Ο Άδης [Πλούτων], ο θεός του τρόμου
από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Πλούτων και Περσεφόνη
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ:
Ο
Άδης σήμαινε τόσο τον κάτω κόσμο όπου
μεταβαίνουν οι ψυχές μετά θάνατο όσο
και την ίδια ιδεατή ανθρωπόμορφη δύναμη
που κυβερνούσε αυτόν τον χώρο. Η λέξη
αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον
θεό. Η γενική πτώση της λέξης (Ἅιδου),
ήταν συντόμευση της φράσης “σπίτι του
Άδη”, αλλά τελικά και η ονομαστική της
λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία
των νεκρών. Ο αντίστοιχος ετρουσκικός
θεός ήταν ο “Άιτα”.
Ο όρος “Άδης” χρησιμοποιείται
καμιά φορά από Χριστιανούς ως ευφημισμός
για την Κόλαση.
Ο ΘΕΟΣ ΠΛΟΥΤΩΝ: Ο Πλούτωνας, θεός του κάτω κόσμου, ήταν γιος του Κρόνου και της Ρέας. Αδέλφια του ήταν η Εστία, η Δήμητρα. Η Ήρα, ο Δίας και ο Ποσειδών. Μετά τη γέννησή του τον "κατάπιε" ο πατέρας του Κρόνος όπως και τ΄ αδέλφια του σε μια προφανώς αλληγορική απόδοση της υπεροχής της ακολουθούμενης τότε "Κρόνιας θρησκείας", που τα πάντα σκίαζε ο χρόνος-Κρόνος, που τρώει τα παιδιά του [ως χρόνος “τρώει” τις μέρες, ώρες, κ.τ.λ.]. Μετά την απελευθέρωσή τους οι έξι θεοί-αδέλφια, μαζί με τους συμμάχους τους, διεκδίκησαν από τους γονείς τους την εξουσία προκαλώντας τη γνωστή μας Τιτανομαχία. Οι τρεις αδελφοί πήραν από τους Κύκλωπες όπλα για τη μάχη αυτή: Ο Δίας τον κεραυνό, ο Ποσειδών την τρίαινα κι ο Πλούτων ένα κράνος [την κυνέη] που έκανε αόρατο όποιον το φορούσε. Ο πόλεμος διήρκεσε 10 χρόνια και έληξε με τη νίκη των νεώτερων θεών. Μετά τη νίκη ο Πλούτωνας και οι δύο νεώτεροι αδελφοί του, Ποσειδώνας και Δίας, έριξαν κλήρο για να καθορίσουν τα βασίλεια που θα κυβερνούσαν. Ο Δίας ανέλαβε τον ουρανό και έγινε κυρίαρχος των πάντων, ο Ποσειδώνας τις θάλασσες και κάθε υγρό στοιχείο, ενώ ο Πλούτωνας τον κάτω κόσμο, το αόρατο βασίλειο στο οποίο πηγαίνουν οι νεκροί. Ο Πλούτωνας έλαβε ως σύζυγό του, την Περσεφόνη, απαγάγοντάς την και, με τέχνασμα, την έκανε δική του. Αυτή η ιστορία συνέδεσε τα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια με τους θεούς του Ολύμπου, σε μια πρώιμη αλληγορική σύνδεση ζωής και θανάτου.

''Χάρτης'' του Κάτω Κόσμου!
ΤΟ
ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ:
Ο Πλούτωνας κυβερνούσε τους νεκρούς,
βοηθούμενος από δαιμονικές υπάρξεις
επί των οποίων είχε απόλυτη εξουσία.
Απαγόρευε στους υποτελείς του να φύγουν
από την περιοχή του, εκτός ελαχίστων
εξαιρέσεων, και οργιζόταν αν κάποιος
προσπαθούσε να διαφύγει επανερχόμενος
στη ζωή καθώς κι αν κάποιος προσπαθούσε
να του αφαιρέσει ότι του ανήκε. Εκτός
από τον Ηρακλή σε δύο περιπτώσεις [για
να αρπάξει τη νεκρή Άλκηστη και τον
Κέρβερο], οι μόνοι άλλοι ζωντανοί που
τόλμησαν να εισέλθουν στον Κάτω Κόσμο
και να επιστρέψουν, ήταν: ο Ορφέας, ο
Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Αινείας και για
μια μόνο μέρα ο Πρωτεσίλαος. Ο Οδυσσέας,
κατά την κάθοδό του στο βασίλειο του
Άδη βρήκε τον Αχιλλέα ο οποίος του είπε:
“Μη
μου μιλάς καταπραϋντικά για τον θάνατο,
ένδοξε Οδυσσέα. Θα προτιμούσα να υπηρετώ
ως μισθοφόρος κάποιου άλλου, παρά να
είμαι ο αφέντης των νεκρών που χάθηκαν”!

Η αρπαγή της Περσεφόνης
Ο
ΑΔΗΣ ΩΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΤΗ
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ:
Ο Άδης ως τόπος είχε αρκετές διαβαθμίσεις
από τον έσχατο Τάρταρο μέχρι τα σχεδόν
παραδείσια Ηλύσια Πεδία. Οι
νεκροί εισέρχονταν στον Κάτω Κόσμο
διασχίζοντας τον Αχέροντα ποταμό με τη
βάρκα του Χάροντα, ο οποίος χρέωνε έναν
οβολό για το πέρασμα, τοποθετημένο κάτω
από τη γλώσσα του νεκρού από τους
συγγενείς του. Οι άποροι και όσοι δεν
είχαν φίλους παρέμεναν για πάντα στην
όχθη του ποταμού. Η αντίπερα όχθη
φυλασσόταν από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο
σκύλο που νικήθηκε μόνον από τον Ηρακλή.
Πέρα από τον Κέρβερο, οι σκιές των
αποθανόντων εισέρχονταν στον Τάρταρο,
τη γη των νεκρών. Οι πέντε ποταμοί του
Άδη ήταν οι Αχέρων [της θλίψης], ο Κωκυτός
[του θρήνου], ο [Πυρι-]Φλεγέθων [ποταμός
με πύρινες φλόγες], η Λήθη [της λησμονιάς]
και η Στυξ [του μίσους]. Η
πρώτη περιοχή του Πλούτωνα περιλαμβάνει
τους λειμώνες με τους ασφόδελους, που
περιγράφονται στην Οδύσσεια αλλά και
από τον Πλάτωνα στους σχετικούς με τον
Άδη μύθους του, όπου οι σκιές των ηρώων
περιφέρονται απελπισμένα μεταξύ
κατώτερων πνευμάτων, που ουρλιάζουν
γύρω τους σαν νυχτερίδες. Πιο
κει βρισκόταν το Έρεβος, το όνομα και
μόνο του οποίου προκαλούσε φρίκη. Υπήρχαν
δύο πηγές, αυτή της Λήθης, όπου οι κοινές
ψυχές συνέρρεαν για να σβήσουν κάθε
μνήμη επιγείου ζωής, και η πηγή της
Μνημοσύνης από την οποία έπιναν μόνον
οι μύστες των Μυστηρίων. Στο προαύλιο
του οδυνηρού παλατιού του Άδη και της
Περσεφόνης κάθονται οι τρεις κριτές
του κάτω κόσμου [Μίνωας, Ραδάμανθυς,
Αιακός]. Εκεί, σε μέρος ιερό αφιερωμένο
στην Εκάτη, όπου συναντώνται τρεις
δρόμοι, κρίνονται οι ψυχές και ή
επιστρέφουν στους λειμώνες με τους
ασφόδελους αν δεν είναι ούτε ενάρετες
ούτε κακές, ή στέλνονται στον Τάρταρο
αν είναι ασεβείς, ή οδηγούνται στα Ηλύσια
με τους ήρωες αν ήταν ενάρετες. Κατά τη
Ρωμαϊκή Μυθολογία, κι εδώ αντιγράφει πιστά την ελληνική, η είσοδος στον κάτω
κόσμο βρισκόταν στο Αβέρνους, έναν
κρατήρα κοντά στην Κύμη της Καμπανίας.
Αυτόν τον δρόμο που χρησιμοποίησε και
ο Αινείας για να κατέβει κάποτε στο
βασίλειο του Άδη.
ΛΑΤΡΕΙΑ:
Ο
Πλούτωνας ήταν φυσικά μια τρομακτική
μορφή για όσους ζούσαν. Μη έχοντας ...
βιασύνη να τον συναντήσουν, οι αρχαίοι
Έλληνες ήταν φειδωλοί στους όρκους στο
όνομά του. Για πολλούς, μόνο η εκφορά
της λέξης Πλούτωνας ήταν τρομακτική.
Γι' αυτό και χρησιμοποιήθηκε ένας
ευφημισμός. Αφού πολύτιμα ορυκτά, καθώς
ακόμη και οι καρποί έβγαιναν από τη γη,
θεωρήθηκε πως κυβερνούσε και αυτά, και
αναφερόταν ως Πλούτωνας
[<
πλούτος]. Από κει προήλθε και το Ρωμαϊκό
όνομα Πλούτο. Ο Σοφοκλής αναφερόμενος
στον Πλούτωνα ως τον “πλούσιο”
χρησιμοποίησε το εξής λογοπαίγνιο: “ο
καταθλιπτικός Πλούτωνας εμπλουτίζει
τον εαυτό του με τους αναστεναγμούς μας
και τα δάκρυά μας”. Άλλα επωνύμια για
τον θεό του Κάτω Κόσμου ήταν τα: Κλυμένος,
Ευβουλεύς
και
Πολυδέγμων.
Η
λατρεία του Άδη διέφερε από ότι αυτή
των άλλων θεών. Θυσιάζονταν σε αυτόν
μέλανα
ζώα, (μέλανες ταύροι, κριοί, κτλ.) μόνον
κατά τη νύκτα ή σε σκοτεινό χώρο. Τα
σχοινιά με τα οποία τα θύματα ήταν δεμένα
ήταν πάντοτε μαύρα. Η θυσία γίνονταν με
μαχαίρια εβένινης λαβής και ανοίγονταν
η κοιλιά του σφάγιου. Η κεφαλή του θύματος
έπρεπε να είναι πάντοτε στραμμένη προς
την γη. Το θύμα καιγόταν ολόκληρο. Το
αίμα από τις θυσίες στον Άδη το έσταζαν
σε λάκκο για να τον φτάσουν. Το πρόσωπο
που πρόσφερε τη θυσία έπρεπε να γυρίσει
το κεφάλι του. Κάθε εκατό χρόνια λάμβαναν
χώρα ιδιαίτερες εορτές προς τιμή του.
Ιερό δένδρο του Άδη ήταν το κυπαρίσσι
για
το άκαμπτο της εμφανίσεως και το σκοτεινό
χρώμα. Φυτό του ήταν το πολύτριχο και
άνθος του ο νάρκισσος.
Λατρεύονταν ιδιαιτέρως στον Οπούντα,
στην Τροιζήνα και στην Ήλιδα. Στην
τελευταία χώρα υπήρχε ναός του, οι πύλες
του οποίου ανοίγονταν άπαξ ετησίως και
μόνο στους ιερείς επιτρεπόταν η είσοδος.

Η αρπαγή της Περσεφόνης σε ερυθρόμορφο αγγείο
ΑΛΛΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Αν και ήταν Ολύμπιος, πέρναγε τον περισσότερο χρόνο του στο σκοτεινό του βασίλειο. Φοβερός στη μάχη, απέδειξε την αγριότητά του στην περίφημη Τιτανομαχία. Εξαιτίας της σκοτεινής, μακάβριας προσωπικότητάς του, δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός ούτε από θεούς ούτε από ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του περιγράφεται ως “άγριος και αμείλικτος”. Ωστόσο, δεν ήταν κακός θεός, γιατί, αν και ήταν αυστηρός, ανηλεής και χωρίς επιείκεια, ήταν δίκαιος. Ο Άδης κυβερνούσε τον Κάτω Κόσμο και επομένως ήταν συνδεδεμένος με τον θάνατο, αλλά δεν ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Η πραγματική προσωποποίηση του θανάτου ήταν ο Θάνατος, αδελφός του Ύπνου. Όταν οι Έλληνες προσεύχονταν στον Πλούτωνα, χτυπούσαν τα χέρια τους στο έδαφος για να είναι σίγουροι πως τους ακούει. Το όπλο του Πλούτωνα ήταν ένα δίκρανο, με το οποίο διέλυε ό,τι βρισκόταν στο δρόμο του ή ό,τι δεν του ήταν αρεστό. Στα αντικείμενα που κατείχε και τον προσδιόριζαν ήταν και το περίφημο κράνος του, που καθιστούσε όποιον το φορούσε αόρατο. Είναι γνωστό πως ο Πλούτωνας μερικές φορές δάνειζε το κράνος του αυτό και σε θεούς και σε ανθρώπους (όπως στον Περσέα). Το σκοτεινό του άρμα, συρόμενο από τέσσερα μαύρα άλογα, πάντοτε ήταν εντυπωσιακό και τρομακτικό στη θέα.
ΣΤΗΝ
ΤΕΧΝΗ:
Ο Πλούτων δεν απεικονίζεται συχνά στις
κλασικές τέχνες. Εμφανίζεται συχνότερα
σε απεικονίσεις της αρπαγής της
Περσεφόνης, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις
σε αγγεία της κλασικής εποχής όπου
εμφανίζεται μαζί με την Περσεφόνη, ως
ζεύγος αριστοκρατικό σε ανάκλιντρο, ή
και με τη Δήμητρα, ως θεός του Άδη και
της βλάστησης, όπως σε ερυθρόμορφη
πελίκη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
[430-420 π.Χ.], όπου ο Άδης ρίχνει σπόρους
από ένα κέρας στο οργωμένο χωράφι και
η Δήμητρα παρακολουθεί κρατώντας ένα
αλέτρι.
Ο Άδης [Πλούτων], αμφορέας - Λούβρο
ΛΕΥΚΗ ΚΑΙ ΜΙΝΘΩ: Όπως ο αδελφός του Δίας και οι άλλοι αρχαίοι θεοί, ο Πλούτωνας δεν ήταν πιστός σύζυγος. Κατεδίωξε και ερωτεύτηκε την νύμφη Μινθώ και για να την τιμωρήσει γι’ αυτό η Περσεφόνη, μετέτρεψε την Μινθώ στο φυτό μίνθη (μέντα). Παρομοίως, η νύμφη Λευκή, η οποία επίσης αρπάχτηκε από τον Πλούτωνα, μεταμορφώθηκε από αυτόν σε λευκή λεύκα μετά τον θάνατό της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου