Ετικέτες - θέματα

9.8.25

Φορτωμένα κόκαλα: Κείμενο- AUDIOBOOK του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 

Φορτωμένα κόκαλα:  Κείμενο- AUDIOBOOK

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 

Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

   









Περιοδικό Νέα Ζωή, τεύχος 37, Οκτώβριος 1907, σελ. 643-646

Ἀνεβαίνομεν τὸ βουνὸν, πεζοὶ, μὲ τὸ γαϊδουράκι φορτωμένον, ὁ παπ’ Ἀνδρέας, ὁ καλός μας εὐχέτης, κι’ ὁ μακαρίτης ὁ Λαμιαῖος, κι’ ἐγὼ, κι’ ὁ Ἀλέκος τὸ Φωτάκι, ὁ μικρὸς καὶ πρόθυμος φίλος μας. Εἰς ὅλα ἦτον πάντοτε ἕτοιμος νὰ τρέχῃ ἀκούραστος, ὅ,τι ἤθελες τὸν διατάξει. Νὰ πάῃ στὸ χωριὸ, διὰ θέλημα, δυὸ ὧρες δρόμον, καὶ πάλι, φορτωμένος, ὀπίσω νὰ ἔλθῃ· νὰ σκουπίσῃ ὅλον τὸ ἐξωκκλήσι, καὶ τὸν αὐλόγυρον, καὶ τὰ κελλιὰ, μὲ πρόχειρον σκούπαν ἀπὸ σπαρτίνες καὶ θάμνους· νὰ τρέξῃ κάτω στὸν αἰγιαλόν, διὰ νὰ μᾶς φέρῃ πεταλίδες, καὶ κοχύλια, καὶ πετροκάβουρα, διὰ τὸ ὀρεκτικὸν δεῖπνόν μας καὶ νὰ γυρίσῃ μετὰ μίαν ὥραν μὲ μίαν ποδιὰν γεμάτην· εἶτα ν’ ἀνάψῃ φωτιάν, νὰ ψήσῃ, νὰ μαγειρεύσῃ ὅλα τὰ ἐδέσματα· καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιστασίαν τοῦ παγουριοῦ καὶ τῆς φλάσκας, διὰ νὰ εὑρίσκωνται δροσερὰ εἰς τὸ ρεῦμα, ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν βρύσην· εἰς ὅλα ἦτον μονάκριβος.

Ἕκτος μᾶς εἶχεν ἀκολουθήσει ὁ σκύλος τοῦ Σταμάτη τοῦ Ἀλεξανδράκη, σκύλος προωρισμένος ὀψέποτε νὰ μένῃ ἀδέσποτος. Ὁ ἄτυχος καὶ κακοκέφαλος φίλος μας, ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἐμάλωσε μὲ ὅλους τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του, καὶ σχεδὸν μὲ ὅλον τὸν κόσμον, ἤρχισε νὰ πάσχῃ ἀπὸ περιοδικὰς ἀφανείας, ὁποῦ ἦσαν τὰ προανακρούσματα τῆς ὁριστικῆς ἐξαφανίσεώς του ἀπὸ τὸν μάταιον κόσμον. Πότε ἐκρύπτετο, ὡς ἔλεγαν, εἰς μίαν ἐρημικὴν σπηλιὰν, πότε ἐπήγαινε νὰ μείνῃ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὸ Μοναστήρι, πότε ἐταξίδευεν, ἄγνωστον ποῦ· καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς φορὰς, τὸν ἄτυχον Σαψώνην, τὸν ἄφηνεν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς, ἂν θὰ εὐαρεστοῦντο ποτὲ νὰ τοῦ ρίψουν ἓν ξηροκόμματον. Συχνὰ ὁ Γιωργὸς ὁ Λαφκιώτης ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀρχαιοπρεποῦς καὶ ἀναλλοιώτου καφενείου εἰς τὴν παραθαλασσίαν, ἂν καὶ τοῦ εἶχε φάγῃ ὀλίγας ἑκατοντάδας δραχμῶν, καλῇ τῇ πίστει, ὁ ἀφέντης τοῦ Σαψώνη, ᾤκτειρε τὸ ἄκακον θρέμμα, καὶ τοῦ ἔρριπτεν ὀλίγα κόκκαλα. Ἐμὲ, ἀφοῦ μὲ κατεσκόπευεν ὁ Σαψώνης, ἀπὸ καφενεῖον εἰς ὕπαιθρον, καὶ ἀπὸ κιόσκι εἰς τένταν, ἐπὶ τῆς προκυμαίας, τέλος, μὲ ἠκολούθει ὁριστικῶς εἰς τὴν οἰκίαν ὅπου ἔπρεπε νὰ τοῦ ρίψω τι ἐκ τοῦ ὑστερήματος.

Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ καλά του ὅταν ἦτο ὁ Σταμάτης, διὰ τὸν περιπαθῶς ἀφωσιωμένον σκύλον δὲν εἶχε λάβῃ ἄλλην πρόνοιαν, εἰμὴ νὰ τὸν ρίπτῃ αἰφνιδίως εἰς τὸ κῦμα, γαυγίζοντα καὶ μὴ θέλοντα, διὰ νὰ κολυμβᾷ. Τὸν εἶχεν ἀφήσει ἀκούρευτον καὶ βαθύτριχον ἀπὸ χρόνων πολλῶν. Ἦτο πολὺ μαλλιαρὸς σκύλος. Τὴν φορὰν αὐτὴν, ἀφοῦ μᾶς ἐμυρίσθη πῶς ἡτοιμαζόμεθα δι’ ἐκδρομὴν, εἶχε δείξει ἀνήσυχον περιέργειαν, ὅταν ἐφορτώνετο τὸ ὀνάριον, καὶ εἶχε πλησιάσει νὰ ὀσφρανθῇ τὶ περιεῖχεν ὁ σάκκος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀλέκος εἶχε περιδέσει καὶ φορτώσει περὶ τὸ σάγμα, εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ ζώου. Δεξιὰ εἶχε φορτωθῇ ὁ μάρσιππος μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ Παπᾶ, εἷς κάλαθος μὲ τρόφιμα, καὶ μία φλάσκα μὲ οἶνον. Εἶτα, μᾶς ἠκολούθησε μὲ βῆμα, αὐτόκλητος.

Πρὶν ἀρχίσωμεν ν’ ἀνερχώμεθα τὸ βουνὸν, εἴχομεν σταθμεύσει εἰς τὸ Συνοδάρι, ὡραίαν τοποθεσίαν, βαθεῖαν μεταξὺ τῶν ἐλαιώνων, εἰς ἕνα ζυγὸν, εἰς τὴν κορυφὴν ἑνὸς ρεύματος, ὅπου ἠκούετο μονότονος, ὁ ρυθμικὸς κρότος τῆς φτερωτῆς τῶν νερομύλων. Ἦτον ὡραῖον καλοκαιράκι τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, 19η Ὀκτωβρίου. Μαργαριτάρια ρευστὰ, ἀστεροειδῆ ἔσταζαν τρέμοντα, φλογοβολοῦντα, ἀπὸ τὴν ἀεικίνητον φτερωτὴν, εἰς τὴν ἐκβολὴν τοῦ νεροῦ, εἰς τὴν κάτω βάσιν τοῦ τοίχου, φθινοπωρινὰ ἔντομα ἐβόμβουν γύρῳ εἰς τοὺς θάμνους, θροῦς πτερῶν ἠκούετο βαθειὰ εἰς τὴν φυλλάδα, αὔρα ἐστέναζε δονοῦσα τοὺς κλῶνας τῆς πλατάνου, καὶ νοτερὴ ἀνεμώνη ἐφύτρωνε κάτω εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θάμνου. Ὁ Ἀλέκος εἶχε βάλῃ τὸ παγούρι εἰς τὴν βρύσιν νὰ δροσισθῇ, καὶ μετὰ μικρὰν ἀναψυχὴν ἐξηκολουθήσαμεν τὴν ὁδοιπορίαν. Τέλος περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ πρώτου βουνοῦ, καὶ ἀντικρύσαμεν τὸν λευκόφαιον γυμνὸν κῶνον τοῦ Κουρούπη, ὅπου βράχοι κρεμαστοὶ φαίνονται νὰ κατέρχωνται μᾶλλον ἐκ τῶν ἄνω, προεξέχοντες εἰς τὸ μέτωπον, σχηματίζοντες λάκκον πρὸς τὸ βάθος, ἐπιστέφοντες τὸ κορύφωμα τοῦ ἀπατήτου βουνοῦ. Μόνος ὁ κουμπάρος ὁ Θεοδόσιος, μὲ τὰ ἐλαφρὰ πέδιλά του καὶ μὲ τὸ πτερωτὸν βῆμά του, ἔχει τὸ χάρισμα ν’ ἀνέρχεται εἰς τὰ ὕψη ἐκεῖνα, τείνων τὴν μακρὰν ράβδον, κ’ ἐλαύνων τὰς αἶγάς του, μὴ τυχὸν ἀποπλανηθῇ καὶ βραχωθῇ καμμία εἰς τόπον ἄβατον, ὁπόθεν νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ πλέον, ὅπως συμβαίνει κἄποτε. Καὶ τὰ γιεράκια μὲ τοὺς πενθίμους κρωγμούς των, ζηλοτύπως φρουροῦσι τὰς ἀκρότητας ἐκείνας, ἐνεδρεύοντα πότε-πότε διὰ ν’ ἁρπάσωσι καμμίαν ὄρνιθα ἢ ἄλλο θρέμμα ἀπὸ τὰς σποραδικὰς καλύβας τῶν βοσκῶν.

Ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγ. Χαραλάμπους, λευκὸς ἄσπιλος, μὲ τὰ κελλία του τὰ λευκὰ, δύο κόρδαις χαμηλὰ, μονόροφα, καὶ μίαν γωνίαν ὑψηλὴν, δυτικοβορείαν, χρησιμεύουσαν ὡς ξενῶνα—ὅπου φαιδρύνεται ἡ θλιμμένη ψυχὴ, ἅμα ἀναβῇ τις καὶ κυττάξῃ ἀπὸ τὸ παράθυρον—τοὺς πελωρίους βράχους τοῦ βουνοῦ ἐπάνω, καὶ τὸ πέλαγος τοῦ βορρᾶ ἁπλούμενα πρὸς τὴν Χαλκιδικὴν καὶ τὸν θεσπέσιον Ἄθωνα — μὲ τὸ κωδωνοστάσιόν του, μὲ τῇς δύο καμπάνες, ὅπου καλοῦσι μὲ γλυκείαν παραπονετικὴν φωνὴν τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς ἀμελεῖς εἰς τὰ θεῖα—εἶνε ποθηνὸν προσκύνημα ὅλων τῶν νησιωτῶν, καὶ τῶν κατοίκων ἀκόμη τῆς ἀντικρυνῆς κωμοπόλεως, ὁποῦ λευκάζουν κατέναντι τὰ κτίριά της ἐπὶ τῶν πολυσχιδῶν κλιτύων τῆς δειράδος. Ἐκεῖ ἐφθάσαμεν. Ἐμβήκαμεν εἰς τὸν μοσχομυρισμένον ναὸν, κ’ ἐκάμαμεν ἐν συγκινήσει τὸν σταυρόν μας.

Ἡ φτωχὴ καλόγρῃα μᾶς ὑπεδέχθη μετὰ χαρᾶς. Ἐβοήθησε τὸν Ἀλέκον νὰ ξεφορτώσῃ τὸ γαϊδουράκι, καὶ ἀνέλαβεν αὐτὴ τὸ ἀριστερὸν φορτίον, τὸν σάκκον ἐκεῖνον, νὰ τὸν ἀποθέσῃ καταγῆς, χωρὶς νὰ εἰξεύρῃ μήτε νὰ πολυπραγμονῇ τὸ τὶ περιεῖχε.

Τότε ὁ Σαψώνης πλησιάσας, ἔβαλε τὸ ρύγχος του μεταξὺ τῶν δύο χειρῶν τῆς γραίας, καὶ σιμά εἰς τὸ δεμένον στόμιον τοῦ σάκκου, καὶ ἀφῆκε μικρὰν ὑλακήν. Ἡ γραῖα τὸν ἐδίωξε.

— Μῆτερ Εὐπραξία, εἶπεν ὁ Λαμιαῖος, καθὼς ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸν ναὸν, πάρε ἐκεῖνο τὸ προσόψι τὸ δεμένο, ἀπὸ τὸ κοφίνι τὸ Τριεστίνικο, καὶ τὸν δίσκον ποῦ εἶνε μέσα, καὶ λάβε τὸν κόπον νὰ στολίσῃς τὰ κόλλυβα. Μέσα εἰς ἓν’ ἄσπρο δέμα θὰ ’βρῇς σταφίδες, κοφέτα καὶ ρόϊδα.

— Τὰ κόλλυβα; ἐπανέλαβε ζητοῦσα μικρὰν ἐξήγησιν ἡ καλογραῖα.

— Θὰ κάμουμε τὰ ξεχώματα τοῦ παιδιοῦ, εἶπε διὰ βραχέων ὁ Λαμιαῖος.

Ἐν τῷ μεταξὺ, ὁ μάρσιππος μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ Παπᾶ εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα. Ὁ σάκκος, ὅστις εἶχεν ἀποτελέσῃ τὸ ἀριστερὸν φόρτωμα τοῦ ὀναρίου, εἶχεν ἀποτεθῇ ἐπὶ τῆς πεζάλας ἔξω, σύρριζα εἰς τὸν δυτικὸν τοῖχον, τὴν πρόσοψιν τοῦ ναΐσκου. Ὁ Σαψώνης, ἀφοῦ ἔτρεξε γαυγίζων ἐδῶ κ’ ἐκεῖ, κ’ ἔφαγε μέγα κόμματον ψωμίου, τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχε ρίψῃ ὁ Λαμιαῖος, ἐγύρισε πάλιν πλησίον μας, καθὼς εἴχομεν καθίσει ἀντικρὺ τοῦ ναοῦ, ἔκαμνεν ἓν βῆμα πρὸς τὸν σάκκον, εἶτα ἓν βῆμα πρὸς ἡμᾶς, ἐξέπεμπε μικρὰ γαυγίσματα, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ κυττάζῃ καὶ νὰ ὀσφραίνεται πρὸς τὸ μέρος τοῦ σάκκου.

Ἐψάλαμεν τὸν Ἑσπερινὸν νύκτα. Εἶχε κοσμήσει ἡ Εὐπραξία τὸν δίσκον τῶν κολλύβων, καὶ ὁ ἱερεὺς εἰς τὸ τέλος, μὲ τὸν Τρισάγιον ἐμνημόνευσεν «ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Εὐθυμίου». Ἐδειπνήσαμεν εἰς τὴν αἴθρην ἔξω, ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ, εἰς τὸ φῶς δύο κηρίων, καὶ ὑπὸ τὴν βαθεῖαν ἀστροφεγγιάν. Ἀλλ’ ἦτο ἤδη ψύχρα, καὶ ἡ καλογραῖα, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ, εἶχεν ἀνάψει εἰς τὸ κελλίον, τὸ διπλανὸν πρὸς τὴν ἰδίαν κατοικίαν της, γενναῖον πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν. Μᾶς ἐκάλεσε δὲ, ἂν ἠθέλομεν, ν’ ἀναβῶμεν, καὶ νὰ ξεκουρασθῶμεν εἰς τοὺς δύο χαμηλοὺς σοφάδες, πλησίον τῆς λαμπούσης ἑστίας. Ἡ πρότασις ἦτο λίαν ἑλκυστικὴ, ὕστερον ἀπὸ τὴν μικρὰν κούρασιν, καὶ τὴν πολλὴν δροσιὰν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀπολαύσῃ εἰς τὴν ὡραίαν, μελαγχολικὴν ἐκδρομήν μας.

Πρὶν κοιμηθῶμεν, ὁ Λαμιαῖος (ἦτο ὡς τριανταπέντε χρόνων τότε, γλυκὺς φίλος, καὶ πολὺ προσφιλὴς εἰς ἐμέ. Ἐμπορευόμενος, καὶ εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων τοῦ τόπου μας· ἀπέθανε τεσσαρακοντούτης) ἔκραξε τὴν καλογραῖαν, καὶ τῆς ἔδωκε, ταπεινῇ τῇ φωνῇ τὴν ἑξῆς παραγγελίαν:

— Μῆτερ Εὐπραξία, πάρε τὸ κεφαλάκι τοῦ παιδιοῦ, καὶ τῇς δυὸ πλάτες, καὶ βάλε τα μέσ’ τὸ πανέρι. Βάλε τα ἀποκάτω ἀπ’ τὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μέσ’ τὴν Ἐκκλησιὰ, καὶ σκέπασέ τα, μὲ τὸ ἴδιο προσόψι, ποῦ θὰ στρώσῃς ἀποκάτω. Θὰ διαβαστοῦν τὸ πρωΐ. Καὶ τὸ σακκὶ μὲ τὰ κόκκαλα, αὔριο, τὰ ρίχνεις στὸ Κοιμητήρι, ἐπάνω ἐκεῖ στ’ Ἁλῶνι.

Ἐξυπνήσαμεν, κ’ ἠρχίσαμεν τὸν ὄρθρον εἰς τὰς τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυκτα. Ἦτο μνήμη τοῦ Ἁγ. Ἀρτεμίου, καὶ τοῦ Ἁγ. Γερασίμου τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἐψάλαμεν τὸν Ἄμωμον, ὅπως συνειθίζεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος, καὶ τὸν θεσπέσιον ἐκεῖνον νεκρώσιμον Κανόνα τοῦ Θεοφάνους, τὸ «Ἐν οὐρανίοις θαλάμοις...» Εἶτα ἐμβήκαμεν εἰς τὴν λειτουργίαν, καὶ ἀπελύσαμεν μίαν ὥραν πρὶν ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος.

Καὶ τὸ τρυφερὸν μικρὸν κρανίον κ’ αἱ ἁβραὶ καὶ λεπταὶ ὡμοπλάται, εὐλογήθησαν κ’ ἐμνημονεύθησαν κ’ ἡγιάσθησαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τούτου ὁ μικρὸς Εὐθύμιος, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ ἤκουε τὸ τροπάριον «Τοῦ παραδείσου πολίτην καὶ γεωργὸν», ἐνῷ, ἦτο πολίτης τοῦ παραδείσου ἀπὸ τριετίας ἤδη.

Καὶ ὁ φίλος μας Χρῖστος, ὁ πατὴρ τοῦ μικροῦ Εὐθυμίου (γαμβρὸς ἐπ’ ἀδελφῇ τοῦ Λαμιαίου) ἐφαντάζετο ὅτι ὁ μικρὸς, ὅστις εἶχε σβύσῃ εἰς τετραετῆ ἡλικίαν, εἶχεν ἀνάγκην δακρύων, καὶ κηρίων, καὶ κολλύβων. Καὶ δὲν ἐβάστα ἡ πατρικὴ ψυχή του νὰ ἰδῇ τὰ κόκκαλα τοῦ παιδίου καὶ τὸ κρανίον του προτιθέμενον ἐντὸς κανίστρου εἰς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν, καὶ διὰ τοῦτο μας εἶχε στείλῃ εἰς τὸ βουνὸν, διὰ νὰ τελέσωμεν τὰ τῆς ἀνακομιδῆς κρυφὰ καὶ ἐν παραβύστῳ, εἰς τὴν ἔρημον μοναξίαν.

Καὶ τὸ πρωΐ, ὅταν ἐψήλωσεν ὡς μίαν καλαμιὰν ὁ ἥλιος, ὁ Σαψώνης, ὁ σκύλος τοῦ Σταμάτη ὁ ἀδέσποτος, ἠκολούθησε τὴν καλογραῖαν ἐπάνω εἰς τ’ Ἁλῶνι, εἰς τὸ Κοιμητήρι τοῦ παλαιοῦ μονυδρίου, καὶ καθὼς ἐκείνη ἐκένωνε τὸν σάκκον μέσα εἰς τὸ ὀστεοφυλάκιον, ὁ γηραιὸς σκύλος ἀνωρθοῦτο, κ’ ἐστηλώνετο πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ μικροῦ κτιρίου, κ’ ἐξέπεμπε γογγυσμοὺς συνεσταλμένης ἐπιθυμίας, ὡς νὰ ἤθελε νὰ εἴπῃ· «Κρῖμα, τόσα κόκκαλα».

Μη μου τις ψήφους τάραττε… Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 6

 

Μη μου τις ψήφους τάραττε…


τάραττε τους ψηφοφόρους

τάραξέ τους και στους φόρους…

(καφετζής)



Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 6

Η δημοκρατία είναι ευθύνη και απολογία ατομική και συλλογική

Στην αρχαία Αθήνα γεννήθηκε η Δημοκρατία (συγκεκριμένα στο μαιευτήριο Έλενα). Ο Κλεισθένης την αφαλόκοψε και την ανάθρεψε, μέχρι που πήγε στο νηπιαγωγείο. Μετά ανέλαβε την ανατροφή της ο Περικλής. Η Δημοκρατία μεγάλωσε και έγινε μια καλόκαρδη και όμορφη κοπέλα. Η φήμη της έφτασε πολύ μακριά. Μάλιστα, ένας νέος βασιλιάς τη ζήτησε σε γάμο, αλλά Δημοκρατία και βασιλιάς δεν ταιριάζουνε και λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων το προξενιό δεν προχώρησε. Η Δημοκρατία στεναχωρήθηκε πολύ (ο βασιλιάς ήταν και ματσωμένος εδώ που τα λέμε) και τότε ο Δίας τη λυπήθηκε, την έκανε πολίτευμα και την άφησε στους Αθηναίους. Τέλος πάντων αυτά λέει η μυθολογία, ας την πιστέψουμε, άλλωστε τόσους μύθους και παραμύθια πιστεύουμε, η μυθολογία θα μας χαλάσει;

Με το πολίτευμα αυτό οι Αθηναίοι μεγαλούργησαν. Στην εκκλησία του δήμου, με άμεση δημοκρατία εξέλεγαν τους άρχοντες δια κλήρου και για περιορισμένο χρόνο. Όχι σαν εμάς που είχαμε τον Σιούφα 35 χρόνια βουλευτή και στο τέλος ξαναψηφίσαμε Σιούφα από συνήθεια και βγήκε μέχρι κι ο Παύλος βουλευτής. Καλά, με τον Ταλιαδούρο χάναμε και τη σειρά. Να ’νι ου Σπύρους, να ’νι ου Θανά’ης ή να ’νι πάλι ου Σπύρους; Ναι κι τουν Τσουχαντζόπουλου είχαμαν κι τουν Πάγκαλου κι αλλ’νούς…

Εκεί, λοιπόν, και να στράβωνε κάτι, τα βάζανε με την τύχη τους. Εμείς βρίζουμε τον εαυτό μας, λέμε μέσα μας «να μου κοβότανε το χέρι», δε θέλουμε να παραδεχτούμε και το λάθος μας και χωρίς να αλλάξουμε κριτήρια επιλογής, ετοιμάζουμε το επόμενο λάθος…

Τέλος, μην το παίρνετε αψήφιστα. Με την κλήρωση θα είχαμε κι εμείς οι αψήφιστοι κάποια τύχη να εκλεγούμε…

Ίσως να είχε τύχη ο τόπος. Πάνο, χάσαμε! Έφη, ξαναχάσαμε!

Πάντα κάποιοι πρέπει να χάνουν, για να κερδίζουν οι άλλοι…


Τώρα και έτσι δεν έχουμε τύχη…

Γιατί ψηφίζουμε; Ο σοβαρότερος λόγος είναι για να ’χουμε να βρίζουμε μετά, ιδιαίτερα αν βρεθούμε με τη μεριά της αντιπολίτευσης.

Πάντως, για τον τόπο μας δεν ψηφίζουμε. Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να σκεφτούμε ποιος είναι ικανός, ποιος προτείνει κάτι, ποιος είναι έντιμος (κατά τη γνώμη μας ασφαλώς, εντιμόχαρτα δεν εκδίδει κανένας), να έχουμε κάποια κριτήρια οπωσδήποτε. Αντί αυτού, επιλέγουμε ανάμεσα σε συγγενείς, φίλους, χωριανούς, ομοϊδεάτες (θα ψηφίσω τον Τσουκαλά που είναι και ολυμπιακάρα)… Φυσικά και κάποιος απ’ αυτούς μπορεί να έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά. Όταν χρειάζεσαι εγχείρηση, δε βάζεις τον ξάδερφο να σου την κάνει, αν δεν είναι γιατρός. Γιατί βάζεις τον ξάδερφο να κυβερνήσει (μπορεί δεν μπορεί) τον τόπο σου;

Οι εκλογές φέρνουν πληγές, ξύνουν πληγές, αλλά δε φταίνε οι εκλογές

Τουν καφέ αυτόν τουν κιράει ο Μινέλαους. Μιτά θα βάλουμι νια στράτα τσίπ’ρου, μέσα κι όξου κι όσοι διαβαίνουν, μέντα στ’ς γ’ναίκις κι κάνα λουκούμι να ρουκανίσουν τα πιδιά. (Να ’νι υπουψήφιους, άκ’σαταν τίπουτα; Γιατί τόσα έξουτα;).

Μενέλαε, δεν τα γράφω σε διφτέρι, μην πέσει στα χέρια κανενός έφορα, αλλά έχω θυμητ’κό. Πάντως, σε ευχαριστώ! Ας αφήσουμε και κάνα υπονοούμενο, βοηθάει τον δημοκρατικό διάλογο, την εποικοδομητική περιέργεια και την οργιάζουσα φαντασία… Στο θέμα τώρα:

Οι εκλογές έχουν πολλές παρενέργειες στις σχέσεις των ανθρώπων, ειδικά στις μικρές κοινωνίες. Ανοίγουν πληγές, γκρεμίζουν σχέσεις, οδηγούν σε ανάρμοστες συμπεριφορές. Όλοι έρχονται σε δύσκολη θέση. Τα πράγματα, όμως, είναι απλά. Οι υποψήφιοι πρέπει να κατανοούν πως δεν μπορούμε να τους ψηφίσουμε όλους. Αυτό δε σημαίνει ότι τους απαξιώνουμε. Η διάκριση είναι σπουδαία αρετή, ας την ασκούμε όσο μπορούμε. Αυτό, όμως, δεν είναι Καφενείο!... Αυτά τα λένε κι άλλοι…

Θα παρουσιάσουμε ενδεικτικά κάποιες περιπτώσεις:

  • Να ψηφίσου τουν πρώτου ξάδιρφου, του δεύτιρου ξάδιρφου πο ’χουμι του

κυν’γόσκ’λου μαζί, τ’ν Αλέξινα που ’μαστι νια πόρτα (ιδώ είνι τα κουμπιά τ’ς Αλέξινας) ή του Δήμου π’ κρατεί του μπλάρι να του καλ’γώσου;... (απ’ αυτό βγαίνει κι του δημουκράτ’ς).

  • Να ψηφίσου τ’ν Αγγέλου π’ ξέρει να ιδιάζει κι να μ’τώνει ή τ’ Βασίλου π’

κρατεί τ’ς κιλέβις για να μαζώνου κουβάρια;… (ου διάουλους κουβάρι δηλαδή).

  • Τι να κάνου ιγώ σήμιρα!... Ποιον να φκιάσου κι ποιον να χαλάσου; Κι σάματι

θα μι π’στεύει κανένας πως τουν ψήφ’σα… Είμι κίβδηλους θα λέν’, ξέρου ιγώ… Άφ’σι π’ μο’ ’δουκαν ούλοι ψηφοδέλτιου, ιγώ θα ρίξου ένα, αλλά ποιανού θα να ’νι πού να ξέρου…

Ο άνθρωπος ήταν σε απελπιστική κατάσταση, τον ηρέμησα όσο μπορούσα και του είπα: Πάρι ψουμί, τυρί κι νια μαντανία κι μόλις φτά’εις στουν Κώστιανου, κάνι κάτ’ κι τράβα τρύπουσι κι λημέριασι στου ρέμα, στου Βαένι!... Δε σι γλέπει κανένας ικεί. Του θάμπουμα γύρνα στου σπίτι σ’ κι λόζουσι στ’ν αχυρώνα όσου να φέξει.


Ταραφοσυνελεύσεις

Με τον Μενέλαον συσκεφθέντες τηλεπαθητικώς, ίνα επέλθη καταλλαγή και αλληλοπεριχώρηση κατά το συναμφότερον εις τα εν Αργιθέα οτζάκια προτείνομεν:

Όλαι αι φάραι κατά την σουλιώτικην κοινωνικήν δομήν (τη δομήν ου Μινέλαους τ’ν είπι, ιγώ δε λέου κακές λέξεις...), αι πατριαί (άλλη δομή κι αυτή, μανιάτικη) και τα ταράφια (αργιθεάτικο αυτό, αλλά δεν ξέρω αν είναι δομή) να κάνουν συνέλευση ως τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά ή το πολύ ως τα Φώτα και να εκλέξουν ή ορίσουν αντιπροσώπους για τους συνδυασμούς και να οργανώσουν την εκλογική τακτική τους.

Έκαστον ταράφιον ας εξεύρει τους προσφοροτέρους δι’ αυτό τρόπους.

π.χ. Αυτόν που το γ’ρούνι του δε θα σκούξει κατά το σφάξιμο για την γουρ’νοχαρά.

Αυτόν που θα κερδίσει στο 31 παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Μπορούν να βάλουν στη βασιλόπιτα μια κάλπικη δεκάρα που να συμβολίζει την

κάλπη κι όποιος τη βρει να πάρει το χρίσμα.

Αυτόν που θα βουτήξει για τον σταυρό. Όλοι οι υποψήφιοι για τον σταυρό πάνε!

Και ό,τι άλλο τους φωτίσει…


* Αποκηρύσσω την Παπακώστα (την υπουργό) και τις παραφυάδες της πλην Μήτσιου! Καλώ, ωστόσο, τους Παπακωσταίους να μην επιλέξουν τον Μήτσιο για αντιπρόσωπό τους. Αυτό θα διευκολύνει όλους τους συνδυασμούς… (το εδάφιον αυτό δεν προσυπέγραψε ο Μενέλαος, δεν ξέρω γιατί…).


Κουμπαριές και κοινωνικαί επιπτώσεις

Η ασφαλέστερη μέθοδος για την «αλίευση ψήφων» είναι οι κουμπαριές. Βαφτίζεις σε κάθε σόι ένα παιδί και μπαίνεις παντού... Στην Κύπρο, μόλις πεις κουμπάρε, γυρίζουν όλοι το κεφάλι. Στην Κρήτη γυρίζουν με το σύντεκνε. (Στην Αργιθέα δε γυρνάν’ ούτε με σφαίρες). Κι αυτή όμως η μέθοδος, μιας και πήγαμε στην Κρήτη, δεν πιάνει πάντα. Ο Μητσοτάκης (εκείνος που του ’κοβε το κεφάλι, εννοείται…) έκανε πολλές κουμπαριές, αλλά οι Κρητικοί, αντί να τον ψηφίζουν, ψήφιζαν το Πασόκ (μέχρι και Μιχελογιαννάκη ψήφιζαν να καταλάβετε…). Στην κολυμβήθρα σε εμπιστευόμαστε να μας βάλεις, του έλεγαν, όχι και στη θάλασσα να μας πνίξεις!

Ο Μητσοτάκης, που δε λεγόταν αρχικά έτσι, σκέφτηκε τότε να λανσάρει αυτό το επώνυμο, το οποίο θα τον βοηθούσε να μαζεύει ψήφους. Με το Μήτσος (να τος πάλι ου Μήτσιους) θα μαζεύω τους Μήτσους, είπε και με το Τάκης - Άκης τα υπόλοιπα ονόματα: Πάνος = Παναγιωτάκης, Κώστας = Κωστάκης, Γιάννης = Γιαννάκης, Χριστόφορος = Χριστοφοράκος (αφήτι του μι Ο αυτό, καλά το ’χου). Ήξερε ότι και το Γιώργος είναι πολυπληθές όνομα, αλλά όταν γνώρισε τον Γιωργάκη (ένας είναι) τους τσουβάλιασε όλους λέγοντας: «Τι να τα κάνω εγώ αυτά τα χαζά, άσ’ τα απ’ έξω να έχω και αντιπολίτευση. Δημοκρατία χωρίς αντιπολίτευση, δε γίνεται».

Γιατί να το κρύψομεν, άλλωστε…


Κορακοζώητα ταράφια και κοινωνικαί επιπτώσεις

Ο κόρακας ζει πολλά χρόνια. Λογικό είναι, «κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει». Μην κοιτάτε τους ανθρώπους!... Βέβαια, υπάρχουν και ταράφια που ζουν πολύ. Φρυδαίοι, Νασιωκαίοι, Παλιαντωναίοι, Φωτοπουλαίοι και άλλοι που δεν τους γράφω, διότι κι αυτούς για παράδειγμα τους ανέφερα, δεν κάνω απογραφή (έκανι κι ου Αλουγουσκούφ’ς απουγραφή κι του πρόκουψι). Υπάρχουν και στα Βραγκιανοχώρια

τέτοια σόια, π.χ. Στεργιουλαίοι, αλλά άμα ζεις σε τόσο υποβαθμισμένο περιβάλλον, είναι σαν να μη ζεις. Χώρια που αν αναφέρω όλους τους Αργιθεάτες που ζουν πολύ, θα κάνει καμιά τροπολογία ο Κατρούγκαλος και θα βγαίνουμε στη σύνταξη στα 87.

«Γιατί στα 87;» με ρωτάει κάποιος. Για να κάνει ομοιοκαταληξία με το 67, απαντώ. «Δεν είναι τώρα σ’ αυτό το υπουργείο» με διορθώνει. Ας μην είνι τ’ λέου, αυτός θα του κάνι. Δεν έχει άλλουν ικανότιρου ου Σύριζα να κάνι τέτοιες χαζαμάρες. Βάλ’ τε, παρακαλώ, αυτή την παράγραφο σε παρένθεση μόνοι σας, για να συνεχίσω. Πήγα να βάλω εγώ, αλλά επειδή η παρένθεση μου θυμίζει την κοιλιά του και του

(ονόματα δε λέμε) το παράτησα…

Προειδοποίηση: Όποιος (άρσεν ή θήλυ, εγώ τη γλώσσα δεν τη χαλάω με αηδίες τύπου: όποιος/α) αποφασίσει να μπει σ’ αυτά τα σόια, να ξέρει εκ των προτέρων ότι ελπίδα χηρείας (να φάω τη σύνταξη) δεν έχει. Αν δεν είστε απολύτως σίγουροι, μην προτιμάτε τα δεσμά του γάμου, αρκεστείτε στο χαλαρότερον σύμφωνο συμβίωσης!… Ο γάμος είναι χαλιναρότερον απ’ ότι το χαλαρότερον σύμφωνον. Στον γάμο δίνεις υπόσχεση ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Στο σύμφωνο δίνεις υπόσχεση μόνο σε ανθρώπους και στον δήμαρχο (ας πούμε και τον δήμαρχο άνθρωπο), τον οποίο μπορείς και να αλλάζεις, τον Θεό, όμως, δεν μπορείς να τον αλλάξεις.

Κατά τα άλλα, ένα είναι το αρνητικό. Αυτά τα ταράφια δεν είναι μεγάλα (γι’ αυτό ζουν πολύ, να διατηρείται το είδος) και τα μέλη τους δεν έχουν τη δυνατότητα του εκλέγεσθαι, αλλά μόνο του εκλέγειν. Του κανόνος εξαίρεση ο Έκτωρ, που εκλέχτηκε πολλάκις (παρακαλώ ειδικά τους ευαίσθητους να προσέξετε την ορθογραφίαν, δεν αφορά τον Πολάκην σας), γιατί δεν ήξεραν οι Λαρισαίοι ότι δεν είναι από μεγάλο σόι και ο Τσίνας, όστις κρυπτόμενος στο επώνυμον αυτό εξελέγη, επίσης πολλάκις, αν και εκ Στεργιουλαίων προερχόμενος… Τσίνας! Τσίνας! Τσίνας!...

Σταμάτα καφετζή! Μάθαμε ότι τον έχεις συγγενή και τον υποστηρίζεις. Τέτοιο κουμάσι είσαι κι εσύ… το σόι σου!

Τώρα, να μ’ έβρισε μ’ αυτό το τελευταίο; Δεν είμαι και σίγουρος…

Προειδοποίηση δεύτερη: Όποιος σεμπρέψει με αυτούς, να μην ελπίζει σε πολιτικές φιλοδοξίες, ψήφοι δεν υπάρχουν. Λεφτά, όμως, μπορεί να υπάρχουν όπως και πλούσιο Ε9. Πάρ’ τε ό,τι σας δώσουν για προίκα και καθίστε στα αυγά σας! (τώρα, μι του Σέμπρου δεν ξέρου αν πρέπει να γίνει σιμπριά, αλλά θα ρουτήξου κι θα σας που).

«Τι προίκα τσαμπουνάς πάλι; Την κατάργησε ο Παπανδρέου» μου φωνάζει ένας αμετανόητος πασοκτζής. Τ’ λέου κι ιγώ: Καλά, πώς γένιτι να καταργείς τ’ν προίκα κι να δίν’ς προίκα του Πασόκ, π’ δε μοιράζιτι κι δεν κληρουνουμείτι, στου Γιουργάκη; Κι άμα θέλ’ς να ξέρ’ς κι του Καφινείου είνι αναντίον τ’ς προίκας. Είνι υπέρ μιας ισχυρής κι διαρκούς γουνικής βουήθειας. (΄Εχου δυο πιδιά, θα πάρου, έχου κι ένα κουρίτσι, θα δώκου, πάλι κιρδισμένους 2 – 1 είμι)…


Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω αυτή την τελευταία ενότητα του Καφενείου, έφτασε

μια δυνατή βοή στ’ αυτιά μου κι έλεγε:

«Είμαι η συνείδηση. Γιατί αναφέρεις πρώτα το Φρυδαίοι, επειδή είναι το επώνυμό σου;».

Μα τι να κάνω; Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, λέει μια παροιμία…

«Άσε τις παροιμίες! Δεν είναι λόγος αυτός!».

Καθένας δεν προσπαθεί να διορίσει το δικό του παιδί; Είδες κανέναν ν’ αφήνει το δικό του αδιόριστο και να παρακαλάει για τ’ άλλα; Όλοι δεν κάνουν το ίδιο;

«Δίκιο έχεις!... Κάν’ το, αλλά συγκεκαλυμμένα…» μου είπε στο τέλος.

Συγκεκαλυμμένα; Πού τη βρήκε η συνείδηση αυτή τη λέξη; Χάλασε και η συνείδηση…

Καλύτερα αυτοί που η συνείδησή τους δεν έχει και τόσο μεγάλη βοή… Καλύτερα αυτοί που τα αυτιά τους δεν ακούνε και τόσο καλά τη βοή της συνείδησης…

Να είστε κορακοζώητοι, αλλά να σας φυλάει ο Θεός απ’ τα κάθε λογής κοράκια και να σας χαρίζει τετραετίες και ψηφοφορίες. Να ψηφίζετε ό,τι σας αρέσει. Με περίσκεψη και ελευθερία. Μόνο να μην ξεχνάτε πως και η ελευθερία είναι ευθύνη…

Και να εκλέγονται κάθε φορά οι καλύτεροι για τον τόπο μας και την πατρίδα!




ΚΥΡ 16/9/2018





Ονειροπνοές Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 45

 Ονειροπνοές

45 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg                                                                                        

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως τη θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς:

μην την εξευτελίζεις…                                                                                                                                                                                         Κ. Καβάφης

                                                                                                                                                                                                    

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  45


Τώρα που φεύγεις πάρε μαζί σου…

  Ο Αύγουστος είναι στα τελειώματα… Τι γρήγορα που περνάει ο Αύγουστος! Κι εσύ, όπως κάθε χρόνο, ξαναπαίρνεις τον δρόμο της φυγής απ’ το χωριό σου, για να επιστρέψεις στη μόνιμη διαμονή σου, στη δουλειά σου και σε ό,τι ορίζουν οι ανάγκες  στο μαγκανοπήγαδο της ζωής… Ας είναι! Όπου είναι υγεία και χαρά παντού είναι καλά… Οι διακοπές τελείωσαν. Δεν πειράζει, θα έρθουν κι άλλες…

  Τώρα που φεύγεις κι αχνοσβήνουν πίσω σου τ’ αργιθεάτικα βουνά και χάνονται απ’ τα βουρκωμένα μάτια σου στην καταχνιά του ορίζοντα, πάρε μαζί με τις τελευταίες αναπνοές στη φύση κι όσες μπορείς να πάρεις απ’ τον τόπο σου ονειροπνοές…    

  Πάρε μαζί σου τις ρόδινες ανατολές που έζησες, την ομορφιά και την ευωδία των ταπεινών λουλουδιών (μαζί και το κλωναράκι βασιλικού που σου ’δωσε κάποια γιαγιά στα ξεχωρίσματα), την αρμονία των ήχων, το θρόισμα των φύλλων της γέρικης κληματαριάς  σου, τη δροσιά του αέρα και του νερού της αγαπημένης βρύσης! Και τη χαρά απ’ των ανθρώπων το αντάμωμα μην ξεχαστείς να πάρεις!... 

  Όλα αυτά θα έρχονται αναμνήσεις στον νου σου και  θα γίνονται, για να σε συντροφεύουν, λυτρωτικές πνοές ονείρων. Όλα αυτά θα γίνουν ονειροπνοές σου…    


Ένας χρόνος Καφενείο…

  Το δεκαπενταύγουστο του 2018 δημοσιεύτηκε το πρώτο (της δεύτερης φοράς)      Καφενείο σε ηλεκτρονική μορφή. Συμπληρώθηκε ήδη ένας χρόνος και μπήκαμε στον δεύτερο. Εγώ ήθελα να μπω στον τρίτο, αλλά ο Κώστας Τσιάκαλος ανένδοτος: «Κουμάντο να κάνεις στο μαγαζί σου, όχι στην ιστοσελίδα μου» μου διαμήνυσε. «Σιγά μη σου τα μετρήσουμε και συντάξιμα! Ποιος σας κακόμαθε μ’ αυτά τα πλασματικά και τα ψάχνετε όλοι σας;» ήρθε και του Θανάση Καραγιώργου η επίπληξη. 

  Κάπου εκεί τελείωσαν οι αξιώσεις μου. Ποιος κοτάει να τα βάλει με τους εκδότες; Ούτε ο Κυριάκος δεν κοτάει… Έτσι και τα βάλεις με εκδότη έμεινες ανέκδοτος… Θυμάστε τον Αλέξη; Μια γάτα Ιμαλαΐων του έβαλε δίπλα ο εκδότης και τα κακάρωσε. Και ποντίκι να ’τανε ο Αλέξης, λιγότερο φόβο θα πέρναγε.

  Για να μη νιώσω απόλυτα ηττημένος μπροστά στο εκδοτικό κατεστημένο, άρχισα να φιλοσοφώ λιανοσιουρίζοντας κι έβαλα τους εκδότες να ψάχνονται μ’ αυτό που είπα: κάθε μέρα μπορεί να είναι μια αρχή, κάθε μέρα μπορεί να είναι ένα τέλος… 

  Ένας χρόνος Καφενείο… Η επιχείρηση πάει καλά, αλλά αυτό λίγο μας νοιάζει. Κι αν δεν πάμε καλά, με λίγο πολιτικό μέσον περνάμε τις ζημιές στους πελάτες κι εμείς περνάμε τα κέρδη μας στην Ελβετία και περνάμε μια χαρά. Έτσι την περνάνε όλοι οι λεφτάδες στον ντουνιά, που λέει και το άσμα. Ημείς τοιαύτην ανάγκην δεν έχομεν.  Το Καφενείο άνοιξε με το που ήρθε η ανάπτυξη. Και η ανάπτυξη δεν κρατιέται. Είναι σαν τη διάρροια… Είναι φανερό πια. Σε όλη τη χώρα δεν κρατιέται… Η διάρροια! Εθνική γαστρεντερίτις είπαν οι γιατροί. Ο λαός πρέπει να φάει γκόρτσα (αγένουτα, όχι ζούλες), για να σταματήσει το κακό… Κι αυτό λίγο μας νοιάζει. Είναι δουλειά του Κικίλια να βρει άγρια γκόρτσα και ξινά σταφύλια (γι’ αυτό έβαλαν ψηλό υπουργό υγείας. Για να φτάνει απού καταή να ραβδίζει τ’ς γκουρτσιές). 

  Δική μας έγνοια μόνο το Καφενείο, με βασική θέση σε ό,τι γράφεται την ευθύνη. Ο σεβασμός στον ακροατή ή αναγνώστη ορίζει αυτή την ευθύνη του δημόσιου λόγου. Η κριτική σας θα ελέγχει αν τηρείται αυτή η αρχή, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να συμφωνούμε  σε όλα ή να προσεγγίζουμε όλοι τα διάφορα θέματα με την ίδια οπτική.

(Κατάφερα κι έγραψα τέσσερις σοβαρές σειρές κι ένα χειροκρότημα δεν άκουσα, ούτε καν για την οπτική. Αν ήμουν πολιτικός αρχηγός, τέσσερις φορές θα με είχατε χειροκλοτσήσει. Δεν πειράζει! Δικά σας είναι τα χέρια και τα βαράτε όποτε θέλετε...). 

  Κάτι ακόμη: όσο περισσότερα γίνονται τα Καφενεία, τόσο μεγαλώνει και η αγωνία μου, μήπως ξανάγραψα κάτι απ’ αυτά που πάω να γράψω. Αμέσως, όμως, ησυχάζω, γιατί σκέφτομαι πως δεν υπάρχει περίπτωση να τα θυμούνται αυτοί που τα διάβασαν, αν τα ξέχασα εγώ που τα έγραψα... Είναι, επίσης, γνωστό ότι ο λαός ξεχνάει τα πάντα και μόνο δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά. Με τις πρόσφατες εκλογές το ξανατσεκάραμε, αλλά με τέτοια αριστερά πώς να μην ξεχάσεις τη δεξιά, για να μην πω ότι σε κάνει να την αποζητάς κιόλας, χώρια που δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις τη μια από την άλλη...

  Συνεχίζοντας στον δεύτερο χρόνο το Καφενείο, σας εύχομαι να έχετε υπομονή κατά την ανάγνωσιν, κατανόησιν και επιεική κρίσιν για τον γράφοντα και καλό κουράγιο για τα υπόλοιπα. 

  Να σας ανοίξω για τα γενέθλια δυο μπίρες και μια κονσέρβα που έτσι κι αλλιώς λήγει, αν δεν έληξε. Έτσι για τα «χρόνια πολλά»... Κερί δε θα σβήσουμε! Δεν είμαστε και πυροσβέστες… Ο Κώστας Μπαλατσούκας κι ο Γιάννης Πολύζος που είναι ταβλαδόροι (πυροσβέστες, δηλαδή) είναι σε άδεια, οπότε δεν υπάρχει σχετική δυνατότητα. Εκτός αυτού είμεθα και ενάντιοι στα ξινόφιρτα ιθίματα… 


Επαναφορά 

  Το Καφενείο παρασύρεται καμιά φορά, αλλά δε χρειάζεται ανησυχία. Όλο και θα βρίσκει τη δική του κανονικότητα… Υπομονή, κατανόηση και επιείκεια δε σας ζητώ ιδώ αουπανούλια; Τ’ αστόχ’σιταν αμέσους; Δεν κάνουμι χουριό έτσι! 

  Δεν πρέπει να συμπαρασταθούμε στους συνανθρώπους μας που τελειώνουν οι διακοπές τους και ξαναγυρνάνε στις δουλειές τους; Ξέρετε τι βασανιστική είναι  αυτή η προσαρμογή; Ιξιπιτούτου, λοιπόν, οι αναφορές στις ονειροπνοές…

  Τώρα, για εσάς που δεν πήρατε αυτές τις ονειροπνοές, βγάλτε τα πέρα όπως νομίζετε… Ελπίζω τουλάχιστον να πήρατε μαζί σας τον τραχανά. Χωρίς ονειροπνοές κάπως θα τα καταφέρετε, χωρίς τραχανά δε βγαίνει χειμώνας. Μαζέψατε και ρίγανη. Να δω πού θα τη βάλετε! Στον τραχανά, πάντως, δεν μπαίνει. Τραχανά ριγανάτο ούτε ο πιο γκουρμεδοδιεστραμμένος τηλεμάγειρας δεν επιχείρησε ακόμη.

  Θα κλείσω αυτόν τον λόγον με την αναφορά μου στον τυρολόγον, αν και είμαι σίγουρος πως δεν το ξεχάσατε αυτό το αξεσουάρ. Μα τυρί, μα κλουτσουτύρι, θα σας βγάζει από τα δύσκολα. Καλύτερα σήμερα να έχεις τυρολόγο παρά ασφάλεια ζωής… 


Παν’γύρια, πάρτια κι αερόστατα…

  Τέλη Αυγούστου τελείωσαν και τα πανηγύρια (οι φωτοτυπίες πανηγυριών, για να είμαστε πιο ακριβείς), χαλάρωσαν και τα τέλια απ’ τις ηλεκτρικές κιθάρες (που αποδίδουν όσο πιο νοθευμένα μπορούν τα δημοτικά μας τραγούδια). Τέλος (Δε εντ, που λένε στα Βραγκιανά) και στα πάρτια (ποταμίσια, λιμναία ή της ξηράς). 

  Το καινοφανές φέτος ήταν το αερόστατο σε κάποιο απ’ αυτά της κοιλάδας (μία είναι η κοιλάδα). Δικαίως ή αδίκως ή αυθαιρέτως, βραγκιανίτικο το χρεώνω… Το σίγουρο είναι ότι  παρουσίασαν  και  έθεσαν σε  πορεία αερόστατο, αλλά λεπτομέρειες μη με 

ρωτάτε, καλύτερα να καταφύγετε εις το έγκριτον φέισμπουκ και τους φεϊσμπουκάδες.

  Προσωπικά, δε μου είναι ανεξήγητο, διότι θυμάμαι κάποια πράγματα (χαρά στου θυμητ’κό σ’, αρέ Γιάννη) από τη λίγη επαφή μου με την ψυχολογία και τους όρους της: προβολή και ταύτιση. Η επιστημονική ασχετοσύνη μου με ανάγκασε να υποβάλω σχετικό ερώτημα στην ψυχολόγο του δήμου μας, η οποία μου είπε τα εξής:

«Η χρήση του αερόστατου υποδηλώνει το αίσθημα κατωτερότητας που προκαλείται στους κατοίκους  της κοιλάδας λόγω του χαμηλού υψομέτρου και την ανάγκη τους να 

αντιδράσουν. Είναι το μέσον δια του οποίου προβάλλουν την αδυναμία τους να ανέβουν ψηλότερα κι αναγκαστικά ταυτίζονται μ’ αυτό στην ανοδική πορεία του. Επίσης, αισθάνονται και ασφάλεια, γιατί οι Στεφανιώτες δεν κλέβουν αερόστατα». 

  Άλλοι υποστηρίζουν (πάνε να τα μπαλώσουν όπως καταλαβαίνετε) ότι ήταν απλά ένα πείραμα του γνωστού φυσικού Πάνου Στάθη, ο οποίος ήθελε να αποδείξει ότι οι θερμές μάζες του αέρα (απού θιρμές μάζις, άλλου καλό στα Βραγκινά!...) διαστέλλονται, γίνονται ελαφρότερες και ανεβαίνουν προς τα πάνω (τουλάχιστον ως το Σπαρτήσι). Βιβαίους, έτσι είνι. Οι θιρμές μάζις έχουν μυαλό, δεν κάθουντι κάτ’ σαν τ’ς Βραγκιανίτις να ψένουντι στ’ς μιλίστις…

  Θα κλείσω για τα πάρτια με το προσαρμοσμένο για την περίσταση τραγούδι που απέδωσε με απαράμιλλο λυρισμό η λαϊκή μούσα: 

         Πάρι μι στου πάρτι, μπάρμπα, κάτ’ στουν Ασπρουπόταμου (γουάιτ ρίβερ)

         ιγώ θα σι γυρίσου πάλι, μι του αϊρόστατου.

 

         Ισύ θα πίν’ς ουίσκι, μπάρμπα, κι ιγώ ξ’νόγαλου...

(Βιάζουμαν κι δε μπόρισα να του συνιχίσου άλλου. Τιλειώστι του μαναχοί σας!).


Ένα μεγάλο μπράβο στους Κουμπουριανίτες!...

  Είχα γράψει παλιότερα, για να επαινέσω το παραδοσιακότερο, κατά τη γνώμη μου, πανηγύρι της περιοχής μας, ώστε να γίνει παράδειγμα η οργάνωση και η συνεργασία των Κουμπουριανιτών. 

  Τώρα, γράφω για να τους ξαναπώ ένα μεγάλο μπράβο! Φέτος έκαναν το καλύτερο πανηγύρι… γιατί δεν έκαναν πανηγύρι. Το χωριό στάθηκε σύσσωμο, για να συμπαρασταθεί στο πένθος πολλών χωριανών, το οποίο προκάλεσε ο θάνατος του Κώστα Μανίκα στο πρόσφατο δυστύχημα και νωρίτερα ο θάνατος του Κώστα Δεληγιάννη. Δυο νέοι άνθρωποι έφυγαν, έτσι, απρόσμενα…

  Όσο κι αν είναι στην καθημερινότητά μας, παραμένει μέγα το μυστήριον του θανάτου και βιώνεται από τους ζώντες. Η ζωή μας έχει και τις λύπες και τις μεγάλες λύπες. Καθένας τις αντιμετωπίζει με τον τρόπο του. Πάντα, όμως, σημαντική θα στέκει στην αντιμετώπιση η συμπαράσταση των ανθρώπων.

  Έτσι, αποφάσισαν φέτος οι Κουμπουριανίτες… Για να μας ξαναθυμίσουν ότι δεν τα ισοπεδώνουμε όλα κι ότι στην παράδοσή μας υπάρχει και το πένθος, καταγραμμένο κι αυτό στα αμέτρητα μοιρολόγια του λαού μας. Πώς να έκαναν το πανηγύρι όλοι αυτοί που το υπηρετούσαν, τώρα που έλειπε ανάμεσά τους, πρωτεργάτης κι αυτός, ο Κώστας;  

  Αγαπητοί Κουμπουριανίτες! Θέλω να κλείσω με μια ευχή. Ποτέ ξανά να μην υπάρξει αιτία που θα σας χαλάει το όμορφο πανηγύρι σας!... 


Εργολαβίες, εργολάβοι κι έχουμε να λαβαίνουμε…

  Τηλεγράφημα προς περιφερειάρχην, αντιπεριφερειάρχην, υποπεριφερειάρχην (ρε, υπάρχει και τέτοιος;), περιφερειακούς συμβούλους, περιφερειακούς παίχτες του μπάσκετ και προς οιονδήποτε περιφέρεται εντός της περιφέρειας Θεσσαλίας και νήσων αυτής, ειδικά σε όποιον εκ των άνω ποιεί την νήσσαν (δηλαδή, την πάπιαν…):

  «Αναζητούνται εργολάβοι που ανέλαβαν έργα ασφαλτόστρωσης επί τμημάτων της επαρχιακής οδού από  διασταύρωση Ι. Μ. Σπηλιάς προς Αετοχώρι. Στοπ! 

  Αναζητούνται μέσω της γραμμής ζωής, του τμήματος αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και του κυανού σταυρού που βάζουμε κάθε φορά στις εκλογές (καλά να πάθουμε!). Στοπ!

  Αναζητείται ταυτόχρονα και δικαιολογία που να ευσταθεί. Στοπ!».

Ρώτα κι για του κριάρι του θ’κό μ’, μην ξέπισι π’θινά σι κάνα μπ’λούκι… Έχου μέρις να του ιδού στα πρόβατα μ’, είπε κι ο Κώτσιας, μόλις έμαθε ότι κάτι ψάχνουμε.

  Κύριε Αγοραστέ

Αν δε βρίσκετε  πουθενά  τους εργολάβους,  αγοράστε  από ένα ζαχαροπλαστείο και

στείλτε μας ένα κουτί εργολάβους (να ρουκανάμι απού κανέναν, μέχρι να έρθουν οι εργολάβοι). Προσοχή! Να μην είναι τίποτε μπαγιάτικοι και ξεροί και τσακίσουμε κάνα δόντι! Να φάμε θέλουμε, όχι να πετροβολάμε! Έχουμε και στουμπιές…

  Α, μη  φάν’κι αυτού σια κάτ’ κι του κριάρι τ’ Κώτσια;

  Συμπέρασμα 1: Έτσι την παθαίνουν όσοι ψήφισαν επί πιστώσει…

  Συμπέρασμα 2: Ου παντός πλειν ες Αετοχώριον. Εκτός κι έχεις ψηλό αμάξι ή είσι π’λί (αυτό θέλει να πει το πλειν).  

  Συμπέρασμα 3: Είδες αμάξι με κουρνιαχτό ή λασπωμένο; ΄Η μαρκιλισιώτ’κου είνι, ή απ’ τ’ Μαρκιλέσι διάφ’κι.   

  

Διακόπτω για διατύπωσιν προτάσεως

  Όταν είναι δικό σου το μαγαζί, εσύ κάνεις κουμάντο. Μ’ του ’πι κι ου Τσιάκαλους προυτύτιρα, θ’μάστι; Διακόπτω, λοιπόν, για να διατυπώσω (εντελώς ξεκάρφωτα) σοβαρήν πρότασιν προς τον Σύριζα, διότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι θεσμός του πολιτεύματός μας. Ας μη λησμονούμε ότι ο εν λόγω θεσμός μάς έφερε τους προσφιλέστατους θεσμούς και μας απάλλαξε από την επικατάρατη τρόικα.  

  Αι κομματικαί διεργασίαι αίτινες συντελούνται δια την μετεξέλιξιν (μετάλλαξιν) του συριζομάγαζου, προσκρούουν (τσιουγκράν’ να καταλάβιτι) εν πολλοίς και στο όνομα

που θα επιλεγεί, για να  φρεσκαριστεί η ταμπέλα του. Για να συμβάλω κι εγώ σ’ αυτή

την  αναζήτηση, στο πλαίσιο του  «πας πολίτης προτείνει», προτείνω το κόμμα αυτό να ονομαστεί ΤΣΙΠΟΥΡΑΔΙΚΟ με μόνιμο αρχηγό τον Τσίπρα. Θα ψηφιστεί απ’ όλους τους άντρες, από τις περισσότερες γυναίκες, οπωσδήποτε απ’ την Παπακώστα, τη Μεγαλοοικονόμου κι όσους τα κονομήσανε... κι από την Αυλωνίτου, αν της δώσουνε από πριν το ψηφοδέλτιο, για να μην τα μπερδέψει στο παραβάν κι έχουμε κάνα ατυχές συμβάν… 

  Εναλλακτικά προτείνω και το Π.Ξ.Σ. (Περσινά Ξινά Σταφύλια), όπου υποκρύπτεται και το Πασόκ – Ξενογιαννακοπούλου – Σύριζα, με γέφυρα την Ξενογιαννακοπούλου όπως βλέπετε. Πώς διέφυγε του Μενέλαου αυτή η γέφυρα;

  Βάλτι τα τσίπρα! Να μας ζήσει τ’ όνουμα! Άμα βρούμι κάνα άλλου, τα ματαλέμι…


Στα λεοντίτικα Λακκώματα

  Βρέθηκα μια μέρα στα Λακκώματα, στο Λεοντίτο, για επιστημονικούς λόγους. Πήγα να δω αν υπάρχουν λαγουκακαράντζις, γιατί ο Σούλης ο Αποστόλου που διεξάγει συνήθως αυτή την έρευνα, δεν είχε έρθει ακόμη να μας πληροφορήσει σχετικά και η επιστημονική κοινότης βρισκόταν σε εύλογη ανησυχία. Στα Λακκώματα, βέβαια, πηγαίνουν κι άλλοι επιστήμονες, για να δουν, ας πούμε, αν μπορούν να μπουν ανεμογεννήτριες κι λίγου χαμπλότιρα απ’ τ’ν καλύβα τ’ Ζιώγα. 

  Αφού συγκέντρωσα αρκετά επιστημονικά στοιχεία, κάθισα στον ίσκιο από έναν κοντοέλατο να φάω καμιά οχτακοσαριά χαψιές ψουμουτύρι που είχα πάρει μαζί μου.  Βλέπω, ερχόταν προς το μέρος μου μια ηλικιωμένη γυναίκα, ζαλικωμένη με λίγα ξυλάκια. Περπατούσε και μιλούσε μόνη της (αυτό του παθαίνουμι κι ιμείς όταν έρχιτι ου ένφιας). Όταν έφτασε πιο κοντά, διαπίστωσα με έκπληξη ότι έκανε απαγγελία στίχων του Μπρεχτ. Άκουσα καθαρά τι έλεγε:

«Είδα το παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα νέο.

Σερνόταν πάνω σε καινούργια δεκανίκα που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρομούσε νέες μυρωδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε πριν ξαναμυρίσει». 

Είναι δυνατόν, σκέφτηκα, να ξέρει η γριά Μπρεχτ ή να ’νι κάνα αφάντιασμα; Ας που του πατηρημών για παν ινδιχόμινου. Είνι μην αντέ’εις…

  Δε χρειάστηκε. Η γιαγιά ήρθε κοντά (από το Λεοντίτο ήταν), με καλημέρισε, γνωριστήκαμε, ανακατώσαμε λίγο τα σόια μην κρούουμαστι απού π’θινά, κουβεντιάσαμε ώρα. Κάποια στιγμή τη ρώτησα:

─ Δε μου λες θεια κι να με συμπαθάς! Πώς έμαθες εσύ απέξω αυτά τα λόγια από τους στίχους του Μπρεχτ;

Δεν ξέρου ιγώ κάναν Μπρεχτ… Ου Γρίβας τα κουμπόδιαζι αυτά απ’ κάτ’ στουν πλάτανου κάθι καλουκαίρι κι τα ’μαθαμαν ούλοι τόσις βουλές π’ τα ’πι.

─  Καλά, και γιατί το λες φωναχτά εδώ στην ερημιά; Σου αρέσει τόσο πολύ; 

─ Δε μ’ αρέσει,  αλλά δε θέλου  κι  να τ’ αστουχήσου,  γιατί  λέει  νια  αλήθεια  π’ τ’ν 

ίβρισκα μπρουστά μ’ ούλα μ’ τα χρόνια κι να ’χιτι του νου σας ισείς οι νιότιροι κι να φ’λάιστι όσου μπουρείτι! Του παλιό πουλλές βουλές έρχεται σα νέου, αλλά αυτό του νέου κάθι βουλά είνι χειρότιρου κι απ’ του παλιό…


Ορκωμοσίες

  Στο τελευταίο καλοκαιρινό Σαββατοκύριακο, έγιναν και στον νομό μας οι ορκωμοσίες των νέων δημάρχων, συμβούλων, τοπικών προέδρων και συμβουλίων. Έτσι, θα μπούμε απρόσκοπτα στο φθινόπωρο, για να προετοιμάσουμε τον χειμώνα που μας περιμένει… Με την έναρξη του τρύγου, θ’ αρχίσουμε να τρυγάμε και τους καρπούς των επιλογών μας και στις αυτοδιοικητικές εκλογές.

  Καλή και επιτυχή θητεία σε όλους! Καλά αποτελέσματα σε ό,τι υπηρετεί το κοινό καλό τόπων κι ανθρώπων!

  Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι θέλανε να ορκιστούν από δεσπότη, δε βολεύονταν με κατώτερο! Σου λένε, θα γίνουμε που θα γίνουμε επίορκοι, καλύτερα να ’χουμε για διαμεσολάβηση με τον Ύψιστο τον δεσπότη. Τι να σου κάνει ένας απλός παπάς; Μπορεί να προβλέπεται κι απ’ το πρωτόκολλον, δε γνωρίζω. Πάντως, ο δεσπότης δεν άφησε κανέναν στο παράπονο, μπήκε στην ταλαιπωρία των μετακινήσεων κι έδωσε προς όλους την ευλογία του. 

  Πληροφορία που διακινήθηκε ότι και στις έξι ορκωμοσίες παραβρέθηκε και ορκίστηκε, κάθε φορά και σε άλλη θρησκεία, ο Γιωργάκης ΓΑΠ, ελέγχεται ως ανακριβής, αλλά δεν παίρνουμε κι όρκο…

  

΄Η στον Άρη, ή στο Κοζιοκάρι

  Τι ήταν να αναφέρω τις ονειροπνοές, πλάκωσαν οι ονειροπαρμένοι… Απ’ τη διεθνή επικαιρότητα πληροφορηθήκαμε ότι ο Έλον Μασκ (δε γνωρίζω αν πατάει καλά) προτείνει να βομβαρδιστεί με πυρηνικά ο πλανήτης Άρης, για να γίνει κατοικήσιμος!

  Άμα είναι έτσι, να βουμπαρδίσουμι κι ιμείς τ’ Κουζιουκάρι, να γίνει κι αυτό κατοικήσιμο κι αργότερα βλέπουμε, μπορεί να το κάνουμε και πρωτεύουσα. Έτσι κι αλλιώς η Μπουκοβίτσα του χεριού μας είναι και δε δέχομαι αντιρρήσεις, γιατί οι περισσότεροι Μπουκουβ’τσιάνοι μάλλον κατοικούν ήδη στον Άρη και λίγοι γνωρίζουν τι εστί το Κοζιοκάρι…


45 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpgΛουλούδια…

  Λουλούδια του τόπου μου! Του τόπου μου στολίδια!

Πόση χαρά μας δίνει η ταπεινή σας μεγαλοπρέπεια!

Και πόσο τη χαρά με τη σιωπή σας τραγουδάτε,

σ’ όσους μπορούν ν’ ακούνε  τα τραγούδια σας!

  Στις ερημιές ποιο χέρι σας φυτεύει, σας ποτίζει,

για να σκορπάτε γύρω σας χρώματα κι ευωδιές;

Δώρα της φύσης σ’ όσους περπατούν στις στράτες,

στα δάση, στις πλαγιές και στων βουνών τις ράχες.

  Κι όσοι μπορούν να σας διαβάζουνε,

ξέρουνε πια καλά τις

ονειροπνοές…

     26/8/2019


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους! από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

  Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους! από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου    Το ημερολόγιο έδειχνε 3η Σεπτε...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....