Ετικέτες - θέματα

8.9.26

Έως την Κόλαση, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος [στους ασυρματιστές του Θεού!] Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 


Έως την Κόλαση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

             Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος

 [στους ασυρματιστές του Θεού!]

Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 

 

 “Την πήρα την απόφαση, ό,τι κι αν γίνει, θα φύγω. Θα πάω στο Όρος!” , είπε ο Βασίλης. Δεν κατάλαβε πως από το συλλογισμό του, που ήταν μέχρι τότε βυθισμένος, τα τελευταία λόγια τα είπε δυνατά. Μα εκείνη ούτε καν πρόσεξε τη φωναχτή του σκέψη. Συνέχισε την απασχόληση της στον καθρέφτη, γιατί και απόψε πάλι θα 'βγαινε....

   Αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, η μάνα του έφευγε. Και οι παρέες, άφθονες και ... ποικίλλες. Την όμορφη νέα χήρα, βλέπεις, την προτιμούσαν για παρέα όλοι οι “ελεύθεροι” στην πόλη. Έφτανε μια φευγαλέα ματιά να τη ρίξει κανείς και να μείνει μαγνητισμένος απ΄ τα “φαινόμενα κάλλη” της. Κι εκείνη, άλλωστε, δεν άντεχε πια με τη σκέψη του εδώ και δυο χρόνια “φευγάτου” άντρα της. Εκεινού η καρδιά έτσι ξαφνικά μια νύχτα σταμάτησε και πήγε για το “απάνω ταξίδι”, όπως έλεγε κι ένας θείος του ορφανού πια δεκαεννιάχρονου Βασίλη.

   Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ο ήρεμος, αποφασισμένος πια, έφηβος, άφησε ένα σημείωμα στη μητέρα του, που κοιμόταν, φορτώθηκε ένα μικρό σακίδιο και κατηφόρισε για το σταθμό λεωφορείων.

                                   . . . . . . . . . . . . . . . . .

  Ο μεσήλικας ξερακιανός μοναχός μπήκε τελευταίος στην τράπεζα της Μονής. Κάθισε στην άκρη του πάγκου, ακριβώς απέναντι από δυο-τρεις επισκέπτες και δίπλα στον αρχοντάρη, τον γέροντα Αντώνιο. Οι φιλοξενούμενοι τον κοίταξαν αρκετά περίεργα. Ο λόγος ήταν ότι το δεξί του χέρι ήταν μπανταρισμένο με γάζες, που μόλις διακρίνονταν, ενώ από πάνω ήταν δεμένο με ένα κομμάτι τριμμένου ράσου, γκριζαρισμένου από την πολυκαιρία. Ο μοναχός αυτός τελείωσε το λιτό του γεύμα σχεδόν ταυτόχρονα με το τέλος της ανάγνωσης του ιερού κειμένου από τον αναγνώστη. Έπειτα αποσύρθηκε αθόρυβα. Οι επισκέπτες, σαν απόφαγαν, όλο περιέργεια και απορία, πήραν να ρωτάν τον αρχοντάρη για τον μοναχό αυτό: Ποιος ήταν, αν ηταν ασκητής σε κάποια σκήτη ή κάθισμα, αν ήταν χαρισματικός και, κυρίως, τι είχε το χέρι του. Ο αρχοντάρης, αφου τους είπε ότι αυτός ο μοναχός ονομαζόταν Βησσαρίων, τους υποσχέθηκε ότι μετά τον εσπερινό θα τους αντάμωνε να τους λύσει την απορία.

  Καθισμένοι οι τρεις φίλοι σε ένα πεζούλι στο προαύλιο της Μονής, κοιτάζοντας στο πέλαγος κι ενώ συζητούσαν για θέματα που τους εντυπωσίασαν στο μοναστήρι, είδαν με χαρά τον μοναχό Αντώνιο να έρχεται κοντά τους. Ακόμη τους “έτρωγε” η κοσμική περιέργεια για το γέροντα Βησσαρίωνα. “Τον πατέρα Βησσαρίωνα, παιδιά μου τον γνώρισα πριν από τριάντα περίπου χρόνια”, άρχισε να διηγείται ο αρχοντάρης. “Ήλθαμε στη Μονή την ίδια χρονιά. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Βασίλης. Αφού περάσαμε κι οι δυο μας το δοκιμαστικό στάδιο και δεχθήκαμε την κουρά της αγγελικής ζωής, εκείνος πήρε ευχή και έζησε για λίγο ως υποτακτικός σ΄ εναν άγιο γέροντα στα τρομερά “Καραούλια”. Επέστρεψε πέντε ή έξι χρόνια αργότερα, μετά την κοίμηση του γέροντά του, αλλά με δεμένο το χέρι του! Κάποτε τον ρώτησα γι΄ αυτό και εκείνος μου είπε την φοβερή του ιστορία. Όταν πήγε στην Έρημο του Όρους, πληροφορήθηκε πως η χήρα μητέρα του απεδήμησε εις Κύριον. Εκείνος φοβόταν πολύ για την κατάληξη της μητέρας του, επειδή η ζωή της ήταν άστατη. Άρχισε λοιπόν να έχει αγωνία κι ερωτήματα για την κατάληξή της. Εννοείται ότι συνεχώς τη μνημόνευε, της έκανε μνημόσυνα, τρισάγια, προσευχές και δεήσεις για την ανάπαυσή της, μα ακόμη τέτοια βασανιστικά ερωτήματα τον απασχολούσαν. Σώθηκε η μητέρα του; Αν δεν σώθηκε, τι θα μπορούσε να κάνει; Με τέτοιους λογισμούς απευθύνθηκε στον γέροντά του για να τον ρωτήσει. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του, έβαλε μετάνοια και, με δάκρυα στα μάτια, τού μίλησε για τον επίγειο βίο της μητέρας του και ποιες ήταν μέχρι τότε οι ενέργειες του για τη σωτηρία της ψυχής της. Εκείνος του απάντησε πως αυτό πού ζητούσε να μάθει από εκείνον, ήταν κάτι ίσως αδύνατο για τα ανθρώπινα μέτρα. Αλλά, του είπε εν τέλει, ότι θα παρακαλούσαν το Θεό, κι οι δύο μαζί, να τους πει πού βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας του. Έπειτα, ο γέροντας έβγαλε τον Βησαρίωνα έξω από την καλύβη τους και του είπε να μείνει εκεί όρθιος, επτά ολόκληρες ήμερες προσευχόμενος, χωρίς να φάει τίποτε και ούτε να κινηθεί ή να καθίσει. Κι ο Βησαρίων έμεινε εκεί επτά μέρες κι επτά νύχτες, όρθιος, ακίνητος, διαρκώς ένδακρυς, προσευχόμενος να ελεήσει ό Θεός και να τον φωτίσει με την αποκάλυψη της κατάστασης της ψυχής εκείνης. Ο γέροντάς του, έκανε ακριβώς το ίδιο μέσα στην καλύβη. Όταν έφθασε η νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ο νους του Βησαρίωνα στον ουρανό και σε έκσταση είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Είδε ότι πραγματικά οι ψυχές στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν! Είδε στα αριστερά του, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο ακαθαρσίας, λάσπης και ανυπόφορης δυσωδίας, που έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ΄ αυτή τη φοβερή λίμνη την “καιομένη του πυρός”, είδε να ξεχωρίζουν ανθρώπινες ψυχές. Πότε βυθίζονταν μέσα της και πότε ανέβαιναν ψηλά, σαν να παίρνουν μια ανάσα και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, αδιάκοπα. Κάποια στιγμή, μέσα στις τόσες δύστυχες ψυχές, αναγνώρισε και τη μάνα του. Ναι, την έβλεπε για λίγο από τους ώμους και πάνω κι αναρρίγησε. Κι εκείνη αναγνωρίζοντας το γιό της στην όχθη αυτής της “Γέεννας”, του φώναξε ξέπνοα: “Παιδί μου! Βοήθησέ με!”, και ξαναβυθίστηκε. Έπειτα ξαναφάνηκε πάλι για να φωνάξει ξανά: “έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”. Πριν βυθιστεί και πάλι στο βόρβορο, φώναξε στο γιο της: “Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!”. Ήταν τόση η θλίψη του Βησσαριώνα, όταν έβλεπε κι άκουγε αυτά, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν, βούτηξε το χέρι του μέσα, την άρπαξε από τα μαλλιά και με δυσκολία την τράβηξε έξω! Έξω από τη λίμνη αυτή ο Βησσαρίων είδε κάτι που έμοιαζε με χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, δίπλα σ΄ένα βράχο, έτρεχε γάργαρο νερό μέσα στην κολυμβήθρα, χωρίς όμως ποτέ να γεμίζει. Πήρε τότε τη μητέρα του αγκαλιά στα δυο του χέρια και την έβαλε μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα, όπου πλύθηκε, καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν χιόνι. Έπειτα, κάποιοι λευκοντυμένοι νέοι, που δεν τους είχε προσέξει νωρίτερα, της έδωσαν λευκό φόρεμα. Εκείνη τυλίχτηκε μ’ αυτό και έφυγε μαζί τους. Καθώς απομακρυνόταν ανάμεσά τους, στην αντίθετη από τη λίμνη κατεύθυνση, είδε να του γνέφει χαιρετώντας χαρούμενη. Αμέσως, μετά ο Βησσαρίων επανήλθε στα γήινα. Το χάραμα, μετά το τέλος της έβδομης νύχτας, ήταν εκεί, ορθός, έξω από την καλύβη, παρακαλώντας ακόμη το Θεό για τη σωτηρία της μητέρας του, ευγνωμονώντας ταυτόχρονα Εκείνον για την οπτασία. Λίγο μετά, ο γέροντάς του βγήκε από την καλύβη και τον ρώτησε τι είχε δει. Εκείνος ξέσπασε με λυγμούς σε ευχαριστίες προς τον Θεό για την ευσπλαχνία Του που έβγαλε την ψυχή της μάνας του από τον Αδη. Το χέρι του όμως που βούτηξε μέσα στη φοβερή λίμνη του πυρός, μέχρι τον αγκώνα, ήταν καμένο και συγχρόνως βρωμούσε απαίσια. Ο Βησσαρίων μου είπε ότι παρακάλεσε το γέροντά του, μετά απ΄ αυτά, να του θεραπεύσει το χέρι του, όμως εκείνος αρνήθηκε να σβήσει εκείνο το “σημείον μέγα”, που αποτελούσε σημάδι του θαύματος! Ο γέροντας τού τόνισε πως το “σημείον” εκείνο ήταν η απόδειξη για το πόση δύναμη έχουν Θεία Λειτουργία, μνημόσυνα, τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Έπειτα, ο άγιος Γέρων ασκητής έσκισε ένα κομμάτι από το ράσο του και του είπε: “Τύλιξε το χέρι σου μ΄ αυτό. Ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και σε όσους αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια αυτής της ιστορίας”. 

   

  Εγώ, όταν μου τα έλεγε αυτά ο αδελφός μου, είχα λογισμούς δυσπιστίας. Εκείνος με κατάλαβε και τράβηξε λίγο τη μια άκρη του ράσου. Παιδιά μου!”, έκανε κοιτώντας κατάματα τους ακροατές του ο αρχοντάρης, “δεν άντεξα την “βρώμα” εκείνη κι έφυγα μακριά. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντα ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό κι ευώδιαζε!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon


Σημ.: Στηρίζεται σε αληθινό γεγονός [Θεοδώρητος, 6ος αι. μ.Χ.]

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=ui8421csYWo

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Έως την Κόλαση, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος [στους ασυρματιστές του Θεού!] Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

  Έως την Κόλαση από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα              Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος  [στους ασυρματ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....