Η Θεσσαλονίκη στο Διχασμό 1915 + ΒΙΝΤΕΟ
Βίντεο με εικόνες της Θεσσαλονίκης το 1915, στα χρόνια του Διχασμού, από εικόνες του Nat. Geographic [με a.i.]
Επιμ. Κωνσταντίνος Οικονόμου
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
Η Θεσσαλονίκη στο Διχασμό 1915 + ΒΙΝΤΕΟ
Βίντεο με εικόνες της Θεσσαλονίκης το 1915, στα χρόνια του Διχασμού, από εικόνες του Nat. Geographic [με a.i.]
Επιμ. Κωνσταντίνος Οικονόμου
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
Η Σελήνη + ΒΙΝΤΕΟ
Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα
ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ: Οι αστρονόμοι ονομάτισαν τα μεγαλύτερα βαθύπεδα της Σελήνης ως θάλασσες. Οι μεγαλύτερες τέτοιες “θάλασσες” της Σελήνης είναι ονομαστικά: Νότια θάλασσα, θάλασσα Χάμπολντ, των Κρίσεων, της Γαλήνης, των Ατμών, της Γονιμότητας, του Νέκταρ, κ.ά. Μικρότερες περιοχές που θυμίζουν τέτοιες “θάλασσες” είναι οι “λίμνες” του Καλοκαιριού, του Φθινοπώρου, της Καλοσύνης, της Λύπης, της Υπεροχής, της Ευτυχίας, κ.ά.
ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ: Ανάλογα με το ορατό από τη Γη τμήμα της Σελήνης τα μεσοδιαστήματα του σεληνιακού μήνα χωρίζονται από τις εξής φάσεις: Νέα Σελήνη [ο δίσκος της Σελήνης είναι αόρατος], Αύξων Μηνίσκος [η Σελήνη σαν “νυχάκι”], Πρώτο Τέταρτο [“μισό” φεγγάρι], Αύξων Αμφίκυρτος [τριών τετάρτων], Πανσέληνος, Φθίνων Αμφίκυρτος [εμφανής μείωση του ορατού τμήματος], τελευταίο τέταρτο [πάλι μισό φεγγάρι], φθίνων μηνίσκος [το “νυχάκι” ... επιστρέφει], Νέα Σελήνη, κ.ο.κ.
Βιβλιογραφία: Ανακάλυψη «σημαντικών» ποσοτήτων παγωμένου νερού στη Σελήνη. www.kathimerini.gr. 2009-11-13.
konstantinosa.oikonomou@gmail.com
1. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ήδη έχει αρχίσει να μολύνεται από τις επισκέψεις του ... ανθρωπίνου είδους!
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
Οσία Σοφία η εν Κλεισούρα 6.5. 1974 + 2 ΒΙΝΤΕΟ [Ο βίος της και η παράκληση στην Αγία]
Κωνσταντίνος Οικονόμου
Η Οσία
Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανατίου
Σαουλίδου, γεννήθηκε το 1883 μ.Χ. στο χωριό
Σαρή-ποπά (ή Σαρή-παπά) της επαρχίας
Αρδάσης Τριπόλεως, Νόμου Τραπεζούντας
του Πόντου. Το 1907 μ.Χ. παντρεύεται με τον
Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο χωριό Το(γ)ρούλ
της επαρχίας Αρδάσης και μετά από τρία
χρόνια, το 1910 μ.Χ., απέκτησε ένα παιδί.
Έπειτα από δύο χρόνια, χάνει το παιδί
της το οποίο βρίσκει τραγικό θάνατο,
αφού φαγώθηκε από χοίρους, ενώ δυο χρόνια
μετά, το 1914 μ.Χ. χάνει και τον άντρα της
τον οποίο τον πήραν οι Τούρκοι στα
τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον
απεβίωσε. Η νεαρή χήρα κατέφυγε στα
βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη
νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος
Γεώργιος και την προειδοποίησε για
επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία
ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που
κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο.
Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι
που μετέφερε τους συγχωριανούς της
Σοφίας στην Ελλάδα κινδύνεψε να
καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα
γεμάτα από Αγγέλους και την Παναγία.
Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και
να σωθούν οι συγχωριανοί της. Η Παναγία
τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το
πίστευε πώς σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον
άγιο έχουμε» και οι χωριανοί του
απάντησαν: «Τη Σοφία».
Το 1927 με παρότρυνση της Παναγίας πηγαίνει στο μοναστήρι της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά του.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν’ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρόσυρτο «Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της περιοχής. Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ’ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα. Παρ’ όλα αυτά όμως, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως με ό, τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Νήστευε και με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν και όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις «υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».
Κι
όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό της
ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής
με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή από
τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε
για να τα δώσει στους αναγκεμένους όταν
θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια,
σημερινές γερόντισσες της Κλεισούρας,
που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα,
αγαπούσαν τη συντροφιά της, έστω κι αν
δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της.
Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που
τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να
παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα
που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία
την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿
σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους
έλεγε.
Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια, κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε
κοινωνία με την Παναγία και τους Αγίους.
Το 1967 μ.Χ., αρρώστησε βαριά, από
σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί
στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό
αλλά έλεγε: «Θα ‘ρθει η Παναγία να με
πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η
φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε
η πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της
εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο
Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο. Της είπε
ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή
απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ,
να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια
«εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά.
Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά και
συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα
ή το φόρεμά της, για να δείξει στον κόσμο
την τομή που έκλεισε μόνη της.
ΤΟ 1ο ΒΙΝΤΕΟ - Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ:
Ο Άγιος Αργύριος ο Επανομίτης ο Νεομάρτυρας [11.5.1806] +ΒΙΝΤΕΟ
από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο
“Ἔχων
ἀργυρᾶν τὴν ψυχὴν φερωνύμως
Ἀργύριε
ἤθλησας εὐσεβοφρόνως.
Ἑνδεκάτῃ
Ἀργύριος τέτληκε βρόχον στεῤῥοψύχως.”
Ο ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥ: Το έτος 1806, κάποιος Χριστιανός από τη Θεσσαλονίκη [Σοχό] βρισκόταν κλεισμένος στη φυλακή του πασά της Θεσσαλονίκης για κάποιο έγκλημα που είχε κάνει. Επειδή δεν είχε εκείνος να πληρώσει τα χρήματα που του ζητούσε ο πασάς για να τον αποφυλακίσει, ο τύραννος απειλούσε ότι θα τον κρεμάσει. Μπροστά στην απειλή του θανάτου ο φυλακισμένος διάλεξε τον “εύκολο” δρόμο να αλλαξοπιστήσει! Το γεγονός αυτό στενοχώρησε τους πιστούς Έλληνες της περιοχής αλλά χαροποίησε τους Αγαρηνούς, οι οποίοι αμέσως τον έβγαλαν από την φυλακή και τον πήγαν σε ένα καφενείο στην τοποθεσία Ταχτάκαλα με σκοπό να τον μυήσουν στη μουσουλμανική θρησκεία.
Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΙΟΥ: Ο Αργύριος, που είχε πληροφορηθεί το γεγονός, μπήκε κι αυτός θαρρετά στο καφενείο και άρχισε να ελέγχει τον πρώην χριστιανό για το παράπτωμά του και ταυτοχρόνως να τον παρακινεί να επιστρέψει και πάλι στην Ορθόδοξη πίστη. Η στάση του αυτή προκάλεσε τόσο πολύ τους Γενίτσαρους και τους λοιπούς Οθωμανούς, που όρμησαν επάνω του και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν τόσο άγρια, ώστε θα τον σκότωναν, εάν δεν ανέβαλε την εκδήλωση της οργής τους η ελπίδα μήπως και μπορέσουν να προσελκύσουν και αυτόν στην δική τους πίστη. Προσπάθησαν, λοιπόν, απειλώντας τον ότι θα τον σκοτώσουν, να τον αναγκάσουν να αλλαξοπιστήσει. Τότε ακούσθηκε στεντόρεια η φωνή του Νεομάρτυρα: “Είμαι Χριστιανός και δεν αρνιέμαι την πίστη μου. Δόξα και τιμή μου ο Σταυρός του Χριστού. Επιθυμία μου είναι ακόμη και να αποθάνω για την πίστη και την αγάπη του Χριστού”.
ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Έτσι, σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, το 1806 και ημέρα Παρασκευή, ο Άγιος Νεομάρτυς Αργύριος οδηγήθηκε σε ένα τόπο λεγόμενο Καμπάν (σημερινό Καπάνι), στην κεντρική αγορά της πόλεως, όπου και απαγχονίσθηκε και επισφράγισε την ομολογία του στον Χριστό με τη θυσία του αίματός του.
Σήμερα
η Κάρα του Αγίου βρίσκεται στην Ιερά
Μονή Αγίου Μηνά Ανθούσας Αττικής.
Απολυτίκιο:
[Ἦχος
γ'] Χαίρει
ἔχουσα, Ἐπανομὴ σε, θεῖον βλάστημα,
καὶ πολιοῦχον, Νεομάρτυς τοῦ Σωτῆρος
Ἀργύριε, καὶ τὴν ἁγίαν σου ἄθλησιν
μέλπουσα, τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχει
κραυγάζουσα. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν
τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό
μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον:
[Ἦχος
δ΄] Ὡς
ἀθλήσας Ἅγιε ἐσχάτοις χρόνοις, τὸν
Χριστὸν ἐδόξασας, θανατωθεὶς ὑπὲρ
Αὐτοῦ· διὸ πιστῶς σε γεραίρομεν, ὡς
Ἀθλοφόρων Ἀργύριε σύσκηνον.
Κάθισμα:
[Ἦχος
πλ. α'] Εὐσεβείας
τοῖς τρόποις κόσμων τὸν βίον σου,
Μαρτυρικῆς εὐκληρίας λαμπρῶς ἠξίωσαι,
ἐναθλήσας ἀνδρικῶς Μάρτυς Ἀργύριε·
καὶ νῦν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ἀπολαύων
νοερῶς, ἱκέτευε σὺν Ἀγγέλοις, διδόναι
λύσιν πταισμάτων, τοῖς ἑορτάζουσι τὴν
μνήμην σου
Ο Οίκος: Ὡς κρῖνον ἔφυς τοῦ ἀγροῦ, λειμῶνι εὐσεβείας, καὶ εὐωδίαν μυστικήν, τῇ σῇ ἀθλήσει τῇ στεῤῥᾷ, διέπνευσας τῷ κόσμῳ, Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ παναοίδιμε σὺ γὰρ νεότητος ἄνθος, καὶ τὰ ἐν κόσμῳ τερπνὰ καὶ ἡδέα, θεόφρονι πάρειδες λογισμῷ, οἷα σφαλλόμενα πάντα· καὶ πίστει στρατευθεὶς τῷ Χριστῷ, τῆς ἀληθείας τοῖς ὅπλοις κατηκόντισας, τῶν ἀντικειμένων τὴν παράταξιν τῇ τελεία γὰρ πυρπολούμενος ἀγάπη, ἐξαγαγεῖν τοῦ βυθοῦ τῆς ἀπωλείας ἠβουλήθης, τὸν οἰκτρῶς ἐξολισθήσαντα, καὶ μαρτυρίου ὑπεισῆλθες τὸ στάδιον, μεγαλοφώνως βοῶν: Χριστιανός εἰμι ὦ ἄνομοι. Καὶ μαστίγων πεῖραν ἐνέγκας, καὶ ἀλγηδόνας ὑποστάς, τῷ δι’ ἀγχόνης θανάτῳ, ταῖς οὐρανίαις συνήφθης τάξεσι· διὰ πιστῶς σε γεραίρομεν, ὡς Ἀθλοφόρων Ἀργύριε σύσκηνον.
Μεγαλυνάριο: Χαίροις εὐσεβείας νέον φυτόν, Ἀργύριε Μάρτυς, Ὀρθοδόξων ἡ καλλονὴ, χαίροις τῶν Μαρτύρων, ἰσότιμος ἐν δόξῃ, Ἐπανομῆς τὸ ἄνθος, τὸ εὐωδέστατον.
Konstantinosa.oikonomou@gmail.com
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
Η προς Εβραίους Επιστολή του Αποστ. Παύλου AUDIOBOOK [ΒΙΝΤΕΟ]
κείμενο-ερμηνευτικά
διαβ. ο Κων/νος Οικονόμου

Papyrus 13 - British Library Papyrus 1532: Τμήμα της Επιστολής
Η Προς Εβραίους επιστολή είναι ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης και μία από τις 13 επιστολές που φαίνονται να γράφτηκαν από τον Απόστ. Παύλο.
Στην επιστολή ο συγγραφέας της προτάσσει πολλά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, που εμφανίζονται ως τύπος, προτύπωση, των πραγμάτων που φαίνονται διαυγώς στην Καινή Διαθήκη, με σκοπό να τονίσει την ανωτερότητα του Υιού του Θεού έναντι του Μωυσή και των αγγέλων. Οι Χριστιανοί παραλήπτες της επιστολής αν και υφίστανται δυσχέρειες μπορούν να στηρίζονται σε αυτόν, αλλά να είναι και προσεκτικοί προκειμένου να μην αμαρτήσουν, διότι αν επαναλάβουν ό,τι κι ο ισραηλιτικός λαός στην πορεία του στην έρημο-μετά την έξοδό του από την Αίγυπτο-θα τιμωρηθούν. Ακόμη τονίζεται ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ανώτερος και του Ιουδαίου αρχιερέα, συγκρινόμενος μόνον με τον αγενεαλόγητο Μελχισεδέκ, και το ουράνιο θυσιαστήριό του είναι ανώτερο του επίγειου ιουδαϊκού ναού. Ακόμη ότι η εφάπαξ θυσία [Σταυρική] του Κυρίου είναι ανώτερη των ιουδαϊκών θυσιών οι οποίες επαναλαμβάνονται συνεχώς στο Ναό.
Παιδικό Πάσχα
Γρηγόριος Ξενόπουλος - AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου
Περιγράφει το ζακυνθινό Πάσχα, όπου η Ανάσταση γινόταν παραδοσιακά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου (η λεγόμενη «Πρώτη Ανάσταση»). Η περιγραφή του διακατέχεται από νοσταλγία για την παιδική αθωότητα, τις προετοιμασίες στο σπίτι και τη θρησκευτική κατάνυξη της εποχής.
Βασικά θέματα: 1. η «Πρώτη Ανάσταση»: Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, την ώρα που ψάλλεται το «Ανάστα ο Θεός», οι καμπάνες σε όλο το νησί ηχούν χαρμόσυνα μετά τη σιωπή των προηγούμενων ημερών.
2. Τα Τοπικά Έθιμα: Αναφέρεται στο ζακυνθινό έθιμο όπου οι πιστοί σπάνε πήλινα κανάτια (στάμνες) στους δρόμους και τα παιδιά δαγκώνουν ένα κομμάτι σίδερο για να είναι γερά.
3. Η Οικογενειακή Ατμόσφαιρα: Περιγράφει τις ετοιμασίες στο σπίτι, το πασχαλινό τραπέζι και τη στοργή των γονιών του που τον οδηγούσαν στις εορταστικές ακολουθίες.
4. Η ιδιαιτερότητα της Ζακύνθου: Επισημαίνει ότι την εποχή εκείνη η Ανάσταση στη Ζάκυνθο γινόταν το πρωί της Κυριακής και όχι τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, μια παράδοση που άλλαξε αργότερα.
Η αφήγηση ξεκινά με την προετοιμασία και την ανυπομονησία του μικρού Γρηγόρη για τις άγιες μέρες, ενώ το κείμενο κλείνει με τη διαπίστωση ότι η χαρά της Ανάστασης είναι τόσο μεγάλη επειδή προηγείται η θλίψη και η κατάνυξη της Εβδομάδας των Παθών.
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:
Στην σκλαβωμένη στους Άγγλους Κύπρο το 1915 +ΒΙΝΤΕΟ
Βίντεο με τη βοήθεια a.i. από φωτογραφίες της εποχής, όπως δημοσιεύτηκαν στο Nat. Geographic
Επιμ. Κωνσταντίνος Οικονόμου
Το 1915, η Βρετανία πρόσφερε επίσημα την Κύπρο στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την είσοδο της χώρας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπέρ της Αντάντ (βοήθεια στη Σερβία), αλλά η προσφορά απορρίφθηκε από την ελληνική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, υπό την πίεση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α', λόγω του Εθνικού Διχασμού.
Ο αστερισμός Υδροχόος + ΒΙΝΤΕΟ
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα
ΓΕΝΙΚΑ: Ο Υδροχόος [Λατινικά: Aquarius, συντ. Aqr] είναι ένας αστερισμός που καταγράφηκε πρώτη φορά από τον Πτολεμαίο. Είναι αστερισμός του Ζωδιακού Κύκλου ευρισκόμενος κατά το 80% στο νότιο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας, ορατός από την Ελλάδα τα βράδια του φθινοπώρου. Συνορεύει με τους αστερισμούς: Πήγασο, Ιππάριον, Δέλφιν, Αετό, Αιγόκερω, Νότιο Ιχθύ, Γλύπτη, Κήτος και Ιχθύες. Η έκτασή του είναι 979,9 [10ος μεγαλύτερος αστερισμός]. Είναι ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 65° Βόρεια και 86° Νότια. Στην Ελλάδα είναι καλύτερα ορατός στις 9.00 μ.μ. των βραδιών του Οκτωβρίου. Το όνομά του σημαίνει «αυτός που χύνει το νερό» και οφείλεται στο ότι στην αρχαιότητα ο Ήλιος περνούσε από αυτόν κατά την εποχή των βροχών. Απεικονιζόταν σε όλο τον κλασικό αρχαίο κόσμο, ως άνδρας ή αγόρι που χύνει νερό από μια υδρία [στάμνα] που τη σχηματίζουν οι αστέρες γ, ζ, η, π. Οι Άραβες, αντίθετα, τον απέδιδαν ως μουλάρι με δύο βαρέλια νερού ή απλώς ως ένα κουβά νερό. Στο ρωμαϊκό ζωδιακό κύκλο συμβολίζεται με ένα παγώνι, το ιερό πτηνό της θεάς Ήρας [Γιούνο], καθώς στον μήνα της [Γαμηλίων] ο Ήλιος βρισκόταν στο συγκεκριμένο ζώδιο.
ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: Στην αρχαία ελληνική, ο αστερισμός αναφέρεται και ως Υδροχοεύς. Η κυρίαρχη μυθολογική παράδοση που συνδέεται με τον Υδροχόο, τον ταυτίζει με τον Γανυμήδη, από όπου και οι ονομασίες των Ρωμαίων συγγραφέων Ganymedes, Ganymede Juvenis, Puer Idaeus και Iliacus. Τον συναντάμε επίσης και ως Αρισταίο, που έφερνε τη βροχή στους κατοίκους της Κέας αλλά και ως Κέκροπα. Ο Πίνδαρος αναφέρει ότι ο Υδροχόος συμβόλιζε τις πηγές του Νείλου. Η στάμνα του υδροχόου ονομαζόταν και Κάλπη από τους Έλληνες. Οι Βαβυλώνιοι τον συνέδεαν με τον ενδέκατο μήνα τους, τον Shabatu [Κατάρα της Βροχής, Ιανουάριος-Φεβρουάριος]. Η στάμνα του (Gu) ήταν για τους Ακκάδιου η Ku-ur-ku, η «έδρα των ρεόντων υδάτων». Επίσης ο Υδροχόος ήταν ο Ramman(u), ο θεός της θύελλας. Στην Αίγυπτο απεκαλείτο και Μώνιος, από το “μω” [=νερό]. Στους Άραβες, ήταν Al Dalw, “ο κουβάς”. Ο Υδροχόος ήταν γνωστός ως Dol ή Dul και Vahik στην Περσία, Deli στους Εβραίους και Daulo στους Σύρους. Οι Τούρκοι τον γνώριζαν ως Kugha [>ελλ. κιούγκι], δηλαδή κουβά. Στην Κίνα, μαζί με τον Αιγόκερω και τους Ιχθύες, ο Υδροχόος σχημάτιζε αρχικώς ένα τεράστιο Ουράνιο Ερπετό, φίδι ή χελώνα (Tien Yuen). Αργότερα ήταν γνωστός ως Hiuen Ying, [ο Σκοτεινός Ήρωας]. Επίσης ήταν σύμβολο του αυτοκράτορα Τσουν Χιν, κατά τη βασιλεία του οποίου είχε συμβεί κατακλυσμός. Στην Ινδία, ο Υδροχόος «άνοιγε» τον ζωδιακό κύκλο και ονομαζόταν Khumba ή Kumbaba, όνομα που θυμίζει τη θεά της θύελλας στη Μεσοποταμία την Κόμβη [Ησύχιος]. Αργότερα κι εδώ έγινε ο Hridroga, μεταγραφή, δηλαδή, του ελληνικού «Υδροχόος». Για τους μάγους στη Δύση και τους Κέλτες Δρυίδες, ο αστερισμός αντιπροσώπευε την όλη επιστήμη της “Αστρονομίας”, όπως βέβαια αυτοί την οριοθετούσαν. Οι Σάξωνες, κατά το Μεσαίωνα, τον αποκαλούσαν se Waeter-gyt, μετάφραση του ελληνικού. Ο Ρόδιος Γεμίνιος στην «Εισαγωγήν» του [77 π.Χ.], σχημάτισε ένα ξεχωριστό αστερισμό (Χύσις ύδατος) από τους αστέρες που σημειώνουν το νερό που τρέχει από την υδρία του Υδροχόου (λ, φ, χ, ψ, ω). Κατά τις χριστιανικές αναπαραστάσεις των αστερισμών (17ος αιώνας μ.Χ.) ο Υδροχόος ταυτίσθηκε, αρκετά ταιριαστά, με τον Πρόδρομο Ιωάννη το Βαπτιστή, αν και ορισμένοι τον παρομοίασαν με το Μωυσή ως βρέφος που ανασύρεται από τα νερά του Νείλου.
Ο ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΣΤΗΝ ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑΣ: Ως ζωδιακός αστερισμός, ο Υδροχόος συνδέθηκε με την Αστρολογία και άλλες προλήψεις ή θρύλους. Με τους Διδύμους και τον Ζυγό σχημάτιζε το «αιθέριον τρίγωνον» των αστρολόγων, ενώ μαζί με τον Αιγόκερω αποτελούσε τον οίκο του Κρόνου που πίστευαν ότι επιδρούσε στα πόδια(!!). Ως «αστήρ της Ήρας» (Junonis astrum) Θεωρήθηκε ότι επιδρά ιδιαιτέρως σε χώρες όπως η Κιλικία, η Τύρος, κ.ά. Αργότερα, οι αστρολόγοι “έκριναν” πως ο Υδροχόος επιδρά στην Αραβία, τη χώρα των Τατάρων, τη Δανία, τη Ρωσία, τη Σουηδία και τις περιοχές της Βεστφαλίας, της Βρέμης και του Αμβούργου! Στην εποχή μας ο Ήλιος βρίσκεται μέσα στα όρια του Αιγόκερω από τις 16 Φεβρουαρίου ως τις 12 Μαρτίου, ημέρες που απέχουν από τις “επίσημες” αστρολογικές και οι ημερομηνίες αυτές μετατίθενται προς τα εμπρός με ρυθμό 1 ημέρα ανά 71,1 έτη.

SaturnNebula
ΟΙ
ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ:
Ο αστερισμός έχει 172 ορατούς αστέρες. Ο
αστέρας α
Υδροχόου δεν είναι ο φωτεινότερος [φ.μ.
2,96]. Είναι ωστόσο γνωστός με το ιδιαίτερο
όνομα Sadalmelik. Οι β, γ, δ και ε Υδροχόου
ονομάζονται αντίστοιχα: Sadalsuud, Sadachbia,
Skat, Albali Ο
ζ,
διπλός αστέρας, έχει φαινόμενο μέγεθος
3,7. Ο θ ονομάζεται Άνκα. Οι η, ι, λ και φ,
έχουν αντίστοιχα φ.μ. 4,02, 4,27, 3,74 και 4,22.
.jpg)
Comets_Kick_up_Dust_in_Helix_Nebula_(PIA09178)
ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ
ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ:
Ο
κοντινός ερυθρός νάνος Gliese
876, με φ.μ. 10,17 διαθέτει ολόκληρο πλανητικό
σύστημα αποτελούμενο από τρεις πλανήτες.
Οι αστέρες HD 210277 και HD 222582 έχουν από 1
πλανήτη. Το εντυπωσιακό σφαιρωτό σμήνος
Μ2, ορατό μόνο με ισχυρά κιάλια [φ.μ. 6,5]
και το αμυδρότερο σφαιρωτό σμήνος Μ72,
εντοπίζονται εντός των ορίων του
Υδροχόου. Το πλανητικό νεφέλωμα NGC 7293
[Νεφέλωμα της Έλικας] είναι το κοντινότερο
σε εμάς και φωτεινότερο από όλα τα
πλανητικά νεφελώματα. Το φαινόμενο
μέγεθός του είναι 6,5 και η απόστασή του
από τη Γη υπολογίζεται σε 450 ως 700 έτη
φωτός. Στον Υδροχόο εντοπίζεται και το
πλανητικό νεφέλωμα NGC 7009,
γνωστό
με το προσωνύμιο "Saturn Nebula", Νεφέλωμα
του Κρόνου, επειδή μοιάζει λίγο με τον
πλανήτη Κρόνο. Έχει φ.μ. 8,3 και η απόστασή
του από τη Γη υπολογίζεται σε 3.900 έτη
φωτός. Ο αμυδρός γαλαξίας NGC
7252
[φ.μ.12,1], στο σύνορο Υδροχόου με τον Νότιο
Ιχθύ, είναι στην πραγματικότητα
περισσότεροι του ενός γαλαξίες.
Παρατηρώντας τους παρακοκουθούμε
πιθανότατα το τέλος της συγχωνεύσεως
2 γαλαξιών!
Konstantinosa.oikonomou@gmail.com
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
https://www.youtube.com/watch?v=USehdrnWgCA
Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι' άρχισαν να ομιλούν.
– Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.
Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.
– Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.
– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.
Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.
– Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.
– Ναι, είδες πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.
Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.
Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.
Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.
– Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.
Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.
– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;
Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.
– Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!
Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.
– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.
Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.
– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!
Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.
– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ' ετρόμαξα.
– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!
– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.
– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.
– Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.
– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.
– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;
– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.
Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.
– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.
Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.
– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!
– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.
Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.
– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.
– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;
– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!
– Αλήθεια; για 'πές μας.
Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ' ετάχθη εξ' αριστερών του Σταμάτη, διά ν' ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ' εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.
– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!
Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.
– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.
* *
*
Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι' ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ' εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ' εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ' επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.
– Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.
– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!
Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.
Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.
Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.
– Τι τρέχει;
– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...
Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.
– Τί να είνε;
– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.
– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;
– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια, κ' ύστερα έπεσε μέσα στ' ορμάνι, κ' εχάθηκε.
* *
*
Οι δυο βοσκοί κι' ο Σταμάτης, κι' ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.
– Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.
– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.
– Θα έχουν πέση μέσα 'σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.
– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.
Κ' έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.
– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:
– Ο Αλιβάνιστος!
– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.
*
* *
– Πώς έκαμες, βλοημένε κ' έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.
– Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο,... απ' τα 'Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·... είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κ' εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα... Ας είνε καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ' ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο! ...Ας έχη την ευχή!
Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.
Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.
– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!...
Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.
Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη.
– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάστασι να κάμω 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!
Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·
– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! ... Να πάρης ευλογία! ... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! ... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!
Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.
Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.
*
* *
Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·
– Τι έχεις, θεια Μολώτα;
Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ' εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.
Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.
– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.
– Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.
Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.
Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ' αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ' εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.
Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».
Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι' αυτή το «Χριστός ανέστη».
Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.
– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ' στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;
– Σύλε, πιδί μ', ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ' εμένα.
– Μα τί έχεις;
– Τίποτα.
– Επέμεινε.
– Θα μου πης τί έχεις;
Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ' ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.
– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.
– Γιατί; τί τρέχει;
– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;
– Ναι.
– Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;
– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ', είπεν η Αφέντρα.
– Είδες κείνον άθλωπο;
– Ποιόν;
– Κόλια;
– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;
Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:
– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ' εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ' εφίλησε...
Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:
– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα.
Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.
– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ' αφήση να μεταλάβης.
Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.
Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».
Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:
– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.
Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:
– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!
ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ:
Η Θεσσαλονίκη στο Διχασμό 1915 + ΒΙΝΤΕΟ Βίντεο με εικόνες της Θεσσαλονίκης το 1915, στα χρόνια του Διχασμού, από εικόνες του Nat. Geogra...