Ετικέτες - θέματα

9.6.26

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός

[30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο




  ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ
: Ο άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ γεννήθηκε, στην Αθήνα από φτωχούς, μα ευσεβείς γονείς, γύρω στο 1750. Ζούσε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να μάθει γράμματα κι έτσι, αγράμματος κι απλοϊκός, με πολλή όμως πίστη στο Χριστο, μεγάλωνε ο Μιχαήλ κοντά στους ευλογημένους γονείς του. Όταν έγινε έφηβος, ο πατέρας του τον πήρε κοντά του να τον βοηθάει στους κήπους, όπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια έτσι, δίπλα στον πατέρα του. Μετά, σαν έχασε τον πατέρα του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι και μ’ αύτό έβγαινε στα γύρω χωριά, και κουβαλούσε κοπριά για τους κήπους, που καλλιεργούσε παλιότερα ο πατέρας του. Καμμιά φορά ψώνιζε απ’ την πολιτεία πράγματα που δεν είχαν οι χωρικοί στον τόπο τους, κι όταν πήγαινε στα χωριά τους τα πουλούσε. Κάπως έτσι ήταν η ζωή του Μιχαήλ, με πολύν κόπο και ίδρωτα, πότε στους κήπους των πλουσίων Αθηναίων, πότε στα δύσβατα τότε χωριά γύρω απ’ την Αθήνα, δοξάζοντας το Θεό που τον φύλαγε πιστό ορθόδοξο χριστιανό, ανάμεσα στους άπιστους αγαρηνούς, στους οποίους τότε ήταν σκλάβοι οι Έλληνες.

 

  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μια μέρα, όμως, καθώς γυρνούσε από τα χωριά, στην είσοδο της Αθήνας, συνάντησε τους φύλακες της χώρας, που ήταν άνθρωποι του Βοεβόδα της πόλης, Μωαμεθανοί κι αυτοί. Από καιρό τον είχαν βάλει στο μάτι, και καθώς τον έβλεπαν απλοϊκό κι αγράμματο, νόμιζαν πως θα τον έκαμναν ν’ αλλαξοπιστήσει. Και γι’ αυτό τον συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πως πήγε μπαρούτι στους κλέφτες, τους αρματωμένους Έλληνες, που ήταν πάνω στα βουνά, και τον φυλάκισαν. Έτσι οι Αγαρηνοί έρχονταν καθημερινά και τον ανάγκαζαν με χίλιους τρόπους να τουρκέψει, δηλαδή ν’ αλλάξει την πίστη του. Μα αυτός, παρόλο που δεν ήξερε και πολλά γράμματα, δεν ήθελε ν’ αφήσει το Χριστό και να προσκυνήσει ψευδοπροφήτες, δεν θα άφηνε το άγιο Ευαγγέλιο, για χάρη του Κορανίου. Η Ορθοδοξία των πατέρων του είχε χαράξει πολύ βαθιά την πίστη μέσα του, και τίποτα μπορούσε να την ξεριζώσει.

 

   ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρίς να φέρουνε αποτέλεσμα οι πιέσεις των Οθωμανών. Όταν πια τελείωσε η υπομονή τους, άρχισαν να τον φοβερίζουν πως, αν δεν αλλάξει την πίστη του, έχουν απόφαση και διαταγή να τον θανατώσουν. Αυτή την απόφαση την άκουσε κ’ ένας ζηλωτής ορθόδοξος, ονόματι Γεώργιος, και φοβήθηκε μήπως ο ευλογημένος Μιχαήλ, που ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, νέος πολύ για να μη λογαριάζει τη ζωή και τις χαρές της, κλονιστεί και αλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπόν στη φυλακή, δίνει με τρόπο «άσπρα» στους φύλακες, για να τον αφήσουν να δεί τον Μιχαήλ. Τον βρήκε να προσεύχεται γονατιστός, με δάκρυα στα μάτια. Έμειναν οι δυο τους ώρα πολλή μαζί, πότε κάνοντας προσευχή και πότε ψέλνοντας τροπάρια της Εκκλησίας. Ύστερα προσπάθησε, με όση δύναμη έχουν τα λόγια ενός πιστού, να τον στερεώσει στην πίστη του Χρίστου και να τον ενθαρρύνει στο δρόμο του μαρτυρίου, που ανοίγονταν ήδη μπροστά του. Ύστερα σηκώθηκε, αγκάλιασε το Μιχαήλ, τον ασπάστηκε κ’ έφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχής.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τα βασανιστήρια του Μιχαήλ συνεχιζότανε άπ’ τους απίστους ασταμάτητα. Όμως, όσο τον βασανίζανε, τόσο εκείνος γίνονταν πιο σταθερός στην άρνηση του: “δεν τουρκίζω· είμαι χριστιανός!”, έλεγε συνέχεια. Κάποτε, τον έβγαλαν απ’ τη φυλακή και τον παρουσίασαν στο Βοεβόδα, ελπίζοντας πως με κολακείες και ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θα λύγιζε τον άγιο. Ο Νεομάρτυς όμως έμενε ασάλευτος στην πίστη του Χριστού. Ο Βοεβόδας τότε άρχισε τις απειλές για τα ερχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πως στο τέλος θα τον θανατώσει αν δεν αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος έλεγε και ξανάλεγε τις δυο λέξεις (δεν τουρκεύω), δίχως να λιποψυχήσει. Τότε ο Βοεβόδας τον έστειλε στον ονομαστό Καλοπασσιά από τα Γιάννενα, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα. Έλπιζε πως εκείνος, φόβος και τρόμος καθώς ήταν για τα μέσα που χρησιμοποιούσε σ’ όλους τους φυλακισμένους, θα γύριζε τον Μιχαήλ στην πίστη τους. Μα κι ο Καλοπασσιάς, μ’ ό,τι κι αν του ‘ταξε και μ’ όσες απειλές και βάσανα κι αν τον φοβέρισε τον Μιχαήλ, δεν κατάφερε να πάρει άλλη λέξη απ’ το στόμα του, εκτός από το: «δεν τουρκίζω»! Τότε ο Καλοπασσιάς του λέει με πονηριά: “Μπρέ λωλέ, άρνήσου κατά το παρόν την πίστη σου, για να γλυτώσεις τη ζωή σου, κι ύστερα πήγαινε σ’ άλλον τόπο, και έχε πάλι την πίστη σου”. Αλλά ο Μάρτυς δεν πειθόταν με κανέναν τρόπο, αλλά φώναζε ακατάπαυστα: “δεν τουρκίζω, δεν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπόν τον άγιο Μιχαήλ ο φοβερός Καλοπασσιάς ασάλευτο στην πίστη του, τον έστειλε στο δικαστή πια για να τον δικάσει. Κι εκείνος, βέβαια, πάσχισε να τον αλλαξοπιστήσει με τους δικούς του τρόπους, πριν να τον δικάσει, αλλά είχε κι αυτός το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος του πετούσε κατάμουτρα το “δεν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε και εκείνος, κι έβγαλε την απόφαση για να τον αποκεφαλίσουν.

 

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος ατάραχος άκουσε την καταδίκη του και ακολούθησε τους οπλισμένους υπηρέτες, που τον πήγαιναν στον τόπο της καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι εξουθενωμένος απο τα μαρτύρια, ο Άγιος δεν δείλιαζε, παρά έτρεχε με προθυμία στο μαρτύριο. Κι όταν στο δρόμο που περνούσαν απαντούσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, αδέλφια, κι ο Θεός να σας συγχώρεσει”! Σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο, γονάτισε, έκαμε την προσευχή του, κι έσκυψε το κεφάλι του με χαρά, σα να περίμενε ζωή απ’ το σπαθί, και όχι θάνατο. Ο αγαρηνός τον έπιασε απ’ τα μαλλιά και τον εχτύπησε με το σπαθί στο λαιμό, μα διπλαριστά κι όχι με την κόψη, για να τον κάνει να δειλιάσει και ν’ αρνηθεί το Χριστό. Μα ο άγιος με θάρρος του έλεγε: “Χτύπα για την πίστη”! Ο φονιάς τότε γύρισε τη μαχαίρα του από το κοφτερό μέρος, κι άρχισε να του κόβει το λαιμό λίγο-λίγο, για να προλάβει, αν πονέσει, να μετανιώσει και ν’ αλλοξοπιστήσει, αλλά μάταια, γιατί ο άγιος ολοένα και δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, για την πίστη”! Τότε ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με όλη του τη δύναμη κ’ έκοψε την τίμια κεφαλή του, ενώ η ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στο αίμα του μαρτυρίου, ανέβαινε ν’ αναπαυθεί στις αιώνιες σκηνές των δικαίων του Θεού1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΥΡΑ: Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Το μοναδικό παρεκκλήσι σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου. Το 2003 ο Μιχαήλ ο Κηπουρός ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α']: “Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καί ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξᾳ τῷ ποιητῇ σου καί Θεῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σέ στεῤῥόν ἡμῖν δωρήσαντι.” Κοντάκιο [Ἦχος δ’]: “Εὐσεβείας ἤθεσι κεκοσμημένος, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸ θεῖον σκάμμα Μιχαήλ, καὶ ἐκ χειρὸς τοῦ Παντάνακτος, τὸν τῆς ἀθλήσεως στέφανον εἴληφας”. Μεγαλυνάριον: “Χαίροις Ἀθηναίων εὖχος σεμνόν, Μιχαὴλ θεόφρον, Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, Ὃν ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων, τὴν μνήμην σου τὴν θείαν, καὶ εὐφημούντων σε”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Π.Β. Πάσχου, «Έρως Ορθοδοξίας», Εκδ. Αποστ. Διακονίας, Αθήνα, 1984.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ήταν είτε στις 6 ή στις 30 Ιουνίου, είτε στις 9 Ιουλίου, του 1770 ή 71, αναλόγως των πληροφοριών των διαφόρων πηγών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος [Xίος - 21.6.1732] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος [Xίος - 21.6.1732]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο



   

   ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ο άγιος γεννήθηκε στο Μανδράκι της Νισύρου των Δωδεκανήσων το 1716 από πλούσιους γονείς. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους δημογέροντες του νησιού. Κάποτε ο πατέρας του, εξαιτίας κάποιων προστριβών με τους Τούρκους, οδηγήθηκε στο δικαστήριο και επειδή φοβήθηκε τις συνέπειες εξισλαμίστηκε. Φυσικά μαζί του εξισλαμίστηκε και ολόκληρη η οικογένειά του κατά τη συνήθεια των Τούρκων, ενώ μετά απ΄αυτό μετακόμισαν στη Ρόδο. Ο Νικήτας ήταν τότε μωρό και δεν είχε συνείδηση του γεγονότος. Ανατρεφόταν με τουρκικά φρονήματα και μάλιστα έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο στην πλάνη της θρησκείας που του επεβλήθη.

Ο ΟΝΕΙΔΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ: Κάποια μέρα, εκεί που έπαιζε σ΄ένα δρομάκι της Ρόδου, μάλωσε μ’ ένα τουρκόπουλο. Η μητέρα του άλλου παιδιού τον έβρισε και τον ονόμασε μουρτάτη, άπιστο και άλλες βρισιές που συνήθιζαν να λένε οι Τούρκοι σ’ όσους εξισλαμίζονταν. Ο μικρός Νικήτας, μη υποφέροντας αυτά τα σκληρά λόγια, έτρεξε στη μάνα του και ζητούσε εξηγήσεις γιατί τον κορόιδευαν και τον έλεγαν άπιστο. Παρόλο που η μητέρα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει, εκείνος επέμενε και τελικά αναγκάστηκε να του αποκαλύψει την αλήθεια και ποιό ήταν το χριστιανικό του όνομα.

   ΑΝΑΝΗΨΗ: Τότε μέσα στην ψυχή του μικρού Νικήτα γεννήθηκε αμέσως ο σωτήριος λογισμός να επιστρέψει στην προγονική χριστιανική πίστη. Μπήκε σε ένα καΐκι και βγήκε σ’ ένα μαστιχοχώρι της Χίου. Ο Θεός οδήγησε τα βήματά του στη Νέα Μονή Χίου. Ο ηγούμενος τον έστειλε να εξομολογηθεί στον νηπτικό Πατέρα, άγιο Μακάριο Νοταρά, ο οποίος ησύχαζε στη Χίο. Κατόπιν επέστρεψε στη Νέα Μονή όπου κατηχήθηκε, μυρώθηκε και ζούσε άγνωστος στους πολλούς στο Μοναστήρι. Ο έφηβος αναγεννημένος Νικήτας προσπαθούσε να μιμηθεί τη ζωή των πατέρων με νηστεία και εγκράτεια. Έδειχνε την ευλάβειά του συχνά με παιδαριώδεις πράξεις και πολλοί τον θεωρούσαν σαλό.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ: Κάποτε ο Νικήτας άκουσε ότι οι αρνητές πρέπει να ομολογήσουν τον Χριστό και αν χρειασθεί να χύσουν το αίμα τους για την πίστη τους. Αυτόν τον λόγο τον δέχθηκε με πολλή σοβαρότητα και ρίζωσε μέσα του η επιθυμία να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Ανέβηκε στο σπήλαιο των κτιτόρων της Μονής όπου ασκήτευαν κάποιοι πατέρες και έμεινε μαζί τους κάποιο χρονικό διάστημα. Κατόπιν κατέβηκε πάλι στη Μονή και ζητούσε από τους πατέρες την άδεια να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει . Οι πατέρες δίσταζαν να του δώσουν ευλογία λόγω της ηλικίας του, μιας και ήταν τότε μόλις δεκαπέντε ετών. Φοβούνταν μήπως δεν αντέξει τα βασανιστήρια και επιστρέψει πάλι στην πλάνη. Εξάλλου θα μπορούσε ζώντας χριστιανικά να σωθεί. Μαζεύτηκαν λοιπόν οι πατέρες της Μονής να συζητήσουν και να αποφασίσουν τι να κάνουν. Άλλοι είχαν την γνώμη να τον αφήσουν αφού το ήθελε τόσο πολύ, άλλοι είχαν την αντίθετη γνώμη. Τελικά αποφάσισαν να κάνουν μια παράκληση στην Παναγία και να τον αφήσουν.

  ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Έτσι κι έγινε. Μαζί με κάποιον άλλον, για να του δείχνει τον δρόμο κατέβηκε στην πρωτεύουσα του νησιού, τη Χώρα Χίου. Εκεί στο Μόλο τον έπιασε ο Κριμλής, ένας φοροεισπράκτορας, γιατί δεν είχε πληρώσει τον φόρο του χαρατσιού και τον κράτησε η συνοδεία του εισπράκτορα έξω από ένα καφενέ για να πιάσουν και κανένα άλλο, και να τους πάνε όλους μαζί στη φυλακή. Την ώρα εκείνη πέρασε ένας γνωστός του ιερέας, ο παπα Δανιήλ, και τον χαιρέτησε ονομάζοντάς τον “Μεχμέτ” και τον ρώτησε γιατί είχε συλληφθεί. Όταν άκουσε για το χαράτσι απόρησε λέγοντας: “Καινούργιο είν’ αυτό, να πληρώνουν και οι Τούρκοι χαράτσι;” Ο Άγιος του απάντησε: “Τι λες άνθρωπέ μου, κάνεις λάθος, εγώ είμαι χριστιανός και ονομάζομαι Νικήτας”. Άκουσε τον διάλογο ο φοροεισπράκτορας και άρχισε να ερευνά την υπόθεση, για να τον πάει τελικά στον αγά. Εκεί διαπίστωσαν, από την περιτομή, ότι ο νέος ήταν μουσουλμάνος και αμέσως άρχισαν να φωνάζουν, να τον απειλούν, να τον βρίζουν, γιατί αρνήθηκε την πίστη τους και έγινε πάλι χριστιανός. Ο άγιος δεν πτοήθηκε από τις απειλές αλλά ομολόγησε τον Χριστό με πολλή γενναιότητα.

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ: Τον έκλεισαν τότε στη φυλακή, στη θέση Βουνάκι, και τον βασάνιζαν. Ο άγιος υπέμενε με καρτερία προσευχόμενος και νηστεύοντας. Στην προτροπή κάποιων φυλακισμένων χριστιανών να φάει απάντησε: “Εγώ τρέφομαι με τροφή που εσείς δεν έχετε και ευφραίνομαι με ευφροσύνη την οποία εσείς δεν μπορείτε να αισθανθείτε”. Τον έριξαν έπειτα δεμένο χειροπόδαρα στον στάβλο για να τον ποδοπατήσουν τα άλογα και να τον σκοτώσουν έτσι κρυφά, για να μην ακουστεί έξω στους Χριστιανούς η ανδρεία του. Όμως, με την θεία χάρη, τα άλογα τον σεβάστηκαν και έμεινε αβλαβής. Τον έβγαλαν από εκείνη την φυλακή και τον έκλεισαν σε μια άλλη, πολύ σκοτεινή, μέσα στο κάστρο της πόλης. Εκεί επί δέκα ημέρες τον βασάνιζαν παντοιοτρόπως. Τι του έκαναν επακριβώς κανείς δεν ξέρει, γιατί δεν ήταν κλεισμένος εκεί κανένας χριστιανός. Μόνο κάποιοι Οθωμανοί έλεγαν με θαυμασμό πως τη νύχτα η φυλακή γινόταν πολύ φωτεινή από ένα παράξενο φως.

ΒΟΡΑ ΣΤΟ ΒΑΡΒΑΡΟ ΟΧΛΟ: Όταν οι βασανιστές του κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάμψουν το φρόνημά του, τον έβγαλαν και τον παρέδωσαν στο έξαλλο πλήθος που τον άρπαξε ως πρόβατο επί σφαγή και σπρώχνοντάς τον, δέρνοντάς τον, χτυπώντας τον με τα μαχαίρια τους, τον έσυραν στην άκρη της πόλης στον Κάτω γιαλό, κάτω από το Ιβηρίτικο μετόχι. Του έλεγαν συνέχεια να τουρκέψει και εκείνος έλεγε: “Χριστιανός είμαι, Νικήτας ονομάζομαι και Νικήτας θέλω να πεθάνω!”. Τον γονάτισαν μάλιστα πολλές φορές για εκτέλεση, μήπως δειλιάσει και αρνηθεί. Οι χριστιανοί που βρίσκονταν εκεί και οι πατέρες από το Ιβηρίτικο και Αγιοταφίτικο μετόχι που παρακολουθούσαν τον αγώνα του αγίου προσεύχονταν μήπως δειλιάσει. Κι εκείνος ο γενναίος αθλητής του Χριστού έλεγε: “Γιατί αργοπορείτε και δεν με θανατώνετε να πάω στην αιώνια ζωή ν’ απολαύσω τη μακαριότητα του Παραδείσου”; Ακούγοντάς τα αυτά ο φοροεισπράκτορας, επειδή οι άλλοι τούρκοι δίσταζαν, άρπαξε μια μαχαίρα και τον αποκεφάλισε με πολλές μαχαιριές κάνοντάς οδυνηρότερο τον θάνατο του ενδόξου Μάρτυρα. Ο άγιος δεν είχε ακόμη συμπληρώσει ούτε τα δεκαέξι χρόνια στην επίγεια ζωή του!

   ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΒΕΒΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ-ΘΑΥΜΑΤΑ: Οι Τούρκοι, για να μη πάρουν οι Χριστιανοί το λείψανο του αγίου και το τιμήσουν, έριξαν ακαθαρσίες πάνω στο μαρτυρικό σκήνωμα(!!) αλλά αυτό παρέμεινε άσπιλο σαν κρίνος. Τελικά το πέταξαν στη θάλασσα. Αργότερα πιστοί παρέλαβαν το λείψανο και το διέσωσαν. Από την πρώτη στιγμή της τελειώσεως του Αγίου άρχισαν να γίνονται θαύματα με το αίμα και τα ενδύματά του. Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται σήμερα στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, ενώ ένα μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στον ομώνυμο Ναό, στη γενέτειρα του Αγίου, το Μανδράκι της Νισύρου.

Ἀπολυτίκιον [Ἦχος δ΄]: “Ἀκαταγώνιστος ὀφθεὶς Ἀθλοφόρε, τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ μηχανὰς ἐτροπώσω, καὶ ἐναθλήσας ἔνδοξε στεῤῥότατα, ξίφος κατεπάλαισας, δυσμενῶν ἀοράτων, ὅθεν τὸ διάδημα, ἀνεπλέξω τῆς νίκης, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκέτευε Χριστὸν, νέε Νικήτα τῶν πίστει τιμώντων σε”. Κοντάκιο [Ἦχος δ΄]: Νεοφανὴς ὥσπερ ἀστὴρ ἀθλοφόρε, ἐξανατείλας τῇ σεπτῇ Ἐκκλησίᾳ, τῶν εὐσεβῶν κατηύγασας τὰ πρόσωπα, πόθῳ εὐφημούντων σε, καὶ τελούντων Νικήτα, σῆς στεῤῥᾶς ἀθλήσεως, τὴν ὑπέρλαμπρον μνήμην, καὶ ἐκβοώντων· δόξα σοι Χριστὲ, τῷ τὸν ὁπλίτην τὸν σὸν στεφανώσαντι.” Μεγαλυνάριο: Μάρτυς ἀθλοφόρε ταῖς πρὸς Θεὸν, ἱεραὶς εὐχαῖς σου, διατήρει τοὺς εὐλαβῶς, τῇ σῇ θείᾳ σκέπῃ, προσφεύγοντας ἐκ πάντων, παθῶν τε καὶ κινδύνων, ψυχῆς καὶ σώματος.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

  Ο Άγιος Νεομάρτυς Μ ιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....