- Συγγραφέας: Γρηγόριος Ξενόπουλος.
- Θεματολογία: Κοινωνικό/Ηθογραφικό διήγημα, μέρος της συλλογής "Κελαηδισμοί".
- Έκδοση: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βλάσση.
Ένα σαββατόβραδο του χειμώνα με πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στα χειμαδιά, γιατί είχε αρχίσει ο γέννος κι ήταν ανάγκη να δώση ό, τι οδηγίες χρειάζονταν στον αρχιπιστικό, καινούργιον ακόμα, ως ρογιασμένον εκείνον τον Άι-Δημήτρη και δεν ήξερε την ιδιαίτερη τάξη του κοπαδιού μας.
Εγώ ήμουν δεν ήμουν οχτώ χρονών τότε, αλλά ήξερα όχι λίγα πράματα τότε για την ηλικία μου ως προς και τα γίδια και τα πρόβατα. Ήξερα, παραδείγματος χάριν, τα ονόματα όλων των γιδιών και των προβατιών... Ήξερα δηλαδή ποιό πρόβατο λεγόταν λάγιο και ποιό μπέλο ποιό καλέσιο, ποιό κότσινο, ποιό μπάλιο και ποιό γίδι λέγοται νιάγκρο, ποιό φλώρα, ποιό κανούτο, ποιό μπούτσικο, ποιό μπράζο, ποιό καπνομπάρτζο, ποιό μετσένιο, ποιό σιούτο, ποιό σκουλαρικάτο, ποιό γκιώσο και τα λοιπά' ήξερα ακόμα από τα κέρατα των κριαριών και των γιδιών από πόσα αρνιά ή πόσα κατσίκια ήταν, καθώς και ποια πρόβατα είναι βδελλιασμένα και τα λοιπά' και τα ήξερα όλα αυτά, όχι βέβαια από καμιά μου εξαιρετική ευφυΐα, αλλά από μεγάλη εξοικείωση και συνήθεια, γιατί, αφόντας είχα γεννηθή, ανακατωνόμουν πάντα με καμμιά εικοσαριά γίδια και άλλα τόσα πρόβατα, που είχαμε χειμώνα καλόκαιρο στο σπίτι, κι είχα τα ευνοούμενα μου κατσίκια και τα ευνοούμενα μου αρνιά κι έπαιζα μ' αυτά και κοιμόμουν το βράδυ ποτέ μ' ένα κατσίκι και ποτέ μ' ένα αρνί στην αγκαλιά. πού μου τα 'παιρναν ύστερα, άμα κλειούσα τα μάτια μου.
Ο πατέρας μου καμάρωνε μ' αυτή μου την αγάπη προς τα γιδοπρόβατα και μου' λεγε ότι θα μου αγόραζε χίλια γίδια και χίλια πρόβατα, όταν θα γενόμουν μεγάλος και θα τέλειωνα τα γράμματα. Άλλες φορές πάλι έλεγε:
____Τι κρίμα! να μην έχω άλλο ένα παιδί, για το σπίτι, κι αυτό να το κάνω τσέλιγκα! Θα γιόμιζαν τα βουνά κι οι κάμποι από τα γιδοπρόβατα μου!...
Εκείνη την ημέρα, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όπως είπα, με πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στο χειμάδι. Ήταν απάνω κάτω η ώρα, που μαζεύονταν τα γίδια, από τη μια μεριά από τον πουρναρόλογγο, και τα πρόβατα από την άλλη, από το λιβάδι. Ηύραμε εκείνη τη στιγμή έναν από τους τρεις πιστικούς μας, που έρχονταν με δυο αρνιά στα χέρια και με τις προβατίνες, τις μανάδες τους από πίσω βελάζοντας' 'μπααααα! μπααααα... ' '.
Ύστερα από λίγο ήρθε ο αχιπιστικός κι άρχισε να μιλάη με τον πατέρα μου για τις ανάγκες των μαντριών και των γιδιών και των προβάτων' πούθε να κόψουν παλιούρια και πουρναρόκλαδα, τι διόρθωμα ήθελαν τα μαντριά, πόσες βέργες και πόσο σαλιμά χρειαζόταν, ότι ήταν ανάγκη να γένη κι ένας τσάρκος ακόμα για τα κατσίκια, γιατί δε θα τα χωρούσε ο ένας, που είχαμε, και κάτι αλλά, που δεν έδινα εγώ καμμιά προσοχή και δεν έδειχνα κανένα ενδιαφέρον πως θα γενόνταν, αλλά πάνω στις ομιλίες άκουσα τον αρχιπιστικό να λέγη:
___Έχομε ανάγκη, αφεντικό, κι ένα συρτάρι για τα γίδια...
____Κι ο Γκιώσος? τον ρώτησε ο πατέρας μου.
___Γέρασε ο καημένος!... απολογήθηκε ο αρχιπιστικός και δεν έχει δύναμη να τρέχη μπροστά. Τον παίρνουν σβάρνα τώρα άλλα τραγιά μικρότερά του.
____Μπρε, τον καημένο τον Γιώσο! φώναξε ο πατέρας μου με περισσή λύπη.
Γιώσος λεγόταν το πρώτο γίδι του κοπαδιού μας. Χρωστούσε τ' όνομά του στο χρωματισμό του σ' άλλο τίποτε, κι ήταν πρώτο. γιατί ήταν το μεγαλύτερο στ΄ανάστημα, γι αυτό φορούσε τον μεγαλύτερο κύπρο του κοπαδιού, κύπρον με δυο παράκυπρους μέσα του κι ένα χοντρό γλωσσίδι στον κεντρικό κύπρο.
Θέλετε να μάθετε τι λογής είναι τα γκιωσόγιδα? Γκιώσα λέγονται γενικώς όλα τα γίδια, που έχουν μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά κι άσπρη κοιλιά και κάτι άσπρες αράδες στο πρόσωπο τους, από πάνω προς τα κάτω.
___Άρχισε και να κατιχαίνη ο καημένος! ξαναείπε ο αρχιπιστικός, γιατί του σωθήκαν τα δόντια και δε μπορεί να τρώη κλαρί τώρα το χειμώνα και τον βαραίνει πολύ ο κύπρος.
___ Ε! τότε, είπε ο πατέρας μου, σωθήκαν τα ψωμιά του! κρίμα στο τραγί! αλλά πόσο θα βαστούσε το καημένο! είναι δέκα χρονών τραγί! και πολύ που βάσταξε!
__Σωστά! πρόστεσε κι ο αρχιπιστικάς, τα γεράματα δεν παίζουν!...
____Λοιπόν! εξακολούθησε ο πατέρας μου, βγάλ' του τον κύπρο και βάλτον στον Φλώρο. Πώς σου φαίνεται ο Φλώρος? κορμερός είναι...
___Εγώ νομίζω, αφεντικό, απάντησε ο αρχιπιστικός, ότι θα 'ναι καλύτερος ο Μπάρτζος' είναι ο πιο πεταχτός.
__Ας είναι κι ο Μπάρτζος, είπε πάλι ο πατέρας μου συνβιβαστικά' βγάλε λοιπόν τον κύπρο από τον Γιώσο και βάλ' τον στον Μπάρτζο και του Μπάρτζου τον βάνεις σε κανένα άλλο τραγί άκυπρο...
Ο μεγάλος ο κύπρος είναι ένα είδος στέμμα του αρχηγού του κοπαδιού, ένα σύμβολο ηγεμονίας.
__Και στον γκιώσο τι θα βάλουμε? ξαναρώτησε ο αρχιπιστικός.
__Στον Γιώσο? αχ τον καημένο τον απόμαχο! Στείλ' τον αύριο πρωί στο σπίτι, να τον ματώσουμε, που είναι και γιορτή.
Μ άγγιξαν στην καρδιά αυτά τα λόγια του πατέρα μου κι άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα από τα μάτια μου βροχή!
___Γιατί κλαις? με ρώτησε ο πατέρας μου.
___Για τον καημένο τον Γκιώσο που θα τον σφάξης! του είπα κλαίγοντας.
____Κλαις 'που θα τον σφάξουμε? με ρώτησε πάλι. Τι να τον κάνουμε το λοιπόν? Αν δεν τον σφάξουμε, θα ψοφήση, αφού του σωθήκαν τα δόντια και δε μπορεί να φάη κλαρί το χειμώνα! Όποιος γεράζει, παιδί μου, καταντάει άχρηστος κι ο μόνος του προορισμός είναι ο θάνατος. Τα γιδοπρόβατα έχουν αυτό το άκλο, που τα σφάζουμε και δεν παν χαμένα' τα τρώμε εμείς και δεν τα τρων τα όρνια.
Σ' αυτό απάνω άρχισαν νά' ρχωνται και τα γίδια σα μακριά ζωντανή αλυσίδα... Ο καημένος ο Γιώσος βρίσκονταν στη μέση της αλυσίδας, αντί να βρίσκεται στην κορυφή, και δεν μπορούσε να σύρη τον κύπρο στο λαιμό του' αλλά ήταν κι ένας θεόκυπρος! τι κύπρος? τριπλόκυπρος. Δυο τρεις οκάδες βαρύς.
Όταν άρχισαν να μπαίνουν στο χειμάδι τα γίδια, άρπαξε ο αρχιπιστικός τον Γκιώσο κι άρχισε να του ζουπάη το κουλούρι, για να το ξεθηλυκώση και να του βγάλη τον κύπρο, ενώ τ' άλλα γίδια στέκονταν και κοίταζαν την καθαίρεση του αρχηγού τους από την αρχηγία του κοπαδιού κι άλλα περνούσαν μ αδιαφορία.
____Μην το ξεκυπρώνης το τραγί! του φώναξα του αρχιπιστικού άγρια και διαταχτικά, κι αυτός σεβόμενος με έπαψε να ζουπάη το κουλούρι και με ρώτησε με κάποια απορία΄΄
____Γιατί;
____Γιατί και ξεγιατί δεν ξέρω! του είπα. Να κάνης έτσ' που σου λέω!
Κι ο πατέρας, συγκινημένος κι αυτός από τη δική μου τη συγκίνηση, του είπε κι αυτός΄΄
__Καλό σου λέει το παιδί. Μην το ξεκυπρώνης το τραγί. Δεν πρέπει να το ντροπιάσωμε στα μάτια του κοπαδιού, που τό 'σερνε περήφανα τόσα χρόνια από πίσω του!
Ο γιδάρης ο πιστικός, που τον είχαμε κάμποσα χρόνια με τα γίδια μας, ακούοντας τα λόγια του πάτερα μου, έμπηξε τα κλάματα σα μωρό παιδί και ρίχτηκε απάνω στον αρχιπιστικό με την κλίτσα, λέγοντάς του με θυμό και πόνο΄΄΄
___Αφ' σ' το τραΐ και μην το ντροπιάζης έτσ' αντίχριστε, γιατί θα σε τσακίσω!
Βλέποντας κι ο Κοράκης, το γιδόσκυλο μας, τον γιδάρη να ρίχνεται απάνω στον αρχιπιστικό, του ρίχτηκε κι αυτός και τον άρπαξε από την κάπα!
___'Οξω, Κοράκη, όξω... Φώναξε ο πατέρας μου και μπήκε στη μέση να υπερασπιστή τον αρχιπιστικό κι από το γιδάρη κι από το σκυλί. Είδαν όλη εκείνη τη σκηνή τα γίδια κι έδειχναν σα να καταλάβαιναν και να αισθάνονταν τη θέση του αρχηγού τους.
Δεν είπε τίποτε του γιδάρη ο αρχιπιστικός, καταλαβαίνοντας την εσωτερική του ώθηση, που τον είχε σπρώξει εναντίον του, κι όχι έχτρα ή μίσος. Τότε ο πατέρας μου είπι του γιδάρη, για να τον ικανοποιήση΄΄
___Να φέρ' ς αύριο το πρωί τον Γκιώσο στο σπίτι με τον κύπρο του, τιμημένον... ακούς? Να φέρης κι ένα στειροπούλι για σφάξιμο... όποιο διαλέξει ο τσέλιγκάς σου...
Εκείνη τη στιγμή έρχονταν και τα πρόβατα στο μαντρί...
Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος κι ο κατάλαμπρος αποσπερίτης άρχισε να λάμπη στον ουρανό, σα χρυσόφωτη καντήλα.
___Πάμε! μου είπε ο πατέρας μου, λέγοντας στους πιστικούς΄΄
___Καληνύχτα, παιδιά, κι όμορφα τα κοπάδια..
Και γυρίσαμε στο σπίτι.
Όλη νύχτα ονειρευόμουν τον καημένο τον Γκιώσο πώς ήθελε να τον ξεκυπρώση ο αρχιπιστικός, πώς του ρίχτηκε ο γιδάρης με την κλίτσα και πώς κόντεψε να τον ξεσκίση ο Κοράκης. Όλος ο ύπνος μου ήταν μιαν αδιάκοπη ονειροφαντασιά, που δεν κυριαρχούσε άλλος κανείς, παρά ο καθαιρεμένος τράγος από το μέγα αξίωμά του.
Το πρωί, προτού ετοιμαστούμε ακόμα για την εκκλησιά, ακούστηκε ο μεγάλος κύπρος του Γκιώσου, που ερχόταν αργά αργά, ακούοντας τον κύπρο ο πατέρας μου βγήκε στην κρεβάτα, για να ιδή τον πιστικό που έρχοταν με τον Γκιώσο και με το στειροπούλι και του είπε:
__Σφάξ΄τα και τα δυο γρήγορα και κατεβαίνω να τα γδάρω.
Η μάνα μου ακοίοντας το σφάξ τα και τα δυο... πετάχτηκε κι αυτή στην κρεβάτα κι είπε του πατέρα μου με θυμό, όπως συνήθιζε όταν έκανε εκείνος κάτι παράνομο στο σπίτι:
___ Τί ειν' αυτό, που διέταξες πάλε? Ένα σφαχτό μας φτάνει αρραβωνισιά θα κάνουμε σήμερα και διέταξες να σφαχτούν δυο τραγιά?
___ Αι στη δουλειά σου! της είπε ο πατερας μου΄΄ξέρω εγώ τι κάνω! για μεθυσμένον με πήρες πρω'ι πρωί; Το ενα ειναι για μας και τ' άλλο ειναι για το χωριο...Τον Γκιωσο,που γερασε,και του σώθηκαν τα δόντια και δε μπορεί πια το χειμωνα να φαη κλαρι και θα ψοφήση απο την πεινα, θα τον κανουμε πεντε΄΄εξι κομματια και θα τον μοιρσουμε στα φτωχοσπιτα, για να αρτυθουν κι αυτα, χρονιάρα μερα σήμερα. Νομιζεις οτι ειναι ολος ο κοσμος σαν εμας, που σφαζουμε καθε βδομαδα?
Ακούοντας η μανα μου οτι η θυσια του Γκιώσου ειχε φιλανθρωπικο σκοπο,αφοπλιστηκε και γυρισε πισω,αλλα μολις ακουσα εγω την υποχώρηση της μανας μου, πεταχτηκα στην αυλή και άρπαξα τον Γκιωσο απο το λαιμο.
__Δεν αφήνω, είπα, κανεναν να μου σφαξη τον Γκιωσο!
Εκεινη τη στιγμη μου φάνηκε ,οτι αν σφαζοταν ο Γκιωσος, θα σφαζονταν στο προσωπο του ολη η γιδοκοπη μας. Δεν μπορουσα να φανταστω τα γιδια μας χωρις τον Γκιωσο, τον περηφανο μας τον Γκιωσο, το ζηλεμενο μας τον Γκιωσο,που τον ζηλευαν ολοι οι τσελιγκαδες για το μεγαλο του ανάστημα, για τα χοντρα και μακρια του κερατα, που ηταν ως μιση οργια το καθενα και δεν του εβγαινε κανενα αλλο τραγι στο παλεμα. Θυμομουν ποσες φορες ,οταν πηγαινα στα γιδια,μεσα στο λογγο,για να διασκεδασω, τον καβαλικευα σα να ηταν φορτηγο κι εφερνα γυρα τη λογγα καβαλα και μου φαινονταν, ότι δε θα σφαζόνταν εκεινη τη στιγμη ενας τραγος, αλλά ενας ανθρωπος του σπιτιου μας, ένας συντροφος μου και με κανεναν τροπο δεν εννοούσα να μου τον σφαξουν!
Σ' αυτο απανω ειχε σφαξει το στειροπούλι ο γιδαρης, ενα τετραπαχο τραγάκι, και στεκονταν ετοιμος με το ματωμενο μαχαιρι στο χερι του να σφαξη και τον Γκιωσο, αν και δεν το επιθυμουσε να το κανη.
___Φυγε απ΄΄αυτου,παλιοπαιδο,τραβηξου! μου φωναξε ο πατερας μου ψηλα απο την κρεβατα, αλ' εγω ειχα αγκαλιασμενο το λαιμο του Γκιωσου και φωναζα κλαμενα
__Δεν αφηνω κανενα να σφαξη τον Γιωσο μουουουου!
Αφορμή ηθελε η μανα μου να μη σφαχτή ο Γκιωσος κι αφορμή βρηκε΄΄ξαναβγηκε στην κρεβατα κι είπε του πατέρα μου σοβαρα΄΄
__ Το 'βαλες σημερα ,χρονιαρα μερα,να μου σκανιάσης το παιδι με το σφαξιμο του Γκιωσου;
Κάμφθηκε ο πατερας μου απο τα λογια της μανας μου, ίσως μαλιστα και πριν του μιληση εκεινη να'χε αποφασισει να μη σφαχτη ο Γκιωσος και του'δωκε τη χαρη λεγοντας΄΄
___Αφ'σ τον Γκιωσο ! μην τον σφαζης!...
Κι ετσι σώθηκε απο το λεπιδι ο Γκιωσος κι ολη την ημέρα έπαιζα μαζι του και τον καμάρωνα ,που χρωστουσε τη ζωη του σ'εμενα, κι αιστάνθηκα τετοια χαρα και τετοια ευχαριστηση,ωστε απο τοτε καθε φορα, που μου δινεται αφορμή στο βιο μου να χαρω για καποιο καλο που εχω κανει σ'ανθρωπους αναγκασμενους ,πεταει ο νους στο γλιτωμό του Γκιώσου μου!._
Συνήθως η λέξη συναντάται στο θηλυκό γένος: Γκιώσα ή γκιόσα1. (λαϊκότρ.) κατσίκα με μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά, άσπρη κοιλιά και άσπρες γραμμές στο πρόσωπο. 2. (μτφ., υβρ.) για άσχημη γυναίκα μεγάλης ηλικίας ή για γυναίκα δύστροπη. [προέρχεται από το βλάχ. ghes(ŭ) `μαύρη γίδα με καστανές ρίγες΄ -α]
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK:
Ἤμην πάντοτε τακτικὸς περιπατητής, συχνὰ συνέβαινεν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ περιπάτου νὰ κάμω σταθμὸν εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα ἢ τὰ προάστια τῆς πόλεως. Ἔβλεπα ἐκεῖ διαφόρους θαμῶνας, τοὺς ἰδίους πάντοτε φιλησύχους γέροντας, ἀποστράτους, πολιτικοὺς συνταξιούχους, ἀκόμη καὶ ἱερωμένους, διατελέσαντας ἐφημερίους εἰς μεμακρυσμένας ἑλληνικὰς ἀποικίας. Ὅλοι οὗτοι ἠγάπων τὸν δροσερὸν ἀέρα, τὴν πρασινάδα καὶ τὴν θέαν τὴν ἀνοικτήν, κ᾿ ἐσύχναζον εἰς ἓν ἢ ἄλλο καφενεῖον, παρὰ τὸ Στάδιον, τὴν Δεξαμενήν, τοὺς Ἀμπελοκήπους, πρὸς τὰ Πατήσια, ἢ εἰς τὰ Πευκάκια, ἢ εἰς τὰ κράσπεδα τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἕκαστος ἐξ ὅλων εἶχε τὴν προτιμωμένην ἐξοχήν του καὶ τὸ εὐνοούμενον καφενεῖόν του.
Μόνον εἷς, καὶ οὗτος δὲν ἦτο ἀπόμαχος, οὔτε κληρικός, οὔτε συνταξιοῦχος, ἀλλὰ νέος πλήρης ἀκμῆς καὶ εὐρωστίας, δὲν ἠξεύρω πῶς κατώρθωνε νὰ εἶναι θαμιστὴς συγχρόνως εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ κέντρα. Ὅπου ἐπήγαινα, εἴτε εἰς τὸ Στάδιον, εἴτε εἰς τὴν Δεξαμενήν, εἰς τὴν «Φυλακὴν τοῦ Σωκράτους» ἢ εἰς τὴν Γαργαρέταν, πάντοτε ἀνελλιπῶς τὸν συνήντων εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τ᾿ ἀναχωρητήρια. Θὰ πῆτε, πῶς κ᾿ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶχα αὐτὴν τὴν ubiquitatem* διὰ νὰ τὸν εὑρίσκω οὕτω παντοῦ; Σᾶς ἀποκρίνομαι ὅτι, τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἀραιὰ μόνον ἐπήγαινα εἰς ἓν ἕκαστον τῶν μερῶν αὐτῶν, κ᾿ ἔπειτα ἤμην μόνον ὡς ξένος, περιοδικὸς ἐπισκέπτης καὶ ἄγνωστος εἰς ἕκαστον τούτων. Ἐνῷ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκεῖος εἰς ὅλα.
Ἐκτὸς τούτου, συνέβη νὰ βεβαιωθῶ ἀπὸ φίλους χρηστοὺς καὶ ἀξίους πάσης ἐμπιστοσύνης ὅτι, τὴν ἰδίαν πρωίαν, καὶ ὡς ἔγγιστα τὴν αὐτὴν ὥραν, καθ᾿ ἣν ἐγὼ εἶχα συναντήσει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἄλλος τὸν εἶδε νὰ κάθεται εἰς τὸν «Κῆπον τοῦ Σωκράτους». Πῶς συνέβαινε τοῦτο;
Εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἐξοχικὰ συχναστήρια, ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος, ὁ στρογγυλοπρόσωπος καὶ καλοκαμωμένος, μὲ ὡραῖον καστανὸν μύστακα, δὲν ἐφαίνετο νὰ χάνῃ τὸν καιρόν του εἰς ρεμβασμούς. Δὲν «ἔκανε ρομάντζα», καθὼς λέγουν εἰς τὴν ἐπιχώριον διάλεκτον, ἀλλὰ μᾶλλον ἠσχολεῖτο νὰ πλέκῃ ἀληθῆ ρομάντσα. Δὲν συνήθιζε μακρὰς ὁμιλίας, ἂν καὶ τόσον γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς θαμῶνας, εἰς τὸν καφετζὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του. Ἐνίοτε ἔπιανε κουβέντα ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἀλλὰ συχνὰ ἐκοίταζε τ᾿ ὡρολόγι του, ὡς νὰ ἐπερίμενε κάποιον, ἢ νὰ ἦτο διὰ νὰ ὑπάγῃ πουθενά.
Αἴφνης, ὄπισθεν τῆς ἀπωτέρας γωνίας τοῦ κτιρίου, εἰς τὸν φράκτην τοῦ κηπαρίου σιμά, ἢ ὄπισθεν συστάδος δένδρων καὶ ὑψηλῶν χόρτων, τὸν ἔβλεπέ τις στρέφοντα τὰ νῶτα, σκυφτόν, συνομιλοῦντα ἐκθύμως· ἦτο εἰς συνέντευξιν μετὰ γυναικός. Τὰ διάφορα ἐξοχικὰ ἐρημητήρια ἐχρησίμευον ὡς συνεντευκτήρια δι᾿ αὐτόν.
Ἴσως, θὰ εἴπῃ τις, χάριν ἀσφαλείας, θὰ ἐφρόντιζε ν᾿ ἀλλάζῃ ἑκάστοτε τὸν τόπον τῆς συναντήσεως μὲ τὴν φίλην τῆς καρδίας του, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐπεσκέπτετο ἐκ περιτροπῆς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη. Θὰ ἠδύνατο, τῷ ὄντι, ν᾿ ἀπατηθῇ τις ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα ἢ καὶ τὸν ἀριθμὸν ―ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἦτο μία καὶ μόνη, ἀλλάζουσα μόνον ἐνδύματα, ἢ κόμμωσιν καὶ πέπλον καὶ τὴν ἄλλην γυναικείαν σκευήν― ὅπως γίνεται εἰς τὸ θέατρον. Ὅσον ἀδιάκριτον περιέργειαν καὶ ἂν ἔτρεφέ τις, ἦτο δυσκολώτατον πράγματι νὰ ἴδῃ τὸ πρόσωπον. Ὁ πυκνὸς πέπλος δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τοῦ νὰ καλύπτῃ τὴν ὄψιν. Αἱ συνεντεύξεις ἐγίνοντο ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος ἥλιων καὶ ἀκακιῶν, καὶ δενδρομολόχης, ἐντὸς βαθείας πρασινάδας. Πολλοὶ εἶδαν τὴν μορφὴν καὶ τὸ ἀνάστημα, καὶ ἤκουσαν τὸ φροὺ-φρού, εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ πρόσωπον. Εἰς τὴν «Σπηλιὰν τοῦ Σωκράτους», ἡ συνδιάλεξις, ἐν μέσῳ τῶν δένδρων, ἐγίνετο ὑποκάτωθεν μεγάλης ἀνοικτῆς κοκκίνης ὀμπρέλας, τὴν ὁποίαν ἡ κυρία ἐκράτει διαρκῶς καταβιβασμένην ἐπὶ τῶν νώτων της· τὰ δύο πρόσωπα ἀντίκρυζον τὸ ἀντίθετον μέρος τοῦ δρόμου, ἀνώμαλον ἔδαφος, ἀπάτητον, καὶ πλῆρες ἀκανθῶν.
Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, βέβαιον εἶναι, ἀπὸ τὰς διαφόρους κορμοστασιάς, τὸ παράστημα καὶ τὸ βάδισμα, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς κατωπτεύθησαν, ὅτι πρόσωπον δὲν ἦτο ἕν, ἀλλὰ μᾶλλον ἱκανὸς ἀριθμός, περίπου ὡς μισὴ δουζίνα. Περιπλέον, ἠκούοντο κάποτε, ἀπὸ λεπτοῦ εἰς λεπτόν, γαλλικαί τινες φράσεις, πτερωταί, ἀπεσπασμέναι, φεύγουσαι ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν συνδιαλεγομένων. Τὰ θύματα ἦσαν, κατὰ τὸ πλεῖστον, Γαλλίδες ἢ Ἑλβετίδες παιδαγωγοί. Ἐπρόκειτο ἴσως περὶ ἐρωτομανίας, ἢ μᾶλλον περὶ ξενομανίας κ᾿ ἐπιδειξιμανίας; Ἀγνοῶ. Ὁπωσδήποτε, τὸ κροῦσμα ἐφαίνετο μᾶλλον παθολογικὸν ἢ ἄλλο τι.
Φαντασθῆτε, τώρα, νὰ γνωρίζῃ τις ἓν ὄνομα, καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸν ἄνθρωπον· ἢ νὰ γνωρίζῃ κατ᾿ οὐσίαν ἐπὶ χρόνον μακρὸν πρόσωπά τινα, καὶ ν᾿ ἀγνοῇ πῶς καλοῦνται. Νὰ ἠξεύρῃ ἓν ὄνομα ―λέξιν― νὰ γνωρίζῃ ἓν πρόσωπον ―ὄψιν― καὶ ν᾿ ἀγνοῇ ὅτι τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο.
Εἶχα ἀκούσει κατὰ τύχην τ᾿ ὄνομά του· ἐκαλεῖτο Κασταλίδης. Ἀλλὰ τὸν ἐγνώριζα σχεδὸν πρὶν γεννηθῇ· καὶ τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ὑποπτεύωμαι.
Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παθαίνει κανεὶς ὅταν πολυγηράσῃ.
Ἰδού· μεταξὺ τῶν ἄλλων θαμιστῶν τοῦ Σταδίου, τῆς Δεξαμενῆς, κτλ. πρὸ τριακονταετίας περίπου, ὑπῆρχεν ἓν ἀνδρόγυνον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔτυχε νὰ μάθω ποτὲ τὸ ὄνομα. Ὁ σύζυγος, ἄνθρωπος ἀσχολούμενος περὶ τὰ οἰκόπεδα, νομίζω, ἐκάθητο ἐπὶ ὥρας καπνίζων ἀενάως ναργιλέν· ὕστερον ἐνεφανίζετο ἡ κυρία, μία εὔσωμος, εὔσαρκος γυνή. Ἤρχετο νὰ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὸν σύζυγον καὶ τὴν παρέαν του. Κι αὐτὴ ἠγάπα τὴν ἐξοχήν, κ᾿ ἐπόθει τὸν δροσερὸν ἀέρα.
Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἐσώζοντο ἀκόμη αἱ παραδόσεις καὶ τὰ παλαιὰ ἤθη. Αἱ τοιαῦται φιλικαὶ συντροφίαι, ἐγκάρδιοι, ὄχι σπανίως, κατὰ τὴν ὡραίαν ἐποχὴν τῶν ἀποπασχαλινῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ Μαΐου, ἀπέληγον εἰς εὐωχίας μὲ ψητὰ τῆς σούβλας, καὶ μὲ φιάλας ξανθοῦ ρητινίτου. Τὰ ἐξοχικὰ αὐτὰ μαγαζάκια ἦσαν ἀπεριποίητα, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλίγα ἔπιπλα καὶ στρώματα καὶ σινδόνας· ὡμοίαζαν πολὺ μ᾿ ἐξοχικὰς καλύβας, ἢ μὲ μπαράκες καὶ χάνια. Ἐκεῖ ἐνίοτε οἱ παρέες διενυκτέρευον.
Ἐνόσῳ ἔβλεπα τὸν νέον Κασταλίδην, πάντοτε ἐδίσταζον κατ᾿ ἐμαυτὸν τρέφων μίαν ἀμυδρὰν ἀνάμνησιν. Ἠρώτων μέσα μου: ― Μὲ ποιὸν ὁμοιάζει; Ποῦ ἔβλεπα ἕνα τέτοιο πρόσωπον;
Δὲν ἠπατώμην· ἀλλὰ δὲν ὡμοίαζε μὲ ἕν· μᾶλλον μὲ δύο πρόσωπα. Διὰ τοῦτο, ὅταν τὸν εἶδά ποτε νὰ χειραγωγῇ ἕνα γέροντα μὲ κλονούμενον τὸ βῆμα, κατελθόντα ἀπὸ ἅμαξαν, δὲν ἀνεγνώρισα τίποτε, οὔτε ἔβλεπα θετικὴν ὁμοιότητα εἰς τὰ δύο πρόσωπα. Μόνον ἠρώτων καὶ πάλιν· ― Ποῦ τὸν ἔχω ἰδεῖ ἄλλα χρόνια, αὐτὸν τὸν τώρα γέροντα;… Ὁμοιάζει μ᾿ ἕνα μεσόκοπον τοῦ παλαιοῦ καιροῦ.
Τέλος, εἶδα, μίαν ἡμέραν, νὰ κατέρχεται τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας μία νεκρικὴ πομπή. Ἐστάθην, ἀπεκαλύφθην, κ᾿ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Χωρὶς νὰ κοιτάξω ἐντὸς τοῦ φερέτρου, διότι πάντοτε δειλιῶ εἰς τοῦτο, τὸ βλέμμα μου ἔπεσεν ὄπισθεν ἀκριβῶς τούτου. Τότε ἀνεγνώρισα πρώτους ἀκολουθοῦντας τὸ φέρετρον, βαρέως πενθηφοροῦντας, τὸν νέον Κασταλίδην, καὶ τὸν πρεσβύτην μὲ τὸ κλονούμενον βῆμα, τὸν ὁποῖον εἶδα πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβοηθῇ ἔξω τῆς ἁμάξης.
Τότε ἔστρεψα τὸ βλέμμα εἰς τὴν νεκρικὴν σορόν. Τὸ λείψανον ἦτο γυνὴ ἡλικιωμένη. Εἶδα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν σύζυγον τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ναργιλέ, τὴν ὁποίαν ἔβλεπα εἰς παλαιοὺς χρόνους τόσον συχνὰ συνηθίζουσαν νὰ συνοδεύῃ εἰς τὰ ἐξοχικὰ καφενεῖα τὸν σύζυγόν της.
Τὸ μυστήριον ἐλύθη. Τὸ ἀνδρόγυνον ἐκαλοῦντο Κασταλίδαι, καὶ ἦτο ὁ υἱός των αὐτός, ὁ νέος μὲ τὰς συνεντεύξεις ―ὅστις ἴσως, τίς οἶδε; δυνατὸν νὰ εἶχε συλληφθῆ ἐν γαστρὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, κατόπιν ἐξοχικῆς εὐωχίας, εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ ἐρημητήρια αὐτά― καὶ ἔσωζεν ἐκ κληρονομίας εἰς τὸ αἷμά του τὸ ἐρωτικὸν τῆς ἐξοχῆς ἔνστικτον.
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:
«Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», οὕτω πως ἤρχιζε τὸ μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν σεμνὸν ναΐσκον ἡ μικρὰ πληθὺς τῶν ἀνελθόντων διὰ τὴν ἐξοχικὴν κηδείαν ἀπὸ τὴν παραθαλάσσιον μεσημβρινὴν πολίχνην. Ὁ μικρὸς τάφος εἶχε σκαφῆ πρὸς ἀνατολὰς τῆς ἐκκλησίας, σύρριζα στὴν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μὲ τὸ θυμιατὸν ἔλεγε τὴν τελευταίαν εὐχὴν τοῦ Τρισαγίου, καὶ τὸ Κουκλὶ καὶ τὸ Μπονακί, τὰ δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἔμελπον σιγὰ καὶ βαθιὰ τὸ «Ὁρῶντές με ἄφωνον», κι ὁ παπα-Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπὸ τὴν παμμήτορα γῆν, κ᾿ ἐπροσπάθει μὲ τὸ μαχαιράκι του νὰ χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστὶ ὁλόγυρα. Κ᾿ ἡ γρια-Φλωροὺ ἐξέχυνε μὲ λόγια καὶ μὲ δάκρυα τὸν πόνον της, ὅτι, ἀφοῦ εἶχε θάψει πρὸ πέντε ἐτῶν τὸν μοναχογυιόν της, εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διὰ νὰ νεκρασπασθῇ καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν πρωτογέννητον. Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της:
Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης.
Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ.
― Πατέρα, στὸν Ἁι-Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά.
― Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω.
― Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς;
―Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν:
― Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου.
― Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός.
― Πότε θὰ σιάσῃ;
― Σὰ μπῇ ὁ Μάης.
― Πότε μπαίνει;
― Μεθαύριο, τὸ Σάββατο.
― Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα;
Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν.
Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου.
Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην.
Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν.
Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε.
Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά.
Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα-Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας.
Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας.
Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…»
Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε.
Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα.
Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα.
Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. Χωρὶς πρόσκλησιν καὶ ἀναγγελίαν, χωρὶς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φίλοι, καὶ ἀλλότριοι, καὶ ξένοι, ἀκόμη καὶ ἐχθροί, ἀνέβησαν τὸν «μεγάλον ἀνήφορον», ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ παρευρεθοῦν εἰς τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀτυχοῦς νέου.
Ἦτο ὡραία, σεμνή, καὶ περιπαθής, ἡ ἐξοχικὴ κηδεία. Ἄνθη καὶ κηρία, στεναγμοὶ καὶ μοσχολίβανον, τροπάρια καὶ μοιρολόγια, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα εἰς τοὺς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, τῶν ἀναδενδράδων τὸ σείσιμον, καὶ τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μὲ τῶν ρυάκων τὸ κελάρυσμα, καὶ τὸ ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καὶ μέλος, καὶ οὐαί», διὰ νὰ κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, ὅστις εἶχε διέλθει τὸν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καὶ ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, κι ὡς πέταλον ρόδου ὁποὺ τὸ ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, καὶ τὸ ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπὴ ἀνέμου.
Καὶ τὸ «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεὰν τὸ πουλί, ὁποὺ εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διὰ πάντοτε.
(1910)
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:
Η σταχομαζώχτρα
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
κείμενο- AUDIOBOOK [ΒΙΝΤΕΟ]
μεταγλώτισση και ανάγνωση Κων/νος Οικονόμου
Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιώ, ἰδοῦσα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187… τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ μανδήλαν, καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα μὲ καθαρὰ ὑποκαμισάκια καὶ μὲ νέα πέδιλα.
Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλουμένην ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαμβροῦ, διότι ἦτο ἔρημος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δύο ὀρφανὰ ἔγγονά της μετερχομένη ποικίλα ἐπαγγέλματα. Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾽ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ᾤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;
Εὐτυχὴς ὁ μακαρίτης, ὁ μπαρμπα-Μιχαλιός, ὅστις προηγήθη εἰς τὸν τάφον τῆς συμβίας Ἀχτίτσας, χωρὶς νὰ ἴδῃ τὰ δεινὰ τὰ ἐπικείμενα αὐτῇ μετὰ τὸν θάνατόν του. Ἦτο καλῆς ψυχῆς, ἂς εἶχε ζωή! ὁ συχωρεμένος. Τὰ δύο παιδιά, «τὰ ἀδιαφόρετα*», ὁ Γεώργης καὶ ὁ Βασίλης, ἐπνίγησαν βυθισθείσης τῆς βρατσέρας των τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 186… Ἡ βρατσέρα ἐκείνη ἀπωλέσθη αὔτανδρος, τί φρίκη, τί καημός! Τέτοια τρομάρα καμμιᾶς καλῆς χριστιανῆς νὰ μὴν τῆς μέλλῃ.
Ὁ τρίτος ὁ γυιός της, ὁ σουρτούκης, τὸ χαμένο κορμί, ἐξενιτεύθη, καὶ εὑρίσκετο, ἔλεγαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πέτρα ἔρριξε πίσω του. Μήπως τὸν εἶδε; Μήπως τὸν ἤκουσεν; Ἄλλοι πάλιν πατριῶτες εἶπαν ὅτι ἐνυμφεύθη εἰς ἐκεῖνα τὰ χώματα, κ᾽ ἐπῆρε, λέει, μιὰ φράγκα. Μιὰ ᾽γγλεζοπούλα, ἕνα ξωθικό, ποὺ δὲν ἤξευρε νὰ μιλήσῃ ρωμέικα. Μὴ χειρότερα! Τί νὰ πῇ κανείς, ἠμπορεῖ νὰ καταρασθῇ τὸ παιδί του, τὰ σωθικά του, τὰ σπλάγχνα του;
Ἡ κόρη της ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν, ἀφεῖσα αὐτῇ τὰ δύο ὀρφανὰ κληρονομίαν. Ὁ πατεριασμένος* τους ἐζοῦσε ἀκόμα (ποὺ νὰ φτάσουν τὰ μαντᾶτα του, ὥρα τὴν ὥρα!), μὰ τί νοικοκύρης, τὸ πρόκοψε ἀλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος καὶ 〈μὲ〉 ἄλλας ἀρετὰς ἀκόμη. Εἶπαν πὼς ξαναπαντρεύτηκε ἀλλοῦ, διὰ νὰ πάρῃ καὶ ἄλλον κόσμον εἰς τὸν λαιμόν του, ὁ ἀσυνείδητος! Τέτοιοι ἄντρες!… Ἔκαμε δὰ κι αὐτὴ ἕνα γαμπρό, μὰ γαμπρὸ (τὸ λαμπρό* τ᾽ νὰ βγῇ!).
Τί νὰ κάμῃ, ἔβαλε τὰ δυνατά της, κ᾽ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ δύο ὀρφανά. Τί ἀξιολύπητα, τὰ καημένα! Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους, ἐβοτάνιζε, ἀργολογοῦσε*, ἐμάζωνε ἐλιές, ἐξενοδούλευε. Ἐμάζωνε κούμαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί. Μερικὰ στέμφυλα ἀπ᾽ ἐδῶ, καμπόσα βότσια ἀραβοσίτου ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὅλα τὰ ἐχρησιμοποίει. Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον, ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν, ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ᾽ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια*, ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποστάθμαι τοῦ ἐλαίου, κ᾽ ἐμάζωνε τὴν μούργα. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ᾠκονόμει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της.
Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεια-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾽ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης», ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾽ αὐτῆς, διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ἐκεῖ, μετ᾽ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων. Κατ᾽ ἔτος, οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶμμα: «Νά! οἱ φ᾽στάνες! μᾶς ἦρθαν πάλιν οἱ φ᾽στάνες*!» Ἀλλ᾽ αὕτη ἔκυπτεν ὑπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλουσίας συγκομιδῆς τοῦ τόπου, ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τέσσαρας σάκκους, ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾽ ἑαυτὴν καὶ διὰ τὰ δύο ὀρφανά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερμπινιῶς, καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της.
* * *
Πλὴν ἐφέτος, δηλ. τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀφορία εἶχε μαστίσει τὴν Εὔβοιαν. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς μικρᾶς νήσου, ὅπου κατῴκει ἡ θεια-Ἀχτίτσα. Ἀφορία εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους, ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούμαρα, ἀφορία πανταχοῦ.
Εἶτα, ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται μόνον, βαρὺς χειμὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα μέρη. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνός, χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέσῃ βροχή, ἤρχισε νὰ χιονίζῃ. Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος. Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς, σφίγγων ἔτι μᾶλλον τὰ χιόνια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά. «Ἐπερίμεναν ἄλλα».
Ἡ γραῖα μόλις εἶχε προλάβει νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων, ὅσαι μόλις θὰ ἤρκουν διὰ δύο ἑβδομάδας ἢ τρεῖς, καὶ βαρὺς ὁ χειμὼν ἐπέπεσε. Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου μόλις ἐπῆλθε μικρὰ διακοπή, καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας. Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρμάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκομίσῃ καυσόξυλά τινα. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειμὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος. Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεμία ἡμέρα εὔδιος, οὐδεμία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή, οὐδεμία ἀκτὶς ἡλίου.
Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς, «χιονιστής», ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας. Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήματα ἔπαυσαν. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων. Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμιαῖα κρύσταλλα, τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν.
Τὴν ἑσπέραν τῆς 23, ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής, διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ μαθήματα. Πρὶν ξεκρεμάσῃ τὸν «φύλακα»* ἀπὸ τῆς μασχάλης του, ὁ Γέρος πεινασμένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι, ἀλλ᾽ οὐδὲ ψωμὸν ἄρτου εὗρεν ἐκεῖ. Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει, ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου. Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωμένη πλησίον τῆς ἑστίας, ἀλλ᾽ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή. Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην, νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο μόλις τετραετές, τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ, καὶ ἂς μὴ καίῃ. Ἀλλ᾽ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά. Σταλαγμοὶ ὕδατος, ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διά τινος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου, εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου. Ὁ Γέρος, ὅστις ἦτο ἑπταέτης μόλις, ἔτοιμος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης του, ἤνοιξε τὸ μόνον παράθυρον, ἔχον τριῶν σπιθαμῶν μῆκος. Ὁ οἰκίσκος ὅλος, χθαμαλός, ἡμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ*, εἶχεν ὕψος δύο ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς.
Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαμνίον τι ἐπὶ τοῦ λιθίνου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυροφύλλου, ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, ἀνέτεινε τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαμοὺς»* τῆς στέγης. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς, καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πατρώνα νὰ φάγῃ. Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.
* * *
Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα ἐπανῆλθε μετ᾽ ὀλίγον φέρουσα πρᾶγμά τι τυλιγμένον εἰς τὸν κόλπον της. Ὁ Γέρος, ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῆς παιδικῆς του πείρας ὅτι ποτὲ ἄνευ αἰτίας δὲν ἐφούσκωναν οἱ κόλποι τῆς μάμμης του, ἀναπηδήσας ἔτρεξεν εἰς τὸ στῆθός της, ἐνέβαλε τὴν χεῖρα καὶ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς. Τεμάχιον ἄρτου εἶχεν «οἰκονομήσει» καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ καλή, καίτοι ὀλίγον τι αὐστηρὰ μάμμη, τίς οἶδεν ἀντὶ ποίων ἐξευτελισμῶν καὶ διὰ πόσων ἐκλιπαρήσεων!
Καὶ τί δὲν ἤθελεν ὑποστῆ, πρὸ ποίας θυσίας ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην τῶν δύο τούτων παιδίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν δὶς παιδία δι᾽ αὐτήν, καθόσον ἦσαν τὰ τέκνα τοῦ τέκνου της! Ἐν τούτοις δὲν ἤθελε νὰ δεικνύῃ αὐτοῖς μεγάλην ἀδυναμίαν, καὶ «ἥμερο μάτι δὲν τοὺς ἔδιδε». Ἐκάλει τὸν ἄρρενα «Γέρον», διότι εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ ἀληθοῦς Γέρου της, τοῦ μακαρίτου μπαρμπα-Μιχαλιοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τῆς ἐπόνει ν᾽ ἀκούσῃ ἢ νὰ προφέρῃ. Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πατρώνα θωπευτικῶς, καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσμένη ποὺ ἦτον», μὴ ἀνεχομένη ν᾽ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ, τὸ ὄνομα τῆς κόρης της, ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονομία εἰς τὸ ὀρφανόν, λεχοῦς θανούσης ἐκείνης. Πλὴν τοῦ ὑποκορισμοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεμεν εἰς τὰ δύο πτωχὰ πλάσματα, ἀλλὰ μᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν.
Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δύο ὀρφανά, ἵνα κοιμηθῶσιν, ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴ πλησίον των, τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν, τοῖς ὑπεσχέθη ψευδομένη, ἀλλ᾽ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι αὔριον ο Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της.
* * *
Τὸ πρωί, μετὰ τὴν λειτουργίαν (ἦτο ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων) ὁ παπα-Δημήτρης, ὁ ἐνορίτης της, ἐπαρουσιάσθη αἴφνης εἰς τὴν θύραν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου:
― Καλῶς τὰ ᾽δέχθης, τῆς εἶπε μειδιῶν.
«Καλῶς τὰ ᾽δέχθη» αὐτή! Καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπερίμενε τίποτε;
―Ἔλαβα ἕνα γράμμα διὰ σέ, Ἀχτίτσα, προσέθηκεν ὁ γέρων ἱερεύς, τινάσσων τὴν χιόνα ἀπὸ τὸ ράσον καὶ τὸ σάλι του.
―Ὁρίστε, δέσποτα! Καὶ μακάρι ἔχω τὴ φωτιά, ἐψιθύρισε πρὸς ἑαυτήν, ἢ τὸ γλυκὸ καὶ τὸ ρακὶ νὰ τὸν φιλέψω;
Ο ἱερεὺς ἀνέβη τὴν τετράβαθμον κλίμακα καὶ ἐλθὼν ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ σκαμνίου. Ἠρεύνησε δὲ εἰς τὸν κόλπον του καὶ ἐξήγαγε μέγαν φάκελον μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας σφραγῖδας καὶ γραμματόσημα.
― Γράμμα, εἶπες, παπά; ἐπανέλαβεν ἡ Ἀχτίτσα, μόλις τότε ἀρχίσασα νὰ ἐννοῇ τί τῆς ἔλεγεν ὁ ἱερεύς.
Ὁ φάκελος, ὃν εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ κόλπου του, ἐφαίνετο ἀνοικτὸς ἀπὸ τὸ ἓν μέρος.
― Ἀπόψε ἔφθασε τὸ βαπόρι, ἐπανέλαβεν ὁ ἐφημέριος, ἐμένα μοῦ τὸ ἔφεραν τώρα, μόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν.
Καὶ ἐνθεὶς τὴν χεῖρα ἔσω τοῦ φακέλου ἐξήγαγε διπλωμένον χαρτίον.
― Τὸ γράμμα εἶναι πρὸς ἐμέ, προσέθηκεν, ἀλλὰ σὲ ἀποβλέπει.
―Ἐμένα; ἐμένα; ἐπανελάμβανεν ἔκπληκτος ἡ γραῖα.
Ὁ παπα-Δημήτρης ἐξεδίπλωσε τὸ χαρτίον.
― Εἶδεν ὁ Θεὸς τὸν πόνον σου καὶ σοῦ στέλλει μικρὰν βοήθειαν, εἶπεν ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς. Ὁ γυιός σου σοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν.
― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; Ὁ Γιάννης! Ὁ Γιάννης μὲ θυμήθηκεν; ἀνέκραξεν περιχαρής, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἡ γραῖα.
Καὶ εἶτα προσέθηκε:
― Δόξα σοι, ὁ Θεός!
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε τὰ γυαλιά του καὶ ἐδοκίμασε ν᾽ ἀναγνώσῃ:
― Εἶναι κακογραμμένα, ἐπανέλαβε, κ᾽ ἐγὼ δυσκολεύομαι νὰ διαβάζω αὐτὲς τὶς τζίφρες ποὺ ἔβγαλαν τώρα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ βγάλωμεν νόημα.
Καὶ ἤρχισε μετὰ δυσκολίας, καὶ σκοντάπτων συχνά, ν᾽ ἀναγινώσκῃ:
«Παπα-Δημήτρη, τὸ χέρι σου φιλῶ. Πρῶτον ἐρωτῶ διὰ τὸ αἴσιον, κτλ. κτλ. Ἐγὼ λείπω πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἠξεύρω αὐτοῦ τί γίνονται, οὔτε ἂν ζοῦν ἢ ἀπέθαναν. Εἶμαι εἰς μακρινὸν μέρος, πολὺ βαθιὰ εἰς τὸν Παναμᾶ, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν συγκοινωνίαν μὲ ἄλλους πατριῶτες ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πρὸ τριῶν χρόνων ἐντάμωσα τὸν (δεῖνα) καὶ τὸν (δεῖνα), ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλειπαν χρόνους πολλούς, καὶ δὲν ἤξευραν τί γίνεται εἰς τὸ σπίτι μας.
»Ἐὰν ζῇ ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα μου, εἰπέ τους νὰ μὲ συγχωρήσουν, διότι διὰ καλὸ πάντα πασχίζει ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἰς κακὸ πολλὲς φορὲς βγαίνει. Ἐγὼ ἀρρώστησα δύο φορὲς ἀπὸ κακὲς ἀσθένειες τοῦ τόπου ἐδῶ, καὶ ἔκαμα πολὺν καιρὸν εἰς τὰ σπιτάλια. Τὰ ὅ,τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα ἐπῆγαν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ μόλις ἐγλύτωσα τὴν ζωήν μου. Εἶχα ὑπανδρευθῆ πρὸ δέκα χρόνων, κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου ἐδῶ, ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἀπόχηρος, καὶ ἄλλο καλύτερον δὲν ζητῶ παρὰ τὸ νὰ πιάσω ὀλίγα χρήματα νὰ ἔλθω εἰς τὴν πατρίδα, ἂν προφθάσω τοὺς γονεῖς μου νὰ μ᾽ εὐλογήσουν. Καὶ νὰ μὴν ἔχουν παράπονο εἰς ἐμέ, διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, καὶ δὲν ἠμποροῦμε ἡμεῖς νὰ πᾶμε κόντρα. Καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμοῦν, διότι ἂν δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ, δὲν ἠμπορεῖ ἄνθρωπος νὰ προκόψῃ.
»Σοῦ στέλνω ἐδῶ ἐσωκλείστως ἕνα συνάλλαγμα ἐπ᾽ ὀνόματί σου, νὰ ὑπογράψῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, καὶ νὰ φροντίσουν νὰ τὸ ἐξαργυρώσουν ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα ἐὰν ζοῦν. Καὶ ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, εἶναι ἀποθαμένοι, νὰ τὸ ἐξαργυρώσῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, νὰ δώσῃς εἰς κανένα ἀδελφόν μου, ἐὰν εἶναι αὐτοῦ, ἢ εἰς κανὲν ἀνίψι μου καὶ εἰς ἄλλα πτωχά. Καὶ νὰ κρατήσῃς καὶ ἡ ἁγιωσύνη σου, ἐὰν οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀποθαμένοι, ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὰ σαρανταλείτουργα…»
Πολλὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ ἓν σπουδαῖον παρέλειπε. Δὲν ἀνέφερε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, δι᾽ ὅσα ἦτο ἡ συναλλαγματική. Ὁ παπα-Δημήτρης παρατηρήσας τὸ πρᾶγμα, ἐξέφερε τὴν εἰκασίαν, ὅτι ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ὅτι εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων παραπάνω, ἐνόμισε περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ παρακατιών, διὸ καὶ ἔλεγε «τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ».
Ἐν τούτοις ἄφατος ἦτο ἡ χαρὰ τῆς Ἀχτίτσας, λαβούσης μετὰ τόσα ἔτη εἰδήσεις περὶ τοῦ υἱοῦ της. Ὡς ὑπὸ τέφραν κοιμώμενος ἀπὸ τόσων ἐτῶν, ὁ σπινθὴρ τῆς μητρικῆς στοργῆς ἀνέθορεν ἐκ τῶν σπλάγχνων εἰς τὸ πρόσωπόν της καὶ ἡ γεροντική, ρικνή, καὶ ἐρρυτιδωμένη ὄψις της ἠγλαΐσθη μὲ ἀκτῖνα νεότητος καὶ καλλονῆς.
Τὰ δύο παιδία, ἂν καὶ δὲν ἐνόουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἰδόντα τὴν χαρὰν τῆς μάμμης των, ἤρχισαν νὰ χοροπηδῶσι.
* * *
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής, ἢ τοκιστής, ἢ ἔμπορος, ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν, ἀλλ᾽ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας.
Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα, εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν, ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραμμάτιον, ἐφ᾽ οὗ ἐφαίνοντο γράμματα κόκκινα καὶ μαῦρα, ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα, ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφημέριος οὔτε αὐτή, καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ἐτίναξε τὴν βράκαν του, ἐφ᾽ ἧς ἔπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ μακρῶν τὸ γραμμάτιον.
―Ἔρχεται ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; εἶπε. Σ᾽ ἐθυμήθηκε, βλέπω, ὁ γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.
Εἶτα ἐπανέλαβεν:
―Ἔχει τὸν ἀριθμὸν 10, ἀλλὰ δὲν ξέρομε τί εἴδους μονέδα νὰ εἶναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολωνᾶτα ἢ δέκα…
Διεκόπη. Παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες».
― Νὰ φωνάξουμε τὸ δάσκαλο, ἐμορμύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης, ἴσως ἐκεῖνος ξεύρῃ νὰ τὸ διαβάσῃ. Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα;
Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάμο εἰς παράπλευρον καφενεῖον, παρακληθεὶς μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. Εἰσῆλθεν, ὀρθός, δύσκαμπτος, ἔλαβε τὸ γραμμάτιον, παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτην νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς λατινικοὺς χαρακτῆρας:
― Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά, εἶπεν, ἐκτὸς ἂν εἶναι γερμανικά. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον;
― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα, κὺρ δάσκαλε, εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα.
― Ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν; τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν.
Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling*, ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή.
― Sterling, εἶπε· sterling θὰ σημαίνῃ τάλληρον, πιστεύω. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυμολογίας, ἀπεφάνθη δογματικῶς.
Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραμμάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.
― Αὐτὸ θὰ εἶναι, εἶπε, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλίδος ὁ ἀριθμὸς 10, θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραμμάτιον διὰ δέκα τάλληρα. Τὸ κάτω-κάτω, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηματιστικά. Εἰς ἄλλα ἡμεῖς ἀσχολούμεθα, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων.
Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπειδὴ ᾐσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον μαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον, ἵνα θερμανθῇ.
* * *
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰς χεῖρας, καὶ κάτι ἐφαίνετο σκεπτόμενος.
― Τώρα, τί τὰ θέλεις, εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραῖαν, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νὰ τὸ πάρω, νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω, ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς μου, ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο; Ἀπὸ κεῖ κάτω, ἀπ᾽ τὸν χαμένον κόσμον, περιμένεις ἀλήθεια; Ὅλες οἱ ψευτιές, οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ μᾶς ἔρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια, οἱ σουρτούκηδες (μὲ συγχωρεῖς, δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωμί, καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρά, ἕνα σωστὸν παρά, μοναχὰ στέλνουν παλιόχαρτα.
Ἔφερε δύο βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του, καὶ ἐπανέλαβε:
― Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό, νὰ σὲ χαρῶ, εἶναι δέκα τάλλαρα! Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ, παντρευόμουνα.
Εἶτα ἐξηκολούθησε:
― Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ, σὲ λυποῦμαι, ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα, κ᾽ ἔχεις κ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά. Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἑνάμισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώμισυ πλιά… Καὶ γιὰ νά ᾽μαστε σίγουροι, μὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα, νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα, γιὰ νά ᾽μαστε μέσα. Ὀχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν… Ἄ! ξέχασα!…
Τοὐναντίον, δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.
―Ὁ συχωρεμένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ μοῦ δίνῃ, δὲν θυμοῦμαι τώρα…
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του:
― Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος ὁ τελμπεντέρης ὁ γαμπρός σου, μοῦ ἔφαγε δύο τάλλαρα θαρρῶ.
Καὶ ὡπλίσθη μὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του:
― Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω… ἐσένα, ὅσα σοῦ δώσω, θὰ σοῦ φανοῦν χάρισμα.
Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον.
Αἱ κατάπυκνοι καὶ μαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ καταστίχου τούτου ὡμοίαζον μὲ πίονας ἀγρούς, μὲ γῆν ἀγαθήν. Ὅ,τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ, ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως.
Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου, ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός, ἀλλ᾽ ἡ ρίζα ἔμενεν ὑπὸ τὴν γῆν, μέλλουσα καὶ πάλιν ν᾽ ἀναβλαστήσῃ.
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δύο λογαριασμούς.
―Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε μοῦ χρωστοῦσεν ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας σου, εἶπε· καὶ δύο τάλλαρα δανεικὰ κι ἀγύριστα τοῦ γαμπροῦ σου γίνονται…
Καὶ λαβὼν κάλαμον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχμάς, εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων.
― Κάνει νὰ σοῦ δίνω… ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
Τῇ στιγμῇ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον.
* * *
Ἦτο ἔμπορος Συριανός, παρεπιδημῶν δι᾽ ὑποθέσεις εἰς τὴν μικρὰν νῆσον.
Ἅμα εἰσελθὼν διηυθύνθη μετὰ μεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
― Τί ἔχουμε κὺρ Μαργαρίτη;… Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό; εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραμμάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.
Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας:
― Συναλλαγματικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ. Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ; Κάμνεις καὶ τέτοιες δουλειές, κὺρ Μαργαρίτη;
― Γιὰ δέκα λίρες! ἐπανέλαβεν αὐθορμήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν.
― Ναί, διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑρμουπολίτης. Μήπως εἶναι δικό σου;
― Μάλιστα.
Ἡ θεια-Ἀχτίτσα, ἐν καταφάσει, ἔλεγε πάντοτε ναί, ἀλλὰ νῦν ἠπόρει καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε μάλιστα, καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.
― Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως, εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
― Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, ἐπανέλαβε καὶ αὖθις ὁ Συριανὸς ἔμπορος. Παίρνεις ἀπὸ λόγια;
Καὶ ἔρριψε δεύτερον μακρὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ γραμματίου:
― Εἶναι σίγουρος παράς, ἀρζὰν-κοντάν*, σοῦ λέγω. Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς, ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀμέσως;
Καὶ ἔκαμε κίνημα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηματοφυλάκιόν του.
― Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες… γαλλικές, εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
― Γαλλικές; Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.
Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου, εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, παρέβαλεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα τὸ φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.
Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.
Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ «ἄδολην»* μανδήλαν, τὰ δὲ δύο ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των.
(1889)
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK, ΜΕ ΜΕΤΑΓΛΩΤΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ, ΕΔΩ:
https://www.youtube.com/watch?v=axBC6XWySrM
Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου «Η ζωή και ο θάνατος τ...