Ετικέτες - θέματα

31.8.26

Ο Πέτρος και οι φίλοι του, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα κείμενο + AUDIOBOOK διαβάζει ο ίδιος

 

Ο Πέτρος και οι φίλοι του

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα

κείμενο + AUDIOBOOK

διαβάζει ο ίδιος



“Άντε εβίβα ρε παιδιά! Εβίβα και τούτο” φώναξε χτυπώντας δυνατά το υψωμένο ποτήρι του με τον απέναντί του στο τραπέζι. Ζαλισμένος πια απ΄ το πιοτό, μονολόγησε αναστενάζοντας ξανά για να τον ακούσει η αντροπαρέα του: “Αχ, δεν έχω σόι εγώ! Μ΄ έχουν όλοι τους ξεγράψει”.

Όμως, ενώ τα λόγια τούτα, ούτε καν τα πρόσεξαν οι φίλοι και ομοτράπεζοί του, ακούστηκαν, σαν καμπάνα μάλιστα, απ' την παρέα που 'κείνη τη στιγμή έμπαινε στην ταβέρνα. Συμπτωματικά - μα υπάρχουν άραγε συμπτώσεις; - ήταν η Μαριώ, η ανηψιά του, με τον άντρα της και δυο φιλικά τους ζευγάρια.

Ο Πέτρος ζούσε με το πιοτό απ' την εφηβεία του, την ταραγμένη εκείνη μεταπολεμική περίοδο της δύστυχης και μίζερης φτωχικής ζωής του. Ο γάμος του στο χωριό, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια, κι αυτός από συνοικέσιο, το γνωστό σύστημα δούναι-λαβείν, που δεν υπολόγιζε την άποψη του μέλλοντος γαμπρού, πόσο μάλλον της νύφης, έδειχνε πως δεν “κολλούσε”, δεν ταίριαζε, απ' την αρχή. Έτσι, η “κλίση” του προς το κρασί δυνάμωνε, θέριευε, με τα χρόνια. Ένιωθε πως απάλυνε τους χτύπους του ρολογιού που κυλούσαν ανούσια μέρα τη μέρα. Τώρα αρκούσε ακόμη και μια μισή για να φτιαχτεί, να “φύγει” απ' τα καθημερινά και τα ανούσια, όπως τουλάχιστον τα ΄βλεπε η απελπισμένη του ψυχή.

“Μ' έχουν όλοι τους ξεγράψει!”, τα λόγια αυτά μου τα μετέφερε η Μαριώ κι έμειναν μάλλον ξεχασμένα, μιας κι ο πόνος του άλλου δεν είναι δικός μας πόνος, κάπου πίσω στις “αποθήκες” του μυαλού μου.

.


.... ..... ......

   Πέρασαν κάπου δυο χρόνια από τότε, όταν μου 'ρθε η είδηση ότι τον χτύπησε η “επάρατος”, ξέρεις αυτή η ασθένεια που στο υποσυνείδητό μας πέρασε ως μια απαγορευμένη λέξη, μια λέξη “αποτρεπτικό ξόρκι” που δεν κάνει καν να την ψελίσεις... Τον είδα κάποιες φορές να κάθεται τις ανοιξιάτικες μέρες – τι αντίθεση όμως με τη βαριά του προσωπική βαρυχειμωνιά! - εκεί στη στενή βεράντα του διαμερίσματός του, βαρύτερος απ' ότι παλιά, καθότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, αλλά πολύ χλωμότερος, μ' αυτή την απαίσια κιτρινίλα που ο Χάρος “ζωγραφίζει” τους καλεσμένους του, ενώ ο “σκόλωψ” βαθιά μέσα του, στα “πλεμόνια”, όπως έλεγε η κυρά του, τον έτρωγε λίγο-λίγο. Όμως, δεν τον έβλεπα πάντα μόνο του.

Συχνά, πυκνά τον έβλεπα να παίζει τάβλι, με κάποιο νεότερό του, “ανεψιό από ξάδερφο” όπως λέει η πολύξερη κυρία Νίκη του ισογείου, η οποία, βρήκε κάτι καλύτερο από το κρασί για να απαλύνει το διάβα του χρόνου, την κοινωνική παρατήρηση και κριτική – κάποιοι κακεντρεχείς αυτό το λένε κουτσομπολιό. Να λοιπόν! Δεν τον έχουν ξεγράψει. Στην πραγματικότητα, όχι αυτή που βλέπουμε ζώντας στη δική μας, την εικονική, την υποκειμενική, την εγωκεντρική, αλλά στην ωμή πραγματικότητα, ο Πέτρος ξεγράφτηκε απ' τους “φίλους” του και τη ρέμπελη παρέα του, άλλωστε, τι θέση πια θα 'χε ανάμεσά τους κάποιος “με το 'να πόδι στον τάφο”; Όμως - τι παρήγορο στ' αλήθεια! - είχαν δώσει υπόσχεση αναμεταξύ τους να πάνε να τον αποχαιρετίσουν όταν θα 'ρχόταν η ώρα του!

Ίσως, σκέφτομαι τώρα που πέταξε ψηλά για πάντα, “φεύγοντας” για το τελευταίο “της ζωής του ταξίδιον” ο Πέτρος θα μονολογούσε: “ Αχ! Φίλους, μωρέ, δεν έχω, φίλους!”.


Από τη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου: Κυριακάτικο πρωινό στο πάρκο

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=dROONFLCaks


30.8.26

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας [Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας 

[Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.]

από τον  Κωνσταντίνο Οικονόμου


 Καινή και Ποσειδών

   Ένας άλλος γνωστός σημαντικός Λαπίθης βασιλιάς, ήταν ο Καινέας, που και σ’ αυτόν η Μοίρα του επιφύλαξε οικτρό τέλος, όπως τον Ιξίονα και τον Πειρίθου, γιατί κι αυτός προκάλεσε την «μήνιν», την οργή των θεών. Στα χρόνια που βασίλευε ο Πειρίθους στη Λάρισα, βασιλιάς στη  θεσσαλική Μαγνησία ήταν ο Έλατος. Αυτός απέκτησε γιο τον Πολύφημο και κόρη την Καινή. Αυτής της τελευταίας η ομορφιά ήταν τόσο ακαταμάχητη, που την ζήτησε ο θεός Ποσειδώνας. Εκείνη, επειδή δεν ήθελε να κάνει καθόλου παιδιά, προσποιήθηκε ότι δέχεται, ζητώντας του όμως για αντάλλαγμα να της ορκιστεί ότι θα της έκανα όποιο δώρο του ζητούσε. Όταν αυτός δέχτηκε και δέθηκε με τον όρκο του, εκείνη του αποκάλυψε ότι ήθελε να γίνει άνδρας και μάλιστα άτρωτος. Αυτός, παρ’ όλο που εξαπατήθηκε, αναγκάστηκε να τηρήσει τον όρκο του και να μεταμορφώσει την Καινή σε έναν ατρόμητο άνδρα με το όνομα Καινέας.
  Ο Καινέας χάρις στη μεγάλη του δύναμη γίνεται βασιλιάς των Λαπιθών και ηγείται του πολέμου εναντίον των Κενταύρων και καθώς μάλιστα είναι βέβαιος για την σωματική του ακεραιότητα, ορμάει με το κοντάρι του ανάμεσα στους Κενταύρους σκορπίζοντας το θάνατο, χωρίς κανένας απ’ αυτούς να μπορεί να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Οι Λαπίθες μετά απ’ αυτό θεοποίησαν τον Καινέα και οδήγησαν τον ίδιο στην «ύβρι», την αλαζονεία δηλαδή. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να στήσει το ανίκητο κοντάρι του στην αγορά και να διατάξει τον λαό του να προσκυνούν αυτόν και όχι πια τους ολύμπιους θεούς! Αυτό έφερε την οργισμένη αντίδραση των θεών και του ίδιου του Δία που, καθώς δε μπορούσαν να πάρουν πίσω το χάρισμά του και καθώς κανένα όπλο δεν μπορούσε να τον πληγώσει, ξεσήκωσαν τους Κενταύρους δίνοντάς τους την εντολή να χτυπήσουν με κορμούς δέντρων τον Καινέα και να τον βυθίσουν μέσα στη γη. 

   Πραγματικά οι Κένταυροι έκοψαν πανύψηλους κορμούς ελάτων από το Πήλιο και αφού τον περικύκλωσαν, άρχισαν να τον χτυπούν από μακριά στο κεφάλι, το ένα χτύπημα πάνω στ’ άλλο. Έτσι τον έχωσαν, τον σφήνωσαν μέσα στη γη και από πάνω έβαλαν έναν τεράστιο βράχο για σημάδι. Ο Καινέας, μη μπορώντας πια ούτε να κινηθεί, ούτε να αναπνεύσει, ξεψυχάει κάτω απ’ την επιφάνεια της γης.





29.8.26

Ο Αρίων Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

 

Ο Αρίων

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

Will. Adol. Bouguereau (1825-1905): Arion on a SeaHorse(1855)

ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Αρίων ήταν ένας σπουδαίος λυρικός ποιητής από τα Μήθυμνα της Λέσβου. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Αρίωνα είναι λιγοστές και προέρχονται κυρίως από τον ιστορικό Ηρόδοτο. Δεν γνωρίζουμε καν το έτος γεννήσεως και θανάτου του. Τα περισσότερα που γράφτηκαν γι' αυτόν ανάγονται στη σφαίρα του ελληνικού Μύθου.

  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ο Αρίων έφυγε νωρίς από την πατρίδα του, τη Λέσβο, κι έζησε κοντά στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο (625 - 585 π.Χ.), όπως ήταν τότε η συνήθεια πολλών λυρικών ποιητών. Ήταν ο καλύτερος κιθαρωδός της εποχής του και συνεισέφερε στην εξέλιξη του διθυράμβου, του άσματος της διονυσιακής λατρείας, που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας. Ως ποιητής και συνθέτης έγραψε άσματα (διθυράμβους) και προοίμια (τους λεγόμενους κιθαρωδικούς κανόνες), από τα οποία, δυστυχώς, δεν σώθηκαν ούτε ένας στίχος.

Ο Αρίων σε νόμισμα του Τάραντα
   Ο ΜΥΘΟΣ: Για τη ζωή του υπάρχει μια ιστορία, που μοιάζει περισσότερο με παραμύθι και μας την κληροδότησε ο Ηρόδοτος. Κάποτε, ο Αρίων αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σικελία, με σκοπό την εμφάνισή του στην αυλή κάποιου τυράννου, για τα προς το ζην. Εκεί, αφού με την τέχνη του μάζεψε πολλά χρήματα και πλούτη, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Από τη λακωνική αποικία της Μεγάλης Ελλάδας [Ν. Ιταλία], τον Τάραντα, επιβιβάστηκε σε ένα κορινθιακό πλοίο, μιας και δεν εμπιστευόταν άλλους ναυτικούς. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι ναύτες αποφάσισαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Αρίων προσφέρθηκε να τους δώσει περισσότερα χρήματα, όταν θα έφταναν στην Κόρινθο, για να σώσει τη ζωή του, αλλά μάταια. Τότε, τους παρακάλεσε να του κάνουν μια τελευταία χάρη. Να τον αφήσουν να τραγουδήσει παίζοντας και την κιθάρα του, λίγο πριν από το θάνατό του. Οι ναύτες δέχθηκαν.


Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
: Ο Αρίων, αφού φόρεσε τα επίσημά του ενδύματα, πήρε την κιθάρα στα χέρια του, στάθηκε μπροστά, στην πλώρη του καραβιού και τραγούδησε το λεγόμενο «όρθιο νόμο», έναν ύμνο προς τον θεό Απόλλωνα. Είχε σκοπό, όταν θα τέλειωνε το τραγούδι, να αυτοκτονήσει. Οι ναύτες χάρηκαν πολύ που θ’ άκουγαν τον πιο φημισμένο τότε τραγουδιστή του κόσμου και συγκεντρώθηκαν στη μέση του πλοίου για να τον απολαύσουν. Μόλις ο Αρίων τελείωσε το σκοπό του, έπεσε προς τη θάλασσα. Ένα δελφίνι, που εθεωρείτο το ιερό ζώο του Απόλλωνα, τον πήρε στη ράχη του και τον έβγαλε μετά από πολλές ώρες στο ακρωτήριο Ταίναρο της Νότιας Πελοποννήσου. Από εκεί, ο Αρίων πήγε πεζός στην Κόρινθο, όπου ανέφερε τα καθέκαστα στον Περίανδρο.

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ: Ο Περίανδρος, στην αρχή δεν θέλησε να πιστέψει λέξη από όσα άκουγε. Έτσι, τον φυλάκισε σε αυστηρή απομόνωση περιμένοντας να έρθει το πλοίο. Όταν έφτασε το πλοίο κάλεσε τους ναύτες να του πουν αν ήξεραν τίποτα για τον Αρίωνα. Εκείνοι του αποκρίθηκαν ότι τον είχαν δει στην Ιταλία, ότι ήταν καλά και ότι, όταν έφυγαν, τον άφησαν στον Τάραντα όπου, δήθεν, εργαζόταν. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε εμπρός τους ο Αρίων, ντυμένος όπως ήταν όταν είχε πέσει στη θάλασσα. Οι ναύτες, έκπληκτοι, δεν μπόρεσαν ν’ αρνηθούν τίποτα. Ο Περίανδρος, τότε, διέταξε τη σύλληψη των Κορίνθιων πειρατών και διέταξε το θάνατό τους.


Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΟΝΑ
: “Περίανδρος δὲ ἦν Κυψέλου παῖς, οὗτος ὁ τῷ Θρασυβούλῳ τὸ χρηστήριον μηνύσας. ἐτυράννευε δὲ ὁ Περίανδρος Κορίνθου· τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι, Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον, ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον, καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ. τοῦτον τὸν Ἀρίονα λέγουσι, τὸν πολλὸν τοῦ χρόνου διατρίβοντα παρὰ Περιάνδρῳ, ἐπιθυμῆσαι πλῶσαι ἐς Ἰταλίην τε καὶ Σικελίην, ἐργασάμενον δὲ χρήματα μεγάλα θελῆσαι ὀπίσω ἐς Κόρινθον ἀπικέσθαι. ὁρμᾶσθαι μέν νυν ἐκ Τάραντος, πιστεύοντα δὲ οὐδαμοῖσι μᾶλλον ἢ Κορινθίοισι μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων· τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα· τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι, χρήματα μέν σφι προϊέντα, ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. οὐκ ὦν δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι, ἀλλὰ κελεύειν τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν διαχρᾶσθαί μιν, ὡς ἂν ταφῆς ἐν γῇ τύχῃ, ἢ ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν τὴν ταχίστην. ἀπειληθέντα δὲ τὸν Ἀρίονα ἐς ἀπορίην παραιτήσασθαι, ἐπειδή σφι οὕτω δοκέοι, περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι· ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσεσθαι. καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ, ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην νέα. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην, στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον, τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. καὶ τοὺς μὲν ἀποπλέειν ἐς Κόρινθον, τὸν δὲ δελφῖνα λέγουσι ὑπολαβόντα ἐξενεῖκαι ἐπὶ Ταίναρον. ἀποβάντα δὲ αὐτὸν χωρέειν ἐς Κόρινθον σὺν τῇ σκευῇ καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός. Περίανδρον δὲ ὑπὸ ἀπιστίης Ἀρίονα μὲν ἐν φυλακῇ ἔχειν οὐδαμῇ μετιέντα, ἀνακῶς δὲ ἔχειν τῶν πορθμέων· ὡς δὲ ἄρα παρεῖναι αὐτούς, κληθέντας ἱστορέεσθαι εἴ τι λέγοιεν περὶ Ἀρίονος. φαμένων δὲ ἐκείνων ὡς εἴη τε σῶς περὶ Ἰταλίην καί μιν εὖ πρήσσοντα λίποιεν ἐν Τάραντι, ἐπιφανῆναί σφι τὸν Ἀρίονα ὥσπερ ἔχων ἐξεπήδησε· καὶ τοὺς ἐκπλαγέντας οὐκ ἔχειν ἔτι ἐλεγχομένους ἀρνέεσθαι. ταῦτα μέν νυν Κορίνθιοί τε καὶ Λέσβιοι λέγουσι, καὶ Ἀρίονος ἔστι ἀνάθημα χάλκεον οὐ μέγα ἐπὶ Ταινάρῳ, ἐπὶ δελφῖνος ἐπεὼν ἄνθρωπος. “[Ηροδότου Ιστ. 1.23.1-1.24.8].

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com


Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

   Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=cyCB2GpRhe8


Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης. Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



  ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Αγκαίος, ήταν ένα μάλλον ιστορικό πρόσωπο από την Τεγέα, γιος του βασιλιά των Αρκάδων Λυκούργου και εγγονός του ονοματοδότη της γειτονικής Αλέας, Αλεού. Αδελφός του ήταν ο επίσης Αρκάδας βασιλιάς Έποχος. Ο γιός του Αγκαίου, ο Αγαπήνωρ, βασίλευσε στην Αρκαδία κατά την περίοδο του Τρωικού πολέμου και ήταν ο αρχηγός των Αρκάδων και των Στυμφαλίων στην εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ: Ο Αγκαίος, παρόλο που καταγόταν από βασιλική οικογένεια, δεν είχε τις βασιλικές σκοτούρες ως δευτερότοκος και ήταν φυσικό να το είχε ρίξει στο κυνήγι της περιπέτειας. Γι’ αυτό πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με τον αδελφό του τον Αμφιδάμαντα αλλά και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου.

ΥΠΕΡΟΨΙΑ: Ο Αγκαίος φέρεται από μερίδα μυθικών συγγραφέων ως ο πρώτος που καλλιέργησε αμπέλια στην Πελοπόννησο. Αναφέρεται όμως επίσης ότι η δόξα που είχε αποκτήσει ως Αργοναύτης, τον έκανε να συμπεριφέρεται υπεροπτικά και άσχημα σε όσους δούλευαν στα κτήματά του. Τους μιλούσε συχνά με λόγια προσβλητικά, τους ταπείνωνε χτυπώντας τους για ασήμαντα ζητήματα, ενώ τους πίεζε με ένταση στη δουλειά. Κάποιος γέροντας δούλος, λοιπόν, που δεν άντεχε άλλο την καταπίεση του Αγκαίου, την ώρα του τρύγου, τον καταράστηκε να μην προφτάσει να πιει κρασί από τη νέα σοδειά του. Ο Αγκαίος το άκουσε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Όταν ήρθε η εποχή, ο Αγκαίος άνοιξε τους πίθους με το νέο κρασί και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να πιει το πρώτο ποτήρι από το νέο κρασί, είπε να του φωνάξουν το γέρο δούλο και τον ειρωνεύτηκε δημόσια για τις μάταιες κατάρες του.

  ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ: Εκείνος όμως ο σοφός γέροντας του απάντησε με μια φράση, που έκτοτε έμεινε παροιμιώδης: "Πολλά πέλει μεταξύ κύλικος και χείλεος άκρου", δηλαδή: “υπάρχει μεγάλη απόσταση από το ποτήρι μέχρι τα χείλια”! Πράγματι εκείνη τη στιγμή έφτασε είδηση για την καταστροφή του αμπελώνα του Αγκαίου από κάποιον μεγάλο και άγριο κάπρο. Ο Αγκαίος, έχοντας την εμπειρία από παρόμοια κυνήγια, άφησε κάτω το ποτήρι με το κρασί και έτρεξε μαζί με άλλους να σκοτώσει τον κάπρο, αλλά τελικά το αγριογούρουνο του επετέθη, τον έριξε κάτω και τελικά ο “σίγουρος για τον εαυτό του” Αργοναύτης, ο επηρμένος από την ''ύβριν'' του, κατασπαράχτηκε απ` αυτόν. Έτσι η κατάρα του ταλαιπωρημένου δούλου έπιασε και ο Αγκαίος δεν ήπιε ποτέ από το καινούργιο κρασί του!

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


23.8.26

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna - από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου




   Το όνομα της γυναίκας ήταν Μπράινα. Μια απλή Εβραία της διασποράς. Ξεκίνησε από μια μικρή πόλη στα σύνορα Λευκορωσίας και Πολωνίας. Πέρασε έναν ωκεανό χωρίς τίποτα, χωρίς να έχει πάει σχολείο, χωρίς αγγλικά, χωρίς εγγύηση για τίποτα, απλά και μόνο με ένα εισιτήριο που της αγόρασε ένας άντρας, ο νόμιμος σύζυγός της με το όνομα Χέρσελ. Αυτός της είχε υποσχεθεί μια καλύτερη ζωή στην Αμερική.

   Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Άμστερνταμ της Νέας Υόρκης, μια συνοικία εργατών, διάσπαρτη με μύλους, μακριά από τα όνειρα που είχε κουβαλήσει, μακριά από εκείνο που ήλπιζε πως θα ερχόταν, γιατί η καλύτερη ζωή δεν ήρθε ποτέ. Εκείνος, ο Χέρσελ, μάζευε κουρέλια και σκουπίδια για να ζήσει. Τα λιγοστά που κέρδιζε, εξαφανίζονταν πολύ γρήγορα στη χαρτοπαιξία και το αλκοόλ. Ήταν μαζί της σκληρός και αδιάφορος, ένας τύπος που απλώς ύψωνε για ασήμαντο λόγο τη φωνή του, συνεχώς. Η Μπράινα μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη της. Έξι κόρες και ένα γιο!

Ήταν σε ένα σπίτι που πάντα κυριαρχούσε η πείνα. Ο άντρας τη φώναζε συνέχεια ''έι εσύ!'', ούτε καν την ονομάτιζε. Είπαμε ότι δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει, αλλά για να βγάζει ένα γλισχρό εισόδημα έπαιρνε ρούχα για να πλένει, έτριβε πατώματα, και όταν δεν έφταναν τα χρήματα ούτε για φαγητό, πήγαινε μέχρι το γειτονικό Εβραίο χασάπη, Εβραία και ίδια, με μια αξιοπρεπή παράκληση ίδια κάθε φορά.

«Κύριε, τα κόκαλα που δεν χρειάζεσαι, μπορώ να τα πάρω;» Πρόθυμα εκείνος της έδινε τα άχρηστα για εκείνον κόκαλα και εκείνη τα έβραζε για ώρες. Εκείνη η αραιή σούπα τροφοδοτούσε την οικογένεια για μέρες. Ο μικρότερος γιος, ο μοναδικός της, ο Ίσουρ, ή όπως τον φωνάζαν όλοι ο Ίζη, τα παρακολουθούσε όλα αυτά. Έβλεπε με τα παιδικά του μάτια τη μάνα του να παλεύει για αυτούς, με ό,τι είχε και και δεν είχε. Κάποια μέρα της είπε ξαφνικά ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. Εκείνη δεν γέλασε, δεν του είπε να κάνει κάποιο πιο πρακτικό επάγγελμα. Έτσι της έλεγε λοιπόν αυτό το φτωχό αγοράκι, με τα κουρέλια του, κάνοντας τα σχέδια του, με το παιδικό του μυαλό, για μια πόλη που καλά-καλά δεν την γνώριζε.

   Λίγα χρόνια αργότερα ο Ίζη έφυγε, πάλεψε, άνοιξε δρόμο με νύχια και δόντια και τελικά ο κόσμος τον γνώρισε με το όνομά του, σαν Κέρκ Ντάγκλας, έναν από τους μεγαλύτερους ιστορικούς σταρ της χρυσής εποχής - δεκαετία 1960 - του Χόλυγουντ. Οι τίτλοι και οι ρόλοι που έπαιξε όλο και κάτι μας θυμίζουν: ''Σπάρτακος, Οι δρόμοι της δόξας, Πόθοι για ζωή'', κ.ά.

   Ήταν πια ένα όνομα θρύλος, αλλά ποτέ δεν ξέχασε εκείνη τη σούπα με τα κόκαλα με την οποία μεγάλωσε. Ποτέ δεν ξέχασε την Μπράινα, τη μητέρα του, τη γυναίκα που την έφτιαχνε. Όταν ο Κερκ ίδρυσε τη δική του εταιρεία, παραγωγής ταινιών, δεν την ονόμασε με κάποιο λαμπερό όνομα άλλο ούτε με το δικό του.

  Την ονόμασε Bryna [Μπράινα] Productions, προς τιμήν της. Τη χρονιά 1958 η Bryna Productions κυκλοφόρησε τους ''Βίκινγκς'', μια από τις καλύτερες επικές πολεμικές ταινίες εκείνης της χρονιάς. Ο Κέρκ είχε κάτι, μια έκπληξη, που έπρεπε να δείξει τη μητέρα του. Έτσι την πήρε μαζί του και πήγαν στην ονομαστή πλατεία της Νέας Υόρκης, την Time Square.

   Μέσα σε όλα εκείνα τα φώτα, εκείνο το θόρυβο, το αδιανόητο αμερικάνικο υπερθέαμα, στάθηκε μπροστά σε μια τεράστια πινακίδα και της έδειξε κάτι. Τι έγραφε αυτή η πινακίδα; ''Bryna presents the Vikings''. Το όνομά της τεράστιο, φωτεινό, με φώτα από νέον που αναβόσβηναν! Η γυναίκα εκείνη που δεν είχε ποτέ της μάθει να διαβάζει, έβλεπε μπροστά της, επιβλητικό, τεράστιο, το όνομά της, το έβλεπε να στέκει εκεί στην Τime Square και έκλαιγε. Αυτή τη φορά όχι από πόνο, από στεναχώριες, από θλίψεις, αλλά, για μια φορά, από χαρά.

  Μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο του 1958, η Μπράινα πέθανε ήσυχα με το γιο της στο πλευρό. Οι τελευταίες λέξεις προς αυτόν δεν έκρυβαν φόβο ή λύπη. Ήταν το ένστικτο μιας μητέρας μέχρι την τελευταία τη στιγμή. «Ίζη, γιε μου, μη φοβάσαι. Αυτό συμβαίνει σε όλους. Έτσι είναι ο θάνατος.” Ακόμα και την ώρα που πέθαινε προσπαθούσε να τον προστατεύσει. Ο Κερκ έζησε 103 χρόνια. Σταρ του Hollywood, φιλάνθρωπος, πατέρας του γνωστού ηθοποιού Michael Douglas, κατόρθωσε τόσο σπουδαία πράγματα, που, εκείνο το αγόρι που έτρωγε σούπα από κόκαλα, δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί.

   Έτσι, από τότε κάθε ταινία που ανέφερε στην παραγωγή ''a Bryan production'' ήταν μια αναφορά, ένα γράμμα αγάπης, γραμμένο με φώτα, από ένα γιο, που ποτέ δεν ξέχασε την υπερπολύτεκνη βασανισμένη μητέρα του. Μια μητέρα που τροφοδοτούσε μια ολόκληρη οικογένεια με κόκαλα και κατάφερε τελικά να βρει αρκετή αγάπη και αναγνώριση, έστω, στο ηλιοβασίλεμα της ζωής της. Σίγουρα άξιζε με το παραπάνω να έχει το όνομά της εκεί, ψηλά στα φώτα.

Κι ο μικρός της γιός φρόντισε να ζήσει, για να το δει.



21.8.26

Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα (1899) του Αλεξ. Παπαδιαμάντη κείμενο και audiobook, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου + ΒΙΝΤΕΟ

 

Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα (1899) 
του Αλεξ. Παπαδιαμάντη 
κείμενο και audiobook, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
+ ΒΙΝΤΕΟ

Ἐμβαρκάρισαν καὶ οἱ τρεῖς, ἀπὸ τὴν παλαιὰν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην ἀποβάθραν, κάτω ἀπὸ τὸ κυματόπληκτον σπιτάκι τῆς Μορφούλαινας, ὁ Καλούμπας, ὁ Νιόγαμβρος καὶ ὁ Μπαμποῦκος. Τὸ παλαιὸν θαλασσόπληκτον σπιτάκι εἶχε δοθῆ ἕνα καιρὸν ὡς προὶξ εἰς τὴν Μορφούλαιναν, ἀκολούθως εἶχε μεταβῆ ὡς κληρονομία εἰς τὴν θυγατέρα της καὶ τέλος εἶχε δοθῆ εἰς τὴν θυγατέρα τῆς θυγατρός της.
Μίαν Κυριακήν, περὶ τὰ μέσα Νοεμβρίου, εἶχε τελεσθῆ ὁ γάμος. Ὅλη ἡ γειτονιὰ καὶ ἄλλοι καλεσμένοι εἶχον διασκεδάσει ὁλονυχτὶς μὲ ᾄσματα καὶ χοροὺς καὶ μὲ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Καὶ μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω ἀπὸ τὸ παλαιὸν σπιτάκι, ἀπὸ τὴν σκάλαν τὴν θαλασσοφαγωμένην, ἀπὸ τὰ γρίφια* καὶ τὰς πέτρας τὰς τραχείας καὶ παραμερισμένας, ἐμβῆκαν εἰς τὴν φελούκαν ὁ Καλούμπας, ὁ Νιόγαμβρος καὶ ὁ Μπαμποῦκος, διὰ νὰ ὑπάγουν πρὸς ἁλιείαν.
Ὁ Καλούμπας ἦτον ὁ ἐξακουστὸς ψαρὰς μὲ τὸ ἕνα χέρι ―τὸ ἄλλο τοῦ τὸ εἶχε φάγει ἡ δυναμῖτις― ὁποὺ ἡλίευε τοὺς περιφήμους ὀρφούς, ἀπὸ 5 ἕως 12 ὀκάδων τὸ βάρος, τοὺς ὁποίους ἔδενεν ὡς βόδια ἀπὸ τὴν πρύμνην τῆς βάρκας, καὶ τοὺς ἔσυρεν εἰς τὸ κῦμα ζωντανούς, μὲ τὸ τεράστιον ἄγκιστρον εἰς τὸ ρύγχος, ἑτοίμους πρὸς σφαγὴν ἅμα δύο ἢ τρεῖς ἀγορασταὶ προσήρχοντο. Ὁ Μπαμποῦκος ἦτον γηραιὸς θαλασσινός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ σαράντα χρόνους εἶχε γυρίσει ὅλην τὴν Μαύρην καὶ τὴν Ἄσπρην θάλασσαν, τὴν Μεσόγειον καὶ μέρος τοῦ Ὠκεανοῦ, ὡς λοστρόμος μὲ τὰ καράβια. Εἶτα εἶχε ζητήσει νὰ λάβῃ σύνταξιν, ἀλλὰ «τὰ χαρτιά του δὲν ἦσαν καλά», τοῦ εἶπαν. Τώρα ἐπήγαινεν ὡς σύντροφος μὲ μισὸ μερίδιον, μὲ τὰς λέμβους τὰς ἁλιευτικὰς καὶ πορθμευτικάς. Ὁ Νιόγαμβρος εἶχε στεφανωθῆ τὴν πρὸ πέντε ἑβδομάδων Κυριακήν, καὶ ὁ γάμος δὲν εἶχε σαραντίσει ἀκόμη.
Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ Καλούμπας καὶ ὁ Νιόγαμβρος ἐπερίμεναν τὸν Μπαμποῦκον πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ λύσουν τὴν μπαρούμαν* καὶ ἀποπλεύσουν. Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ Μπαμποῦκος ἔτρεχεν ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ μονοπάτι εἰς κρημνόν, κυνηγῶν τὸν υἱόν του, τὸν Πάπον. Οἱ ἄλλοι δύο υἱοὶ τοῦ γερο-Μπαμπούκου ἔλειπαν. Ὁ ἕνας ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια· ὁ ἄλλος ὑπηρέτει εἰς τὰ βασιλικά. Ἐκ τῶν θυγατέρων του ἄλλη εἶχεν ἀποθάνει, ἄλλη ὑπανδρεύθη εἰς τὰ ξένα, ἄλλη εὑρίσκετο εἰς ξένον σπίτι. Βάκτρον τοῦ γήρατός του, διὰ νὰ ὑποβαστάζῃ τὰ ρευματισμένα καὶ ξεπαγιασμένα γόνατά του, ὁ γέρων θαλασσινὸς δὲν εἶχε παρὰ τὸν υἱόν του τὸν Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ἐτῶν, τὸν ὁποῖον εἶχε παρονοματίσει μὲ γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» ἡ μακαρίτισσα ἡ Ἀργυρώ, ἡ σύζυγος τοῦ Μπαμπούκου.
Ἀλλ᾽ ὁ Πάπος τοῦ ἔφευγεν. Ἐπηδοῦσεν ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν. Ἀγαποῦσε πολὺ νὰ τρέχῃ, νὰ χαζεύῃ καὶ νὰ μὴν ὑπακούῃ. Ὅταν δὲν εὑρίσκετο εἰς τοὺς αἰγιαλούς, κυνηγῶν καβούρια εἰς τὰ θαλάμια*, ἢ μικρὰ χταποδάκια ἐν καιρῷ γαλήνης εἰς τὰ ρηχά, ἔτρεχεν εἰς τὰ Κοτρώνια, ἄνωθεν τῆς συνοικίας, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ὅπου ἦτο κτισμένον, σιμὰ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγ. Νικολάου, ὑψηλὰ ἐν ἀπόπτῳ, τὸ σπιτάκι των. Ἐκυνηγοῦσε τὰς φωλεάς. Δὲν ἄφηνε μικρὰν κουκουβάγιαν νὰ μεγαλώσῃ, διὰ νὰ μὴ λαλοῦν ἀπαισίως τὴν νύκτα εἰς τοὺς βράχους. Ἂν ἔπεφτε μικρὸς γλάρος εἰς τὰ χέρια του, τοῦ ἔκοφτε τὰ φτερά, κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ μάθῃ ἀπ᾽ αὐτὸν τὴν τέχνην, πῶς νὰ καταπίνῃ χωρὶς νὰ μασᾷ τὰ μικρὰ γλυκά, ὅσα κατώρθωνε νὰ κλέπτῃ ἀπὸ τὸν Βασίλην τὸν Καραμελᾶν.
Ἡ θαλασσία ἐκδρομὴ ἔμελλε νὰ διαρκέσῃ 48 ὥρας ἢ τὸ πολὺ τρεῖς ἡμέρας. Ὁ Μπαμποῦκος δὲν ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ τὸν υἱόν του νὰ «ξεμπουρδαλιάζῃ»* καὶ ἐζήτει νὰ τὸν πάρῃ μαζί. Ἀλλ᾽ ὁ Πάπος ἀγαποῦσε, ναί, τὶς βάρκες, ἀγαποῦσε καὶ τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ δὲν ἔστεργε τὴν πειθαρχίαν. Ἡ βάρκα ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἔπλεε μὲ δύο ἄλλους ἀκόμη ὁ πατήρ του, θὰ ἦτο ὡς πλωτὴ φυλακὴ δι᾽ αὐτόν. Καὶ ἅμα ἐμυρίσθη, ὅτι ὁ πατήρ του ἐσκέπτετο νὰ τὸν πάρῃ μαζί, ἐφρόντισε νὰ γίνῃ ἄφαντος.
Ὁ γέρων τὸν ἐκυνήγησε. Μίαν ἢ δύο φορὰς εἶδε τὸν «διακαμό* του», τὸν φεύγοντα ἴσκιον του, ὄπισθεν τῶν βράχων. Ὁ Πάπος ἤξευρε πολλὰ «κατσαμάκια»*, ἤτοι ἑλικοειδεῖς κινήσεις, καὶ τὰ ποδάρια του «τὸν ἄκουαν». Δὲν ἔπασχεν ἀπὸ ρευματισμούς. Ὁ γερο-Μπαμποῦκος ποῦ νὰ τὸν φθάσῃ!
Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, ἐπέστρεψεν ὁ Μπαμποῦκος ἄπρακτος, πλησίον τῶν δύο συντρόφων του, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομόνουν.
― Μὰ ἔλα δά! ἔκραξε πρὸς αὐτὸν ὁ Καλούμπας, ἅμα τὸν εἶδε νὰ ἔρχεται χωρὶς τὸν υἱόν του· ἔλα, κι ἂς κουρεύεται!
― Καλύτερα, λείπει κι ὁ μπελάς του, παρετήρησεν ὁ Νιόγαμπρος.
Ὁ γέρων θαλασσινὸς ἔκυψεν, ἔλυσε τὴν μπαρούμα, κ᾽ ἐπήδησε στὴν βάρκα. Ὁμοίως καὶ οἱ ἄλλοι δύο.
― Μοῦ ἔβγαλε τὴν ψυχὴ ἀνάποδα, τὸ διαολόσκυλο, εἶπεν ὁ Μπαμποῦκος, νὰ τρέχω νὰ τὸν κυνηγῶ.
Ἦτον πράγματι πολὺ ὠργισμένος. Ἅμα ἐμβῆκεν εἰς τὴν βάρκαν, ἐξέχασε νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του, μόνον εἶπεν αὐτομάτως, χωρὶς νὰ σκεφθῇ:
― Καλὸ πνίξιμο, παιδιά!
Ὁ Καλούμπας ἐκάγχασεν· ὁ Νιόγαμπρος ἐσιώπησεν. Ἡ Νιόνυφη, ἡ σύζυγός του, ἥτις τοὺς ἐκοίταζεν ἀπὸ τὸ παράθυρον, ἤκουσε τὸν ἀπαίσιον ἀστεϊσμόν, τὸ λευκὸν μέτωπόν της συνωφρυώθη, καὶ στεναγμὸς ἐφούσκωσε τὸ εὔκολπον στῆθός της.
― Ἀστοχιὰ στὸ λόγο σου, ἐψιθύρισε.
Τῆς ἦλθε τότε ἡ παράξενος ἰδέα νὰ φωνάξῃ ὀπίσω τὸν σύζυγόν της, νὰ τὸν κρατήσῃ, νὰ μὴ τὸν ἀφήσῃ νὰ ὑπάγῃ. Ἀλλ᾽ ἡ τόλμη τῆς ἔλειπε καὶ θάρρος ἀρκετὸν δὲν εἶχεν ἀποκτήσει. Ἤξευρεν ὅτι ἐκεῖνος θὰ τὴν ἔσκωπτεν ἴσως καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐπείθετο.
Μόνον ὅταν ἀπεμακρύνθη ἡ βάρκα, τῆς ἦλθον εἰς τὴν μνήμην ἄλλαι τινὲς περιστάσεις καὶ οἱ φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ὁ γαμπρὸς αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖον πρὸ πέντε ἑβδομάδων εἶχε στεφανωθῆ, ἦτο «ταβατζίδικος»*, ἤτοι διαφιλονικούμενος, βλασφημημένος, εἶχεν ἄλλον ἀρραβῶνα, τὸν ὁποῖον διέλυσε πρὸ μικροῦ, εἰς τὴν γειτονεύουσαν νῆσον, ὁπόθεν κατήγετο. Τῆς ἔλεγαν ὅτι ἡ πρῴην πεθερά του ἤξευρε μάγια, ὅτι θὰ τὸν ἐμάγευε καὶ θὰ τοὺς ἔκαμνε κακόν. Ποῦ ἤξευρε κι αὐτὴ ἡ κακομοίρα; Αὐτὸν τῆς ἔδωκαν, αὐτὸν ἐπῆρε.
Ἀλλὰ καὶ τὰ χρυσοκέντητα ροῦχα, τὰ νυφιάτικα, τὰ ὁποῖα εἶχε φορέσει διὰ νὰ στεφανωθῇ, κι αὐτὰ ἐπίσης ἦσαν βλασφημημένα.
Οἱ γονεῖς της τῆς τὰ εἶχαν ἀγοράσει ἕτοιμα ἀπὸ μίαν μητέρα, τῆς ὁποίας ἡ κόρη εἶχε καταβῆ εἰς τὸν τάφον, πρὶν γίνῃ νύφη διὰ νὰ τὰ φορέσῃ. Ὤ, κακοσημαδιά.
Καὶ ἡ Νιόνυφη ἔκλαυσε.
Ἐν τοσούτῳ ἡ θαλασσία ἠχὼ ἤκουσε τὸν ἀπαίσιον ἀστεϊσμὸν τοῦ γέροντος ναύτου, καὶ ἀπὸ κῦμα εἰς κῦμα τὸν μετεβίβασεν ὄχι εἰς τὴν ἀντιπέραν ἀκρογιαλιάν, ἐκεῖ ὅπου ἁπλώνονται φιλοπαίγμονα τὰ ἥμερα γαλανὰ κύματα, ἀλλ᾽ εἰς τὸ κέντρον τοῦ πόντου, ὅπου ὁ βυθὸς ὁ ἀμέτρητος, ἡ ἄβυσσος ἡ τρομακτική· ἀλλ᾽ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ πελάγους, παρὰ τὰς ἀκτὰς τὰς ἀπορρῶγας καὶ τιτανείους, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ ἔλεος, ἀλλὰ μανία καὶ φρίκη.
Ἄλλος θεατὴς τῆς ἀπομακρυνομένης λέμβου, ἐκτὸς τῆς Νιόνυφης, δὲν ἦτον, εἰμὴ ἡ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι. Εὐθὺς μετ᾽ ὀλίγον, ὁ Πάπος, φαγκρίζων καὶ γελῶν, ὡς προσωπὶς ἀποκριάτικη, κάτισχνος, μελαψός, καὶ ἡλιοψημένος, ἦλθε πλησίον ἐκεῖ, ἅμα ἡ λέμβος ἐμακρύνθη ὡς πενῆντα ὀργυιές, κι ἐκοίταζε τοὺς ναυβάτας, καθ᾽ ἣν στιγμὴν ἄφηναν τὰ κουπιά, καὶ ἡτοιμάζοντο νὰ κάμουν πανιὰ πρὸς τὸ πέλαγος.
― Καλὸ κατευόδιο, πατέρα μου, εἶπε.
― Γιατί, παλιόπαιδο, δὲν πῆγες μαζί; τὸν ἠρώτησεν ἡ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι.
― Γιὰ νὰ ρωτᾷς ἐσύ, ἀπήντησε θρασὺς ὁ Πάπος.
― Καὶ ποῦ θὰ ἐρμοκατιάσῃς* τὸ βράδυ νὰ ψοφολοήσῃς; Ὁ πατέρας θὰ πῆρε μαζὶ τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ σας.
―Ἔρχομαι στὸ σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, ποὺ ἔχει τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴ μισὴ σκεπή, ἀπήντησε πανούργως ὁ μάγκας.
― Ἂν θέλῃς, ἔλα, εἶπεν ἡ πτωχὴ γραῖα.
Ἡ Σειραϊνὼ ἐκουβαλοῦσε στάμνες στὰ σπίτια ἀπὸ τὰ πηγάδια καὶ τὰς βρύσεις τοῦ χωριοῦ. Ἐρρόφα ταμβάκον, ἦτο συμπαθεστάτη πρὸς τοὺς πάσχοντας, κ᾽ ἐπαρηγόρει τὸν γερο-Γατζῖνον καὶ τὸν γερο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αὐτοὺς πῶς νὰ ὑποφέρωσι τὰ γηρατεῖα, οἵτινες εἶχον κοινωνικὴν ὑπόστασιν, καὶ εἶχον υἱοὺς καὶ θυγατέρας. Κι αὐτὴ ἦτον ἔρημη καὶ μοναχὴ εἰς τὸν κόσμον.
Εἶχε χαρίσει τὸ σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εἰς μίαν γειτονοπούλαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐσυμπάθησε, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατί. Μὲ τὴν δωρεὰν ταύτην ὡς προῖκα ὑπανδρεύθη ἡ πτωχὴ γειτονοπούλα. Ἡ Σειραϊνὼ εἶχε ξεχειμωνιάσει δύο χρονιὲς εἰς τὸ μισοχαλασμένον σπίτι τῆς Σκυριανίνας, τῆς μακαρίτισσας. Τὸ σπίτι εἶχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ἕνα ξυλότοιχον καὶ μισὴν στέγην, ἀνοικτόν, χωρὶς χώρισμα. Ὁ τέταρτος τοῖχος εἶχε καταρρεύσει πρὸ πολλοῦ.
Καθ᾽ ὅλας τὰς πιθανότητας, ἔμελλε κ᾽ ἐφέτος νὰ ξεχειμωνιάσῃ εἰς τὸ ἴδιον οἴκημα. Ἐὰν ἡ κόρη, τὴν ὁποίαν εἶχε προικίσει, δὲν εὕρισκε τύχην τόσον γρήγορα νὰ ὑπανδρευθῇ, θὰ εἶχεν ἡ Σειραϊνὼ καταφύγιον μένουσα ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην μ᾽ ἐκείνην. Ἀλλ᾽ ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὸ καλὸν σωστὸν καὶ τὴν ἀπήλλαξε τῆς παρουσίας της.
Εἰς τὸ σπίτι μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους ἐπῆγε πράγματι νὰ κοιμηθῇ τὴν νύκτα ὁ Πάπος. Τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἄφηνεν ὁ τέταρτος τοῖχος ἐφράττετο ἐν μέρει μὲ ἓν παλαιὸν καραβόπανον, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε χαρίσει ἄλλος πάλιν γείτων.
― Κ᾽ ἐβάσταξε ἡ ψυχή σου, μωρέ, νὰ μὴν πᾷς μὲ τὸν πατέρα σου ποὺ σὲ ἤθελε; εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἅμα οὗτος κατεκλίθη τυλιχθεὶς εἰς παλαιὰν τριμμένην βελέντζαν.
Εἰς ἀπάντησιν ὁ Πάπος ἤρχισε νὰ ροχαλίζῃ.
Τὸ φεγγάρι εἶχε «πιασθῆ χειμωνιάτικο», καὶ ὅλοι ἔλεγαν, «δίπλα φεγγάρι, ὁλόρθος καραβοκύρης». Τὴν πρώτην ἡμέραν ἦτο εὐδία, καὶ τὴν δευτέραν ὣς τὸ δειλινόν. Πρὸς τὸ βράδυ ὁ καιρὸς ἐχάλασεν. Ἀπειλητικὰ σύννεφα εἶχον σωρευθῆ πρὸς βορρᾶν καὶ πρὸς ἀνατολάς, τὴν νύκτα ὁ καιρὸς ἐχειροτέρευσε πολύ, καὶ πρὸς τὸ πρωὶ ἀγρίεψε. Βροχή, ἄνεμος, τρικυμία.
Καιρὸς δι᾽ ὀψάρευμα δὲν ἦτο πλέον. Ἡ βάρκα δὲν ἐφάνη νὰ γυρίσῃ. Οἱ ναυτικοὶ ἔλεγον, ὅτι ὁ ἄνεμος δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ πλησιάσουν οἱ τρεῖς ἁλιεῖς εἰς τὴν ἀπέναντι στερεάν, ἀλλ᾽ ἢ θὰ εὑρίσκοντο τρυπωμένοι εἴς τινα μικρὰν ἀγκάλην τῆς ἀκτῆς τῆς νήσου, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐρριψοκινδύνευσαν νὰ ἐπαναπλεύσουν εἰς τὸν λιμένα. Πιθανὸν νὰ ἦσαν εἰς τὸ πέλαγος. Βεβαίως ἡ βάρκα θὰ ἔπλεε ξυλάρμενη*· ἐντὸς ὀλίγου ἔπρεπε νὰ ἔλθουν. «Ὅπου εἶναι, θὰ φανοῦν».
Τὴν δευτέραν νύκτα ὁ Πάπος «ἐκάτιασε»* πάλιν ἢ «ἐκούρνιασε», καθὼς αἱ ὄρνιθες καὶ τὰ περιστέρια, εἰς τὸ σπίτι μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴν μισὴν στέγην. Καθὼς εἶχεν ἀρχίσει νὰ βρέχῃ χιονόνερον, καὶ νὰ βοΐζῃ ὁ ἄνεμος σείων τὸ καραβόπανον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο πασχίζον νὰ φράξῃ τὸ φοβερὸν χάσμα τοῦ τοίχου καὶ τῆς ὀροφῆς, ὅπως τὰ ράκη καλύπτουσι τὴν γύμνωσιν τῆς πτωχείας, κ᾽ ἐγίνετο βοή, κ᾽ ἐκρότουν ἀπὸ τὸ ψῦχος τὰ ὀλίγα δόντια ποὺ ἔμενον εἰς τὸ στόμα τῆς Σειραϊνῶς, ὁ Πάπος ἔτριζε τὰ δόντια τὰ ἰδικά του, παρόμοια μὲ μουτσούνας Ἀράπη, τὴν ἀποκριά, κ᾽ ἔτριβε τὰς χεῖρας καὶ ἐφώναζε:
― Κοίτα, θεια-Σειραϊνώ, θεια-Σειραϊνώ… Δὲν σοῦ φαίνεται σὰν ν᾽ ἀρμενίζουμε στὸ πέλαγο τώρα, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, μὲ τὴ βάρκα τοῦ Καλούμπα; Ὅλο τὸ ἴδιο δὲν εἶναι; Ἀκοῦς, θεια-Σειραϊνώ, πῶς πέφτει ἡ βροχή, πῶς βοΐζει ὁ ἀέρας, βρρρρ!… κρρρρ!… μπρρρ!… θεια-Σειραϊνώ.
Τὴν τρίτην νύκτα, ἤτοι μετὰ νυχθήμερον καὶ ἑξάωρον ἀπὸ τῆς δείλης τῆς Δευτέρας, ὁ Πάπος δὲν ἐφάνη πλέον ἐκεῖ. Ἡ θεια-Σειραϊνὼ τὸν ἐπερίμενεν ἀργά, ἕως τὰ μεσάνυκτα, κ᾽ ἠρώτα ὅλας τὰς γυναῖκας τῆς γειτονιᾶς ἐὰν τὸν εἶδαν. Ἀλλὰ μάτην. Ὁ Πάπος δὲν ἦλθε.
Ἐπὶ τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἐπὶ τῆς προβλῆτος ἄκρας, ἐξ ἧς σχηματίζεται ὁ λιμὴν ἓν μίλιον ἀντικρὺ τῆς πολίχνης, ἐνύκτωνεν ἤδη καὶ κάτι ζωντανὸν ἐσάλευεν ἐκεῖ, πλησίον εἰς μίαν σπηλιάν, κάτω ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸν ἀπόκρημνον βράχον. Εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Μὲ τὴν ἀμφιλύκην τῆς νυκτός, ὑπὸ τὸν συννεφιασμένον οὐρανὸν τῆς τρικυμίας, δὲν ἐφαίνετο πλέον ἂν ἦτο ἀγρίμιον ἢ παιδίον τὸ ζωντανόν, τὸ ὁποῖον ἐκινεῖτο ἐκεῖ εἰς τὸ σκότος.
Ὁ Πάπος εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐντρέπεται, διότι δὲν εἶχεν ὑπάγει μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του. Ὅλοι οἱ θαλασσινοὶ ἔλεγον, τοὺς ἤκουεν αὐτὸς νὰ λέγουν, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ τις καλὸς ναυτικός, πρέπει νὰ περάσῃ ἀπὸ φουρτούναν, ἀπὸ πολλὲς μάλιστα φουρτοῦνες. Κ᾽ ἔπειτα νὰ «κατιάζῃ» τις, ἀπαράλλακτα ὅπως οἱ κόττες, στὸ σπιτάκι τῆς θεια-Σειραϊνῶς μὲ τοὺς τρεῖς τοίχους καὶ τὴν μισὴν στέγην καὶ μὲ τὸ καραβόπανον, δοκιμάζει ὅλα τὰ δυσάρεστα τῆς τρικυμίας ― χωρὶς νὰ μπορῇ ποτὲ νὰ γίνῃ καλὸς ναυτικός.
Ὡς εἶδεν ὁ Πάπος ὅτι παρῆλθον σαρανταοκτὼ ὧραι, καὶ ἡ βάρκα δὲν ἐφάνη πουθενά, καὶ οἱ θαλασσινοὶ ἔλεγαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι εἰς τὴν ἀντιπέραν ἀκτήν, ἀλλὰ κάπου περὶ τὴν νῆσον θὰ εὑρίσκεται, καὶ πιθανὸν νὰ φανῇ ὁσονούπω ― τὸ κακοκέφαλον παιδίον ἀνησύχησεν, ὅσον μποροῦσε ν᾽ ἀνησυχήσῃ, κ᾽ ἔφερεν ὅλον τὸν γῦρον τοῦ λιμένος, κ᾽ ἔφθασεν ἀντικρὺ πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐκπλεύσει ἡ βάρκα. Ἐκεῖ ἔμενε, κ᾽ ἐκοίταζε τὸ πέλαγος, τὸ χορεῦον ἀπὸ ἀγρίαν τρικυμίαν, κι ἀγνάντευε, ζητοῦν νὰ ξανοίξῃ πουθενὰ τὴν βάρκαν. Κ᾽ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του μέσα βαθιά, κ᾽ ἐδάκνετο ἡ καρδιά του, διότι εἶχε κάμει παρακοὴν καὶ δὲν ἐπῆγε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του.
Ἡ χιονώδης βροχὴ εἶχε διακοπῆ, καὶ πάλιν ἐπανελήφθη, καὶ πάλιν ἔπαυσε. Καὶ ὁ ἄνεμος, βορειανατολικός, Γραῖος, ἐφύσα δυνατά, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν ὁποὺ μποροῦσεν ὁ Γραῖος νὰ ἔχῃ, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Πάπος ᾐσθάνετο ὅτι δὲν μποροῦσεν αὐτὸς νὰ ἔχῃ ποτέ, μόλις δὲ τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἐπίστευεν ὅτι μποροῦσε νὰ ἔχῃ.
― Κάμε, Θέ μου, ἔλεγεν ὁ Πάπος, νά ᾽ρθῃ ὁ πατέρας μου, καὶ νὰ μὴ μὲ καταριέται ποὺ δὲν ἐπῆγα μαζί του. Ἅι μ᾽ Νικόλα μ᾽, ποὺ σ᾽ ἔχω γείτονα, οὔτε σοῦ ἔφερα ποτὲ κερὶ καὶ λιβάνι… ἄχ! καμμιὰ φορὰ ἔκλεψα κανένα σπίρτο ἢ κανέν᾽ ἀπόκερο ἀπὸ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησιδάκι σου, μπροστὰ στὸ κόνισμά σου, ὁποὺ σὺ ἔκανες πὼς δὲ μὲ γλέπεις… γιὰ νὰ κυνηγῶ τὶς νυχτερίδες καὶ τὰ κουκουβαϊόπουλα τὴ νύχτα… μὴ μὲ ξεσυνερίζεσαι, καὶ φέρε γλήγορα τὸν πατέρα μου πίσω… καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμᾷ ποὺ δὲν πῆγα μαζί του… κ᾽ ἐγὼ νὰ σοῦ φέρω ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα, ὅσα σπίρτα καὶ κεριὰ σοῦ ἔκλεψα.
Μὲ τὴν ἀμφιλύκην τῆς ἑσπέρας εἶχεν ἰδεῖ ὁ Πάπος, πέραν ἐκεῖ, ἀνοικτά, εἰς τὸ πέλαγος, ἕνα πρᾶγμα ὡσὰν φελλόν, ὡσὰν κέλυφος καρυδίου, νὰ παραδέρνῃ καὶ νὰ κατέρχεται εἰς τὸν ἀφρὸν τῶν κυμάτων. Λευκὸν ἱστίον ὄχι, ἀλλὰ μαῦρον πρᾶγμα ὡς μίαν κηλῖδα. Ὕστερον ἐπυκνώθη ἡ ἀμφιλύκη καὶ ἔγινε νύξ. Καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ὥρα ἀρκετή, πόση δὲν ἤξευρεν, ἀλλὰ «μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα», τοῦ ἐφάνη ν᾽ ἀκούσῃ βρόντον, εἶτα συγκεχυμένας κραυγάς, εἶτα πάλιν συριγμοὺς ὀξεῖς καὶ φοβερὸν ροῖβδον, εἶτα τὸν ρόχθον τοῦ κύματος, ὅστις τὰ συνεκάλυπτεν ὅλα καὶ τὸν ὀξὺν γογγυσμὸν τοῦ ἀνέμου, ὅστις τὰ ἔπνιγεν ὅλα.
Ὁ Πάπος ἤλπισεν, ἐπίστευσεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ μελανὸν σημεῖον ἦτο, χωρὶς ἄλλο, ἡ βάρκα, ἡ φέρουσα τὸν πατέρα του. Καὶ ἤκουσε τὸν ρόχθον ἐκεῖνον καὶ τὴν κραυγήν, τὰ ὁποῖα ἠπείλει νὰ συγχέῃ ὁ ἄνεμος, καὶ δυνατὸν νὰ μὴν ἦσαν ἄλλο τι εἰμὴ ἰδιότροποι ἦχοι τῆς τρικυμίας· καὶ ὅμως ὁ μικρὸς θαλασσινὸς μάγκας ἦτο βέβαιος, ὅτι οἱ θόρυβοι ἐκεῖνοι ἦσαν χωριστοί, ὅτι ὁ κρότος ἦτο προσαράξαντος σώματος καὶ ἡ κραυγή, κραυγὴ ἀγωνίας.
Εἰς τὴν κραυγὴν ταύτην ἀπήντησεν ὁ Πάπος διὰ σπαρακτικοῦ ὀλολυγμοῦ. Ἤρχισε νὰ κλαίῃ μετὰ λυγμῶν. Ὁ πατήρ του βεβαίως ἐπνίγετο. Καὶ αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν βοηθήσῃ. Ὤ, νὰ εἶχε τόσην δύναμιν, τόσην, ὅσην ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα!
Ἀστραπὴ διέσχισε τὸ σκότος. Ὣς ἑκατὸν ὀργυιὰς ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, εἶδεν ὁ Πάπος ἐν ἀκαρεῖ μαῦρά τινα σώματα προεξέχοντα ἄνω 〈τοῦ〉 κύματος.
― Τ᾽ Ἀραπάκια! ἐπρόφερεν ἐν μέσῳ τῶν λυγμῶν του ὁ νέος. Ἀπάνω στ᾽ Ἀραπάκια ἔπεσαν. Ὤ, κι ἐγὼ ποὺ δὲν ἐπῆγα μαζί τους.
Ἡ πρώτη ἰδέα του ἦτο ὅτι, ἂν εἶχε πάγει μαζί, θὰ τοὺς ἐγλύτωνε. Ἡ δευτέρα ὁρμή του ἦτο νὰ γδυθῇ νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ χωρὶς νὰ γδυθῇ νὰ κολυμβήσῃ νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν τοῦ πατρός του. Ἀλλὰ πῶς; Ποῦ νὰ πάγῃ; Πῶς νὰ φθάσῃ ἐκεῖ; Μήπως ἦτο πλησίον; ᾘσθάνθη, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἀσφαλῶς λεία τοῦ κύματος ἢ σύντριμμα τῶν βράχων.
Ἡ τρίτη σκέψις του ὑπῆρξε νὰ φωνάξῃ πρὸς τὴν πολίχνην, εἰς τοὺς κατοίκους, εἰς τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας, νὰ τρέξουν μὲ βάρκες νὰ σώσουν τοὺς πνιγομένους. Ἀλλ᾽ ἔπρεπε νὰ τρέξῃ χίλια βήματα τὸν ἀνήφορον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀκτῆς, ὁπόθεν ἀντίκρυζεν ἡ πολίχνη. Καὶ αἱ φωναί του, ὅσον ὀξεῖαι, ὅσον διαπεραστικαὶ καὶ ἂν ἦσαν, δὲν θὰ ἠκούοντο πέραν· θὰ ἐπνίγοντο καὶ θὰ ἐβωβαίνοντο ἐν μέσῳ τοῦ φοβεροῦ βόμβου τῆς τρικυμίας.
Τ᾽ Ἀραπάκια ἦσαν ὕφαλοι, ἢ μᾶλλον σκόπελοι, ὀλίγον ἀνέχοντες ἄνω τοῦ κύματος μαύρας ὀξείας κορυφάς. Ὁ Πάπος ἐνθυμήθη ἀκουσίως τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἓν αὐστριακὸν θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ 1886, ἐφάνη ὅτι ἐκινδύνευσε νὰ πέσῃ ἐπάνω στ᾽ Ἀραπάκια, ἀλλὰ δὲν ἔπεσε. Τότε αὐτὸς ἦτο ἑπτὰ ἐτῶν, καὶ τὸ ἐνθυμεῖτο καλά.
―Ἦταν μαζωμένοι (ἔλεγεν ἀκουσίως μέσα του) πέρα στὸ Μεγάλο Λιμάνι, ὁ μπαρμπα-Λουκᾶς ὁ Κοτίμπας, ὁ Διολέττας, καὶ τόσοι ἄλλοι θαλασσινοί, κ᾽ ἐκοίταζαν τ᾽ Αὐστριακό, κοτζὰμ βουνό, ποὺ γύριζε κατὰ τὰ νησιά, καὶ λιγάκι ἤθελε ἀκόμη νὰ πέσῃ στὰ ρηχά, κοντὰ στ᾽ Ἀραπάκια, κ᾽ ἐπαρακαλοῦσαν κ᾽ ἔλεγαν: «Παναϊά μ᾽, νὰ πέσ᾽ ἀπάν᾽ στ᾽ Ἀραπάκια, Παναϊά μ᾽, νὰ πέσ᾽ ἀπάν᾽». Καὶ μὲ μιὰ βόλτα, ἔστριψε πάλι, κ᾽ ἔφτασε κατὰ τὰ Μυρμήγκια, κ᾽ ὁ μπαρμπα-Λουκᾶς εἶπε: «Γλύτωσε ἀπ᾽ τ᾽ Ἀραπάκια, ἀπ᾽ τὰ Μυρμηγκάκια νὰ μὴ γλυτώσ᾽». Μὰ κι ἀπὸ κεῖ γλύτωσε.
Καὶ τ᾽ Ἀραπάκια, τὰ ὁποῖα ἐφείσθησαν τῶν Αὐστριακῶν, συνέτριβον σήμερον τὴν βάρκαν τοῦ πατρός του, καὶ τὸν ἔπνιγον, αὐτὸν καὶ δύο ἄλλους δικούς μας! Ὤ, κάμετε ἔλεος, καλὰ Ἀραπάκια, γλυτῶστέ τους καὶ μὴν τοὺς ἀφήνετε νὰ πνιγοῦν! Ἔλεος, Ἀραπάκια, ἔλεος!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Λίαν πρωί, τὰ ἐξημερώματα τῆς Πέμπτης, δύο μεγάλαι καὶ δυναταὶ λέμβοι ἐπῆγαν κ᾽ ἔψαξαν τριγύρω εἰς τ᾽ Ἀραπάκια, μεταξὺ τῆς Ἀσπρονήσου καὶ τῆς Ἄρκου, καὶ κατὰ μῆκος τῆς Πούντας ἀκτῆς, καὶ πλησίον εἰς τὰ «Μυρμήγκια», τοὺς ἄλλους σκοπέλους, πρὸς τὸν λιμένα. Ἀλλὰ δὲν εὗρον σῶμα, οὔτε ἀνθρώπου οὔτε λέμβου.
Δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὕστερον, ὅταν ἔγινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη εὗρε κωπίον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα, πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀντίθετον τοῦ πελάγους. Καὶ ἄλλος πάλιν ἁλιεὺς εὗρεν ἁλιευτικὰ σύνεργα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐξοκείλει εἰς τὴν ἄμμον.
Καὶ ἂν ἦτο πραγματικὴ ἡ ὄψις τὴν ὁποίαν εἶχεν ἰδεῖ ὁ Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα ἐπάνω εἰς τὰς ὑφάλους Ἀραπάκια, καὶ ἂν πράγματι εἶχεν ἀκούσει ἀγωνίας κραυγὰς καὶ ἂν ἡ φαντασία τὸν εἶχεν ἀπατήσει, οἱ ἄνθρωποι ἐθεωροῦντο χαμένοι πλέον. Μετὰ τόσας ἡμέρας δὲν ἀνεφάνησαν. Εἴτε εἰς τ᾽ Ἀραπάκια εἴτε ἀλλοῦ ἐνομίζοντο πνιγμένοι.
Τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἐκδρομῆς των, τὰ πτώματα τῶν δύο πνιγμένων ἡλιεύθησαν πλησίον ἐρήμου ἀκτῆς. Τὸ τρίτον δὲν εὑρέθη. Ὤ, τίς θὰ διηγηθῇ τὰ συναξάρια τῶν θαλασσομαρτύρων τούτων, τῶν βιοπαλαιστῶν, τῶν ἀξίων παντὸς οἴκτου καὶ συμπαθείας; Κατὰ πᾶν ἔτος ἡ θάλασσα μᾶς ζητεῖ τὸ θῦμά της. Φρίκη καὶ πένθος διαχύνεται ἀνὰ τὴν μικράν μας νῆσον.
Ὅταν μετὰ τὴν συμφορὰν ἐπανεῖδε τὸν Πάπον, ὅστις ἐφαίνετο τόσον σύννους καὶ σοβαρὸς ὥστε ἐφάνη ὅτι διὰ τῆς συμφορᾶς εἶχε γίνει διὰ μιᾶς ἀνήρ, ἡ πτωχὴ Σειραϊνὼ τὸ Κουρτεσάκι, κλαίουσα ὅσα δάκρυα τῆς εἶχαν μείνει ἀπὸ τὰ ἰδικά της παθήματα, ἡ πρώτη λέξις τὴν ὁποίαν εὗρε νὰ τοῦ εἴπῃ ἦτον:
― Καλὰ ποὺ δὲν ἐπῆγες μαζί, παιδάκι μου.
(1899)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

  Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου     Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου  που βρέθη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....