Ετικέτες - θέματα

21.6.26

Ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης 26.6. από τον Κων/νο Οικονόμου

 Ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης 26.6.

από τον Κων/νο Οικονόμου

Δαυῒδ συνήφθης τῷ πάλαι Δαυῒδ νέε,
Ἄλλον Γολιὰθ σαρκικά κτείνας πάθη.
Ἕκτῃ ἐξεπέρησε πύλας βίου εἰκάδι Δαυΐδ.


Ο Όσιος Δαβίδ γεννήθηκε περίπου το 450 μ.Χ. στη Βόρεια Μεσοποταμία. Για λόγους που δεν αναφέρονται ήλθε στη Θεσσαλονίκη μαζί με το μοναχό Αδολά. Κατά το βιογράφο τους ο Όσιος εισήλθε αρχικά στη μονή των Αγίων Μαρτύρων Θεοδώρου και Μερκουρίου, [Κουκουλλιατών], της οποίας η τοποθεσία προσδιορίζεται βόρεια της Θεσσαλονίκης  [«ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων»]. Το προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» δηλώνει τους μοναχούς που έφεραν κουκούλιο, σαν αυτό με το οποίο εικονίζεται ο όσιος, έχοντάς το ριγμένο στους ώμους. 

Τα παραδείγματα των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαιτέρως του Προφήτου και βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ώθησαν τον Όσιο Δαβίδ να αποφασίσει να καθίσει πάνω σε μια αμυγδαλιά  μέχρι ο Κύριος να του αποκαλύψει το θέλημά Του και να του χαρίσει σύνεση και ταπείνωση. Στο τέλος της τριετίας εμφανίσθηκε στον Όσιο Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και η δοκιμασία του ως δενδρίτου ασκητού έληξε. Ο Άγγελος του είπε να κατέλθει από το δένδρο και να συνεχίσει τον ασκητικό του βίο σε κελί δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό. Ο Όσιος κοινοποίησε την οπτασία αυτή στους μαθητές του, ζητώντας τη βοήθειά τους για την κατασκευή του κελιού. Η είδηση γρήγορα έφθασε στον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο και σε όλη την πόλη.

Όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11, του 535 μ.Χ., απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες περιοχές του Ιλλυρικού και ανύψωσε την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ήταν ο Αριστείδης. Ενώ η διάσπαση της εκκλησιαστικής διοικήσεως δεν μείωνε την αξία της Θεσσαλονίκης, η μετάθεση της έδρας της υπαρχίας συνιστούσε σοβαρό υποβιβασμό της πόλεως. Το αίτημα λοιπόν των Θεσσαλονικέων, καθώς και η επιθυμία του υπάρχου Δομνίκου, ήταν η επαναφορά της έδρας στη Θεσσαλονίκη, ιδέα που ενστερνίσθηκε με ενθουσιασμό ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης. Στο σημείο αυτό ζητήθηκε η βοήθεια του Οσίου Δαβίδ για τη μεταφορά του αιτήματος στον Ιουστινιανό, διότι ο Αρχιεπίσκοπος, δεν μπορούσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός των άλλων όμως, η προτίμηση του Οσίου Δαβίδ δείχνει τη βαρύτητα, αλλά και τις δυσχέρειες που προβλεπόταν ότι θα συναντούσε ένα παρόμοιο αίτημα στον Ιουστινιανό, ο οποίος προσφάτως είχε τιμήσει την ιδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη Ιουστινιανή, με τις έδρες της νέας Αρχιεπισκοπής και της υπαρχίας. Μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού ο Όσιος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στο φως του ήλιου. Η μορφή του είχε αλλάξει. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει μέχρι την οσφύ αυτού και τα γένια του μέχρι τους πόδες του, το δε άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τις ακτίνες του ήλιου. Συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και τον Δημήτριο, απέπλευσε προς τη Βασιλεύουσα. Η φήμη όμως του Οσίου είχε προτρέξει. Έτσι, όταν έφθασε εκεί, όλη η Πόλη τον υποδέχθηκε. Η υποδοχή του από τη Θεοδώρα, σύζυγο του Ιουστινιανού, καθώς και οι τιμές και ο σεβασμός της προς το πρόσωπο του Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων των παρισταμένων. Η Θεοδώρα κινήθηκε δραστήρια• έτσι, όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, ο οποίος απουσίαζε σε επίσημες υποχρεώσεις, φρόντισε να προκαταλάβει τη γνώμη του θετικά υπέρ του Οσίου Δαβίδ, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να προσκαλέσει τον Όσιο ενώπιον της συγκλήτου. Ο Όσιος παρουσιάσθηκε στη σύγκλητο κατά τρόπο θεαματικό κρατώντας στα χέρια του φωτιά με θυμίαμα που δεν κατέκαιγε τη σάρκα του. Το παράστημα του Οσίου καθώς και το προφανές θαύμα επέβαλε σε όλους κλίμα δέους και κατανύξεως, ώστε ο βασιλέας πρόθυμα ικανοποίησε το αίτημά του με σπουδή.

Φέρνοντας τα άριστα νέα ο Όσιος απέπλευσε για τη Θεσσαλονίκη, την οποία όμως έμελλε μόνο από μακριά να ξαναδεί, διότι μόλις το πλοίο παρέκαμψε το ακρωτήριο [Καραμπουρνού] εκείνος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Το γεγονός συνέβη μεταξύ των ετών 535 – 541 μ.Χ.

Η είδηση της αφίξεως του ιερού λειψάνου του Οσίου κάτω από τις συνθήκες αυτές συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το σκήνωμα του Οσίου Δαβίδ αρχικά κατατέθηκε στον τόπο, όπου είχαν αποτεθεί παλαιότερα τα ιερά λείψανα των Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος, στα δυτικά του λιμανιού. Ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης με πολλή θλίψη όρισε πάνδημη κηδεία. Το λείψανο του Οσίου ενταφιάσθηκε στη μονή του, των Απροΐτων, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου, περί το 685 – 690 μ.Χ., έγινε μία προσπάθεια για τη διάνοιξη του τάφου, όταν ο ηγούμενος της μονής των Απροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου». Μόλις όμως ξεκίνησε η εργασία αυτή, η πλάκα που κάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό θεωρήθηκε ως φανέρωση του θελήματος του Οσίου να μη θιγεί. Το ιερό λείψανο παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του μομφερρατικού οίκου στη Θεσσαλονίκη (1204 – 1222 μ.Χ.), το ιερό λείψανο εκλάπη και μεταφέρθηκε από τους παπικούς στην Ιταλία και το 1236 μ.Χ. αρχικάι στην Παβία, κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Μιλάνο [1967].

Τελικά, το σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ επεστράφη στην πατρίδα των ασκητικών τοπυ αγώνων,στη Θεσσαλονίκη και κατατέθηκε στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1978 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. 
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος, ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοὶς ὀσίοις σου πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σέ, θερμὸν πρὸς τὸν Κύριον.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ·...



Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Πλούτων και Περσεφόνη

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
: Ο Άδης σήμαινε τόσο τον κάτω κόσμο όπου μεταβαίνουν οι ψυχές μετά θάνατο όσο και την ίδια ιδεατή ανθρωπόμορφη δύναμη που κυβερνούσε αυτόν τον χώρο. Η λέξη αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον θεό. Η γενική πτώση της λέξης (Ἅιδου), ήταν συντόμευση της φράσης “σπίτι του Άδη”, αλλά τελικά και η ονομαστική της λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία των νεκρών. Ο αντίστοιχος ετρουσκικός θεός ήταν ο “Άιτα”. Ο όρος “Άδης” χρησιμοποιείται καμιά φορά από Χριστιανούς ως ευφημισμός για την Κόλαση.

Ο ΘΕΟΣ ΠΛΟΥΤΩΝ: Ο Πλούτωνας, θεός του κάτω κόσμου, ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Αδέλφια του ήταν η Εστία, η Δήμητρα. Η Ήρα, ο Δίας και ο Ποσειδών. Μετά τη γέννησή του τον "κατάπιε" ο πατέρας του Κρόνος όπως και τ΄ αδέλφια του σε μια προφανώς αλληγορική απόδοση της υπεροχής της ακολουθούμενης τότε "Κρόνιας θρησκείας", που τα πάντα σκίαζε ο χρόνος-Κρόνος, που τρώει τα παιδιά του [ως χρόνος “τρώει” τις μέρες, ώρες, κ.τ.λ.]. Μετά την απελευθέρωσή τους οι έξι θεοί-αδέλφια, μαζί με τους συμμάχους τους, διεκδίκησαν από τους γονείς τους την εξουσία προκαλώντας τη γνωστή μας Τιτανομαχία. Οι τρεις αδελφοί πήραν από τους Κύκλωπες όπλα για τη μάχη αυτή: Ο Δίας τον κεραυνό, ο Ποσειδών την τρίαινα κι ο Πλούτων ένα κράνος [την κυνέη] που έκανε αόρατο όποιον το φορούσε. Ο πόλεμος διήρκεσε 10 χρόνια και έληξε με τη νίκη των νεώτερων θεών. Μετά τη νίκη ο Πλούτωνας και οι δύο νεώτεροι αδελφοί του, Ποσειδώνας και Δίας, έριξαν κλήρο για να καθορίσουν τα βασίλεια που θα κυβερνούσαν. Ο Δίας ανέλαβε τον ουρανό και έγινε κυρίαρχος των πάντων, ο Ποσειδώνας τις θάλασσες και κάθε υγρό στοιχείο, ενώ ο Πλούτωνας τον κάτω κόσμο, το αόρατο βασίλειο στο οποίο πηγαίνουν οι νεκροί. Ο Πλούτωνας έλαβε ως σύζυγό του, την Περσεφόνη, απαγάγοντάς την και, με τέχνασμα, την έκανε δική του. Αυτή η ιστορία συνέδεσε τα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια με τους θεούς του Ολύμπου, σε μια πρώιμη αλληγορική σύνδεση ζωής και θανάτου.

''Χάρτης'' του Κάτω Κόσμου!

  ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ
: Ο Πλούτωνας κυβερνούσε τους νεκρούς, βοηθούμενος από δαιμονικές υπάρξεις επί των οποίων είχε απόλυτη εξουσία. Απαγόρευε στους υποτελείς του να φύγουν από την περιοχή του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και οργιζόταν αν κάποιος προσπαθούσε να διαφύγει επανερχόμενος στη ζωή καθώς κι αν κάποιος προσπαθούσε να του αφαιρέσει ότι του ανήκε. Εκτός από τον Ηρακλή σε δύο περιπτώσεις [για να αρπάξει τη νεκρή Άλκηστη και τον Κέρβερο], οι μόνοι άλλοι ζωντανοί που τόλμησαν να εισέλθουν στον Κάτω Κόσμο και να επιστρέψουν, ήταν: ο Ορφέας, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Αινείας και για μια μόνο μέρα ο Πρωτεσίλαος. Ο Οδυσσέας, κατά την κάθοδό του στο βασίλειο του Άδη βρήκε τον Αχιλλέα ο οποίος του είπε: “Μη μου μιλάς καταπραϋντικά για τον θάνατο, ένδοξε Οδυσσέα. Θα προτιμούσα να υπηρετώ ως μισθοφόρος κάποιου άλλου, παρά να είμαι ο αφέντης των νεκρών που χάθηκαν”!

Η αρπαγή της Περσεφόνης

Ο ΑΔΗΣ ΩΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
: Ο Άδης ως τόπος είχε αρκετές διαβαθμίσεις από τον έσχατο Τάρταρο μέχρι τα σχεδόν παραδείσια Ηλύσια Πεδία. Οι νεκροί εισέρχονταν στον Κάτω Κόσμο διασχίζοντας τον Αχέροντα ποταμό με τη βάρκα του Χάροντα, ο οποίος χρέωνε έναν οβολό για το πέρασμα, τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του νεκρού από τους συγγενείς του. Οι άποροι και όσοι δεν είχαν φίλους παρέμεναν για πάντα στην όχθη του ποταμού. Η αντίπερα όχθη φυλασσόταν από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο σκύλο που νικήθηκε μόνον από τον Ηρακλή. Πέρα από τον Κέρβερο, οι σκιές των αποθανόντων εισέρχονταν στον Τάρταρο, τη γη των νεκρών. Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων [της θλίψης], ο Κωκυτός [του θρήνου], ο [Πυρι-]Φλεγέθων [ποταμός με πύρινες φλόγες], η Λήθη [της λησμονιάς] και η Στυξ [του μίσους]. Η πρώτη περιοχή του Πλούτωνα περιλαμβάνει τους λειμώνες με τους ασφόδελους, που περιγράφονται στην Οδύσσεια αλλά και από τον Πλάτωνα στους σχετικούς με τον Άδη μύθους του, όπου οι σκιές των ηρώων περιφέρονται απελπισμένα μεταξύ κατώτερων πνευμάτων, που ουρλιάζουν γύρω τους σαν νυχτερίδες. Πιο κει βρισκόταν το Έρεβος, το όνομα και μόνο του οποίου προκαλούσε φρίκη. Υπήρχαν δύο πηγές, αυτή της Λήθης, όπου οι κοινές ψυχές συνέρρεαν για να σβήσουν κάθε μνήμη επιγείου ζωής, και η πηγή της Μνημοσύνης από την οποία έπιναν μόνον οι μύστες των Μυστηρίων. Στο προαύλιο του οδυνηρού παλατιού του Άδη και της Περσεφόνης κάθονται οι τρεις κριτές του κάτω κόσμου [Μίνωας, Ραδάμανθυς, Αιακός]. Εκεί, σε μέρος ιερό αφιερωμένο στην Εκάτη, όπου συναντώνται τρεις δρόμοι, κρίνονται οι ψυχές και ή επιστρέφουν στους λειμώνες με τους ασφόδελους αν δεν είναι ούτε ενάρετες ούτε κακές, ή στέλνονται στον Τάρταρο αν είναι ασεβείς, ή οδηγούνται στα Ηλύσια με τους ήρωες αν ήταν ενάρετες. Κατά τη Ρωμαϊκή Μυθολογία, κι εδώ αντιγράφει πιστά την ελληνική, η είσοδος στον κάτω κόσμο βρισκόταν στο Αβέρνους, έναν κρατήρα κοντά στην Κύμη της Καμπανίας. Αυτόν τον δρόμο που χρησιμοποίησε και ο Αινείας για να κατέβει κάποτε στο βασίλειο του Άδη.

Η αρπαγή της Περσεφόνης σε ερυθρόμορφο αγγείο
  ΛΑΤΡΕΙΑ: Ο Πλούτωνας ήταν φυσικά μια τρομακτική μορφή για όσους ζούσαν. Μη έχοντας ... βιασύνη να τον συναντήσουν, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν φειδωλοί στους όρκους στο όνομά του. Για πολλούς, μόνο η εκφορά της λέξης Πλούτωνας ήταν τρομακτική. Γι' αυτό και χρησιμοποιήθηκε ένας ευφημισμός. Αφού πολύτιμα ορυκτά, καθώς ακόμη και οι καρποί έβγαιναν από τη γη, θεωρήθηκε πως κυβερνούσε και αυτά, και αναφερόταν ως Πλούτωνας [< πλούτος]. Από κει προήλθε και το Ρωμαϊκό όνομα Πλούτο. Ο Σοφοκλής αναφερόμενος στον Πλούτωνα ως τον “πλούσιο” χρησιμοποίησε το εξής λογοπαίγνιο: “ο καταθλιπτικός Πλούτωνας εμπλουτίζει τον εαυτό του με τους αναστεναγμούς μας και τα δάκρυά μας”. Άλλα επωνύμια για τον θεό του Κάτω Κόσμου ήταν τα: Κλυμένος, Ευβουλεύς και Πολυδέγμων. Η λατρεία του Άδη διέφερε από ότι αυτή των άλλων θεών. Θυσιάζονταν σε αυτόν μέλανα ζώα, (μέλανες ταύροι, κριοί, κτλ.) μόνον κατά τη νύκτα ή σε σκοτεινό χώρο. Τα σχοινιά με τα οποία τα θύματα ήταν δεμένα ήταν πάντοτε μαύρα. Η θυσία γίνονταν με μαχαίρια εβένινης λαβής και ανοίγονταν η κοιλιά του σφάγιου. Η κεφαλή του θύματος έπρεπε να είναι πάντοτε στραμμένη προς την γη. Το θύμα καιγόταν ολόκληρο. Το αίμα από τις θυσίες στον Άδη το έσταζαν σε λάκκο για να τον φτάσουν. Το πρόσωπο που πρόσφερε τη θυσία έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι του. Κάθε εκατό χρόνια λάμβαναν χώρα ιδιαίτερες εορτές προς τιμή του. Ιερό δένδρο του Άδη ήταν το κυπαρίσσι για το άκαμπτο της εμφανίσεως και το σκοτεινό χρώμα. Φυτό του ήταν το πολύτριχο και άνθος του ο νάρκισσος. Λατρεύονταν ιδιαιτέρως στον Οπούντα, στην Τροιζήνα και στην Ήλιδα. Στην τελευταία χώρα υπήρχε ναός του, οι πύλες του οποίου ανοίγονταν άπαξ ετησίως και μόνο στους ιερείς επιτρεπόταν η είσοδος.

   ΑΛΛΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Αν και ήταν Ολύμπιος, πέρναγε τον περισσότερο χρόνο του στο σκοτεινό του βασίλειο. Φοβερός στη μάχη, απέδειξε την αγριότητά του στην περίφημη Τιτανομαχία. Εξαιτίας της σκοτεινής, μακάβριας προσωπικότητάς του, δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός ούτε από θεούς ούτε από ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του περιγράφεται ως “άγριος και αμείλικτος”. Ωστόσο, δεν ήταν κακός θεός, γιατί, αν και ήταν αυστηρός, ανηλεής και χωρίς επιείκεια, ήταν δίκαιος. Ο Άδης κυβερνούσε τον Κάτω Κόσμο και επομένως ήταν συνδεδεμένος με τον θάνατο, αλλά δεν ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Η πραγματική προσωποποίηση του θανάτου ήταν ο Θάνατος, αδελφός του Ύπνου. Όταν οι Έλληνες προσεύχονταν στον Πλούτωνα, χτυπούσαν τα χέρια τους στο έδαφος για να είναι σίγουροι πως τους ακούει. Το όπλο του Πλούτωνα ήταν ένα δίκρανο, με το οποίο διέλυε ό,τι βρισκόταν στο δρόμο του ή ό,τι δεν του ήταν αρεστό. Στα αντικείμενα που κατείχε και τον προσδιόριζαν ήταν και το περίφημο κράνος του, που καθιστούσε όποιον το φορούσε αόρατο. Είναι γνωστό πως ο Πλούτωνας μερικές φορές δάνειζε το κράνος του αυτό και σε θεούς και σε ανθρώπους (όπως στον Περσέα). Το σκοτεινό του άρμα, συρόμενο από τέσσερα μαύρα άλογα, πάντοτε ήταν εντυπωσιακό και τρομακτικό στη θέα.

Ο Άδης [Πλούτων], αμφορέας - Λούβρο
  ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: Ο Πλούτων δεν απεικονίζεται συχνά στις κλασικές τέχνες. Εμφανίζεται συχνότερα σε απεικονίσεις της αρπαγής της Περσεφόνης, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις σε αγγεία της κλασικής εποχής όπου εμφανίζεται μαζί με την Περσεφόνη, ως ζεύγος αριστοκρατικό σε ανάκλιντρο, ή και με τη Δήμητρα, ως θεός του Άδη και της βλάστησης, όπως σε ερυθρόμορφη πελίκη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο [430-420 π.Χ.], όπου ο Άδης ρίχνει σπόρους από ένα κέρας στο οργωμένο χωράφι και η Δήμητρα παρακολουθεί κρατώντας ένα αλέτρι.

ΛΕΥΚΗ ΚΑΙ ΜΙΝΘΩ: Όπως ο αδελφός του Δίας και οι άλλοι αρχαίοι θεοί, ο Πλούτωνας δεν ήταν πιστός σύζυγος. Κατεδίωξε και ερωτεύτηκε την νύμφη Μινθώ και για να την τιμωρήσει γι’ αυτό η Περσεφόνη, μετέτρεψε την Μινθώ στο φυτό μίνθη (μέντα). Παρομοίως, η νύμφη Λευκή, η οποία επίσης αρπάχτηκε από τον Πλούτωνα, μεταμορφώθηκε από αυτόν σε λευκή λεύκα μετά τον θάνατό της.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.co

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης 26.6. από τον Κων/νο Οικονόμου

 Ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης 26.6. από τον Κων/νο Οικονόμου Δαυῒδ συνήφθης τῷ πάλαι Δαυῒδ νέε, Ἄλλον Γολιὰθ σαρκικά κτείνας πάθη. Ἕκτῃ ἐξεπέρ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....