Ετικέτες - θέματα

23.6.26

Το Θαλάσσωμα, διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Το Θαλάσσωμα, διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

[ΣχόλιαΤο «Θαλάσσωμα» είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ηθογραφικά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε το 1906. Περιγράφει με ζωντάνια μια καταρρακτώδη βροχή στην Αθήνα, η οποία προκαλεί πλημμύρες και μετατρέπει τους δρόμους της Πλάκας σε χειμάρρους, εγκλωβίζοντας τους θαμώνες σε ένα καφενείο. 

 Κεντρικά Σημεία: Η Καταιγίδα: Η αφήγηση ξεκινά με μια ξαφνική, σφοδρή καταιγίδα δύο ωρών που πλήττει την Αθήνα. Τα νερά από την οδό Κηφισιάς και το Κολωνάκι ενώνονται σε έναν ορμητικό χείμαρρο, πλημμυρίζοντας υπόγεια και καταστήματα κοντά στη Μητρόπολη. 

Το Καφενείο: Αρκετοί πελάτες εγκλωβίζονται σε ένα ευρύχωρο καφενείο στην περιοχή κοντά στο παλιό τζαμί. Αντί να πανικοβληθούν, οι άνθρωποι συνεχίζουν τις καθημερινές τους συνήθειες. 
Η Ανθρώπινη Συμπεριφορά: Ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει γλαφυρά τους θαμώνες: παίζουν τάβλι, πρέφα και μπεζίκι, αδιαφορώντας ή παρακολουθώντας με περιέργεια το «θέαμα» του καταρράκτη που έχει παρασύρει εμπορεύματα, ακόμα και ένα ζώο, στον δρόμο.]

Καθώς ενέσκηψεν η καταιγίς το απομεσήμερον, και όλοι τ᾿ ουρανού οι καταρράκται επί δύο ώρας αδιάκοπα, μετά βρόντου και ιαχής και με βολίδας αστραπών, έλουον την πόλιν, όλα τα νερά της Πλάκας, και μέρος από την οδόν Κηφισιάς και υπό το Κολωνάκι, ενωθέντα εις βαθύν και παφλάζοντα χείμαρρον μετά φοβερού πατάγου κατήρχοντο κάτω της Μητροπόλεως, διά του κατηφορικού δρομίσκου, καταπλημμυρούντα εδώ κ᾿ εκεί πολλά μαγαζιά, και όλα σχεδόν τα υπόγεια. Εις το ευρύχωρον καφενείον κάτω, ικανοί πελάται απεκλείσθησαν μέσα από την αέναον βροχήν.
Όλοι οι δρομίσκοι γύρω στο παλαιόν τζαμί είχον γίνει ποτάμια. Ο σταθμός του σιδηροδρόμου έγινε λίμνη. Εις το καφενείον πέντε ή εξ ζεύγη εις διάφορα τραπέζια, ετάβλιζαν, τρεις μόνον έπαιζαν πρέφα, και δύο γέροντες, ο καπετάν Γάγαρης, απόστρατος ταγματάρχης, κι ο μάστρο-Γιάννης ο Γιαπιτζής, έπαιζαν το μεγάλο μπεζίκι.
Το πάτωμα του καφενείου υπερείχε δύο ή τρεις σπιθαμαίς από το βάθος του δρόμου, όστις απετέλει τώρα την κοίτην του ορμητικού χειμάρρου. Ολίγοι τινές, ανήσυχοι και περίεργοι ενταυτώ, είχον σηκωθή και συνηθροίσθησαν περί τας τρεις θύρας, απολαύοντες το θέαμα του καταρράκτου. Έξω ηκούοντο φωνές και γέλια. Ο ποταμός είχεν αναρπάσει τα εμπορεύματα από την μπάγκαν ενός μανάβη· παρέκει είχε παρασύρει εν ονάριον, φορτωμένον σταφύλια, το οποίον ο κύριός του επροσπάθει να γλυτώσει τραβών από την ουράν.
Μέσα εις το καφενείον, ολίγοι τινές έκαμνον τον σταυρόν των, όταν ήκουον τας τρομακτικάς βροντάς. Οι ταβλισταί δεν εκινήθησαν. Το τρικ-τρακ ηκούετο διαρκώς. Ο καπετάν Γάγαρης κι ο μαστρο-Γιάννης, έχων και τον ναργιλέν του ακοίμητον, εξηκολούθουν απτόητοι το μπεζίκι τους με τα 256 φύλλα. Το γερόντιον εις το πλάγι τους, εξηκολούθει κατά το φαινόμενον να διαβάζη την εφημερίδα, και είχε πάρει ήδη δύο-τρεις βραχείς ύπνους.
Το νερόν ήρχισε να εισέρχεται εις το καφενείον και από τας τρεις θύρας. Προχείρως αι θύραι εφράχθησαν, πλην εις μάτην. Το υγρόν στοιχείον εισέρρεεν ακράτητον, ακόμη και διά του χάσματος του καπνοπωλείου, του προσηρτημένου εις την γωνίαν του καφενείου. Εντός ολίγων δευτερολέπτων κατεπλημμύρησε το πάτωμα. Όλαι αι καρέκλαι απετέθησαν επάνω στα τραπέζια και στο μπιλιάρδο. Οι πελάται, όσοι ήθελαν να κάθωνται, εκάθηντο σταυροπόδι επί των καναπέδων. Όλοι οι ταβλισταί κ᾿ οι πρεφαδόροι, άφησαν το παιγνίδι κ᾿ εσηκώθησαν ορθοί. Ο καπετάν Γάγαρης κι ο μαστρο-Γιάννης δεν άφησαν το μπεζίκι. Το γερόντιον εξηκολούθει την εφημερίδα του.
Δύο γκαρσόνια, ο νταμπής, ο παρανταμπής, ο διευθυντής του καφενείου και δύο λούστροι, προσκολλημένοι εις την υπηρεσίαν του καφενείου, ωπλίσθησαν με σκούπες, άλλας με μακρά κοντάρια, και άλλας όχι, και κατέβαλλον συντόνους προσπαθείας να σπρώξουν προς τα έξω το νερόν. Μερικοί πελάται συνηθροίζοντο περί τας θύρας κ᾿ εγίνοντο εμποδών εις το έργον. Άλλοι έκαμναν κουμάντο, καθώς συνηθίζουν οι Νεοέλληνες.
― Κατά δω, κατά δω!
―Απὸ κείνη την πόρτα!
―Έτσι δεν κάνετε τίποτα!
―Όλοι μαζί! Όλοι μαζί!
Άλλοι συνήπτον διαλόγους, κ᾿ εσχολίαζον:
―Από που μπήκε το νερό;
―Απ’ την επάνω πόρτα.
―Απ’ την κάτω πόρτα.
―Απ’ την μεσανή!
―Απ’ το καπνοπωλείο μπήκε, απ᾿ το καπνοπωλείο.
Μόνον μία καρέκλα κατείχετο ακόμη, εκτός των καναπέδων, επί των οποίων ώκλαζον ανασηκώνοντες τους πόδας των οι πελάται. Ήτο εκείνη εφ᾿ ης εκάθητο ο μάστρο-Γιάννης, εξακολουθών ατάραχος το μπεζίκι του μετά του αποστράτου ταγματάρχου.
Τέλος ο κυρ Νικολάκης, ο καφετζής, όταν επλησίασε προς τα εκεί με την σκούπαν του:
― Μα σήκω επί τέλους, μαστρο-Γιάννη! Δε βλέπεις; Εδώ πνιγήκαμε!
― Μα δε θέλει ο καπετάνιος ν’ αφήσουμε το μπεζίκι.
― Καθίστε επί τέλους κ’ οι δυό στον καναπέ.
Τέλος η βροχή ήρχισε μετά ώραν να κοπάζη, και το νερόν ωλιγόστευσε. Το δάπεδον του καφενείου, αφού μετά πολλούς κόπους κατωρθώθη να σπρώξουν τα νερά προς τα έξω, από λίμνη οπού ήτο έγινε τέλμα. Το υπηρετικόν προσωπικόν ήρχισε να ρίπτη τώρα άφθονα πριονίδια εις το έδαφος κάτω.
Οι δύο μπεζικισταί εκάθισαν εις το πλάγι ο εις του άλλου, χωρίς να κοιτάζουν πουθενά, μήτε να λέγουν τίποτε. Ο ναργιλές του μαστρο-Γιάννη προ πολλού ήτο σβεστός, επειδή κανείς δεν ευκαιρούσε να του φέρη φωτιά. Αλλ’ ο άνθρωπος εξηκολούθει να έχι την πίπαν του μαρκουτσιού εις το στόμα.
Τελευταίος όλων εσηκώθη ο μικρός γέρων, ο διπλανός τους. Άφησε την εφημερίδα του, ύψωσε το όμμα, κ’ ηρώτησε:
― Μα πότε μπήκε το νερό μέσα;

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:




KAI ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=euFkXvSR0Pc


H τιμωρία στο Σχολείο για μια 14 χρονη κόρη ήρωα (!) και η ανατροπή - Αληθινή ιστορία διασκευή Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

H τιμωρία στο Σχολείο για μια 14χρονη κόρη ήρωα (!) και η ανατροπή - Αληθινή ιστορία

διασκευή Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


''Μα, κυρία Χάρισον, πρέπει να το καταλάβετε. Η συμπεριφορά της κόρης σας, της Γκρέις, ήταν εντελώς απαράδεκτη. Σεβόμαστε την υπηρεσία του συζύγου σας στη χώρα μας, αλλά...» έλεγε η δασκάλα της. Όλα αυτά σε τηλεφωνική επικοινωνία του σχολείου. Η κόρη της κυρίας Χάρισον, μια 14χρονη, καθόταν δίπλα της με τα μάτια θολά από τα δάκρυα. Τι είχε συμβεί;

Την προηγούμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές της είχε κάνει ένα κακόγουστο αστείο. Της είπε ότι η Γκρέις δεν είχε πατέρα και λοιπά. Ο ίδιος ήταν πεζοναύτης. Η Γκρέις ήταν μόλις τριών ετών όταν χάθηκε ο πατέρας στον πόλεμο. Έτσι πλησίασε κοροϊδευτικά το κορίτσι και γέλασε ειρωνικά λέγοντας με υπαινικτικό τρόπο: «Μα ο μπαμπάς σου δεν θα θέλει να γυρίσει πίσω, θα είναι κάπου αλλού». Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα στη μικρή Γκρέις έσπασε μέσα της. Πετάχτηκε όρθια, η καρέκλα της χτύπησε στο πάτωμα και μέσα από δάκρυα φώναξε «Ο μπαμπάς μου ήταν ήρωας, μην τολμήσει να μιλήσει έτσι ξανά για αυτό», ουρλιάζοντας άγρια από την αγανάκτηση. Το αποτέλεσμα ήταν να πάρει επίπληξη η μικρή Γκρέις. Επιστρέφοντας μίλησε ελάχιστα σε όλη τη διαδρομή προς το σπίτι.

Κι όλο το βράδυ, η μητέρα της την έβλεπε να κάθεται στο πάτωμα φορώντας την παλιά μπλούζα του συζύγου της. Του πατέρα της δηλαδή, που ήταν ήδη νεκρός. «Συγγνώμη που σε έβαλα σε μπελάδες, μητέρα», είπε κάποια στιγμή. «Απλώς δεν μπορούσα να αφήσω να λένε κάτι τέτοιο για αυτόν». Η καρδιά της μητέρας ράγισε. Το επόμενο πρωί, το σχολείο διοργάνωσε μια επείγουσα συνέλευση των μαθητών και των δασκάλων. Ίσως επειδή ήταν μια γιορταστική εβδομάδα στο αμερικάνικο σχολείο.

Όμως λίγα λεπτά μετά το πρώτο κουδούνι του διαλείμματος, η Γκρέις έστειλε μήνυμα στη μητέρα της από το αμφιθέατρο. Χτύπησε το τηλέφωνο της μητέρας. «Μαμά», ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε, «πρέπει να έρθεις». Εκείνη πετάχτηκε όρθια γρήγορα. «Τι έγινε Γκρέις μου, είσαι καλά;». Υπήρξε σιωπή αρχικά από την άλλη άκρη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά η μήτέρα άκουσε την κόρη της να λέει: «Μαμά, σήμερα τέσσερις άνδρες με στολές του στρατού, μόλις πριν λίγη ώρα μπήκαν στο σχολείο!». "Κρύψου, κρύψου" της είπε η μητέρα της τρομαγμένη. ''Τι συμβαίνει; Να καλέσω την αστυνομία;" Αλλά η Γκρέις γέλασε. "Όχι μαμά, δεν γίνεται κάτι κακό. Δεν έχεις ιδέα τι συμβαίνει μόλις εδώ πέρα. Έλα, έλα σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!" είπε πριν κλείσει τη γραμμή. Η μητέρα έφυγε βιαστικά, δεν πήρε καν την τσάντα της. Άρπαξε τα κλειδιά μόνο, έβαλε μπροστά ενώ η καρδιά της ένιωθε να σφυροκοπάει. Οδήγησε γρήγορα στον Λύκειο. Όταν μπήκε φουριόζα, από τις πλαϊνές πόρτες του αμφιθεάτρου, σταμάτησε σαστισμένη. Και ο χώρος ήταν γεμάτος με πάνω από 8 εκατοντάδες εφήβους. Όμως ήταν απόκοσμα σιωπηλός. Όχι όπως ένας συνήθης χώρος γεμάτος νεαρούς εφήβους.

Κατεβαίνοντας από τον κεντρικό διάδρομο, είδε η μητέρα να στέκονται τέσσερις επιβλητικές φιγούρες με άψογες στολές, τις επίσημες στολές του σώματος των πεζοναυτών. Τα χάλκινα κουμπιά τους αντανακλούσαν το φως των προβολέων της αίθουσας, ενώ οι τραγιάσκες τους ξεχώριζαν από μακριά. Ήταν πιασμένες σφιχτά κάτω από τα μπράτσα τους. Ανατρίχιασε η μητέρα όταν είδε μπροστά έναν λοχία, τον Μίλλερ. Ήταν στενός φίλος και υπαρχηγός της ομάδας του νεκρού συζύγου της. Τον είχε καλέσει στο τηλέφωνο η μητέρα την προηγούμενη βραδιά τυχαία να του πει απλά ότι χρειαζόταν κάποιον που καταλαβαίνει το βάρος της ασέβειας που έγινε στο σχολείο και το πρόβλημα που αντιμετώπισε η μικρή της κόρη. Αλλά δεν περίμενε να τον δει την άλλη ημερά εκεί.

Στο μεταξύ ο Διευθυντής του Λυκείου ο κύριος Ντέιβις που στεκόταν αμήχανα στο βήμα φαίνονταν ότι δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Έτσι ο Λοχίας Μίλλερ δεν περίμενε άδεια για να μιλήσει πέρασε μπροστά από το μικρόφωνο. Έπειτα πήρε στα χέρια του από τη βάση το μικρόφωνο και με βροντερή, σοβαρή φωνή που αντηχούσε, ακούστηκε σε κάθε σημείο του χώρου. «Ζητάμε συγγνώμη για τη διακοπή, διευθυντά Ντέιβις», είπε ο Μίλλερ, άλλα δεν έδειχνε ότι εννοούσε αυτή τη συγγνώμη, ''όμως μάθαμε ότι μια νεαρή κοπέλα σε αυτό το σχολείο τιμωρείται επειδή υπερασπίστηκε την τιμή ενός πεσόντα πεζοναύτη των ΗΠΑ». Ένας αναστεναγμός, συλλογικός θα λέγαμε, ακούστηκε από τη μεριά των μαθητών. Η δασκάλα που είχε δώσει την επίπληξη στην Γκρέις, έκανε πίσω κολλώντας την πλάτη της στην καρέκλα της, εκεί στην πρώτη σειρά, με το πρόσωπό της να αρχίζει να κοκκινίζει. Το βλέμμα του Μίλερ γύριζε σε όλες τις πλευρές των κερκίδων. «Πού είναι η Γκρέις Χάρισον;», φώναξε. Η Γκρέις σηκώθηκε αργά από τη μεσαία σειρά, φορώντας ακόμα την μπλούζα του πατέρα της, τεράστια για το σώμα της. «Για κατέβα εδώ, Γκρέις», της φώναξε ήρεμα ο Μίλλερ. Καθώς κατέβαινε από τα σκαλιά των κερκίδων, οι άλλοι τρεις πεζοναύτες φύγανε από τη στάση που βρισκόταν και την ακολούθησαν πίσω της, σχηματίζοντας μια, θα λέγαμε, αυτοσχέδια τιμητική φρουρά. Τη συνόδεψαν μέσα στο κέντρο του χώρου του αμφιθεάτρου. Ο Μίλλερ γύρισε στο πλήθος που σιωπούσε συνεχίζοντας: ''Ο λοχαγός Μαρκ Χάρισον δεν γύρισε, όχι επειδή δεν ήθελε απλώς να γυρίσει πίσω. Αλλά ξέρετε, έδωσε τη ζωή του τραβώντας τρεις τραυματίες από ένα φλεγόμενο όχημα μεταφοράς στη μέση μιας πυρκαγιάς. Το ξέρω, γιατί ήμουν ένας από αυτούς τους άντρες. Κανένας από εμάς που στεκόμαστε εδώ σήμερα δεν θα ανέπνεε ζωντανός αν δεν ήταν ο πατέρας της Γκρέις''. Σιωπή στην αίθουσα, απόλυτη. Θα μπορούσε να ακούσει κανείς καρφίτσα να πέφτει κάτω. Λίγες σειρές πιο κάτω ήταν και το παιδί που είχε κάνει το αστείο, το σκληρό αυτό αστείο την προηγούμενη μέρα. Είχε σκύψει και κοιτούσε τις μύτες των παπουτσιών του καθώς φαινόταν να κλαίει με λυγμούς.

Ο Μίλερ γύρισε πίσω στην Γκρέις, γονάτισε στο ένα γόνατο, έφερε τον εαυτό του στο ύψος των ματιών της και έβγαλε ένα μικρό κουτί βελούδινο από την τσέπη του και το άνοιξε και της έδειξε ένα μετάλλιο από την παλιά τους μονάδα. «Γκρέις», είπε με βαριά φωνή από συγκίνηση, αλλά τόσο δυνατή ώστε ακόμα και το μικρόφωνο την έπιασε. ''Ο πατέρας σου είναι ο πιο γενναίος άντρας που γνώρισα ποτέ, κορίτσι μου». Και με συγκρατημένη τη συγκίνησή του συνέχισε:

«Χτες, όπως και εσύ, υπερασπίστηκες τη θέση σου, όπως θα έκανε και εκείνος. Προστάτεψες την τιμή του και τώρα η ομάδα του είναι εδώ για να σε προστατέψει τη δική σου Σε στηρίζουμε για πάντα». Της ακούμπησε πιέζοντας στην παλάμη της το βαρύ μεταλλικό μετάλλιο και σηκώθηκε. Τότε οι τέσσερις πεζοναύτες δώσαν ένα χαιρετισμό απόλυτα συντονισμένο, στρατιωτικό, τιμητικό, στην 14χρονη κόρη.

Δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της Γκρέις, αλλά δεν ήταν πια δάκρυα θυμού ή ντροπής. Στάθηκε ψηλά, ίσιωσε τους ώμους της και ανταπέδωσε έναν αδέξιο αλλά υπέροχο χαιρετισμό. Ξαφνικά, απ' την πίσω σειρά των κερκίδων, ένας μαθητής σηκώθηκε και έριξε ένα χειροκρότημα. Μετά ένας ακόμα και ένας άλλος ακόμα. Μέσα σε δευτερόλεπτα όλο το αμφιθέατρο εξερράγη, θα λέγαμε, με ένα εκκωφαντικό όρθιο χειροκρότημα. Ακόμα και ο κύριος Ντέιβις και οι καθηγητές σηκώθηκαν όρθιοι.

Η μητέρα έτρεξε στο διάδρομο σκουπίζοντας στα δικά της δάκρυα και αγκάλιασε την Γκρέις με μια τεράστια αγκαλιά. Ο Λοχίας κίνησε το κεφάλι του προς τη μητέρα με μια σκληρή προστατευτική λάμψη στο μάτι του. Πριν προλάβει η χήρα με την Γκρέις να φύγουν από το κτίριο, ο διευθυντής Ντέιβις έτρεξε καταπάνω τους στο διάδρομο. Έδειχνε εντελώς ντροπιασμένος. «Κυρία Χάρισον, Γκρέις», μουρμούρησε τρίβοντας νευρικά τα χέρια του, «θέλω να ζητήσω μια επίσημη συγνώμη. Φυσικά, η επίπληξη έχει διαγραφεί εντελώς από το μητρώο της. Θα χειριστούμε αυτό το περιστατικό με τον εκφοβισμό από την άλλη μαθήτρια κατάλληλα και ειλικρινά. Νομίζω μας έλειψε η ενσυναίσθηση σε αυτή την περίπτωση» κατέληξε στην ''απολογία'' του. Η Γκρέις έσφιξε το μετάλλιο στο χέρι της κοιτάζοντας ψηλά τους τέσσερις άντρες με στολές που είχαν αφήσει τα πάντα για να σταθούν για λίγο στο πλευρό της. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτα. Το μήνυμα είχε παραδοθεί δυνατά και ξεκάθαρα. Ο λοχίας Μάρκ Χάρισον είχε αφήσει πίσω μια κληρονομιά θάρρους και εκείνη τη μέρα ένα ολάκερο σχολείο έμαθε ακριβώς τι σημαίνει να είναι ένα κορίτσι κόρη ήρωα.


ΠΗΓΗ: Val. Aubrey [cr.vb. On X]

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Το Θαλάσσωμα, διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Το Θαλάσσωμα , διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου [Σχόλια :  Το «Θαλάσσωμα» είναι έ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....