Ετικέτες - θέματα

6.5.26

Η Αφροδίτη από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Αφροδίτη, 

θεά του έρωτα και της ομορφιάς

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Αφροδίτη και Άδωνις

  Η ΓΕΝΝΗΣΗ
: Σύμφωνα με τον ομηρικό μύθο γεννήθηκε σε μια ακτή της Πάφου στην Κύπρο [Πέτρα του Ρωμιού]. Η θεά καλλωπίστηκε από τις θεραπαινίδες της, τις Ώρες, και μεταφέρθηκε στον Όλυμπο παρουσιαζόμενη στους Ολυμπίους θεούς. Σύμφωνα με την εκδοχή του Ησίοδου, η Αφροδίτη γεννήθηκε στα ανοιχτά των Κυθήρων από τον αφρό που δημιούργησαν τα ακρωτηριασμένα γεννητικά όργανα του Ουρανού που είχαν πέσει στη θάλασσα μετά την πράξη του Κρόνου. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ταξίδεψε μέχρι την Πάφο. Πέρασε πρώτα από τα Κύθηρα κι από εκεί στην Κύπρο. Τα Κύθηρα θεωρήθηκαν το νησί της Αφροδίτης, όπου και κτίστηκε το πρώτο ιερό της στον Ελλαδικό χώρο. Ήταν γνωστή ως Αφροδίτη η "Πάφια", ενώ ο Όμηρος στην Ιλιάδα την αναφέρει ως "Κυθέρεια, θεά του έρωτα τροφός"

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ: Ήταν σύζυγος του Ηφαίστου, αλλά περιγράφεται κυρίως ως ερωμένη του Άρη, με τον οποίο απέκτησε τον Έρωτα, το Δείμο και το Φόβο. Με τον Ποσειδώνα έφερε στη ζωή τον Έρυκα και τη Ρόδο, ενώ με το Διόνυσο η “πολυερασθείσα” θεά γέννησε τον τερατώδη Πρίαπο. Γιος της θεωρείται επίσης ο Ερμαφρόδιτος τον οποίο απέκτησε η θεά από τον Ερμή. Με έναν θνητό, τον Αγχίση απέκτησε τον Αινεία, αδελφό του Πριάμου.

Η Αφροδίτη της Μήλου
  ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ: Η Αφροδίτη συμμετείχε και στον Τρωικό πόλεμο. Μάλιστα ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει ο πόλεμος αυτός καθώς αυτή ενέπνευσε έρωτα στην Ωραία Ελένη, την γυναίκα του βασιλιά Μενέλαου, για τον Πάρη, τον γιο του βασιλιά της Τροίας Πριάμου. Ο Πάρης είχε ορισθεί ως κριτής από τον Δία για το ποια θεά, η Αφροδίτη, η Αθηνά ή η Ήρα ήταν η ομορφότερη όταν οι τρεις τους διεκδίκησαν το μήλο που η Έριδα έριξε κάτω από την πόρτα στην γιορτή που γινόταν και η ίδια δεν ήταν καλεσμένη. Η Αφροδίτη του υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα, αν την επέλεγε, ότι θα του έδινε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Ο Πάρης έδωσε το μήλο στην Αφροδίτη και όταν αυτό αργότερα ταξίδεψε στη Σπάρτη, η Αφροδίτη έκανε την Ωραία Ελένη να τον ερωτευθεί και να κλεφτεί μαζί του στην Τροία (Ίλιον). Η αρπαγή της Ωραίας Ελένης ήταν, ως γνωστόν, για τους Αχαιούς ο λόγος της εκστρατείας τους στην Τροία προκειμένου να τιμωρήσουν τον Πάρη και να πάρουν πίσω την σύζυγο του βασιλιά Μενέλαου.

ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Η Αφροδίτη είναι ένα θηλυκό μυθικό αρχέτυπο. Στον αρχαίο μύθο συχνά συναντάμε το αρχέτυπο της μητέρας θεάς, κατάλοιπο προφανώς μιας πρώιμης μητριαρχικής κοινωνίας. Συνδεδεμένη καθώς ήταν μια τέτοια θεότητα με μια ατελείωτη σειρά φαινομένων, όπως αγάπη, γέννηση, θάνατο, γονιμότητα, πόλεμο, μαγεία, συγγένεια, γάμο, παρθενία, πένθος, κ. ά, σ΄ αυτήν απευθυνόταν η κύρια τελετουργική δράση που χαρακτηρίζει ένα σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας. Οι τίτλοι της, που αποδίδουν τομείς επιρροής της είναι ποικίλοι: Βασίλισσα ουρανού, Πολεμίστρια, Κόρη, Πόρνη, Μητέρα-γη, Βασίλισσα του κάτω κόσμου, κ.λπ. Ο Robert Graves έγραφε για τη μητέρα θεά ότι είναι βαθιά στερεωμένη στη φυλετική μνήμη των Ευρωπαίων και είναι αδύνατον να την εξορίσει κανείς1. Οι Έλληνες ήταν εκείνοι που περισσότερο από τους άλλους λαούς διατήρησαν τα πολύμορφα χαρακτηριστικά της μητέρας-θεάς στη λατρεία τους. Μια απλή αναφορά των ονομάτων Αφροδίτη, Εκάτη, Δίκτυννα, Μήδεια, Αθηνά, είναι αρκετή για να θυμίσει σημαντικές αρχετυπικές εικόνες. Κάθε μία από αυτές τις μορφές αντιπροσωπεύει πρόσωπα της μητέρας θεάς. Στην περίπτωση της Αφροδίτης, η ταύτισή της με τον πλανήτη Αφροδίτη, που είναι επιβεβαιωμένη στους πολυάριθμους πολιτισμούς της εγγύς Ανατολής ακόμη και στους ιθαγενείς του νέου κόσμου, είναι εκείνη που προσφέρει τον κοινό παρονομαστή για την κατανόηση των μυθικών ιδιοτήτων της θεάς. Ακόμα και σήμερα, το όνομα Αφροδίτη προκαλεί εικόνες ομορφιάς, αισθησιασμού και πάθους. Η θεά είναι γνωστή και ως “θεία προξενήτρια” ή ως παράγων διέγερσης της ερωτικής επιθυμίας. Έτσι στην Ιλιάδα ακόμη και η ζώνη της Αφροδίτης παρουσιάζεται ως ικανή για να ξυπνήσει την άμεση επιθυμία στα μάτια του κατόχου της, της Ήρας, επί τω προκειμένω2. Ακόμη, η Αφροδίτη είναι διάσημη για τις σχέσεις της με διάφορους ήρωες και θεούς. Η ερωτοτροπία της Αφροδίτης με τον Άρη ήταν πηγή διασκέδασης(!) για τους θεούς του Ολύμπου3!. Άλλοτε η αγάπη της για έναν θνητό, τον Άδωνη, τελείωσε τραγικά. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η θεά βούτηξε από τον βράχο της Λευκάδας, θλιμμένη για τον όμορφο νέο. Το ειδύλλιό της με τον Τρώα Αγχίση, έναν ακόμη θνητό, είναι μια από τις αρχαιότερες παραδόσεις που περιβάλλουν τη θεά4. Ο Gantz γράφει σχετικά: “ο ρόλος της Αφροδίτης στο μύθο, πλην Ομήρου, περιορίζεται στη βοήθεια των εραστών ή την τιμωρία εκείνων που απορρίπτουν την αγάπη!5

   

Η Ανάδυση της Αφροδίτης.  Σάντρο Μποτιτσέλλι

Όμως είναι δύσκολο να διαβλέψουμε τη σχέση ενός πλανήτη πίσω από τέτοιες αφηγήσεις. Πιθανότατα η λατρεία της Αφροδίτης να είναι πολύ νεότερη από αυτή άλλων θεών κι αυτό γιατί στον Όμηρο εμφανίζεται ως εξειδικευμένη θεά, που σχετίζεται με ένα ανθρώπινο πάθος. Οι αρχαιότερες μορφές αυτών των θεοτήτων συνδύαζαν, όμως, πολλές λειτουργίες. Έτσι: “Όταν η μίξη των φυλών και η επιρροή της λογοτεχνίας συγκεντρώνει διάφορες τοπικές θεότητες, κατ' ανάγκην, για να διατηρηθεί η συνοχή, πρέπει να μοιραστούν οι λειτουργίες και οι ιδιότητες6”. Όμως, ενώ η θεά ήδη επιβεβαιώνεται στην πρώιμη επική λογοτεχνία, το όνομά της είναι απόν από τη μυκηναϊκή θρησκεία, όπως τουλάχιστον μας γίνεται γνωστή από πινακίδες της Γραμμικής Β'. Πιθανότατα η λατρεία της θεάς να ήρθε στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1200 και 800 π.Χ.. Για τον Όμηρο, τον Ησίοδο και άλλους πρώιμους συγγραφείς, η θεά συνδέεται με την Κύπρο. Η Οδύσσεια αναφέρει την Πάφο πατρίδα της θεάς, ενώ η Ιλιάδα αναφέρει το Κύπρις ως το πιο κοινό επίθετό της και ο Ησίοδος τα Κυπρογενής και Κυθηρεία. Όμως, σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι μελετητές, αρχαίοι και σύγχρονοι, συμφωνούν ότι η λατρεία της Αφροδίτης έφθασε στην Ελλάδα από την Εγγύς Ανατολή. Ίσως, πίσω από τη μορφή της Αφροδίτης να βρίσκεται η σημιτική θεά της αγάπης, η Ιστάρ [Αστάρτη]. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται από τους ίδιους τους Έλληνες. Ο Παυσανίας, για παράδειγμα, γράφει: "Οι Ασσύριοι ήταν οι πρώτοι από την ανθρώπινη φυλή που λάτρεψαν την ουράνια [Αφροδίτη Ουρανία], κατόπιν ο λαός της Πάφου στην Κύπρο και των Φοινίκων και ο λαός των Κυθήρων, που έμαθε τη λατρεία της από τους Φοίνικες7.”

ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ

Αφροδίτη και Έρως, Πελεγκρίνι

ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
: Η Αφροδίτη χαρακτηριζόταν με διάφορα επίθετα σε επικλήσεις. Έτσι, σχετικά με τη γέννησή της καλείτο: Κυθηρία ή Κυθηρεία, Παφία, Κύπρις, Κυπρογενής, Αναδυομένη (χαρακτηρισμός που συνδέεται με τον τρόπο γέννησής της), Αλιγενής (που γεννήθηκε στη θάλασσα), κ.ά. Σχετικά με τη θέση των ναών της ή τόπων δράσης της: Ερικυνή (από ναό της, σε ομώνυμο όρος στη Σικελία), Κνιδία (Κνίδος, Μ. Ασίας), Κτήσυλλα (από τον ναό της στην Κω), Ακιδαλία (από την ομώνυμη πηγή του Ορχομενού), Ιδαλίη (από το Ιδάλιο Κύπρου). Σχετικά με τον πόλεμο: Αρεία (του Άρη, του πολέμου), Νικηφόρος. Σχετικά με τη θάλασσα: Εύπλοια, Ποντία, Πελαγία, Εινάλια (της ακτής), Επιλιμένια. Σχετικά με τις σχέσεις: Εταίρα(!), Πάνδημος (από τον Πάνδημο έρωτα, το χυδαίο, σε αντίθεση με τον πνευματικό έρωτα), Ουρανία, Καλλίπυγος, Αμβολογήρα (αγέραστη), Νυμφία, Ανδροφόνος(!). Τέλος καλείτο ακόμη: Σκωτία (του Σκότους), Πειθώ και Ξένη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Briffault R., The Mothers, New York, 1963. Burkert W., Greek Religion, Cambridge, 1985. Farnell L., The Cults of the Greek States, Vol. II, New Rochelle, 1977. Foster B., Before the Muses: An Anthology of Akkadian Literature, Vol. 1, Bethesda, 1993. Gantz T., Early Greek Myth, Baltimore, 1993. Harrison J., Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 1995-97. Neumann E., The Great Mother, Princeton, 1974. Penglase C., Greek Myths and Mesopotamia, London, 1994. Ομηρικός Ύμνος εις Αφροδίτην, 53.



konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Graves R., The White Goddess, New York, 1948, σ. 482.

2. Όμηρος, Ιλιάδα Ξ, 216.

3. Όμηρος, Οδύσεια, θ, 266-364.

4. Ομηρικός Ύμνος εις την Αφροδίτην, 53ff.

5. Gantz T., Early Greek Myth, Baltimore, 1993,σ. 104.

6. Harrison J., Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 1995-97.

7. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 1.14,7.

Το κοράκι, του Έντγκαρ Άλαν Πόε Εισαγωγή κείμενο σε ελληνική μετάφραση και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 Το κοράκι, του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Εισαγωγή κείμενο σε ελληνική μετάφραση και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


  Το Κοράκι (αγγλ. "The Raven") είναι ένα μάλλον μεταφυσικό αφηγηματικό ποίημα του ποιητή και συγγραφέα Έντγκαρ Άλαν Πόε, που δημοσιεύτηκε το 1845. Είναι γνωστό για τη λυρικότητά του, τη χαρακτηριστική γλώσσα και τη μεταφυσική - αλλόκοτή του ατμόσφαιρα. Το ποίημα περιγράφει την επίσκεψη, από κάποιο μυστηριώδες κοράκι που ομιλεί. Μια επίσκεψη λοιπόν, εντελώς απροσδό-κητη, που δέχεται ένας παράφορα ερωτευμέ-νος άνδρας. Στο ποίημα παρατηρούμε την αργή διολίσθηση αυτού του άνδρα στην τρέλα. Ο πρωταγωνιστής, που συχνά θεωρείται πως είναι κάποιος μαθητής, ή σπουδαστής, θρηνεί τον χαμό της αγαπημένης του Lenore. Καθισμένο πάνω σε μια προτομή της θεάς Αθηνάς,  ο κοράκι φαίνεται να κατευθύνει τον πρόσωπο του ποιήματος περαιτέρω την απελπισία του, με τη συνεχή επανάληψη της φράσης Ποτέ πια ( Nevermore). 



THE RAVEN.

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,

Over many a quaint and curious volume of forgotten lore —

While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,

As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.

“ 'Tis some visiter,” I muttered, “tapping at my chamber door —

Only this and nothing more.”

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;

And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.

Eagerly I wished the morrow; — vainly I had sought to borrow

From my books surcease of sorrow — sorrow for the lost Lenore —

For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore —

Nameless here for evermore. .......


ΑΚΟΛΟΥΘΕΊ η απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά




ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
(Μετάφραση: Κώστας Ουράνης- διασκευή Κων. Οικονόμου)

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εσπούδαγα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κάποιος την ξώπορτά μου.
“Κανένας ξένος”, σκέφτηκα “οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο”.

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει εμέ παρηγοριά στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι άγγελοι καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: “Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι”.

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
“Κύριε” είπα, “ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ τότε νύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα”
κι άνοιξα στον άνεμο ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι “Ελεονόρα” μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
“Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά
και θα το λύσω θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.

Άνοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
πήγε εκεί και κάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, κει σοβαρά στημένο.
Κουνήθηκε, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
“Χωρίς λοφίο”, ρώτησα, “κι αν είν’ η κεφαλή σου
δεν είσαι κάποιος άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!”
Και το κοράκι απάντησε: “Ποτέ από ‘δω και πια”.

Με έκπληξη το άκουσα τ άχαρο ΄μαυροπούλι
ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόειπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή βαλμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει: “Ποτέ πια”.

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: “Ποτέ πια”, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
“Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωί κι εσύ θε να μου φύγεις”.
Μα το πουλί απάντησε: “Ποτέ από δω και πια”.

Τρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομή επάνω.
“Σίγουρα” σκέφτηκα, “αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή του κοψ’ το τραγούδι
που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘κανε να λέει
λυπητερά το “Ποτέ πια” για τη χαμένη ελπίδα”.

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα ξαπλώθηκα μπροστά του
και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: “Ποτέ Πια!”.

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη, μόνο μια, να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
από ‘να θυμιατήρι αόρατο που άγγελοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
“Ναυαγισμένε” φώναξα, “αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφ΄ Ελεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε”. Και το Κοράκι είπε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

Είπα: “Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτό που κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κάποιο βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!”, μα κείνο απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Προφήτη”, είπα, “δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα”;
Και το κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Ας γίν’ η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις”,
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
“Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτώνειας Νύχτας
ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που ‘χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!”
Και το Κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

The Raven

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκιά στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

 ******

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ audiobook: 


Και στο youtube: 
https://www.youtube.com/watch?v=ehJILFQW2sc



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μυθική Θεσσαλία [2]: Έλλην και Ελλάς, Τιτανομαχία, Προμηθέας, Κατακλυσμός, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

  Μυθική Θεσσαλία [2]: Έλλην και Ελλάς, Τιτανομαχία, Προμηθέας, Κατακλυσμός από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου     Ρούμπενς: Τιτανομαχία Έλλη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....