Το τελευταίο κατευόδιο
κείμενο- AUDIOBOOK
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα
Τις επόμενες μέρες, τον έβλεπα ανελλιπώς να επαναλαμβάνει το συγκεκριμένο περίπατό του. Ώσπου μια μέρα, είπα να σπάσω τη μονοτονία της καθημερινότητας και σταμάτησα λίγα μέτρα μπροστά του καλώντας τον να' ρθει μαζί μου, έτσι για πιο ξεκούραστα.
Δέχθηκε, μάλλον απαθώς και κάθισε δίπλα μου αμίλητος. Τον ρώτησα πού πήγαινε και κείνος μου ΄δειξε με το δείκτη του χεριού του το μοναδικό καφενείο, πεντακόσια μέτρα πιο κάτω. Με την άκρη του ματιού μου, στο σύντομο υπόλοιπο της διαδρομής, παρατήρησα ένα πρόσωπο γέρικο και σοβαρό με μάτια απλανή, που φανέρωναν κάποια ίχνη μιας αδιόρατης θλίψης. Φτάνοντας μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του καφενείου, χαιρέτησε, μάλλον ψυχρά, αλλά ευγενικά, και κατέβηκε.
Από τότε ανέβηκε αρκετές φορές στο αυτοκίνητό μου – πάντα στη γνωστή του “τροχιά”: σπίτι - καφενείο και τούμπαλιν. Όλες αυτές τις φορές μου μιλούσε σποραδικά για τη ζωή του, πάντα λακωνικά κι ανέκφραστα, και σίγουρα μετά από δική μου πρωτοβουλία. Το χαμόγελό του, ακόμη και το αχνότερό του μειδίαμα, δεν το γνώρισα ποτέ. Φαντάστηκα ότι κανείς δε θα είχε καταφέρει να τον “συλλάβει” γελαστό.
Ώσπου, κάποτε, μου μίλησε για το τελευταίο – πριν τη σύνταξη – επάγγελμά του: βοηθός εργολάβου κηδειών! Ο γέροντας επιτελούσε το καθήκον του “φροντιστή” των νεκρών αμέσως μετά την επιθανάτια κλίνη τους και πριν τη μεταφορά τους στο Ναό, όπως γίνεται τελευταία, κι όχι όπως παλιότερα στο σπίτι του νεκρού, τότε που είμασταν πιο άνθρωποι, για να τον ξενυχτήσουν οι συγγενείς του.
Ο γέροντας - αλήθεια, ακόμη δεν ξέρω τ' όνομά του - είχε γνωρίσει πολλούς ανθρώπους λίγο πριν την τελευταία δημόσιά τους “παρουσία”. Έχοντας γνωρίσει τη λεπτή, αδιόρατη αλλά και τόσο καθοριστική γραμμή που χωρίζει τη “μέρα¨ από τη “ νύχτα” της ανθρώπινης βιοτής, ακροβατούσε πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που καθημερινά έσερνε το βήμα του στη άκρη του πεζοδρομίου της δημοσιάς.
Τελευταία φορά τον είδα στην παιδική χαρά της γειτονιάς να κουνάει, μάλλον μηχανικά, ένα μικρό κοριτσάκι, μάλλον εγγονή του, και το βλέμμα του, όσο πρόφτασα να δω, ίδιο όπως πάντα, απλανές, γκρίζο, καρφωμένο στο πουθενά, ν' αναλογίζεται... Τι όμως; Μήπως τι να βλέπουν τώρα οι παλαιοί του πελάτες, ή μήπως τι θα 'βλεπε κι εκείνος με τη σειρά του κάποια μέρα εκεί κατά το σούρουπο της ζωής του;
. . . . .
Η αγγελία ήταν καρφωμένη σ' ένα δέντρο, ή κάποιο πισσωμένο κορμό της ηλεκτρικής εταιρείας, δε θυμάμαι στ' αλήθεια. Ειδοποιούσε πάντως ότι οι θλιμμένοι συγγενείς θα “εδέχοντο συλλυπητηρίους επισκέψεις . .. κ.τ.λ.”. Τότε μηχανικά το μάτι μου έπεσε και στη φωτογραφία του μεταστάντος. Ήταν αυτός. Αλλά πολύ νεότερος. Μια φωτογραφία ταυτότητας. Ξεχώριζε και η σφραγίς: “Βασίλειον Της Ελλάδος”. Φορούσε γραβάτα και γκρίζο σακάκι. Όμως παρά τα νιάτα του, το βλέμμα ήταν το ίδιο. Εκείνο το νεκρό του βλέμμα, που τόσο μ' είχε εντυπωσιάσει.
Α! Να μην το ξεχάσω. Έμαθα και το όνομά του. Βεβαίως, “κατόπιν εορτής”.......
konstantinosa.oikonomou@gmail.com
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
