Ετικέτες - θέματα

24.5.25

Από τη μοιχεία, στην περιτομή και το Μαρτύριο! Ο άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω 5 Ιουνίου [1801] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Από τη μοιχεία, στην περιτομή και το Μαρτύριο! 

Ο άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω 5 Ιουνίου [1801]

από τον Κων/νο Οικονόμου


   ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟ: Ο Άγιος Νεομάρτυς Μάρκος καταγόταν από τη Σμύρνη. Ως γυρολόγος έμπορος εργαζόταν στην περιοχή του Κουσάντασι (Νέα Έφεσο) και απέναντι στη Χίο. Ήταν έγγαμος. Κάποια στιγμή, παρακινημένος από τον αδελφό του, πήγε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Έφεσο. Εκεί έμπλεξε με κάποια γυναίκα χριστιανή, ονόματι Μαρία, και απατούσε τη σύζυγό του. Όμως, κάποιοι τον κατέδωσαν στον αγά της περιοχής και μια νύχτα συνελήφθη επ’ αυτοφώρω. Το πρωί, στο δικαστήριο, για να γλιτώσουν τη διαπόμπευση και τη σχετική ποινή, εξώμοσαν και οι δύο. Ο Μάρκος, αφού περιετμήθη, υιοθετήθηκε από τον ίδιο τον αγά, ενώ η Μαρία μπήκε στο χαρέμι του. Αργότερα την άφησε ελεύθερη να ζει σε δικό της σπίτι, δίνοντάς της και μισθό.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΦΥΓΗ: Ο Μάρκος, ως γιος του αγά, εξωτερικά συμπεριφερόταν σκληρά στους Χριστιανούς, ωστόσο ο έλεγχος της συνειδήσεώς του δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Έτσι κατέφυγε σε έναν έμπειρο πνευματικό να εξομολογηθεί. Ο πνευματικός αρχικά δεν τον δέχθηκε φοβούμενος μήπως ο “γιος” του αγά υποκρινόταν, αλλά τα δάκρυα και η επιμονή του Μάρκου τον έπεισαν. Στον ίδιο πνευματικό πήγαινε και η Μαρία. Και οι δύο ήθελαν οπωσδήποτε να φύγουν από τη Ν. Έφεσο και παρακαλούσαν τον πνευματικό να τους βοηθήσει. Είχαν περάσει ήδη εννιά μήνες από την εξώμοσή τους. Αυτός συμβούλευσε τη γυναίκα να υποκριθεί την άρρωστη. Ο γιατρός που την «εξέτασε», φίλος του πνευματικού, αποφάνθηκε πως μόνο στη Σμύρνη θα θεραπευόταν. Ο αγάς επέτρεψε να αναχωρήσει η Μαρία με τη συνοδεία του Μάρκου.

ΦΥΓΑΔΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ: Ο αγάς όμως γρήγορα αντελήφθη την εξαπάτηση και έστειλε μήνυμα στον πασά της Σμύρνης να τους συλλάβει. Ο Μάρκος τότε βρήκε ένα καράβι που αναχωρούσε για την Τεργέστη και παίρνοντας τη Μαρία έφυγαν. Από κάποια εμπόδια αναγκάστηκαν όμως να αποβιβαστούν στη Βενετία. Εκεί, αφού χρίσθηκαν με άγιο Μύρο, επανεντάχθηκαν στην Εκκλησία, ευλογήθηκε ο γάμος τους (πιθανότατα είχε πεθάνει η νόμιμη σύζυγός του ή ίσως είχε επέλθει η διάζευξη των συζύγων) και ζούσαν με μετάνοια και συντριβή.

ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ: Αργότερα όμως, επειδή δεν μπορούσε ο άγιος να ησυχάσει, εξ αιτίας της άρνησής του, περιπλανήθηκε με την οικογένειά του μέχρι και τη Ρωσία. Τελικά επέστρεψε στις τουρκοκρατούμενες περιοχές και εξομολογήθηκε σε πολλούς πνευματικούς, ακόμη και Μητροπολίτες, τον σφοδρό πόθο του να μαρτυρήσει. Όλοι, όμως, προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν, τονίζοντάς του πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για τον ίδιο και τους άλλους χριστιανούς αλλά και ότι μπορεί να σωθεί απλώς και με την μετάνοια. Ο θερμότατος όμως πόθος του για ομολογία τον οδήγησε στη Ν. Έφεσο, όπου και είχε αρνηθεί τον Χριστό. Ο πνευματικός του ωστόσο δεν του έδωσε ευλογία να μαρτυρήσει εκεί, επειδή οι Τούρκοι ήσαν εξαγριωμένοι εξαιτίας του προσφάτου μαρτυρίου του αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου (5 Απριλίου του ιδίου έτους) και της καινούργιας εκκλησίας που χτιζόταν.

ΑΥΤΟΒΟΥΛΩΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Έτσι ο Μάρκος έφυγε και πήγε στη Χίο, όπου ύστερα από έντονη πνευματική προετοιμασία παρουσιάστηκε στον αγά. Στην ερώτηση του αγά τι θέλει στο δικαστήριο απάντησε: “Εγώ ήμουν Χριστιανός και ονομάζομαι Μάρκος. Κατάγομαι από τη Θεσσαλονίκη και γεννήθηκα στη Σμύρνη από γονείς χριστιανούς”. Στη συνέχεια ο άγιος ομολόγησε την αγία πίστη του και αποκήρυξε το Ισλάμ. Έβγαλε από το στήθος ένα σταυρό και τον φίλησε, πέταξε κάτω το σαρίκι του και φόρεσε ένα αγιορείτικο σκουφί. Ο αγάς με έκπληξη τον ρώτησε: “Είσαι τρελός ή μεθυσμένος, άνθρωπε”; “Ούτε τρελός ούτε μεθυσμένος είμαι”, απάντησε ο άγιος. Και στις κολακείες του αγά, που ακολούθησαν, το μόνο που έλεγε ήταν ότι είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για τον Χριστό.

    ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ: Τον έκλεισαν στη φυλακή και του έβαλαν τα πόδια στο “τουμπρούκι”, το τιμωρητικό ξύλο. Ο άγιος είχε τόση κατάνυξη που έψαλλε συνεχώς μελωδικότατα ύμνους. Ο Σούμπασης (αστυνόμος) από κακία μπήκε στο κελί και άνοιξε τέρμα το τιμωρητικό ξύλο, ώστε τα πόδια του αγίου ν’ ανοίξουν τόσο, όσο δεν γινόταν άλλο, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Ύστερα άρχισε να τον κλωτσάει, όπου εύρισκε, με αποτέλεσμα ο άγιος να αιμορραγεί από το στόμα. Παρόλ’ αυτά ευχαριστούσε συνέχεια τον Θεό για τα παθήματά του. Κάποιοι χριστιανοί κατόρθωσαν να μπουν στη φυλακή και να ενισχύσουν τον μάρτυρα. Αυτοί διηγήθηκαν και τον αγώνα του. Μέσα στη φυλακή είχε πολλές αποκαλύψεις που τον στερέωσαν πνευματικά, ώστε να τελειώσει το μαρτυρικό του στάδιο. Επίσης η τοπική εκκλησία φρόντιζε να κοινωνεί ο άγιος τακτικά μέσα στη φυλακή το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ακολούθησε η δεύτερη εξέταση, πότε με υποσχέσεις, πότε με απειλές. Ο άγιος σταθερά επέμενε στην πίστη του προκαλώντας και τους Μωαμεθανούς να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε όρμησαν όλοι και τον έσπρωχναν με λύσσα και τον χτυπούσαν τόσο που τον γκρέμισαν από τη σκάλα. Σ’ όλο το δρόμο για τη φυλακή ο σούμπασης και οι άλλοι τον ράβδιζαν και στη φυλακή τόσο πολύ άνοιξαν το ξύλο, ώστε κυριολεκτικά διαλύθηκαν τα πόδια του. Κι ο άγιος συνεχώς έψελνε και έλεγε: “Κύριε, δέξου με, εμένα, τον αρνητή Σου!”

ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: Πολλοί χριστιανοί, από την πρώτη μέρα που συνελήφθη και βασανιζόταν ο άγιος άρχισαν αυστηρή νηστεία, ενώ αδιαλείπτως προσεύχονταν. Όλοι οι ναοί λειτουργούσαν κάθε μέρα και έψαλλαν συνέχεια την παράκληση όχι μόνο εκεί, αλλά ακόμη και στα σπίτια, θέλοντας να ενισχύσουν τον μάρτυρα. Ο ίδιος ο άγιος παρακαλούσε τους Χριστιανούς να προσεύχονται και να μη λυπούνται γι’ αυτόν. “Αύριο γίνεται ο γάμος μου”, έλεγε χαρακτηριστικά, “να χαίρεστε όχι να λυπάστε και να κλαίτε”. Ο ίδιος προείδε τον θάνατό του και ζήτησε συγχώρεση απ’ όλους, ενώ έστειλε τις ευχαριστίες του σ’ όσους του συμπαραστάθηκαν και τα σέβη του στους ιερωμένους.

ΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Τον έβγαλαν τέλος από τη φυλακή και, δέρνοντας, σπρώχνοντας και βρίζοντας, τον έφεραν στο δικαστήριο. Ήταν μαζεμένοι όλοι οι αγάδες και ο Μουφτής. Μετά την τρίτη ομολογία του, στις 5 Ιουνίου 1801, καταδικάστηκε στον δια ξίφους θάνατο. Βγήκε από το δικαστήριο καταχαρούμενος, το πρόσωπό του, λέγανε οι παριστάμενοι, έλαμπε. Και, παρόλο που τα πόδια του ήταν τσακισμένα και είχε δεμένα τα χέρια, κυριολεκτικά έτρεχε προς τον τόπο της εκτέλεσης σαν να μην πατούσε στη γη. Οι φύλακες έλεγαν μάλιστα ότι “οι δαίμονες τον πήγαιναν σηκωτό στον αέρα[!]”, τόσο πολύ αναγκάζονταν να τρέχουν μαζί του. Ο διοικητής και οι φύλακες με τα ξύλα στα χέρια αγωνίζονταν να συγκρατήσουν το πλήθος που μαζεύονταν για να δουν την άθληση του μάρτυρα. Όταν έφθασαν στον συνηθισμένο τόπο ο άγιος με χαρά γονάτισε μόνος του και είπε στον δήμιο: “Έλα, κτύπα!” Ο δήμιος, ίσως από αδεξιότητα, δεν κατάφερε με μια σπαθιά να τον αποκεφαλίσει και όχι μόνο αυτό αλλά του έφυγε και το σπαθί από τα χέρια. Ο άγιος έπεσε κάτω μαζεμένος, ακίνητος, χωρίς να ταράσσεται, η να φωνάζει. Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και με πολλά και γρήγορα χτυπήματα τον αποκεφάλισε. Οι Χριστιανοί δόξαζαν τον Θεό. Πολλοί έτρεξαν στις εκκλησίες, όπου εξέφραζαν τη χαρά τους ψάλλοντας ύμνους για το μάρτυρα. Όλοι με ασυγκράτητη ορμή χωρίς να υπολογίζουν χρήματα ζητούσαν ν’ αποκτήσουν ως ευλογία κάτι από τον μάρτυρα. Ακόμη και χώμα βρεγμένο με το αίμα του η κομμάτι από τα ρούχα του. Το άγιο λείψανο, που ευωδίαζε, κατόρθωσαν οι Χριστιανοί να το πάρουν και να το ενταφιάσουν δωροδοκώντας τους Αγαρηνούς με πολλά χρήματα.

Άγιε Μάρτυρα του Κυρίου Μάρκο, ας έχουμε την ευχή σου!



Ίλεως1 + ΒΙΝΤΕΟ -Διήγημα- AUDIOBOOK-ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ίλεως1   + ΒΙΝΤΕΟ

-Διήγημα- AUDIOBOOK-ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο


 


   Ο Αρίστος είχε έρθει για πρώτη φορά στο κεφαλοχώρι της Θεσσαλίας πριν από τον πόλεμο του Σαράντα. Σίγουρα το χωριό αυτό τού θύμιζε την πατρίδα του τη Σαλονίκη, όπως την έλεγε πάντα, κι αυτό γιατί ο Πετρωτός ήταν κτισμένος στα ριζά του βουνού που αγνάντευε το Θερμαϊκό, στις ανατολικές εσχατιές της Λάρισας. Όταν πρωτώρθε στο χωριό μ΄έναν φίλο του που δούλευαν μαζί στην κατασκευή των γραμμών του τραίνου, ένα δυο χιλιόμετρα μακρύτερα από τα πρώτα σπίτια του Πετρωτού, ούτε που το φανταζόταν πως εκεί θα ρίζωνε. Ο φίλος του τον έφερε εκεί για ένα τσιπουράκι πριν ξανακατηφορίσουν για τις παράγκες όπου είχε ο Αρίστος τον προσωρινό του κοιτώνα, μια κίνηση που έμελλε να γίνει συνήθεια κάθε απομεσήμερο μετά τη σκληρή δουλειά κάτω από τον ανυπόφορο καλοκαιριάτικο ήλιο.


Ο Αρίστος ήταν ο τελευταίος γιος ενός μεγαλέμπορα της Μακεδονίας, που παρ΄ όλη την περιουσία του προτιμούσε να προικίζει πλουσιοπάροχα κάθε φορά και μία από τις πέντε κόρες του, αφήνοντας το στερνοπαίδι του να “ψηθεί” στο μεροκάματο για να πονέσει το “βιος του πατέρα του”, όπως ακριβώς του έλεγε ο ίδιος. Τα ίδια λόγια του ξανάπε τη μέρα που τον “έγραψε” στις λίστες των εργατών του Σ.Ε.Κ. Έτσι, ο Αρίστος βρέθηκε, προσωρινά, όπως τουλάχιστον εκείνος πίστεψε, στα χωράφια της Θεσσαλίας, αρμόζοντας ράγες για το σιδερένιο θεριό.

Όμως, κι αυτό συμβαίνει συχνά στο διάβα της ζωής, αστάθμητος παράγοντας ήρθε, εισέβαλε καλύτερα, βάζοντας τρικλοποδιά στα σχέδια του μεγαλέμπορα για το γιο του, ο Έρωτας. Ο Μακεδόνας εργάτης, κοντά στο σπίτι του φίλου του, γνώρισε μια ομορφομάτα μελαχροινή, την Ανδρομάχη, και αγαπήθηκαν με πάθος που φώλιασε από την πρώτη ματιά στις καρδιές τους. Ο Σαλονικιός έμπορος στην αρχή δεν ήθελε ν΄ ακούσει κουβέντα για τα σχέδια του Αρίστου, που ορθά-κοφτά δήλωσε του πατέρα του πως ήθελε να ζήσει με την αγαπημένη του για πάντα στο χωριό. Βλέπεις εκείνη δεν είχε “μεράδι”, ήταν πάμφτωχη. Όμως, βλέποντας την επιμονή του γιου του, ο γέρος αποφάσισε να τον αφήσει να κάνει την “κουτουράδα”. Έτσι, δίνοντάς του την ευχή, του΄ δωσε και ένα φόρτωμα από την αποθήκη του για να ανοίξει και ΄κείνος ένα μαγαζάκι στο χωριό.

   


Λίγες μέρες κατόπι, δίπλα στην Εκκλησιά του χωριού, οι νιοστεφάνωτοι Αρίστος κι Ανδρομάχη καμάρωναν έξω από το μαγαζί τους, που είχε απλωμένες τις πραμάτειες του ως το πεζοδρόμιο, την λαμαρινένια πινακίδα πάνω απ' τ΄ αψηλό πορτί του: “Αποικιακά είδη και εδώδιμα – Αρίστος Βασιλόπουλος”. Στο γοργοκύλημα του χρόνου, με το εισόδημα του μαγαζιού τα έφερνε βόλτα κουτσά στραβά η οικογένεια, που αυξήθηκε σε λίγα χρόνια στα πέντε μέλη. Η Ανδρομάχη είχε φέρει στον κόσμο δυο γιους και μια κόρη. Κι ενώ, η πατρική οικογένεια του Αρίστου τον είχε πια ξεχάσει για τα καλά, εκείνος δε στενοχωριόταν, γιατί η αγάπη της καλής του, που γι΄ αυτόν ήταν ο κόσμος ολάκερος, χλώμιαζε όλες τις θλίψεις του.

 

   Ώσπου πέντ΄έξι χρόνια μετά το γάμο του, ο Αρίστος έμαθε πως ένα πλουσιόπαιδο του χωριού θα άνοιγε και κείνο ένα μαγαζί, αφήνοντας να φανούν τα πρώτα σύγνεφα πάνω στο μέτωπο του εργατικού οικογενειάρχη. Ο λόγος ήταν ότι το νέο κατάστημα, έχοντας μεγάλια συρμαγιά και “χρυσές” πλάτες από τους πλούσιους γονείς του ντόπιου εμπόρου, έκαμε ευκολίες, δουλεύοντας μεγαλύτερο βερεσέ, πράγμα που, όσο νά' ναι, στη δεκαετία του '50 ήταν μια ανακούφιση για τους φτωχούς επαρχιώτες. Παρ΄όλα αυτά ο Αρίστος εξακολουθούσε με το χαμόγελο που ποτέ δεν έσβηνε από το πρόσωπό του και την κάθε άλλο παρά προσποιητή καλοσύνη του να εξυπηρετεί πρόσχαρα τους πελάτες του και να βγάζει τα απαραίτητα για την Ανδρομάχη και τα παιδιά του.

   


   Αντίθετα, από τον Αρίστο, ο ανταγωνιστής του, θέλωντας “μονά-ζυγά” δικά του δεν έδειχνε ικανοποιημένος. Ήθελε να μεγαλώσει το πελατολόγιό του εις βάρος του “ξένου”, όπως αποκαλούσε πάντα τον Αρίστο. Κι όχι μόνο τούτο αλλά άρχισε να σχεδιάζει, μετερχόμενος όλα τα μέσα, το τελειωτικό χτύπημα στον αντίπαλό του για να μείνει μόνος μαγαζάτορας του Πετρωτού. Τις νύχτες μόνη σκέψη του, εμμονή καλύτερα, ήταν να βρει κάτι που θα εξοντώσει, ακόμη και φυσικά, τον Αρίστο. Το όπλο του αδίστακτου χωριάτη δεν άργησε να βρεθεί και άκουγε στο όνομα “Αρκούδας”!

Ο κυρ-Τάσος, ήταν ο “Αρκούδας”, ένας μάλλον αλαφροϊσκιωτος, όπως τον ελέγαν στον Πετρωτό, ήταν ένας μοναχικός, κακοντυμένος -πάντα μ΄ένα μακρύ αδιάβροχο κατατρυπημένο πανωφόρι, χειμώνα καλοκαίρι- και λιγομίλητος μεσόκοπος. Το άγριο βλέμμα, που από φυσικού του είχε, τού δωκε και το άσχημο αυτό παρανόμι2. Κανείς δεν ήξερε από που “βαστούσ΄η σκούφια του”. Πάντως είχε στο χωριό καμιά δεκαετία. Σπίτι του “Αρκούδα” ήταν μια παλιά αχρησιμοποίητη αποθήκη, ενώ δούλευε καναδυό μεροκάματα τη βδομάδα σ΄ένα γύφτικο σιδεράδικο, ίσα-ίσα να βγάζει το μεζεδάκι του για το κρασί που ανελειπώς έπινε, και σε μεγάλες δόσεις, στην ταβερνίτσα, καλύτερα καφενέ, της πλατείας. Ποιος ξέρει τι πόνο έκρυβε αυτός ο “έρωτας” με το μοναχικό πιοτί του! Αν κανένας, μπαίνοντας ανάμεσα σε κείνον και το κρασοπότηρο, τον ρωτούσε τίποτα για τα περασμένα, εκείνος έμενε αμίλητος ή άλλαζε κουβέντα, σαν να ήθελε κάτι να κρύψει. Κάποια βράδια ο αντίζηλος του Αρίστου τον κερνούσε καμιά μισή και προσπαθούσε να του ρίξει τ΄ ''αγκίστρι'' γι΄ αυτό που ήθελε. Ένα σαββατόβραδο ο Αρίστος τους είδε που μιλούσαν χαμηλόφωνα στο ακριανό τραπέζι του καφενείου. Του φάνηκε μάλιστα πως ο “Αρκούδας” σαν να τού ΄ριξε μια φευγαλέα, αλλά κοφτερή σα μαχαιριά, ματιά. Ο Αρίστος δεν ξεσυνερίστηκε, απλά ψιθύρισε αυτό που έλεγε πάντα σαν τον έβλεπε: “άι καψάλα κι αυτός, τι βάσανα κουβαλάει ο έρμος!

 


Πολλές μέρες αργότερα θυμήθηκε αυτό το περιστατικό ο Αρίστος. Όμως, η αιτία που αναδύθηκε αυτό στη μνήμη του ήταν κάτι μοναδικό και τρομακτικό συνάμα, απ΄αυτά που σπάνια έβλεπε η μικρή κοινωνία του Πετρωτού.... Ένα βραδάκι, καθώς ο Αρίστος είχε κλείσει το εμπορικό του, ο “Αρκούδας” στάθηκε πίσω από μια χοντρή μουριά, απ΄αυτές που τότε ήταν γεμάτος ο τόπος για να βρίσκουν την τροφή για τον “μπουντίνο3”, που πληθωρικά εμφανίζονταν κάθε Μάη στο χωριό για να μεγαλώσει λίγο το πενιχρό εισόδημα των φτωχών βιοπαλαιστών. Φαινόταν σαν να παραφύλαγε. Πραγματικά, μόλις ο Αρίστος μπήκε στον καφενέ, εκείνος τον ακολούθησε σκυφτός, χωμένος μέσα στη μακριά του νιτσεράδα. Λίγες στιγμές αργότερα οι έντρομες φωνές των λιγοστών θαμώνων, ήρθαν να ταράξουν την ηρεμία του ανοιξιάτικου εκείνου δειλινού.

 


Τον έφαγε τον Αρίστο ο Αρκούδας!”, φώναξε πανικόβλητος ο καφετζής, τρέχοντας να φωνάξει την Ανδρομάχη. Κάποιοι απ΄τους θαμώνες βγήκαν από το μαγαζάκι κρατώντας σφιχτά σε λαβή τα χέρια του Αρκούδα. Τον πήγαιναν, σχεδόν σηκωτό, στον σταθμό της χωροφυλακής. Στις πλάκες του αδειανού καφενέ έμεινε να γυαλίζει το ματωμένο του μαχαίρι, μπροστά σε μια πεσμένη ψάθινη καρέκλα.

Ευτυχώς ο κυρ- Αρίστος έζησε. Το κοπίδι τον βρήκε πισώπλατα, κάπου ανάμεσα στη σπονδυλική στήλη και τ΄αριστερό νεφρί του. Όμως το χτύπημα του άφησε για πάντα μια σημαδιακιά περπατησιά: βάδιζε πια σέρνοντας τ΄αριστερό του πόδι. Ο Αρκούδας δικάστηκε και καταδικάστηκε χωρίς ποτέ ν΄αποκαλύψει τα αίτια της αποκοτιάς του.

Μερικές βδομάδες αργότερα ο Αρίστος, που δεν είπε τίποτε για τις υποψίες, τη βεβαιότητα καλύτερα, για το ποιος όπλισε το χέρι του Αρκούδα, κατηφόρισε για δουλειές στη Λάρισα. Στα χέρια του κρατούσε μια τσάντα κι ένα κουτί δεμένο με σκοινί. Με το πρωινό λεωφορείο έφτασε στην πόλη πριν τις εννιά. Αφού τέλειωσε κάποιες δουλειές που είχε, κατευθύνθηκε στην περιοχή του Σταθμού κι, αφού κοντοστάθηκε, χτύπησε το κουδούνι της βαριάς πόρτας των παλιών Φυλακών. Είκοσι λεπτά αργότερα ξαναβγήκε. Στο πρόσωπό του τώρα χάραζε η λάμψη της ευτυχίας!

Όταν κάποτε ο Αρκούδας αποφυλακίστηκε επισκέφτηκε το σπίτι του Αρίστου. Τού άνοιξε η Ανδρομάχη η οποία τα ΄χασε σαν τον αντίκρισε. Εκείνος όμως ήθελε μοναχά να ευχαριστήσει τον Αρίστο για την αγάπη που του 'δειξε! Ο Αρίστος και η οικογένειά του κάθισαν εκείνη τη μέρα μαζί στο τραπέζι για φαγητό. Εκεί έμαθαν η Ανδρομάχη και τα παιδιά πως ο Αρίστος τον συνάντησε στη φυλακή. Ο φτωχός φαμελίαρης του είχε φέρει λίγα πακέτα σέρτικο που ο Αρκούδας κάπνιζε και ένα πουλόβερ, για να μην κρυώνει στην υγρασία του κελλιού του! Τότε ήταν που κι ο Αρκούδας είχε πέσει στην αγκαλιά του και του φιλούσε τα χέρια! Τότε του ξομολογήθηκε και ποιος πράγματι του είχε οπλίσει το χέρι. Ο Αρίστος είχε όμως από νωριτερα συγχωρέσει τον Αρκούδα. Βλέπεις, ο Αρίστος έβλεπε στο πρόσωπο του παρ΄ολίγον φονιά του “καψάλα”... έναν “άνθρωπο γιομάτο βάσανα”! Έτσι τον έβλεπε η άδολη ψυχή του πάντα.


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ίλεως, σημάινει ευνοϊκός, φιλάνθρωπος, ευγενής. Όποια σημασία προκρίνει ο αναγνώστης ας την βάλει νοερά στην προμετωπίδα του διηγήματός μας.

2. Παρατσούκλι.

3. Έτσι λέγανε οι ντόπιοι το μεταξοσκώληκα.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ένα καλά κρυμμένο, πριβέ, κομμάτι της Μικρής! ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΒΕ. -Ανάλυση Κων/νος Αθ. Οικονόμου

  Ένα καλά κρυμμένο, πριβέ, κομμάτι της Μικρής! ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΒΕ. -Ανάλυση Κων/νος Αθ. Οικονόμου     ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Η  ΕΛΒΕ Α.Ε.  (πρώη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....