Ετικέτες - θέματα

16.10.26

Τὸ Γράμμα στὴν Ἀμερική (1910), του Αλέξανδρου Παπαδαμάντη Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Τὸ Γράμμα στὴν Ἀμερική (1910), του Αλέξανδρου Παπαδαμάντη

    Κείμενο και AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   Η υπόθεση του διηγήματος: «Το γράμμα στην Αμερική» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη επικεντρώνεται στην αγωνιώδη και συνάμα συγκινητική προσπάθεια ενός πατέρα να εντοπίσει και να επικοινωνήσει με τα παιδιά του, τα οποία έχουν μεταναστεύσει και έχουν χαθεί εδώ και πολλά χρόνια στην Αμερική. Ο Μπεφάνης ο Γιαλένιος, είναι ο κεντρικός ήρωας του διηγήματος, ένας παλιός εμποροράφτης, που αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της ξενιτιάς. Τα παιδιά του βρίσκονται στην Αμερική, όμως η επικοινωνία μαζί τους έχει διακοπεί εντελώς εδώ και δώδεκα ολόκληρα χρόνια, δείχνοντας πως εκείνα έχουν ρίξει ''μαύρη πέτρα''. 
    Ο ρόλος του αφηγητή: Κάθε φορά που ο αφηγητής (ο Παπαδιαμάντης) επιστρέφει στο νησί του, ο Μπεφάνης τον φιλοξενεί πλουσιοπάροχα. Ο πραγματικός σκοπός πίσω από αυτή τη φιλοξενία είναι η ελπίδα. Έτσι, θεωρώντας τον αφηγητή κοσμογυρισμένο και έμπειρο, ο πατέρας τού ζητά επίμονα να συντάξει και να στείλει ένα γράμμα στην Αμερική προκειμένου να εντοπιστούν τα ίχνη των παιδιών του ....


Πᾶσαν φορὰν ὅταν ἔφθανα στὴν πατρίδα μου, ἀνὰ πᾶν τρίτον ἢ τέταρτον ἔτος, μὲ συνήντα καὶ μοῦ προσέφερε γενναίως τὰ ξένια ὁ Μπεφάνης ὁ Γιαλένιος. Ὄχι ὅμως γενναιότερον ἀπὸ ἕνα δεύτερον θεῖόν μου, τὸν καπετὰν Γεωργὸν τὸν Ἀγαγᾶν, ὅστις ἐθυσίασέ ποτε ὁλόκληρον χῆνα καὶ ἤνοιξε μέγα βυτίον ροδίτου οἴνου, κεφαλοκρούστου, πρὸς τιμήν μου. Τὴν θυσίαν ταύτην ἔκαμεν εἰσάπαξ, δι᾿ ὅλας τὰς ἑκάστοτε ἀφίξεις μου, τάς τε παρελθούσας καὶ τὰς μελλούσας, διὰ νὰ μὴ ἔχω πλέον ἀπαιτήσεις.

  Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Μπεφάνης ἦτο παλαιὸς φίλος μου. Ἄλλοτε, στὴν νεότητά του, εἶχε μαγαζὶ εἰς τὴν ἀγοράν. Ἦτο «ἐμπορορράπτης». Ὅταν ἤθελες νὰ ψωνίσῃς, καὶ εἶχες ν᾿ ἀλλάξῃς νόμισμα, ἂν ἐπαρουσίαζες μισὴ ρηγίνα, ἴσην μὲ 5.90, σοῦ τὴν ἄλλαζε διὰ σωστήν· σοῦ ἐκρατοῦσε 20 λεπτὰ διὰ τὰς βελόνας, τὴν κουβαρίστραν καὶ τὶς κλωστές, καὶ σοῦ ἔδιδε 5.60 ρέστα. Ἂν ἦτο ἥμισυ Γαλλικοῦ ταλλήρου, σοῦ ἔδιδε 5.40. Εἰς ὀλίγον καιρὸν τὸ ἔκλεισεν. Εὐτυχῶς εἶχε προφθάσει νὰ νυμφευθῇ, κ᾿ ἐπῆρε καλὴν προῖκα. Κατόπιν ἀπέκτησε δύο υἱούς, ὕστερον ἐχήρευσεν· ἐνυμφεύθη ἐκ δευτέρου καὶ πάλιν ἐπῆρε κτήματα ὡς προῖκα. Ἐγέννησε πάλιν τέκνα, κ᾿ ἐγήρασε συζῶν μὲ τὴν δευτέραν γυναῖκά του.

    Κατ᾿ αὐτοὺς τοὺς χρόνους, ὅταν μὲ συνήντα ἐπανελθόντα ἀρτίως εἰς τὸ χωρίον, ἀφοῦ μὲ ἔκαμε τὴν συνήθη δεξίωσιν, εἶτα, συνήθως κατὰ τὴν δευτέραν συνάντησίν μας, ἤρχιζε πάντοτε μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ὁμιλίαν, καὶ ὑπέβαλλε μίαν ἀπαράλλακτον πρότασιν.

― Ξέρεις ὅτι τὰ δυὸ παιδιά μου, ὁ Γιωργὴς κι ὁ Παυλάκης, εἶναι ἀπὸ χρόνια στὴν Ἀμερική, καὶ δὲν μοῦ γράφουν τί γίνονται. Πρόκειται νὰ κάμουμ᾿ ἕνα γράμμα, σὺ ξέρεις ποῦ θὰ τὸ στείλουμε, στὸν Πρόξενο τῆς Ἑλλάδος, ἢ στὴν ἀστυνομία τῆς Ἀμερικῆς. Θὰ μοῦ τὸ γράψῃς Γαλλικά, Ἐγγλέζικα, Σπανιόλικα, ἐσὺ ξέρεις σὲ ποιὰ γλῶσσα.

   Ἐγὼ δὲν ἤξερα τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ ξέρεις-ξέρεις ποὺ μοῦ ἀπέδιδε. Ἀλλ᾿ ὅπως κυβερνᾶται, ἢ μᾶλλον ὅπως φέρεται ὁ κόσμος, μὲ τὴν ψευδομανίαν, μὲ τὴν τυφλὴν πρόληψιν, μὲ τὴν κωφὴν φήμην, εἶχε διαδοθῆ καὶ πιστευθῆ εἰς τὸ χωρίον ὅτι τάχα ἐγὼ ἤξευρα πολλὲς γλῶσσες.

«Ὅλες μὲ τὰ γράμματά τους καὶ τὶς μιλιὲς φαρσί».

   Κ᾿ ἐγὼ πράγματι δὲν ἤξευρα οὔτε μισὴν γλῶσσαν νὰ μιλήσω, εἶχα δὲ ἐκμελετήσει κατ᾿ ἰδίαν ὅ,τι ἐκ τῶν ξένων γλωσσῶν εἶχα μάθει, χάριν φιλολογικῆς ἀπολαύσεως, εἶτα ἐξ ἀνάγκης καὶ πρὸς βιοπορισμόν, καὶ εἰργαζόμην ὡς μεταφραστὴς εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὐδέποτε ὡς κουριέρης* εἰς τὰ ξενοδοχεῖα ―ἀλλ᾿ οὔτε εἶχον ἀνατραφῆ μὲ γκουβερνάνταν― διὰ νὰ ὁμιλῶ ξένας γλώσσας.

   Εὐτυχῶς ὁ Μπεφάνης, συνήθως τὴν Κυριακήν, ἔλεγε μίαν ἡμέραν νὰ κάμῃ αὐτό, τὸ ἐξανάλεγε μάλιστα πολλὲς φορὲς ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας, κατόπιν τὴν ἄλλην ἡμέραν, δὲν εἶχε πλέον κέφι, δὲν ἤθελε νὰ ἐνθυμηθῇ ὅ,τι εἶπε τὴν προτεραίαν, ἴσως διότι τοῦ ἐφαίνετο ἀνιαρόν, κ᾿ ἐκάθητο ἐν ἡσυχίᾳ διὰ νὰ χωνέψῃ, ἐπειδὴ ἦτον «ἀποκαής»*, καθὼς λέγουν.

    Τὴν Τρίτην ἐπήγαινε στὸν ἐλαιῶνα, ὅπου εἶχεν ἐργάτας νὰ ποτίζουν τὰ δένδρα, τὴν Πέμπτην στὸ ἀμπέλι, ὅπου εἶχεν ἀργολόγι* ἢ θειάφισμα, κτλ. Τὸ Σάββατον τὸ βράδυ, ὅταν ἐπέστρεφεν ἀπὸ τὸ χωράφι, ἦτο πολὺ κουρασμένος, καὶ τὴν Κυριακὴν ἀπολείτουργα εἶχε συνεδρίασιν, καθότι ἦτο δημοτικὸς σύμβουλος. Τὸ ἀπόγευμα ἔπαιζε κοντσίνα ἢ πρέφα, καὶ τὸ βράδυ ἂν τὸν συνήντων, παρουσίᾳ καὶ ἄλλων πολλῶν, ἡ ὁμιλία θὰ ἦτο μακρὰ καὶ θορυβώδης, καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον καιρὸς καὶ χῶρος διὰ νὰ μοῦ ξαναπῇ ὅ,τι ἅπαξ μοῦ εἶχεν εἴπει.

   Μετὰ τρία ἔτη πάλιν, ὅταν ἐπανῆλθα εἰς τὴν μικρὰν νῆσον, μ᾿ ἐδεξιώθη ὁ Μπεφάνης, κ᾿ ἤρχισε νὰ μοῦ λέγῃ:

― Οὔτε γράμμα οὔτ᾿ ἐνθύμηση, μὲ ξέχασαν κεῖνα τὰ παιδιά. Ἔχουν ἑφτὰ χρόνια ποὺ λείπουν, τέσσερα ἔχουν νὰ μᾶς γράψουν. Νὰ πιάσῃς νὰ μοῦ συντάξῃς ἕνα γράμμα, ἀγγλικό, φραντσέζικο, πορτουγέζικο, ἐσὺ ξέρεις τί γλῶσσα περνᾷ σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος ποὺ εἶν᾿ αὐτὰ τὰ παιδιά· στὸ Μπουὲνς-Ἄυρς, στὸ Μεξικό, ἢ στὴ Βρασιλία. Νὰ γράψουμε στὸν Πρόξενό μας ἐκεῖ, γιατὶ μπορεῖ νὰ μὴ ξέρῃ ρωμέικα, ἴσως νὰ εἶναι ντόπιος ἀποκεῖ. Θέλετε πάλι νὰ τὸ στείλουμε στὸν διευθυντὴ τῆς ἀστυνομίας; ἐσὺ ξέρεις. Νὰ μοῦ τὸ σκαρώσῃς καλά, νὰ τὸ κουρδίσῃς, καὶ νὰ τὸ στείλουμε. Πότε λὲς νὰ τὸ κάμουμε;

―Ὅποτε θέλῃς.

― Καλά, ἔχουμε καιρό.

   Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ κακὴ καὶ ἀστεία φήμη πολλὰ μὲ εἶχεν ἐνοχλήσει. Γυναῖκες, γέροντες τῆς ἀγορᾶς, θαλασσινοὶ καὶ χερσαῖοι ἄνδρες, ὅπου μ᾿ εὕρισκαν, μ᾿ ἐφορτώνοντο νὰ τοὺς κάμω τὴ «σύσταση», νὰ τοὺς γράψω δηλαδὴ τὴν ἀδρέσσα* ἢ τὸ πανώγραμμα ἀγγλιστὶ διὰ τὰς διαφόρους Πολιτείας καὶ πόλεις τῆς Βορείου Ἀμερικῆς. Ὑπομονή ! Ἀλλ᾿ ἤρχοντο στὴν πτωχικὴν πατρικήν μου οἰκίαν καὶ μ᾿ ἐπολιορκοῦσαν. Ἄλλος πατριώτης εἶχεν ἀποθάνει σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέρη, ἢ εἶχε πνιγῆ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ πέλαγα, κ᾿ ἐστέλλοντο ἔγγραφα δικαστικὰ ἑτερόγλωσσα, καὶ μοῦ τὰ ἔφεραν διὰ νὰ τὰ μεταφράσω. Ἄλλος ἦτον ἀγράμματος, παραπλανημένος εἰς μακρινήν τινα πόλιν, κ᾿ ἔβαλλεν Ἀμερικανὸν φίλον του νὰ τοῦ κάμῃ γράμμα πρὸς τοὺς οἰκείους, ἀγγλιστί. Ἄλλος εἶχε γεννηθῆ ἐκ πατρὸς πατριώτου μου εἰς τὴν Αὐστραλίαν ἢ τὴν Καλκούταν καὶ δὲν ἤξευρε ἑλληνικά· ἄλλος εἶχε ξεχάσει τὴν γλῶσσαν σαράντα χρόνια ποὺ ἔλειπε, κ᾿ ἔγραφεν ἀγγλιστί. Ἄλλος εἶχε νυμφευθῆ Ἀμερικανίδα, καὶ αὐτὴ θέλουσα νὰ φανῇ εἰρωνικῶς φιλόφρων πρὸς τὴν ἀγνώριστον πενθεράν της ―εὐτυχῶς δι᾿ ἀμφοτέρας δὲν ἦτο ἐλπὶς νὰ γνωρισθῶσι ποτέ― ἔγραφεν ἀγγλιστί. Ὅλ᾿ αὐτὰ ὤφειλα νὰ τὰ μεταφράσω. Θεέ μου! Καὶ ἦσαν τόσοι καὶ τόσοι στὸ χωρίον, σχολάρχαι, καθηγηταί, μισθοφόροι ἐπιστήμονες μὲ διπλώματα, μορφωμένοι εὐπρόσωποι, καλλωπισμένοι. Καὶ τόσοι ἄλλοι ξενιτευμένοι ἐπανέκαμπτον ἀνὰ πᾶν ἔτος ἐξ Ἀμερικῆς, καὶ κανεὶς δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ διαβάσῃ σωστὰ ἕνα γράμμα. Ὤ! τί βάσανον.

    Εἶναι ἀληθὲς ὅτι σχεδὸν καμμία καὶ κανεὶς ποτὲ δὲν ἐστοχάσθη ὅτι αὐτὸ ἦτον κόπος, καὶ ἂν ὤφειλε νὰ δώσῃ ἀντάλλαγμα διὰ τὸν κόπον. Πλὴν ἀξιοπρεπέστερον δι᾿ ἐμὲ θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐδεχόμην ποτὲ ἀμοιβήν, ἀπείρως ὅμως εὐκτότερον νὰ μ᾿ ἄφηναν εἰς τὴν ἡσυχίαν μου, εἰς τὴν ὀλιγάρκειάν μου. Εἶχα ἐγὼ ἐργασίας νὰ κάμω, κ᾿ ἐβιαζόμην νὰ τὰς ἀφήσω, διὰ νὰ κάμω τὰς ἀλλοτρίας. Εἶχα ἐγκαταλίπει τὰς ἰδίας μου ὑποθέσεις, παραιτηθεὶς πρὸ πολλοῦ πᾶν δικαίωμα κληρονομίας, ἰδιοκτησίας, κτλ., κ᾿ ἔπρεπε νὰ φροντίζω διὰ τὰς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων. Ὑπῆρξαν καὶ ἄνθρωποι ἐλθόντες νὰ μὲ συμβουλευθῶσι διὰ δικαστικὰς ὑποθέσεις. Καὶ ὅταν ὡμολόγησα ὅτι δὲν ἐννοοῦσα σκρὰ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, σείοντες τὰς κεφαλὰς ἔλεγον πρὸς ἑαυτούς: Καὶ τί γράμματα ξέρει λοιπόν;

   Τὸ κροῦσμα, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ὁ Μπεφάνης ὁ Γιαλένιος, περὶ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Ἕλληνα Πρόξενον, ἢ πρὸς τὴν «ἀστυνομίαν τῆς Ἀμερικῆς», εἰς πόλιν τὴν ὁποίαν οὔτε αὐτὸς ἤξευρεν, οὔτε ἦτο βέβαιος περὶ τῆς ὀνομασίας της, εἶχε λάβει ἀφορμὴν ἔκ τινος δοκιμῆς γενομένης πράγματι πρὸ πολλῶν ἐτῶν, τῷ 188…, ὁπότε εἷς συγγενής μου, Μανώλης Παπαγιάννης λεγόμενος, εἶχε χαθῆ ἀπὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν, καὶ δὲν ἠκούετο ἂν ἔζη ἀκόμη ἢ ὄχι, εἰς Φιλαδέλφειαν, ὅπου ἦτο ὁ τελευταῖος γνωστὸς τόπος τῆς διαμονῆς του. Τότε ἡ μήτηρ του, γηραιὰ θεία μου, μὲ παρεκάλεσεν ἐπιμόνως «νὰ γράψω γράμμα», κ᾿ ἐγὼ ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ μου, διὰ νὰ τὴν ἀναπαύσω, ἐπειδὴ θὰ ἦτο ἀδύνατον ἄλλως νὰ γεμίσω τὴν κεφαλήν της καὶ τὴν πληροφορήσω, ἢ καὶ νὰ πραΰνω τὸν μητρικὸν πόνον της, ηὐτοσχεδίασα εἶδος ἐπιστολῆς πρὸς τὴν ἀστυνομίαν τῆς Φιλαδελφείας, ἱκετεύων ἐκ μέρους τῆς μητρός, ν᾿ ἀναζητήσῃ τὸν λησμονημένον ἄνθρωπον, ἂν ἐπέζη, καὶ πείσῃ τὸν ἴδιον ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν μητέρα του. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἔστειλα ἢ ἔρριψα ὡς βολίδα εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ὅμως, παρ᾿ ἐλπίδα, μετὰ δύο μῆνας σχεδὸν ἦλθεν αἰσία ἀπάντησις, καὶ ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν τῆς πόλεως, καὶ ἀπὸ τὸν ἐξάδελφόν μου τὸν ξενιτευμένον. Καὶ τοῦτο παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, διότι οὐδεμίαν πεποίθησιν εἶχα, ὅταν ἐθεματογραφοῦσα τὴν ξενόγλωσσον ἐπιστολήν.

    Ἔκτοτε, καθ᾿ ὅλας τὰς ἐπανόδους μου εἰς τὴν γενέθλιον νῆσον, δὲν ὑπῆρξε μήτηρ χήρα ἢ γραῖα, λησμονημένη καιροὺς καὶ χρόνους ἀπὸ τὸν ξενιτευμένον υἱόν της, ἥτις νὰ μὴν ἦλθε πρὸς ἐμὲ ζητοῦσα «νὰ τῆς γράψω γράμμα» πρὸς ὅλας τὰς ἀστυνομίας καὶ τὰς προξενικὰς ἀρχὰς τοῦ κόσμου, διὰ νὰ τὰς παρακαλέσω ν᾿ ἀνιχνεύσουν τὸν χαμένον υἱόν της. Καὶ ἄνδρες πολλάκις μ᾿ ἐφορτώθηκαν μὲ παρομοίας ἀπαιτήσεις. Εἷς τῶν πολλῶν τούτων, ὁ ἐπιμονώτερος, ἀλλὰ καὶ ἀσταθέστερος καὶ πλέον ἀναποφάσιστος ὅλων, ἦτον ὁ Μπεφάνης. Διὰ τοῦτο ἔλεγεν, «ἐσὺ ξέρεις, ξέρεις». ᾘνίττετο τὸ προηγούμενον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν.

    Εἰς τὰ 189… εἶχα διαμείνει εἰς Ἀθήνας ἐπὶ ἑπτὰ συναπτὰ ἔτη αὐτὴν τὴν φοράν, ὅταν δὲ ἐπανῆλθα εἰς τὴν πατρίδα μοῦ λέγει:

― Τώρα, σωθῆκαν πλιὰ τὰ ψέματα, θὰ μοῦ τὸ κάμῃς τὸ γράμμα.

Ἄπορον μοῦ ἐφάνη πῶς, καὶ μετὰ τόσα ἔτη, ὁ ἀτεκνωμένος πατὴρ ἤλπιζε νὰ ἐπανεύρῃ τοὺς υἱούς του διὰ τῆς ἐμπειρικῆς ταύτης μεθόδου, ἀφοῦ αὐτοί, ἐὰν ἐζοῦσαν ἀκόμη, βεβαίως θὰ τὸν εἶχαν «ξεπονέσει», ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε.

― Ἀκούοντ᾿ ἐδῶ ἐκεῖ, μοῦ εἶπεν ὁ Ἐπιφάνιος, ὡς νὰ ἐμάντευσε τὸν στοχασμόν μου· τοὺς ἀντάμωσαν πρόπερσι ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦν νὰ μοῦ γράψουν. Κοίταξε τώρα, ἐσὺ ξέρεις πῶς θὰ τὸ σταμπάρῃς τὸ γράμμα, καὶ ποῦ θὰ τὸ στείλουμε· στὸ Μπουὲνς Ἄυρς, στὸ Μεξικό, ἢ στὴν Ἀργεντίνα;… Στὴν ἀστυνομία, ἢ στὸν Πρόξενο, πῶς λές, νὰ τὸ στείλουμε; Κ᾿ ἔχει τάχα ἐκεῖ Ἑλληνικὸ Προξενεῖο;

― Φίλε μου Ἐπιφάνιε, τοῦ εἶπα, οὔτε τὰ Προξενεῖα ξέρω, οὔτε παγκόσμια χάρτα εἶμαι, οὔτε πῆγα ποτέ μου στὴν Ἀμερική. Ἰδοὺ πῶς θὰ γίνῃ, ἂν θέλῃς, γιὰ νὰ τελειώσῃ ὕστερ᾿ ἀπὸ δώδεκα χρόνια κι αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Ἔχεις τὸν ἐξάδελφό σου τὸν Γιώργην τὸν Ζ., πεπειραμένον ἄνθρωπον, ὅστις καὶ ναυτικὸς ἔκαμε, καὶ γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας εἶναι, καὶ τὸν δικολάβο κάνει. Αὐτὸς νοιώθει ἀπὸ διοικητικά, ἀπὸ προξενικά, καὶ ἄλλα· ἴσως δὲ καὶ νὰ εὕρῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα κάπου, ἂν ψάξῃ, κανένα κατάλογον τῶν Ἑλληνικῶν προξενείων τῆς ἀλλοδαπῆς· βάλε τον νὰ σοῦ κάμῃ ἕνα εἶδος γράμμα στὴν γλῶσσά μας, κι ἂς τὸ ἀπευθύνῃ αὐτὸς ὅπου ξέρει καὶ ὅπου πρέπει· φέρε μου τὸ γράμμα, τὸ σχέδιον αὐτό, νὰ σοῦ μεταφράσω τὰς λέξεις στὴν ἀράδα, ὅπως μπορῶ. Ἔτσι γλυτώνω κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ σκοτοῦρες, καὶ κάνω μόνον ἕνα μικρὸν κόπον· διὰ τὸν κόπον δὲν μὲ μέλει, διὰ σκοτοῦρες ὅμως καὶ μπελάδες δὲν εἶμαι ἐπιδεκτικός.

    Ὁ φίλος μου κατένευσεν. Ἔμεινα πέντε μῆνας ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔφερε κανὲν τοιοῦτον γράμμα πρὸς μετάφρασιν.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

Ιστορικές ιστορίες «Όλβιος όστις της ιστορίης έσχε μάθησιν» Κι ακόμη πιο όλβιος αυτός που δεν την έμαθε. Τουλάχιστον γλύτωσε το διάβασμα… Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 Ιστορικές ιστορίες


IMG_20260826_175801088_MFNR.jpg

«Όλβιος όστις της ιστορίης έσχε μάθησιν»

(ευτυχισμένος είναι αυτός που γνωρίζει την ιστορία)

Ευρυπίδης


Κι ακόμη πιο όλβιος αυτός που δεν την έμαθε.

 Τουλάχιστον γλύτωσε το διάβασμα…


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


  Το διαβάσαμε κι αυτό κατακαλόκαιρο και ντάλα μεσημέρι: «Ιστορικές στιγμές έζησε η Αργιθέα από τις 30 Ιουλίου έως και τις 2 Αυγούστου 2026». Καλά λέει ο λαός μας, διά της παροιμίας του: «Κάθε θαύμα τρεις ημέρες, το μεγάλο τέσσερις»…

  Κρίμα που δε ζει ο Ηρόδοτος να ιστορήσει τις ιστορικές στιγμές, ο Θουκυδίδης να μαστορέψει μίαν εισέτι ιστορικήν ξυγγραφήν κι ο Ξενοφών να περιγράψει, μετά την κάθοδο των μυρίων, την άνοδο των κακομοιρίων και τις σπατάλες εκατομμυρίων, δήθεν για τον πολιτισμό…

  Δυστυχώς, ξεμείναμε από ιστορικούς... Μια Ρεπούση μάς έμεινε, αλλά κι αυτή μόνο στον συνωστισμό της Σμύρνης ειδικεύεται. Θα πεις, τόσα γλέντια και ανταμώματα έχουμε με συνωστισμούς, κάτι θα κατάφερνε και για τις δικές μας ιστορικές στιγμές... 


  Μου μπήκε η περιέργεια. Τι έγινε, ρε; Ποια ιστορικά γεγονότα είχαμε; Πώς δεν τα κατάλαβα, ενώ ήμουν στην Αργιθέα; Μήπως ο βασιλιάς Σέλιπος έκανε καμιά δήλωση με βαρύ υβρεολόγιο, όταν έμαθε ότι θα γίνει η κοιλάδα του Αχελώου λίμνη και θα βρεθούν τα κόκαλά του στον βυθό; Μήπως ο Αμύνανδρος αποφάσισε επιτέλους με ποιους θα πάει, με τους Έλληνες ή με τους Ρωμαίους; (Αυτός ήταν σαν τον Μπίστη, άλλαζε συνέχεια στρατόπεδα και δεν μπορούσες να του έχεις εμπιστοσύνη). Αράδιασα κάμποσα «μήπως» ακόμη, με τα απαραίτητα ερωτηματικά τους, διατρέχοντας τα σημαντικά ιστορικά συμβάντα της περιοχής, αλλά άκρη δε βρήκα.  


  Η απάντηση στις απορίες μου δόθηκε τυχαία, πάλι από τον Θουκυδίδη. Τη βρήκα σε ένα χαρτί εφημερίδας, όπου είχα τυλιγμένες κάτι καραμέλις ξιμπλέτσουτις π’ αγόρασα στου Μπζάκι. Ήταν μια φράση του που έλεγε: «Και την καθιερωμένη σημασία των λέξεων άλλαξαν, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους». Αυτό είναι!... Έτσι εξηγείται!... Και επειδή ο καθένας «ό,τι θυμάται χαίρεται», γιατί να μην είναι ιστορικές στιγμές αυτές που ο ίδιος θεωρεί ιστορικές στιγμές; Ειδικά, μάλιστα, όταν μετέχει σ’ αυτές τις στιγμές… Γι’ αυτό παρακαλώ να δείχνετε κατανόηση. Μη μου πληγώνετε αυτούς τους ιστορικούς, έστω και τους ανιστόρητους…  


  Εύκολα πια μπορώ να αναφέρω κάποια ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην Αργιθέα το καλοκαίρι του 2026. Έγιναν γλέντια, ανταμώματα με γλέντια, νεογιορτές με γλέντια, γλέντια με γλέντια και διάφορα άλλα τινά (αλλά δεν ξέρω αν είχαν γλέντια). Θα κάνω λίγα σχόλια, κάντε κι εσείς τα δικά σας, χωρίς να ελπίζουμε ότι κάτι μπορούμε να αλλάξουμε. Προσωπικά, θέτω τον εαυτό μου και εκτός ιστορικών στιγμών.     


  Έγινε η 16η γιορτή πλαστού στα Βραγκιανά. Σπουδαία γιορτή!... Μπήκε στην εφηβεία ο πλαστός κι άρχισε τις επαναστάσεις του. Με ξινόγαλο τον ξέραμε, με τσιαλαφούτι μάς εμφανίστηκε. Έτσι χαλάει η παράδοση του τόπου (και το τσιαλαφούτι αν δεν το ανακατώνεις…). 

  Τι σύμπτωση! Στη Μεσορόπη Καβάλας έγινε η 16η γιορτή γίδας! Μας το γνωστοποίησε ο βουλευτής Μακάριος Λαζαρίδης, ο οποίος δήλωσε ότι δε θα πάει λόγω του θανάτου των δύο πιλότων. Εκτός της θορυβώδους φιλανθρωπίας, έχουμε πια και το θορυβώδες πένθος… Για πόσο γίδια μάς περνάει ο Μακάριος; Και πόσο μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι θα είναι αυτοί που θα τον ξαναψηφίσουν;  

  Κάπου στην Ευρυτανία έκαναν και γιορτή μούρου! Γιορτάζουν και τα μούρα τώρα! Άσπρα μούρα, μαύρα μούρα (μπορεί να γιορτάζουν και τα σκάμια…). Χρόνια πολλά στα μούρα και στους μουράτους! Τα τσάπουρνα ξέρει κανένας πότε γιορτάζουν; Πριν ή μετά τα κράνια; 


  Σ’ αυτές τις ιστορικές στιγμές σκάνε μούρη και διάφοροι επίσημοι ή επώνυμοι. Πλήθος λέμε!... Σαράντα έναν (με τον δεσπότη) μέτρησα σε μια τέτοια μάζωξη! Περισσότεροι κι από τους απλούς και ανώνυμους ήταν…  

  Η πλάκα είναι όταν καλούνται να κάνουν σύντομους χαιρετισμούς κι αρχίζουν να αλληλοεπαινούνται, να αλληλοθαυμάζονται… και να μας δουλεύουν από κοινού. «Η συνεργασία μας είναι άριστη, γι’ αυτό έχουμε τόσες επιτυχίες» είπε κάποιος. Καλά, πώς δεν τις βλέπουμε αυτές τις επιτυχίες, με Άζαξ Αμονιαζόλ τις καθαρίζουν και τις κάνουν αόρατες; Μάλλον και οι επιτυχίες είναι ανάλογες των ιστορικών στιγμών…

  Υπομένεις τους χαιρετισμούς, αλλά μη νομίζεις ότι ξέμπλεξες. Μετά αρχίζουν οι χαιρετούρες. Ούτε που θυμάσαι πόσες φορές χαιρέτισες μέσα στο καλοκαίρι την Ασημίνα και τα άλλα παιδιά. Να έφερναν τουλάχιστον και κάνα καρπούζι (χωρίς σπόρια, εννοείται), γιατί από πιστώσεις είμαστε σταθερά σε θλιβερές διαπιστώσεις… 


  Βέβαια, για τα γλέντια δίνονται κάποιες πιστώσεις, για την ικανοποίηση αιτημάτων των πολιτιστικών φορέων του άρτου και του θεάματος. Ίσως μ’ αυτές θα γλυτώναμε  ένα-δυο σχολεία κάθε χρόνο από την κατάρρευση, μια παλιά βρύση, ένα αλώνι… 


  Για πρώτη φορά είχαμε και εγκαίνια δρόμου στην έναρξη κατασκευής του και όχι στην αποπεράτωση που γίνεται συνήθως. Δεν πειράζει, ας τα κάναμε τα εγκαίνια! Σάμπως είμαστε σίγουροι για την αποπεράτωση; Μη χάσουμε και τα εγκαίνια! Μη μείνει κι ο Κουρέτας χωρίς πλακέτα…

  Πέρυσι ο περιφερειάρχης, κατόπιν αυτοψίας, έδινε μια ελπίδα ότι θα γίνει το παρατημένο κομμάτι του δρόμου στη λίμνη Στεφανιάδας και φέτος ζητούσε στοιχεία για το έργο. Λες και δεν έχει τα στοιχεία στην Περιφέρεια, άμα θέλει να τα βρει…   


  Μιας και βρέθηκα στη Λίμνη Στεφανιάδας, θα αναφέρω και τη συναυλία της Ματούλας Ζαμάνη, αν και δηλώνω άσχετος περί συναυλιών. Η Ζαμάνη εμφανίστηκε με μπλουζάκι που έγραφε «Σώστε τα Άγραφα». Κατάλαβε την αξία αυτού του τόπου. Κι εμείς χρόνια και ζαμάνια προσπαθούμε να πείσουμε κυβερνήσεις, ντόπιους και ξένους αναπτυξιολόγους ότι αυτά τα βουνά δεν τα καταστρέφεις, μόνο τα προστατεύεις… 


Η ιστορία, όμως, θέλει και τη μυθολογία της… Ακόμη περισσότερο οι ιστορικές στιγμές… Αυτό το ανέλαβε κάποιος αρθρογράφος, ο οποίος μετά την παρουσίαση ενός βιβλίου έγραφε: «Το βιβλίο… κάτω από τον ιστορικό πλάτανο, όπου ξαπόσταινε ο οπλαρχηγός αγωνιστής άνοιξε τις σελίδες του…». Στο μεταξύ, ο πλάτανος φυτεύτηκε καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα. Τι τον εμποδίζει, βέβαια, να είναι κι αυτός ιστορικός; Αφού καθόταν ο ήρωας και έπινε φραπέ στρίβοντας τσιγάρες… 

  Από το ταμπούρι του Καραϊσκάκη στον ιστορικό πλάτανο και βλέπουμε τι άλλο ιστορικό θα ανακαλύψουμε. «Εθνικόν το αληθές» είπε κάποτε ο Διονύσιος Σολωμός, αλλά ποιος ενδιαφέρεται πια για το αληθές…


  Μετά τις ειδήσεις ακολουθούν τα αθλητικά. Γιατί να χαλάσω εγώ την πιάτσα; Το ίδιο θα κάνω με αναφορά στο τουρνουά ποδοσφαίρου που έγινε στο Καταφύλλι και σημείωσε τεράστια επιτυχία, κατά τους διοργανωτές του. Είχαμε και το Μουντιάλ, αλλά δεν ήταν και τόσο σημαντικό. Τι να θυμάσαι από την Εθνική Ισπανίας όταν έχεις την ομάδα του Ανθηρού; Πώς κατάφεραν τα θηρία και έχασαν όλα τα ματς; Ξέραμε ότι δεν μπορούν να βγάλουν δήμαρχο, αλλά είναι άσχετοι και ποδοσφαιρικά. Καλύτερα ν’ ασχοληθούν με την τσιλίκα.  

  Το κύπελλο το πήρε η Σπολάιτα (μια αποικία των Σελιπιανών κοντά στο Αγρίνιο), οι άλλοι πήραν τα σχετικά μετάλλια (καμιά δεκαριά κιλά ήταν), οι διοργανωτές τη δόξα κι όλοι επιτέλους κατάλαβαν ποια είναι τα σοβαρά προβλήματα του τόπου. 


  Ήρθε η ώρα να κλείσει αυτό το ιστορικό άρθρο. Σας συγχαίρω που είχατε την υπομονή να το διαβάσετε! Ωστόσο, θέλω και κάτι ακόμη να σημειώσω, για να το θυμάστε: Τώρα που μας τελείωσε η Φτύχω, θα ξαναπέσουμε και πάλι στη δυστύχω…


11/10/2026



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τὸ Γράμμα στὴν Ἀμερική (1910), του Αλέξανδρου Παπαδαμάντη Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

  Τὸ Γράμμα στὴν Ἀμερική (1910), του Αλέξανδρου Παπαδαμάντη     Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου     Η υπόθεση το...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....