χαιρετοῦσαν καὶ μοῦ ἔλεγαν: Καλῶς ὥρισες! Καλῶς ὥρισες!

Οἱ ἄλλοι βέβαια εἶχαν περισσότερο δίκηο νὰ ζητήσουν τὴν πατρίδα. Καθένας εἶχε τοὺς γονέους, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους του. Ἐγὼ τίποτε δὲν περίμενα. Ἀπὸ μικρὸς ὀρφάνεψα κι’ ἀπὸ μικρὸς ξενητεύθηκα μὲ τὰ καράβια. Πεντέξη μῆνες πρίν, μὲ κατάφεραν κι’ ἀρρεβωνιάστηκα μὲ μία φτωχούλα. Δὲν τὴ συλλογιζόμουν ὅμως παρὰ σὰν ἔβλεπα τὸν ἀρρεβῶνα στὸ δάχτυλό μου. Μὰ τόρα, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποῦ βρέθηκα στὴ γολέτα, ἐκείνη πρώτη ἔλαμψε μπρός μου, μὲ τὴ φτωχή της φορεσιά, δακρυσμένη νὰ δέρνεται ἀπάνω στὸ εὔκαιρο μνῆμά μου. Δὲν ξέρω γιατί ἀνάτειλε στὸ νοῦ μου ἄξαφνα, πῶς ἡ τύχη ἐκεινῆς ἦταν νὰ σωθῶ· πῶς ὁ Θεὸς θέλησε νὰ μὴ μαραθοῦν παράωρα τὰ νιάτα της, νὰ μὴ μαυρίσῃ ἡ καρδούλα της, πρὶν ἀνοίξῃ σὰν τριαντάφυλλο στοῦ γάμου τὴ δροσιά· νὰ μὴ γίνῃ χήρα πρὶν νύφη γίνῃ ἡ ἀρφανούλα! Καὶ ἡ ἀγάπη σὲ μιὰ ὥρα φύτρωσε μέσα μου καὶ ρίζιασε σὰν τὸν κισσό, ποῦ πιάνει κάθε κούφωμα καὶ κάθε χαραμάδα, καὶ πρασινίζει καὶ ἀνθοστολίζει τοὺς τοίχους τοῦ ἐρμόσπιτου! Τὴν εἶχα μπρός μου καὶ ὀμορφιὲς τῆς ἔβρισκα· γελοῦσε κ’ οἱ ἄγριοι κάμποι ἄνθιζαν καὶ πεντοβολοῦσαν. Δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα νὰ φτάσω στὴν Ἑλλάδα. Ἔστειλα γράμμα τὴς θειᾶς της ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ τῆς ἔλεγα νὰ τοιμασθοῦν γιὰ τὸ γάμο καὶ πλακώνω. Τὸ σπιτάκι μου, ποῦ σφάλισε ἀφότου πέθαναν τὰ γονικά μου καὶ σκούριασαν οἱ κλειδωνιές, χορτάρισαν οἱ πόρτες κ’ ἔπνιξε ἡ ἀγριαγκαθιὰ καὶ τὸ μαμοῦδι τὴν αὐλή του, θὰ τὸ στολίσῃ, ἔλεγα, ἐκείνη σὰ νεράϊδα· θὰ φυτέψη μηλιὰ στὴν πόρτα καὶ κλῆμα στὴν αὐλή· θὰ κρεμάσῃ μοσχομύριστ’ ἀφροκύδωνα πάνω ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ ρόϊδα πολύκλωνα ψηλὰ στὸ πατερό!

Οἱ σύντροφοί μου ἄρχισαν νὰ διηγῶνται τὸν κίνδυνό μας μὲ περιφρόνηση καὶ νὰ παιζογελᾷ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ τὸ φόβο του. Ἔπλαθε καθένας ὅ τι τοῦ κατέβαινε καὶ παρουσίαζε τὸν ἑαυτὸ του γιὰ ἥρωα. Σὲ μένα μάλιστα ποῦ ἤμουν σὰν ἀφαιρεμένος, ρίχτηκαν ὅλοι καὶ μὲ πείραζαν στὰ γερά. Ὁ καπετὰν Μπισμάνης, δὲν ἦταν ὥρα νὰ φανῶ μπρός του καὶ νὰ μὴ μοῦ φωνάξῃ γελῶντας:

— Ἔ, Καληώρα· δὲν πᾶς λίγο νὰ δουλέψῃς τὴν τρόμπα;

Τέλος κατεβήκαμε στὶς Δῆλες. Ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάμῃ λιμάνι! Ὅσο τὸν ἔχει στὸ σορόκο καλά· ἅμα ὅμως τὸν πάρῃ τρεμουντάνα καὶ κατεβάσῃ ὁ Τσικνιᾶς οὐδὲ βάρκα δὲ μένει μέσα. Γυρεύομε τόπο ν’ ἀράξουμε· ποῦ ν’ ἀράξουμε; Ἔβδομῆντα κομμάτια καράβια, μικρὰ-μεγάλα ἦταν ἐκεῖ· χωριστὰ πεντέξη βαπόρια. Ἀπὸ τὰ κατάρτια καὶ τὰ σχοινιὰ πίστεψα πῶς ἔμπαινα σὲ πυκνοντυμένο δάσος χειμῶνα καιρό. Ὡς τόσο ἦρθε ὁ πιλότος καὶ μᾶς ἄραξε κατὰ τὰ Κοκκινάδια. Δὲν ἀράξαμε ἀκόμη καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Μπισμάνη κατακόκκινο, ξεσκούφωτο, ἀναμαλλιασμένο νὰ τρέχῃ στὴν πλώρη, νὰ καβαλλάῃ τὸ μπαστοῦνι, ν’ ἁρπάζῃ τὸν ἔξω φλόκο καὶ χτυπῶντας τὸ στῆθός του νὰ βρίζῃ καὶ νὰ καταριέται καὶ νὰ θεορίχνῃ. Κοιτάζω καλά· τὸ καταραμένο μπάρκο ἔστεκε δίπλα μας!

— Παλιοτσόπανε!… παπλωματᾶ! καραβανᾶ!… ἀλυχτοῦσε ὁ καπετάνιος μας. Δὲ φοβήθηκες, μωρέ, τὸ Θεό! τὴ θάλασσα δὲ φοβήθηκες! Μὰ ἔχω τὶς ἐλπίδες μου!… Θάλασσα, μωρέ, ἂν εἶνε θὰν τὸ δείξῃ, ἀργά-γλήγορα!…

Εἶδα κ’ ἔπαθα νὰ τὸν ἡσυχάσω. Τέλος πῆρε νὰ νυχτώνῃ καὶ κακὰ σημάδια ἔδειχνε ὁ καιρός. Ὁ ἥλιος βασίλεψε μαραμένος πίσω ἀπὸ τὴ Σίφνο. Τὰ οὐρανοθέμελα σκούραναν κ’ οἱ χαμηλὲς στεριὲς ἄσπρισαν γύρω σὰν κιμωλία. Τῆς Τήνου τὸ βουνὸ ἔβαλε τὴ σκούφια του καὶ ὁ Τσικνιᾶς σκοτείνιασε. Ἀσυνήθιστη κίνηση ἄρχισε στὶς Δήλες, σὰν σὲ μερμηγκοφωλιὰ τὰ πρωτοβρόχια. Στὸ πόδι, μαρινάροι! Ἄλλοι στὰ σχοινιά, ἄλλοι στὶς ἄγκυρες, ἄλλοι στὶς βάρκες, ἄλλοι στὰ κατάρτια! Χέρια, πόδια, νύχια, δόντια σὲ κίνηση. Ἕνα καράβι ἐδῶ μάζωνε τὴν ἄγκυρα· παρέκει ἄλλο ἔριχνε καὶ τὴ σπεράντσα· ἄλλο κατέβαζε τὶς σταύρωσες· ἐδῶ ἔπαιρναν πρυμόσχοινα, ἐκεῖ τὰ βαπόρια κάπνιζαν. Πλάκωνε νομίζεις, ἐπίβουλος ἐχθρὸς καὶ καθένας τοιμαζόταν νὰ τὸν ἀντικρύσῃ μὲ ὅλα του τὰ σύνεργα.

Καὶ ἀλήθεια σὲ λίγο πλάκωσε ὁ ἐχθρός. Μαῦρος, θεοσκότεινος, πέταξε ἀπὸ τὸν Τσικνιᾶ ὁ χιονιᾶς μὲ ἄγριες φωνὲς καὶ φτεροκοπήματα κ’ ἔκαμε τὸ λιμάνι μαλλιὰ-κουβάρια. Ἐκεῖ ν’ ἀκούσῃς τὴ σαλαλοὴ καὶ τὸ θρῆνο. Σίδερα βροντοῦσαν, ξύλα τρίζανε, φωνὲς ἀντηχοῦσαν κι’ ἀλυχτήματα. Ἔκανες ἐδῶ· τοῖχος γκρεμιζόταν. Ἄκουες ἐκεῖ· λεῦκες ἔγερναν ξεριζωμένες. Ἐδῶ τριζοβολοῦσαν ὀξυὲς θεόρατες, ἐκεῖ βροντοῦσαν χιλιόχρονες βελανιδιές· δεξιὰ χούγιαζαν πεῦκα φουντωτά, ἀριστερὰ στέναζαν λυγερὰ κυπαρίσσα! Σ’ ἕνα Μυκωνιάτικο καράβι φορτωμένο ξυλεία πετοῦσαν τὰ σανίδια σὰν πούπουλα καὶ σκέπασαν τὴ θάλασσα ὥς πέρα στὸ νησί! Ἕνα τσερνίκι Σμυρνέϊκο κάρβουνα φορτωμένο, τὸ ἄδειασε τέλεια. Μία σφουγγαράδικη μηχανὴ τὴν ἔγδυσε, σὰν νὰ τὴν πάτησαν κουρσάροι. Τὰ βαπόρια πῆραν τὶς ἄγκυρές τους καὶ ἀγριοσφυρίζοντας ρίχτηταν στραβὰ πάνω στὰ πλεούμενα. Ἐμεῖς εἴσμαστε στὴν ἄκρη κ’ εὔκολα, ἀμολῶντας τὴν ἄγκυρα βγήκαμε πέρα, κάτω ἀπὸ τὶς Μικρὲς Δῆλες.

Ὅλη τὴ νύχτα βάσταξε ὁ θρῆνος. Καὶ ὅταν ἔφεξε ἡ ἡμέρα, εἶδα τὸ κακὸ ποῦ ἔγινε. Ἄλλα καράβια ἦταν μισοσπασμένα, ἀλλὰ γδυμνὰ ἀπὸ ξάρτια· ἕνα ἐδῶ εἶχε τὴ μισὴ πρύμη φαγωμένη· ἄλλο ἦταν δίχως μπαστοῦνι καὶ φλόκους. Τὸ Βασιλικὸ ἔγερνε καὶ κρατοῦσε καρφωμένο στὴν ἄγκυρά του ἕνα Σαμιώτικο τρεχαντήρι. Δὲν ξέρω πῶς πῆγα στὴν πρύμη καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Μπισμάνη γονατιστὸν πίσω στὸ τιμόνι, νά κλαίῃ καὶ νὰ μύρεται σὰ γυναίκα.

— Τ’ ἔχεις, καπετάνιε, τ’ ἔπαθες; τὸν ρωτάω.

— Ἄχ, μωρὲ παιδί! λέει στενάζοντας· μ’ ὀργίστηκε ὁ Θεός!… Ὁ κακομοίρης χάθηκε, φτωχὸς ἄνθρωπος!…

Γυρίζω κατὰ τὰ Κοκκινάδια· ὁ «Σωτήρας» μαδέρια βρισκότανε στὶς πέτρες καὶ κοντὰ οἱ ναῦτες του βρεμένοι ὥς τὸ κόκκαλο, τουρτούριζαν γύρω στὴ φωτιά. Κι’ ἀκόμη κοντὰ ὁ καπετάνιος του, ἀναμαλλιασμένος καὶ ἀγριομάτης, κοίταζε τὰ ναυάγια σὰν νὰ κοίταζε τῶν παιδιῶν του τὰ σκέλεθρα. Μωρὲ μονοβδόμαδα ἔκαμ-ἔλαβε! Τὸ τίναξε ἀπάνω του σὰν ἀστραπόβολο! Ἀλήθεια λυπήθηκα καὶ γὼ τὸ μπάρκο. Μὰ ἡ θάλασσα ἔκαμε τὴν κρίση της!…»

Ὁ Μπάρμπα-Καληώρας σώπησε τέλος. Ἀλλὰ τὸ τσοῦρμα ἔμεινε ἄφωνο γιὰ πολλὴ ὥρα. Δὲ συλλογιζόταν κανεὶς τὸν κίνδυνο τοῦ Σπετσιώτικου μπάρκου, οὔτε τὸ φριχτὸ δρᾶμα τῆς Μαύρης θάλασσας, οὔτε τὶς παλληκαριὲς κ’ αἰσθηματολογίες τοῦ γεροναυτικοῦ. Ποιὸς λίγο ποιὸς πολὺ τὰ ἔχουν ὅλοι περάσει, ὅλοι τὰ ἔχουν αἰσθανθῆ. Ἐκεῖνο ποῦ τοὺς ἔκαμε ἐντύπωση ἦταν τὸ πάθημα τοῦ «Σωτήρα». Καθένας φανταζότανε τὴ θεϊκὴ ὀργή, μαῦρο πουλὶ ν’ ἀκολουθῇ ἀπὸ ψηλὰ τὸ καράβι καὶ τέλος νὰ τοῦ ρίχνεται καὶ νὰ τὸ πετσοκόβῃ μὲ ἀσπλαχνιά. Τρόμος τοὺς εἶχε κυριέψει. Καὶ ὅταν ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς βάρδιας, σηκώθηκε καθένας καὶ πῆγε νὰ πιάσῃ τὴ δουλειά του, δίχως χωρατὰ καὶ πειράγματα. Μόνον ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, πάντα ἴδιος, ἠθέλησε πάλι νὰ κεντήσῃ τὸ γέροντα:

— Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ἐναυάγησες;

Ὁ ὑποναύκληρος τόρα σηκώθηκε πάλι ἀλύγιστος, τὰ μάτια του σπιθοβόλησαν θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη γύρισε καὶ εἶπε:

— Μωρὲ ἄϊντε πόρρρ!… Ἐσεῖς νὰ πάτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμμήηη!… τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!…


TO BINTEO-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=tAdpK594Z2I


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Νάρκισσος, του Κωνσταντίνου Αθ. Οκονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

  Ο Νάρκισσος του Κωνσταντίνου Αθ. Οκονόμου, δασκάλου, συγγραφέα      Ο Νάρκισσος, πίνακας του Μικελάντζελο Καραβάτσιο Ένα από τα πι...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....