Ετικέτες - θέματα

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολόγιο Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολόγιο Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.10.26

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πολιούχος Αθηνών (3.10) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πολιούχος Αθηνών (3.10)

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου



   

  ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ο Άγιος Διονύσιος ήταν πασίγνωστος φιλόσοφος της Αθήνας και μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου της πόλης, του Αρείου Πάγου. Ήταν ο πρώτος (ή τουλάχιστον από τους πρώτους) μεταξύ των λιγοστών Αθηναίων που ασπάστηκε το Χριστιανισμό, έπειτα από το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου κάτω από τον βράχο της Ακροπόλεως: “Τινές δε άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οις και Διόνυσος ο Αρεοπαγίτης” (Πράξ. ιζ΄, 34). Υπήρξε πρώτος επίσκοπος της Αθήνας κατά την αποστολική εποχή (μεταγενέστερες πηγές αναφέρουν ως πρώτο επίσκοπο Αθηνών τον επίσης Αρεοπαγίτη, Ιερόθεο, και δεύτερο το Διονύσιο). Ο Άγιος Διονύσιος μαρτύρησε δια ξίφους επί Δομιτιανού (96 μ.Χ.), ενώ υπάρχουν πηγές που τοποθετούν το μαρτύριό του επί Τραϊανού (98 μ.Χ.).

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Αυτά είναι τα ελάχιστα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε σχετικά με τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Πολλοί συναξαριστές δίνουν πλήθος πληροφοριών για τη σημαντικότατη αυτή προσωπικότητα, οι οποίες όμως εντάσσονται αποκλειστικά και μόνο στον κύκλο της παράδοσης. Έτσι, μία παράδοση (3ος αιώνας) τοποθετεί τον άγιο Διονύσιο την ημέρα που σταυρώθηκε ο Χριστός στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με το φιλόσοφο Απολλοφάνη. Όταν σκοτείνιασε ο ήλιος, ο Διονύσιος αναφώνησε: «Ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει». Σύμφωνα με ακόμη μεταγενέστερες παραδόσεις, που όμως δεν είναι ευρύτερα αποδεκτές, ο Διονύσιος υπήρξε ο ιδρυτής της Εκκλησίας των Παρισίων κατά την αποστολική εποχή. Μία ακόμη παράδοση, ιδιαίτερα αγαπητή που έχει εγκολπωθεί η Εκκλησία και εκφράζεται τόσο στην αγιογραφία όσο και στην υμνογραφία, θέλει τον άγιο Διονύσιο να παρίσταται στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μαζί με τους άλλους δύο ιερομάρτυρες Ιερόθεο και Τιμόθεο και τους Αποστόλους. Στις αγιογραφίες της Κοιμήσεως απεικονίζεται με τους δύο ιεράρχες να στέκεται πίσω από το χορό των Αποστόλων, ενώ στο «θεοτόκιο» κατά την ημέρα της γιορτής του ακούμε μεταξύ άλλων: “Εν τή σεπτή κοιμήσει σου, Παναγία Παρθένε, παρήν ό Διονύσιος, σύv τώ Ιεροθέω, καί Τιμοθέω τώ θείω, Άμα τοίς, Αποστόλοις,...”

“ΨΕΥΔΟΔΙΟΝΥΣΙΑ”: Στον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη αποδόθηκαν διάφορα συγγράμματα, τα οποία η σύγχρονη έρευνα δε θεωρεί γνήσια, είναι δηλαδή ψευδεπίγραφα (έργα των οποίων ο συγγραφέας υπογράφει με το όνομα κάποιου αναγνωρισμένου προσώπου, προκειμένου να αποδώσει κύρος στα γραπτά του). Πρόκειται για τα περίφημα Μυστικά έργα: α) Περί της ουρανίου ιεραρχίας, β) Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, γ) Περί θείων ονομάτων και δ) Περί μυστικής θεολογίας, καθώς και διάφορες επιστολές. Τα Μυστικά έργα, γνωστά και ως Ψευδο-διονύσια, γράφτηκαν στο τέλος του 5ου αιώνα και επηρέασαν βαθύτατα την πορεία της θεολογίας των μέσων χρόνων σε Ανατολή και Δύση. Μαζί με τα έργα του ιερού Αυγουστίνου και του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού υπήρξαν η βάση της ανανέωσης της θεολογικής σκέψης.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ: Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο οποίος τιμάται ως ο πολιούχος άγιος της Αθήνας, στις 3 Οκτωβρίου.

Εξαποστειλάριο: Τω Παύλω Διονύσιε, τω κλεινώ κορυφαίω, μαθητευθείς πανόλβιε, υπ’ αυτού εμυήθης, των αποκρύφων την γvώσιν, όθεv σε και λαμπτήρα, τη Εκκλησία τίθησιν, Αθηνών προχειρίσας, της ευσεβούς, Ιεράρχηv πόλεως, ην φυλάττοις, ορθοδοξούσαν πάνσοφε, σαις ευχαίς θεοκήρυξ.


Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη 2.10 από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη 2.10 + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κων/νο Οικονόμου


   Τον 3ον αιώνα μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας ζούσε ένας Καρχηδόνιος στην καταγωγή, πλούσιος, ευγενής, μορφωμένος και πολύ ικανός στη μαγεία, ο Κυπριανός. Διέθετε τέτοια ικανότητα, ώστε καλούσε τους δαίμονες και τους έστελνε να εξυπηρετήσουν όποια εντολή τους έδινε σε βάρος των θυμάτων του.

Στην ίδια πόλη κατοικούσε μία ευσεβής παρθένος, πιστή χριστιανή, η Ιουστίνα. Η Ιουστίνη ήταν κόρη ενός ιερέα των ειδώλων ονόματι Αιδέσιου και αρχικά ασπαζόταν τις δοξασίες του πατέρα της. Κάποια όμως μέρα η Ιούστα, όπως ήταν το αρχικό της όνομα, άκουσε το κήρυγμα ενός χριστιανού και άφησε την πλανεμένη διδασκαλία των ειδώλων ασπαζόμενη τον Χριστιανισμό1.

   


Αυτή την κόρη ένας νεαρός πλούσιος ειδωλολάτρης με άσωτη ζωή, ο Αγλαϊδας, θέλησε να την μπλέξει στα δίχτυα του. Επειδή όμως όλες του οι προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα, έτρεξε για βοήθεια στη μαγική δύναμη του Κυπριανού.

Πραγματικά, ο Κυπριανός άρχισε να στέλνει διάφορους δαίμονες, για να ξελογιάσει την Ιουστίνα και να την υποδουλώσει στα αμαρτωλά σχέδια του Αγλαίδα. Οι δαίμονες γύριζαν άπρακτοι στον Κυπριανό χωρίς να καταφέρνουν καν να πλησιάσουν στην κόρη, διότι, όπως έλεγαν στον μάγο, με το σημείο του Σταυρού τους έκαιγε και δεν μπορούσαν να σταθούν κοντά της. Όμοια άπρακτος γύρισε και ο άρχοντας των δαιμόνων, τον οποίο χρησιμοποίησε στο τέλος ο Κυπριανός ως έσχατο όπλο του.

Η πραγματική αυτή ήττα των δαιμονικών δυνάμεων άνοιξε τα μάτια της ψυχής του Κυπριανού. Κατανόησε την πλάνη του και την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού. Έτσι, αληθινά μετανοημένος προσπίπτει στον επίσκοπο Αντιοχείας Άνθιμο, καίει μπροστά του όλα τα μαγικά βιβλία και ζητάει να γίνει χριστιανός.


   

   Μετά την βάπτισή του ο Κυπριανός, ως πρόβατο της ποίμνης του Κυρίου, αξιώνεται να χειροτονηθεί βαθμηδὸν διάκονος, πρεσβύτερος και, τέλος, ἐπίσκοπος, σὲ διαδοχὴ τοῦ ἐπισκόπου Ἀνθίμου, ενώ χειροτόνησε τὴν Ἰοῦστα διακόνισσα τῆς Ἐκκλησίας, δίνοντάς της τὸ ὄνομα Ἰουστίνη.

Το έτος 304, στον διωγμό του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, μαζί με την Ιουστίνα υφίστανται μαρτυρικό δι' αποκεφαλισμού θάνατο. Συγκεκριμένα, τοὺς μετέφεραν στὴ Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας, ὅπου, μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορος αποκεφαλίσθηκαν έξω απὸ την πόλη, κοντὰ στον παραρρέοντα ποταμὸ Γάλλο. Τα τίμιά τους λείψανα, σύμφωνα με αρχαία συναξάριά τους, μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα Ρώμη απὸ παρατυχόντες Ρωμαίους ταξιδιώτες. Αργότερα όμως, όπως έγινε και σε άλλες περιπτώσεις, φαίνεται ότι τα άγια αυτὰ λείψανα επαναπατρίζονται στη Μεγάλη Ἀντιόχεια τῆς Συρίας.


Η ιδιαίτερη τιμὴ των αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στην Κύπρο έχει τις απαρχές της πιθανότατα στον 13ο αἰῶνα: Τα ιερά τους λείψανα, που βρίσκονταν τότε στην Αντιόχεια της Συρίας, εξαιτίας της προέλασης των μωαμεθανών Μαμελούκων και πριν την τελικὴ πτώση της Αντιόχειας, μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Κύπρο από πρόσφυγες Αντιοχείς, και κατατετέθησαν σὲ προϋπάρχοντα βυζαντινὸ ναὸ στο χωριὸ Μένικο τῆς Μητροπόλεως Μόρφου, σύμφωνα με μαρτυρία του γνωστού τοπικού μεσαιωνικού χρονογράφου Λεοντίου Μαχαιρά (15ος αι.). Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρεται περαιτέρω και στα πολλὰ θαύματα, ιδίως σε θεραπείες οφθαλμικών παθήσεων και ''πυρέξεων'' (εμπύρετης ελονοσίας), που ενεργούσαν οι άγιοι, ενώ τονίζει ότι ο Φράγκος βασιλιὰς Πέτρος Α´ Λουζινιάν (1359-1369), επειδὴ είχε θεραπευθεί απὸ τους ἁγίους, πίνοντας απὸ το θαυματουργό τους αγίασμα, γκρέμισε τον προγενέστερο μικρότερο βυζαντινὸ ναὸ και έκτισε μεγάλη ἐκκλησία στον ίδιο χώρο προς τιμήν τους, επαργυρώνοντας μάλιστα τις κάρες των θαυματουργών Αγίων.

   Η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού και της αγίας παρθενομάρτυρος Ιουστίνης εορτάζεται στις 2 Οκτωβρίου.

 


ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Η μαρτυρία του Λεοντίου Μαχαιρά όπως καταγράφεται στο περίφημό του Χρονικὸν (εκδ. R. M. Dawkins, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, Oxford 1932, Vol. I, § 39, σελ. 38):

«Ἀκόμη εὑρίσκουνται εἰς τὴν Κύπρον οἱ δύο κεφαλάδες τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης, οἱ (ὁ)ποῖοι ἐμαρτυρῆσαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ εἰς τὴν κάκωσιν τῆς Συρίας ἐφέραν τες εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐβάλαν τες εἰς ἕναν ἐκκλησούδιν εἰς τὸ Μένικον. Καὶ εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ Βημάτου (Ἱεροῦ Βήματος) πρὸς τὸν νότον ἔχει λάκκον, ὅπου πολομᾷ (ἐνεργεῖ) μεγάλες ἴασες εἰς γαρισούραν καὶ εἰς τὰς πύρεξες. Καὶ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ ρὲ Πιὲρ τοῦ μεγάλου εἶχεν τὴν καρτάναν (ἑλώδης πυρετὸς) καὶ δὲν ἠμπόρεσεν ναὔρῃ ὑγείαν· τινὲς εἶπάν του διὰ τὸν ἅγιον Κυπριανὸν καὶ Ἰουστίναν ὅπου εἶνε εἰς τὸ Μένικον κοντὰ τοῦ Ἀκακίου (κοντὰ στὸ χωριὸ Ἀκάκι)· ὁ (ὁ)ποῖος ἦρτεν καὶ ᾽προποτίστην (ἤπιε ἀπὸ τὸ ἁγίασμα)καὶ παραῦθα (ἀμέσως) ἐγίανεν· εἶνε ἀλήθεια ὅτι τὸ νερὸν εἶνε πολλὰ γλυφὸν καὶ κακόποτον, ἀμμὲ θαυμαστὸν εἰς ἰατρείαν· καὶ ὥρισεν καὶ ἐποῖκαν (κατασκεύασαν) ἐκκλησίαν ἀποὺ γῆς καὶ ἀργύρωσεν τὰς β´κεφαλάς, καὶ εἰς τὴν κορυφὴν ἀφῆκεν τόπον μὲ πόρτες νὰ προσκυνοῦν τὰ λείψανα.»

1.Ἡ πίστη και η αγάπη της προς τὸν Θεὸ τη μεταμόρφωσαν σὲ τέτοιο βαθμό, ώστε οδήγησε στὸν Χριστὸ τη μητέρα της, η οποία με τη σειρά της έπεισε τὸν σύζυγό της να πιστεύσει στον αληθινὸ Θεό· Έτσι πῆγαν και οι τρεις στον επίσκοπο Όπτατο και ζήτησαν να βαπτισθοῦν. Στη συνέχεια, ἡ Ιουστίνη αποφάσισε να αφιερωθεί πλήρως στον Κύριο και να περάσει τον υπόλοιπό της βίο με παρθενία, νηστεία και προσευχή.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:https://www.youtube.com/watch?v=lMu9NWGi_EM

https://www.youtube.com/watch?v=lMu9NWGi_EM


30.9.26

Ο Άγιος Μάρτυς Θεόδωρος Γαβράς [2.10.1164] και η Οικογένεια των Γαβράδων από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Μάρτυς Θεόδωρος Γαβράς [2.10.1164]

και η Οικογένεια των Γαβράδων

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


“Θεοδώρων ὕστατος Γαβρᾶς μαρτύρων,
Σπεύσας στεφάνων, ἠξιώθη τῶν ἴσων,
Δευτερίῃ Θεόδωρος ἔτλῃ πῦρ, γηθόσυνος κήρ”


  Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΓΑΒΡΑΔΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ: Η αριστοκρατική οικογένεια των Γαβράδων καταγόταν από το ανατολικό τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τη Χαλδία του Ποντου. Οι πρώτοι εκπρόσωποί της εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα. Τα μέλη αυτής της οικογένειας είχαν κατά παράδοση δεσμούς με το στρατό. Αντίθετα με άλλες βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες της Μεσοβυζαντινής περιόδου, η οικογένεια των Γαβράδων δεν εξαφανίστηκε με την επέκταση των Σελτζούκων Τούρκων. Από τα τέλη του 11ου αιώνα, όταν το Βυζάντιο άρχισε να χάνει τις μικρασιατικές επαρχίες του, τα μέλη της οικογένειας των Γαβράδων άλλοτε εντάσσονταν στην υπηρεσία των νέων ηγεμόνων –των Σελτζούκων– κι άλλοτε παρέμεναν πιστά στο Βυζάντιο και πρόβαλλαν αντίσταση στους Σελτζούκους. Κατά περιόδους διοικούσαν αυτόνομα τις περιοχές του θέματος Χαλδίας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Μετά την ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ορισμένα μέλη της οικογένειας των Γαβράδων παρέμειναν στο νέο κράτος, υπό την ηγεμονία των Μεγαλοκομνηνών. Κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο (μέχρι τον 15ο αι.) το επώνυμο αυτό αναφέρεται και στα βαλκανικά εδάφη του Βυζαντίου. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι οι Γαβράδες ήταν αρμενικής καταγωγής. Πάντως η ετυμολογία του επωνύμου δείχνει ότι το όνομα Γαβράς, συναντάται στην περσική και τουρκική γλώσσα και χαρακτηρίζει τον ξένο, τον χριστιανό, τον άπιστο στο μουσουλμανικό περιβάλλον1. Η καταγωγή της οικογενείας φαίνεται πως ήταν από τη Χαλδία και την Τραπεζούντα. Από τότε που χρονολογούνται τα πρώτα στοιχεία για την οικογένεια [10ος αι.], τα μέλη της μνημονεύονται ως ικανοί ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού. Συχνά εκπρόσωποί της εμφανίζονταν συχνά να αποστατούν από την κεντρική βυζαντινή διοίκηση.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ: Ο πρώτος γνωστός Γαβράς, ο Κωνσταντίνος, έλαβε μέρος στην επανάσταση του Βάρδα Σκληρού (976-979) κατά του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου και σκοτώθηκε το 979, πιθανό στη σύγκρουση με τον αυτοκρατορικό στρατό2. Ένας άλλος Γαβράς3, πατρίκιος μάλιστα, έλαβε μέρος στον πόλεμο στα Βαλκάνια μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων. Στη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Δ΄ (1034-1041) μνημονεύεται κάποιος Μιχαήλ Γαβράς μεταξύ των στρατιωτικών διοικητών που στασίασαν εναντίον του αδελφού του αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου. Η συνωμοσία, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γρηγόριος Ταρωνίτης, οργανώθηκε στο θέμα των Ανατολικών. Όταν η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, ο Γαβράς τυφλώθηκε μαζί με συνεργάτες του (1040)4. Στην εποχή των Κομνηνών, ορισμένοι γόνοι της οικογένειας των Γαβράδων ασκούσαν τα καθήκοντα είτε του δούκα της Χαλδίας είτε του δούκα της Τραπεζούντας.

Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ: Ο σπουδαιότερος των Γαβράδων της εποχής αυτής ήταν ο Θεόδωρος, που διακρίθηκε ιδιαίτερα στα πεδία των μαχών. Μέσω του Θεοδώρου πιθανότατα η οικογένεια των Γαβράδων απέκτησε δεσμούς αγχιστείας με την οικογένεια των Ταρωνιτών και τους Κομνηνούς5. Ο Θεόδωρος Γαβράς έλαβε μέρος ως στρατηγός στις μάχες εναντίον των Σελτζούκων. Μετά την απελευθέρωση της Τραπεζούντας (1075) εγκατέλειψε το αξίωμα του δούκα της Χαλδίας και αποσύρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), αναβαθμίστηκε σε δούκα της Τραπεζούντας. Η τοποθέτηση αυτή έγινε πρώτον ως αποτέλεσμα της ανάγκης να ανατεθεί η άμυνα της Χαλδίας και της πρωτεύουσάς της Τραπεζούντας σε ικανό στρατηγό με επιρροή στα τοπικά πράγματα και δεύτερον επειδή ο Αλέξιος Α΄ επιθυμούσε να απομακρύνει το Θεόδωρο Γαβρά από την πρωτεύουσα, καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη στη νομιμοφροσύνη του6. Για να σιγουρευτεί μάλιστα ο Αλέξιος κράτησε στην Κωνσταντινούπολη όμηρο το γιο του Θεοδώρου, το Γρηγόριο Γαβρά. Ο Θεόδωρος Γαβράς ηγήθηκε με επιτυχία των πολέμων εναντίον των Τούρκων στην περιοχή της Χαλδίας, όμως αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στη Θεοδοσιούπολη. Μετά το μαρτυρικό θάνατό του, το 1098, ανακηρύχθηκε άγιος. Αργότερα ο Κωνσταντίνος Γαβράς, ανιψιός (ή γιος) του Θεοδώρου, μετέφερε τα λείψανά του στην Τραπεζούντα, στην εκκλησία που ήταν αφιερωμένη σε αυτόν7.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΑΣ: Επιτυχή στρατιωτική σταδιοδρομία είχε και ο προαναφερθείς Κωνσταντίνος Γαβράς. Άρχισε την υπηρεσία του την εποχή του Αλεξίου Α΄, ο οποίος τον διόρισε στρατηγό Φιλαδελφείας. Στη διάρκεια της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1119-1143) φέρεται ως δούκας της Χαλδίας [1119-1140]. Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια διοικούσε τη Χαλδία αυτόνομα και ανεξάρτητα από τον αυτοκράτορα.Ο Ιωάννης Β΄ κατόρθωσε να νικήσει αυτό τον απείθαρχο Γαβρά το 1140, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε άλλο από τη μετέπειτα δράση του Κων/νου Γαβρά.

ΤΑ ΕΠΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΓΑΒΡΑΔΩΝ: Τα κατορθώματα των Γαβράδων, ιδίως του Θεοδώρου και του Κωνσταντίνου, ενέπνευσαν μια σειρά επικών τραγουδιών στην περιοχή του Πόντου. Η παράδοση αυτή δε έχει διασωθεί, καθώς η σωζόμενη σήμερα εκδοχή του Άσματος του Γαβρά προέρχεται από το Έπος του Διγενή Ακρίτα και τη Χρονική Σύνοψη του Κωνσταντίνου Μανασσή, ενώ η σύνθεσή του ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη όμως μιας μεσαιωνικής επικής παράδοσης σχετικά με τους Γαβράδες δεν αμφισβητείται από τους ιστορικούς μελετητές8.

ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΕΛΤΖΟΥΚΩΝ: Πολλοί από την οικογένεια των Γαβράδων εντάχτηκαν στη νέα ανερχόμενη δύναμη των διαφόρων Σελτζούκικων κρατών [Ικονίου ή Ρουμ, κ.ά.]. Από το 13ο αιώνα είναι γνωστός ο χριστιανός αριστοκράτης Τζοβάνι ντε Γκάβρα (ή Γαβράς), ο οποίος βρισκόταν στην υπηρεσία του σουλτάνου του Ικονίου Kaykubad Α΄ (1219-1236). Ήταν Σελτζούκος πρεσβευτής στην Ευρώπη στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων το 1234. Κατά την παραμονή του στη Δύση συναντήθηκε με τον πάπα Γρηγόριο Θ΄ (1227-1241) και με το Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄ (1212-1250). Μερικοί από την οικογένεια των Γαβράδων αλλαξοπίστησαν και πολέμησαν κατά του Βυζαντίου. Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος Γαβράς, ο Μιχαήλ, υπηρετούσε πιστά το συγγενή του Μανουήλ Α΄. Στην αρχή βρέθηκε στα δυτικά τμήματα της αυτοκρατορίας, όπου ως δούκας του Σιρμίου έλαβε μέρος στις μάχες με τους Ούγγρους. Αργότερα ο αυτοκράτορας τον έστειλε στην Ανατολή. Το 1175 ο στρατηγός αυτός όμως παρέδωσε την Αμάσεια στους Σελτζούκους και για το λόγο αυτό φυλακίστηκε.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, δημιουργήθηκαν νέα ελληνικά και λατινικά κρατίδια. Όμως, λίγο πριν από την άλωση, οι γιοι του Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού [Μεγάλοι Κομνηνοί], ίδρυσαν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στις ΝΑ ακτές του Ευξ. Πόντου. Ένας από αυτούς διορίστηκε την ίδια περίοδο διοικητής της Σινώπης, την οποία οι Μεγάλοι Κομνηνοί απελευθέρωσαν από τους Τούρκους περίπου το 1254.

Από τα τέλη του 13ου αιώνα εμφανίζονται στις πηγές προσωπικότητες με το επώνυμο Γαβράς για τους οποίους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να λεχθεί ότι ανήκουν στα επιφανή στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας. Ο πιο γνωστός μεταξύ των Γαβράδων του ύστερου Βυζαντίου ήταν ο Μιχαήλ Γαβράς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αλληλογραφία με τους συγχρόνους του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Νικηφόρος Χούμνος, ο Ιωάννης Γλυκύς, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός (1347-1354) και άλλοι10.


Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ


   ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
: Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Γαβράς, γεννήθηκε κατά τον 10ο αιώνα στην Άτρα του Θέματος Χαλδίας του Πόντου. Η περιοχή του Πόντου ήταν τότε χωρισμένη σε τρία θέματα. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και ένδοξοι, πλούσιοι και τιμημένοι με αξιώματα από την Αυτοκρατορία και ξεχώριζαν ως οικογένεια στα Θέματα Χαλδίας και το γειτονικό και νοτιότερο της Κολωνείας (Καρά Χισσάρ). Από τέτοιους καλούς γονείς γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Θεόδωρος, ακολουθώντας τις συμβουλές και τις παραινέσεις τους, ώστε να ξεχωρίσει και ο ίδιος στην ευσέβεια, τη μόρφωση και την ανδρεία! Ο Θεόδωρος όταν ενηλικιώθηκε έγινε ο μεγαλύτερος και ανυποχώρητος φραγμός για τους μωαμεθανούς Σελτζούκους, τους εχθρούς του Χριστού και της Πατρίδας μας, υπερασπιζόμενος πάντα με ανδρεία και τόλμη κάθε σπιθαμή γης του Βυζαντίου.

ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ: Υπήρξε όμως παράλληλα και ένας ευεργέτης των φτωχών και καταφυγή των αδικημένων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός στρατιώτη, που άρπαξε ένα τσαμπί σταφύλι από μια φτωχή γυναίκα και το έφαγε μπροστά της, αφήνοντάς την νηστική, καθώς εκείνο ήταν η μόνη τροφή της. Μόλις το έμαθε ο Άγιος, έδωσε αμέσως διαταγή να συλληφθεί ο αφιλότιμος εκείνος στρατιώτης και να τιμωρηθεί με ξυλοδαρμό στο μέσο της πόλης, ως παράδειγμα προς αποφυγήν, προς όλους όσους θα τολμούσαν στον μέλλον να παραβούν την εντολή της αγάπης και του σεβασμού των άλλων και ιδίως των φτωχών! Τέτοια μεγάλη σημασία έδινε και γι’ αυτό επί των ημερών του βασίλευε στην Τραπεζούντα και ολόκληρη τη Χαλδία η κοινωνική ειρήνη, η δικαιοσύνη και η ευταξία.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΕΛΤΖΟΥΚΟΥΣ: Το 1.164 μ.Χ., επί βασιλείας Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού (1143-1180), ο Σελτζούκος Αμηράς της Μελιτινής Αχμέκ Μελίκ, έχοντας σύμμαχο τον αποστάτη Ανδρόνικο Κομνηνό (μετέπειτα αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ 1183-1185) εξεστράτευσε κατά της Σεβάστειας, Καισάρειας, Κολωνείας και Νικοπόλεως. Τότε ο Άγιος Θεόδωρος ο Γαβράς, ως στρατηγός και ηγεμόνας της Τραπεζούντας και Κολωνείας, υπερασπίστηκε τις πόλεις του με μεγάλη τόλμη και θάρρος και έχοντας τις ελπίδες στον Χριστό, αντεπιτέθηκε με ακάθεκτη ορμή επί των εχθρών, εξολοθρεύοντας πολλούς στρατιώτες αλλά και αξιωματικούς του Μελίκ.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΡΚΟΥΣ: Μετά όμως από την επιτυχία του αυτή, συνελήφθη αιχμάλωτος από έναν άλλο στρατηγό του Μελίκ, που λεγόταν Αμυράλης, άγριο και φοβερό, ο οποίος προσπάθησε να αναγκάσει τον Άγιο να ασπασθεί την ασεβή θρησκεία των Αγαρηνών. Ο Αμυράλης, του έταξε μάλιστα βασιλικές τιμές και δόξες εάν δεχόταν, και σκληρότατα βασανιστήρια εάν αρνιόταν! Όμως ο Άγιος, που ποθούσε να μαρτυρήσει για την Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού μας, γέμισε από Θεία Χάρη, και έχοντας την προαίρεση του μάρτυρα, πήρε θάρρος και δύναμη. Έτσι, όχι μόνο δεν φοβήθηκε αν και αιχμάλωτος τους απίστους, αλλά άρχισε να κηρύττει τον Χριστό, ως Υιόν του Θεού και Θεό αληθινό, λέγοντας με μεγάλη φωνή, σύμφωνα με τον συναξαριστή του: “Τίποτα από τα επίγεια δεν με δελεάζει και δεν με αποσπά από την επιθυμία του να πάθω για τον Χριστό! Γιατί μου υπόσχεσαι δόξα, της οποίας δεν είσαι κύριος; Τι είναι αυτά που μου δίνεις, τα οποία εσύ σε λίγο θα εγκαταλείψεις; Γιατί με απειλείς με φοβερό θάνατο, ο οποίος σε σένα μάλλον θα είναι φοβερός; Διότι σε μένα είναι ευχάριστο το να είμαι με τον Χριστό, αλλά φοβερό το να χωριστώ από Εκείνον. Εάν γνώριζες την άπειρη συγκατάβαση του Υψίστου προς τους ανθρώπους, δε θα γινόσουν ποτέ πολέμιος των Χριστιανών, ώστε να τους παραδίδεις σε φωτιά και σίδηρο, γιατί αυτοί έτσι θα πετύχουν των ουρανίων αγαθών και θα ευφραίνονται, εσύ όμως θα ριχτείς στη γέενναν του πυρός. Εγκατάλειψε λοιπόν την πλάνη σου, πίστευσε στον Υιόν του Θεού, ο οποίος το πανάχραντο αίμα Του έχυσε επί του Σταυρού, για να σε λύσει από τα δεσμά της πλάνης! Και μην προτιμήσεις τα χειρότερα αντί των καλυτέρων, και λογικός όντας των αλόγων, από μόνος σου αποδειχθείς αλογώτερος, ώστε και του αιωνίου πυρός να γίνεις μέτοχος”.

ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Με αυτά τα λόγια όμως, όχι μόνο δεν μαλάκωσε η σκληρή ψυχή του τυράννου, αλλά ερεθίστηκε περισσότερο και παραλόγισε. Έτσι, γεμάτος ταραχή και οργή, διέταξε να επιβάλλουν σκληρότατα μαρτύρια στον Άγιο Θεόδωρο τον Γαβρά. Πρώτα άπλωσαν τον Μάρτυρα μπρούμυτα πάνω στο χιόνι και τον μαστίγωσαν πολλές φορές στη ράχη, πιστεύοντας ο τύραννος ότι έτσι ίσως τον μετέστρεφε από την ορθή πίστη. Όμως, ο Μάρτυς διέψευσε τους πόθους του και με στεντορεία φωνή κήρυττε τον Χριστό και επικαλείτο τη θεία βοήθεια λέγοντας: “Σε ευχαριστών, Βασιλεύ ύψιστε, Υιέ και Λόγε του Θεού, ότι ανάξιον όντα, με καταξίωσες να εισέλθω στο στάδιο της αθλήσεως. Ενίσχυσέ με τώρα να γίνω θυσία ευπρόσδεκτη ενώπιόν Σου, που ακόμη και πάνω στο ξύλο άπλωσες από αγαθότητα τις παλάμες σου για την δική μας Σωτηρία. Ευδόκησε, Βασιλεύ Άγιε, με τη θεία Σου αντίληψη, να γίνω μέτοχος της επουρανίους Σου Βασιλείας.” Καθώς είπε αυτά ο Άγιος, σε τέτοια παραφροσύνη οδηγήθηκε ο τούρκος, ώστε να προστάξει να κατακομματιάσουν μπροστά στα μάτια του τον Άγιο μάρτυρα! Έτσι, κατέκοψαν την γλώσσα του πρώτα κι έπειτα κατά σειρά, έβγαλαν ανηλεώς τα μάτια του, έγδαραν το δέρμα του κεφαλιού, των χεριών και των ποδιών του και στο τέλος, αφού του αφαίρεσαν κάθε άλλο μέλος, τον παρέδωσαν στη φωτιά, ενώ ακόμη εκείνος ζούσε! Και όταν η θεορρήμονα αυτού γλώσσα κοβόταν, ο Άγιος δεν σταματούσε να δοξολογεί τον Θεό, στον οποίον και την προσέφερε σαν το καλύτερο δώρο. Και όταν, τέλος, ακρωτηριαζόμενος στερήθηκε χειρών και ποδιών και όλων των άλλων μελών του σώματός του, ευχαριστώντας τον Θεό ψιθύριζε: “Ως βότρυς (τσαμπί) ευφρόσυνος, εκ κλήματος αμπέλου αποτεμνόμενος, προσφέρομαι τω Θεώ!” Όταν έριξαν τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα στη φωτιά, όπως ακριβώς παλαιότερα οι Τρεις Παίδες την κάμινο εις δρόσο μετέβαλαν και δοξολογούσαν τον Θεό, έτσι και ο Άγιος, όμοια με εκείνους, καθώς βρέθηκε εν τω μέσω του πυρός, έδειξε καρτερία σαν να δροσιζόταν, παραδόξως υμνούσε την φιλανθρωπία του Υψίστου και καθώς με άυλα πια μάτια έβλεπε τον φωτοδότη Χριστό, αγαλλόμενος έψαλλε: “ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον!” Έτσι έφτασε ον αντίπαλο καταπάλαιψε και το στέφανο του μαρτυρίου ενεδύθη, στις 2 Οκτωβρίου 1.164 μ.Χ. στην Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).

Η ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ – ΘΑΥΜΑΤΑ: Την τιμία του κεφαλή, ο τύραννος, από καταφρόνηση, την μετέτρεψε σε σχήμα ποτηριού και την περιέβαλε με χρυσό! Και αυτό γιατί θαύμασε την καρτερία του Αγίου! Και όπως λέει και το σχετικό κάθισμα, ο βάρβαρος Τούρκος χρησιμοποιούσε αυτή την αγία κάρα του Μεγαλομάρτυρα, σε συμπόσια και πόσεις, ξεπερνώντας κάθε βαρβαρότητα: “τὴν κάραν σου σοφέ, τοῦ Χριστοῦ στρατιῶτα, ὁ τύραννος σκευήν, ποτηρίου ποιήσας, αὐτὴν εἰς συμπόσια τὰ αὐτοῦ προσεφέρετο, ἣν κατέλιπες ἐν τῷ κόσμῳ παμμάκαρ, καὶ ἀπέτεμες, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνόμων, Θεόδωρε πάνσοφε.” Αργότερα η κάρα του Αγίου επιτέλεσε πολλά θαύματα στην Θεοδοσιούπολη, όπου και ο Άγιος μαρτύρησε, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στην Τραπεζούντα, από τον πρωτοσέβαστο Κωνσταντίνο, ανηψιό του Μεγαλομάρτυρα, ο οποίος και τον Αμηρά σκότωσε πολεμώντας στην Οινόνη και τους Αγαρηνούς έδιωξε, έστω προσωρινά, από τον Πόντο. Αυτός τέλεσε την ανακομιδή και την μετέφερε στην Τραπεζούντα, όπου και έκτισε Ναό εις το όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Γαβρά.

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΑΒΡΑ: Σύμφωνα με το συναξάρι του, για να τιμηθεί η μνήμη του κατασκευάστηκε ένας ναός στην Τραπεζούντα. Ο ναός υπήρξε δωρεά του ανιψιού του Θεοδώρου, Κωνσταντίνου Γαβρά, στρατηγού του θέματος Χαλδίας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα το διάστημα 1118-1143 μ.Χ. Χτίστηκε ανατολικά της πόλης στη συνοικία του Αγίου Βασιλείου και κοντά στο ναό της Αγίας Άννας. Μετά την ανέγερσή του, ο Κωνσταντίνος Γαβράς μετέφερε εκεί με τιμητική πομπή την κάρα του μάρτυρα. Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου καταστράφηκε από άγνωστη αιτία στη διάρκεια των χρόνων της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας (β΄ μισό 12ου - α΄ μισό 14ου αιώνα μ.Χ.). Από το αρχικό κτίσμα φαίνεται πως διατηρήθηκε περίπου έως τις αρχές του 20ού αιώνα μόνο ο γυναικωνίτης.

Φαίνεται πως, κατά τα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, κατασκευάστηκε άλλος μικρός δίκογχος ναός που ενσωμάτωσε το σωζόμενο βόρειο τμήμα του αρχικού ναού του 12ου αιώνα μ.Χ. (γυναικωνίτης). Το κτίσμα αυτό ασφαλώς ανήκε στο μοναστικό συγκρότημα του Αγίου Θεόδωρου Γαβρά, όμως η ταύτισή του με το καθολικό της μονής δεν είναι ασφαλής, δεδομένων των μικρών διαστάσεών του, αλλά και επειδή στα έγγραφα της εποχής δε γίνεται καθόλου λόγος για την τυπολογία του καθολικού. Στο δίκογχο αυτό κτίσμα η αριστερή κόγχη του Ιερού Βήματος ήταν αφιερωμένη στο Θεόδωρο Γαβρά, ενώ η δεξιά στον Άγιο Δημήτριο. Ο παλιός γυναικωνίτης, μόνος από το υπόλοιπο συγκρότημα, διατηρήθηκε σε σχετικά καλύτερη κατάσταση έως τις αρχές περίπου του 20ού αιώνα μ.Χ., οπότε ο χώρος μετατράπηκε σε κοιμητήριο. Οι πληροφορίες που έχουμε σήμερα για τη μορφολογία και τη διακόσμηση του χώρου του γυναικωνίτη προέρχονται από τον Ι. Μηλιόπουλο, ο οποίος μελέτησε τα ερείπια του μοναστικού συγκροτήματος, όπως σώζονταν έως τις αρχές του 20ού αιώνα (1930 μ.Χ.), και προχώρησε σε δημοσίευση των στοιχείων. Έκτοτε φαίνεται πως το συγκρότημα ερειπώθηκε τελείως, καθώς στο χώρο δεν σώζονται πλέον ίχνη των μεσαιωνικών κτισμάτων. Έξω από την Τραπεζούντα, στην περιοχή Κουνακαλίν, στην Άνω Ματζούκα, έχει εντοπιστεί κοντά στο χωριό Κουνάκα (σημ. Küçükkonak) ένα μικρό εξωκλήσι με παλιές τοιχoγραφίες, το οποίο είναι επίσης αφιερωμένο στον Άγιο Θεόδωρο Γαβρά (Αγε-Γάβρας). Το κτίσμα βρίσκεται στην Κουρανόη (Kourance), τοποθεσία στα βορειοδυτικά του χωριού, στις ανατολικές πλαγιές του όρους Μελά και σε υψόμετρο 1.200 μ. Η αφιέρωση του ξωκλησιού στον Γαβρά είναι ενδεικτική για τη θέση που κατείχε ο άγιος στη θρησκευτική παράδοση της ευρύτερης περιοχής και συνακόλουθα για τη διάδοση της λατρείας του.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α´]. “Τῆς Χαλδείας ἡγεμῶν καὶ προστάτης ὑπάρχων, Σὺ ὁ βλαστὸς τῶν Γαβράδων, ὑπὲρ Χριστοῦ τὸ σὸν αἷμα ἐξέχεας· μὴ πτοηθῇς τὰς ἀπειλὰς τῶν δυσμενῶν, ἐν οὐρανοῖς νῦν ἀγάλλῃ τῷ θρόνῳ τῆς τρισηλίου θεότητος παριστάμενος. Δόξα τῷ σὲ ἰσχύσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι θείῳ Πνεύματι, Θεόδωρε πάνσοφε”. Κοντάκιο [Ἦχος δ’]. “Τῆς Ἑῴας στρατηγὸς ὑπερθαύμαστος, καὶ τῶν Γαβράδων βλαστὸς ὑπερμέγιστος, τῆς Τραπεζοῦντος ἄριστος ὁ πρύτανις φρουρός, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τοὺς πιστῶς σε ὑμνοῦντες θρόνῳ παριστάμενος τῆς ἁγίας Τριάδος, ἣν ἐκδυσώπει σῴζεσθαι ἡμᾶς, Μεγαλομάρτυς Θεόδωρε τρισόλβιε.” Μεγαλυνάριο: “Τοὺς ἀσπαζομένους σου ἀθλητά, τὴν ἁγίαν κάραν, καὶ σεπτὴν εἰκόνα σου εὐλαβῶς, καὶ τὴν θείαν μνήμην, τελοῦντας ἐτησίως, περίσῳζε Θεόδωρε ταῖς πρεσβείαις σου”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΠΗΓΕΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, ΛΗΜΜΑ Θεόδ. Γαβράς, 

Δομή, έκδοση 2004, τόμος 12ος: σελ. 235-236: λήμμα «Θεόδωρος. Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας»
Λεβενιώτης, Γεώργιος Α. (2007). Η πολιτική κατάρρευση του Βυζαντίου στην Ανατολή: το ανατολικό σύνορο και η Κεντρική Μικρά Ασία κατά το β' ήμισυ του 11ου αι (PDF). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


1. Κατά τον Κ. Άμαντο, το επώνυμο Γαβράς ίσως προέρχεται από το όνομα Γαβριήλ. [Άμαντος, Κ., Σχέσεις Ελλήνωνκαι Τούρκων (Αθήνα 1955), σελ. 140, σημ. 5.]

2. Ιω. Σκυλίτσης, Σύνοψις Ιστοριών, CFHB 5 (Berlin – New York 1973), σελ. 322, 325.

3. Ο πατρίκιος Γαβράς υπέστη τύφλωση στη Θεσσαλονίκη το 1018, δήθεν για συνεργασία με τους Βουλγάρους. [Σκυλίτσης, ό.π. σ. 364].

4. Σκυλίτσης, ό.π. σ. 412.

5. Εικάζεται ότι η πρώτη σύζυγός του Ειρήνη καταγόταν από την οικογένεια των Ταρωνιτών. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Bryer, A., “A Byzantine Family: the Gabrades”,University of Birmingham Historical Journal 12 (1970), σελ. 175, ο πρώτος αυτός γάμος του Θεοδώρου Γαβρά πραγματοποιήθηκε πριν από το 1067. Μετά το θάνατό της ο Θεόδωρος νυμφεύθηκε μια Αλανή, η οποία ήταν συγγενής της συζύγου του σεβαστοκράτορα Ισαακίου Κομνηνού, αδελφού του Αλεξίου Α΄.

6. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Α΄, γνωρίζοντας το θράσος και τη δράση του Θεοδώρου Γαβρά, αποφάσισε να τον απομακρύνει, [Anne Comnène, Alexiade 2, (Paris 1943), σελ. 151.

7. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Α., “Συμβολαί εις την ιστορίαν Τραπεζούντος” , Византийский временник,12 (1906), σελ. 136.

8. Λαμψίδης, Ο., «Η Χρονική Σύνοψις του Μανασσή και το “άσμα του Γαβρά”», Αρχείον Πόντου 22 (1958), σελ. 199-219· και Λαμψίδης, Ο., «Το ακριτικόν έπος και το “άσμα του Γαβρά”», Αρχείον Πόντου 23 (1959), σελ. 33-38.

9. Ο Μιχαήλ Γαβράς ήταν ο δεύτερος σύζυγος της Ευδοκίας Κομνηνής, κόρης του σεβαστοκράτορα Ανδρονίκου Κομνηνού, βλ. Βαρζός, Κ., Η γενεαλογία των Κομνηνών ΙI (Θεσσαλονίκη 1984), σελ. 164.

10. Βιβλιογραφία: Γαβράδες, Krsmanović Bojana, 2003, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία [http://www.ehw.gr/l.aspx?id=3973].

25.9.26

Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα, οι αδελφές 11.10 Από το λειμωνάριο των Θεσσαλών Αγίων

 

Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα, οι αδελφές 11.10

Από το λειμωνάριο των Θεσσαλών Αγίων



Εἰρηνικῶς ὕπνωσαν εἰρήνης φίλαι,Ἡ Φιλονίλλα Ζηναΐς τε αἱ δύο.



     

   Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα ήταν αδελφές μεταξύ τους και διακρίθηκαν για την έμπρακτη πίστη τους. Η καταγωγή τους ήταν από την Ταρσό της Συρίας [Κιλικίας]. Μερικοί συναξαριστές αναφέρουν ότι ήταν συγγενείς του Αποστόλου Παύλου, αλλά τα ονόματα τους δεν έχουν κάτι το Εβραϊκό και επομένως ο ισχυρισμός πιθανόν να μην αληθεύει. Βέβαιο όμως είναι, ότι ήταν γυναίκες που διακρίθηκαν για τη θερμή τους πίστη, ήταν πολύ μορφωμένες και γνώριζαν την ιατρική τέχνη που εξασκούσαν με τρόπο εντελώς φιλανθρωπικό και φιλάδελφο, όπως και οι άγιοι Ανάργυροι. Θεράπευαν δηλαδή πάντα δωρεάν, και έτρεχαν αυτές στους ασθενείς και όχι το αντίθετο. Η θεραπευτική τους ικανότητα ενεργούσε πάντα με επιτυχία, ενισχυόμενη από τη Θεία Χάρη.

Η παροχή των ιατρικών υπηρεσιών τους, τις βοηθούσε θαυμάσια στο να εργάζονται αράλληλα και για την πίστη. Κοντά σε κάθε άρρωστο και στην οικογένεια αυτού, γίνονταν διδασκάλισσες του Ευαγγελίου. Παρηγορούσαν και μαλάκωναν με τα λόγια τους και τους τρόπους της χριστιανικής αγάπης και ελπίδας, καρδιές τραυματισμένες από τις συμφορές της ζωής. Ευτύχησαν μάλιστα να φωτίσουν, αρκετούς απίστους οδηγώντας τους στη χριστιανική ζωή.
   


   Κάποτε έφτασαν στην πόλη Δημητριάδα, τον προηγούμενο του Βόλου μεγαλύτερο οικισμό της Μαγνησίας, όπου και διέμειναν σε ένα σπήλαιο. Κατά την διαμονή τους στο σπήλαιο αυτό η Ζηναΐδα θεράπευε από κάθε ασθένεια όσους προσέτρεχαν σε αυτήν για βοήθεια. Η Φιλονίλλα, προτιμώντας τον πλήρη ασκητικό βίο, έκανε μακροχρόνιες νηστείες και πραγματοποίησε πολλές θαυματουργές θεραπείες και άλλα θαύματα.



Και οι δυό Αγίες κοιμήθηκαν εν ειρήνη στο σπήλαιο αυτό.

Ἀπολυτίκιον
   


Ἦχος γ’.
Τήν πολυθαύμαστον Ταρσόν τιμήσωμεν τήν ἐξανθήσασαν ἄνθη τά τίμια, τήν Ζηναΐδα τήν σοφήν καί Φιλονίλλαν. ἅμα δέ ἔχουσαι τῆς πίστεως τήν κρηπῖδα ἀσάλευτον, πᾶσαν τήν μυρίδα τῶν δαιμόνων κατήσχυναν. Διό καί σύν Ἀγγέλοις χορεύουσαι, ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.



16.10.25

Ο Άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία 20.10.2021 από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία 20.10.2021 + Παρακλητικός Κανών

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



    Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ: Ο Άγιος σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας το 1506. Ο πατέρας του ονομάζονταν Δημήτριος και η μητέρα του Καλή. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Ο πατέρας του ήταν κατά την παράδοση συγγενής του μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά που καθαιρέθηκε και εκτελέστηκε από τους Τούρκους κατά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Ό Άγιος Γεράσιμος μεγάλωσε και μορφώθηκε όπως όλα τα αρχοντόπουλα της εποχής, ενώ οι γονείς του φρόντισαν, από τη νηπιακή ακόμη ηλικία του, για την κατά Χριστόν διαπαιδαγώγησή του. Στα 20 χρόνια του αποφάσισε να πάει στη Ζάκυνθο που ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων της εποχής καθώς, παρόλη την Ενετική κατάκτηση υπήρχε εκεί ένας αναγεννησιακός αέρας σε αντίθεση με την υπόλοιπη τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Η βαθιά σχέση του με την ορθόδοξη πίστη, και η αγάπη του προς τον Κύριο, τον κάνει να εγκαταλείψει τη Ζάκυνθο και να ξεκινήσει προσκυνήματα στα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά κέντρα της εποχής του.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ: Πρώτος του σταθμός η Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο από όπου πήρε και την πατριαρχική ευλογία και αμέσως μετά το Περιβόλι της Παναγίας το Άγιον Όρος, όπου έγινε μοναχός. Δεν γνωρίζουμε σε ποια μονή αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι έγινε στο μοναστήρι των Ιβήρων και ότι ασκήτηψε στο κελί του Αγ. Βασιλείου στην περιοχή της Καψάλας.Ο Άγιος, σύμφωνα με τους βιογράφους του, έμεινε αρκετά στο Άγιον Όρος και έφυγε όταν αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους, όπου πρέπει να έφθασε γύρω στο 1538. Εκτός από τον Πανάγιο Τάφο, επισκέφτηκε τη Συρία, τη Δαμασκό, το Σινά, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαϊδας, το πρώτο ονομαστό λίκνο του χριστιανικού ασκητισμού. Ο πατριάρχης στα Ιεροσόλυμα εκτίμησε την προσωπικότητά του και έτσι τον κράτησε κοντά του. Μάλιστα του ανέθεσε το λειτούργημα του κανδηλανάφτη στον Πανάγιο Τάφο. Στα Ιεροσόλυμα, σύντομα, ο Γεώργιος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Γερμανό, παίρνοντας το όνομα Γεράσιμος προς τιμήν του Άγιου Γεράσιμου του Ιορδανίτου.

ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ: Το 1548 ο Άγιος αφήνει τα Ιεροσόλυμα για να ένα ταξίδι στην Κρήτη όπου και έμεινε γύρω στα δύο χρόνια. Αργότερα επιστρέφει πρώτα στη Ζάκυνθο μετά από ένα ταξίδι προσκύνημα που τον έφερε πιο κοντά στο θεό. Στη Ζάκυνθο ασκήτεψε σε μια σπηλιά στον Άγιο Νικόλα Γερακαρίου όπου μέχρι σήμερα οι Ζακυνθινοί την ονομάζουν του Αγίου Γερασίμου. Υπάρχουν αναφορές ότι μπορεί να εφημέρευσε στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Την ίδια εποχή αυτή είχε γεννηθεί στη Ζάκυνθο και ο Άγιος Διονύσιος και κάποια παράδοση θέλει να τον έχει βαφτίσει ο άγιος Γεράσιμος. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ο Άγιος Διονύσιος επηρεάστηκε από την προσωπικότητα του Άγιου Γεράσιμου που ήταν ήδη πολύ γνωστός στο νησί.

ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ: Η εποχή της Ενετικής κυριαρχίας είναι δύσκολη και από θρησκευτικής άπόψεως, και στην Κεφαλλονιά, καθώς η καθολική εκκλησία προσπαθεί να αποκτήσει πιστούς από τον ντόπιο πληθυσμό, διώκοντας την Ορθοδοξία. Ο Άγιος Γεράσιμος τότε ασκήτευε πάλι σε σπήλαιο κοντά στο Αργοστόλι, τη φορά αυτή. Στο σπήλαιο έμεινε για 5 χρόνια και 11 μήνες οπότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στη περιοχή των Ομαλών στους πρόποδες του Αίνου και να ιδρύσει ένα μοναστήρι. Εκεί αρχίζουν να συρρέουν οι πιστοί για να ακούσουν τη διδασκαλία του. Στη περιοχή των Ομαλών υπήρχε ένα ερημοκλήσι αφιερωμένο στην κοίμηση της Θεοτόκου το οποίο παραχώρησε στον Άγιο Γερασιμο μαζί με τα γύρω κτήματα, ο ιερέας της περιοχής Γεώργιος Βάλσαμος το 1561. Ο Άγιος ιδρύει μοναστήρι με το όνομα Νέα Ιερουσαλήμ με την άδεια και την ευλογία του επίσκοπου του νησιού Παχώμιου Μακρή. Από τότε η φήμη του εξαπλώνεται σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Μετά από αίτηση του το Πατριαρχείο θέτει η μονή υπό την υψηλή του προστασία.

ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Ο Άγιος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου 1571, την ίδια μέρα με την αγαπημένη του Παναγία. Στις τελευταίες του στιγμές στην επίγεια ζωή του ήταν κοντά του όπως αναφέρει η παράδοση, ο πατέρας Ιωαννίκιος, ο πατέρας Γερμανός και η ηγουμένη Λαυρεντία. Οι ιερείς έντυσαν τον άγιο με τα άμφια τα οποία φέρει μέχρι και σήμερα και ενταφίασαν το σώμα του Άγιου Γεράσιμου δίπλα και μέσα στον νότιο τοίχο του Ναού.

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΣΙΑ:Η πρώτη ανακομιδή του σώματος του Αγίου Γεράσιμου έγινε 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του, στις 20 Οκτωβρίου του 1581. Οι Ενετοί όμως θορυβημένοι από την αφθαρσία του σώματος του ζήτησαν να ταφεί ξανά ώστε να συμπληρωθούν τα 3 χρόνια. Η δεύτερη ανακομιδή του σώματος γίνεται μετά από 6 μήνες και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Γι αυτό το λόγο θεσπίστηκε η κυριώνυμος εορτή του Άγιου Γεράσιμου στις 20 Οκτωβρίου και όχι στις 15 Αυγούστου. Αργότερα όμως οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη του και στην κοίμηση της Θεοτόκου όχι όμως στις 15 για να μην επισκιαστεί η κοίμηση της Παναγίας, αλλά στις 16 Αυγούστου.

Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Η ανακήρυξη της αγιότητας του οσίου Γερασίμου έγινε το 1622. Ο Άγιος ονομάστηκε ''νέος ασκητής'' για να τον ξεχωρίζουν από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη. Ο Άγιος Γεράσιμος γιορτάζεται επίσης και στις 20 Οκτωβρίου, η οποία μέρα αποτελεί και επίσημη αργία στο νησί της Κεφαλονιάς. Το όνομα "Γεράσιμος" είναι από τα πιο κοινά αντρικά ονόματα στο νησί, ενώ δεν είναι λίγες οι γυναίκες με το όνομα "Γερασιμούλα". Η πατρική του οικία βρίσκεται στην Άνω συνοικία Τρικάλων Κορινθίας, όπου δίπλα της έχει ανεγερθεί περικαλλής ναός.

ΤΑ ΑΦΘΟΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ: Αξίζει να σημειωθεί πως το σκήνωμά του είναι ένα από τα τέσσερα άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, [Α. Σπυρίδωνα, Α. Θεοδώρας, Α. Γερασίμου και Α. Διονυσίου.

  το Απολυτίκιο

Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.

Των ορθοδόξων προστάτην και εν σώματι άγγελον και θαυματουργόν Θεοφόρον νεοφανέντα ημίν, επαινέσωμεν πιστοί Θείον Γεράσιμον, ότι αξίως παρά Θεού, απείληφεν ιαμάτων την αένναον χάριν, ρώννυσι τους νοσούντας, δαιμονώντας ιάται, διό και τοις τιμώσιν αυτόν βρύει ιάματα.



ο Παρακλητικός Κανών στον Άγιο Γεράσιμο εδώ: 




11.10.25

Ο Άγιος Μάρτυς Λογγίνος ο εκατόνταρχος (16/10) σταυρωτής του Κυρίου, μα κήρυκας της Αναστάσεως Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Άγιος Μάρτυς Λογγίνος ο εκατόνταρχος (16/10)

σταυρωτής του Κυρίου, μα κήρυκας της Αναστάσεως


Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου




  Η “ΣΤΑΥΡΙΚΗ” ΓΝΩΡΙΜΙΑ: Στη Σταύρωση του Κυρίου, επιβλέπων αξιωματικός ήταν ο Εκατόνταρχος Λογγίνος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Λογγίνος δεν είχε γνωρίσει τον Κύριο. Όμως τότε τα μάτια του είδαν τα αγκάθια, τη καταφρόνια στο πρόσωπο του Ιησού, το ανηφορικό κουβάλημα του Σταυρού, τα καρφιά και την ταπεινωτική ύψωσή Του ανάμεσα στους ληστές. Κι όταν ο Κύριος ξεψύχησε, η γη σείστηκε κι ο ήλιος σκοτείνιασε, τότε ο εκατόνταρχος Λογγίνος ψιθύρισε περιδεής: «Αληθινά ο γιός του Θεού ήταν αυτός». Όταν ενταφιάστηκε το σώμα του Κυρίου, ο Λογγίνος διατάχθηκε να φρουρήσει με τους στρατιώτες του τον πανάγιο Τάφο. Κι όταν Άγγελος Κυρίου σήκωσε την πέτρα από τον Τάφο, οι στρατιώτες τυφλώθηκαν κι έπεσαν στη γη, ο εκατόνταρχος πίστεψε στον Κύριο. Μαζί πίστεψαν και δυο στρατιώτες του και έγιναν κήρυκες της Ανάστασης Του. Όταν έμαθαν τα καθέκαστα οι Αρχιερείς, τους φώναξαν ανακρίνοντάς τους. Τότε ο Λογγίνος είπε: “Τα μάτια μου είδαν το θαύμα και η ψυχή μου την αλήθεια”. Όμως εκείνοι εκούσια τυφλοί ανταπάντησαν: “Αυτό που λες, είναι φαντασία σου. Οι μαθητές του Ναζωραίου Τον έκλεψαν από τον τάφο.” Τότε ο εκατόνταρχος και οι στρατιώτες δήλωσαν με παρρησία πως δεν κοιμήθηκαν στιγμή και δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια της Ανάστασης. Οι Αρχιερείς τότε προσπάθησαν να τους δωροδοκήσουν. Κι ο Λογγίνος έδωσε ξεκάθαρη απάντηση: “Η αλήθεια είναι πιο δυνατή από τ’ ασήμι σας. Μάταιο κόπο κάνετε να σκοτεινιάσετε αυτό που λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Εγώ θα εξακολουθώ να ομολογώ, την Ανάσταση του Χριστού.” Τότε οι Ιουδαίοι σύνεδροι πήγαν στον Πιλάτο και συκοφάντησαν το γενναίο αξιωματικό, ενώ παραμόνευαν τον κατάλληλο καιρό να εκδικηθούν. Ύστερα από καιρό, ο Λογγίνος νιώθοντας γύρω του μόνο μίσος, αποφάσισε ν’ αφήσει το ρωμαϊκό στρατό και να φύγει μακριά από το εχθρικό περιβάλλον.

  Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ: Αρχίζοντας καινούργια ζωή, ο Λογγίνος και οι άλλοι δυο στρατιώτες που τον ακολούθησαν, γνώρισαν τους Αποστόλους, βαπτίστηκαν και αργότερα κατευθύνθηκαν στην Καππαδοκία. Εκεί, ο Λογγίνος έγινε κήρυκας και απόστολος του Χριστού, φανερώνοντας το αναστάσιμο φως σε πολλούς. Αργότερα κατευθύνθηκε στο χωριό όπου είχε γεννηθεί. Και κει ζούσε ήσυχα, με νηστεία και προσευχή, έχοντας στην καρδιά του το Σταυρό. Στο μεταξύ οι Φαρισαίοι, μαθαίνοντας για το έργο του Λογγίνου στην Καππαδοκία, πήγαν στον Πιλάτο και τον παρακάλεσαν, δωροδοκώντας τον, να στείλει μήνυμα στον Καίσαρα καταγγέλοντας το Λογγίνο, πως εγκατέλειψε το αξίωμά του κι έφυγε ταράσσοντας το λαό στη Καππαδοκία, κηρύττοντας άλλο βασιλιά. Κι ο Πιλάτος έστειλε στον Τιβέριο γράμμα γεμάτο συκοφαντία για το Λογγίνο. Και μαζί, έστειλαν οι Ιουδαίοι χρυσάφι στον Καίσαρα, εξαγοράζοντας έτσι το θάνατο του Εκατόνταρχου. Η απάντηση από τη Ρώμη δεν άργησε. Ο Καίσαρ διέταζε το θάνατο του “αποστατήσαντος” Λογγίνου. Ο Πιλάτος αμέσως όρίσε στρατιώτες του να βρουν το Λογγίνο και τους άλλους δυο κήρυκες της Ανάστασης, και να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα με τα κεφάλια τους! Οι απεσταλμένοι, μαθαίνοντας πως βρισκόταν στο πατρικό χωριό του, πήραν το δρόμο του χωριού εκείνου. Και πορεύονταν αναζητώντας το Λογγίνο, ρωτώντας γι’ αυτόν σα να του φέρνανε τάχα μήνυμα χαρμόσυνο.

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Οι στρατιώτες συνάντησαν το Λογγίνο στην άκρη του χωριού. Και κείνος, γεμάτος από Άγιο Πνεύμα, τους γνώρισε και κατάλαβε τι ήθελαν. Τους καλωσόρισε με αγάπη και προσφέρθηκε να τους υπηρετήσει, ρωτώντας τους τι ζητάνε. Και 'κείνοι του είπαν: “Μπορείς να μας πεις μήπως ζει εδώ κάποιος Λογγίνος, που ήταν Εκατόνταρχος του ρωμαϊκού στρατού;” Κι εκείνος τους απάντησε ότι εκεί ζούσε, ρωτώντας τους τι τον θέλουν. Οι απεσταλμένοι απάντησαν πονηρά: “Έχουμε ακουστά πως είναι αγαθός άνθρωπος και επιθυμούμε να τον γνωρίσουμε, γιατί είμαστε στρατιώτες και αυτός ήταν Εκατόνταρχος.” Τότε ο Λογγίνος θαρραλέα τους είπε: “Παρακαλώ, περάστε από το σπίτι μου. Ξέρω που ζει, θα τον ειδοποιήσω κι αυτός θάρθει γιατί δεν είναι μακριά.” Οι στρατιώτες ακολούθησαν το Λογγίνο σπίτι του, όπου τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα. Οι στρατιώτες έφαγαν και ήπιαν ώσπου ήρθε η νύχτα. Τότε, πάνω στην ευθυμία, εμπιστεύτηκαν στο Λογγίνο το μυστικό τους. “Μας στείλανε εδώ”, είπε ο ένας, “για να πάρουμε το κεφάλι του Λογγίνου και των συντρόφων του. Έτσι αποφάσισε ο Καίσαρας, κι ο Πιλάτος έστειλε εμάς, να εκτελέσουμε το πρόσταγμα. Κοίταξε μη το μάθει και φύγει.” Κι ο Λογγίνος ψύχραιμα πρόσθεσε: “Έννοια σας. Ο Λογγίνος θα παρουσιασθεί μόνος του, και μαζί και οι δυο σύντροφοί του.” Όταν οι λεγεωνάριοι αποκοιμήθηκαν, ο εκατόνταρχος έστειλε μήνυμα στους φίλους του να έρθουν στο σπίτι. Έπειτα γονατίζοντας προσευχήθηκε ολονυχτίς. Πράος ετοιμαζόταν για το μαρτύριο. Με το ξημέρωμα σηκώθηκαν οι στρατιώτες και καθώς ετοιμάζονταν, παρακάλεσαν το Λογγίνο να τους συνοδέψει στον άνθρωπό τους. Όμως εκείνος τους συνέστησε υπομονή και τους είπε να μην φύγουν γιατί σε λίγο θα εμφανιζόταν. Όταν φάνηκαν να πλησιάζουν οι δυο άλλοι “καταζητούμενοι”, ο Λογγίνος βγήκε και τους καλωσόρισε αγκαλιάζοντάς τους. Τότε τους είπε τα καθέκαστα, προσθέτοντας: “Χαρείτε, αδελφοί μου μαζί μου, γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λευτερωθούμε από τα γήινα δεσμά μας. Σε λίγο θα βρεθούμε μπροστά στον Κύριο, που είδαμε να τον σταυρώνουν και ν’ ανασταίνεται. Αυτοί που ήρθαν να μας σκοτώσουν είναι εδώ, ελάτε.” Ακούγοντας αυτά οι φίλοι του, χάρηκαν γιατί έφθασε γι' αυτούς η ώρα του μαρτυρικού στεφάνου. Ακολούθησαν τον Λογγίνο στο σπίτι, όπου εκείνος είπε στους δημίους του: “Μπροστά σας βρίσκεται αυτός που ζητάτε με τους δυο συντρόφους του. Εγώ είμαι ο Λογγίνος και αυτοί είναι οι σύντροφοί μου”. Τότε ο ένας από τους απεσταλμένους είπε: “Αυτό το αστείο δεν το πιστεύουμε. Οδήγησέ μας στον καταδικασμένο γιατί πρέπει να εκτελέσουμε τις εντολές.” Τότε ο Λογγίνος πρόσθεσε αποφασιστικά αλλά ήρεμα: “Εμείς είμαστε αυτοί που ζητάτε. Κάνετε όπως σας προστάξανε αυτοί που σας στείλαν.” Τους κοίταζαν οι στρατιώτες μη μπορώντας να πιστέψουν, ενώ ένιωθαν ντροπή διστάζοντας να θανατώσουν αυτόν που τους είχε αδελφικά φιλοξενήσει. “Αγαπητοί μου”, επέμεινε ο εκατόνταρχος, “μην καθυστερείτε. Μονάχα έτσι μπορείτε να ανταποδώσετε την αγάπη που σας έδειξα. Άλλωστε, γπάει καιρός που θέλω ν’ αντικρύσω τον Κύριό μου!” Λέγοντας αυτά, ντύθηκε με άσπρα ρούχα της ταφής, φώναξε τους συγγενείς του, και, δείχνοντας ένα βουναλάκι με φοινικιές, είπε: “Εκεί, αγαπημένοι μου, να θάψετε το σώμα μου, πλάι στους εν Χριστώ συντρόφους μου. Σας χαιρετώ, κρατάτε στην ορθή πίστη και δώστε μου το στερνό ασπασμό.” Κι αφού αγκάλιασε όλους, γονάτισε πλάι στους φίλους του και έσκυψε το κεφάλι κάτω από το σπαθί. Με βαριά καρδιά οι στρατιώτες τον χτύπησαν. Έπειτα πήραν μαζί τους την κεφαλή του Αγίου Λογγίνου και των άλλων και τις έφεραν στην Ιερουσαλήμ. Κι οι σπιτικοί, κλαίγοντας, έθαψαν τα λείψανα των μαρτύρων κάτω από τα φοινικόδεντρα. Στην Ιερουσαλήμ ο Πιλάτος έστειλε την τίμια κεφαλή του μάρτυρα στους Ιουδαίους κι εκείνοι την πετάξαν έξω από την πόλη στα σκουπίδια.

   Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Εκείνα τα χρόνια, κάποια Άννα, χήρα από την Καππαδοκία, έτυχε να τυφλωθεί. Επισκέφθηκε γιατρούς, χωρίς να δει όφελος. Τότε σκέφτηκε να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα και στον τάφο εκείνο, που γι’ αυτόν ο Λογγίνος, είχε μιλήσει κάποτε στα πλήθη της Καππαδοκίας, διδάσκοντας τους συμπατριώτες της, και να ζητήσει θείο έλεος. Πήρε λοιπόν το μοναχογιό της και ξεκίνησε κρατώντας τον από το χέρι. Όμως, φτάνοντας εκεί, ο γιος της χήρας έπεσε άρρωστος και σε λίγες μέρες πέθανε. Έκλαιγε η τυφλή γυναίκα, από τη μεγάλη της θλίψη, γιατί έχασε δεύτερη φορά το φως της. Κι έτσι, απαρηγόρητη, θρηνούσε ολομόναχη ανάμεσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ. Κι όμως, στο σκοτάδι της δυστυχίας της, φανερώθηκε ο Άγιος Λογγίνος παρηγορώντας την: “Χαροκαμένη μητέρα, μην κλαις, θα ξαναβρείς το φως σου. Θυμήσου όσα είπα κάποτε για τα Πάθη και την Ανάστασή του Σωτήρα μας, που είδα με τα μάτια μου. Μάθε, πως ο γιος σου βρίσκεται κοντά στον Ιησού. Μάθε ακόμα, πως οι εχθροί της αλήθειας με αφάνισαν μαζί με τους συντρόφους μου, και η κεφαλή μου είναι πεταμένη στα σκουπίδια, έξω από τα τείχη. Πήγαινε να τη βρεις. Κι όταν τη βρεις, τα μάτια σου θα δουν”. Η γυναίκα σηκώθηκε και, ταραγμένη μα με ελπίδα, ξεκίνησε κατά εκεί που έρχονταν η μυρουδιά των σκουπιδιών, παρακαλώντας τους περαστικούς να τη βοηθήσουν. Φτάνοντας εκεί, ψηλάφησε το μέρος αναγνωρίζοντάς το, κι άρχισε τυφλά να ψάχνει. Όταν ένιωσε στα δάχτυλα της εκείνο που ζητούσε, αμέσως σκόρπισε η καταχνιά, και στου ήλιου το φώς είδε την κεφαλή του απόστολου της Καππαδοκίας. Δακρυσμένη, δόξασε το Θεό και παίρνοντας την κεφαλή του Εκατόνταρχου, την ασπάστηκε και την έφερε στο σπίτι της. Εκεί την έπλυνε, τη μύρωσε, κι ένιωθε μέσα της ουράνια χαρά. 



  Την επομένη, η χήρα είδε πάλι τον Άγιο λουσμένο στο φως, με ιμάτια λαμπρά να κρατά το γιό της, ντυμένο με γιορτινά. Ο Άγιος τον αγκάλιασε και το παιδί χαμογέλασε ευτυχισμένο. «Βλέπεις, γυναίκα, πού βρίσκεται ο γιος σου; Χαίρε, γιατί εδώ είναι η αιώνια βασιλεία. Σήκω. Πάρε τήν κεφαλή και το λείψανο του γιου σου και πήγαινε τα στο τόπο όπου κήρυξα το λόγο του Κυρίου». Βιαστικά σηκώθηκε η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο Άγιος. Παίρνοντας το κορμί του παιδιού και την κεφαλή του Εκατόνταρχου, κατευθύνθηκε στην Καππαδοκία, και κει έθαψε τα λείψανα σε τόπο γαλήνης κι ανάπαυσης, κοντά στο φτωχικό της.






ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πολιούχος Αθηνών (3.10) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

  Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πολιούχος Αθηνών (3.10) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου       ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ : Ο Άγιος Διονύσι...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....