Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.4.26

Παιδικό Πάσχα Γρηγόριος Ξενόπουλος - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου +ΒΙΝΤΕΟ

 Παιδικό Πάσχα

Γρηγόριος Ξενόπουλος - AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   


 Το «Παιδικό Πάσχα» (αναφερόμενο και ως «Το πρώτο μου Πάσχα») είναι ένα από τα πιο τρυφερά, κλασικά πασχαλινά διηγήματα του Γρηγορίου Ξενόπουλου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο γνωστό περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων», στη στήλη «Αθηναϊκές Επιστολές», και αποτελεί ουσιαστικά μια αναδρομή του συγγραφέα στις αναμνήσεις του από τις γιορτινές ημέρες στη Ζάκυνθο, τόπο καταγωγής της μητέρας του, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνιαΈτσι, το βασικό θέμα του συγγραφέα είναι 0ι παιδικές αναμνήσεις του από τις παραδόσεις και το κλίμα του Πάσχα στα Επτάνησα.

  Περιγράφει το ζακυνθινό Πάσχα, όπου η Ανάσταση γινόταν παραδοσιακά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου (η λεγόμενη «Πρώτη Ανάσταση»). Η περιγραφή του διακατέχεται από νοσταλγία για την παιδική αθωότητα, τις προετοιμασίες στο σπίτι και τη θρησκευτική κατάνυξη της εποχής. 

  Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται συχνά σε σχολικά βοηθήματα και ανθολόγια για το δημοτικό.

Βασικά θέματα:  1. η «Πρώτη Ανάσταση»: Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, την ώρα που ψάλλεται το «Ανάστα ο Θεός», οι καμπάνες σε όλο το νησί ηχούν χαρμόσυνα μετά τη σιωπή των προηγούμενων ημερών.

2. Τα Τοπικά Έθιμα: Αναφέρεται στο ζακυνθινό έθιμο όπου οι πιστοί σπάνε πήλινα κανάτια (στάμνες) στους δρόμους και τα παιδιά δαγκώνουν ένα κομμάτι σίδερο για να είναι γερά.

3. Η Οικογενειακή Ατμόσφαιρα: Περιγράφει τις ετοιμασίες στο σπίτι, το πασχαλινό τραπέζι και τη στοργή των γονιών του που τον οδηγούσαν στις εορταστικές ακολουθίες.

4. Η ιδιαιτερότητα της Ζακύνθου: Επισημαίνει ότι την εποχή εκείνη η Ανάσταση στη Ζάκυνθο γινόταν το πρωί της Κυριακής και όχι τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, μια παράδοση που άλλαξε αργότερα. 

  Η αφήγηση ξεκινά με την προετοιμασία και την ανυπομονησία του μικρού Γρηγόρη για τις άγιες μέρες, ενώ το κείμενο κλείνει με τη διαπίστωση ότι η χαρά της Ανάστασης είναι τόσο μεγάλη επειδή προηγείται η θλίψη και η κατάνυξη της Εβδομάδας των Παθών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=A8DgU9ufxbU


5.4.26

Στην Νοέλια τον άγγελο της θλίψης Κων/νος Οικονόμου

 

Στην Νοέλια τον άγγελο της θλίψης

Κων/νος Οικονόμου




Σε λέγαν Νοέλια Καστίγιο Ράμος


Νοέλια, τ΄ονομά σου Χριστούγεννα!

Οι γονείς σ΄αγαπούσαν μα...

Αντιμετώπισαν δυσκολίες

Σ΄άρπαξε η Κυβέρνηση να σε ... σώσει

Γιαγιά και μάνα εκλιπαρούσαν να μείνεις κοντά τους..

Δέκα αστυνομικοί κατέφθασαν, για τις... αντιδράσεις


Σε βάλανε, λένε σε καταφύγιο

Εφήβων μωαμεθανών ... μεταναστών

Τα λέγαν ασυνόδευτα προσφυγόπουλα

Δεν σου επέτρεψαν να φύγεις από κει ποτέ

Τουλάχιστον όσο ... στεκόσουν στα δυο σου πόδια

Το προσωπικό σ΄ αντιμετωπίζει σαν παρία


Ομάδα ... των προσφυγόπουλων

Που ήταν από το ... εμπόλεμο Μαρόκο

αποφασίζουν ομάδικά να σε εξεφτελίσουν

Πιστεύεις ότι θά ρθει βοήθεια

Κανείς όμως δεν ''ακούει'' τις κραυγές σου

Την επομένη μίλησες στις .. υπεύθυνες προστάτριές σου

Υπέυθυνες του κέντρου, λάτρεις του Αλδομοβάρ

Αρνούνται να αναφερθούν σε υψηλότερους .. ανευθύνους

Ο λόγος προφανής

Θα μεγαλώσει λέει η ...η ισλαμοφοβία

Δεν κάνουν τίποτε απολύτως..


Τότε είναι που δεν μπορείς πια να προχωρήσεις

Φεύγεις, πετάς το κουρελιασμένο σώμα σου από τον πέμπτο

Ο Θεός δεν σ΄αφήνει να πας ακόμη κοντά του

Σακατεμένη τώρα ΚΑΙ στο σώμα ελπίζεις

Στην αρχή μόνο, γιατί ...

Οι βλάβες φαίνονται μόνιμες, δεν θα περπατούσες ποτέ ξανά


Ζητάς ευθανασία

Το κράτος για μοναδική φορά έρχεται αρωγός σου

Είναι μια προοδευτική βλέπεις δημοκρατία

Που καίγεται ΜΟΝΟ για το δικαίωμά σου στο θάνατο

Τα δικαστήρια επικύρωσαν την κρατική αρωγή στο θάνατό σου

Έδωσες μια τελευταία συνέντευξη, βλέπεις τώρα

Άρχισες να ... πουλάς LIKES


Οι γιατροί σε μπλοκάρισαν, μην έρθει κοντά σου ο πατέρας

Κι όσοι σ΄αγάπησαν, για να μην σ΄ εμποδίσουν

Τότε, στο παγερό εκείνο θάλαμο ενός ευαγούς ιδρύματος

Πήρες το δηλητήριο

Τα πνευμόνια σου που κάποτε ούρλιαξαν απ΄ την απόγνωση

Παύουν να λειτουργούν

Συναντάς το θάνατο στον τελευταίο σου ύπνο

Γίνεσαι σύμβολο της αποτυχίας ενός κράτους ...πολιτισμένου

Να σε προστατεύσει.


Κάποιο άλλοι υπαίτιοι ... ζουν, προστατεύονται...

Άλλοι στρέφουν το κορμί τους στο άλλο πλάι

Στη σκοτεινότερη μεριά του δωματίου τους.

Κι απολαμβάνουν τον ύπνο του δικαίου.


Καλόν ύπνο κε Πρωθυποργέ της Ισπανίας!

Οι άνθρωποι ζητάμε να μας συγχωρέσεις!


Καλό σου ταξίδι Νοέλια!

2.4.26

Ο Αλιβάνιστος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο-AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Ο Αλιβάνιστος

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
 κείμενο-AUDIOBOOK, 
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   

  Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέντρα της Σταματη-ρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι' άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

– Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ' ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για 'πές μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ' ετάχθη εξ' αριστερών του Σταμάτη, διά ν' ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ' εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

* *
*

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι' ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ' εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ' εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ' επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.

– Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είνε;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια, κ' ύστερα έπεσε μέσα στ' ορμάνι, κ' εχάθηκε.

* *
*

Οι δυο βοσκοί κι' ο Σταμάτης, κι' ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέση μέσα 'σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κ' έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.

*
*   *

– Πώς έκαμες, βλοημένε κ' έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο,... απ' τα 'Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·... είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κ' εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα... Ας είνε καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ' ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο! ...Ας έχη την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη.

– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάστασι να κάμω 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! ... Να πάρης ευλογία! ... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! ... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.

*
*   *

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ' εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ' αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ' εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι' αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ' στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ', ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ' εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

– Επέμεινε.

– Θα μου πης τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ' ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ', είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ' εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα.

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ' αφήση να μεταλάβης.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!


ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=RHpGo-rBui0

 

27.3.26

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης: Ἱστορία ἑνὸς σκύλου. Κείμενο - AUDIOBOOK, Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Ἐμμανουήλ Ῥοΐδης: Ἱστορία ἑνός σκύλου

Κείμενο - AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου



 Ὡς νὰ ἦτο χθεσινὴ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἤδη τεσσαρακονταετῆ του σκύλου ἐκείνου ἱστορίαν. Ἤμην τότε μαθητὴς τῆς πρώτης τάξεως τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς τὸ Ἑλληνοαμερικανικὸν Λύκειον τοῦ μακαρίτου Χρήστου Εὐαγγελίδου. Ἐρχόμενος ἐξ Ἰταλίας δὲν εὑρέθην ὅσον ἐφοβούμην εἰς τὴν Σύραν ξενιτευμένος. Πολλοὶ τῷ ὄντι ἀπέμενον ἀκόμη εἰς τὴν ὑμνηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὀρφανίδου ξηρόνησον Ἰταλοὶ πατριῶται ἐκ τῶν φιλοξενηθέντων μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1848. Οἱ Ἰταλοὶ ἦσαν οἱ πλεῖστοι ἀκονηταὶ ξυραφίων, καθαρισταὶ κηλίδων, συγκολληταὶ σπασμένων πινακίων, ἀνακαινισταὶ παλαιῶν ὑποδημάτων, διακοσμηταὶ τῶν νεκρικῶν φερέτρων, εὐνουχισταὶ πετεινῶν, ὑπαίθριοι τηγανισταὶ σμαρίδων καὶ πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ ζωγράφοι, λιθοξόοι, χοροδιδάσκαλοι καὶ μουσικοί. Αἱ ἀξιώσεις τῶν καλλιτεχνῶν τούτων περιωρίζοντο εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, ὁ δὲ βίος δὲν ἦτο τότε ὅπως σήμερον ἀκριβῶς. Ἀντὶ εἰκοσιπέντε τὸν μῆνα δραχμῶν ἠδύνατό τις νὰ εὕρῃ ὁλόκληρον μονόροφον οἰκίσκον εἰς τὰ βαπόρια καὶ ἀκόμη εὐθηνότερον, ἂν εἶχεν ἀμβλεῖαν τὴν ὄσφρησιν, παρὰ τὰ βυρσοδεψεῖα, καὶ μὲ ἓν μόνον σφάντζικον νὰ χορτάσῃ κεφτέδες, στουφάδον καὶ καπαμᾶ εἰς τὰ αὐτοκαλούμενα «Εὐρωπαϊκὰ ξενοδοχεῖα».

Ἀνάλογος τῆς τοιαύτης τοῦ βίου εὐθηνείας καὶ τῆς πληθώρας διδασκάλων ἦτο τῶν μουσικῶν μαθημάτων ἡ τιμή, οἱ δὲ φιλόμουσοι πάσης κοινωνικῆς τάξεως Ἑρμουπολίται ὠφελοῦντο τῆς εὐκαιρίας, ὅπως διδαχθῶσιν ἕκαστος ἀντὶ μικρᾶς θυσίας τὸ ὄργανον τῆς ἐκλογῆς του. Οὐδέποτε οὐδαμοῦ ἀντήχησαν ὅσα τότε εἰς τὴν Σύραν βιολία, φλάουτα, τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα καὶ κλαρινέτα. Ὁ περιερχόμενος τὰς στενωποὺς τῆς πόλεως, καὶ μάλιστα τὰς Κυριακάς, ἐπνίγετο εἰς κύματα μελῳδίας ἐξορμῶντα ἐκ παντὸς παραθύρου. Οὐδ᾿ ἠδύνατο νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἕδραν κουρείου ἢ τὴν τράπεζαν καφενείου χωρὶς νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος πατριώτου τοῦ Μιχαὴλ Ἀγγέλου καὶ τοῦ Κορεγίου ζητοῦντος τὴν ἄδειαν νὰ εἰκονίση ἀντὶ τριδράχμου «τὴν εὐγενῆ καὶ ἐκφραστικὴν κεφαλήν του» ἢ νὰ ψοφήση ὁ σκύλος, ὁ γάτος ἢ ὁ ψιττακός του χωρὶς νὰ δεχθῆ αὐθημερὸν τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ προτείνοντος νὰ βαλσαμώση τὸ λείψανον «τοῦ ἀξιεράστου ζώου». Ἂν δὲ ἐκινδύνευε νὰ μεταβῆ εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς διακεκριμένον τῆς Συριανῆς κοινωνίας μέλος, τότε ὄχι νὰ κρυώση, ἀλλ᾿ οὐδὲ κὰν νὰ ξεψυχήση ἐπερίμεναν οἱ προσφερόμενοι νὰ διαιωνίσωσι διὰ γυψίνου ἐκμάγματος τὴν ὄψιν «τοῦ ἐπιφανοῦς μεταστάντος» ἢ νὰ ὑμνήσωσι τὰ ἀλησμόνητα ἔργα τοῦ εἰς τὰ ἔγκριτά της Ἰταλίας φύλλα. Ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην μου τὰς τοιαύτας παρὰ τὴν θύραν παντὸς ἑτοιμοθανάτου συνελεύσεις πειναλέων Ἰταλῶν, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῶ συγχρόνως τὸ δημοτικὸν δίστιχον·

Ὡσάν κοράκοι κάθουνται τριγύρω τοῦ κραββάτου
καὶ καρτεροῦν κι᾿ ἐγδέχονται τὸ πότες θὰ ψοφήση.

Τὸ δὲ κακὸν ἦτο, ὅτι δὲν περιωρίζοντο μόνους τοὺς νεκροὺς ν᾿ ἀνυμνῶσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ζώντων διέστρεφον τὸν νοῦν διὰ τῶν ὀγκωδεστάτων ἐγκωμίων. Οἱ Λατῖνοι ποιηταὶ ἐσατύρισαν ἀσπλάγχνως τὴν χαμερπῆ κολακείαν τῶν ἐπὶ Αὐγούστου πανταχόθεν συρρευσάντων εἰς τὴν Ἰταλίαν Γραικύλων. Τούτους ὅμως ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ οἱ εἰς Σύραν καταφυγόντες ἀπόγονοι τῶν σατυριστῶν. Δύσκολον ἦτο νὰ εὑρεθῆ καθ᾿ ὅλην τὴν νῆσον ἀξιότιμος τὶς μεγαλέμπορος, καταστηματάρχης, λουκουμοποιός, τοκιστής, βυρσοδέψης, σαράφης, ἢ καραβοκύρης, τοῦ ὁποίου δὲν ὑμνήθη πεζῶς καὶ ἐμμέτρως 'l'acuto ingegno' καὶ 'il raro talento'. Ἡ δὲ πρὸς τὰς εὐγενεῖς αὐτῶν κυρίας ἰταλικὴ λατρεία ὑπερέβαινε τὰ ὅρια τοῦ κωμικοῦ καὶ τοῦ πιστευτοῦ. Μεταξὺ τῶν οἰκοδεσποινῶν τούτων ὑπῆρχον βεβαίως καὶ τίνες πράγματι εὐπρόσωποι. Καὶ αὗται ὅμως ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶσι δι᾿ ἔλλειψιν ἄλλων ὑπερβολικωτέρων εἰς τὰς αὐτὰς ὁμοιώσεις πρὸς ἄνθος λειμῶνος, ἄγγελον, Ἥραν, Ἤβην ἢ Παναγίαν, διὰ τῶν ὁποίων ὑμνεῖτο καὶ τῶν ἀσχήμων ἡ εὐμορφία. Ἡ τοιαύτη Ἰταλῶν κολάκων ἐπιδρομὴ συνετέλεσε, νομίζομεν, κατὰ πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κυριωτάτου τῶν τότε Συριανῶν ἐλαττώματος, τῆς ἐπάρσεως, τοῦ φουσκώματος, τῆς ἐπιδεικτικῆς ἀπαγγελίας κοινῶν τόπων καὶ τῶν ἄλλων τῶν νεοπλούτων γελοίων. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φανῶμεν ἄδικοι ἢ κακόγλωσσοι, σπεύδομεν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι κάπως γελοῖοι ἦσαν οἱ τότε προύχοντες τῆς Σύρου, κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ ἀγαθοὶ καὶ τίμιοι ἄνθρωποι. Ἀδιστάκτως δὲ πιστεύομεν ὅτι, ἂν ἔπραττον τότε ὅσα ἔπειτα ἔπραξαν οἱ σύμβουλοι, σύνδικοι, διαχειρισταὶ καὶ δῆθεν πιστωταὶ τῆς μακαρίτιδος ἀτμοπλοϊκῆς ἐταιρίας, ἐξάπαντος θὰ ἐλιθοβολοῦντο. Ἀλλ᾿ ἂς ἐπανέλθωμεν ἢ μᾶλλον ἂς ἔλθωμεν εἰς τοῦ σκύλου τὴν ἱστορίαν.

  Ἐξ ὅλων τῶν Ἰταλῶν ἀποίκων διασκεδαστικώτατος ἦτο βεβαίως ὁ πρώην γαριβαλδινὸς λοχίας Γιαμβατίστας, ὁ προτιμήσας παντὸς ἄλλου τὸ ἐπάγγελμα σαλτιμπάγκου ἢ θαυματοποιοῦ, τὸ ὁποῖον μετήρχετο ἐπὶ τῆς πλατείας, ἀκριβῶς ἀντικρὺ τοῦ Λυκείου, πρὸς μεγάλην τῶν ὑποτρόφων χαράν. Τὸν θίασον ἀπετέλουν ὁ ρηθεὶς Γιαμβατίστας, ὁ δωδεκαετὴς υἱός του Κάρλος καὶ μεγαλόσωμος σγουρόσκυλος (barbet) φέρων τὸ ὄνομα Πλούτων. Τὰ θαύματα τοῦ θιασάρχου, αἱ λαθροχειρίαι πεσσῶν, αἱ σφαιροβολίαι, αἱ πυραμίδες καὶ αἱ καταπόσεις φλεγόντων ἀνθράκων ἦσαν ἐκ τῶν συνηθεστάτων, καὶ ἔτι κοινότερα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τὰ 'θανάσιμα πηδήματα' (salti mortali), ὁ χορὸς μεταξὺ αὐγῶν καὶ αἱ ἐξαρθρώσεις. Πολὺ μᾶλλον τούτων εἵλκυε τὴν περιέργειαν καὶ τὰ πεντάλεπτα τῶν Συριανῶν ὁ σκύλος, ζητοκραυγάζων ἢ μᾶλλον ζητογαβγίζων ὑπὲρ τοῦ Γαριβάλδη, ἤτοι πρὸ πασσάλου ἐνδυθέντος κόκκινον χιτῶνα, ἢ ὁρμῶν νὰ σπαράξη τὸν Ἰησουίτην ἢ τὸν Ραδέσκην, τὸν αὐτὸν δηλ. πάσσαλον φέροντα μαῦρον ράσσον ἢ ἀσπρόχρυσον στολὴν καὶ πῖλον πτερωτὸν Αὐστριακοῦ στρατάρχου. Ἀκόμη νοστιμώτερος ἦτο ὅταν ὄρθιος ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς ἀρχιερατικὸν διάδημα ἐκ χρυσοχάρτου, ἐμιμεῖτο τὸν πάπαν Πίον Νόννον, εὐλογῶν διὰ τῶν ἐμπροσθίων ποδῶν τοῦ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν, καὶ ἐξ ἴσου διέπρεπεν εἰς τὴν λεγομένην 'Κρίσιν τοῦ Πάριδος', ἀπονέμων ἀλανθάστως τὸ μῆλον ἢ μᾶλλον πορτοκάλιον εἰς τὴν ὡραιοτέραν ἐκ τῶν προσαγομένων πλύστραν ἢ παραμάνναν.

Όπως οἱ λόγιοι συμπατριῶται του μετέβαλλον εἰς τοὺς στίχους των τὰς Συριανὰς κυρίας εἰς ἀγγέλους καὶ Ἤβας, οὕτω καὶ ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀπονομῆς τοῦ ἄθλου ἀνηγόρευε λαϊκᾶς Ἀφροδίτας. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀλησμόνητος ἦτο ὅταν, βαδίζων ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν καὶ κρατῶν μεταξὺ τῶν ὀδόντων μικρὸν δίσκον, περιήρχετο μετὰ τὸ τέλος τῆς παραστάσεως τὰς τάξεις τῶν θεατῶν ταπεινῶς ὑποκλινόμενος πρὸ ἑκάστου καὶ ἔπειτα προσηλώνων ἐπ᾿ αὐτοῦ ἀνεκφράστου γλυκύτητος ἐπαιτικὸν βλέμμα. Κάλλιστα δὲ γνωρίζων πόσον ὑπὸ τῶν μαθητῶν ἠγαπάτο, εὐθὺς μετὰ τὴν περιφορὰν τοῦ δίσκου εἰς τὴν πλατεῖαν, εἰσώρμα εἰς τὸ Λύκειον, εὔθυμος καὶ θορυβώδης ἂν διεσκεδάζομεν εἰς τὴν αὐλὴν ἢ τοὺς διαδρόμους, ἄφωνος, αἰδήμων καὶ συνεσταλμένος, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς τῶν παραδόσεων τὰς αἰθούσας.

Ἡμέραν ἐν τούτοις τινὰ ὁ διδάσκαλος τῆς Κατηχήσεως, ὁ τότε ἁπλοῦς ἱερεὺς καὶ ἔπειτα ἐπίσκοπος Χαλκίδος ἀοίδιμος Δαβὶδ Μολοχάδης, μὴ γνωρίζων τὸν εἰσερχόμενον ἤγειρε τὴν ράβδον του νὰ τὸν ἀποδιώξη. Ἀλλὰ πρὶν ἡ ράβδος καταπέσῃ, συνηντήθησαν τοῦ καλοῦ ἱερέως καὶ τοῦ καλοῦ σκύλου οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἀποτέλεσμα τῆς συναντήσεως ἐκείνης ἦσαν ἡ ἀπόθεσις τῆς ράβδου καὶ ἡ προσθήκη πενταλέπτου εἰς τὸν ἔρανον τῶν μαθητών1. Οὗτοι διεσκέδαζον ἐνίοτε ὑποβάλλοντες τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Πλούτωνος εἰς δεινὴν ἀληθῶς δοκιμασίαν. Ἀντὶ χαλκίνου κέρματος εἰς τὸν δίσκον ἐπρόσφερον εἰς αὐτὸν κατὰ γῆς τεμάχιον ἄρτου, κουλούραν ἢ καὶ κατημέρι. Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον ἄρα ἀνῆκε τὸ οὕτω προσφερόμενον, εἰς τὸν θίασον ὡς τὰ πεντάλεπτα ἐταιρικῶς, ἢ τὸν εἰσπράκτορα προσωπικῶς; Τοῦτο ἦτο τουλάχιστον ἀμφίβολον. Τὸ τίμιον ὅμως τετράποδον, ἀντὶ νὰ λύση αὐθαιρέτως τὸ ζήτημα ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καταβροχθίζον τὸ προσφερόμενον, ἔθετε κατὰ γῆς τὸν δίσκον, ἐπρόσθετεν εἰς τὰ νομίσματα τὴν εἰς εἶδος προσφοράν, ἐλάμβανε καὶ πάλιν εἰς τὸ στόμα τὸν δίσκον, καὶ ἔτρεχε νὰ παραδώση ἀκέραιον τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ εἰς τοὺς κυρίους του. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ ἦτο τόσον μᾶλλον ἀξιοθαύμαστος, καθ᾿ ὅσον οὐδεμία ὑπῆρχε βεβαιότης, ὅτι θὰ ἠμείβετο λαμβάνον ὅλα τὰ φαγώσιμα. Οἱ θαυματοποιοὶ ὑπερηγάπων βεβαίως τὸν σκύλον των, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔτρωγαν ἢ τουλάχιστον δὲν ἐχόρταιναν οἱ ἴδιοι καθ᾿ ἡμέραν.

Ὑπῆρχον ἐν τούτοις καὶ τίνες κατ᾿ ἔτος ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὄχι μόνον ἔτρωγαν ἀλλὰ καὶ ἔπιναν οἱ Ἰταλοὶ μέχρι κόρου, πανηγυρίζοντες διὰ συμποσίου τὴν ἐπέτειον ἐπαναστατικοῦ τίνος κατορθώματος. Ἀφθόνως τότε ἔρρεεν ὁ οἶνος τῆς Σαντορίνης, ὁ μόνος ἐκ τῶν ἑλληνικῶν ἐνθυμίζων εἰς τοὺς ἐξορίστους τῆς πατρίδος των τὸ γλυκὺ 'δάκρυον τοῦ Χριστοῦ' ἢ τὸ βαρὺ νέκταρ τῆς Μαρσάλας. Ἐκ τοιαύτης ἐπιστρέφων ἡμέραν τινὰ ὑπερεύθυμος εὐωχίας ἀπεδύθη εἰς τὴν συνήθη ἐπὶ τῆς πλατείας παράστασιν ὁ Γιαμβατίστας, καὶ κατὰ κακήν του τύχην δὲν παρέλειψε τὴν πυραμίδα. Αὕτη ἀποτελεῖται, ὡς πάντες γνωρίζουσιν, ἐκ στιβάδος παντοίων ἀλλεπαλλήλων σκευῶν, τραπεζίων, καθισμάτων, βαρελίων, σταμνίων καὶ φιαλῶν καὶ τὴν ἐπὶ τῆς κορυφῆς πάντων τούτων ἀνύψωσιν ὡς ἀγάλματος τοῦ θαυματοποιοῦ. Τῶν πυραμίδων τούτων ἡ στερεότης δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὅση καὶ ἡ τῶν αἰγυπτιακῶν, καὶ πολλὴ ἀπαιτεῖται παρὰ τοῦ ἀναβάτου ἀσφάλεια πατήματος καὶ προσοχὴ πρὸς διατήρησιν τῆς ἀσταθοῦς αὐτοῦ ἰσορροπίας. Ταύτην καθίστανον τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ ἀτμοὶ τοῦ θηραϊκοῦ οἴνου ἔτι ἀσταθεστέραν. Καὶ κατώρθωσε μὲν ὁ Γιαμβατίστας ν᾿ ἀκινητήσῃ ἐπὶ τινὰς στιγμὰς ἐπὶ τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ βάθρου, ἀλλ᾿ αἴφνης, ἐνῷ ἐσταύρωσεν ἐπὶ τοῦ στήθους τὰς χεῖρας πρὸς ἀπομίμησιν τοῦ Βοναπάρτε, τὸ ὅλον οἰκοδόμημα ἐσείσθη καὶ κατέπεσε μετὰ φοβεροῦ πατάγου, τοῦ ὁποίου ὑπερεῖχεν ὁ ὀξύτερος ἦχος τῶν συντριβομένων ὑαλίων. Οἱ θεαταὶ ἐπίστευσαν κατ᾿ ἀρχὰς ὅτι περιείχετο καὶ ὁ σεισμὸς οὗτος εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς παραστάσεως. Ἡ ζημία δυστυχῶς ἦτο πραγματικὴ καὶ πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐν ἀρχῇ ὑπολογισθείσης. Πλὴν τῶν σταμνίων καὶ τῶν φιαλῶν εἶχον σπάσει κατὰ τὴν πτῶσιν καὶ ἀμφότερα τὰ ὀστᾶ τῆς κνήμης τοῦ δυστυχοῦς σχοινοβάτου, τὸν ὁποῖον θέσαντες οἱ προσδραμόντες κλητῆρες ἐντὸς φορείου μετεκόμισαν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ἀκολουθούμενον ὑπὸ τοῦ ὀδυρομένου Κάρλου καὶ τοῦ Πλούτωνος, τοῦ ὁποίου δὲν ἐφαίνετο μικροτέρα ἡ ἄφωνος λύπη. O τότε ἀρχίατρος τοῦ Συριανοῦ νοσοκομείου ἦτο ὄχι μόνον καλὸς χειρουργός, ἀλλὰ καὶ κάλλιστος ἄνθρωπος. Εὐσπλαγχνισθεὶς τοὺς ἀθλίους ἐκείνους, ἐφιλοξένησε πλὴν τοῦ παθόντος εἰς τὸ κατάστημα τὸν υἱόν του καὶ τὸν σκύλον.

Τὸ διπλοῦν κάταγμα τοῦ θαυματοποιοῦ ἀπεδείχθη ἀνεπίδεκτον συγκολλήσεως καὶ ἐπεβάλλετο ἀναποδράστως τῆς κνήμης ἡ ἀποκοπή. Ὁ αἰθήρ, τὸ χλωροφόρμιον καὶ αὐτὴ ἡ διὰ τοῦ ψύχους τοπικὴ ἀναισθησία δὲν ἦσαν ἀκόμη συνήθη ἐν Σύρῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ δὲ παθὼν ἔπρεπε νὰ ὑπομείνει ἀμείωτον τῆς ἐγχειρήσεως τὴν ὀδύνην. Πρὶν ἢ προβῇ εἰς ταύτην, διέταξεν ὁ ἰατρὸς ἐκ φόβου συγκινήσεως τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀκρωτηριαζομένου, κατὰ παράκλησιν ὅμως αὐτοῦ ἔστερξε νὰ μείνη ὁ σκύλος. Ὁ σχοινοβάτης περιβαλῶν διὰ τοῦ βραχίονος τὴν οὐλότριχα κεφαλὴν τοῦ πιστοῦ συντρόφου του, ἐστήριζεν αὐτὴν εἰς τὴν ἰδικήν του, καὶ εὐθὺς ἔπειτα ἤρχισε τῆς μαχαίρας καὶ τοῦ πρίονος ἡ ἐργασία.

Oἱ ἐκ τῆς ὀξύτητος τοῦ πόνου στεναγμοὶ τοῦ ἀκρωτηριαζομένου ἠρέθιζον τὸν Πλούτωνα, μὴ δυνάμενον νὰ μαντεύσῃ διὰ τίνα λόγον ἐβασάνιζαν τὸν αὐθέντην του τόσον σκληρῶς. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐγχειρήσεως ἐλιποθύμισεν οὗτος ἐκ τῆς ἀφθόνου τοῦ αἵματος ροῆς, ἀπομείνας ὁ σκύλος ἐλεύθερος ὤρμησε νὰ τὸν ἐκδικήση, δαγκάνων τὸν γυμνὸν βραχίονα τοῦ χειρουργοῦ. Ἀλλ᾿ οὗτος ἦτο, ὡς εἴπομεν, ἀγαθώτατος ἄνθρωπος. Ἀντὶ νὰ θυμώση ἔσπευσε νὰ ἀναχαιτίση τοὺς πρὸς ἐπίδειξιν ζήλου κακοποιοῦντας τὸν Πλούτωνα νοσοκόμους, διατάξας ν᾿ ἀφεθῆ ἀνενόχλητος παρὰ τὴν κλίνην τοῦ κυρίου του.

Εἰς τὴν αὐτὴν τοῦ νοσοκομείου αἴθουσαν ἔτυχε νὰ παραμένῃ πρὸς τελείαν ἀνάρρωσιν καὶ ἄλλος Ἰταλός, πλανόδιος ἐκριζωτὴς ὀδόντων καὶ πωλητὴς μαγικῶν φίλτρων, μετερχόμενος τὸ ἐμπόριόν του εἰς τὰ χωρία ὅπου εὐκολωτέρα ἦτο ἡ εὕρεσις ἀγοραστῶν πανακείας καὶ ἀγαποχόρτου. O ἀγύρτης οὗτος, κάλλιστα γνωρίζων τὴν δεκαροσυλλεκτικὴν τοῦ Πλούτωνος ἱκανότητα, ἐσκέφθη ἐν τῷ πλήθει τῆς ἀσυνειδησίας του νὰ στερήση τῆς μόνης του παρηγορῖας τὸν ἠκρωτηριασμένον αὐτοῦ συμπατριώτην. Ὠφελούμενος ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ νέου Κάρλου, τοποθετηθέντος διὰ συστάσεως τοῦ ἰατροῦ εἰς ἱκανῶς ἀπέχον βαφεῖον, ἠσχολήθη διὰ παντοίων περιποιήσεων νὰ ἑλκύση τοῦ σκύλου τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν δὲ ἡμέραν τῆς ἐξόδου τοῦ ἐκ τοῦ νοσοκομείου κατώρθωσε νὰ προπεμφθῇ παρ᾿ αὐτοῦ μέχρι τῆς ἄκρας της ὁδοῦ. Ἐκεῖ ὅμως ἐπέμεινεν ὁ Πλούτων νὰ τὸν ἀποχαιρετήση, οὔτε διὰ θωπειῶν, οὕτω διὰ τῆς ἐπιδείξεως ὀρεκτικοῦ ἀλλάντος πειθόμενος νὰ προβῇ περαιτέρω. Ἀποτυχούσης τῆς ἀποπείρας διαφθορᾶς, ἠναγκάσθη ὁ ἅρπαξ νὰ καταφύγη εἰς τὴν χρῆσιν σχοινίου, διὰ τοῦ ὁποίου παρέσυρε τὸ ταλαίπωρον ζῷον, ὀτὲ μὲν θορυβωδῶς διαμαρτυρόμενον, ὀτὲ δὲ κινδυνεῦον διὰ τῆς ἀντιστάσεως αὐτοῦ νὰ πνιγῆ. Καθ᾿ ὁδὸν ἔτυχε νὰ συναντήσῃ νοσοκόμον, εἰς τὸν ὁποῖον διηγήθη ὅτι ἀγοράσας παρὰ τοῦ κυρίου τοῦ τὸν σκύλον, εἶχε δικαίωμα νὰ τὸν συμπαραλάβη καὶ ἄκοντα εἰς τὰ Χροῦσα.

Ἡ ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ συντρόφου του λύπη καὶ ἡ ἐκ τῆς πρώην κακῆς διαίτης δυσκρασία τοσοῦτον ἐδείνωσαν τὴν κατάστασιν τοῦ δυστυχοῦς θαυματοποιοῦ, ὥστε ἐρχόμενος πρωίαν τινὰ ὁ υἱός του νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ εὗρε τὴν κλίνην κενὴν καὶ τὸν πατέρα του ἐντὸς φερέτρου ἕτοιμον πρὸς μετακόμισιν εἰς τὴν τελευταίαν του κατοικίαν.

Ὀκτὼ μετὰ τὴν ἀπαγωγήν του ἡμέρας καὶ δυὸ ὥρας μετὰ τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ ὁ Πλούτων, ὅστις εἶχε κατορθώσει νὰ δραπετεύσῃ ἀπὸ τὰ Χροῦσα, ἔξεεν ἐπιμόνως τὴν ἐξώθυραν τοῦ νοσοκομείου. Ταύτην ἤνοιξε δυστυχῶς εἰς αὐτὸν ἀντὶ τοῦ θυρωροῦ τελειόφοιτος τῆς ἰατρικῆς σχολῆς, προσληφθεὶς ὡς βοηθὸς τοῦ χειρουργοῦ. O ἀποτρόπαιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ἠσχολεῖτο πρὸς διαβόησιν τοῦ ὀνόματός του εἰς πειράματα ζωντοτομίας, τῆς συνισταμένης, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν ἀντὶ πτώματος ἀνατομὴν ζωντανοῦ θύματος πρὸς ἐπισκόπησιν τῆς λειτουργίας τῶν ἐσωτερικῶν του ὀργάνων, τῆς κινήσεως τῶν μυώνων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τομῆς τοῦ νεύρου ἢ τῆς ἐξαιρέσεως ἐγκεφαλικοῦ λοβοῦ. Αἱ θηριωδίαι αὗται ἐνδέχεται μὲν νὰ ἦναι χρήσιμοι εἰς τοὺς σπουδαστάς, ἀλλ᾿ ἐξ ἀρχῆς ἐπροκάλεσαν καὶ ἐξακολουθοῦσι προκαλοῦσαι τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὰς διαμαρτυρήσεις πάντων τῶν ἐχόντων σπλάγχνα.

  Ἡ θέα τοῦ καλοῦ ἐκείνου ζῴου, ἀσθμαίνοντος ἐκ τοῦ μακροῦ δρόμου, τοῦ σείοντος τὴν οὐρὰν καὶ μὲ ἀνθρώπινον βλέμμα ἱκετεύοντος νὰ τοῦ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς αἰθούσης, ὅπου ὑπέθετεν ἀκόμη εὑρισκόμενον τὸν αὐθέντην του, δὲν ἴσχυσε νὰ μαλάξῃ τὴν λιθίνην τοῦ ζωοτόμου καρδίαν. Συλλαβὼν τὸν ἀνύποπτον Πλούτωνα καὶ δέσας αὐτὸν ἐπὶ τῆς ἀνατομικῆς τραπέζης, ἤρχισε νὰ κρεουργῇ τὰς σάρκας του ἀνηλεῶς. Ἐνῷ εἰς τοιαύτην παρεδίδετο διασκέδασιν, ἐπέστρεφεν ὁ Κάρλος εἰς τὸ νοσοκομεῖον πρὸς παραλαβὴν τῆς πενιχρᾶς πατρικῆς κληρονομίας, ἤτοι δέματος θεατρικῶν ἐνδυμάτων. Ὁ ἐκ τῆς μαχαίρας πόνος καὶ ἡ αἴσθησις τῆς προσεγγίσεως τοῦ νεαροῦ κυρίου του μετέδωκαν εἰς τὸν Πλούτωνα δυνάμεις ἱκανὰς νὰ συντρίψῃ τὰ δεσμά του καὶ νὰ προβάλῃ κάτωθεν τῆς θύρας τὸν δασύμαλλον αὐτοῦ πόδα καταιματωμένον. Σπαραξικάρδια ἀντήχησε τότε ἡ δυωδία τοῦ πρὸς τῆς κλειστῆς θύρας κλαίοντος παιδίου καὶ τοῦ ὄπισθεν αὐτῆς γοερῶς ὑλακτοῦντος σκύλου. Ὁ θόρυβος ἐκεῖνος προσείλκυσε τὸν ἰατρόν, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ βροντοφώνημα ἠναγκάσθη ὁ ζωοτόμος νὰ ὑπακούσῃ, ἀνοίγων τὴν θύραν. Ὁ Πλούτων ἐχύθη εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ ὀρφανοῦ, ὁ δὲ ἰατρὸς ἐπέδειξε καὶ πάλιν τὴν ἀγαθότητα τῆς ψυχῆς του, δὶς πτύσας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βδελυροῦ δημίου καὶ ἔπειτα περιδέσας μετὰ πάσης ἐπιμελείας τὰς χαινούσας τοῦ θύματος πληγάς, εἰς τὸ ὁποῖον διέταξε νὰ προσφέρωσι πινάκιον γάλακτος καὶ νὰ τὸ ἀφήσωσιν ἔπειτα νὰ ἡσυχάσῃ.

Ἀδύνατον ὅμως ἦτο νὰ εὕρῃ ὁ Πλούτων ἡσυχίαν πρὸ τῆς ἀνευρέσεως καὶ τοῦ πρεσβυτέρου του κυρίου. Εὐθὺς ὡς ἔμεινε μόνος, ὠρθώθη ἐπὶ τῶν κλονουμένων ποδῶν του καὶ ἔσπευσεν εἰς τὸ θεραπευτήριον καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν μικρὰν ὑπόστεγον αὐλήν, ὅπου ἀπεθέτοντο μέχρι τῆς ἐκφορᾶς των οἱ ἀποθανόντες. Ὁδηγὸν ἔχων τὴν ἀλάνθαστον ρῖνα του καὶ ὅτε μὲν τὴν γῆν, ὅτε δὲ τὸν ἄνεμον ὀσφραινόμενος κατώρθωσε ν᾿ ἀνεύρῃ καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν πρὸς τὸ νεκροταφεῖον. Ἡ ἐλεεινὴ ἐν τούτοις καὶ ἀλλόκοτος ὄψις τοῦ τυλιγμένου εἰς αἱμοβαφῆ πανία ἐκείνου σκύλου ἐκίνει τὴν περιέργειαν τῶν διαβατῶν καὶ ἐξήγειρε τὴν ἀσυνείδητον παιδικὴν ὠμότητα τῶν ἁγυιοπαίδων, οἵτινες ἔτρεχον κατόπιν αὐτοῦ κραυγάζοντες καὶ λιθοβολοῦντες. Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐξελθόντες οἱ μαθηταὶ τοῦ Λυκείου εἰς τὸν συνήθη ἑσπερινὸν περίπατον ἀνήρχοντο ἐν στρατιωτικῇ παρατάξει τὸν ἀνήφορον τῆς Ἄνω Σύρου. Αἱ τάξεις διεσπάσθησαν ἀμέσως καὶ πάντες ἐτρέξαμεν εἰς βοήθειαν τοῦ κινδυνεύοντος φίλου μας, ἐνῷ ἐπρόβαλε πνευστιῶν ὁ Κάρλος ἐξ ἄλλης ὁδοῦ. Ἀλλ᾿ ἦτο πλέον ἀργά. O Πλούτων, τοῦ ὁποίου ἐξήντλησαν τὰς τελευταίας δυνάμεις ἡ ὁρμὴ τοῦ δρόμου, ὁ τρόμος καὶ οἱ λιθοβολισμοί, κατέπεσε πλησίον τῆς πύλης τοῦ νεκροταφείου, μόλις προφθάσας νὰ γλείψῃ τὰς χεῖρας τοῦ παιδίου πρὶν ἢ ἐκπνεύσῃ πρὸ τῶν γονάτων του.

Συλλέξαντες δι᾿ ἐράνου τρεῖς δραχμὰς κατεπείσαμεν δι᾿ αὐτῶν τὸν νεκροθάπτην ν᾿ ἀποθέσῃ τὸ λείψανον τοῦ Πλούτωνος εἰς λάκκον σκαφέντα πλησίον τοῦ νεκροταφείου, ἀφοῦ ἀδύνατον ἦτο νὰ ταφῇ ἐντὸς αὐτοῦ διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶχε τέσσαρας πόδας. Πολλάκις ἔκτοτε ἀναγινώσκων ὅσα γράφονται περὶ μελλούσης ζωῆς ἔτυχε νὰ σκεφθῶ ὅτι, ἂν ἀληθεύῃ ἡ γνώμη τῶν πιστευόντων ὅτι δὲν ἐπιζῇ εἰς τὸ σῶμα πᾶσα ψυχή, ἀλλὰ μόνη ἡ πίστις, ἡ ἀφοσίωσις, ἡ αὐταπάρνησις καὶ ἡ ἀγάπη βραβεύονται εἰς τὰς αἰωνίους μονάς, πολὺ πιθανώτερον παρὰ πολλῶν μεταστάντων γνωρίμων φίλων μου εἶναι νὰ εὑρίσκεται ἐκεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ καλοῦ ἐκείνου σκύλου.

1. O διευθυντὴς τοῦ Λυκείου ἐπέβαλλε κατ᾿ ἀμερικανικὸν σύστημα εἰς τοὺς γονεῖς νὰ χορηγῶσι κατὰ μήνα ἀνὰ πέντε δραχμὰς εἰς τοὺς μικροὺς καὶ δέκα εἰς τοὺς μεγάλους ὑποτρόφους, διὰ νὰ συνηθίζωσιν ἐνωρὶς εἰς τὴν διαχείρισιν χρημάτων. Εἰς οὐδένα ὅμως ἐπετρέπετο ἡ παροχὴ ἀνωτέρου ποσοῦ πρὸς ἀποφυγὴν πλουτοκρατικῶν διακρίσεων.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://youtu.be/punl6VFOjfU


26.3.26

Η ανατρεπτικότερη ιστορία του Σέρλοκ Χολμς: Η κοιλάδα του φόβου του Αρ. Κόναν Ντόυλ AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 Η ανατρεπτικότερη ιστορία του Σέρλοκ Χολμς:

 Η κοιλάδα του φόβου

του Αρ. Κόναν Ντόυλ

AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 


  Η 
Κοιλάδα του Φόβου είναι το τέταρτο και τελευταίο μυθιστόρημα του σερ Αρθρουρ Κόναν Ντόυλμε πρωταγωνιστή τον Σέρλοκ Χολμς. Η ιστορία δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στο περιοδικό Νήμα (Strand) από τον Σεπτέμβριο του 1914 ως τον Μάιο του 1915. Ολοκληρωμένη εκδόθηκε σε βιβλίο από την Εταιρεία Τζωρτζ Χ. Ντόραν στη Νέα Υόρκη στις 27 Φεβρουαρίου 1915 με εικονογράφηση του Άρθουρ Ι. Κέλλερ.


    Δομή: Ακολουθεί το μοντέλο των «δύο μερών» (όπως και το πρώτο βιβλίο, «Σπουδή στο Κόκκινο»). Το πρώτο μέρος είναι ένα κλασικό αγγλικό αστυνομικό μυστήριο σε έπαυλη, ενώ το δεύτερο είναι ένα σκληροτράχηλο αμερικανικό θρίλερ με συμμορίες. Είναι το βιβλίο που εδραιώνει τον καθηγητή Μοριάρτι ως τον «εγκέφαλο» πίσω από το παγκόσμιο έγκλημα, παρόλο που ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ αυτοπροσώπως στη σκηνή.

    Ιστορική βάση: Το δεύτερο μέρος βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η οργάνωση των «Σκάουρερς» είναι εμπνευσμένη από τους Molly Maguires, μια μυστική οργάνωση Ιρλανδών ανθρακωρύχων στην Πενσυλβάνια του 19ου αιώνα.

    Ατμόσφαιρα: Το βιβλίο έχει μια πιο σκοτεινή και απαισιόδοξη χροιά σε σχέση με άλλες περιπέτειες του Χολμς, καθώς το τέλος αφήνει να εννοηθεί ότι το κακό (ο Μοριάρτι) μπορεί να κερδίσει. Αντί για έναν απλό φόνο, το έργο εξερευνά θέματα όπως τη διείσδυση των μυστικών υπηρεσιών (πρακτορείο Πίνκερτον) και τη διαφθορά στις τότε βιομηχανικές κοινότητες.

Η «Κοιλάδα του Φόβου» χωρίζεται σε δύο μέρη που συνδέονται με έναν ανατρεπτικό τρόπο:

Μέρος 1ο: Το Μυστήριο του Μπίρλστοουν

Ο Σέρλοκ Χολμς λαμβάνει ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα από έναν πληροφοριοδότη του καθηγητή Μοριάρτι, που τον προειδοποιεί ότι κάποιος «Τζον Ντάγκλας» κινδυνεύει. Πριν προλάβει να δράσει, μαθαίνει ότι ο Ντάγκλας δολοφονήθηκε άγρια στην έπαυλή του στο Μπίρλστοουν.

Στον τόπο του εγκλήματος, ο Χολμς βρίσκει παράξενα στοιχεία: Ένα πτώμα με παραμορφωμένο πρόσωπο από πυροβολισμό. Ένα χαμένο δαχτυλίδι γάμου. Ένα παράξενο σημάδι (έγκαυμα) στο αντιβράχιο του θύματος. Μια κάρτα με τα αρχικά «V.V. 341».

Ο Χολμς καταλαβαίνει ότι η σκηνή είναι στημένη και ανακαλύπτει ότι ο Ντάγκλας είναι ζωντανός, κρυμμένος σε μια κρύπτη του σπιτιού. Το θύμα ήταν στην πραγματικότητα ένας άντρας που του είχε επιτεθεί, και ο Ντάγκλας τον σκότωσε σε αυτοάμυνα.

Μέρος 2ο: Οι Σκάουρερς (The Scowrers)

Η ιστορία κάνει αναδρομή 20 χρόνια πίσω, στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ. Ο Τζον Ντάγκλας (τότε γνωστός ως Τζακ ΜακΜέρντο) εισχωρεί σε μια βίαιη μυστική οργάνωση ανθρακωρύχων, τους «Σκάουρερς», που τρομοκρατούν την περιοχή (την «Κοιλάδα του Φόβου»).

Στην κορύφωση της δράσης, αποκαλύπτεται ότι ο ΜακΜέρντο είναι στην πραγματικότητα ο Μπερντ Έντουαρντς, ένας ντετέκτιβ του πρακτορείου Πίνκερτον, που κατάφερε να παγιδεύσει και να διαλύσει τη συμμορία.

Ο Επίλογος

Οι επιζώντες της συμμορίας τον καταδίωκαν για εκδίκηση μέχρι την Αγγλία. Παρόλο που ο Χολμς εξιχνιάζει την υπόθεση, το βιβλίο τελειώνει με μια σκοτεινή νότα....,

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΟΜΩΣ ΣΤΟ ....AUDIOBOOK: 

https://www.youtube.com/watch?v=tehkDEUvyKU

17.3.26

Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά (1892) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο - ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 

Στην Ἁγι-Ἀναστασά (1892)

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 
Κείμενο - ΑUDIOBOOK
διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

   Πέντε ἄνδρες εἶχον κατέλθει εἰς τὸ Πρυΐ, μίαν Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1875, καὶ ἐκ τῶν πέντε τούτων οἱ τρεῖς ἦσαν ἀρχαιολόγοι μὲ δίοπτρα. Ἀλλ᾽ ἐκ τῶν τριῶν, ὁ πρῶτος ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ σωζόμενον ἐκεῖ ἐρείπιον ἦτο ναὸς εἰδωλολατρικός, ὁ δεύτερος ἰσχυρίζετο ὅτι ἦτο χριστιανικὴ ἐκκλησία, ἂν δὲν ἦτο βαλανεῖον ρωμαϊκόν, καὶ ὁ τρίτος ἐπέμενεν ὅτι ἦτο, τὸ πολύ, ἀρχοντικὸν μέγαρον, ἤτοι πύργος βενετικός, ἐπικαλούμενος ὑπὲρ τῆς γνώμης του καὶ τὸ ὄνομα Πρυΐ, ὅπερ ἔλεγε σχηματισθὲν ἐκ τοῦ Πυργί, κατὰ μετάθεσιν γραμμάτων. Τοῦ τελευταίου τὴν γνώμην ἠσπάζετο ἀπροκαλύπτως, μετέχων τῆς ἐκδρομῆς, καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου, ὅστις εἶχεν ἀνεγνωρισμένην εἰδικότητα εἰς τὴν ἐτυμολογίαν. «Τὸ ἄιντε εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἄγε δή, τὸ ἀρή, κλητικὸν ἐπιφώνημα τῶν γυναικῶν τοῦ τόπου, εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἀρίστη, τὸ βρὲ εἶναι ἀπ᾽ τὸ μῶρε - (μωρὲ - μ᾽ρὲ - μβρὲ - μπρὲ) βρέ». Κ᾽ ἐξετόξευε κεραυνοὺς ἀγανακτήσεως κατ᾽ ἐκείνων οἵτινες ζητοῦσι τουρκικὴν παραγωγὴν διὰ τὰς λέξεις, ἐνῷ εἶναι τόσον εὔκολον, ἔλεγε, ν᾽ ἀνευρίσκωμεν παντοῦ ρίζαν ἑλληνικήν.

Ἰδοὺ πῶς συνέβη τὸ πρᾶγμα. Ὁ δήμαρχος τῆς πολίχνης, τὸ δεύτερον πρὸ ἔτους ἐκλεχθείς, εἶχε φιλοτιμηθῆ νὰ καλέσῃ εἰς ἑστίασιν, ἐπάνω, εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν, τοὺς τρεῖς ἀρχαιολόγους, μετ᾽ αὐτῶν δὲ καί τινας ἄλλους φίλους του. Ἡ συνοδία εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ ὀναρίων, ἀπὸ τῆς αὐγῆς, τὸν μέγαν ἀνήφορον, εἰς ἑκατοντάδων τινῶν μέτρων ὕψος, ὅστις ἐφαίνετο εἰς τοὺς ἀγαθοὺς νησιώτας τόσον ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Κίσσαβος. Ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀφοῦ ἐδροσίσθησαν ὑπὸ τὴν ἐξαίσιον φυλλάδα τῶν μεγαλοπρεπῶν πλατάνων, κ᾽ ἔπιον ὕδωρ ἐκ τῆς ἀμφιλαφοῦς κρήνης, τῆς προχεούσης εἰς ὅλην τὴν μαγευτικὴν κοιλάδα τὰ διαυγῆ της νάματα, οἱ μὲν ἄλλοι ἐστρώθησαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, καὶ παρηκολούθουν μὲ βλέμμα θωπευτικὸν τὸ ὁλονὲν ροδίζον ἀρνὶ εἰς τὴν σούβλαν, περιμένοντες ὅσον οὔπω ν᾽ ἀπολαύσωσιν ὡς «προφταστήρα»* τὸ ὀρεκτικὸν κοκορέτσι, οἱ δὲ πέντε ἐκ τῆς συνοδίας ἐπέβησαν ἐκ νέου εἰς τὰ ὀνάριά των καὶ διευθύνθησαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἀνέβησαν εἰς τὸ ψήλωμα τοῦ βουνοῦ, ἐκεῖθεν ἐκατηφόρισαν δεξιά, διέτρεξαν τὴν θέσιν τὴν καλουμένην «τ᾽ Μανώλ᾽ ἡ σουφριά*», καὶ μετὰ πορείαν μιᾶς ὥρας ἔφθασαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἐστράφησαν δυτικώτερον πρὸς τὰ ἀριστερά, ὁδεύοντες εἰς σύσκιον δρομίσκον ὑπὸ ἀδελφωμένας δρῦς καὶ πτελέας, καὶ τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ παλαιὸν ἐρείπιον.

Ὁ συνοδίτης τῶν τριῶν ἀρχαιολόγων καὶ τοῦ δημοδιδασκάλου, ὁ πέμπτος, νεανίας εἰκοσαέτης, εἶχε κατὰ τὸ φαινόμενον, τὸ ἀξιώτερον ὑποζύγιον ὑπὲρ πάντας τοὺς λοιπούς, ὑψηλὸν ὄνον, εὔρωστον, πλατυκόκκαλον, καὶ ὑποκοκκινίζοντα τὸ τεφρὸν τρίχωμα. Καὶ ὅμως, ἀντὶ νὰ τρέχῃ πρῶτος, ἤρχετο τελευταῖος πάντων τῶν συνοδοιπόρων. Ὁ ὄνος ἐφαίνετο ἀναίσθητος εἰς ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ ἔδιδεν εἰς τὰ νῶτα ὁ ἀναβάτης, μὲ τὴν ράβδον του πρῶτον, εἶτα μὲ αὐτὸ τὸ σχοινίον τοῦ καπιστρίου. Ἐφαίνετο ὅτι δὲν εἶχε φάγει καλὰ τὸ χόρτον του ἢ τὸ ἄχυρόν του, ἢ ὅτι ἦτο ἀποφασισμένος νὰ πεισμώσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὸν ἀναβάτην. Ὅσον οὗτος ἐκτύπα, τόσον ὀκνότερος ἐγίνετο ἐκεῖνος. Ἐνίοτε ἐδοκίμαζε νὰ τὸν ἐρεθίσῃ ὑπὸ τὴν κοιλίαν διὰ τῶν ὑποδημάτων του. Ὅλα εἰς μάτην. Καὶ ἦτο θαῦμα πῶς κατώρθωσε νὰ μὴ χάνῃ ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοὺς πολλὰ βήματα προπορευομένους αὐτοῦ τέσσαρας ἄνδρας, ὧν οἱ δύο εἶχον ἀκολουθοῦντας καὶ τοὺς ἀγωγιάτας των. Οὗτοι δ᾽ ἔβλεπον ἀδιάφοροι τὴν βάσανον τοῦ τελευταίου ἀναβάτου, ὅστις ἄλλως δὲν κατεδέχετο νὰ κράξῃ αὐτοὺς εἰς βοήθειαν. Τέλος ἔφθασε καὶ οὗτος εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο τὸ σωζόμενον ἐρείπιον.

Μετὰ τὴν γενομένην ἐπίσκεψιν καὶ τὰς εἰκασίας, ἃς ἐξέφεραν οἱ τρεῖς σοφοὶ περὶ τοῦ τί νὰ ἦτο καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν νὰ εἶχε κτισθῆ τὸ ἐρείπιον, οἰκτείραντες καὶ τοὺς ἁρμοδίους διατί νὰ μὴ διατάξωσι ν᾽ ἀνασκαφῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος, ἡ μικρὰ συνοδία ἐξεκίνησεν, ἐπιστρέφουσα πρὸς συνάντησιν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐξοχικῆς ἐκδρομῆς. Ἀλλ᾽ οἱ τρεῖς ἀρχαιολόγοι καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶχαν φθάσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, καὶ εἶχαν φάγει τὸ κοκορέτσι, καὶ εἶχαν πίει ἀνὰ δύο μαστίχας, καὶ ἤδη μετέβησαν εἰς τὸ σπληνάντερον (ἦτο ἑνδεκάτη ὥρα πρὸ τῆς μεσημβρίας), ὁ δὲ πέμπτος συνοδίτης, μείνας πολὺ ὀπίσω δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη. Παρῆλθε δὲ μία ὥρα, καὶ εἶχαν στείλει τοὺς δύο ἀγωγιάτας ὀπίσω, πρὸς ἀναζήτησίν του, ὅταν αἴφνης τὸν βλέπουσι θριαμβευτικῶς ἐλαύνοντα ἐπὶ τοῦ ὄνου του, ὅστις ἔτρεχεν ὡς ἀτμάμαξα τὴν φορὰν ταύτην, καὶ ἐρχόμενον ὄχι ἐκ δυσμῶν, ἀπ᾽ ἐκεῖ ὁποὺ τὸν ἐπερίμεναν ὅλοι νὰ ἐμφανισθῇ, ἀλλ᾽ ἐξ ἀνατολῶν, ἀπὸ τὸ ἀντίθετον μέρος, ὡς νὰ ἤρχετο δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην.

Οὐδὲν ἀπιθανώτερον τῆς ἁπλῆς ἀληθείας. Ὅλη ἡ συνοδία τότε δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔκαμεν ἐπίτηδες, διὰ νὰ τοὺς ἐκπλήξῃ. Καὶ ὅμως ἰδοὺ τί εἶχε συμβῆ. Ὁ εὔρωστος ὄνος, ἐννοήσας, φαίνεται, τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀναβάτου, τὸ εἶχε παρακάμει τὴν φορὰν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ἦτο καὶ ἀνήφορος εἰς τὴν ἐπιστροφήν. Δὲν ἤθελεν ἀπολύτως νὰ βαδίσῃ. Ἐπήγαινε μὲ βραδύτητα χελώνης. Οἱ τέσσαρες λόγιοι εἶχαν προπορευθῆ τόσον, ὥστε ὁ πέμπτος συνοδίτης τοὺς ἔχασε, καὶ δὲν τοὺς ἔβλεπε πλέον οὔτε τοὺς ἤκουε. Πολὺ δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶχε χάσει τὸν δρόμον, καὶ εἶχε στραφῆ, αὐτὸς ἢ ὁ ὄνος του, ἀνατολικώτερον, πρὸς βαθὺ ρεῦμα, ὑγρόν, σύνδενδρον, σκιερόν, ἀναμέσον δύο ὑψηλῶν κορυφῶν. Ἐκεῖ ἀνεγνώρισε τὸ μέρος. Ἦτο τὸ «Κρύο Πηγάδι». Βαρυνθεὶς νὰ κτυπᾷ ἀνωφελῶς τὸν ὄνον, μὲ τοὺς μηροὺς αἱμωδιῶντας, ἐπέζευσε, καὶ κρατῶν τὸ καπίστρι μὲ τὴν ἀριστεράν, τὸ ραβδίον μὲ τὴν δεξιάν, ἐδοκίμασεν ἂν θὰ ἠνάγκαζε τὸν ὄνον νὰ βαδίσῃ ἐλαύνων ὄπισθεν. Ἐκεῖ, μὲ τὸ λεπτὸν ραβδίον του, ρεμβός, χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῇ, ἐκέντησε τὸ ζῷον ὑπὸ τὸ σάγμα ὄπισθεν, εἰς τὰ νεφρά. Τότε διὰ μιᾶς ὁ ὄνος ἔλαβε τοιοῦτον ἀπίστευτον δρόμον, ὥστε ὁ νέος ἐξαφνίσθη, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τοῦ φύγῃ τὸ καπίστρι ἀπὸ τὴν χεῖρα. Τότε λοιπὸν ηὗρε «τὸν σφυγμὸν» τοῦ ὀναρίου. Ἐπέβη ἐκ νέου, καὶ «ποῦ σὲ σφάζ᾽, ποῦ σ᾽ πονεῖ;» ἤρχισε νὰ κεντᾷ, ἀλύπητα· τὸ ὀνάριον ἔτρεχεν ὡς βαποράκι. Ἀναγνωρίσας δὲ τὸν δρόμον, ὁ ἀναβάτης ἐστράφη δεξιά, καὶ ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν, ἀπὸ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους, ἔφθασε καλπάζων εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν· ἔφθασε δὲ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης περιτέχνως λίαν ἐλιάνιζε τὸ ψητό, κ᾽ ἐστρώνετο ὑπὸ τὰ πελώρια δένδρα ἡ ἀπὸ φτέρες καὶ φυλλάδες πλατάνου εὐώδης τράπεζα.

Ἀλλ᾽ ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης δὲν ἤξευρε μόνον νὰ ψήνῃ εἰς τὴν σούβλαν καὶ νὰ λιανίζῃ τὸ σφαχτό· ἤξευρε νὰ διηγῆται καὶ χρονικά τινα ἐκ τοῦ βίου τῶν ποιμένων καὶ τῶν αἰπόλων κατὰ τὸ Πρυΐ, ὅπου ἐγγὺς εἶχεν ἀνατραφῆ καὶ αὐτός.

* * *

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὑψηλός, τεσσαρακοντούτης, ἄτριχος τὸ πρόσωπον, ἀρχίζων ἤδη νὰ ρυτιδοῦται, ὅμοιος μὲ γριάν, εἶχε συλλάβει τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἤτοι πρὸ δύο σχεδὸν μηνῶν), διὰ τὸ Πάσχα, τολμηρὸν σχέδιον. Οἱ ποιμένες τῶν Καλυβιῶν, ὁλόκληρον συνοικίαν ἀποτελοῦντες, ἐκκλησιάζοντο εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, οἱ αἰπόλοι τῶν Καμπιῶν, τῆς Μυγδαλιᾶς καὶ τοῦ Κουρούπη, ἐλειτουργοῦντο εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον. Οἱ ἄμοιροι βοσκοὶ τῆς Κεχρεᾶς, τ᾽ Ἁι-Κωνσταντίνου, τ᾽ Ἁι-Θανασιοῦ, τῶν Μποστανιῶν καὶ ἄλλων μερῶν, ἦσαν σκόρπιοι «σὰν τοῦ λαγοῦ τὰ τέκνα». Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅστις ἐπεκαλεῖτο καὶ «Γιάννης ἡ Γριά»1, ἐζήλευε πολὺ τὸν δεύτερον ἐξάδελφόν του, Γιάννην τὸν Λαδίκαν, ὅστις ἔκαμνε τὸν ἐπίτροπον εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια ὅπου ἐτελοῦντο πανηγύρεις, ἁρπάζων ἀπὸ τὰ μανουάλια τὰ συνημμένα εἰς ὀγκώδεις δέσμας ἡμίκαυστα κηρία, πατῶν αὐτὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ, κάτω εἰς τὰς πλάκας τοῦ ἐδάφους τοῦ ναοῦ, προφασιζόμενος ὅτι ἦτο φόβος μὴ λαμπαδιάσουν, ἂν τὰ ἄφηνε ν᾽ ἀποκαῶσι. Ὁ ἴδιος προέτεινε κ᾽ ἔκτακτον δίσκον, περιερχόμενος τὰς τάξεις τῶν πανηγυριστῶν, συλλέγων ἐράνους «γιὰ νὰ φτιαστοῦν οἱ ἐκκλησιές». «Ἦταν τάχα, Θεὸς νὰ μᾶς σχωρέσῃ, καὶ παστρικὰ τὰ χέρια του;» Ὅλα ταῦτα ἐκίνουν τὴν ἀντιζηλίαν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη. Ἀπὸ τὴν καθαρὰν ἑβδομάδα τοῦ εἶχεν ἔλθει ἡ ἰδέα, καὶ καθ᾽ ὅλην τὴν τεσσαρακοστὴν τὴν ἐπῴαζεν. Ἐμελέτα ν᾽ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ Ἁγ. Χαραλάμπους τὸν Γιώργη τὸν Τρυγολόγο, μὲ τὴν φαμίλιαν του, τοὺς Μιχαλογιανναίους, πατέρα καὶ υἱόν, καὶ τοὺς Μαυροδημαίους, τέσσαρας ἀδελφοὺς μὲ τὰς γυναῖκας, καὶ τὰ τέκνα των, ὅπως τοὺς σύρῃ πρὸς τὸ Πρυΐ, εἰς τὸ κατάμερον* τὸ ἰδικόν του, κ᾽ ἐκεῖ μετὰ τῶν ὑπαρχόντων τριῶν ἢ τεσσάρων ἄλλων αἰπόλων, νὰ καλέσωσιν ἱερέα, ὅπως ἑορτάσωσι κατ᾽ ἰδίαν τὸ Πάσχα.

* * *

Ὅσον δυνατὸς καὶ ἂν ἦτο εἰς τὴν ἐτυμολογίαν ὁ διδάσκαλος, περὶ οὗ ἐμνήσθημεν ἐν ἀρχῇ, ἓν πρᾶγμα παραδόξως ἐλησμόνει, ὅτι τὸ ἐρείπιον ἐκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ Ἁγία Ἀναστασιά. Ἀνατολικὸν ἦτο τὸ σωζόμενον τμῆμα τοῦ τοίχου, καμπύλον πρὸς τὰ ἔξω, καὶ φυσικὰ τὸ ἐξελάμβανέ τις ὡς χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος βυζαντινοῦ ναοῦ. Μόνον ὅτι ἦτο ἐκ λίθων μεγάλων, ὅγκων μαρμάρου ὀρθογωνίου σχήματος, λευκῶν, ὁμαλῶς εἰργασμένων, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα ὡμοίαζε μὲ τὰ λείψανα τῶν πελασγικῶν τειχῶν. Τὸ τειχίον τοῦτο, ὑψηλὸν ὡς ἀνάστημα ἀνδρός, ἵστατο ὄρθιον ἀκόμη. Ἄλλα λείψανα τοῦ κτιρίου δὲν ἐφαίνοντο, καὶ δυσκόλως ἠδύνατό τις νὰ εἰκάσῃ τὸ σχῆμα, τὸ μέγεθος καὶ τὸν προορισμὸν τῆς οἰκοδομῆς. Ἐν τοσούτῳ ἐκαλεῖτο Ἁγία Ἀναστασιά.

Ἔσωθεν τοῦ μικροῦ τείχους δὲν ἐφαίνετο θυσιαστήριον. Δὲν ὑπῆρχεν ἴχνος ἐπιχρίσματος ἢ τοιχογραφίας ἢ ἄλλο γνώρισμα. Ἀλλ᾽ ἐντεῦθεν, ἴσως, πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα αἰώνων, ν᾽ ἀνεπέμπετο εἰς τὸν θρόνον τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ὁ καπνὸς τοῦ θυμιάματος, καὶ ἴσως νὰ προσεφέρετο ἐπὶ βωμοῦ μὴ σωζομένου, ἡ λογικὴ καὶ ἄχραντος θυσία, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ὅστις ἱερεὺς ὢν τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου «ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον», ὡς λέγει ἡ Γραφή.

Ἁγία Ἀναστασιὰ ἐκαλεῖτο. Ἴσως τὸ πάλαι νὰ ἦτο ναὸς τῆς Κόρης τῆς ἐξ ᾍδου ἢ τῆς Ἑκάτης τῆς φαρμακίδος, καὶ οἱ χριστιανοί, οἱ φυσικοὶ κληρονόμοι τῆς θανούσης εἰδωλολατρίας, τὸν ἐβάπτισαν μετονομάσαντες ναὸν τῆς Φαρμακολυτρίας, κατ᾽ ἀντίφρασιν, ἢ τῆς Ρωμαίας, ἁπλῶς κατὰ σχέσιν ἐτυμολογικήν. Καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ὃν εἶχε παρακαλέσει ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης νὰ ὑπάγῃ νὰ τοὺς λειτουργήσῃ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἠγνόει εἰς ποτέραν τῶν δύο ὁμωνύμων ἦτο καθιερωμένος τὸ πάλαι ὁ ναός. Διότι ὑπάρχουσι δύο Ἅγιαι Ἀναστασίαι, ἡ Ρωμαία καὶ ἡ Φαρμακολύτρια.

Ἀλλὰ μὴ βλέπων θυσιαστήριον οὔτε κανδήλας οὔτε εἰκόνας, καὶ μὴ γνωρίζων ὑπαίθριον λειτουργίαν (τόλμημα τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἁπλῆ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν ἐπάνοδος), ἐζήτησε δι᾽ ἀφελοῦς σοφίσματος νὰ πείσῃ τοὺς ἀξέστους αἰπόλους, ὅτι τὸ καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ὑπάγουν νὰ λειτουργήσωσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, μικρὸν ἀπέχουσαν. «Κ᾽ ἡ Ἁγία Ἄννα, εἶπεν, εἶναι μισὴ Ἁγία Ἀναστασιά». Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πονηρὸς σπανός, τοῦ ἀπήντησεν ὅτι αὐτοὶ «δὲν ἤθελαν νὰ κάμουν μισὴ Ἀνάσταση, ἀλλ᾽ Ἀνάσταση σωστή».

Οἱ αἰπόλοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Ἁγία Ἀναστασιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἀνάστασις. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι εὐμαθέστεροι τοῦ γέροντος ἐκείνου ἱερέως, ὅστις, ἐρωτηθεὶς πρὸ χρόνων ἂν ἡ Ἁγία Κυριακὴ ἢ ἡ Μεταμόρφωσις εἶναι μεγαλυτέρα, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὅτι «ἡ Ἁγία Κυριακὴ εἶναι μεγαλύτερη, διότι ἑορτάζεται καθ᾽ ἑβδομάδα, ἐνῷ ἡ Μεταμόρφωσις μόνον μιὰ φορὰ τὸν χρόνον εἶναι». Καὶ μήπως πλεῖστοι, ἀκόμη καὶ σήμερον, δὲν νομίζουν ὅτι ὁ περίκλυτος ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι εἰς τιμὴν τῆς μεγαλομάρτυρος Ἁγίας τῆς ΙΖ´ Σεπτεμβρίου;

* * *

Ὁ Γιάννης ἡ Γριὰ δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν, εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀλλ᾽ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῇ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά. Ἀφοῦ τὸ πάλαι ἦτο ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ χῶρος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ, διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται; Μάτην ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐξώδευεν ὅλην τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του διὰ νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἐζήτει παράλογα. Ὁ αἰπόλος ἔμεινεν ἀμετάπειστος.

― Πῶς θὰ λειτουργήσω, βλοημένε, σὲ ξεσκέπαστο μέρος; τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία ἀποκάτ᾽ ἀπ᾽ τ᾽ ἀστέρια;

― Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο; ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. Ἔχουν, ἂς ποῦμε, ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες, μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια, καὶ βγαίνουν, κατάλαβες, ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση· κ᾽ ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ᾽ ἐκκλησιά, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε, κατάλαβες, νὰ κάμουμ᾽ Ἀνάσταση σ᾽ ἕνα ξέσκεπο μέρος, ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρό, κατὰ πῶς λένε, ἐκκλησιά;

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν, εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη, ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα, καὶ εἶπε:

― Κάμνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ᾽ τὶς ἐκκλησιές, ναί· μὰ λειτουργία;… Πῶς θὰ λειτουργήσουμε;

― Ἀπάνου στὰ μάρμαρα, ποὺ ἦταν μιὰ τ᾽ ἁι-δῆμα, ἂς ποῦμε.

― Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη.

― Τὸν παλαιὸ καιρό, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει, κατάλαβες, δὲν ἦταν συνγκαινιασμένη;

― Τὸ Πηδάλιο λέει ὅταν βεβηλωθῇ μία ἐκκλησία, νὰ μὴ λειτουργιέται, ἂν δὲν ξανακτισθῇ κ᾽ ἐγκαινιασθῇ πάλι.

Ἐπὶ τέλους ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἴσως θὰ τὸν ἔπειθε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, ἥτις δὲν ἀπεῖχε πολύ, καὶ ἦτο κι αὐτή, κατὰ δεύτερον λόγον, γειτόνισσά του, ὅπως ἐκαυχᾶτο ὁ αἰπόλος λέγων ὅτι τὴν Ἁγία Ἀναστασιὰ «τὴν εἶχε γειτόνισσα». Ἀλλ᾽ ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς δὲν ἔπειθεν ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἠδύνατο ἀκατακρίτως νὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν. Ὁ ναΐσκος εἶχε τὴν στέγην του, τὸ θυσιαστήριον εἰσέχον ἔγκτιστον εἰς τὸν τοῖχον, καὶ ἡ Πρόθεσις, ἐκαλύπτοντο ἀπὸ δύο σπιθαμὰς χώματος καὶ λίθων, πεσόντων ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς χιβάδος, τὸ εἰκονοστάσιον ἦτο ὀρθὸν ἀκόμη, ἀλλ᾽ αἱ θυρίδες του ἔχασκον ἔρημοι εἰκόνων, καὶ τὰ δύο παράθυρα τοῦ βορείου καὶ τοῦ νοτίου τοίχου ἔφεγγον καὶ αὐτὰ ἄφρακτα, καὶ ὁ ἄνεμος ἐβόιζεν εἰσπνέων δι᾿ αὐτῶν καὶ ἐκπνέων. Ὡμοίαζε μὲ γραῖαν νωδήν, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀμμάτων, μὲ τὰ ὦτα βομβοῦντα ἀπὸ ἤχους φαιδρῶν φωνῶν παιδίων, χλευαζόντων σκληρῶς τὴν ἀδυναμίαν της. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κανδήλιον εὐσεβῶς ἀναφθὲν ἐκ ταξίματος εὐλαβοῦς προσκυνητρίας οὔτε μανουάλιον διαχέον παρήγορον φῶς εἰς τὰς ἠμαυρωμένας μορφὰς τῶν ἠκρωτηριασμένων εἰς τοὺς τοίχους ὀλίγων ἁγίων. Τὸ παρεκκλήσιον ἦτο ἀφιερωμένον ποτὲ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, κ᾽ ἐκαλεῖτο συνήθως Παναγίτσα, ὑπ᾽ ἄλλων δὲ Ἁγία Ἄννα. Ἀλλ᾽ ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐδίσταζεν ἄν, καὶ μὲ ἀλλαχόθεν δανειζομένας εἰκόνας, καὶ μὲ ἀναρτώμενα προχείρως κανδήλια, ἐπετρέπετο νὰ τελέσῃ λειτουργίαν ἐκεῖ.

Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον, καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην.

― Ἂς εἶναι, μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά, εἶπε, καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ πράγματά σας, καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες, καὶ πηγαίνομεν κάτου στὴν Παναγία 〈τὴν〉 Δομάν, καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ.

― Στὴν Παναγιὰ τὴν Δομά;… μὰ εἶναι μακριά.

―Ὣς πόσο;… Σὲ μισὴ ὥρα φθάνουμε.

― Εἶναι, νά ᾽χω τ᾽ν εὐκή σ᾽, παπά, παραπάν᾽ ἀπὸ μιὰ ὥρα.

― Δὲν θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τρία τέταρτα. Ὅλ᾽ ἡ νύχτα δική μας εἶναι. Ἔχουμε καιρὸ νὰ φθάσουμε.

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε, μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι, καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀναγινώσκῃ τὴν παννυχίδα καὶ τὸ Κύματι θαλάσσης, ὅλα διαβαστά. Εἶτα ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον, ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους, καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν, ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι, ἐφόρεσεν ἄλλο ἰόχρουν μεταξωτὸν καὶ λευκὸν φαιλόνιον (ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήγαγεν ἀπὸ τὸ δισάκκιον τὸ περικλεῖον τὰ ἱερά του), καὶ ἀνάψας λαμπάδα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μελῳδικῶς τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς, μεθ᾽ ὃ ἔψαλε, Τὴν Ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ.

Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι, ἀναγνοὺς τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἤρχισε μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῇ φωνῇ νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του, παιδίου δωδεκαετοῦς, ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν. Ὡραία δὲ καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνή, ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν ὄψιν, ἀγλαϊζομένου ἀπὸ τὸ τρέμον, ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς, φῶς πεντήκοντα λαμπάδων, σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά, διαυγὴς καὶ μυστηριώδης, ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνους τοὺς εἰς διαδήματα κορυφουμένους κραταιοὺς κλῶνας, μὲ τὰ φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα ὡς χρυσαῖ φολίδες, ὑπὸ τὴν λαμπηδόνα τῶν πυρσῶν, μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα ἀόρατα πνεύματα, ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ, Δρυάδες εὔσωμοι καὶ Ὀρεστιάδες ραδιναί, ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνὰ τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας, καὶ σήμερον μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια, καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων λαμπάδων· ἀναθαρρήσασαι πρὸς καιρὸν ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ καλλιμαρμάρου ἱδρύματος, καὶ τώρα μετὰ θάμβους βλέπουσαι τὴν ἀναζωπύρησιν τῶν πασχαλίων πυρσῶν καὶ ὀσφραινόμεναι τὴν ὀσμὴν τοῦ χριστιανικοῦ μοσχολιβάνου εἰς τὰ βάθη τοῦ δρυμῶνος.

* * *

Ἐνῷ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν ὁμαλῇ τῇ φωνῇ τὰ εἰρηνικά, καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἐκκλησιῶν, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς, κτλ., ὄπισθεν τοῦ πρώτου πελωρίου κορμοῦ τῆς χιλιετοῦς δρυός, ὃν τρεῖς ἄνδρες συνάπτοντες τὰς ὀργυιάς, μόλις ἠδύναντο ν᾽ ἀγκαλιάσωσιν, ἠκούετο βραχὺς διάλογος, οἷος ὁ ἑξῆς, μεταξὺ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰπόλων, ὧν ὁ πρῶτος, 〈ὁ〉 Γιάννης ὁ Κούτρης, ἔλυεν ἀπαντῶν τὰς ἀπορίας τῶν ἄλλων:

― Ντουγρού, ντουγρού*;

― Ταμάιμα*.

― Μονοκοπανιά;

― Τὰ ἴσα, ζέρ*.

― Σ᾽μ Παναϊὰ τ᾽ Ντομάν;

― Ντούρμα*, παπὰς ἔτσ᾽ εἶπε.

― Τοὺ ρέμα-ρέμα;

― Δὲ-θὲ-πᾶμι;

― Θὲ-πᾶμι, ζέρ!

Ἀλλ᾽ ὁ διάλογος οὗτος διεκόπη ὑπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἱερέως, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια, κ᾽ ἔκραξεν εἰς τὸ ποίμνιόν του.

«Εἶστ᾽ ἕτοιμοι; Πᾶμε!» Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων τὰ περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια, εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι πεζοί, οἱ μὲν κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας, μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες, μὲ τὴν δεξιάν, νὰ σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς καὶ τοὺς ἀμολγοὺς τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον, βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς ἐφ᾽ ἧς δὲν θ᾽ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον, τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν ὡς ἔμψυχα δίκρανα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ἢ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι, μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων, ἄγοντες τὰ αἰπόλιά των, μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των, βελάζοντα ἐρωτηματικῶς, εἰς ἃ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν. Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, 〈πότε〉 ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας. Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς Ἀνοίξεως ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῇ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ᾽ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους, καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν λιγυρὰν ἀδελφήν του, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του.

* * *

Εἶχαν κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν ὀθόνην, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης. Ἠκούσθη δὲ μετ᾽ ὀλίγον βαθὺς παφλασμὸς ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός, μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς ἐπιαίνοντο ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμά του. Ἐκεῖ ἀντικρύ, προέκυπτεν ἐπ᾽ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτό ποτε κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους.

Ἦτο ἤδη ὣς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ᾽ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλῶνάς των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος. Ἦτο δὲ ἓν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσώζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι, ἐντὸς τῆς κοιλάδος τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι ἕως τέσσαρες δωδεκάδες. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια. Ἡ Παναγία τοῦ Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της, ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, κ᾽ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!»

Ἡ εὐσεβὴς τάσις τοῦ λαοῦ, ζητοῦντος, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐξωκκλησίων ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας, νὰ παρηγορηθῇ διὰ τὴν στέρησιν τῶν τόσων τὸ πάλαι ἱερῶν καὶ βωμῶν του, λησμονοῦντος τοὺς παλαιοὺς θεούς του χάριν τῶν νέων ἁγίων του, κατίσχυσε τῆς αὐστηροτέρας καὶ δογματικωτέρας θεωρίας, καθ᾽ ἣν ἀπηγορεύοντο εἰς τοὺς χριστιανοὺς οἱ ἀγροτικοί ναοί. Ἀκριβέστεροι δέ τινες ἑρμηνεῖς τοῦ γράμματος, ἱερομόναχοι καὶ ἀσκητικοὶ ἄνδρες, ἠρνοῦντο καὶ νὰ λειτουργῶσιν εἰς ἐξωκκλήσια. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας, καὶ ὁ λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, ἀγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατὰ κώμας καὶ χωρία, μὴ ἔχων πόρους νὰ κτίσῃ μεγάλας καὶ λαμπρὰς ἐκκλησίας, ἔκτισε πολλὰς καὶ πενιχράς. Ὁ δὲ Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος τῶν ἐπισήμων ἐπὶ γῆς διερμηνευτῶν του, «μνημονεύων τῶν ἐπὶ γῆς διατριβῶν», καθὼς εἶπεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνθυμούμενος τὴν πενιχρὰν προσφορὰν τῆς χήρας, ἐδέχετο καὶ τοῦ πένητος λαοῦ του τὸν εὐσεβῆ φόρον, καθὼς ἐδέχθη ἐκείνης τὰ δύο λεπτά.

* * *

Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐφωταγωγήθη τὸ παρεκκλήσιον, καὶ αἱ ποιμενίδες ἤναψαν πάμπολλα κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια, καὶ ἀνάψασαι πῦρ εἰς τὸ ὑπήνεμον, ἔξω τῆς θύρας, στήσασαι μεγάλην χύτραν, παρεσκεύαζον τὴν σούπαν. Δύο ἐξ αὐτῶν νεόνυμφοι ἐφόρεσαν τὰ κόκκινα φουστάνια των, καὶ τὰ βαβουκλιά* των μὲ τὰ κεντητὰ προμάνικα* καὶ τὰ τ᾽λουπάνιά των τὰ λευκά. Καὶ ὁ ἱερεύς, λαβὼν καιρόν*, ἐφόρεσεν ὅλην τὴν ἱερατικήν του στολήν, καὶ ὁ υἱός του, ὁ συλλειτουργός, ἔψαλλε τὸν κανόνα. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πραγματοποιήσας τὸ ὄνειρόν του, τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὡς ἐπίτροπος, ἐπρωτοστάτει εἰς τὸ ἄναμμα καὶ σβήσιμον τῶν κηρίων, πατῶν αὐτά, ἐνίοτε μὲ τὸ τσαρούχι του, μιμούμενος τὸν ἐξάδελφόν του τὸν Γιάννην τὸν Λαδίκαν, καὶ [ὅστις] ἵστατο δεξιόθεν εἰς τὸν χορὸν ὡς προεστὼς μὲ τόσην σοβαρότητα, ὥστε βλέπων τις αὐτὸν θὰ τὸν ἐνόμιζε ψάλτην, ἐξ ἰδιοτροπίας σιωπῶντα. Τὴν στιγμὴν δ᾽ ἐκείνην εἰσελθοῦσα εἰς τὸν ναΐσκον ἡ δωδεκαέτις κόρη του, τὸ Κουμπώ, ἱσταμένη τέως ἔξω παρὰ τὸν παραστάτην, ἐπιστατοῦσα εἰς τὸ κάχλασμα τῆς χύτρας, τοῦ λέγει εἰς τὸ οὖς:

― Ἀφέντ᾽, ἔρχουντι κόσμους.

― Ποιοὶ καὶ ποιοί; εἶπεν ἐξαφνισθεὶς ὁ Κούτρης.

―Ἔρχουντι ὁ Δημητράκης τς Κώτσινας, μαζὶ μὲ τὴ γυναῖκά τ᾽ Ἀσ᾽μηνιώ, καὶ ὁ Γιάννης τς Κ᾽στάλους κι ὁ μπαρμπα-Γιώργης…

― Ποιὸς μπάρμπας Γιώργης;

―Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽.

Ὡς κεραυνὸς ἔπεσε τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὴν ἀκοὴν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη.

―Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽! ἐπανέλαβε μηχανικῶς, κ᾽ ἐξηκολούθησεν, ἐρωτῶν τὴν θυγατέρα του, ὡς ἐὰν ἤξευρεν αὕτη:

― Τί, δὲν κάμανε Ἀνάστασ᾽ στοὺν Ἁι-Χαράλαμπου;

Διότι ἠπόρει πῶς ἐξέπεσε πρὸς τὰ ἐδῶ, ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽. Αὐτὸς ἔκαμνεν αὐτοδικαίως τὸν προεστὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, τί νὰ συνέβη τάχα, καὶ διατί δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου; Μήπως τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ προεστ᾽λίκι ἀπ᾽ ἐκεῖ;

Αὐτός, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, διατί ἴσα-ἴσα ἔβαλε τὰ δυνατά του, ἀποφασίσας νὰ κάμῃ ἐφέτος χωριστὴν Ἀνάστασιν μὲ τοὺς γείτονάς του, εἰς τὸ κατάμερον τὸ ἰδικόν του; Διὰ ν᾽ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὸ φορτικὸν θέαμα τοῦ δευτέρου ἐξαδέλφου του, τοῦ Γιάννη Λαδίκα, εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, ἢ αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς τὸν Ἁι-Χαράλαμπον, οἵτινες ἔκαμαν καὶ οἱ δύο τὸν προεστὸν καὶ τὸν ἐπίτροπον, ἑκάτερος εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀνάπτοντες καὶ σβήνοντες τὰ κηρία, ψιθυρίζοντες ἐπιδεικτικῶς εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερέως παρὰ τὴν βορείαν θύραν τοῦ ἱεροῦ βήματος, περιφέροντες ἐλευθέρως δίσκον, μὲ τὴν ἐπῳδὸν «Τὸ λάδι τῆς ἐκκλησίας, χριστιανοί!» καὶ κάμνοντες «κ᾽μάντο, σὲ οὗλα τὰ πάντα», ἐντὸς κ᾽ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ. Καὶ τώρα, ἀφοῦ κατώρθωσε νὰ ψαλῇ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀφοῦ ἀπέσπασε τόσους βοσκοὺς ἀπὸ τὰ κατάμερα τὰ ἄλλα, ἀφοῦ τοὺς ἐκουβάλησε μεσάνυχτα, ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἀναστασὰ εἰς τὴν Παναγίαν Δομάν, μὲ τὰς γυναῖκάς των, μὲ τὰ παιδιά των, μὲ τὰ κοπάδια των, μὲ τὰ κατσικάκια, βελάζοντα σπαρακτικῶς περὶ τὰς αἶγας, ἔμελλε πάλιν νὰ καταδικασθῇ νὰ ὑποστῇ τὴν πρωτοκαθεδρίαν αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς γεροντοτέρου, ὡς ἔχοντος τάχα δικαιώματα. Ποῖα δικαιώματα;

Ἂς ἔβγαζε τὲς μπολέτες* του νὰ τὲς διαβάσουν! Κ᾽ οἱ δύο, τάχα, ἂς ποῦμε, γράμματα δὲν ἤξευραν, ἀλλ᾽ ἦτον ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐκεῖ, νά ᾽χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ θὰ τὲς ἐδιάβαζε… Ἡ δουλειά του ἦτον νὰ διαβάζῃ… Ἀλλ᾽ ὄχι! δὲν παρεχώρει τὰ πρωτεῖα. Θὰ ἔκαμνε πὼς δὲν τὸν εἶδε, καὶ θὰ ἐκοίταζε, ντουγρού*, πρὸς τὸ ἅγιον βῆμα, χωρὶς νὰ στραφῇ ἐπὶ στιγμὴν πρὸς δυσμάς, ὡσὰν θεοφοβούμενος ποὺ ἦτον, ν᾽ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν λειτουργίαν του. Ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ του, εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του… Ἀλλ᾽ ἐνταῦθα ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἐπάγωσεν, ὁ παλμὸς ἐσταμάτησε πρὸς στιγμήν. Δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του! Τοὐναντίον, εἶχε πατήσει τὰ σύνορα, εἶχε μεταβῆ εἰς ξένον κατάμερον… Ἄ! κι αὐτὸς ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ποὺ ἐπέμενε μὴ θέλων νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά… Ἐκεῖ, ἀδιαφιλονικήτως, ὁ Κούτρης θὰ ἦτο εἰς τὸ κατάμερόν του. Ἀλλ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομὰν εὑρίσκετο ἀκριβῶς, εἰς τὸ κατάμερον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τ᾽ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽!

Τί νὰ κάμῃ; Καὶ αὐτὸς «ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽», κατάλαβες, δὲν ἦτον κανεὶς τυχαῖος, ἐξήσκει ἰσχὺν καὶ γοητείαν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν αἰγοβοσκῶν καὶ τῶν ποιμένων. Καὶ ἰδού, εἰσῆλθεν ἤδη εἰς τὸ παρεκκλήσιον. Ἦτο ὑψηλός, εὔσωμος, ὡραῖος ἀνήρ, μὲ εὔγραμμον τὸ πρόσωπον καὶ μὲ κανονικοὺς χαρακτῆρας. Ἦτο ὡς ἑξῆντα ἐτῶν, ἀλλὰ μόλις ἤρχιζαν, εἰς τὴν πλουσίαν μέλαιναν κόμην του, τρίχες τινὲς νὰ λευκάζωσιν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Εἶχε φθάσει τὴν πρώτην ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος ἐξέγερσιν, τὴν τοῦ 1808. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Σταθᾶν, εἶχε προσφέρει μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας κοκορέτσι εἰς τὸν Βλαχάβαν, εἶχε στρατευθῆ ὑπὸ τὸν Νικοτσάραν. Καὶ ὅλον τὸ ἦθός του, ἡ ὄψις του, οἱ τρόποι του, αἱ κινήσεις του, καὶ τώρα ἀκόμη μετὰ σαράντα ἔτη, καθ᾽ ἣν στιγμὴν εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον ἐφαίνετο ὅτι ἦτο εἰς νεύματα καὶ χειρονομίας μετάφρασις ἢ μιμικὴ παράστασις τοῦ παλαιοῦ διστίχου:

Στὸ Σκιάθο καὶ στὸ Σκόπελο ποτὲ κατὴς δὲν κρένει,
γιατὶ εἶν᾽ λημέρι τοῦ Σταθᾶ, βίγλα τοῦ Νικοτσάρα.

Ὁ Κούτρης, αἰσθανθεὶς αὐτὸν ὅτι εἰσήρχετο, διιδὼν τὸν διακαμόν* του εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναΐσκον, μὲ ὅλην τὴν ἀπόφασιν ἣν εἶχε νὰ μὴ στραφῇ νὰ τὸν ἴδῃ, ἔστρεψεν ἀκουσίως τὴν κεφαλήν, καὶ τὰ βλέμματά των συνηντήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας, ἦλθε κ᾽ ἐστάθη ὄπισθεν τοῦ Κούτρη, ὅστις δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ προσποιηθῇ ὅτι δὲν τὸν εἶδεν. Ἄλλως ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ δὲν τοῦ ἔδωσε καιρὸν νὰ σκεφθῇ, διότι κύψας εἰς τὸ οὖς του ἤρχισε μὲ πονηρὸν μειδίαμα νὰ τοῦ λέγῃ:

― Μ᾽ πῆρις ἀπ᾽ τοὺ κατάμερου τοὺ Γιώργη τοὺν Τρυουλόου, μ᾽ πῆρις κὶ τς Μιχουγιανναῖοι, πατέρα κὶ γυιό, μ᾽ πῆρις κὶ τς τέσσιρις Μαυρουδ᾽μαῖοι, κὶ ἀπουμείναμι λιουστοὶ στοὺν ἁι-Χαράλαμπου. Ἱ παπὰς ἱ ἁιχαραλαμπίτ᾽ς λείπ᾽, ξέρ᾽ς, εἶναι στοὺν Κουτσκιᾶ μέσα, στὰ χουριά. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ μ Παναϊά, κάτου στὴ χώρα, δὲ θέλησε νὰ ᾽ρθῇ, γιατ᾽ εἴμαστι λίοι, κὶ δὲ μαζουνώμαστι πουλλοί, γιὰ νὰ βγάλῃ τοὺν κόπου τ᾽, ἂς ποῦμε. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ τοὺν Ἁι-Γιάννη τς Τρεῖς Ἱεράρχοι, ἱ ἄλλους, εἶναι φημέριους, γιατὶ τοὺν παπ᾽ Ἀγγιλή, πού ᾽ταν ἀπ᾽ ὄξου, μᾶς τούνε πῆρις. Κουντέψαμι ν᾽ ἀπουμείνουμι ἀλειτρούητοι, τέτοια μέρα, γιατὶ δὲ ξέραμι σὲ ποιὰ ἐκκλησὰ θελὰ-πᾶτι ν᾽ ἀναστήσιτι. Τότις κ᾽ ἐγὼ εἶπα, ἂς σ᾽κουθῶ νὰ πάου πίσου, ζ᾽ Κιχριά, μπέλες* κὶ τς βρῶ π᾽θινά, σὶ κανένα ξουκκλήσ᾽, κὶ πιρνώντας ἀπ᾽ ν Δουμάν, σὰ ξαγναντήσου τοὺ Κάστρου, θὲ καταλάβου, μαθέ, σὰ διῶ π᾽θινὰ φέξου* ἀνισῶς κ᾽ εἶναι σὶ κανένα ρημουκκλήσ᾽ τ᾽ Καστριοῦ κι ἀνασταίνουνε. Μὰ δὲν τό ᾽λπιζα, ἀλήθεια, πὼς θελὰ-ρθῆτε σ᾽ Δουμάν, μὲς στοὺ κατάμερό* μ!

Ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης ἐνόησεν, ὀλίγον ἀργά, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅτι μὲ ὅλα τὰ σχέδιά του καὶ τὰς ἐνεργείας του, ὅσον μακρύτερα ἔφευγε τὸν Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ τὴν προεστοσύνην του, τόσον σιμότερα ἐπήγαινε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ κατάμερόν του. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ φεύγῃ τις, πρέπει καὶ νὰ μὴ καταδιώκεται, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἠξεύρῃ πρὸς ποῖον μέρος νὰ κατευθυνθῇ.

Δὲν εἶχεν ἢ νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὰ πρωτεῖα, κ᾽ ἐκεῖνος ἄλλως τοῦ τὰ ἐπῆρε, πρὶν οὗτος τοῦ τὰ παραχωρήσῃ.

* * *

Περὶ τὸ λυκαυγές, ἔληξεν ἡ λειτουργία, καὶ ὁ οὐρανὸς πορφυρίζων ἐκεῖ πρὸς ἀνατολὰς ἔσμιγε μὲ τὴν θάλασσαν κυανῆν ἁπλουμένην κάτω, ἡ δὲ σελήνη ὠχρίασε καὶ τὰ ὀλίγα ἄστρα ἀνὰ ἓν ἔσβηναν τρέμοντα εἰς τὸν αἰθέρα. Καὶ ἡ Ἠὼς ἀνέτειλε μὲ ὅλην τὴν πορφυρᾶν αἴγλην καλλωπίζουσα μὲ γλυκὺ ἐρύθημα βουνά, κοιλάδας καὶ δάση. Ἐφάνη δὲ τότε, ἀποβαλοῦσα τὴν μυστηριώδη τῆς νυκτὸς περιβολήν, ἐν ὅλῃ τῇ καλλονῇ της, ἡ μαγευτικὴ θέσις τῆς Παναγίας Δομάν. Δεξιὰ τὸ ὑψηλόν, βραχῶδες καὶ τεμνόμενον ἀπὸ εὐθαλεῖς χαράδρας βουνόν, τὸ ἀπολῆγον εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. Ἀριστερὰ λόφοι, κοιλάδες, καὶ δάση γραφικῶς ἐναλλάσσονται εἰς τὸ βλέμμα. Ἀντικρὺ ὁ γυμνὸς καὶ ἄγριον μεγαλεῖον ἀποπνέων βράχος τοῦ Κάστρου, μὲ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ πετρώδη νησίδια, καὶ πέραν πέλαγος ἀχανές, φωσφορίζον εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ὑποφώσκοντος ἡλίου· καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς βορρᾶν ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τοὺς τρεῖς λαιμούς της, ὑπὲρ οὓς ἐξέχει ὡς βαθμὶς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος πρὸς ἀνάβασιν εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ λευκόφαιος κῶνος τοῦ Ἄθω μὲ τὴν κορυφὴν εἰς τὰ σύννεφα· πρὸς δυσμὰς τὸ Πήλιον μὲ τὰς ἀναριθμήτους κοιλάδας του καὶ μὲ τὴν θεσπεσίαν του βλάστην, καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ κορυφὴ τοῦ Κισσάβου, ὡς κεφαλὴ ἐμπηγμένη ἐπὶ κορμοῦ ξένου. Καὶ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομὰν δὲν κατεφέρετο πλέον ὡς πρὶν μετὰ βαθέος παφλασμοῦ εἰς τὴν βραχώδη κοιλάδα, ἀλλ᾽ ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς ἡμέρας τὸ νερὸν ἔρρεε μορμυρίζον, μαλακῶς κυλιόμενον ἐπάνω εἰς τὰ βρύα καὶ εἰς τὰ ἀγριοσέλινα, διότι ἐξύπνησαν τῆς ἡμέρας οἱ πολλοὶ καὶ προσφιλεῖς κρότοι.

Τέλος ἐφάνη τοῦ ἡλίου ἡ πρώτη ἀκτίς, καὶ ἀνέθορεν ἀπὸ τῆς θαλάσσης μία πυρίνη παμφαὴς γραμμὴ τοῦ πανεκλάμπρου φωστῆρος. Καὶ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη πρώτη μεγάλη κ᾽ ἐπιβλητικὴ φωνή, ὁ κλαγγασμὸς τοῦ ἀετοῦ, χαιρετίσαντος τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, ἀπὸ τῆς ἀφθάστου καὶ ἀπατήτου ἐπὶ τῶν ἀπορρώγων βράχων καλιᾶς του. Καὶ δευτέρα χαιρετιστήριος φωνὴ ἠκούσθη †ὁ κακκαβισμὸς τοῦ ἱέρακος,† ὁ κρωγμὸς τοῦ ἱέρακος ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, εἰς μίαν ὑψηλὴν χαράδραν τοῦ ἰλιγγιώδους βουνοῦ τοῦ Κουρούπη, ἐκεῖ ἐπάνω. Καὶ τρίτη φωνὴ κλιμακηδὸν ἐχαιρέτισε τὸ παμφαὲς ἄστρον τῆς ἡμέρας, ὁ τιτυβισμὸς τῆς πέρδικος καὶ τῆς τρυγόνος εἰς τὸ μεσοϋψὲς τῆς κοιλάδος. Καὶ τελευταία ἀμέσως ἐχαιρέτισε διὰ τοῦ μινυρισμοῦ της τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἡ γλυκεῖα χελιδών, ἡ ἐπανευροῦσα κ᾽ ἐφέτος τὴν φωλεάν της ἄθικτον εἰς τὰ ἱερὰ σκηνώματα, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ εἰς τὰ καλύβια τῶν χωρικῶν, καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τῆς πόλεως. Καὶ ἀκροτελεύτιοι δειλοὶ μινυρισμοὶ ἠκούσθησαν τῶν μικρῶν στρουθίων ἐπὶ τῶν θάμνων, ὧν τὸ ἕν, μόλις ὑποψελλίζον, ἵστατο ἀποφασιστικῶς προσκολλημένον μὲ τοὺς λεπτοὺς πόδας του ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ἐνῷ τὸ ἄλλο, ψάλλον πρὸς αὐτὸ τὸν ἔρωτά του, ἐπέτα ὁλόγυρά του, ἵστατο πρὸς στιγμὴν ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ὥρμα πρὸς αὐτό, τὸ ἐφίλει, τὸ παρεκάλει, κελαδοῦν, ἐκλιπαροῦν καὶ πάλιν κελαδοῦν.

Τότε καὶ τὰ κατσικάκια, αἰσθανθέντα τὸ θάλπος τῆς ἡμέρας, ἤρχισαν τὰ σκιρτήματά των, εὐφραινόμενα εἰς τὴν ἐπαφὴν τοῦ χόρτου, προσπαίζοντα περὶ τὰς μητέρας των, ὑποβάλλοντα τὸ μικκύλον ρύγχος εἰς τὸν μαστόν ― καὶ δὲν ἤξευρον, ὅτι ἡ λεπὶς τοῦ σφαγέως ἔστιλβε καὶ αὐτὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον…

* * *

Ἐκεῖ, ὑπὸ τὰ ὑψηλὰ δένδρα τῶν ὁποίων οἱ κλῶνοι, μὲ βόμβυκας καὶ μὲ θυσάνους τριχοειδῶν φύλλων κοσμούμενοι, ἐσείοντο ὑπὸ τῆς πρωινῆς αὔρας, ἄνω τοῦ ρεύματος, τοῦ κυλίοντος μετὰ ψιθύρου τὸ διαυγὲς νᾶμά του κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, ἐκάθισαν ἡδονικῶς ὅλοι οἱ βοσκοὶ μὲ τὰς ποιμενίδας καὶ τὰς βοσκοπούλας των, στρώσαντες ἀφθόνους πτέρεις καὶ παχείας φυλλάδας, καὶ ἤρχισαν νὰ διαμελίζωσι τὰ εὐωδιάζοντα ἐπὶ τῆς σούβλας ἀρνία καὶ τὰ ἐρίφια. Ἔφαγον καὶ ηὐφράνθησαν ὅλοι καὶ ἀφοῦ ὁ 〈παπ᾽〉 Ἀγγελὴς εὐλόγησεν, ὡς ἔδει, τὴν φλάσκαν, τὴν μετεβίβασε, μεγάλην, ὑπόχλωρον ἀκόμη, δι᾽ ἐρυθρᾶς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν καὶ φυσῶσαν ἀκαταλήπτους ἤχους ἔνδοθεν, εἰς χεῖρας τοῦ ἐκ δεξιῶν του καθημένου προεστῶτος τῆς ὁμάδος, τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὅστις ἐγερθεὶς προσηγόρευσε διὰ μακρῶν τὴν ὁμήγυριν:

― Κ᾽στὸς ἀνέστ᾽, βρὲ παιδιά! Ἀληθ᾽νὸς οὑ Κύριους! Ζῇ κὶ βασιλεύει! ― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφουρου*! καλὴ καρδιά! καλὴ γερουσύνη, ὅλοι μας! Χρόνους πολλούς! Κὶ τ᾽ χρόν νά ᾽μαστι καλά. Καλὴ χρονιά σας! Πολλὰ τὰ ἔτ᾽! Παπά μ᾽! νὰ χαίρισι τὸ πετραχήλι σ᾽! Εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὸν Κούτρην:

― Γιάννη, πάντα καλῶς νὰ σᾶς βρίσκου.

Ἴσως ἡ φράσις αὕτη ἦτο ὑπαινιγμὸς πρὸς τὰ προηγούμενα συμβάντα. Ἀλλ᾽ ὁ Κούτρης ἀπήντησε μεθ᾽ ἑτοιμότητος:

― Κὶ πάντα καλῶς νά ᾽ρχισι, μπαρμπα-Γιώργη!

Ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ γελάσῃ, καὶ οἱ ἄλλοι τὸν ἐμιμήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ μετεβίβασε τὴν φλάσκαν εἰς τὸν ἀντικρύ του καθήμενον, τὸν Κούτρην, καὶ οὗτος ἔπιε χαιρετίσας διὰ βραχέων. Μετὰ τὴν τρίτην δὲ περίοδον τῆς φλάσκας, οὐδεμίαν πλέον ᾐσθάνετο ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν Γιώργην, ἀλλ᾽ ἠδελφώθησαν ὅλοι των. Καὶ ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς ὃν αἱ πολεμικαὶ ἀναμνήσεις ἐπανήρχοντο ἐναργέστεραι μετὰ τὸ γεῦμα, ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὴν ὁμήγυριν τὸν ἡρωικὸν θάνατον τοῦ Νικοτσάρα.

«Τρία καράβια ἤτανε στὰ νερὰ τῆς Κασσάνδρας μὲ τὰ φουσᾶτα τοῦ Νικοτσάρα καὶ τοῦ Σταθᾶ. Τοῦ Σταθᾶ τὸ καράβι ἦτον ὁλόμαυρο, μαῦρες οἱ πάντες, μαῦρα τὰ ξάρτια, μαῦρα τὰ πανιά, τὸ εἶχε τάξιμο, νὰ μὴν τ᾽ ἀσπρίσῃ, πρὶν ἐμβῇ νικητὴς μέσα στὴ Σαλονίκη. Ὅλη μέρα ἦταν μπονάτσα καραντί*, τὰ τρία καράβια δὲν μποροῦσαν οὔτε μπρὸς νὰ πᾶν, οὔτε πίσου νὰ γυρίσουν γιὰ ν᾽ ἀράξουνε. Ἡ ἀρμάδα ἡ τούρκικη ηὗρε τὸ ρέμα τῆς θάλασσας, καὶ τὸ ρέμα-ρέμα, δῶ τοὺς εἶχε, κεῖ τοὺς εἶχε, τοὺς ἔφτασε ἀπ᾽ τὸ πλάι. Ὣς τόσο οἱ καπεταναῖοι οἱ δυό τους ἀντρειώθησαν. Ἦταν παλληκάρια, ποὺ δὲν πιστεύω νὰ ἐστάθησαν ἄλλοι, τοὺς ἐγνώρισα ἐγὼ πολὺ καλά. Ὁ καπετὰν Σταθᾶς μοῦ ἐχάρισε ἕνα μαμὲ* κεχριμπαρένιο νὰ φουμάρω τὸ τσιμπ᾽κάκι μου, γιὰ νὰ τὸν θυμῶμαι καμμιὰ φορά, κι ὁ καπετὰν Νικοτσάρας, μιὰ φορὰ ποὺ τοῦ ἔδωκα κοκορέτσι, μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια φτιασμένο, τοῦ ἄρεσε τόσο, ποὺ πολλοὺς μῆνες ὕστερα ὅπου μ᾽ εὕρισκε, μὄλεγε: “Τί ἔχουμε, ὠρὲ Γιώργη, δὲν ἔχεις τίποτε κοκορέτσι;” “Ὄρεξη νά ᾽χῃς, καπετάνε μου, τὄλεγα ἐγώ· θέλεις νὰ σοῦ φτιάσω;” Καὶ τρεῖς φορές, ἐθυσίασα τρία πρόβατα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοῦ φτιάσω κοκορέτσι. Ὕστερα, σὰν ἐβγήκανε νὰ πᾶνε κατὰ τὴν Κασσάνδρα, οἱ ἄλλοι σύντροφοί τους, γιατὶ ἤτανε πολλὰ καράβια, μ᾽ ἑφτὰ καπεταναίους πολεμάρχους, ἔλειπαν, εἶχαν μιλημένα νὰ πᾶν ὕστερα νὰ τοὺς βροῦνε. Καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ τοὺς ἔφτασε ἡ ἀρμάδα μὲ τὸ τούρκικο τ᾽ ἀσκέρι ἦταν μοναχοὶ ὁ Νικοτσάρας κι ὁ Σταθᾶς. Καὶ σὰν τοὺς ἔρριξαν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς κανονιές, ἄναψε τὸ τουφέκι, κι ἄρχισε τὸ τόπι νὰ δουλεύῃ, τὸ καράβι τοῦ Νικοτσάρα ἐπιάστηκε μὲ τὴν τούρκικη φεργάδα ξάρτια μὲ ξάρτια, σὰν δυὸ κακὲς γειτόνισσες ποὺ μαλώνουν, καὶ πιάνονται μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Μὰ ὁ Νικοτσάρας μὲ τὸν μπαλτὰ τοῦ ἔσπασε τοὺς γάντζους κ᾽ ἔκοψε τὰ μπαστούνια τοῦ Τούρκου, κ᾽ ἐγλύτωσε τὸ καράβι του ἀπ᾽ τὰ δόντια τοῦ θεριοῦ. Μὰ τὴν τελευταία στιγμή, ἐκεῖ ποὺ νικοῦσαν οἱ δικοί μας, καὶ τὸ μπουλούκι τὸ ρωμαίικο ἐφώναξε βρίζοντας τὴν πίστη τῶν Τούρκων, ἕνα βόλι τοῦ ἦρθε τοῦ Νικοτσάρα, κ᾽ ἐχώθηκε στὴν κοιλιά του, καὶ τὸν ἐλάβωσε βαθιά. Μὰ τὸ παλληκάρι τὸ καλό, εἶναι παλληκάρι καὶ στὸ θάνατό του. “Μ᾽ ἔφαγαν τὰ σκυλιά”, εἶπε μιά, καὶ σφίγγοντας τὰ δόντια, βαστώντας μὲ τὸ χέρι τὰ σωθικά του, ποὺ ἐχυνόντανε ἀπ᾽ τὴν κοιλιά, βαστώντας μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του, ποὺ τοῦ ἔφευγε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἐπρόφτασε κ᾽ εἶπε: “Συντρόφια! πιάστε με καὶ καθίστε με ἀπάνω ἐκεῖ στὰ σκοινιά, κι ἀκουμπῆστέ με ἀπάνω στὸ κατάρτι… γιὰ νὰ μὴν τὸ καταλάβουν τὰ σκυλιὰ πὼς μὲ σκότωσαν καὶ πάρουν θάρρος… γιὰ νὰ μὴν τὸ μάθουν κ᾽ οἱ δικοί μας καὶ δειλιάσουνε”. Καθὼς τοὺς εἶπε, τὸ κάμανε, καὶ τὸν ἀκούμπησαν μισαποθαμένον στὸ κατάρτι… κ᾽ οἱ Τοῦρκοι βλέποντας ἀπ᾽ ἀντίκρυ, ἐτρόμαζαν κ᾽ ἐλέγανε: “Τσάρας ρεΐζ! Τσάρας ρεΐζ!” Ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! Κ᾽ οἱ δικοί μας, ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλα τὰ καράβια, δὲν τὸ πῆραν μυρουδιὰ κ᾽ ἐστάθησαν ἀνδρειωμένοι, κ᾽ ἔδιωξαν τὴν τούρκικη ἀρμάδα. Κι ὅταν ἡ ἀρμάδα ἔγινε ἄφαντη, τότε τὸ ἔμαθαν, κ᾽ ἐγύρισαν πίσου στὸ νησί μας, γιὰ νὰ θάψουν τὸ Νικοτσάρα, ποὺ πέθανε κρατώντας μὲ τὰ χέρια τ᾽ ἄντερά του γιὰ νὰ μὴ χυθοῦν, μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του γιὰ νὰ μὴ φύγῃ. Κ᾽ ἦρθαν καὶ τὸν ἔθαψαν, κάτου στὸ Λεχούνι κοντὰ στὴν ἄμμο, στὸ γιαλό, καὶ τότες τοῦ βγάλανε καὶ τραγούδι:

… Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ φοβέριζε καὶ ὅλοι τὸν ἐτρέμαν,
ἐπῆγαν καὶ τὸν θάψανε στοῦ Λεχουνιοῦ τὸ ρέμα.»

Τοιαῦτα τινά, ἀλλὰ μὲ πολλὰς τροπὰς φωνηέντων καὶ συγκοπὰς συλλαβῶν διηγήθη, ὡς εἶχεν ἐξ ἀκοῆς, ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ μετὰ βαθέος στεναγμοῦ κατέστρεψε τὸν λόγον. Καὶ οἱ αἰπόλοι τὸν ἤκουον μετὰ θαυμασμοῦ, καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ἀκούων μετὰ συντόνου προσοχῆς, ᾐσθάνθη δάκρυ ὑγραῖνον τὴν παρειάν του.

* * *

Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὡς διὰ νὰ παρηγορήσῃ τὸν μπαρμπα-Γιώργην, καθ᾽ οὗ δὲν ἐμνησικάκει πλέον, διότι τοῦ ἐπῆρε τὰ πρωτεῖα, ἠγέρθη καὶ λύσας τὸ ὀνάριόν του, τὸ ὁποῖον ἔβοσκεν ἡσύχως εἰς τὸ λιβάδιον, ἤρχισε νὰ κάμνῃ κάτι παιγνίδια ἰδικά του. Συγχρόνως δὲ ὁ υἱός του ὁ Θοδωρής, δεκαπεντούτης, ὡς διὰ νὰ συνοδεύσῃ μὲ μουσικὴν τοὺς ἀγῶνας τοῦ πατρός του, ἔλαβε τὸ σουραύλι του, καὶ ἤρχισε νὰ συρίζῃ ἁπλοῦν καὶ μονότονον ἦχον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης εἶχεν ἀναβῆ ἐπὶ τοῦ ὄνου ὑποβαλὼν σάγισμα ἀντὶ σέλλας καὶ βαίνων ἀργά, δῆθεν μετὰ σοβαρότητος, ἐπέβαλλεν εἰς τὸ ζῷον νὰ κάμνῃ κάτι βηματισμούς, κατὰ μίμησιν καὶ παρῳδίαν τῶν πολεμικῶν ἵππων. Καὶ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης πότε ἵστατο γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ σαγίσματος, πότε ὑπτιάζετο ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου, πότε ἐκρατεῖτο ἐκ τῆς χαίτης μὲ τὸν ἕνα πόδα ἐπάνω, μὲ τὸν ἄλλον κάτω εἰς τὴν γῆν, πότε ἐχάνετο ὑπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ ζῴου, πότε ἔπιπτε ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι γονάτων μεταξὺ τῶν τεσσάρων ποδῶν τοῦ ὄνου, κ᾽ ἐνῷ ἔλεγες ὅτι τώρα ἔπεσε, καὶ ὅτι ὁ ὄνος θὰ τὸν πατήσῃ, αἴφνης, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, εὑρίσκετο πάλιν ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου. Τοιούτους τινὰς μιμικοὺς ἀγῶνας ἤξευρε νὰ ἐκτελῇ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης. Τίποτε περισσότερον δὲν ἐχρειάζετο διὰ νὰ καγχάζῃ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐν εὐθυμίᾳ ἡ ὁμήγυρις ὅλη.

* * *

Τέλος ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀφῆκε τὸν ὄνον του ἥσυχον, καὶ ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν μιμικόν, ἐξέφερε πρὸς αὐτὸν ἰδίως ἀποτεινόμενος, πρὸς ἐπισφράγισιν τοῦ συμποσίου, τὴν τελευταίαν τῆς ἡμέρας πρόποσίν του, ἥτις ἤχησεν ὑπόκωφος, ὡς νὰ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν πάτον τῆς φλάσκας, 〈ἥτις ἤρχισε〉 πλέον νὰ κλώζῃ καὶ νὰ φυσᾷ.

― Κὶ τ᾽ χρόν᾽ μὶ τοὺ καλὸ νὰ σᾶς βρῶ!

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀπήντησε:

― Καλῶς νὰ ᾽ρθῇς, μπαρμπα-Γιώργη μ᾽!

(1892)

 

  1. Κούτρης (ἤτοι κέσφος = κεφαλάς), καλεῖται παρ᾽ ἡμῖν τὸ ἀβάπτιστον ἄρρεν, Κοσσοὺ δὲ τὸ θῆλυ. Δράκος καὶ Δρακούλα, καλοῦνται τὰ βαπτισμένα βρέφη, κατόπιν δυσχεροῦς τινος ἢ ἐπιφόβου καὶ ἀντιπαθοῦς νόσου, οἷον σπασμῶν, ἐπιληψίας, κτλ. λαμβάνοντα τὴν προσηγορίαν ταύτην ὡς ἀλεξητήριον καὶ φυλακτικὸν κατὰ πάσης βασκανίας. Ἐν τῷ κειμένῳ ὁ Κούτρης = σπανός.
  2. ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 
  3. ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
  4. https://www.youtube.com/watch?v=FCT4l7Qx2ls

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Θεσσαλονίκη στο Διχασμό 1915 - ΒΙΝΤΕΟ Βίντεο με εικόνες της Θεσσαλονίκης το 1915, στα χρόνια του Διχασμού, από εικόνες του Nat. Geographic [με a.i.] Επιμ. Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Η Θεσσαλονίκη στο Διχασμό 1915 +  ΒΙΝΤΕΟ Βίντεο με εικόνες της Θεσσαλονίκης το 1915, στα χρόνια του Διχασμού, από εικόνες του Nat. Geogra...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....