Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΝΤΕΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΝΤΕΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.6.26

Τ᾿ Ἀγνάντεμα (1899) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ Ἀγνάντεμα (1899) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

AUDIOBOOK: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του.

Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες* των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες*, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ᾽ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾽ ἀφώτιστα κύματα.

Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν᾽ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ᾽ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι᾽ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νά ᾽ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δύο ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.

*
* *

Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ᾽ αἱ Ἀπόκρεῳ, συνήθως περὶ τὴν β´ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ᾽ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν.

Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἱμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δύο ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκούνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ᾽ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκούνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δύο ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποῦ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες-βόλτες, κ᾽ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον ―τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν― ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ᾽ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ᾽ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα-τώρα θὰ φύγουμε» κ᾽ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν.

Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ᾽ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δύο ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν.

*
* *

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσᾶτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνοὺς μὲ τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφάς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη.

Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ᾽ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικές (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ᾽ ἀναλόγι, καὶ τὰ δύο-τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ᾽ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γρια-Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα-Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τουκάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε.


  Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ᾽ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ᾽ εἶχαν χορτάσει τ᾽ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γρια-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερὰν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος.

Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ᾽ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ᾽ ἔλεγαν:

― Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν*.

*
* *

Ὣς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὗρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ᾽ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό!

Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό!

Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά* σου. Σῦρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό!

Νά κ᾽ ἡ σκούνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποίαν κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ᾽ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὗρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα*, καπετάνιο μου! 〈Ἡ〉 Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό!

*
* *

― Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γρια-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορον καὶ ἦλθε ― διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης;

― Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της.

― Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός.

― Γιατί;

― Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποὺ ξεχωρίζει ἀπ᾽ τὸ γιαλό;… ποὺ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποὺ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ.

― Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντοῦτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρῃς καλύτερα, θεια-Φλωρού.

― Τὸ βλέπετε κ᾽ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωρού, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος.

― Ἄνθρωπος;

― Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναίκα.

Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γρια-Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται:

«Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι ― καθὼς μοῦ ᾽πε ὁ πνεματικός, ἀπάνω στὸν Ἁι-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ᾽ ἐπῆγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τὴ Μεγάλη Τετράδη… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μὄλεε ὁ πνεματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ᾽ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ᾽ ὕστερ᾽ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ᾽ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νά ᾽ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν᾽ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώσῃ, καὶ δώσῃ ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῇ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ᾽ τὸν ἄνδρα της.

»Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μιὰ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ᾽ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ᾽ ἔγινε πέτρα γι᾽ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ᾽ ἐμπαρκάρισε κ᾽ ἐπῆγε νὰ ταξιδέψῃ.

»Τότε τὸ Φλανδρὼ ἦρθε ν᾽ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ᾽ ἔκλαψε πικρὰ κ᾽ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ᾽ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ᾽ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὗραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ᾽ ἔγινε ἀγυρισιά του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ἦρθε κ᾽ ἐξαναῆρθε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ᾽ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ᾽ ἐπερίμενε, κ᾽ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ᾽ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ᾽ τὰ κύματα ὕστερ᾽ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νά ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾷ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ᾽ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα μὲ τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νά ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ᾽ναι ἡ Φλανδρώ.

»Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ἦρθε ὁ Χριστὸς ν᾽ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιά της δυὸ καράβια, ἔταξε στὴν Παναγία, κ᾽ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνέ της… Ἂς δώσ᾽ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα νά ᾽ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ᾽ ἀδέρφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας».

― Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

*
* *

  Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνόν, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσᾶτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ᾽ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ᾽ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ-σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ᾽ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν᾽ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σῦρε, πουλί μου στὸ καλό ― καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα».

(1899)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


9.6.26

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός

[30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο




  ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ο άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ γεννήθηκε, στην Αθήνα από φτωχούς, μα ευσεβείς γονείς, γύρω στο 1750. Ζούσε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να μάθει γράμματα κι έτσι, αγράμματος κι απλοϊκός, με πολλή όμως πίστη στο Χριστο, μεγάλωνε ο Μιχαήλ κοντά στους ευλογημένους γονείς του. Όταν έγινε έφηβος, ο πατέρας του τον πήρε κοντά του να τον βοηθάει στους κήπους, όπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια έτσι, δίπλα στον πατέρα του. Μετά, σαν έχασε τον πατέρα του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι και μ’ αύτό έβγαινε στα γύρω χωριά, και κουβαλούσε κοπριά για τους κήπους, που καλλιεργούσε παλιότερα ο πατέρας του. Καμμιά φορά ψώνιζε απ’ την πολιτεία πράγματα που δεν είχαν οι χωρικοί στον τόπο τους, κι όταν πήγαινε στα χωριά τους τα πουλούσε. Κάπως έτσι ήταν η ζωή του Μιχαήλ, με πολύν κόπο και ίδρωτα, πότε στους κήπους των πλουσίων Αθηναίων, πότε στα δύσβατα τότε χωριά γύρω απ’ την Αθήνα, δοξάζοντας το Θεό που τον φύλαγε πιστό ορθόδοξο χριστιανό, ανάμεσα στους άπιστους αγαρηνούς, στους οποίους τότε ήταν σκλάβοι οι Έλληνες.

 

  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μια μέρα, όμως, καθώς γυρνούσε από τα χωριά, στην είσοδο της Αθήνας, συνάντησε τους φύλακες της χώρας, που ήταν άνθρωποι του Βοεβόδα της πόλης, Μωαμεθανοί κι αυτοί. Από καιρό τον είχαν βάλει στο μάτι, και καθώς τον έβλεπαν απλοϊκό κι αγράμματο, νόμιζαν πως θα τον έκαμναν ν’ αλλαξοπιστήσει. Και γι’ αυτό τον συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πως πήγε μπαρούτι στους κλέφτες, τους αρματωμένους Έλληνες, που ήταν πάνω στα βουνά, και τον φυλάκισαν. Έτσι οι Αγαρηνοί έρχονταν καθημερινά και τον ανάγκαζαν με χίλιους τρόπους να τουρκέψει, δηλαδή ν’ αλλάξει την πίστη του. Μα αυτός, παρόλο που δεν ήξερε και πολλά γράμματα, δεν ήθελε ν’ αφήσει το Χριστό και να προσκυνήσει ψευδοπροφήτες, δεν θα άφηνε το άγιο Ευαγγέλιο, για χάρη του Κορανίου. Η Ορθοδοξία των πατέρων του είχε χαράξει πολύ βαθιά την πίστη μέσα του, και τίποτα μπορούσε να την ξεριζώσει.

 

   ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρίς να φέρουνε αποτέλεσμα οι πιέσεις των Οθωμανών. Όταν πια τελείωσε η υπομονή τους, άρχισαν να τον φοβερίζουν πως, αν δεν αλλάξει την πίστη του, έχουν απόφαση και διαταγή να τον θανατώσουν. Αυτή την απόφαση την άκουσε κ’ ένας ζηλωτής ορθόδοξος, ονόματι Γεώργιος, και φοβήθηκε μήπως ο ευλογημένος Μιχαήλ, που ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, νέος πολύ για να μη λογαριάζει τη ζωή και τις χαρές της, κλονιστεί και αλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπόν στη φυλακή, δίνει με τρόπο «άσπρα» στους φύλακες, για να τον αφήσουν να δεί τον Μιχαήλ. Τον βρήκε να προσεύχεται γονατιστός, με δάκρυα στα μάτια. Έμειναν οι δυο τους ώρα πολλή μαζί, πότε κάνοντας προσευχή και πότε ψέλνοντας τροπάρια της Εκκλησίας. Ύστερα προσπάθησε, με όση δύναμη έχουν τα λόγια ενός πιστού, να τον στερεώσει στην πίστη του Χρίστου και να τον ενθαρρύνει στο δρόμο του μαρτυρίου, που ανοίγονταν ήδη μπροστά του. Ύστερα σηκώθηκε, αγκάλιασε το Μιχαήλ, τον ασπάστηκε κ’ έφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχής.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τα βασανιστήρια του Μιχαήλ συνεχιζότανε άπ’ τους απίστους ασταμάτητα. Όμως, όσο τον βασανίζανε, τόσο εκείνος γίνονταν πιο σταθερός στην άρνηση του: “δεν τουρκίζω· είμαι χριστιανός!”, έλεγε συνέχεια. Κάποτε, τον έβγαλαν απ’ τη φυλακή και τον παρουσίασαν στο Βοεβόδα, ελπίζοντας πως με κολακείες και ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θα λύγιζε τον άγιο. Ο Νεομάρτυς όμως έμενε ασάλευτος στην πίστη του Χριστού. Ο Βοεβόδας τότε άρχισε τις απειλές για τα ερχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πως στο τέλος θα τον θανατώσει αν δεν αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος έλεγε και ξανάλεγε τις δυο λέξεις (δεν τουρκεύω), δίχως να λιποψυχήσει. Τότε ο Βοεβόδας τον έστειλε στον ονομαστό Καλοπασσιά από τα Γιάννενα, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα. Έλπιζε πως εκείνος, φόβος και τρόμος καθώς ήταν για τα μέσα που χρησιμοποιούσε σ’ όλους τους φυλακισμένους, θα γύριζε τον Μιχαήλ στην πίστη τους. Μα κι ο Καλοπασσιάς, μ’ ό,τι κι αν του ‘ταξε και μ’ όσες απειλές και βάσανα κι αν τον φοβέρισε τον Μιχαήλ, δεν κατάφερε να πάρει άλλη λέξη απ’ το στόμα του, εκτός από το: «δεν τουρκίζω»! Τότε ο Καλοπασσιάς του λέει με πονηριά: “Μπρέ λωλέ, άρνήσου κατά το παρόν την πίστη σου, για να γλυτώσεις τη ζωή σου, κι ύστερα πήγαινε σ’ άλλον τόπο, και έχε πάλι την πίστη σου”. Αλλά ο Μάρτυς δεν πειθόταν με κανέναν τρόπο, αλλά φώναζε ακατάπαυστα: “δεν τουρκίζω, δεν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπόν τον άγιο Μιχαήλ ο φοβερός Καλοπασσιάς ασάλευτο στην πίστη του, τον έστειλε στο δικαστή πια για να τον δικάσει. Κι εκείνος, βέβαια, πάσχισε να τον αλλαξοπιστήσει με τους δικούς του τρόπους, πριν να τον δικάσει, αλλά είχε κι αυτός το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος του πετούσε κατάμουτρα το “δεν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε και εκείνος, κι έβγαλε την απόφαση για να τον αποκεφαλίσουν.

 

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος ατάραχος άκουσε την καταδίκη του και ακολούθησε τους οπλισμένους υπηρέτες, που τον πήγαιναν στον τόπο της καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι εξουθενωμένος απο τα μαρτύρια, ο Άγιος δεν δείλιαζε, παρά έτρεχε με προθυμία στο μαρτύριο. Κι όταν στο δρόμο που περνούσαν απαντούσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, αδέλφια, κι ο Θεός να σας συγχώρεσει”! Σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο, γονάτισε, έκαμε την προσευχή του, κι έσκυψε το κεφάλι του με χαρά, σα να περίμενε ζωή απ’ το σπαθί, και όχι θάνατο. Ο αγαρηνός τον έπιασε απ’ τα μαλλιά και τον εχτύπησε με το σπαθί στο λαιμό, μα διπλαριστά κι όχι με την κόψη, για να τον κάνει να δειλιάσει και ν’ αρνηθεί το Χριστό. Μα ο άγιος με θάρρος του έλεγε: “Χτύπα για την πίστη”! Ο φονιάς τότε γύρισε τη μαχαίρα του από το κοφτερό μέρος, κι άρχισε να του κόβει το λαιμό λίγο-λίγο, για να προλάβει, αν πονέσει, να μετανιώσει και ν’ αλλοξοπιστήσει, αλλά μάταια, γιατί ο άγιος ολοένα και δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, για την πίστη”! Τότε ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με όλη του τη δύναμη κ’ έκοψε την τίμια κεφαλή του, ενώ η ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στο αίμα του μαρτυρίου, ανέβαινε ν’ αναπαυθεί στις αιώνιες σκηνές των δικαίων του Θεού1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΥΡΑ: Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Το μοναδικό παρεκκλήσι σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου. Το 2003 ο Μιχαήλ ο Κηπουρός ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α']: “Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καί ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξᾳ τῷ ποιητῇ σου καί Θεῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σέ στεῤῥόν ἡμῖν δωρήσαντι.” Κοντάκιο [Ἦχος δ’]: “Εὐσεβείας ἤθεσι κεκοσμημένος, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸ θεῖον σκάμμα Μιχαήλ, καὶ ἐκ χειρὸς τοῦ Παντάνακτος, τὸν τῆς ἀθλήσεως στέφανον εἴληφας”. Μεγαλυνάριον: “Χαίροις Ἀθηναίων εὖχος σεμνόν, Μιχαὴλ θεόφρον, Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, Ὃν ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων, τὴν μνήμην σου τὴν θείαν, καὶ εὐφημούντων σε”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Π.Β. Πάσχου, «Έρως Ορθοδοξίας», Εκδ. Αποστ. Διακονίας, Αθήνα, 1984.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ήταν είτε στις 6 ή στις 30 Ιουνίου, είτε στις 9 Ιουλίου, του 1770 ή 71, αναλόγως των πληροφοριών των διαφόρων πηγών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

 https://www.youtube.com/watch?v=En4NbFhZyno&list=PLH04F-N8L60Fwz_TXFOkpUjKptoz4ppyq&index=10

και εδώ: 


Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΔΩ: 

  https://www.youtube.com/watch?v=anAdEw-lWgk

8.6.26

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου


   

   ΓΕΝΙΚΑ
: Στις 19 του μηνός Ιουνίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θεαδέλφου. Τα βιογραφικά του στοιχεία δεν μας διασώζονται με ακρίβεια και συχνά παρουσιάζονται παρόμοια με αυτά του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου, γεγονός όχι περίεργο, αφού και οι δύο Απόστολοι είχαν το ίδιο όνομα, έζησαν δε και κήρυξαν την ίδια εποχή και στην ίδια περιοχή.
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΔΕΛΦΟ: Στην Καινή Διαθήκη συμπεριλαμβάνεται η καθολική Επιστολή που συνέγραψε ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος. Στην αρχή της κατονομάζεται ο ίδιος ως «Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δέ Ιακώβου». Σχετίζεται εμφανώς με τον Ιάκωβο, ο οποίος ήταν γνωστή ηγετική προσωπικότητα της πρώτης Εκκλησίας, και στην υμνολογία της Εκκλησίας προσδιορίζεται ως «Χριστού συγγενής» και «απόστολος θεάδελφος». Του αποδόθηκε λοιπόν η προσωνυμία «θεάδελφος», δηλαδή ένας από τους νομιζόμενους αδελφούς του Κυρίου, ένα από τα τέκνα του Ιωσήφ, τα οποία αυτός είχε αποκτήσει από γάμο του προτού μνηστευθεί την αειπάρθενο Θεοτόκο. Γι' αυτό το Συναξάρι θεωρεί τον εορταζόμενο σήμερα απόστολο Ιούδα «κατά σάρκα» αδελφό του Ιησού Χριστού, όπως και του Ιακώβου (του Αδελφοθέου, πρώτου επισκόπου Ιεροσολύμων). Ο Θεάδελφος Ιούδας, συγγραφέας της ομώνυμης Επιστολής της Καινής Διαθήκης, προστέθηκε στον κύκλο των μαθητών μετά την ανάσταση του Κυρίου.
Ο ΑΛΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ: Διαφορετικό πρόσωπο είναι ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος [21 Αυγ.], ένας από τους δώδεκα Αποστόλους του Κυρίου, ο οποίος στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων ονομάζεται «Ιούδας Ιακώβου», ενώ στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αποκαλείται «Θαδδαίος» (γ΄18) και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο «Λεββαίος ο αποκληθείς Θαδδαίος» (ι΄3 που σημαίνει γενναίος). Ο μαθητής αυτός του Κυρίου, κήρυξε στην Έδεσσα, σε όλη την Συρία, έφθασε ώς τη Βηρυτό της Φοινίκης και είχε ειρηνικό τέλος.
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: O άγιος απόστολος Ιούδας ο θεάδελφος, που εορτάζουμε σήμερα, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία κι έφθασε μέχρι την Περσία. Στην πόλη Έδεσσα της Μεσοποταμίας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια τον τοπάρχη Αύγαρο. Μαρτύρησε στην πόλη Αραρά, όπου οι ειδωλολάτρες της περιοχής τον κρέμασαν και τον φόνευσαν με βέλη.
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ: Όπως προείπαμε, ο Άγιος Θεάδελφος Ιούδας είναι ο συγγραφέας της τελευταίας καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης, που φέρει το όνομά του. Η θεόπνευστη αυτή Επιστολή απευθύνεται προς τους χριστιανούς της Αντιόχειας και πιθανότατα γράφτηκε στα Ιεροσόλυμα γύρω στο 65-70 μ.Χ. Αυτή δεν έχει δογματικό περιεχόμενο, αλλά είναι εξαιρετικά διαφωτιστική και μεστή από μηνύματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σωτηριολογική σημασία. Στην αρχή της Επιστολής του ο Απόστολος Ιούδας αναφέρεται στο τρίπτυχο του ελέους του Θεού, της ειρήνης και της αγάπης, που βοηθά τον χριστιανό να απομακρύνει τη μεμψιμοιρία από τη ζωή του. Στην Επιστολή του ακόμη παρουσιάζεται το δόγμα της πτώσεως του Εωσφόρου και του τάγματος του γράφοντας: “Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον εις κρίσιν μέγαλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν”. Στη συνέχεια καταφέρεται κατά των ψευδοδιδασκάλων και ασεβών, που μετατρέπουν τη χάρη του Θεού σε κάθε είδους ασέλγεια. Γράφει ο Απόστολος γι' αυτούς: “αφόβως, εαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι άνυδροι υπὸ ανέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινὰ άκαρπα, δὶς αποθανόντα, εκριζωθέντα, κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας, αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος του σκότους εις τον αιώνα τετήρηται”. Οι χριστιανοί συνεπώς, οφείλουν να αγωνιστούν για να διατηρήσουν τη σωτήρια πίστη τους καθαρή και ανόθευτη και να θυμούνται πάντα τις αλήθειες των Αποστόλων. Αυτοί είναι που προμήνυσαν τον ερχομό εμπαικτών ανθρώπων, οι οποίοι θα βαδίζουν σύμφωνα με τις δικές τους ασεβείς επιθυμίες. Οι χριστιανοί όμως, πρέπει να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους χωρίς να επηρεάζονται από το πνεύμα της εποχής, βοηθώντας παράλληλα να σωθούν αυτοί που κλονίζονται ή έχουν πέσει σε βαριές αμαρτίες. Το έργο αυτό είναι δύσκολο και επικίνδυνο, αλλά ταυτόχρονα και ένα έργο με ασύγκριτη αξία για την παρούσα ζωή αλλά και με προεκτάσεις στην αιωνιότητα.
Konstantinosa.oikonomou@gmail.com ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 


2.6.26

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  - συγγραφέα



ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Όφις [Λατ. Serpens, συντ. Ser] είναι αστερισμός που καταγράφηκε από τον Πτολεμαίο. Είναι ο μοναδικός αστερισμός που αποτελείται από δύο ξεχωριστά τμήματα που χωρίζονται από τον παρεμβαλλόμενο μεταξύ τους αστερισμό του Οφιούχου. Το δυτικό τμήμα (που ανατέλλει νωρίτερα) είναι η «Κεφαλή» του Όφεως (Serpens Caput), ενώ το ανατολικό είναι η «Ουρά» (Serpens Cauda). Η Κεφαλή συνορεύει με τους αστερισμούς: Βόρειο Στέφανο, Βοώτη, Παρθένο, Ζυγό, Οφιούχο και Ηρακλή. Η Ουρά συνορεύει με τους αστερισμούς: Οφιούχο, Τοξότη, Ασπίδα και Αετό. Η έκταση του αστερισμού είναι 637 τετ. μοίρες [23ος μεγαλύτερος μεταξύ των 88 αστερισμών].Είναι αμφιφανής στην Ελλάδα και γενικα ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 80° Βόρεια – 80° Νότια. Τεμνόμενος από τον ουράνιο ισημερινό, ο Όφις φαίνεται ολόκληρος από την Ελλάδα τις καλοκαιρινές νύχτες.

  ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τον αστερισμό ως Όφις Οφιούχου ή απλώς Όφις, ενώ συχνά μεταξύ του λαού αποκαλούνταν και Ερπετόν ή Έγχέλυς [χέλι]. Οι Ρωμαίοι, εκτός από το Serpens, χρησιμοποιούσαν τα ονόματα Anguilla και Coluber. Σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές ήταν το φίδι είτε του Ασκληπιού, είτε του Γλαύκου, είτε του Λαοκόοντα, είτε του Ηρακλή, ή ακόμη η Λερναία Ύδρα. Στην αναγεννησιακή Ευρώπη ο αστερισμός ονομαζόταν Serpens Alangue, συνδυασμός δηλαδή της λατινική με την παραφθαρμένη σχετική αραβική λέξη. Στους Άραβες ήταν ο Al Hayyah, [το Φίδι], από ελληνική επίδραση, αλλά πριν από αυτή ήταν η Βοσκή (Al Raudah). Αντιθέτως, στους Εβραίους και άλλους σημιτικούς λαούς ήταν ερπετό. Στην αρχαία Μεσοποταμία είχε κοινό όνομα με τον Οφιούχο: Nu-tsir-da [Εικόνα του Ερπετού]. Κατά τις χριστιανικές αναπαραστάσεις των ουράνιων μορφών (17ος αι.) ο Όφις έγινε το φίδι που ξεγέλασε την Εύα, ενώ αργότερα άλλοι παρατηρητές φαντάστηκαν στην Κεφαλή του Όφεως έναν ακόμα ουράνιο Σταυρό, αυτόν του Αγίου Ανδρέα.

Νεφέλωμα Αετός

ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ
: Ο αστερισμός περιλαμβάνει περί τα 80 ορατά σώματα [φαινόμενο μέγεθος < 6,5]. Ο α Όφεως, που είναι ο φωτεινότερος όλων [φ.μ. 2,65], είναι γνωστός με το όνομα Unukalhai. Ο β Όφεως, [Chow για τους Κινέζους], είναι λευκός γίγαντας με φαινόμενο μέγεθος 3,67. Ο γ, είναι ο Ching των Κινέζων. Ο δ, [Tsin των Κινέζων], έχει φ.μ. 3,80. Ο ε, ο Πα στην Κίνα, έχει φ.μ. 3,71. Ο ζ, ονομαζόμενος Tung Hae [Ανατολική Θάλασσα] στην Κίνα, έχει φ.μ. 4,62. Ο θ, είναι διπλός αστέρας γνωστός και ως Άλυα. Ο ξ είναι μεταβλητός αστέρας με φ.μ. 3,54. Οι αστέρες η, κ, λ, μ, ν και ο έχουν φαινόμενο μέγεθος αντίστοιχα 3,26, 4,09, 4,43, 3,53, 4,33, 4,26.

  ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ: Ο αστέρας HD 168443 του αστερισμού, με φαιν.μέγεθος 6,92 και απόσταση από τη Γη 123,6 έτη φωτός, έχει δύο πλανήτες που περιφέρονται γύρω του. Του ενός η περιφορά διαρκεί 57,9 ημέρες [έτος], ενώ του δευτέρου 2137. Η περιφορά τους γίνεται σε μέση απόσταση από τον αστέρα 0,29 και 2,87 αστρονομικές μονάδες [AU] αντιστοίχως, ενώ πρόκειται για τεράστιους σε μάζα πλανήτες καθώς έχουν μάζα επταπλάσια και δεκαεπταπλάσια εκείνης του Δία! Το φωτεινότερο ανοικτό σμήνος του αστερισμού, το IC 4756 [φ.μ. 4,6], είναι ορατό και με γυμνό μάτι από σκοτεινή τοποθεσία. Περιέχει πάνω από 80 αστέρες και απέχει από τη Γη 1300 έτη φωτός. Το σφαιρωτό σμήνος Μ5 (NGC 5904, φ.μ.5,8) περιέχει πάνω από μισό εκατομμύριο αστέρες! Το επίσης σφαιρωτό σμήνος NGC 6539 βρίσκεται μοιρασμένο ανάμεσα στον Όφι (Ουρά) και τον Οφιούχο. Το νεφέλωμα Μ16, είναι το γνωστό από την απεικόνιση του Τηλεσκοπίου Χαμπλ, Νεφέλωμα Αετός. 

   

IC 4756

Ο πάλσαρ PSR B1534+12 είναι διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων. O γαλαξίας Arp 220, στον αστερισμό του όφεως, [φ.μ. 14,0] εμφανίζει διπλό πυρήνα, ως προϊόν αλληλεπιδράσεως δύο παλαιότερων γαλαξιών που ενώθηκαν σε ένα! Η γειτονική ομάδα γαλαξιών «Εξάδα του Σίφερτ» (HCG 79), στον αστερισμό, αποτελείται από 5 αμυδρούς γαλαξίες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, ενώ ο έκτος εμφανιζόμενος, μοιάζει να ανήκει στην ομάδα, αλλά βρίσκεται σε πολύ διαφορετική απόσταση.

TO BINTEO ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=rpeTftYfykw


29.5.26

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ 

του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Δ΄.

     


Οἱ ἀδερφάδες ξαναμείνανε μονάχες στὸν πύργο κ' ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα ξαναβρῆκε τὸν παλιὸ ρυθμό της. Ὁ βρόντος τοῦ ἀργαλιοῦ δὲν εἶναι φόβος τώρα νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ἀκατάπαυτα ἀπὸ τὴν αὐγὴ θαμπὰ ὥς βαθιὰ τὴ νύχτα, ἡ βελόνα τρυπᾷ, μουδιάζει τὰ δάχτυλα κ' ἡ Παναγιούλα ξανάπιασε τὰ τρεξίματα στὴν πόλη. Δὲ ντροπιάζει κανέναν τώρα. Ἡ γενιὰ τοῦ Κρανιᾶ δὲ θέλει νὰ ξέρῃ πιὰ ἀπὸ τὶς νυφάδες τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη καὶ πληγωμένη στοὺς ραγισμένους τοίχους τῆς κούλιας.

Μὰ κ' ἡ ζωὴ ἕνα γῦρο δὲν ἀλλάζει τὸ σκοπό της. Ὁ ἥλιος φέγγει ὅπως πρῶτα πάντα, ἡ ἄνοιξη ἔρχεται καὶ φουντώνει τὸν κάμπο κ' ἰσκιώνει τὸν ὄχτο τοῦ ἀκροπόταμου. Ὁ κόσμος παντρεύεται κι ἀρρεβωνιάζεται. Ἕνας ἀνθυπίατρος ἀπὸ τὸ κάστρο παντρεύτηκε μὲ τὴ δεύτερη τὴ Ζωριοπούλα, ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὸν τόπο ἀρρεβωνιάστηκε τὴν Εὐανθία Τελατίνη. Τὰ μηνύματα φτάνουνε σὰν περιγέλασμα στὴν κούλια.

Ἡ Φρόσω σκύβει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλεῖ, ἡ Μαριὼ ὅμως δὲν τὸ βαστᾷ. Ἡ ὀργή της δὲν ξεσπᾷ μόνο φαρμάκι στὴ γειτονιά, δὲ γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στὴν κούλια, μὰ σκορπίζεται κι ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο. Βουνὰ καὶ κάμπους, οὐρανὸ καὶ γίς· ὅσα βλέπει τὸ μάτι κι ὅσα φανταζεται ὁ νούς. Γυρεύει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μιὰν ἐκδίκηση κ' ἕνα σεισμὸ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς γίς. Κι ὅσο δὲν τὰ λαβαίνει, ἡ ψυχή της διψᾷ νὰ πνίξῃ, νὰ ρημάξῃ, νὰ βουλιάξῃ ἡ ἴδια. Κι ὅσο δὲν τὸ μπορεῖ οὔτε αὐτό, ξεθυμαίνει στὴν ὀρφανὴ τῆς πλύστρας τοῦ πατέρα, ποὺ γυρίζει ἀδειανὴ ἀπὸ τοὺς δικούς, στὴν Κούλα, ποὺ τὰ παρμένα της δὲ δουλεύουνε γλήγορα, κι ἅμα δὲ βρίσκει ἄλλη καμιὰ ἀφορμή, σὲ κατάρες κι ἀναθέματα ἐκεῖνων, ποὺ θὰ χαροῦνε ὅσα πλέκει κι ὅσα ράβει.

«Τὴν ἀδικιά, τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο;» φωνάζει ἀδιάκοπα.

Καὶ σβήνει μπρὸς ἀπὸ τὸ κόνισμα τὸ καντήλι, ποὺ ἀνάβει ἡ Φρόσω, σὰ βρίσκεται μιὰ σταλιὰ λάδι στὸ ροῒ τῆς κούλιας, καὶ στένει καυγά, ὅταν παίρνῃ τὸ μάτι της τὴ λειτουργιά, ποὺ στέλνεται στὴν ἐκκλησιά:

«Δὲν ἔχω κάνα κρῖμα νὰ μοῦ συχωρεθῇ· τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο!»

Ἡ Φρόσω σωπαίνει γιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ ἡ γειτονιὰ καὶ δίνει τοῦ παπᾶ τὸ δίφραγκο μαζὶ μὲ τὸ πουκάμισο τῆς ἀδερφῆς, νὰ τὸ διαβάσῃ στἅγιο Δῆμα· κι ὅταν οἰκονομήσῃ δεύτερο, ἀνοίγει τὴν ἁγιὰ Μαρίνα ὄξω στἀμπέλια, μήπως ἡ χάρη τῆς βοηθήσῃ τὴ συνονόματη.

Κ' ἡ Φρόσω εἶχε χαμένη τὴν ἐλπίδα, ὡστόσο πίστευε στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ πίστευε ἀκόμα καὶ στὸ σόϊ. Ἂν ἔχασε ὁ ἀδερφὸς ἐδῶ, ἡ πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι κι ὁ κόσμος ὅλος κι ὁ φτόνος δὲν εἶναι σ' ὅλον τὸν κόσμο ὁ ἴδιος.

Τὴν ἴδια γνώμη ἔχει κ' ἡ Σακαμπέσαινα, ποὺ ἅμα ξαναφέρνῃ ἡ Παναγιούλα τίποτε ψιλά, βάζει καὶ κείνη τὴν τέχνη της νὰ ξαναφέρῃ τὴ Μαριὼ στὰ σέστα της. Χαρὰ μεγάλη καρτερεῖ τὴν κούλια· τὸ διάβασε στἄστρι τοῦ βραδιοῦ καὶ τὸ κομπόδεσε. Ἢ θησαυρὸ ἢ πλούσια νύφη θὰ βρῇ ὁ Γεσίλας σύντομα στὸν καιρὸ κι ἀλαργινὰ στὸν τόπο. Λίγο ὑπομονὴ μονάχα. Ποιός τοὺς φταίει; Πήγανε καὶ στείλανε τῆς Ζωριοῦς τὴ Χαραλάμπαινα. Δὲν ἐρχόντανε σ' αὐτή, νἄρριχνε τῆς κόρης νἄπαιρνε τὰ σοκάκια γιὰ τὸν καπετάνιο.

Μὰ ἡ Μαριὼ δὲν ἤθελε νἀκούσῃ τίποτε. Ἡ προσβολή, ποὺ ἔγινε στὸ γένος τοῦ Κρανιᾶ ἐδῶ στὸν τόπο, εἶναι ἀνεξιλέωτη. Μόνο σὰν ἔρθῃ κάποτε κανένα δεκάρικο ἀπὸ τὸν ἀδερφό, δὲ σβήνει λίγες μέρες τὸ καντήλι καὶ παγαδιάζει καὶ τὸ ἀνάθεμα σ' ὅλον τὸν κόσμο.

Ἀφοῦ δὲν ξαναφάνηκε ὁ ψάλτης στὸ βελούχι κι ἂς ἔλειψε τὸ σκιάχτρο τοῦ Γεσίλα, ἡ Κούλα ξανάρριξε τὴ ματιὰ στοὺς ὑπαξιωματικούς.

Μὰ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μόνο ἀριὰ καὶ ποῦ καθίζουνε τώρα στὸ βελούχι. Περνοῦν ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθὼς πάντα καὶ στρίβουνε πέρα κατὰ τὶς ἐλιές.

Ὁ Φωτούλας Τυλιγάδας δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξαναμαζέψη. Τὰ βασιλικὰ καὶ τὰ περιπλοκάδια ἀνθοῦνε σὰν πάντα στὴ φρετζάτα ὁλόγυρα, οἱ ἀγγουριὲς καρπίζουνε στὶς βραγιὲς πίσω ἀπὸ τὴν κούλια κ' ἡ ποταμιὰ δὲν ἔπαψε νὰ κατεβάζῃ τὸ μαΐστρο.

«Ἐκεῖ δὲ βλέπεις;» τοῦ λέει ὁ Κελεμένης, ὁ παπατζὴς τοῦ βελουχιοῦ, καὶ δείχνει ἔρημα τὰ παράθυρα τῆς κούλιας.

Ἔρημα ἐκεῖνα, ρημαγμένο καὶ τὸ βελούχι. Τίποτε μαθητούδια ἂν ξεπέφτουν πιὰ νὰ χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι ἀποβραδὶς μοναχὰ οἱ δασκάλοι βγαίνουνε νὰ δροσιστοῦν.

Ὅμως μιὰ νέα γενιὰ δασκάλων. Ὄχι πὼς δὲ μιλοῦνε γιὰ γραμματικὴ κι αὐτοί, ἢ πὼς δὲν ἀναθεματίζουν τὸν Ψυχάρη, μὰ δὲν τὸ θαρροῦν κι ὁλότελας ἀταίριαστο μὲ τὸ σοβαρὸ ἔργο τους νὰ ρίχνουνε καὶ καμιὰ ματιὰ πρὸς τὰ παράθυρα τῆς κούλιας, νὰ τρῶνε στὴν ἀστροφεγγιὰ κάνα κοτόπουλο καὶ νὰ ξεκρεμοῦν καὶ τὸ μπουζούκι κάποτε.

Ἡ Κούλα δυνάμωσε τὸ φτιασίδι στὰ μάγουλα κ' ἔβαλε ὄλη τὴν παλιὰ τέχνη της στὰ σγουρά. Τὴ φορὰ αὐτὴ δὲ θὰ τῆς γλυτώσῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς δασκάλους. Ὅποιος ἀπ' αὐτοὺς, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ρίξῃ τὰ μάτια στὰ παράθυρα. Ἂς εἶναι ἀκόμα καὶ κεῖνος ὁ κοντακιανὸς καὶ κοντολαίμης, ποὺ δὲ βγάζει ἀπὸ ψηλά του τὸ παλτὸ κι ἂς σκάζῃ γάϊδαρος ὄξω στὸν ἥλιο τοῦ Μαγιοῦ. Ἡ γραβάτα του εἶναι ξεφτισμένη καὶ βρώμικη καὶ τὸ καπέλο, ποὺ μιὰ φορὰ εἴτανε σταχτί, τὸ φορεῖ ἀνάποδα πάντα, μὰ σ' ὅλ' αὐτὰ τὸν συμμορφώνει στὸ φτερό, φτάνει μόνο νὰ τονὲ λάβῃ στὰ χέρια της.

Ἐκεῖνα, ποὺ δὲν παίρνουνε συμμόρφωση, εἶναι τὰ μάτια του, ποὺ ἀλληθωρίζουνε, καὶ τὰ κανιά του, ποὺ δὲν εἶναι ὁλόϊσα ὅπως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μὰ κι αὐτὰ εἶναι ψιλοδουλειὲς γιὰ τέτοιες ὥρες, ποὺ ὁ καθρέφτης τοῦ ἐφέδρου ἄρχισε νὰ δείχνῃ καὶ τῆς Κούλας, ὅ,τι τρόμαξε ἄλλοτε καὶ τὴ Μαριώ.

Ἡ Κούλα ρίχνει τὴ ματιὰ στὴ Φρόσω, στὴ Μαριὼ καὶ τρομάζει κι αὐτή, βλέπει τὴν κοιλιασμένη κούλια νὰ φοβερίζῃ νὰ σωριαστῇ ἀποπάνω της κάθε στιγμή, σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀέρα καὶ νοιώθει ρῖγος μέσα της. Ὁ μόνος στοχασμός της εἶναι πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποκάτω, πῶς νὰ βρεθῇ μακριὰ πρὶν ἔρθῃ ἡ ὥρ' αὐτή. Ὁ καιρὸς βιάζει, δὲν εἶναι νὰ χάνῃ οὔτε στιγμή.

Κι ὁ δάσκαλος μὲ τὸ μακρὺ παλτὸ ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάσῃ τὰ παιδιὰ καὶ νάτος, ἴσια στὸ βελούχι. Δὲν ξεκολλᾷ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν κούλια.

Ἡ Κούλα ξανάπιασε τὴ θέση της στὸ μπαλκόνι. Ἡ καρδιά της ξανάβρισκε ὅλη τὴν παλιὰ ὁρμή. Ἡ ἄνοιξη, ποὺ χυνότανε στὴν ἀκροποταμιὰ μὲ τἄνθη στὶς ἐλιές, τοὺς μαβιοὺς ἴσκιους καὶ τὸν κοῦκο, σὰ νὰ ἔβγαινε ὅλη, νὰ χυνόταν ὅλη ἀπομέσα της. Στιγμές, δὲν ἤξερε κι αὐτὴ γιατὶ τῆς φαινότανε πὼς μοιάζει περσότερο μ' ἡλιόγερμα παρὰ μ' ἀπριλιάτικη λαμπράδα· ὡστόσο δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ, τῆς ἄρεσε νὰ πλέῃ γλυκὰ στὸ πλάνεμα καὶ πολεμοῦσε νὰ κρατήσῃ ὅσο μποροῦσε μακρήτερα τὴν ἀνοιξιάτικη λαχτάρα μὲ τὰ τριαντάφυλλα στὸν κῆπο, μὲ τὰ γαρύφαλα καὶ τὰ ζαμπάκια στὸ μπαλκόνι.

Ἔδενε μ' αὐτὰ ἕνα ὁλόδροσο μπουκέτο κάθε πρωῒ κα τὄστελνε τοῦ Τυλιγάδα μὲ τὴν Παναγιούλα. Κ' ἔπειτα τὸ καμάρωνε, ποὺ τὸ ἔβλεπε νὰ ξεχωρίζῃ μέσα στἄλλα μυρουδικά, ποὺ στολίζανε τὰ τραπέζια τοῦ βελουχιοῦ. Περίμενε τὸ δάσκαλο.

Κι ὁ δάσκαλος δὲ χόρταινε νὰ τὸ μυρίζῃ. Κ' ἡ Κούλα ἀπὸ τὸ παράθυρο δὲν μποροῦσε νὰ μὴ σκάζῃ κι αὐτὴ στὰ γέλια σὰν τοὺς συναδέρφους του ἐκεῖ γύρω. Ἡ μύτη τοῦ δασκάλου βαφότανε κίτρινη ἀπὸ τὰ ζαμπάκια καὶ γυρνοῦσε τἀλλήθωρα μάτια μέσα στὶς κόχες τους γιὰ νὰ δῇ τὴ μύτη καὶ νὰ τὴ σκουπίσῃ.

Μὰ ἡ καρδιά του εἴταν ἀνεξίκακη σὰν ὅλων τῶν δασκάλων. Τὰ γέλια δὲν τὸν πειράζανε, μήτε τὰ πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο νὰ κλέψῃ τὴν ὥρα, ποὺ δὲν τὸν κοίταζε κανένας, γιὰ νὰ βγάλῃ ἕνα γαρύφαλο ἢ ἕνα ρόδο ἀπὸ τὸ μπουκέτο καὶ νὰ τὸ βάλῃ στὴν κουμπότρυπα.

«Ψυχή μου νέος!» δὲ βαστιότανε νὰ μὴ στοχαστῇ πολλὲς φορὲς ἡ Κούλα καὶ νὰ βαρυθυμήσῃ μιὰ στιγμὴ μὲ κεῖνο ποὺ ἔβλεπε.

Μὰ πάλι, ὅταν ἐκεῖνος, παραφυλάγοντας ξανὰ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὸν ἔβλεπε κανένας, ἔφερνε πεταχτὰ τὸ ἄνθος στὰ χείλη του, ἐνῷ τὴν ἴδια ὥρα ἔρριχνε κλεφτὴ ματιὰ στὰ παράθυρα τοῦ πύργου, ἡ θλίψη τῆς Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

«Ἀπὸ τὁλότελα καλὸς κι ὁ δάσκαλος», ἔλεγε μέσα της μελαγχολικά.

«Ἀπὸ τὁλόλελα καλὲς καὶ τοῦτες», παρηγοριόταν ἄλλο τόσο μελαγχολικὰ κι ὁ Τυλιγάδας, ἐκεῖ ποὺ μάζευε τὶς μίζερες δεκάρες τῶν δασκάλων.

Κ' οἱ ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

Μὰ ἦρθε ὁ Ἀλωνάρης, ἔκλεισε τὸ σκολειὸ κι ὁ δάσκαλος πάει νὰ ξεκαλοκαιριάσῃ στὸ χωριό του.

Τὸ βελούχι κι ὅλος ὁ κόσμος ρήμαξε γιὰ τὴν Κούλα. Ἡ καρδιά της τρέμει ὅσο νἀρθῇ ὁ Αὔγουστος νὰ μάθῃ, νὰ σιγουρευτῇ πὼς δὲ μεταθέσανε τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν τονὲ μεταθέσανε.

Μὰ ὁ χινόπωρος, ποὺ τὸν ξανάφερε δροσερὸν κ' ἡλιοκαμένον, ἔφερε καὶ τὰ σύννεφα καὶ τὶς βροχές. Καὶ μὲ τὰ πρῶτα βοριαδάκια τὸ βελούχι ἔκλεισε.

Μοναχὴ παρηγοριὰ τῆς Κούλας μένει τὸ πέρασμα τοῦ καλοῦ της ἀπ' τὸ δρόμο. Μὰ πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα μπορεῖ νὰ περνᾷ ὁ δόλιος δάσκαλος; Καὶ μήπως εἶναι κιόλας τόσο εὔκολο τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν κούλια, ὅταν ἀρχίσουν οἱ βροχὲς τοῦ σαραντάμερου κι ἀναγλιτσιάσῃ ὁ ὄχτος τοῦ ἀκροποτάμου;

«Ἀγάπη, ποὺ νὰ σκιάζεται τὶς λάσπες, ποιός τὴν εἶδε, ποιός τὴν ἄκουσε!» θυμώνει μέσα της ἡ Κούλα, ὅταν περνοῦνε μιαδυὸ μέρες κι ὁ δάσκαλος δὲ φαίνεται.

Μὰ ὅταν τὸν ξαγναντίζῃ βουτηγμένον ὣς τὰ γόνατα στὴ λάσπη, πιτσιλισμένο ἴσια μ' ἀπάνω μὲ τοὺς ὤμους τὸ μακρὺ παλτό, ὅταν τὸ βούλιαγμα, ποὺ βλέπει νὰ κάνῃ τὸ πόδι του στὶς λοῦμπες, τὸ σκόντομά του στὸν ὄχτο ἐδῶ, τὸ γλύστρημά του παρακεῖ στὴ γλίνα τῆς βγάζουνε στὸ φόρο πὼς ἡ ματιά του χωριστὰ ἀπὸ ἀλλήθωρη εἶναι κιόλας καὶ κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει τὴν καρδιά της καὶ δὲν ξέρει ποιόν νὰ πρωτοκλάψῃ: τὸ δυστυχισμένον, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ βοῦρκο κάτω στὸ δρόμο, ἢ τὴ δική της μοῖρα, ποὺ τὴν ἔρριξε σ' αὐτόν;

Ἀπελπισμένη, σωριάζεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ κλαίει. Ἡ θυγατέρα τοῦ Θώμου Κρανιᾶ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ Κούλα ἡ ὄμορφη νὰ καταντήσῃ νὰ ξεπέσῃ σὲ κεῖνο τὸ παράλλαμα;

«Ποτέ, ποτέ!» τῆς λέει μιὰ φωνὴ μέσα της, σὰ νὰ ζητᾷ νὰ τὴ βοηθήσῃ νὰ πάρῃ μιὰν ἀπόφαση.

Μὰ ἡ σκεπὴ τῆς κούλιας εἶναι μισοανοιχτὴ ἀποπάνω καὶ κατεβάζει τὴ νοτιὰ φιὸ στὴν πλάτη της· οἱ ὦμοι τουρτουρίζουνε μὲ τὸ μαγνάδι τοῦ τσιτιοῦ, ποὺ εἶναι ντυμένοι, ἡ Φρόσω βήχει κάτω ἀπὸ τὸ κατώγι, ἡ Μαριὼ δέρνει στὴν ἄλλη κάμαρα τὴν Παναγιούλα, ποὺ τὴν ἔπιασε νὰ καίῃ τὸν κλώστη γιὰ νὰ σγουράνῃ καὶ κείνη τώρα τὰ μαλλιὰ μπροστὰ στὸ μέτωπο, κι ὁ Γεσίλας οὔτε γράφει οὔτε ἀκούεται. Δὲν πείσμωσε μόν μὲ τὸ Ζωριὰ καὶ μὲ τὸν Τελατίνη, δὲν ἔρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχὰ στὴν πόλη κοντὰ στὸν ποταμό, μὰ καὶ στὴν κούλια τοῦ πατέρα του.

Χωρὶς νὰ καταλάβῃ κ' ἡ ἴδια, ἡ Κούλα βρέθηκε στὸ παράθυρο κοιτάζοντας ἂν πέφτῃ σὲ ξαστεριὰ ἢ σὲ σύννεφα ὁ ἥλιος, ποὺ ἔρριξε μιὰ λάμψη θλιβερὴ στὴν κάμαρα: Νὰ σταματοῦσε κάνε ἡ βροχή, νὰ στεγνώσῃ ὁ τόπος λίγο καὶ νὰ δῇ τὸ δάσκαλο νὰ περάσῃ σὰν ἄνθρωπος. Ἔτσι νὰ πάρῃ δύναμη νὰ κατεβῇ στὸ δρόμο καὶ νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ τὴν πάρῃ μιὰν ὥρα ἀρχήτερα ἀποδῶ, μακριὰ ἀποδῶ, ὅπου θέλῃ, ἂς εἶναι καὶ στὸ σύνορο τοῦ κόσμου, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς, μόνο μακριὰ ἀποδῶ, ὄξω ἀπὸ τὴν κούλια.

Κι ὅταν τὴν ἄλλη μέρα τονὲ βλέπῃ νὰ ξαναπερνᾷ, κρεμιέται στὸ παράθυρο καὶ τοῦ χαμογελᾷ, κατεβαίνει κάτω στὴν αὐλόπορτα καὶ τοῦ σφυρίζει ἕνα γλυκόλογο, τοῦ νεύει νἀρθῇ πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη.

Μὰ ἐκεῖνος δάσκαλος. Φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του. Δὲν ἀποφασίζει νὰ ζυγώσῃ κι ἂς εἶναι σούρωπο κι ἂς μὴν περνᾷ ψυχὴ στὸ δρόμο. Ὅλο καὶ κοντοστέκεται, μὰ δὲν τολμᾷ νἀρθῇ στὴν πόρτα, ὅλο καὶ ρίχνει φοβισμένες ματιὲς στὸ παράθυρο. Κ' ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα καὶ ξανὰ τὴν ἄλλη, ὅσο ποὺ στὸ τέλος ἔγινε ἄφανατος.

Δὲν ξαναπέρασε.

Ἡ Κούλα πάει νὰ τρελλαθῇ. Μὴν ἀρρώστησε, μὴν τονὲ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ὁ νούς της. Ρώτησε τὰ παιδιά, ποὺ γυρίζαν ἀπὸ τὸ σκολειό. Ἐδῶ 'ναι καὶ στὴν ὑγειά του ὄχι καὶ καλήτερα. Σήμερα ἄργασε τοῦ ἑνοῦ ἀπ' αὐτὰ τὶς ἀπαλάμες μὲ τὴ λούρα.

Ἡ Κούλα ἀπελπίζεται. Ἄλλο δὲν μένει παρὰ νὰ τοῦ γράψῃ μὲ τὴν Παναγιούλα.

«Ἀγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σὲ ἀναμένω καὶ ἀπορῶ τὸ διατὶ διέκοψες…», ἀντίγραψε ἀπὸ τὸ παλιό, χιλιοσκεσμένο ἐπιστολάριο τῆς κούλιας, ἔκλεισε μέσα δυὸ πανσέδες μαζὶ μὲ τὰ δάκρυά της κ' ἔδωσε τὸ γράμμα.

Δὲν εἴταν πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἔκανε καὶ τέτοια ὑπερεσία ἡ Παναγιούλα, μὰ τὴ φορὰ αὐτὴ δὲν τὴ βρῆκε ἡ Κούλα πρόθυμη.

«Δὲν ξέρει», εἶπε, «σὲ ποιὸν ἀπ' τοὺς πολλοὺς δασκάλους νὰ τὸ δώσῃ. Μακρὺ παλτὸ φορούσανε πολλοὶ ἀπὸ δαύτους».

Τῆς Κούλας τῆς ἔπεσε λιγάκι δύσκολο νὰ περιγράψῃ τὰ καθαυτὸ χαραχτηριστικά του.

Τέλος ἡ Παναγιούλα κατάλαβε καὶ δέχτηκε. Κι ἄργησε νὰ γυρίσῃ τὸ βράδι αὐτό, ἀπάντηση ὅμως δὲν ἔφερε.

Τοῦ κάκου στάλθηκε καὶ ξαναστάλθηκε μὲ νέο γράμμα· δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρῇ τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ ἡσυχία κ' ἡ Κούλα, δὲν μπορεῖ νὰ κλείσῃ μάτι. Νευρίκιασε κι αὐτή· δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν γκρίνια τῆς Μαριῶς. Λόγο κι ἀντίλογο. Ἄδικα τὴν παρακαλεῖ ἡ Φρόσω νὰ μὴν τὴ συνερίζεται, γιατὶ δὲν εἶναι στὰ καλά της. Ἴσια τὰ πᾶνε τώρα κι οἱ δυό. Κι ὁ ἄνεμος τῆς ποταμιᾶς τὴν ἀπονευρικιάζει. Τώρα θὰ πέσῃ ἀπάνω της ἡ κούλια καὶ θὰ τὴ θάψῃ. Δὲ βλέπει μέσο λυτρωμοῦ, κάθε δρόμος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν κούλια εἶναι κλειστός.

Μιὰ γνώριμή της κατοικοῦσε κοντὰ στὸ σκολειό. Εἴταν τὸ τελευταῖο βῆμα, λείπαν ὅμως τὰ ποδήματα, ἔλειπε φόρεμα τῆς προκοπῆς. Στὸ τέλος ἄφησε τὴ ντροπὴ στὴν ἄκρη, βρῆκε μιὰ πρόφαση καὶ κίνησε καὶ πῆγε ἕνα δειλινό.

Ἡ γνώριμή της τὴν καλοδέχτηκε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθήσῃ στὸν καναπέ. Ἡ Κούλα προτίμησε ὅμως μιὰ καρέκλα κοντὰ στὸ παράθυρο καὶ κάθησε περιμένοντας.

Νάτος τέλος ὁ φίλος βγῆκε ἀπὸ τὸ σκολειό. Καθὼς τὴν εἶδε ξαφνικά, κοκκίνησε. Ὁ συνάδερφός του, ποὺ περνούσανε μαζί, τῆς χαμογέλασε, μὰ ἐκεῖνος δὲν ξαναγύρισε νὰ κοιτάξῃ.

Ἡ Κούλα φρένιασε. Περίμενε, περίμενε ὅσο ποὺ πῆρε νὰ νυχτώνῃ. Δὲν ξαναπέρασε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δασκάλους.

Γύρισε στὴν κούλια μὲ ἀπελπισιὰ θανατερή:

Τί τοῦ ἔκαμε; σὲ τί τοῦ ἔφταιξε; Ποιά εἶναι ἡ ἀφορμὴ ποὺ τὴν περιφρονᾷ; Δίχως ἄλλο θὰ τονὲ βάλανε στὰ λόγια, θὰ τοῦ τὴν κατηγορέσανε. Σὰν καὶ θἄχῃ νὰ κάμῃ τίποτες ἄλλο ὁ κόσμος! Ποιός νἄναι μόνο, ποιά νἄναι κείνη, νὰ τὴν ἤξερε νὰ τὴν ξεσκίσῃ μὲ τὰ νύχια της!

Μπαίνοντας στὴν αὐλόπορτα τῆς κούλιας, ἀπάντησε τὴν Παναγιούλα. Ξετραχείλωτη, ξυπόλυτη, ἀνασκουμπωμένη πότιζε τὸν κῆπο. Τὰ χείλη, ποὺ ὁ βοριὰς τἀποκοκκίνιζε ἀντὶ νὰ τὰ γαλαζιώνῃ, οἱ καστανὲς πλεξίδες της, ποὺ ζητούσανε νἀγγίξουνε τὶς φτέρνες, τὰ γεμάτα μάγουλα, ποὺ δὲν τὰ σούρωνε ἡ ἀναφαγιά, καὶ τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της, ποὺ ἀστράφτανε σὰν πυρωμένα, φουρκίσανε τὴν Κούλα.

Γιατί; Δὲν τὸ ρωτᾷ. Μανία θολὴ καὶ σκοτεινή, ὁρμὴ τυφλή, καθὼς ἐκείνη ποὺ ἔσπρωχνε μιὰ φορὰ τὴ μεγαλήτερη ἀδερφή της νὰ ξερριζώνῃ τὰ δικά της μαλλιά. Κ' ἡ Παναγιούλα τῆς πάτησε κι αὐτῆς ἀπόψε μὲ τὰ ξερά της μιὰ διπλῆ βιολέτα, ποὺ εἶχε φυτεμένη δίπλα στὸ πηγάδι.

Ἡ ὀρφανὴ τῆς πλύστρας ἀπὸ τὴ λασπόπολη δὲ μιλοῦσε στὶς βρισιές, δὲ μουρμούριζε στοὺς χτύπους. Συνήθισε ἀπὸ μικρή. Ἡ δυστυχία τῶν ἀδερφάδων πάντα σ' αὐτὴ ξεθύμαινε καὶ μάλιστ' ἀπὸ τὸν καιρό, ποὺ πήρανε καὶ στερευόνταν οἱ δικοὶ κ' οἱ φίλοι. Τὰ βραδινὰ τρεχάματα τῆς Παναγιούλας δὲν πάψανε, τώρα μάλιστα τρέχει πιὸ πρόθυμα κι ἀργεῖ περσότερο τὴ νύχτα νὰ γυρίσῃ.

Ἡ Μαριὼ χτυπᾷ καὶ καταριέται, ἡ Κούλα δίνει τώρα χέρι κι αὐτή, μὰ ἡ Παναγιούλα δείχνει μιὰν ἀπάθεια ἀξήγητη. Ἡ μέρα τοῦ θεοῦ ὄξω κ' ἡ ζωὴ μέσα στὴν κούλια σὰ νὰ μὴν ἔχουνε γι' αὐτὴ ὕπαρξη πραματική, ἡ δική της ζωὴ σὰ νἀρχίζῃ μὲ τὸ σούρουπο, σὰ νὰ εἶναι ὁ δρόμος κ' ἡ νυχτιά.

Ἡ κούλια ὑποτάζεται στὸ θέλημά της, γιατὶ κ' ἡ ὕπαρξη τῆς κούλιας ὅσο πάει καὶ δένεται περσότερο καὶ κρέμεται ἀπὸ τοὺς βραδινούς της δρόμους. Ἡ Φρόσω δύσκολα πιὰ μπορεῖ καὶ ρίχνει τὴ σαΐτα, ἡ Μαριὼ ὅλο κι ἀπονευρικιάζει καὶ φτείρεται ντύνοντας τὸν ξένον κόσμο, ἡ Κούλα ἔχασε καὶ κείνη κάθε ἐλπίδα. Πολλὲς φορὲς χτυπᾷ στὸ κάστρο ἡ ἀποχώρηση, κάποτε κιόλας τὸ σιωπητήριο κ' οἱ ἀδερφὲς στὴν κούλια, σκυμμένες στὸ ξεσπιθισμένο τζάκι τους, δὲν εἶναι σίγουρες ἀκόμα πὼς δὲ θὰ πλαγιάσουνε νηστικὲς κι αὐτὴ τὴ νύχτα.

Μιὰ τέτοια νύχτα ἀπὸ τὶς πολλές, κρύα καὶ σκοτεινὴ στὸ δρόμο καὶ στὴν κούλια, ἡ Παναγιούλα δὲ γύρισε κεῖ ὁλότελα. Τὴν ἄλλη μέρα μαθεύτηκε ἀπὸ τὴν πόλη πὼς ἔγινε ἄφαντος κι ὁ δάσκαλος.

Ἡ Κούλα λιποθύμησε.

«Τοὺ σιγαλὸ ποτάμ', ἡ πουμπιεμένη, ἡ μούλα!» φώναξε ἡ Μαριὼ κ' ἔτρεξε γιὰ ξίδι στὴ γειτονιά.

Ἡ Φρόσω μοναχὰ δὲ μίλησε. Ἡ φωνής της εἶχε χάσει ἀπὸ καιρὸ τὴ δύναμη.

Ὁ Γεσίλας, ποὺ κυνηγοῦσε στὸ ἀναμεταξὺ μετρητὲς χιλιάδες σ' ἄλλες φρουρές, βρῆκε τέλος μερικὲς κ' ἦρθε νὰ δείξῃ κι αὐτὲς καὶ τὴ γυναίκα του τῶν ἀδερφάδων καὶ τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Μὰ ἡ Φρόσω εἴτανε πεσμένη πιὰ στὸ στρῶμα μὲ τὸν ἴδιο σφάχτη καὶ τὸ βήχα τοῦ πατέρα.

Οἱ ἀδερφὲς θελήσανε νὰ κρατήσουν τοὺς νιόγαμπρους νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὶ στὴν κούλια. Ἡ νύφη ὅμως τρόμαξε ἀπο τοὺς ραγισμένους τοίχους κι ἀπὸ τὸ βήχα τῆς Φρόσως καὶ βίασε τὸ Γεσίλα καὶ πιάσανε γλήγορα σπίτι ἀλλοῦ, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης. Οἱ ἀντραδέρφες δὲ θἀπαιτούσανε βέβαια νὰ τοὺς ἔρχεται συχνὰ ἀπὸ τόσο μακριά, ἔτσι ὅπως εἴταν κιόλας μὲ τὴν κοιλιὰ στὸ στόμα.

Ἡ Φρόσω ἔλπιζε νὰ δῇ τὸν κληρονόμο τῆς γενιᾶς πρὶ νὰ πεθάνῃ. Νόμιζε μάλιστα πὼς αὐτὸ τῆς κρατοῦσε ἀκόμα τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Καὶ τὴν ἡμέρα, ποὺ χύμησε ἡ Μαριὼ στὴν πόρτα πρωῒ πρωῒ μὲ τὸ μήνυμα πὼς ὁ κληρονόμος ἦρθε ἀρσενικὸς καὶ παχουλός, μπόρεσε κι ἀνακάθησε στὸ στρῶμα κ' ἡ θολὴ ματιά της πῆρε μιὰ λάμψη ξαφνική.

«Ἀντίφκιαστα τὰ μάτια τ' Γισίλα· οὕλου τἀθάρ' τοὺ Κρανέϊκου· δὲν πῆρι τίπουτ' ἀπ' αὐτή».

Ἡ Μαριὼ δὲ μελετοῦσε ποτὲ τὄνομα τῆς νύφης. Ὄχι μόνο ἀπὸ τότε, ποὺ δὲ στρέχτηκε νὰ ξεκαινουργώσουνε τὴν κούλια καὶ νὰ καθήσουνε μαζί, δὲν εἶχε μάτια νὰ τὴ δῇ, μὰ κι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ πάτησε στὴν κούλια, τῆς φάνηκε πὼς μπῆκε μέσα σὰν ἐχτρός.

«Κὶ στοὺ σβιρκάκη τ' ἕνα λόϊδου μαλλιὰ κατσαρουμένα, στριφτά, ἀπαράλλαχτα σὰν τ' πατέρα. Κι ὅπους φταρ'νίσ'κε κεῖ πὄπεσε κὶ τἄφ'σαμι κὶ σ'ναχώθ'κι, γιὰ νὰ σιγυρίσουμ' ἰκείνι π'ρέκαζι, εἶπα κι ἄϊκ'σα τοὺ μακαρίτ'», ξακουλούθησε ἡ Μαριώ.

Ἡ ματιὰ τῆς Φρόσως ξανάλαμψε. Ὄξω ἔλαμπε κι ὁ ἥλιος στὴν ποταμιὰ κ' ἔρριχνε τὸ φέγγος του καὶ μέσα στὴν κάμαρα.

Ἡ Φρόσω τὸν κοίταξε ἄφωνη μιὰ στιγμή. Ἔπειτα κάνοντας νἀνασηκωθῇ καλήτερα μουρμούρισε:

«Τί λές; Δὲ θὰ μπορέσου νὰ βγοῦ; Μέρα θϊοῦ χαρὰ ὄξω».

«Σήκου πρῶτα μέσα σ'ν κάμαρ', κι αὔριου πᾶμι μαζί», τῆς εἶπε ἡ Κούλα, ποὺ δὲ βιαζότανε καὶ τόσο νὰ δῇ τὸν ἀνιψιό.

Κ' ἡ Κούλα εἶχε γελαστῆ στὶς ἐλπίδες της ἀπὸ τὴ νύφη.

Ἡ Φρόσω δοκίμασε ἄδικα νὰ σταθῇ στὰ πόδια της. Τὸ εἶδε κ' ἡ ἴδια πὼς ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ, ὅσο νὰ μπορέσῃ νἀρθῇ ὁ ἀνιψιὸς σ' αὐτή.

Ἅμα σαράντισε, τὸν ἔφερ' ἕνα δειλινὸ ἡ μικρὴ ξυπόλυτη ὑπερέτρια, μὰ ἀποπίσω ἦρθε κ' ἡ μάννα.

Μὲ τὴ βοήθεια τῆς Κούλας μπόρεσε ἡ Φρόσω καὶ τὸν κράτησε λίγες στιγμὲς στὴν ἀγκαλιὰ μισοἀποκοιμισμένον. Στήλωσε τὸ βλέμμα γελούμενο στὸ μικρὸ προσωπάκι καὶ περίμενε νἀνοίξουνε τὰ μάτια, νὰ τὰ δῇ.

Μὰ μόλις μισανοίξανε, τὸ μωρὸ ἔβαλε φωνή.

Ἡ μάννα του ἔτρεξε.

«Μπὰ μπὰ! Ἄκ' ζάβια! Τ' θειὰ σκιάζισι, μουλέ; − Νὰν το χαροῦ!»

Κ' ἡ Φρόσω ἔκαμε νὰ σκύψῃ:

«Σήκουσ' του λίγου, μουρή», εἶπε τῆς Κούλας.

Μὰ ἡ μάννα χύμησε καὶ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ παιδί.

Ἡ Μαριὼ δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθῇ

«Τί θὰ σ' τοὺ φᾶμι, μουρή; Τί ξένες εἴμαστι;» φώναξε κι ὥρμησε ἀπάνω της.

Ἡ νύφη κάτι θέλησε νὰ πῇ, μὰ ἡ Μαριὼ τὴν πῆρε ἀπὸ μπροστά. Τὴν ἔκαμε νἁρπάξῃ τὸ παιδὶ νὰ φύγῃ γλήγορα, ἐνῷ ἡ Μαριὼ φώναξω κατόπι της στὴ σκάλα:

«Δὲ σ' ἔμαθι, μουρή, οὐ ἄντρας σ' ποιές εἴμαστι; Μ' ἂν εἴταν ἄντρας, ἂν εἴταν ἀδιρφός!»

Ἡ Φρόσω ἔγυρε στὸ μαξιλάρι καὶ μισόκλεισε τὰ ματια, σὰ νὰ μὴν ἄκουσε τίποτ' ἀπ' αὐτά. Ἕνα μισὰ πικρό, μισὰ εὐτυχισμένο χαμόγελο σάλεψε γιὰ στιγμὲς στὰ χείλη της.

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ Γεσίλας καὶ βριστήκανε καὶ μαλλώσανε μὲ τὴ Μαριώ. Καὶ δὲν ξαναπάτησε στὴν κούλια.

«Τί κάθεσαι; τί ἀργεῖς;» μουρμούρισε ἀπομέσα ἡ Φρόσω ποὺ τὴ φτάσανε οἱ φωνὲς στὸ στρῶμα της.

Μὰ ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε δὲν ἔφτανε κι ἂς ἀρχίσανε νὰ τὸν κράζουνε μέσα τους κ' οἱ ἀδερφὲς γιὰ νὰ γλυτώσουνε κι αὐτὲς κ' ἡ ἴδια ἡ Φρόσω. Εἶχε φυράνει πιά, εἶχε ἀπομείνει ἕνας ἴσκιος διάφανος, ἀσάλευτος σὲ μιὰν ἄκρη. Μόνο τὰ μάτια φέγγαν ἀσφάλιστες, μελανές, πυρωμένες τρύπες στὸ στεγνωμένο σκέλεθρο.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε ἄργησε νἀρθῇ. Μὰ ὅταν πιὰ τὸν ἔνοιωσε πὼς εἴταν ὄξω ἀπὸ τὴ πόρτα, ζήτησε νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Στείλανε καὶ τὸν φέρανε.

Σὰ μπῆκε, βρῆκε τὴν ἑτοιμοθάνατη γυρτὴ στὴν ἀκαλιὰ τῆς Κούλας καὶ μπροστὰ σκυμμένες τὴ Μαριὼ καὶ μιὰ γειτόνισσα καὶ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια.

Μιὰ δεύτερη γειτόνισσα ἔστεκε στὴν πόρτα.

Ὁ Γεσίλας γονάτισε κεῖ μπροστὰ κι αὐτός.

«Νάτος, ἦρθε», εἶπε τῆς Φρόσως ἡ γειτόνισσα καὶ τῆς ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Ὁ Γεσίλας ἔπιασε τὸ χέρι της κ' ἔτσι μείνανε κρατώντας τὴν ἑτοιμοθάνατη μόνο τὰ τρία ἀδέρφια.

Ἐκείνη μπόρεσε καὶ σήκωσε τὰ μάτια.

«Φρόσω, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Γεσίλας», μίλησε ὁ ἀδερφός.

«Δὲν τονὲ βλέπ'ς; δὲ γνωρίζεις; δὲν ἀκούς; Ἦρθε νὰ σ' σ'χωρεθῇ», ἔβγαλε ἡ Μαριὼ φωνὴ πνιχτή, σὰ νὰ τῆς ἔσφιγγε κάποιος τὸ λάρυγγα.

Μὰ ἡ γειτόνισσα τῆς ἔκλεισε τὸ στόμα. Κ' ἡ Μαριὼ σώπασε.

Τὰ μάτια τῆς Φρόσως μέναν ἀκίνητα, καρφωμένα στὸν ἀδερφό. Σὰ νὰ μὴν τονὲ γνώρισε ἀλήθεια, δὲ δοκίμασε νὰ τοῦ ἁπλώσῃ τὰ χέρια.

Τέλος σὰ νὰ κουραστήκανε τὰ βλέφαρα νὰ μένουν ἀνοιχτά, κάμανε νὰ κλείσουνε. Δὲν μπορέσανε καὶ μόνο τὰ μαυράδια τῶν ματιῶν στρίψανε σὰν ὁλόγυρα ἀπὸ τὶς ἴδιες κόρες τους, στραβώσανε, θολώσανε καὶ μείνανε πάλι ἀσάλευτα. Δὲν ξεχωρίζαν πιά. Τὸ κεφάλι ἔγυρε στὸν ὦμο τῆς Κούλας κι ἄρχισε τὸ στερνὸ ρουχαλητό.

Ἡ Μαριὼ σωριασμένη ἐμπρός της ἔκλαιγε πνιχτά. Τὴν πῆραν ἀποκεῖ κ' ἡ γειτόνισσα, ποὺ ἔστεκε στὴν πόρτα, πῆγε καὶ σήκωσε τὴν Κούλα, ποὺ εἶχε ἀποκάμει νὰ βαστᾷ τὴν ἀδερφή.

Ἡ Μαριὼ συνῆρθε, κράτησε τὰ δάκρυα κ' ἦρθε καὶ ξανάπιασε τὸ χέρι τῆς Φρόσως.

Ξαναπεράσανε πολλὲς στιγμές.

Κρατοῦσε τώρα τὴν ἑτοιμοθάνατη ὁ Γεσίλας, ὅταν τὰ μάτια ξαναδώσανε μιὰ τελευταία ἀναλαμπή. Καρφωθήκαν στὸ ἄδειο, πρὸς τὸ παράθυρο, ἀπόθε χυνότανε τὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ, ποὺ ἔγερνε μελιχρὸ στὴν ποταμιὰ κι ἀντηχοῦσε τὸ βούϊσμα τῶν πουλιῶν, ποὺ τραγουδοῦσαν ἐκεῖ ἀπόξω στὴ μελικοκκιὰ.

Τὰ χείλη τῆς Φρόσως σαλέψανε καὶ ψιθυρίσαν κάτι.

Οἱ ἀδερφές, ποὺ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια, νομίσανε πὼς ξαναζήτησε τὸ Γεσίλα.

Ἡ γειτόνισσα πῆρε τὴ θέση του και κεῖνος ἦρθε κ' ἔσκυψε μπροστά της ἀνάμεσα στὶς δυὸ ἀδερφές.

«Ἐδῶ 'μαι, δές με!» μουρμούρισε καὶ τῆς φίλησε τὸ χέρι.

Μὰ τὰ μάτια τῆς ἀδερφῆς δὲ γυρίσανε πιὰ σ' αὐτόν. Σβήσ... 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=O1vL6firMms


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ένα καλά κρυμμένο, πριβέ, κομμάτι της Μικρής! ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΒΕ. -Ανάλυση Κων/νος Αθ. Οικονόμου

  Ένα καλά κρυμμένο, πριβέ, κομμάτι της Μικρής! ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΒΕ. -Ανάλυση Κων/νος Αθ. Οικονόμου     ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Η  ΕΛΒΕ Α.Ε.  (πρώη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....