Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AUDIOBOOK.GR-ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AUDIOBOOK.GR-ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        7.2.26

        Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

        Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

        διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
             
             
          Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
             Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
             Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
        ― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
             Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
             Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
        ― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
             Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
             Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
             Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
        ― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
        ― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
        ― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
             Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
        ― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
        ― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
        ― Πάμε, έλα!
        ― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
             Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
        ― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
        ― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
        ― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
             Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
        ― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
             Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
             Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
             Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
             
             Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
        ― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
             Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
        ― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
        ― Βενετιά, κυρά μου…
        ― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
        ― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
        ― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
        ― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
        ― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
        ― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
        ― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
        ― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
             Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
        ― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
             Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
             Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
        ― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
        ― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
             Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
        ― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
             Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
        ― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
             Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
        ― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
             Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
             
             Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
             Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
        ― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
             Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
        ― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
             Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
             Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
             Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
        ― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
             Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
        ― Δέσπω!
             Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
        ― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
        ― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
             Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
        ― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
        ― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
        ― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
        ― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
        ― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
             Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
        ― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
        ― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
        ― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
        ― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
        ― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
             Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
        ― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
        ― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
        ― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
        ― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
        ― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
        ― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
        ― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
             
             Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
        ― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
        ― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
        ― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
        ― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
        ― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
             Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
        ― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
        ― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
        ― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
             Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
             Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
             Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
             Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
             Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
        ― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
        ― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
        ― Ένα βαθύ ντουλάπι…
        ― Ύστερα;
        ― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
        ― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
        ― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
             Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
        ― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
        ― Τι παράξενο, κυρά!
        ― Θάμα θεού είναι!
        ― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
        ― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
        ― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
        ― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
        ― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
        ― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
        ― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
        ―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
        ― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
        ― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
             Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
             
             Ιανουάριος 1916


        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

        https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

        6.2.26

        Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2] διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

         
        Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2]
        διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

             

             Το κοινωνικό μυθιστόρημα «Η Τιμή του Αδελφού» (1914) του Γρηγόριου Ξενόπουλου πραγματεύεται την ηθική κατάπτωση και την κοινωνική υποκρισία μέσα από την ιστορία της Αργυρώς και του αδελφού της, Θανάση Η Αργυρώ είναι μια νέα κοπέλα που ζει φτωχικά στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, αναγκάζεται να γίνει ιερόδουλη σε πλούσιους της περιοχής για να συντηρήσει τη μητέρα της και τον ακαμάτη αδελφό της. Ο Θανάσης, είναι ο αδελφός της, ένας ανήθικος και ρέμπελος άντρας, που γνωρίζει την πηγή των εσόδων της αλλά «κλείνει τα μάτια» όσο εκείνη τον χρηματοδοτεί! Όταν κάποτε η Αργυρώ αγανακτεί και του κόβει την «επιχορήγηση», ο Θανάσης θυμάται ξαφνικά την «τιμή» του. Ισχυρίζεται ότι η διαγωγή της τον κηλιδώνει και τη σκοτώνει, προβάλλοντας την ...τιμή ως πρόφαση για την εκδίκησή του.

        Κεντρικά Θέματα: Το έργο εστιάζει στην αντίθεση μεταξύ ηθικού και ανήθικου, καταδεικνύοντας πώς η κοινωνία στιγματίζει τη γυναίκα ενώ συγχωρεί την ανδρική ανηθικότητα. Η ανάλυση των χαρακτήρων στην «Τιμή του Αδελφού» είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί τους ήρωές του για να «ξεσκεπάσει» την αυστηρή πατριαρχική δομή και την υποκρισία της αθηναϊκής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

        Η Αργυρώ είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας του έργου. Αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που θυσιάζει την προσωπική της αξιοπρέπεια για την επιβίωση της οικογένειάς της. Παρόλο που η εργασία της θεωρείται ανήθικη, το κίνητρό της είναι η αγάπη για τη μητέρα της και η φροντίδα για τον αδελφό της. Είναι ο μόνος χαρακτήρας που δεν κρύβεται πίσω από προσωπεία. Γνωρίζει ποια είναι και τι κάνει. Η τραγωδία της ξεκινά όταν αποφασίζει να διεκδικήσει την αυτονομία της και να σταματήσει να συντηρεί τον Θανάση. Αυτή η πράξη ανεξαρτησίας είναι που τελικά οδηγεί στον θάνατό της.

        Ο Θανάσης, από την άλλη, αποτελεί τη μελέτη του Ξενόπουλου πάνω στην «κούφια» ανδρική τιμή της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ηθικές αναστολές όσο απολαμβάνει τις ανέσεις που του παρέχει η αδελφή του. Η «τιμή» του δεν ενοχλείται όσο το πορτοφόλι του είναι γεμάτο. Δεν τον νοιάζει η ευτυχία ή η επιβίωση της Αργυρώς, παρά μόνο το πώς θα ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Όταν όμως χάνει τα προνόμιά του, χρησιμοποιεί την έννοια της «τιμής» ως πρόσχημα και ... όπλο. Ο φόνος της αδελφής του δεν είναι πράξη ηθικής κάθαρσης, αλλά εκδίκηση και αποκατάσταση της κυριαρχίας του.

        Η μητέρα, πάλι, της Αργυρώς και του Θανάση παίζει έναν καταλυτικό ρόλο, αν και συχνά παραγκωνίζεται στην ανάλυση. Εκπροσωπεί την παλαιότερη γενιά που δέχεται τη μοίρα της χωρίς αντίσταση. Γνωρίζει την πηγή του πλούτου της Αργυρώς και την αποδέχεται σιωπηλά για να ζει με ανέσεις. Η σιωπή της είναι μια μορφή αποδοχής της εκμετάλλευσης της κόρης της. Στην ανάλυση του έργου, η μορφή του αγαπημένου φίλου της Αργυρώς (του Ανδρέα) λειτουργεί ως ο μοναδικός εκφραστής πραγματικής ανθρωπιάς και ανιδιοτελούς αγάπης μέσα σε ένα γενικότερο περιβάλλον εκμετάλλευσης. Για την Αργυρώ, μάλιστα, ο φίλος της δεν είναι απλώς ένας εραστής, αλλά η προσωποποίηση της ελπίδας για μια άλλη ζωή. Η παρουσία του προσφέρει μια «ηθική λύτρωση» πριν από την τραγική κατάληξη. Σε αντίθεση με τον αδελφό της που τη βλέπει ως πηγή εισοδήματος, ο φίλος της την αντιμετωπίζει ως άνθρωπο με ψυχή. Η σχέση τους είναι το μοναδικό σημείο του έργου όπου η Αργυρώ νιώθει ότι η αξία της δεν μετριέται με χρήματα. Ο Ανδρέας αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα της πραγματικής ''απόδρασης''. Η πρόθεσή του να τη στηρίξει ουσιαστικά είναι αυτό που δίνει στην Αργυρώ τη δύναμη να συγκρουστεί με τον Θανάση και να του κόψει την οικονομική παροχή.

          Όμως, κι εδώ έγκειται η τραγική ειρωνεία, Η «λύτρωση» που υπόσχεται ο φίλος της παραμένει πρακτικά ανεκπλήρωτη. Ενώ ψυχικά η Αργυρώ λυτρώνεται από τις ενοχές και την υποταγή, αυτή ακριβώς η προσπάθεια για μια νέα αρχή είναι που πυροδοτεί το φονικό ένστικτο του αδελφού της.

        Αλλά ο Ανδρέας είναι αυτός που φέρνει την τελική ''κάθαρση'' στο έργο. [Κων. Οικονόμου]

         ΤΟ AUDIOBOOK ΣΕ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

        https://www.youtube.com/watch?v=CQW0PNaWybs&t=28s

        ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=azipeOa-L4I





        29.1.26

        Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας
        του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ
        ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
         
          «Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας» είναι διήγημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου
        . Περιλαμβάνεται σε συλλογές με τα διηγήματα «Κελαηδισμοί», «Η Φούρκα» και «Η Σκουφάτη». Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την πορεία της Αργυρούλας, παρουσιάζοντας πτυχές της ζωής και του θανάτου της, με το ύφος του γνωστού Έλληνα συγγραφέα. 
        • Συγγραφέας: Γρηγόριος Ξενόπουλος.
        • Θεματολογία: Κοινωνικό/Ηθογραφικό διήγημα, μέρος της συλλογής "Κελαηδισμοί".
        • Έκδοση: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βλάσση. 
         Η  πλοκή της υπόθεσης: Είναι η ιστορία της σύντομης ζωής της νεαρής παντρεμένης μα λιωμένης από την ασθένεια, Αργυρούλας. Ουσιαστικά περιγράφει τα συναισθήματα της ξαπλωμένης στο κρεβάτι του πόνου κόρης που έχει μια τελευταία - δεν θα το ήξερε πως ήταν τελευταία - επιθυμία: είναι να δει εκεί μπροστά της ευτυχισμένους του στενούς της συγγενείς σε ένα γιορταστικό τραπέζι. Με την πρόσκαιρη, στιγμιαία, αυτή χαρά της Αργυρούλας έρχεται το ... παραπονεμένο σβήσιμο της τελευταίας της ικμάδας. Σύντομο διήγημα, λυρικά μελαγχολικό! [Κων. Οικονόμου]
        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

        19.1.26

        Ο γκιώσος* μου, του Χρήστου Χρηστοβασίλη Κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         


        Ο γκιώσος* μου, του Χρήστου Χρηστοβασίλη
        Κείμενο - AUDIOBOOK
        Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

          Ένα σαββατόβραδο του χειμώνα με πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στα χειμαδιά, γιατί είχε αρχίσει ο γέννος κι ήταν ανάγκη να δώση ό, τι οδηγίες χρειάζονταν στον αρχιπιστικό, καινούργιον ακόμα, ως ρογιασμένον εκείνον τον Άι-Δημήτρη και δεν ήξερε την ιδιαίτερη τάξη του κοπαδιού μας.

           Εγώ ήμουν δεν ήμουν οχτώ χρονών τότε, αλλά ήξερα όχι λίγα πράματα τότε για την ηλικία μου ως προς και τα γίδια και τα πρόβατα. Ήξερα, παραδείγματος χάριν, τα ονόματα όλων των γιδιών και των προβατιών... Ήξερα δηλαδή ποιό πρόβατο λεγόταν λάγιο και ποιό μπέλο ποιό καλέσιο, ποιό κότσινο, ποιό μπάλιο και ποιό γίδι λέγοται νιάγκρο, ποιό φλώρα, ποιό κανούτο, ποιό μπούτσικο, ποιό μπράζο, ποιό καπνομπάρτζο, ποιό μετσένιο, ποιό σιούτο, ποιό σκουλαρικάτο, ποιό γκιώσο και τα λοιπά' ήξερα ακόμα από τα κέρατα των κριαριών και των γιδιών από πόσα αρνιά ή πόσα κατσίκια ήταν, καθώς και ποια πρόβατα είναι βδελλιασμένα και τα λοιπά' και τα ήξερα όλα αυτά, όχι βέβαια από καμιά μου εξαιρετική ευφυΐα, αλλά από μεγάλη εξοικείωση και συνήθεια, γιατί, αφόντας είχα γεννηθή, ανακατωνόμουν πάντα με καμμιά εικοσαριά γίδια και άλλα τόσα πρόβατα, που είχαμε χειμώνα καλόκαιρο στο σπίτι, κι είχα τα ευνοούμενα μου κατσίκια και τα ευνοούμενα μου αρνιά κι έπαιζα μ' αυτά και κοιμόμουν το βράδυ ποτέ μ' ένα κατσίκι και ποτέ μ' ένα αρνί στην αγκαλιά. πού μου τα 'παιρναν ύστερα, άμα κλειούσα τα μάτια μου.

        Ο πατέρας μου καμάρωνε μ' αυτή μου την αγάπη προς τα γιδοπρόβατα και μου' λεγε ότι θα μου αγόραζε χίλια γίδια και χίλια πρόβατα, όταν θα γενόμουν μεγάλος και θα τέλειωνα τα γράμματα. Άλλες φορές πάλι έλεγε:

        ____Τι κρίμα! να μην έχω άλλο ένα παιδί, για το σπίτι, κι αυτό να το κάνω τσέλιγκα! Θα γιόμιζαν τα βουνά κι οι κάμποι από τα γιδοπρόβατα μου!...

        Εκείνη την ημέρα, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όπως είπα, με πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε στο χειμάδι. Ήταν απάνω κάτω η ώρα, που μαζεύονταν τα γίδια, από τη μια μεριά από τον πουρναρόλογγο, και τα πρόβατα από την άλλη, από το λιβάδι. Ηύραμε εκείνη τη στιγμή έναν από τους τρεις πιστικούς μας, που έρχονταν με δυο αρνιά στα χέρια και με τις προβατίνες, τις μανάδες τους από πίσω βελάζοντας' 'μπααααα! μπααααα... ' '.

        Ύστερα από λίγο ήρθε ο αχιπιστικός κι άρχισε να μιλάη με τον πατέρα μου για τις ανάγκες των μαντριών και των γιδιών και των προβάτων' πούθε να κόψουν παλιούρια και πουρναρόκλαδα, τι διόρθωμα ήθελαν τα μαντριά, πόσες βέργες και πόσο σαλιμά χρειαζόταν, ότι ήταν ανάγκη να γένη κι ένας τσάρκος ακόμα για τα κατσίκια, γιατί δε θα τα χωρούσε ο ένας, που είχαμε, και κάτι αλλά, που δεν έδινα εγώ καμμιά προσοχή και δεν έδειχνα κανένα ενδιαφέρον πως θα γενόνταν, αλλά πάνω στις ομιλίες άκουσα τον αρχιπιστικό να λέγη:

        ___Έχομε ανάγκη, αφεντικό, κι ένα συρτάρι για τα γίδια...

        ____Κι ο Γκιώσος? τον ρώτησε ο πατέρας μου.

        ___Γέρασε ο καημένος!... απολογήθηκε ο αρχιπιστικός και δεν έχει δύναμη να τρέχη μπροστά. Τον παίρνουν σβάρνα τώρα άλλα τραγιά μικρότερά του.

        ____Μπρε, τον καημένο τον Γιώσο! φώναξε ο πατέρας μου με περισσή λύπη.

        Γιώσος λεγόταν το πρώτο γίδι του κοπαδιού μας. Χρωστούσε τ' όνομά του στο χρωματισμό του σ' άλλο τίποτε, κι ήταν πρώτο. γιατί ήταν το μεγαλύτερο στ΄ανάστημα, γι αυτό φορούσε τον μεγαλύτερο κύπρο του κοπαδιού, κύπρον με δυο παράκυπρους μέσα του κι ένα χοντρό γλωσσίδι στον κεντρικό κύπρο.

        Θέλετε να μάθετε τι λογής είναι τα γκιωσόγιδα? Γκιώσα λέγονται γενικώς όλα τα γίδια, που έχουν μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά κι άσπρη κοιλιά και κάτι άσπρες αράδες στο πρόσωπο τους, από πάνω προς τα κάτω.

        ___Άρχισε και να κατιχαίνη ο καημένος! ξαναείπε ο αρχιπιστικός, γιατί του σωθήκαν τα δόντια και δε μπορεί να τρώη κλαρί τώρα το χειμώνα και τον βαραίνει πολύ ο κύπρος.

        ___ Ε! τότε, είπε ο πατέρας μου, σωθήκαν τα ψωμιά του! κρίμα στο τραγί! αλλά πόσο θα βαστούσε το καημένο! είναι δέκα χρονών τραγί! και πολύ που βάσταξε!

        __Σωστά! πρόστεσε κι ο αρχιπιστικάς, τα γεράματα δεν παίζουν!...

        ____Λοιπόν! εξακολούθησε ο πατέρας μου, βγάλ' του τον κύπρο και βάλτον στον Φλώρο. Πώς σου φαίνεται ο Φλώρος? κορμερός είναι...

        ___Εγώ νομίζω, αφεντικό, απάντησε ο αρχιπιστικός, ότι θα 'ναι καλύτερος ο Μπάρτζος' είναι ο πιο πεταχτός.

        __Ας είναι κι ο Μπάρτζος, είπε πάλι ο πατέρας μου συνβιβαστικά' βγάλε λοιπόν τον κύπρο από τον Γιώσο και βάλ' τον στον Μπάρτζο και του Μπάρτζου τον βάνεις σε κανένα άλλο τραγί άκυπρο...

        Ο μεγάλος ο κύπρος είναι ένα είδος στέμμα του αρχηγού του κοπαδιού, ένα σύμβολο ηγεμονίας.

        __Και στον γκιώσο τι θα βάλουμε? ξαναρώτησε ο αρχιπιστικός.

        __Στον Γιώσο? αχ τον καημένο τον απόμαχο! Στείλ' τον αύριο πρωί στο σπίτι, να τον ματώσουμε, που είναι και γιορτή.

        Μ άγγιξαν στην καρδιά αυτά τα λόγια του πατέρα μου κι άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα από τα μάτια μου βροχή!

        ___Γιατί κλαις? με ρώτησε ο πατέρας μου.

        ___Για τον καημένο τον Γκιώσο που θα τον σφάξης! του είπα κλαίγοντας.

        ____Κλαις 'που θα τον σφάξουμε? με ρώτησε πάλι. Τι να τον κάνουμε το λοιπόν? Αν δεν τον σφάξουμε, θα ψοφήση, αφού του σωθήκαν τα δόντια και δε μπορεί να φάη κλαρί το χειμώνα! Όποιος γεράζει, παιδί μου, καταντάει άχρηστος κι ο μόνος του προορισμός είναι ο θάνατος. Τα γιδοπρόβατα έχουν αυτό το άκλο, που τα σφάζουμε και δεν παν χαμένα' τα τρώμε εμείς και δεν τα τρων τα όρνια.

        Σ' αυτό απάνω άρχισαν νά' ρχωνται και τα γίδια σα μακριά ζωντανή αλυσίδα... Ο καημένος ο Γιώσος βρίσκονταν στη μέση της αλυσίδας, αντί να βρίσκεται στην κορυφή, και δεν μπορούσε να σύρη τον κύπρο στο λαιμό του' αλλά ήταν κι ένας θεόκυπρος! τι κύπρος? τριπλόκυπρος. Δυο τρεις οκάδες βαρύς.

        Όταν άρχισαν να μπαίνουν στο χειμάδι τα γίδια, άρπαξε ο αρχιπιστικός τον Γκιώσο κι άρχισε να του ζουπάη το κουλούρι, για να το ξεθηλυκώση και να του βγάλη τον κύπρο, ενώ τ' άλλα γίδια στέκονταν και κοίταζαν την καθαίρεση του αρχηγού τους από την αρχηγία του κοπαδιού κι άλλα περνούσαν μ αδιαφορία.

        ____Μην το ξεκυπρώνης το τραγί! του φώναξα του αρχιπιστικού άγρια και διαταχτικά, κι αυτός σεβόμενος με έπαψε να ζουπάη το κουλούρι και με ρώτησε με κάποια απορία΄΄

        ____Γιατί;

        ____Γιατί και ξεγιατί δεν ξέρω! του είπα. Να κάνης έτσ' που σου λέω!

        Κι ο πατέρας, συγκινημένος κι αυτός από τη δική μου τη συγκίνηση, του είπε κι αυτός΄΄

        __Καλό σου λέει το παιδί. Μην το ξεκυπρώνης το τραγί. Δεν πρέπει να το ντροπιάσωμε στα μάτια του κοπαδιού, που τό 'σερνε περήφανα τόσα χρόνια από πίσω του!

        Ο γιδάρης ο πιστικός, που τον είχαμε κάμποσα χρόνια με τα γίδια μας, ακούοντας τα λόγια του πάτερα μου, έμπηξε τα κλάματα σα μωρό παιδί και ρίχτηκε απάνω στον αρχιπιστικό με την κλίτσα, λέγοντάς του με θυμό και πόνο΄΄΄

        ___Αφ' σ' το τραΐ και μην το ντροπιάζης έτσ' αντίχριστε, γιατί θα σε τσακίσω!

        Βλέποντας κι ο Κοράκης, το γιδόσκυλο μας, τον γιδάρη να ρίχνεται απάνω στον αρχιπιστικό, του ρίχτηκε κι αυτός και τον άρπαξε από την κάπα!

        ___'Οξω, Κοράκη, όξω... Φώναξε ο πατέρας μου και μπήκε στη μέση να υπερασπιστή τον αρχιπιστικό κι από το γιδάρη κι από το σκυλί. Είδαν όλη εκείνη τη σκηνή τα γίδια κι έδειχναν σα να καταλάβαιναν και να αισθάνονταν τη θέση του αρχηγού τους.

        Δεν είπε τίποτε του γιδάρη ο αρχιπιστικός, καταλαβαίνοντας την εσωτερική του ώθηση, που τον είχε σπρώξει εναντίον του, κι όχι έχτρα ή μίσος. Τότε ο πατέρας μου είπι του γιδάρη, για να τον ικανοποιήση΄΄

        ___Να φέρ' ς αύριο το πρωί τον Γκιώσο στο σπίτι με τον κύπρο του, τιμημένον... ακούς? Να φέρης κι ένα στειροπούλι για σφάξιμο... όποιο διαλέξει ο τσέλιγκάς σου...

        Εκείνη τη στιγμή έρχονταν και τα πρόβατα στο μαντρί...

        Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος κι ο κατάλαμπρος αποσπερίτης άρχισε να λάμπη στον ουρανό, σα χρυσόφωτη καντήλα.

        ___Πάμε! μου είπε ο πατέρας μου, λέγοντας στους πιστικούς΄΄

        ___Καληνύχτα, παιδιά, κι όμορφα τα κοπάδια..

        Και γυρίσαμε στο σπίτι.

        Όλη νύχτα ονειρευόμουν τον καημένο τον Γκιώσο πώς ήθελε να τον ξεκυπρώση ο αρχιπιστικός, πώς του ρίχτηκε ο γιδάρης με την κλίτσα και πώς κόντεψε να τον ξεσκίση ο Κοράκης. Όλος ο ύπνος μου ήταν μιαν αδιάκοπη ονειροφαντασιά, που δεν κυριαρχούσε άλλος κανείς, παρά ο καθαιρεμένος τράγος από το μέγα αξίωμά του.

        Το πρωί, προτού ετοιμαστούμε ακόμα για την εκκλησιά, ακούστηκε ο μεγάλος κύπρος του Γκιώσου, που ερχόταν αργά αργά, ακούοντας τον κύπρο ο πατέρας μου βγήκε στην κρεβάτα, για να ιδή τον πιστικό που έρχοταν με τον Γκιώσο και με το στειροπούλι και του είπε:

        __Σφάξ΄τα και τα δυο γρήγορα και κατεβαίνω να τα γδάρω.

        Η μάνα μου ακοίοντας το σφάξ τα και τα δυο... πετάχτηκε κι αυτή στην κρεβάτα κι είπε του πατέρα μου με θυμό, όπως συνήθιζε όταν έκανε εκείνος κάτι παράνομο στο σπίτι:

        ___ Τί ειν' αυτό, που διέταξες πάλε? Ένα σφαχτό μας φτάνει αρραβωνισιά θα κάνουμε σήμερα και διέταξες να σφαχτούν δυο τραγιά?

        ___ Αι στη δουλειά σου! της είπε ο πατερας μου΄΄ξέρω εγώ τι κάνω! για μεθυσμένον με πήρες πρω'ι πρωί; Το ενα ειναι για μας και τ' άλλο ειναι για το χωριο...Τον Γκιωσο,που γερασε,και του σώθηκαν τα δόντια και δε μπορεί πια το χειμωνα να φαη κλαρι και θα ψοφήση απο την πεινα, θα τον κανουμε πεντε΄΄εξι κομματια και θα τον μοιρσουμε στα φτωχοσπιτα, για να αρτυθουν κι αυτα, χρονιάρα μερα σήμερα. Νομιζεις οτι ειναι ολος ο κοσμος σαν εμας, που σφαζουμε καθε βδομαδα?

        Ακούοντας η μανα μου οτι η θυσια του Γκιώσου ειχε φιλανθρωπικο σκοπο,αφοπλιστηκε και γυρισε πισω,αλλα μολις ακουσα εγω την υποχώρηση της μανας μου, πεταχτηκα στην αυλή και άρπαξα τον Γκιωσο απο το λαιμο.

        __Δεν αφήνω, είπα, κανεναν να μου σφαξη τον Γκιωσο!

        Εκεινη τη στιγμη μου φάνηκε ,οτι αν σφαζοταν ο Γκιωσος, θα σφαζονταν στο προσωπο του ολη η γιδοκοπη μας. Δεν μπορουσα να φανταστω τα γιδια μας χωρις τον Γκιωσο, τον περηφανο μας τον Γκιωσο, το ζηλεμενο μας τον Γκιωσο,που τον ζηλευαν ολοι οι τσελιγκαδες για το μεγαλο του ανάστημα, για τα χοντρα και μακρια του κερατα, που ηταν ως μιση οργια το καθενα και δεν του εβγαινε κανενα αλλο τραγι στο παλεμα. Θυμομουν ποσες φορες ,οταν πηγαινα στα γιδια,μεσα στο λογγο,για να διασκεδασω, τον καβαλικευα σα να ηταν φορτηγο κι εφερνα γυρα τη λογγα καβαλα και μου φαινονταν, ότι δε θα σφαζόνταν εκεινη τη στιγμη ενας τραγος, αλλά ενας ανθρωπος του σπιτιου μας, ένας συντροφος μου και με κανεναν τροπο δεν εννοούσα να μου τον σφαξουν!

        Σ' αυτο απανω ειχε σφαξει το στειροπούλι ο γιδαρης, ενα τετραπαχο τραγάκι, και στεκονταν ετοιμος με το ματωμενο μαχαιρι στο χερι του να σφαξη και τον Γκιωσο, αν και δεν το επιθυμουσε να το κανη.

        ___Φυγε απ΄΄αυτου,παλιοπαιδο,τραβηξου! μου φωναξε ο πατερας μου ψηλα απο την κρεβατα,  αλ' εγω ειχα αγκαλιασμενο το λαιμο του Γκιωσου και φωναζα κλαμενα

        __Δεν αφηνω κανενα να σφαξη τον Γιωσο μουουουου!

        Αφορμή ηθελε η μανα μου να μη σφαχτή ο Γκιωσος κι αφορμή βρηκε΄΄ξαναβγηκε στην κρεβατα κι είπε του πατέρα μου σοβαρα΄΄

        __ Το 'βαλες σημερα ,χρονιαρα μερα,να μου σκανιάσης το παιδι με το σφαξιμο του Γκιωσου;

        Κάμφθηκε ο πατερας μου απο τα λογια της μανας μου, ίσως μαλιστα και πριν του μιληση εκεινη να'χε αποφασισει να μη σφαχτη ο Γκιωσος και του'δωκε τη χαρη λεγοντας΄΄

        ___Αφ'σ τον Γκιωσο ! μην τον σφαζης!...

        Κι ετσι σώθηκε απο το λεπιδι ο Γκιωσος κι ολη την ημέρα έπαιζα μαζι του και τον καμάρωνα ,που χρωστουσε τη ζωη του σ'εμενα, κι αιστάνθηκα τετοια χαρα και τετοια ευχαριστηση,ωστε απο τοτε καθε φορα, που μου δινεται αφορμή στο βιο μου να χαρω για καποιο καλο που εχω κανει σ'ανθρωπους αναγκασμενους ,πεταει ο νους στο γλιτωμό του Γκιώσου μου!._

        Συνήθως η λέξη συναντάται στο θηλυκό γένος:  Γκιώσα ή γκιόσα1. (λαϊκότρ.) κατσίκα με μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά, άσπρη κοιλιά και άσπρες γραμμές στο πρόσωπο2. (μτφ., υβρ.) για άσχημη γυναίκα μεγάλης ηλικίας ή για γυναίκα δύστροπη. [προέρχεται από το βλάχ. ghes(ŭ) `μαύρη γίδα με καστανές ρίγες΄ -α]

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK: 


        ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
        https://www.youtube.com/watch?v=SH7pnQBgAys&feature=youtu.be

        7.1.26

        Ἐξοχικὸν κροῦσμα (1906) Aλέξ. Παπαδιαμάντης Κείμενο _ AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        Ἐξοχικὸν κροῦσμα (1906) Aλέξ. Παπαδιαμάντης +ΒΙΝΤΕΟ

        Κείμενο + AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ
        Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

           

          Ἤμην πάντοτε τακτικὸς περιπατητής, συχνὰ συνέβαινεν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ περιπάτου νὰ κάμω σταθμὸν εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα ἢ τὰ προάστια τῆς πόλεως. Ἔβλεπα ἐκεῖ διαφόρους θαμῶνας, τοὺς ἰδίους πάντοτε φιλησύχους γέροντας, ἀποστράτους, πολιτικοὺς συνταξιούχους, ἀκόμη καὶ ἱερωμένους, διατελέσαντας ἐφημερίους εἰς μεμακρυσμένας ἑλληνικὰς ἀποικίας. Ὅλοι οὗτοι ἠγάπων τὸν δροσερὸν ἀέρα, τὴν πρασινάδα καὶ τὴν θέαν τὴν ἀνοικτήν, κ᾿ ἐσύχναζον εἰς ἓν ἢ ἄλλο καφενεῖον, παρὰ τὸ Στάδιον, τὴν Δεξαμενήν, τοὺς Ἀμπελοκήπους, πρὸς τὰ Πατήσια, ἢ εἰς τὰ Πευκάκια, ἢ εἰς τὰ κράσπεδα τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἕκαστος ἐξ ὅλων εἶχε τὴν προτιμωμένην ἐξοχήν του καὶ τὸ εὐνοούμενον καφενεῖόν του.

        Μόνον εἷς, καὶ οὗτος δὲν ἦτο ἀπόμαχος, οὔτε κληρικός, οὔτε συνταξιοῦχος, ἀλλὰ νέος πλήρης ἀκμῆς καὶ εὐρωστίας, δὲν ἠξεύρω πῶς κατώρθωνε νὰ εἶναι θαμιστὴς συγχρόνως εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ κέντρα. Ὅπου ἐπήγαινα, εἴτε εἰς τὸ Στάδιον, εἴτε εἰς τὴν Δεξαμενήν, εἰς τὴν «Φυλακὴν τοῦ Σωκράτους» ἢ εἰς τὴν Γαργαρέταν, πάντοτε ἀνελλιπῶς τὸν συνήντων εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τ᾿ ἀναχωρητήρια. Θὰ πῆτε, πῶς κ᾿ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶχα αὐτὴν τὴν ubiquitatem* διὰ νὰ τὸν εὑρίσκω οὕτω παντοῦ; Σᾶς ἀποκρίνομαι ὅτι, τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἀραιὰ μόνον ἐπήγαινα εἰς ἓν ἕκαστον τῶν μερῶν αὐτῶν, κ᾿ ἔπειτα ἤμην μόνον ὡς ξένος, περιοδικὸς ἐπισκέπτης καὶ ἄγνωστος εἰς ἕκαστον τούτων. Ἐνῷ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκεῖος εἰς ὅλα.

        Ἐκτὸς τούτου, συνέβη νὰ βεβαιωθῶ ἀπὸ φίλους χρηστοὺς καὶ ἀξίους πάσης ἐμπιστοσύνης ὅτι, τὴν ἰδίαν πρωίαν, καὶ ὡς ἔγγιστα τὴν αὐτὴν ὥραν, καθ᾿ ἣν ἐγὼ εἶχα συναντήσει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἄλλος τὸν εἶδε νὰ κάθεται εἰς τὸν «Κῆπον τοῦ Σωκράτους». Πῶς συνέβαινε τοῦτο;

        *
        * *

        Εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἐξοχικὰ συχναστήρια, ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος, ὁ στρογγυλοπρόσωπος καὶ καλοκαμωμένος, μὲ ὡραῖον καστανὸν μύστακα, δὲν ἐφαίνετο νὰ χάνῃ τὸν καιρόν του εἰς ρεμβασμούς. Δὲν «ἔκανε ρομάντζα», καθὼς λέγουν εἰς τὴν ἐπιχώριον διάλεκτον, ἀλλὰ μᾶλλον ἠσχολεῖτο νὰ πλέκῃ ἀληθῆ ρομάντσα. Δὲν συνήθιζε μακρὰς ὁμιλίας, ἂν καὶ τόσον γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς θαμῶνας, εἰς τὸν καφετζὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του. Ἐνίοτε ἔπιανε κουβέντα ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἀλλὰ συχνὰ ἐκοίταζε τ᾿ ὡρολόγι του, ὡς νὰ ἐπερίμενε κάποιον, ἢ νὰ ἦτο διὰ νὰ ὑπάγῃ πουθενά.

        Αἴφνης, ὄπισθεν τῆς ἀπωτέρας γωνίας τοῦ κτιρίου, εἰς τὸν φράκτην τοῦ κηπαρίου σιμά, ἢ ὄπισθεν συστάδος δένδρων καὶ ὑψηλῶν χόρτων, τὸν ἔβλεπέ τις στρέφοντα τὰ νῶτα, σκυφτόν, συνομιλοῦντα ἐκθύμως· ἦτο εἰς συνέντευξιν μετὰ γυναικός. Τὰ διάφορα ἐξοχικὰ ἐρημητήρια ἐχρησίμευον ὡς συνεντευκτήρια δι᾿ αὐτόν.

        Ἴσως, θὰ εἴπῃ τις, χάριν ἀσφαλείας, θὰ ἐφρόντιζε ν᾿ ἀλλάζῃ ἑκάστοτε τὸν τόπον τῆς συναντήσεως μὲ τὴν φίλην τῆς καρδίας του, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐπεσκέπτετο ἐκ περιτροπῆς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη. Θὰ ἠδύνατο, τῷ ὄντι, ν᾿ ἀπατηθῇ τις ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα ἢ καὶ τὸν ἀριθμὸν ―ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἦτο μία καὶ μόνη, ἀλλάζουσα μόνον ἐνδύματα, ἢ κόμμωσιν καὶ πέπλον καὶ τὴν ἄλλην γυναικείαν σκευήν― ὅπως γίνεται εἰς τὸ θέατρον. Ὅσον ἀδιάκριτον περιέργειαν καὶ ἂν ἔτρεφέ τις, ἦτο δυσκολώτατον πράγματι νὰ ἴδῃ τὸ πρόσωπον. Ὁ πυκνὸς πέπλος δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τοῦ νὰ καλύπτῃ τὴν ὄψιν. Αἱ συνεντεύξεις ἐγίνοντο ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος ἥλιων καὶ ἀκακιῶν, καὶ δενδρομολόχης, ἐντὸς βαθείας πρασινάδας. Πολλοὶ εἶδαν τὴν μορφὴν καὶ τὸ ἀνάστημα, καὶ ἤκουσαν τὸ φροὺ-φρού, εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ πρόσωπον. Εἰς τὴν «Σπηλιὰν τοῦ Σωκράτους», ἡ συνδιάλεξις, ἐν μέσῳ τῶν δένδρων, ἐγίνετο ὑποκάτωθεν μεγάλης ἀνοικτῆς κοκκίνης ὀμπρέλας, τὴν ὁποίαν ἡ κυρία ἐκράτει διαρκῶς καταβιβασμένην ἐπὶ τῶν νώτων της· τὰ δύο πρόσωπα ἀντίκρυζον τὸ ἀντίθετον μέρος τοῦ δρόμου, ἀνώμαλον ἔδαφος, ἀπάτητον, καὶ πλῆρες ἀκανθῶν.

        Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, βέβαιον εἶναι, ἀπὸ τὰς διαφόρους κορμοστασιάς, τὸ παράστημα καὶ τὸ βάδισμα, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς κατωπτεύθησαν, ὅτι πρόσωπον δὲν ἦτο ἕν, ἀλλὰ μᾶλλον ἱκανὸς ἀριθμός, περίπου ὡς μισὴ δουζίνα. Περιπλέον, ἠκούοντο κάποτε, ἀπὸ λεπτοῦ εἰς λεπτόν, γαλλικαί τινες φράσεις, πτερωταί, ἀπεσπασμέναι, φεύγουσαι ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν συνδιαλεγομένων. Τὰ θύματα ἦσαν, κατὰ τὸ πλεῖστον, Γαλλίδες ἢ Ἑλβετίδες παιδαγωγοί. Ἐπρόκειτο ἴσως περὶ ἐρωτομανίας, ἢ μᾶλλον περὶ ξενομανίας κ᾿ ἐπιδειξιμανίας; Ἀγνοῶ. Ὁπωσδήποτε, τὸ κροῦσμα ἐφαίνετο μᾶλλον παθολογικὸν ἢ ἄλλο τι.

        *
        * *

        Φαντασθῆτε, τώρα, νὰ γνωρίζῃ τις ἓν ὄνομα, καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸν ἄνθρωπον· ἢ νὰ γνωρίζῃ κατ᾿ οὐσίαν ἐπὶ χρόνον μακρὸν πρόσωπά τινα, καὶ ν᾿ ἀγνοῇ πῶς καλοῦνται. Νὰ ἠξεύρῃ ἓν ὄνομα ―λέξιν― νὰ γνωρίζῃ ἓν πρόσωπον ―ὄψιν― καὶ ν᾿ ἀγνοῇ ὅτι τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο.

        Εἶχα ἀκούσει κατὰ τύχην τ᾿ ὄνομά του· ἐκαλεῖτο Κασταλίδης. Ἀλλὰ τὸν ἐγνώριζα σχεδὸν πρὶν γεννηθῇ· καὶ τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ὑποπτεύωμαι.

        Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παθαίνει κανεὶς ὅταν πολυγηράσῃ.

        Ἰδού· μεταξὺ τῶν ἄλλων θαμιστῶν τοῦ Σταδίου, τῆς Δεξαμενῆς, κτλ. πρὸ τριακονταετίας περίπου, ὑπῆρχεν ἓν ἀνδρόγυνον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔτυχε νὰ μάθω ποτὲ τὸ ὄνομα. Ὁ σύζυγος, ἄνθρωπος ἀσχολούμενος περὶ τὰ οἰκόπεδα, νομίζω, ἐκάθητο ἐπὶ ὥρας καπνίζων ἀενάως ναργιλέν· ὕστερον ἐνεφανίζετο ἡ κυρία, μία εὔσωμος, εὔσαρκος γυνή. Ἤρχετο νὰ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὸν σύζυγον καὶ τὴν παρέαν του. Κι αὐτὴ ἠγάπα τὴν ἐξοχήν, κ᾿ ἐπόθει τὸν δροσερὸν ἀέρα.

        Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἐσώζοντο ἀκόμη αἱ παραδόσεις καὶ τὰ παλαιὰ ἤθη. Αἱ τοιαῦται φιλικαὶ συντροφίαι, ἐγκάρδιοι, ὄχι σπανίως, κατὰ τὴν ὡραίαν ἐποχὴν τῶν ἀποπασχαλινῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ Μαΐου, ἀπέληγον εἰς εὐωχίας μὲ ψητὰ τῆς σούβλας, καὶ μὲ φιάλας ξανθοῦ ρητινίτου. Τὰ ἐξοχικὰ αὐτὰ μαγαζάκια ἦσαν ἀπεριποίητα, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλίγα ἔπιπλα καὶ στρώματα καὶ σινδόνας· ὡμοίαζαν πολὺ μ᾿ ἐξοχικὰς καλύβας, ἢ μὲ μπαράκες καὶ χάνια. Ἐκεῖ ἐνίοτε οἱ παρέες διενυκτέρευον.

        *
        * *

        Ἐνόσῳ ἔβλεπα τὸν νέον Κασταλίδην, πάντοτε ἐδίσταζον κατ᾿ ἐμαυτὸν τρέφων μίαν ἀμυδρὰν ἀνάμνησιν. Ἠρώτων μέσα μου: ― Μὲ ποιὸν ὁμοιάζει; Ποῦ ἔβλεπα ἕνα τέτοιο πρόσωπον;

        Δὲν ἠπατώμην· ἀλλὰ δὲν ὡμοίαζε μὲ ἕν· μᾶλλον μὲ δύο πρόσωπα. Διὰ τοῦτο, ὅταν τὸν εἶδά ποτε νὰ χειραγωγῇ ἕνα γέροντα μὲ κλονούμενον τὸ βῆμα, κατελθόντα ἀπὸ ἅμαξαν, δὲν ἀνεγνώρισα τίποτε, οὔτε ἔβλεπα θετικὴν ὁμοιότητα εἰς τὰ δύο πρόσωπα. Μόνον ἠρώτων καὶ πάλιν· ― Ποῦ τὸν ἔχω ἰδεῖ ἄλλα χρόνια, αὐτὸν τὸν τώρα γέροντα;… Ὁμοιάζει μ᾿ ἕνα μεσόκοπον τοῦ παλαιοῦ καιροῦ.

        Τέλος, εἶδα, μίαν ἡμέραν, νὰ κατέρχεται τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας μία νεκρικὴ πομπή. Ἐστάθην, ἀπεκαλύφθην, κ᾿ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Χωρὶς νὰ κοιτάξω ἐντὸς τοῦ φερέτρου, διότι πάντοτε δειλιῶ εἰς τοῦτο, τὸ βλέμμα μου ἔπεσεν ὄπισθεν ἀκριβῶς τούτου. Τότε ἀνεγνώρισα πρώτους ἀκολουθοῦντας τὸ φέρετρον, βαρέως πενθηφοροῦντας, τὸν νέον Κασταλίδην, καὶ τὸν πρεσβύτην μὲ τὸ κλονούμενον βῆμα, τὸν ὁποῖον εἶδα πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβοηθῇ ἔξω τῆς ἁμάξης.

        Τότε ἔστρεψα τὸ βλέμμα εἰς τὴν νεκρικὴν σορόν. Τὸ λείψανον ἦτο γυνὴ ἡλικιωμένη. Εἶδα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν σύζυγον τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ναργιλέ, τὴν ὁποίαν ἔβλεπα εἰς παλαιοὺς χρόνους τόσον συχνὰ συνηθίζουσαν νὰ συνοδεύῃ εἰς τὰ ἐξοχικὰ καφενεῖα τὸν σύζυγόν της.

        *
        * *

        Τὸ μυστήριον ἐλύθη. Τὸ ἀνδρόγυνον ἐκαλοῦντο Κασταλίδαι, καὶ ἦτο ὁ υἱός των αὐτός, ὁ νέος μὲ τὰς συνεντεύξεις ―ὅστις ἴσως, τίς οἶδε; δυνατὸν νὰ εἶχε συλληφθῆ ἐν γαστρὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, κατόπιν ἐξοχικῆς εὐωχίας, εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ ἐρημητήρια αὐτά― καὶ ἔσωζεν ἐκ κληρονομίας εἰς τὸ αἷμά του τὸ ἐρωτικὸν τῆς ἐξοχῆς ἔνστικτον.

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

          Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο,  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου        Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατ...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....