Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
Να,
το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος
καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια
λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν
το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει
άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο,
που λες ήταν από του νερού το ρέμα και
το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε
μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού
τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται,
δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι·
το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο,
μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού,
που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν.
Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον
που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά
της.
Στου
λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές,
στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται·
αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό,
το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη
βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα
μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το
κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη
της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες
πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα
κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’
άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται
στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
Το
βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του
κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την
ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των
ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή
φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά
γαλήνη.
―
Άλλος
για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για
τη χώρα;
Κάνει
κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να,
προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες·
και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη,
κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο
βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει
τα κουπιά.
Και
να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα
την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι
που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί
ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με
σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν
ανησυχήσει.
―
Ποιες
να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
Κι
όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι
ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά,
τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι
σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει.
Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη
θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους
κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
Η
μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά
δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με
την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά
και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη
γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια
του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός
της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα,
και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε
τη γριά με το κορμί της.
Άξαφνα
κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους
τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο
σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
―
Βρε,
είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
―
Βρε,
τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
―
Τριάντα
χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
Η
προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι
ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια
λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα
δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο
πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα,
στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο
ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου
τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
―
Πού
είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή
γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
―
Τα
πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη
ρουμελιώτική της προφορά.
―
Πάμε,
έλα!
―
Κυρα-Καπετάνισσα,
καλώς μας ήρθες!
Πρόβαλε
μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος,
σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις
εμένα;
―
Τι
κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου
του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις,
Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
―
Προσκυνώ
την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το
νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά
Καπετάνισσα!
―
Ναι,
μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός
είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο
σύγαμπρος. Τι κάνεις;
Ταραχή
τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι
ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν·
άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι
μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να
δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή
γυναίκα.
―
Να
κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο
Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά,
να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η
κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
Ξέρει
ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει
πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω·
συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει
πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει,
γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη
η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι,
διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να
ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον
τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή
γυναίκα.
Η
συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι·
λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια
γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά
πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα
ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας
βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια.
Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα,
ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω.
Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω
πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου
δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα
μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’
αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα.
Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με
ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα
χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
Χλωμή,
αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω.
Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
Το
πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά
του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον
κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του
περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή,
στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα
ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
―
Πάμε
γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος
σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’
αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια·
γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί,
μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
Πήραν
το δρομί του κήπου και βγήκαν από την
πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια,
μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό
και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη
Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το
ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
―
Έλα,
μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε·
έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί
δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι
από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται
μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο…
να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος
σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα·
αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και
πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι·
το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και
του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα
ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα;
Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα;
Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά,
πως σε λένε;
―
Βενετιά,
κυρά μου…
―
Τίνος
γυναίκα είσαι συ;
―
Του
Μήτρου Κουτσοδόντη.
―
Νύφη
του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
―
Πέθανε
ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
―
Αν
τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι
μας· συμπέθερός μας…
―
Ποια
είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
―
Ποια
είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω,
βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
―
Χριστός
και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η
Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε
η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
Στο
ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά,
μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό
μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε.
Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα
δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα
σκουριασμένη που ‘πρεπε.
―
Κοίταξε,
είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι,
θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι
εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος
μέσα πατημένος!
Έκαμε
πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’
εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα
δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου
σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες,
που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα
ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο
κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο
μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα
μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό
εκεί πέρα.
Στο
βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά
σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο
πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια,
κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη,
με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη
να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί.
Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο
χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε
ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και
προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
―
Πού
πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε
κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί
της.
―
Για
νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
Αλήθεια…
θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που
δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν
καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το
καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο
φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να
περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε
αυτή πρώτη.
―
Έλα,
Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη
στέρνα!
Απ’
την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο,
γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά·
βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο
καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το
φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα
έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’
άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη
μέση.
―
Ρίξε
το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά
στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
Πίσω
απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω
να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει
κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί,
κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που
ξύπνησε και θορυβούσε.
―
Ακούς;
είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό,
και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι·
χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ
πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε
τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και
τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις
και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες
ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’
αυτόν… Αλίμονο!
Είχε
πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του
κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν
είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα
κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι
καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα
στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο
χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του
περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι
στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την
ανεβαίνουν.
Το
κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες
πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του
αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν
κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε
τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί
πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του
μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε,
σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές
του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ
όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου,
παλατιού σωστότερα.
Σταθήκανε
στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά
άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η
Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της
απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’
ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή
βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’
ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο
για χτυπητήρι.
―
Πού
είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη,
κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
Το
κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο
και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους
πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου
στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες
είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι
η απορία τους ήτανε στα μάτια τους
ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
―
Σώπα,
και κανείς δεν έχει μπει! είπε η
Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’
αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα
βρούμε… Αλίμονο!
Μπήκανε
σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά
τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο
μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε
στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το
πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι·
χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε
από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας
το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου.
Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι
σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα
βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα·
μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο
χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που
χάσκανε πυκνά.
Παράπλευρα
τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα
χωρίσματα.
Τράβηξε
η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει
περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς
την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική.
Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα,
τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε
τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο
βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές
καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η
Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω,
αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά,
κατάκλειστα τα περισσότερα.
―
Να,
εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε,
κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω,
είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη·
κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή
της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα
παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα…
να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το
πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι·
καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια
χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε,
μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές.
Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και
κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε,
και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε
κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω.
Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα,
κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα,
ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και
τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη
Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
Είχε
ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε
τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε.
Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για
κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την
άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να
γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί,
άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
―
Δέσπω!
Έτρεξε
στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με
πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
―
Πώς
μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα;
Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου
φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια…
άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε
κανείς απ’ τους δικούς μου…
―
Κι
εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με
κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την
τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
Την
έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε,
και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να
νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι
το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να
το βλέπει. Κι είπε:
―
Τώρα
αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι·
το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα
τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το
λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν
ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να
‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια
πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται
καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην
Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν,
ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που
‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
―
Τους
ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
―
Πώς
δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο
κρεμανταλάς…
―
Ο
Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η
Δέσπω αναστέναξε.
―
Ναι,
ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε
προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς
προίκα…
Η
φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
―
Μα
έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει,
Δεσποινιώ μου…
―
Έχει
ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
―
Μην
το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
―
Μα
ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
―
Ναι,
η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ·
μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε
παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι
οχτώ;
Έκαμε
να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
―
Μ’
άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις·
ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα
μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να
το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
―
Τι,
δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
―
Πώς
δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας
τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ
τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με
παρατήσεις…
―
Όχι,
κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς
κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες
κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις,
κυρά!
―
Το
δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις
εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα,
παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με
νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
―
Εγώ,
τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα…
Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα
σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα
σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή
παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια,
ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα
τ’είν’ αυτό, κυρά;
―
Είναι
η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα·
πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου!
Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
Είχ’
ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε…
Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της
να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την
ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει
από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα
της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα·
μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’
ακούσει.
―
Στραβοί
χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να,
βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν
ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του
είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά
στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε
σεις;
―
Καταρράχτη
τη λέμε, κυρά.
―
Ήτανε
φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη,
άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε
μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου
είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα
― πολλά! Και κατέβαινε…
―
Κι
έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι
εμείς, κυρά!
―
Σώπα,
μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας
άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε
―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ,
αλίμονο!
Σοβαρεύτηκε.
Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της·
γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της
μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να
λέει.
―
Μια
μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες
προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή,
κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του
πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι,
ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε
κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά·
ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για
το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο
τους.
―
Τ’
είναι σερμαγιά, κυρά;
―
Δεν
ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί
χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι;
Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο
για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε
το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη,
άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά
στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν
περιμένοντας τους καπετάνιους να
κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο
τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα,
τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.―
Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ,
πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε
κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα,
άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της
Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό».
Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του
σπιτιού.
Έτσι
το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι
άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι
οι γυναίκες.
Το
πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε
ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα
στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’
το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα
τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά.
Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι
ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και
τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά
ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω
κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το
καράβι.
Το
ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι
στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το
νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το
σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και
γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες
τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες
φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος
αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα
και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
Και
τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα
ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά
μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς
τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του
σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι
κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι!
Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα,
πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
Μπαίνοντας,
έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο,
χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα
πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε
αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί
είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη,
κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι
άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος
της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα,
και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια,
μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά,
ξεκλείδωτα.
―
Να
μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
―
Έμπα,
μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα
κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου
δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά
μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά
σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου…
Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι;
Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο
κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι
αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα…
Κοίτα πιο κάτου…
―
Ένα
βαθύ ντουλάπι…
―
Ύστερα;
―
Άλλο
πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι
ένα κρυφό συρτάρι…
―
Κοίτα
πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς
καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια…
αυτού φυλάγαμε…
―
Παναγιά
μου, τ’ είν’ αυτό;
Βγήκε
η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
―
Στάσου,
μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’
από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο!
Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε
κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω
‘γώ από τη σακούλα!
―
Τι
παράξενο, κυρά!
―
Θάμα
θεού είναι!
―
Για
μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει
ο θεός…
―
Βλέπεις,
κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα
έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε.
Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε
θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να
πεθάνω!
―
Κι
εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
―
Κι
εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας,
το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για
μας;
―
Ήτανε
για την προίκα μου, κυρά…
―
Α,
όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
―
Τι,
κυρά, δε θα μου δώκεις…
―Όσα
σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα…
μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς
δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά!
Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε
κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι!
Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας;
Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα
φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι,
κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο,
τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν
εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα
και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες
και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
―
Κοιτάω,
κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
―
Σώπα,
είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά
μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις
πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις.
Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα
παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά
μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και
κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και
μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά
όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα
γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’
αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ,
θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα
σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το
Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα
― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά
όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα,
θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι
και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου
δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω,
δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή
μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή,
και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον
κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω…
Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα
γίνουν…
Έκλαιγε
και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην
τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα
δικό της τώρα.
Ιανουάριος
1916
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:
https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s
.jpg)
