Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.8.26

Ο Ωρίων, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου , συγγραφέα

 

Ο Ωρίων

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου , συγγραφέα


   

Ο τυφλός Ωρίων αναζητά τον ήλιο [Πίνακας του Nicolas Poussin (1658) 

   Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ, ΥΡΙΕΑΣ
: Κάποτε, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν οι ολύμπιοι θεοί, ο Δίας και ο αδερφός του, Ποσειδώνας, πήγαν ένα περίπατο στη γη μεταμφιεσμένοι σε ανθρώπους. Περνώντας από την περιοχή της Βοιωτίας, δέχθηκαν τη θερμή φιλοξενία του Υριέα. Ο Υριέας ήταν ένας τοπικός ήρωας, προστάτης της ομώνυμης πόλης, που την εποχή εκείνη ήταν υπέργηρος και χωρίς κάποιο τέκνο. Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας των δύο θεών, που δεν αναγνώρισε ο Υριέας, τους εξομολογήθηκε, σαν σε δυο φίλους, τον καημό του για τη μεγάλη μοναξιά του και πόσο θα ήθελε να είχε ένα παιδί. Αφού οι δύο θεοί είχαν φύγει, το άλλο πρωί ο Υριέας βρήκε στο κατώφλι του σπιτιού του ένα βρέφος: ήταν ο μικρός Ωρίων, ένα δώρο από τους θεούς για τη φιλοξενία που τους είχε προσφέρει. Για τον λόγο αυτό ο Ωρίων αναφέρεται άλλοτε ως γιος του Υριέα και άλλοτε ως γιος του Ποσειδώνα. Για πολλούς συγγραφείς της Αρχαιότητας, ο Ωρίων ήταν στην πραγματικότητα καρπός της σχέσης του Ποσειδώνα με την Ευρυάλη, κόρη του βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ωρίων είχε πάρει από τον πατέρα του, θεό της θάλασσας, το χάρισμα να μπορεί να βαδίζει πάνω στη θάλασσα.

   ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΩΡΙΩΝΑ: Ο Ωρίωνας μεγάλωσε και έγινε «ανήρ εξόχου ρώμης και καλλονής, και δεξιώτατος κυνηγός». Εκτός από πολύ δυνατός και όμορφος, φαίνεται ότι ήταν πολύ ψηλός στο ανάστημα, κάτι που τον συνδέει με το μέγεθος του ομώνυμου αστερισμού. Ήταν, μάλιστα, τόσο ικανός κυνηγός, που η Άρτεμις του ζήτησε να τη συνοδεύει στις κυνηγετικές της εξορμήσεις. Κάποτε ο Ωρίων φιλοξενήθηκε στη Χιο από τον ντόπιο βασιλιά Οινοπίωνα. Συμπεριφέρθηκε όμως απερίσκεπτα, καθώς ερωτεύθηκε τρελά την κόρη του βασιλιά, Μεράδη. Τότε ο Οινοπίων, θεωρώντας προσβλητική τη συμπεριφορά του φιλοξενουμένου του, τού έδωσε να πιεί ένα ποτό που τον τύφλωσε και μετά τον πέταξε στη θάλασσα. Εκεί τον περιμάζεψε ο θεός Ήφαιστος, που τον οδήγησε στον Απόλλωνα, τον θεό του φωτός, ο οποίος τον λυπήθηκε και του ξανάδωσε την όρασή του. Σχετικά με το τέλος του Ωρίωνα υπάρχουν αρκετές διαφορετικές παραδόσεις. Η κυρίαρχη παράδοση αποδίδει το τέλος του Ωρίωνα στην Άρτεμη. Η ζηλώτρια θεά, βλέποντας ότι ο φοβερός κυνηγός δεν ήθελε να την ακολουθεί στις θηρευτικές εξορμήσεις της, και μαθαίνοντας μάλιστα ότι είχε εκείνος ερωτευτεί την Ηω [Οδύσσεια, ε 121 κ.έξ., λ 310], έστειλε εναντίον του ένα δηλητηριώδη σκορπιό. Εκείνος κατάφερε να δαγκώσει στο πόδι τον Ωρίωνα και να τον σκοτώσει, όσο βρισκόταν εκείνος στο νησί Ορτυγία [Δήλος]. Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Απόλλων έστειλε το σκορπιό για να μη δημιουργηθεί μια αταίριαστη ερωτική σχέση του Ωρίωνα με την Άρτεμη (που ήταν αδελφή του Απόλλωνα). Τέλος μια άλλη παράδοση θεωρεί ότι η Γη τον τιμώρησε για την καυχησιολογία του ότι κανένα ζώο δεν ξέφευγε από τα βέλη του. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, όταν μετά τον θάνατό του ο Ωρίων «καταστερίσθηκε», μετατράπηκε δηλαδή σε αστερισμό, βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της Ουράνιας Σφαίρας από τον αστερισμό του Σκορπιού.

   

Η Άρτεμις πάνω από το πτώμα του Ωρίωνα πριν αυτό μεταφερθεί στον ουρανό. Ζωγραφικός πίνακας του Seiter (1685).

ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ ΚΑΙ ΠΙΝΔΑΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΩΡΙΩΝΑ
: Στη Βιβλιοθήκη Απολλόδωρου (Α΄ 4, 3) αναφέρεται ότι η `Αρτεμις σκότωσε τον Ωρίωνα επειδή αυτός ατίμασε την `Ωπιν, μία από τις ακολούθους της, ή απλώς επειδή προκάλεσε την Άρτεμη σε αγώνα δισκοβολιας, δείχνοντας “ύβριν” προς του θεούς. Ο Πίνδαρος έγραψε για τον έρωτα του γίγαντα κυνηγού σε μια από τις Πλειάδες. Σύμφωνα με τον μεγάλο Βοιωτό ποιητή, η Πληιόνη μαζί με τις κόρες της έφτασαν κάποτε στη Βοιωτία. Ο Ωρίων, βλέποντας την Πληιόνη [Πούλια] την ερωτέυτηκε και θέλησε να την κάνει δική του. Εκείνη όμως δεν έστεργε στην αγάπη του και μαζί με τις κόρες της άρχισε να τρέχει, ενώ ο Ωρίων τις πήρε στο κατόπι, ψάχνοντάς τις για πέντε ολόκληρα χρόνια. Ο Δίας, θέλοντας να βοηθήσει τις Πλειάδες εξαιτίας της κακοπάθειάς τους, καταστέρισε, έβαλε δηλαδή στον ουρανό σαν αστέρια, τις Πλειάδες, που ακόμη κι εκεί “φεύγουν” μακριά, στην ίδια βέβαια πάντα απόσταση από τον διώκτη τους που κι αυτός καταστερίστηκε, μαζί με το σκύλο του μάλιστα, που είναι ο αστερισμός Μεγας Κύων.

Ο ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ Ο ΗΣΙΟΔΟΣ: Στην Οδύσσεια (λ 572-575) αναφέρεται ότι ο Οδυσσέας είδε τον Ωρίωνα στο ταξίδι του στον Κάτω Κόσμο να σαλαγάει θηρία, υποδηλώνοντας ότι ούτε μετά τον θάνατό του έπαψε να αγαπά το κυνήγι: «`Επειτα τον Ωρίωνα εκεί είδα τον πελώριο που σαλαγούσε τα θεριά στ' ασφοδελό λιβάδι, όσα στ' απάτητα βουνά τα 'χε σκοτώσει ο ίδιος, κι ένα ματσούκι χάλκινο πάντα άσπαστο βαστούσε.» (Ομήρου Οδύσσεια, έμμετρος μετάφρασις Ζησίμου Σίδερη, εκδ. οίκος Ιωάννου & Π. Ζαχαροπούλου). Ο Ησίοδος, στο Έργα και Ημέραι, συνιστά στους ναυτικούς να προσέχουν τον αστερισμό του Ωρίωνα και τις Πλειάδες. Συγκεκριμένα, λέει: “Όταν οι Πλειάδες, τρέχοντας να ξεφύγουν από τη δύναμη του φοβερού Ωρίωνα, πέφτουν στο μαύρο πέλαγος, τότε κάθε λογής αγέρηδων λυσσομανάει το φύσημα. Και τότε μην αφήνεις πια καράβι μέσα στη θάλασσα.....” [Έργα και Ημέραι, στ. 618-621, μτφρ. Παναγής Λεκατσάς, εκδ. Ζαχαρόπουλος.]

ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Μια άλλη ναυτική παράδοση, νεότερη τη φορά αυτή, λέει ότι οι έξι αδελφές από τις Πλειάδες σκότωσαν την έβδομη, η οποία ήταν μνηστή του Ωρίωνα. Γι αυτό και ο έβδομος αστέρας των Πλειάδων, της Πούλιας, είναι ο πιο αμυδρός. Έκτοτε ο Ωριων καταδιώκει τις Πλειάδες στον ουρανό, οι οποίες πάντοτε “ξεφεύγουν”.

ΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Κρούσιος: Λεξικόν Ομηρικόν, διασκευή από την 6η γερμανική έκδ. υπό Ι. Πανταζίδου, έκδοση «Βιβλιεκδοτικά καταστήματα Αναστασίου Δ. Φέξη», Αθήνα 1901.

Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969.

Ησίοδος, Άπαντα, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Π. Λεκατσάς, εκδ. Ζαχαρόπουλος, βιβλιοθήκη αρχαιων συγγραφέων, τ. 55.

konstantinosa.oikonomougmail.com


1.8.26

Ο Λαπίθης βασιλιάς της Λάρισας Πειρίθους και ο Θησέας [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 5.] Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο-συγγραφέα

 Ο Λαπίθης βασιλιάς της Λάρισας Πειρίθους και ο Θησέας [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 5.]

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο-συγγραφέα


Θησέας και Πειρίθους: Αρπαγή κόρης
   Για τη γνωριμία του ήρωα της Αττικής Θησέα και του Πειρίθου, ο οποίος θυμίζουμε ήταν ο γαμπρός στα γεγονότα της Κενταυρομαχίας, ιστορεί ο Πλούταρχος. Σύμφωνα μ' αυτόν το ιστορικό, ο Πειρίθους ακούγοντας πολλά για τη γενναιότητα του ήρωα της Αθήνας, αποφάσισε να τον γνωρίσει για να εξακριβώσει αν αληθεύει αυτή τη φήμη. Με ποιον όμως τρόπο; Πήγε κι έκλεψε απ’ τον κάμπο του Μαραθώνα ένα κοπάδι βόδια του Θησέα, βασιλιά τότε της Αθήνας. Μόλις ειδοποίησαν οι υποτακτικοί του τον Θησέα, αυτός, χωρίς χρονοτριβή, έτρεξε να τον προφτάσει, μα ο Πειρίθους, όταν τον αντιλήφθηκε, δεν προσπάθησε να ξεφύγει αλλά επέστρεψε θαρραλέα για να τον συναντήσει. Όταν το βλέμμα του ενός έπεσε σ’ αυτό του άλλου, τόσο εντυπωσιάστηκαν απ’ την όψη τους και την αποφασιστικότητά τους, ώστε εγκατέλειψαν την πρόθεσή τους να κτυπηθούν. Ο βασιλιάς της Λάρισας έδωσε πρώτος το χέρι του στο Θησέα και υποσχέθηκε αποζημίωση, όμως ο Θησέας δε δέχτηκε την αποζημίωση, παρά μόνο ζήτησε τη φιλία του. Στο τέλος η γνωριμία τους επισφραγίστηκε απ’ την αμοιβαία υπόσχεση για αιώνια φιλία. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι δυο καλοί φίλοι πάντα βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στις περιπέτειές τους.

Η αρπαγή της Ελένης από τους Θησέα και Πειρίθου
  Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Πειρίθους βοήθησε τον Θησέα στην αρπαγή της Ελένης, της πασίγνωστης ωραίας Ελένης, που ήταν κόρη του Δία και της Λήδας, μέσα από το ναό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη. Αυτό οδήγησε σε πόλεμο την Αθήνα με τους Διόσκουρους αδελφούς της Ελένης, Κάστορα και Πολυδεύκη, με τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Αθηναίων, την επιστροφή της μοιραίας γυναίκας στην πατρίδα της και την αιχμαλωσία της Κλυμένης, αδελφής του Πειρίθου, η οποία έγινε προσωπική δούλα της Ελένης, ως αντίποινο για την συνέργεια του Θεσσαλού στην αρπαγή. Όταν αργότερα πέθανε η Ιπποδάμεια, ο Πειρίθους τόλμησε να επιχειρήσει την απαγωγή της κόρης της θεάς Δήμητρας, Περσεφόνης, συζύγου ήδη του Πλούτωνα, που ήταν θεός του Κάτω Κόσμου. Για το σκοπό αυτό λοιπόν με τον Θησέα, που ήθελε να ανταποδώσει τη βοήθεια στον φίλο του, κατέβηκαν στον Άδη, όπου αρχικά δέχτηκαν την ευγενική φιλοξενία του Πλούτωνα. Όταν όμως στην πορεία ο Πλούτων αντιλήφθηκε το στόχο της επίσκεψής τους, τους πρόσφερε θρόνους για να καθίσουν (τους θρόνους της Λήθης), όπου και κολλήθηκαν χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, ενώ στη συνέχεια τυλίχθηκαν ασφυκτικά από φίδια, τιμωρούμενοι κατ’ αυτόν τον τρόπο για την «ύβρι» τους. Πολύ αργότερα ο Ηρακλής κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και ελευθέρωσε το Θησέα (που ήταν απλός συνεργός στην προσπάθεια απαγωγής), ενώ, όταν κατευθύνθηκε να κάνει το ίδιο και για τον Λαρισαίο βασιλιά, η γη άρχισε να τρέμει. Μετά από αυτή την δυναμική εκδήλωση της αποφασιστικότητας των θεών, ο Ηρακλής εγκατέλειψε τον ήρωα Λαπίθη δεμένον με αλυσίδες ως κυρίως ένοχο για την προσπάθεια προσβολής και ατίμωσης του θεού Πλούτωνα.

   Αξίζει συμπληρωματικά να αναφερθεί ότι ο Πειρίθους έλαβε μέρος σε πανελλήνιες εκστρατείες όπως: το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, την Αργοναυτική εκστρατεία, τον Τρωικό πόλεμο καθώς και στην αρπαγή της βασίλισσας των Αμαζόνων Αντιόπης από τον Θησέα.











Η ύλη των άρθρων είναι προϊόν επεξεργασίας από το βιβλίο Η Λάρισα και η Θεσσαλική Ιστορία τόμος Α΄, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, που εκδόθηκε από το βιβλιοπωλείο Γνώση στη Λάρισα το 2010.




26.7.26

Ο μύθος των τζιτζικιών από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο μύθος των τζιτζικιών

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


  ΤΑ “ΜΟΥΣΙΚΑ ΕΝΤΟΜΑ”: Η ονομασία των συμπαθών αυτών εντόμων στην αρχαία Ελληνική ήταν “τέττιξ” και η λέξη αυτή έρχεται κοντά προς την ηχητική τους έκφραση. Στα σύγχρονα όμως ελληνικά τα λέμε τζιτζίκια, τέλεια μίμηση του τραγουδιού του εντόμου. Η λέξη “τραγούδι” είναι μάλλον άτοπη αφού ο ήχος παράγεται από το τρίψιμο των κοιλιακών τους κυμβάλων, όπως, ακριβώς, σ' ένα μουσικό πριόνι! Είναι παιχνίδι χορδών τρίφτη και όχι φωνητικών χορδών. Ο Ζαν Ανρί Φαμπρ στο έργο του για τα τζιτζίκια, είχε ορθά δώσει τον τίτλο του Ομήρου των εντόμων στα τζιτζίκια!

ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ: Όμως για τα τζιτζίκια ομιλεί και ο Πλάτων, που σ' ένα σημείο του Φαίδρου μας λέει ότι όταν "ακούστηκε για πρώτη φορά το τραγούδι των Μουσών πάνω στη γη, οι άνθρωποι τόσο αναστατώθηκαν που βάλθηκαν να τις μιμούνται σε σημείο που ξέχναγαν να φάνε και να πιούνε. Τόσο, που πέθαναν χωρίς να το καταλάβουν. Και από εκείνους γεννήθηκε τότε το είδος των τζιτζικιών". Θα πρέπει να διευκρινίσουμε, ωστόσο, πως στα σημερινά αυτιά το τραγούδι των τζιτζικιών ακούγεται περισσότερο επαναληπτικό και μονότονο παρά μαγευτικό. Είναι όμως φανερό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν το άκουγαν με το ίδιο αυτί: γι' αυτούς, το τραγούδι των τζιτζικιών, μακριά από το να ακούγεται σαν ηχητική “σουβλιά” ήταν φορέας ανάμνησης και φορέας μηνύματος. Γιατί τα τζιτζίκια θεωρούνταν οι άγγελοι των Μουσών πάνω στη γη και διαβίβαζαν στους θεούς τα σέβη των ανθρώπων. Το τραγούδι τους, έστω και το καταμεσήμερο, όταν ζέστη και αντηλιά κάνουν τον ίσκιο του δέντρου καταφύγιο, ήταν ένα τραγούδι εγρήγορσης, που κατά κάποιον τρόπο έλεγε στον άνθρωπο: "εγέρσου-ξύπνα, εγέρσου-ξύπνα..." Φασαριόζικα, σίγουρα, ή εκνευριστικά, μα και διδακτικά, κυρίως τέτοια ήταν για τους αρχαίους Έλληνες η φύση και ο λόγος ύπαρξης των τζιτζικιών. Για εκείνους που στην εποχή τους το γνώριζαν, ο μύθος του Πλάτωνα θα έπρεπε ιδίως να έχει ένα ηθικό και φιλοσοφικό νόημα. Αλλά πέρα από το μύθο, παραμένει το μυστήριο των τζιτζικιών.

   

  ΖΩΗ ΣΑΝ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ: Το να περνάνε τη σύντομη ζωή τους ακίνητα πάνω σ' ένα δέντρο και τρίζοντας, φαίνεται να έχει κάτι το ανόητο, μια ανεμελιά, όπως το δείχνει τόσο καλά ο μύθος του Λα Φονταίν με το μυρμήγκι. Ο Γάλλος αυτός μυθοποιός φαίνεται πως αγνοούσε το γεγονός πως τα τζιτζίκια πεθαίνουν με το τέλος του καλοκαιριού, οπότε δεν έχουν καμία ανάγκη να προνοούν για την επιβίωσή τους το χειμώνα! Αλλά όμως, ακόμη και τα ίδια τα τζιτζίκια αγνοούν ότι θα πάψουν να ζουν όταν τελειώσει το καλοκαίρι, οπότε το πρόβλημα της ανεμελιάς τους παραμένει. Είναι σαν, εμείς οι άνθρωποι, να μπορούμε με αξιοπρέπεια, μέσα σε μια κοινωνία εργατικών μυρμηγκιών, των συνανθρώπων μας εννοώ, που συσσωρεύουν και αποταμιεύουν, να περνάμε τη ζωή μας ζώντας με φρέσκο αέρα και με τραγούδι! Όμως, ίσως, ναι, γιατί ένας κόσμος δίχως τζιτζίκια θα ήταν σαν ένας κόσμος χωρίς Μούσες, ένας Απόλλωνας χωρίς λύρα, ένα ρυάκι χωρίς κελάρυσμα, ένα καντήλι χωρίς φως. Τα τζιτζίκια είναι ουσιαστικά κι αυτά για τον κόσμο.

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ: Στον Φαίδρο, ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη να συνομιλεί με το Φαίδρο για τα τζιτζίκια. Ας δούμε το διάλογο σε νεοελληνική απόδοση: Σωκράτης: "Όπως φαίνεται, έχουμε καιρό και μάλιστα νομίζω πως, μέσα στην πνιγηρή ζέστη, μας παρατηρούν οι τζίτζικες, καθώς τραγουδούν και μιλούν μεταξύ τους πάνω από το κεφάλι μας. Έτσι, αν έβλεπαν και εμάς να κάνουμε ότι και οι περισσότεροι, δηλαδή μέσα στο μεσημέρι να μην συζητούμε, αλλά, με το τραγούδι τους, να νανουριζόμαστε και να λαγοκοιμόμαστε, μια και ο νους μας βρίσκεται σε αδράνεια, δίκαια θα γελούσαν σε βάρος μας, νομίζοντας μας για δούλους που ήρθαν εδώ σε αυτούς να βρουν καταφύγιο, και, όπως τα πρόβατα, περνούν το μεσημέρι τους παίρνοντας έναν ύπνο γύρω από την πηγή. Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να περνούμε δίπλα τους χωρίς να μας παρασύρει η γοητεία των φωνών τους, σαν να πλέουμε πλάι σε Σειρήνες ανεπηρέαστοι, μπορεί από θαυμασμό να μας έδιναν γρήγορα το δώρο που έχουν από τους θεούς, για να το δίνουν στους ανθρώπους.

Φαίδρος: “Μα τι είναι αυτό που έχουν; Γιατί δεν έχει τύχει να το ακούσω”.
Σωκράτης: “Και όμως δεν αρμόζει σε έναν φιλόμουσο να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα. Λέγεται λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι. Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο πολύ αναστατώθηκαν από την ηδονή της μουσικής, ώστε τραγουδώντας, αμέλησαν να φάνε και να πιουν, και χωρίς να το καταλάβουν, πέθαναν και από αυτούς ύστερα δημιουργήθηκε το γένος των τζιτζικιών, και πήραν από τις Μούσες τούτο το βραβείο, δηλαδή από τότε που θα γεννηθούν να μην έχουν καθόλου ανάγκη από τροφή, αλλά χωρίς τροφή και ποτό, να αρχίζουν αμέσως να τραγουδάν μέχρι να πεθάνουν, και μετά από αυτά, να πάνε να μένουν κοντά στις Μούσες και να τους αναγγέλλουν ποιος από τους ανθρώπους εδώ στην γη τιμά ποιαν από εκείνες. Και έτσι, αναγγέλλοντας στην Τερψιχόρη ποιοι την έχουν τιμήσει στους χορούς, τους κάνουν πιο αγαπητούς σε αυτήν, και στην Ερατώ αναγγέλλουν ποιοι την έχουν τιμήσει με τα ερωτικά τραγούδια, και στις άλλες το ίδιο, ανάλογα την ιδιαιτερότητα της στιγμής που αρμόζει στην κάθε μία.
Και στην Καλλιόπη, την μεγαλύτερη σε ηλικία από τις Μούσες, και στην Ουρανία,
που έρχεται αμέσως μετά στην σειρά, αναγγέλλουν εκείνους που ζουν με την φιλοσοφία και τιμούν την τέχνη των Μουσών αυτών, αφού τούτες εδώ, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του ουρανού και τους θεϊκούς και ανθρώπινους λόγους, και εκφράζουν την τέχνη τους με την ομορφότερη φωνή.
Έτσι λοιπόν, όπως φαίνεται, για πολλούς λόγους πρέπει να μιλήσουμε και να μην κοιμηθούμε το μεσημέρι
."

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Πλάτων, "Φαίδρος" (μτφρ. Παναγιώτης Δόικος, εκδόσεις Ζήτρος).

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

22.7.26

Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 


Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Θησέας και Κένταυροι

Λέγαμε στο προηγούμενο άρθρο μας για τη μυθική Θεσσαλία πως ο Ιξίων  απ’ τη Νεφέλη, το ομοίωμα δηλαδή της Ήρας, γέννησε τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα.

   Οι Κένταυροι κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς: Σύμφωνα μ’ αυτήν, όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισσας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγροτικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόντιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στο μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»), επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων.

 

Κένταυρος Χείρων και Αχιλλέας
   Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μετα-ομηρικής εποχής, τους εντοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο κυνηγημένους από τον Ηρακλή, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα.

   Η Κενταυρομαχία:  Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους. Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, την κόρη του Άτρακα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Αυτός όμως ο γάμος έμελλε να είναι η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου Λαπιθών- Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία. Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους κενταύρους, ο Ευρυτίων, έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς. Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο.

Κενταυρομαχία

 Άλλοι ήρωες της  Κενταυρομαχίας:
Πλησιάζοντας στο τέλος της εποχής των Λαπιθών αξίζει να γίνει μια απλή αναφορά στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές - ήρωες της Κενταυρομαχίας. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος, καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’ τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος, Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.

Κένταυρος Χείρων

 

Ο Χείρων διδάσκων
   Αναφερθήκαμε και πρωτύτερα στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων, σημειώνοντας παράλληλα και την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών.  Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας, Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας. Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως το θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.


18.7.26

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   


  ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Ο Γύγης, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν γιος του Δασκύλου και υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς της Λυδίας της δυναστείας των Μερμνάδων που βασίλεψε από το 717 ως το 680 π.Χ.

Ο ΓΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Ο Γύγης ήταν φίλος και μέλος της φρουράς του Κανδαύλη, βασιλιά της Λυδίας. Ο Κανδαύλης εκτός από συνηθισμένες συζητήσεις για σημαντικές υποθέσεις, ανάγκαζε τον Γύγη να ακούει τα εγκώμια για την γυναίκα του που θεωρείτο, τουλάχιστον απο το σύζυγό της, ως η πιο όμορφη που υπάρχει. Επειδή υπέθετε πως ο Γύγης δεν τον πίστευε, τού είπε να βρει τρόπο να την δει μόνος του γυμνή και να πειστεί! Ο Γύγης προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά ο βασιλιάς τον ανάγκασε. Ο Κανδαύλης λοιπόν έκρυψε τον Γύγη σ' ένα σημείο του δωματίου, ώστε να μην τον αντιληφθεί η γυναίκα του και έτσι ο Γύγης την είδε γυμνή. Η βασίλισσα τον αντιλήφθηκε και κατάλαβε πως έφταιγε ο άντρας της, όμως δεν πρόδωσε την ντροπή της και αποφάσισε σιωπηλά να πάρει εκδίκηση1. Εκείνη την νύχτα δεν αντέδρασε, αλλά το επόμενο πρωινό η βασίλισσα κάλεσε τον Γύγη. Ο Γύγης δεν υποψιάστηκε τίποτα επειδή δεν ήταν ασυνήθιστο να τον καλεί η βασίλισσα. Όμως, όταν έφτασε, η βασίλισσα του είπε πως έχει δύο επιλογές, ή να δολοφονήσει τον βασιλιά και να πάρει τη θέση του και εκείνη σύζυγό του ή να πεθάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ο Γύγης έμεινε άφωνος, αλλά στην συνέχεια ικέτεψε τη βασίλισσα να το ξανασκεφτεί. Όταν κατάλαβε πως η βασίλισσα ήταν ανένδοτη αποφάσισε να ζήσει. Έτσι δολοφόνησε τον Κανδαύλη μ' ένα μαχαίρι την νύχτα ενώ κοιμόταν και έγινε βασιλιάς. Στην αρχή οι Λυδοί εξοργισμένοι ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν, αλλά ένας χρησμός του Δελφικού Μαντείου τού επικύρωσε την εξουσία. Όταν νομιμοποιήθηκε στην εξουσία ο Γύγης έκανε πολλά δώρα στο μαντείο.


   ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΓΥΓΗΣ: Τον Πλάτωνα απασχολούσαν πάντοτε τα αντικρουόμενα ζεύγη καλού-κακού, ευτυχίας-δυστυχίας, γνώσης-άγνοιας, δικαιοσύνης-αδικίας, γενναιότητας-δειλίας, αρμονίας-δυσαρμονίας, κ.ο.κ., ενώ οραματιζόταν την κυριαρχία του αγαθού σε έναν ευτυχισμένο, αρμονικό κόσμο. Έτσι, ο Πλάτων, στο Β΄ βιβλίο της «Πολιτείας» του και με το στόμα του αδελφού του Γλαύκωνα, επινοεί ένα μύθο, που θυμίζει τον πραγματικό Γύγη και τον περίεργο τρόπο ανάρρησης στο θρόνο της Λυδίας. Ένας βοσκός του βασιλιά της Λυδίας ονόματι Γύγης, βρίσκει τυχαία ένα μαγικό δακτυλίδι μετά από δύο καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, την ώρα που έβοσκε τα πρόβατα του βασιλιά, έπιασε φοβερή καταιγίδα και έγινε τόσο δυνατός σεισμός, ώστε άνοιξε η γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κατέβηκε στο χάσμα που δημιουργήθηκε και εκεί μέσα στα σπλάχνα της γης, είδε ένα μεγάλο χάλκινο κούφιο άλογο. Από κάποια ανοίγματα στα πλευρά του κοίταξε μέσα του και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ξαπλωμένος ένας γιγαντιαίος νεκρός. Και το σημαντικότερο, φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δακτυλίδι. Ο Γύγης το πήρε και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια. Κάποια μέρα διαπίστωσε ότι το πολύτιμο εύρημά του είχε μία αξιοπερίεργη μαγική δυνατότητα. Περιστρέφοντας την πέτρα του [«σφενδόνην»], προς το εσωτερικό της παλάμης του, γινόταν αόρατος και εμφανιζόταν πάλι, γυρίζοντας το δακτυλίδι προς την αντίστροφη φορά! Ο απλοϊκός βοσκός είχε στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο! Μπορούσε να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός και χωρίς να τιμωρείται ή έστω να επιπλήττεται. Έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη κάτοχος μιας παράδοξης και απρόσμενης δύναμης, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, πάντα όμως υπό το βάρος μιας αδικίας, που μπορούσε, αν εκείνος ήθελε, να φτάσει κι ως το έγκλημα. 

 


  00

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ηρόδοτος, Ιστορία 1 Κλειώ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα: Ιούλιος 1994, σσ. 45-53.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Θεωρούνταν, άλλωστε, προσβλητικό ακόμα και για έναν άντρα να τον δουν γυμνό.

8.7.26

[Μυθική Θεσσαλία 3.] Οι Λαπίθες και οι ''καταραμένοι'' βασιλείς τους Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


[Μυθική Θεσσαλία 3.] Οι Λαπίθες και οι ''καταραμένοι'' βασιλείς τους

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


Λαπίθης και Κένταυρος
  Στη μυθική εποχή δε γίνεται ακόμη αναφορά σε Πελασγούς, αλλά σε έναν λαό με μυθική καταγωγή που ονομάζονται Λαπίθες.

Οι Λαπίθες ήταν λαός πολεμικός, με πιθανότερη προέλευση τις ΝΑ. ή Βόρειες πλαγιές του Ολύμπου, κι ο πρώτος τους βασιλιάς, ο Λαπίθης ήταν γιος του Απόλλωνα και της Στίλβης2 , μιας όμορφης κόρης του Πηνειού και της Κρέουσας. Το όνομα λοιπόν του παππού του Λαπίθη, δόθηκε τιμητικά στον ποταμό που διασχίζει τη Θεσσαλία κι αργοκυλάει κάτω από το κάστρο του μυθικού πρώτου βασιλιά. Ο Όμηρος τον στολίζει όμορφα, αποκαλώντας τον «Αργυροδίνη Πηνειό».

Ο Φλεγύας στον Άδη

  Φλεγύας: Από άλλη οικογένεια των Λαπιθών, που κυριαρχούν στη συνέχεια στο θεσσαλικό θρόνο είναι ο βασιλιάς Φλεγύας. Φαίνεται πως το παλάτι του ήταν στην κοντινή Λακέρεια. Με τα παιδιά του, η γενιά των Λαπιθών επεκτείνεται σ’ όλη τη Θεσσαλία. Γιος του Φλεγύα είναι ο Ιξίων και κόρη του η Κορωνίδα. Από την ένωση της Κορωνίδας και του θεού Απόλλωνα γεννιέται ο Ασκληπιός, γενάρχης των Ασκληπιάδων, του βασιλικού δηλαδή οίκου της ΒΔ. Θεσσαλίας (Εστιαιώτιδα με πρωτεύουσα την Τρίκκη), που αναφέρεται και στα ομηρικά έπη. Όμως ο πατέρας Φλεγύας αγανάκτησε με την πράξη του θεού και έκαψε το ιερό του στους Δελφούς. Αυτή η ιεροσυλία του βεβαίως δεν έμεινε ατιμώρητη. Ο Δίας τον έστειλε στον Άδη τιμωρώντας τον με αιώνια βάσανα. 

Ο Ιξίων με τη νεφέλη αντί της Ήρας

  Ιξίων: Αιώνια βάσανα όμως περίμεναν και το γιο του Φλεγύα και διάδοχό του στο θρόνο, Ιξίονα. Έτσι όταν ο Ιξίων πήρε την ανώτατη εξουσία της Λάρισας, ζήτησε, μέσω πρέσβεων, απ’ το γειτονικό βασιλιά Δηιονέα την κόρη του, που ονομαζόταν Δία, για να την νυμφευτεί. Όμως, επειδή ο πατέρας της αρχικά δεν συμφωνούσε, ο Ιξίων του υποσχέθηκε για γαμήλιο δώρο μια μεγάλη έκταση της Θεσσαλίας. Έτσι εκείνος δέχτηκε, μα, μετά το γάμο, ο γαμπρός δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Θυμωμένος τότε με το γαμπρό του ο Δηιονέας, του έκλεψε ένα μεγάλο κοπάδι άλογα (που από τότε αποτελούσε, το σύμβολο του θεσσαλικού κάμπου). Μετά από χρόνια ο Ιξίων προσκάλεσε τον πεθερό του, δήθεν για να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσά τους, σε ένα συμπόσιο. Με μεγάλη χαρά ο Δηιονέας δέχτηκε, μα εκεί τον περίμενε η πιο δυσάρεστη έκπληξη της ζωής του: ο Ιξίων τον έριξε με δόλο σε ένα λάκκο, που μέσα του έκαιγε δυνατή φωτιά, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή με απάνθρωπο τρόπο. Μετά τη φρικτή αυτή δολοφονία του πεθερού του, φυσικό ήταν ο Ιξίων να δεχτεί τη «μήνιν» (οργή) των θεών. Οι Ολύμπιοι τον τιμώρησαν με τη φοβερή αρρώστια της λύσσας. Όμως ο πατέρας των θεών, ο Δίας, συμπονώντας τον Θεσσαλό βασιλιά, όχι μόνο τον απάλλαξε απ’ αυτό, αλλά τον κάλεσε και σε συμπόσιο στον Όλυμπο, δείχνοντάς του μ' αυτό τον τρόπο ότι τον συγχωρούσε. Εν τούτοις ο Ιξίων, μη ξεχνώντας τον κακό του εαυτό, φέρθηκε απρεπέστατα στον ίδιο τον ευεργέτη του, προσπαθώντας μάλιστα να επιτεθεί στην Ήρα. Ο Δίας, βλέποντας το μέγεθος της κακότητάς του, έδωσε σε μια νεφέλη (σύννεφο) τη μορφή της Ήρας, με αποτέλεσμα να ξεγελαστεί ο Ιξίων και να γεννήσει απ’ τη Νεφέλη τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα 

  Ο Ερμής έδεσε με φίδια, κι όχι αλυσίδες, τον τιμωρημένο ασεβή Θεσσαλό βασιλιά πάνω σε φλεγόμενο τροχό που είχε ετοιμάσει ο Ήφαιστος. Την αιώνια αυτή τιμωρία παρακολουθούν από κοντά οι μυθικές Ερινύες (τύψεις), ενώ ο τιμωρούμενος φαίνεται μέσα από την εικόνα σαν να φωνάζει απ’ τον αέναο τροχό του και τα λόγια του αντηχούν μέχρι σήμερα στ’ αυτιά μας: «Πρέπει να τιμούμε τους ευεργέτες μας!»

4.7.26

Ο Ηρ [ένας ακόμη Μύθος του Πλάτωνα] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Ηρ [ένας ακόμη Μύθος του Πλάτωνα]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα




ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
: Ο Πλάτων κλείνει την «Πολιτεία» του με μια αισιόδοξη διδασκαλία, έναν αξιοσημείωτο μύθο, που αναφέρεται στη μεταθανάτια ζωή. Ο δίκαιος άνθρωπος κατά το μεγάλο φιλόσοσοφο, επιβραβεύεται και σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά και μετά θάνατον. Αντίθετα άδικοι, τύραννοι, κακούργοι, τιμωρούνται σκληρά. Απόδειξη της απόδοσης της δικαιοσύνης στον άλλο κόσμο, είναι η μαρτυρία του Ηρός, ενός φανταστικού-μυθικού προσώπου την οποία εκθέτει ο Πλάτων μέσα από το στόμα του Σωκράτη.

Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Ηρ, γιος του Αρμενίου, γενναίος πολεμιστής, σκοτώνεται στη μάχη. Το σώμα του για ημέρες παρέμενε άταφο στο πεδίο της μάχης ανάμεσα σε πτώματα άλλων πολεμιστών, που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Μετά από δώδεκα ημέρες, αφού τον είχαν πια μεταφέρει στο σπίτι του, και τη στιγμή που τον είχαν πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είδε στον άλλο κόσμο. Κι εδώ είναι η πεμπτουσία της μυθικής πλατωνικής διδαχής.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ: Η ψυχή του, όπως διηγείται ο Ηρ, αποχωρισμένη από το σώμα, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές σε έναν τόπο δαιμονικό. Εκεί υπήρχαν δύο ανοίγματα στη γη και άλλα δύο απέναντί τους ψηλά στον ουρανό. Εκεί κάθονταν δικαστές, οι οποίοι, αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω, προς τον ουρανό και τους άδικους αριστερά και κάτω. Όταν παρουσιάστηκε ο Ηρ στους δικαστές, του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι συνέβαινε εκεί για να γίνει αγγελιοφόρος ανακοινώνοντας όλα στους ζωντανούς. Έβλεπε εκεί τις ψυχές που είχαν δικαστεί, να προχωρούν προς τα δύο ανοίγματα και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από τα ανοίγματα της γης ήταν σκονισμένες και διψασμένες, ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Όλες οι ψυχές πήγαιναν σε ένα απέραντο λιβάδι και κατασκήνωναν εκεί σαν να βρίσκονταν σε αιώνιο πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τα έγκατα τη γη, έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει στην εκεί πορεία τους, που είχε κρατήσει χίλια χρόνια [θυμίζοντας το καθολικό Καθαρτήριο-purgatorium]. Όσες έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν τα ευχάριστα που είχαν δοκιμάσει και την ομορφιά που είχαν αντικρίσει. Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα, πλήρωναν δεκαπλάσιες ποινές. Με την ίδια αναλογία, ήταν και οι ανταμοιβές για όσες ψυχές είχαν φανεί δίκαιες. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς θεούς ή γονείς ή για τους φονιάδες. Τον Αρδιαίο, τύραννο της Παμφυλίας, επί παραδείγματι, που διέπραξε στη ζωή του πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν αενάως πάνω σε αγκάθια ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους πολλούς που είχαν διαπράξει πολλά ανάλογα ανομήματα, τον πέταξαν βαθιά στον Τάρταρο. Επτά ημέρες έμειναν οι ψυχές στο λιβάδι και την όγδοη πορεύτηκαν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως, σαν ουράνιο τόξο, αλλά λαμπρότερο και καθαρότερο. Εκεί, μετά από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να’ ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που το συγκρατούσαν. Το φως ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών αυτών ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης1, το οποίο, κατά το μύθο, προκαλεί όλες τις κινήσεις. Το αδράχτι είχε στέλεχος με μεταλλικό αγκίστρι και σφόνδυλο που περιείχε άλλους επτά σφονδύλους. Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες. Κάθε Σειρήνα έβγαζε έναν συγκεκριμένο διαφορετικό ήχο και όλες μαζί σχημάτιζαν αρμονικό μουσικό σκοπό. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες που τραγουδούσαν πάνω στη μελωδία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά κι η Άτροπος τα μελλούμενα.

Φθάνοντας εκεί οι ψυχές, έπρεπε να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους2. Ένας προφήτης έπειτα πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης δείγματα ζωής, τα τοποθέτησε μπροστά στις ψυχές και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα ψηλό, απήγγειλε ένα λόγο της Λάχεσης που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν κλήρο για τη σειρά που θα διαλέξουν. Ο καθέναν έπρεπε ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος του, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής3. Οι ψυχές που δεν γνώριζαν τη Φιλοσοφία έσπευσαν να επιλέξουν βίους ένδοξους, χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες όμως ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη των εξουσιών και της κενοδοξίας. Είδε τότε ο Ηρ την ψυχή του Οδυσσέα, που ’χε τον τελευταίο κλήρο, να διαλέγει την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Είδε ακόμη ψυχές ανθρώπων να επιλέγουν ζωές ζώων και πολλών ζώων να επιλέγουν ζωές ανθρώπων! Μετά την επιλογή της, η κάθε ψυχή πήγαινε στη Λάχεση και εκείνη έδινε στην καθεμιά ένα δαίμονα που θα τη συνόδευε στη ζωή που είχε διαλέξει. Ο δαίμονας πήγαινε πρώτα την ψυχή στην Κλωθώ για να επικυρώσει την επιλογή της κάθε ψυχής και μετά την πήγαινε στην Άτροπο, η οποία, όπως δηλώνει και το όνομά της, έκανε αμετάστροφη την επικύρωση της Κλωθώς. Έπειτα όλες οι ψυχές, προχωρούσαν προς την πεδιάδα της λήθης όπου κατασκήνωναν εκεί και έπιναν από το νερό του Αμέλητα ποταμού και σιγά σιγά ο καθένας ξεχνούσε τα πάντα. Τα μεσάνυχτα, μετά από βροντή και σεισμό οι ψυχές άρχιζαν να αναπηδούν για να ξαναγεννηθούν στα νέα τους σώματα. Τον ΄Ηρα μόνο δεν τον άφησαν να πιει νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Το πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε. Ξαφνικά ανοίγοντας τα μάτια του, απλώς είδε πως ήταν πρωί και βρισκόταν πάνω στην πυρά.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Ο μύθος του Ηρός είναι επινόηση του Πλάτωνα, αλλά ο φιλόσοφος βασίστηκε σε κάποια προφορική παράδοση, από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μεταφυσική, αλλά και από τις τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων. Ιδιαίτερη σημασία, έχει να προσέξουμε στο μύθο πώς οι ψυχές εκλέγουν μόνες τους τη νέα τους ζωή. Βλέπουμε πως μπορούν να έχουν όλη τη γνώση και όλη την πείρα που χρειάζονται, για να διαλέξουν ενσυνείδητα τη ζωή που θέλουν. Σε αυτό, συμβάλει και ο διάλογος που γίνεται μεταξύ των ψυχών στο λιβάδι, που σκοπός του είναι, να μεταδώσει η μια ψυχή στην άλλη, την πείρα των βιωθέντων από προηγούμενες ζωές. Έτσι, οι ψυχές που έρχονται από τον ουρανό, μιλούν στις άλλες για όλη την [παραδείσια] ευδαιμονία και την ομορφιά που είχαν αντικρίσει, ενώ οι ψυχές που έρχονται από τα έγκατα της γης ομολογούν στις άλλες, τη χιλιόχρονη, κακότυχη πορεία τους κάτω από την επιφάνεια της γης. μέσα στη γη. Όλο αυτό το συναπάντημα των ψυχών, ο Πλάτων το παρομοιάζει με πανηγύρι όπου όλες οι ψυχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους, όχι υλικά αγαθά, αλλά εμπειρία και γνώση! Συνεπώς, κατά τον Πλάτωνα, μεγάλη είναι η σημασία της πείρας που έχει αποκτήσει η ψυχή από την προηγούμενη ζωή της, για την απόφαση που θα πρέπει να πάρει και τη μοίρα που θα διαλέξει. Η εκλογή του καινούργιου βίου, στηρίζεται στην ανάμνηση αυτής της γνώσης που έχει η ψυχή και είναι μη αναστρέψιμη. Γι’ αυτό η ψυχή, δεν πρέπει να κάνει αλόγιστη εκλογή, αλλά να προσέξει πολύ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός της ελευθερίας της εκλογής και θέλει να μας δηλώσει ο Πλάτων, με το μύθο του, τη μεταφυσική ευθύνη που έχει ο κάθε άνθρωπος για τη ζωή του. Η ευθύνη αυτή αγγίζει την αιωνιότητα. Ο καθένας είναι απόλυτα ελεύθερος να διαλέξει τη μοίρα του και μόνο ο ίδιος έχει την ευθύνη, χωρίς να παρεμβαίνει κανένας θεός4. Η ίδια η ψυχή του ανθρώπου έχοντας τη γνώση και την πείρα, χωρίς να έχει πιει το νερό της λήθης, επιλέγει ανάμεσα σε πολλά δείγματα ζωής αυτό που θέλει. Τα δείγματα που έχουν μπροστά τους οι ψυχές, είναι περισσότερα από το σύνολό τους και γι’ αυτό αν αναλογιστούν και τη γνώση που έχουν, μπορούν να διαλέξουν αυτό που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους.Ο φιλόσοφος απευθύνεται στη συνέχεια στο Γλαύκωνα, λέγοντάς του ότι θα πρέπει ο καθένας με μεγάλη φροντίδα και ακρίβεια να ξεχωρίζει το χρηστό από τον πονηρό βίο και να διαλέξει τον πιο καλό6. Η ψυχή, ακόμη, δεν μπορεί να επηρεαστεί από πουθενά, αφού δεν μπορεί να δεχτεί βοήθεια, ούτε από θεούς ούτε από Μοίρες. Μοναδική βοήθεια απομένει η ανάμνηση, η γνώση και η πείρα που έχει αποκτήσει στην διάρκεια της ζωής της στη γη.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Έχουμε μπροστά μας, μέσα από την παραστατική αφήγηση του Σωκράτη, όλη την πραγματικότητα που θέλει να μας διδάξει ο Πλάτων για την ψυχή του ατόμου, όταν αυτή βρίσκεται πλέον στον Άδη. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε, είναι ότι, κατά τον μέγα φιλόσοφο, στη ψυχή, αποδίδεται πλήρως δικαιοσύνη και παράλληλα ελευθερία, να επιλέξει βάση της πείρας της, τη μοίρα της για την επόμενη ζωή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: sites.google.com/site/stmessinis/ArxikiSelida/MithosIros Ι. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Η Ανάγκη ήταν η μητέρα των τριών Μοιρών [ΛάχεσΙς, Κλωθώ, Άτροπος].

2. Ο Πλάτων ήταν οπαδός της μετενσάρκωσης.

3. Πλάτων, Πολιτεία, 617d – 617e.

4. Πλάτων, Πολιτεία, 617e.

5. Πλάτων, Πολιτεία, 619b.

6. Πλάτων, Πολιτεία, 618b-618c.

21.6.26

Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Πλούτων και Περσεφόνη

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
: Ο Άδης σήμαινε τόσο τον κάτω κόσμο όπου μεταβαίνουν οι ψυχές μετά θάνατο όσο και την ίδια ιδεατή ανθρωπόμορφη δύναμη που κυβερνούσε αυτόν τον χώρο. Η λέξη αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον θεό. Η γενική πτώση της λέξης (Ἅιδου), ήταν συντόμευση της φράσης “σπίτι του Άδη”, αλλά τελικά και η ονομαστική της λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία των νεκρών. Ο αντίστοιχος ετρουσκικός θεός ήταν ο “Άιτα”. Ο όρος “Άδης” χρησιμοποιείται καμιά φορά από Χριστιανούς ως ευφημισμός για την Κόλαση.

Ο ΘΕΟΣ ΠΛΟΥΤΩΝ: Ο Πλούτωνας, θεός του κάτω κόσμου, ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Αδέλφια του ήταν η Εστία, η Δήμητρα. Η Ήρα, ο Δίας και ο Ποσειδών. Μετά τη γέννησή του τον "κατάπιε" ο πατέρας του Κρόνος όπως και τ΄ αδέλφια του σε μια προφανώς αλληγορική απόδοση της υπεροχής της ακολουθούμενης τότε "Κρόνιας θρησκείας", που τα πάντα σκίαζε ο χρόνος-Κρόνος, που τρώει τα παιδιά του [ως χρόνος “τρώει” τις μέρες, ώρες, κ.τ.λ.]. Μετά την απελευθέρωσή τους οι έξι θεοί-αδέλφια, μαζί με τους συμμάχους τους, διεκδίκησαν από τους γονείς τους την εξουσία προκαλώντας τη γνωστή μας Τιτανομαχία. Οι τρεις αδελφοί πήραν από τους Κύκλωπες όπλα για τη μάχη αυτή: Ο Δίας τον κεραυνό, ο Ποσειδών την τρίαινα κι ο Πλούτων ένα κράνος [την κυνέη] που έκανε αόρατο όποιον το φορούσε. Ο πόλεμος διήρκεσε 10 χρόνια και έληξε με τη νίκη των νεώτερων θεών. Μετά τη νίκη ο Πλούτωνας και οι δύο νεώτεροι αδελφοί του, Ποσειδώνας και Δίας, έριξαν κλήρο για να καθορίσουν τα βασίλεια που θα κυβερνούσαν. Ο Δίας ανέλαβε τον ουρανό και έγινε κυρίαρχος των πάντων, ο Ποσειδώνας τις θάλασσες και κάθε υγρό στοιχείο, ενώ ο Πλούτωνας τον κάτω κόσμο, το αόρατο βασίλειο στο οποίο πηγαίνουν οι νεκροί. Ο Πλούτωνας έλαβε ως σύζυγό του, την Περσεφόνη, απαγάγοντάς την και, με τέχνασμα, την έκανε δική του. Αυτή η ιστορία συνέδεσε τα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια με τους θεούς του Ολύμπου, σε μια πρώιμη αλληγορική σύνδεση ζωής και θανάτου.

''Χάρτης'' του Κάτω Κόσμου!

  ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ
: Ο Πλούτωνας κυβερνούσε τους νεκρούς, βοηθούμενος από δαιμονικές υπάρξεις επί των οποίων είχε απόλυτη εξουσία. Απαγόρευε στους υποτελείς του να φύγουν από την περιοχή του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και οργιζόταν αν κάποιος προσπαθούσε να διαφύγει επανερχόμενος στη ζωή καθώς κι αν κάποιος προσπαθούσε να του αφαιρέσει ότι του ανήκε. Εκτός από τον Ηρακλή σε δύο περιπτώσεις [για να αρπάξει τη νεκρή Άλκηστη και τον Κέρβερο], οι μόνοι άλλοι ζωντανοί που τόλμησαν να εισέλθουν στον Κάτω Κόσμο και να επιστρέψουν, ήταν: ο Ορφέας, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Αινείας και για μια μόνο μέρα ο Πρωτεσίλαος. Ο Οδυσσέας, κατά την κάθοδό του στο βασίλειο του Άδη βρήκε τον Αχιλλέα ο οποίος του είπε: “Μη μου μιλάς καταπραϋντικά για τον θάνατο, ένδοξε Οδυσσέα. Θα προτιμούσα να υπηρετώ ως μισθοφόρος κάποιου άλλου, παρά να είμαι ο αφέντης των νεκρών που χάθηκαν”!

Η αρπαγή της Περσεφόνης

Ο ΑΔΗΣ ΩΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
: Ο Άδης ως τόπος είχε αρκετές διαβαθμίσεις από τον έσχατο Τάρταρο μέχρι τα σχεδόν παραδείσια Ηλύσια Πεδία. Οι νεκροί εισέρχονταν στον Κάτω Κόσμο διασχίζοντας τον Αχέροντα ποταμό με τη βάρκα του Χάροντα, ο οποίος χρέωνε έναν οβολό για το πέρασμα, τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του νεκρού από τους συγγενείς του. Οι άποροι και όσοι δεν είχαν φίλους παρέμεναν για πάντα στην όχθη του ποταμού. Η αντίπερα όχθη φυλασσόταν από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο σκύλο που νικήθηκε μόνον από τον Ηρακλή. Πέρα από τον Κέρβερο, οι σκιές των αποθανόντων εισέρχονταν στον Τάρταρο, τη γη των νεκρών. Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων [της θλίψης], ο Κωκυτός [του θρήνου], ο [Πυρι-]Φλεγέθων [ποταμός με πύρινες φλόγες], η Λήθη [της λησμονιάς] και η Στυξ [του μίσους]. Η πρώτη περιοχή του Πλούτωνα περιλαμβάνει τους λειμώνες με τους ασφόδελους, που περιγράφονται στην Οδύσσεια αλλά και από τον Πλάτωνα στους σχετικούς με τον Άδη μύθους του, όπου οι σκιές των ηρώων περιφέρονται απελπισμένα μεταξύ κατώτερων πνευμάτων, που ουρλιάζουν γύρω τους σαν νυχτερίδες. Πιο κει βρισκόταν το Έρεβος, το όνομα και μόνο του οποίου προκαλούσε φρίκη. Υπήρχαν δύο πηγές, αυτή της Λήθης, όπου οι κοινές ψυχές συνέρρεαν για να σβήσουν κάθε μνήμη επιγείου ζωής, και η πηγή της Μνημοσύνης από την οποία έπιναν μόνον οι μύστες των Μυστηρίων. Στο προαύλιο του οδυνηρού παλατιού του Άδη και της Περσεφόνης κάθονται οι τρεις κριτές του κάτω κόσμου [Μίνωας, Ραδάμανθυς, Αιακός]. Εκεί, σε μέρος ιερό αφιερωμένο στην Εκάτη, όπου συναντώνται τρεις δρόμοι, κρίνονται οι ψυχές και ή επιστρέφουν στους λειμώνες με τους ασφόδελους αν δεν είναι ούτε ενάρετες ούτε κακές, ή στέλνονται στον Τάρταρο αν είναι ασεβείς, ή οδηγούνται στα Ηλύσια με τους ήρωες αν ήταν ενάρετες. Κατά τη Ρωμαϊκή Μυθολογία, κι εδώ αντιγράφει πιστά την ελληνική, η είσοδος στον κάτω κόσμο βρισκόταν στο Αβέρνους, έναν κρατήρα κοντά στην Κύμη της Καμπανίας. Αυτόν τον δρόμο που χρησιμοποίησε και ο Αινείας για να κατέβει κάποτε στο βασίλειο του Άδη.

Η αρπαγή της Περσεφόνης σε ερυθρόμορφο αγγείο
  ΛΑΤΡΕΙΑ: Ο Πλούτωνας ήταν φυσικά μια τρομακτική μορφή για όσους ζούσαν. Μη έχοντας ... βιασύνη να τον συναντήσουν, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν φειδωλοί στους όρκους στο όνομά του. Για πολλούς, μόνο η εκφορά της λέξης Πλούτωνας ήταν τρομακτική. Γι' αυτό και χρησιμοποιήθηκε ένας ευφημισμός. Αφού πολύτιμα ορυκτά, καθώς ακόμη και οι καρποί έβγαιναν από τη γη, θεωρήθηκε πως κυβερνούσε και αυτά, και αναφερόταν ως Πλούτωνας [< πλούτος]. Από κει προήλθε και το Ρωμαϊκό όνομα Πλούτο. Ο Σοφοκλής αναφερόμενος στον Πλούτωνα ως τον “πλούσιο” χρησιμοποίησε το εξής λογοπαίγνιο: “ο καταθλιπτικός Πλούτωνας εμπλουτίζει τον εαυτό του με τους αναστεναγμούς μας και τα δάκρυά μας”. Άλλα επωνύμια για τον θεό του Κάτω Κόσμου ήταν τα: Κλυμένος, Ευβουλεύς και Πολυδέγμων. Η λατρεία του Άδη διέφερε από ότι αυτή των άλλων θεών. Θυσιάζονταν σε αυτόν μέλανα ζώα, (μέλανες ταύροι, κριοί, κτλ.) μόνον κατά τη νύκτα ή σε σκοτεινό χώρο. Τα σχοινιά με τα οποία τα θύματα ήταν δεμένα ήταν πάντοτε μαύρα. Η θυσία γίνονταν με μαχαίρια εβένινης λαβής και ανοίγονταν η κοιλιά του σφάγιου. Η κεφαλή του θύματος έπρεπε να είναι πάντοτε στραμμένη προς την γη. Το θύμα καιγόταν ολόκληρο. Το αίμα από τις θυσίες στον Άδη το έσταζαν σε λάκκο για να τον φτάσουν. Το πρόσωπο που πρόσφερε τη θυσία έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι του. Κάθε εκατό χρόνια λάμβαναν χώρα ιδιαίτερες εορτές προς τιμή του. Ιερό δένδρο του Άδη ήταν το κυπαρίσσι για το άκαμπτο της εμφανίσεως και το σκοτεινό χρώμα. Φυτό του ήταν το πολύτριχο και άνθος του ο νάρκισσος. Λατρεύονταν ιδιαιτέρως στον Οπούντα, στην Τροιζήνα και στην Ήλιδα. Στην τελευταία χώρα υπήρχε ναός του, οι πύλες του οποίου ανοίγονταν άπαξ ετησίως και μόνο στους ιερείς επιτρεπόταν η είσοδος.

   ΑΛΛΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Αν και ήταν Ολύμπιος, πέρναγε τον περισσότερο χρόνο του στο σκοτεινό του βασίλειο. Φοβερός στη μάχη, απέδειξε την αγριότητά του στην περίφημη Τιτανομαχία. Εξαιτίας της σκοτεινής, μακάβριας προσωπικότητάς του, δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός ούτε από θεούς ούτε από ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του περιγράφεται ως “άγριος και αμείλικτος”. Ωστόσο, δεν ήταν κακός θεός, γιατί, αν και ήταν αυστηρός, ανηλεής και χωρίς επιείκεια, ήταν δίκαιος. Ο Άδης κυβερνούσε τον Κάτω Κόσμο και επομένως ήταν συνδεδεμένος με τον θάνατο, αλλά δεν ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Η πραγματική προσωποποίηση του θανάτου ήταν ο Θάνατος, αδελφός του Ύπνου. Όταν οι Έλληνες προσεύχονταν στον Πλούτωνα, χτυπούσαν τα χέρια τους στο έδαφος για να είναι σίγουροι πως τους ακούει. Το όπλο του Πλούτωνα ήταν ένα δίκρανο, με το οποίο διέλυε ό,τι βρισκόταν στο δρόμο του ή ό,τι δεν του ήταν αρεστό. Στα αντικείμενα που κατείχε και τον προσδιόριζαν ήταν και το περίφημο κράνος του, που καθιστούσε όποιον το φορούσε αόρατο. Είναι γνωστό πως ο Πλούτωνας μερικές φορές δάνειζε το κράνος του αυτό και σε θεούς και σε ανθρώπους (όπως στον Περσέα). Το σκοτεινό του άρμα, συρόμενο από τέσσερα μαύρα άλογα, πάντοτε ήταν εντυπωσιακό και τρομακτικό στη θέα.

Ο Άδης [Πλούτων], αμφορέας - Λούβρο
  ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: Ο Πλούτων δεν απεικονίζεται συχνά στις κλασικές τέχνες. Εμφανίζεται συχνότερα σε απεικονίσεις της αρπαγής της Περσεφόνης, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις σε αγγεία της κλασικής εποχής όπου εμφανίζεται μαζί με την Περσεφόνη, ως ζεύγος αριστοκρατικό σε ανάκλιντρο, ή και με τη Δήμητρα, ως θεός του Άδη και της βλάστησης, όπως σε ερυθρόμορφη πελίκη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο [430-420 π.Χ.], όπου ο Άδης ρίχνει σπόρους από ένα κέρας στο οργωμένο χωράφι και η Δήμητρα παρακολουθεί κρατώντας ένα αλέτρι.

ΛΕΥΚΗ ΚΑΙ ΜΙΝΘΩ: Όπως ο αδελφός του Δίας και οι άλλοι αρχαίοι θεοί, ο Πλούτωνας δεν ήταν πιστός σύζυγος. Κατεδίωξε και ερωτεύτηκε την νύμφη Μινθώ και για να την τιμωρήσει γι’ αυτό η Περσεφόνη, μετέτρεψε την Μινθώ στο φυτό μίνθη (μέντα). Παρομοίως, η νύμφη Λευκή, η οποία επίσης αρπάχτηκε από τον Πλούτωνα, μεταμορφώθηκε από αυτόν σε λευκή λεύκα μετά τον θάνατό της.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.co

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η δικαιοσύνη της θάλασσας, του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Η δικαιοσύνη της θάλασσας,   του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου  Τ ΟΝ Μπάρμπα -Καληώρα τὸν ὑπονα...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....