Ετικέτες - θέματα

20.5.26

Ἡ Ξομπλιαστήρα [1906] του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK - διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ἡ Ξομπλιαστήρα [1906] 

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Κείμενο & AUDIOBOOK - διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   


Ὅταν ἐγύριζαν τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν βρύσιν, φορτωμένες τὶς στάμνες των, τὸ Ὀρσάκι, ἡ ὡραία μελαχροινὴ παιδίσκη τοῦ καπετὰν Λιμπέριου καὶ τὸ Μορφούλι, ὁμήλικός της ὀρφανὴ ἐξαδέλφη, τὴν ὁποίαν εἶχαν στὸ σπίτι τους καὶ ἀνέτρεφαν, καὶ τὸ Μονεβασώ, ὡραία γειτονοπούλα, κόρη τοῦ Ἀποστόλη τοῦ πρωτομάστορη, συνήθως μόλις κρατούμεναι καὶ μόλις δυνάμεναι νὰ βαστάζωσι τὶς στάμνες των, ἀπὸ τὰ γέλια, ἔκαμναν καὶ ὅλας τὰς πρεσβυτέρας τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς γειτονιᾶς νὰ ξεκαρδίζωνται μὲ τὰς φαιδρὰς ἱστορίας των.

Διηγοῦντο ὅλα τὰ συναπαντήματα τοῦ δρόμου, τοῦ Λιβαδιοῦ καὶ τῆς Βρύσης, ὅσα τὲς εἶχαν συμβῆ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ εἶχαν ἐκκινήσει ἀπὸ τὸ σπίτι ἕως τὴν στιγμὴν ποὺ ἔφθασαν ἐπιστρέφουσαι ἀπὸ τὴν εὔθυμον ἀγγαρείαν των.

Πῶς εἰς τὸν δρόμον τὸ Μορφάκι μὲ ἓν τολμηρὸν διὰ τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ φῦλόν της κίνημα, ἔτρεψεν εἰς ἄτακτον φυγὴν μίαν ὁλόκληρον συμμορίαν ἀπὸ μάγκες, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ χωρίου, εἰς τὰ Λιβάδια, οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον νὰ τὰς πετροβολοῦν, εὑρίσκοντες διασκέδασιν ἂν ἐκατόρθωναν νὰ σπάσουν τὶς στάμνες των· τότε ἡ μεγαλόσωμος καὶ μόλις ἔφηβος παιδίσκη μὲ τὸν ρωμαλέον βραχίονά της, ἐξάμωνε* κ᾿ ἔπαλλε τὴν στάμναν ἐναντίον των, προσποιουμένη ὅτι τὴν ἐθυσίαζε καὶ ἦτο ἑτοίμη νὰ τὴν ρίψῃ κατὰ τῶν κεφαλῶν των. Ἡ διήγησις ἐφάνη εἰς τὴν γραῖαν Μορισίναν, τὴν μητέρα τῆς Μονεβασῶς, ὡς σύμβολον πράγματι τῆς πρωίμου ἀλκῆς τῆς ὀρφανῆς κόρης ― καὶ ὡς χαρακτηριστικὸν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία τῆς γυναικός, εὔθραυστος ὅπως ἡ στάμνα της, αὐτὴ γίνεται φοβερὸν ὅπλον κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀνδρός, ὅταν ἐκείνη θελήσῃ.

Πῶς εἰς τὴν βρύσιν δύο γυναῖκες, ἐρίζουσαι περὶ τοῦ ποία εἶχε σειρὰν νὰ γεμίσῃ ἀπὸ τὸν ἕνα κρουνὸν τῆς βρύσης, ἐπιάσθηκαν χέρια μὲ χέρια, μαλλιὰ μὲ μαλλιά, μὲ κίνδυνον νὰ σπάσουν καὶ τὶς δύο στάμνες των· τότε, μὲ πλατεῖς γέλωτας, ἐπωφεληθεῖσαι αἱ τρεῖς παιδίσκαι, ἐγέμισαν, χωρὶς νὰ ἔχουν ἀράδα, τὶς στάμνες των, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, κ᾿ ἔφυγον τρέχουσαι.

Πῶς εἰς τὴν ἐπιστροφὴν εἷς ἐρωτοχτυπημένος νέος τὰς παρηκολούθησεν, ἐνῷ ἐνύχτωνεν ἤδη, δεικνύων σημεῖα βαθείας καὶ δειλῆς προσηλώσεως, τίς οἶδε πρὸς ποίαν ἐκ τῶν τριῶν. Τότε τὸ Μονεβασώ, παρά τινα ἐρημικὴν καμπὴν τῆς ὁδοῦ, ἐστράφη ἠρέμα πρὸς τὸ μέρος τοῦ νέου, καὶ μὲ ἓν εἰρωνικὸν ἄχ! πουλάκι μου, τὸν ἔκαμε νὰ χάσῃ ὁ δυστυχὴς τὰ μυαλὰ ἀπὸ τὴν χαράν του.

*
* *

Ἀλλ᾿ ἐξόχως μεγάλην διασκέδασιν εὕρισκον αἱ τρεῖς ζωηραὶ κόραι εἰς τὸ νὰ παρενοχλῶσι πολὺ συχνά, σχεδὸν καθ᾿ ἑκάστην, εἰς τὸ σπιτάκι της μίαν ἐκτάκτως παράξενην γερόντισσαν, τὴν γρια-Καντούσαιναν.

Ἡ γρια-Καντούσαινα, χήρα ἐκ νεότητός της, χωρὶς θυγατέρα, μὲ δύο υἱοὺς ξενιτευμένους ἀπὸ χρόνων εἰς τοὺς ὠκεανούς, οἵτινες πρὸ μακροῦ εἶχον ξεχάσει τὴν μητέρα των ―ἐπῆγαν, ὅπως αὐτὴ ἔλεγε καταρωμένη, «στὴν ἀγυρισιά», καὶ εἶχαν ρίψει πέτρα ὀπίσω των― ἔζη εἰς μικρὰν καλύβην, παρὰ τὴν ἄκρην τοῦ χωρίου, μὲ μίαν αὐτοσχέδιον αὐλὴν ξερολίθι, ἐπαγγελλομένη ἐνίοτε τὴν μαῖαν, εἰς τὰς σπανίας ἐγκύους, ὅσαι ἀπεφάσιζον νὰ τὴν καλέσουν μὴ φοβούμεναι τὴν κακολογίαν της εἰς τὸ ὕστερον (διότι ἐσυνήθιζε νὰ ξαναλέγῃ μεγαλοφώνως ὅλα τὰ ψεγάδια, ὅσα θὰ ἔβλεπε τυχὸν εἰς τὴν λεχὼ καὶ εἰς τὸ περιβάλλον), καὶ ἔργον ἔχουσα ἀπὸ πρωίας μέχρι ἑσπέρας νὰ διώχνῃ μὲ μίαν καλαμιὰν τὶς ξένες κόττες ἀπὸ τὴν αὐλήν της, ἀναθεματίζουσα καὶ καταβλασφημοῦσα ὅλες τὶς γειτόνισσες.

Ἡ καλύβη καὶ ἡ μικρὰ περιοχὴ τῆς Καντούσαινας ἐξεῖχεν ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν γραμμὴν κ᾿ ἔκοπτεν ἀποτόμως τὸν δρόμον, ἀναγκάζουσα τὸν διαβάτην νὰ ἐκτελέσῃ μεγάλην καμπύλην. Τώρα, αἱ τρεῖς κορασίδες, ἡ Ὄρσα, τὸ Μορφούλι, καὶ τὸ Μονεβασώ, ἐπειδὴ ἦτον ὁ δρόμος των, ἠρέσκοντο καὶ αὐταὶ «νὰ κόφτουν δρόμον» καὶ ὅταν ἔβλεπον ὅτι ἡ γραῖα δὲν εὑρίσκετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔξω εἰς τὴν αὐλήν, ἀδιάφορον ἂν ἦτο μέσα εἰς τὴν καλύβην, ὅπως ἀπεδείκνυεν ὁ καπνὸς ὁ ἀνερχόμενος ἀπὸ τὴν μικρὰν καπνοδόχην τῆς στέγης, καὶ ἂς ἦτο καὶ ἡ θύρα τῆς καλύβης ἀνοικτή, ὑπερεπήδων τολμηρῶς τὸν σπιθαμιαῖον τοῖχον τῆς αὐλῆς, διεσκέλιζον τὸν περίβολον, ἐπάτουν ἐπὶ τῆς μικρᾶς πρασιᾶς τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργει ἡ γραῖα ―τὸ Μορφάκι συνήθως ἔκυπτε κ᾿ ἔκοπτε κλωνίον ἀπὸ τὴν πεπερόρριζαν ἢ ἀπὸ τὸν ἡδύοσμον τὸν εὐωδιάζοντα ἐκεῖ εἰς δύο ἢ τρεῖς γάστρες― καὶ μὲ κρότον καὶ μὲ πνιγμένους γέλωτας ἐξήρχοντο ἐν θριάμβῳ διὰ τοῦ ἀντικρινοῦ τοίχου.

*

Λοιπὸν ἡ μικρὰ Μόρφω, ἥτις κατὰ βάθος ὡμοίαζε πολὺ κατὰ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μὲ τὴν γρια-Καντούσαιναν ―τοῦτο ἔμελλε νὰ φανῇ ἂν εἶχε τύχην ἡ κόρη νὰ ζήσῃ καὶ νὰ γηράσῃ ὅπως ἐκείνη― καὶ ἦτον «ξομπλιαστήρα»* ὅσον ἦτο αὐτή, προκειμένου διὰ τὰς μικρὰς ἐλλείψεις τῶν λεχῶν ὅσας εἶχε ξεγεννήσει, ἅμα ἐπέστρεφαν εἰς τὴν οἰκίαν δὲν παρέλειπε ν᾿ ἀναπαριστᾷ ζωντανὰ ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τοὺς κεραυνούς, ὅσους ἐσφενδόνιζε τότε ἡ γρια-Καντούσαινα ἐναντίον των, πῶς ἐξώρμα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς καλύβης, κρατοῦσα πάντοτε τὴν καλαμιάν της ὡς νὰ ἦσαν αὐταὶ κόττες διὰ νὰ τὰς διώξῃ.

― Μωρὴ σεῖς, τρελοξοῦδες*! Μωρή, ξιφοστλιάρες*! Μωρή, μαυραγκαθιές! Ποὺ νὰ κοποῦν τὰ ποδαράκια σας! Ποὺ νὰ πιαστοῦν τὰ χεράκια σας! Μωρή, δὲν ντρέπεσθε νὰ πηδᾶτε μὲς στὴν αὐλή, νὰ μοῦ πατῆτε τὰ χορταράκια, νὰ μοῦ κόβετε τὰ βλασταράκια μου; Ποὺ νὰ κοπῇ ἡ μεσίτσα σας! Ποὺ νὰ πέσουν οἱ ποδιές σας! Ποὺ νὰ καοῦν τὰ φουστανάκια σας! Δὲν ἔχετε πόνο, δὲν ἔχετε αἴστημα, νὰ μὲ συχύζετε, γρια-γυναῖκα; Δὲν ἔχετε ντροπή, κοτζὰμ μαλλιαρομούστακες… πολυποδαροῦσες!

*

Λοιπὸν μετὰ καιρόν, ἡ γρια-Καντούσαινα ἀπεφάσισεν αἴφνης νὰ ἐξοδεύσῃ ὅλον τὸ κομπόδεμά της ―ἀνερχόμενον περίπου εἰς σαράντα ρηγῖνες, ἤτοι γερμανικὰ τάλληρα― διὰ νὰ κτίσῃ ἕνα καλὸν περίβολον γύρω εἰς τὴν αὐλήν της, ὥστε ν᾿ ἀπαλλαγῇ συνάμα ἀπὸ τὶς κόττες καὶ ἀπὸ τὴν καλαμιάν, ἀπὸ τὰς ἔριδας μὲ τὶς γειτόνισσες καὶ ἀπὸ τὰς κατάρας, ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις των μαγκῶν τοῦ δρόμου καὶ ἀπὸ τὰς ἐπεισπηδήσεις τῶν ὑδροφορουσῶν κορασίδων, ὅσαι ἐτόλμων νὰ καταπατῶσι τὴν περιοχήν της.

Μίαν φθινοπωρινὴν ἑσπέραν, τὴν ὥραν ποὺ ἤναπταν τοὺς λύχνους, ἀνέβη μὲ ὅλα τὰ γηράματά της εἰς τὸν Ἐπάνω Μαχαλάν, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Λιμπέριου.

Αἱ δύο παιδίσκαι, ἡ Ὄρσα καὶ τὸ Μορφούλι, ἅμα τὴν εἶδαν ἔξαφνα, ἐνόμισαν ὅτι ἦλθε νὰ τὰς ἐγκαλέσῃ* εἰς τὸν πατέρα των, νὰ παραπονεθῇ διὰ τὰς ἐνοχλήσεις, ὅσας τῆς εἶχαν προξενήσει κατὰ καιροὺς εἰς τὴν αὐλήν της.

Ἡ Ὄρσα κατῆλθε κάτω εἰς τὸ κατῶγι, κ᾿ ἐπροσπάθησε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ δύο πιθάρια ἐλαίου καὶ πλησίον εἰς τὴν καρούταν*, ὅπου ἐπατοῦσαν τὰ σταφύλια εἰς τὸν καιρὸν τοῦ τρύγου. Ἡ Μόρφω ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ μπαλκόνι τὸ βλέπον πρὸς τὸν αἰγιαλόν, ὑπεράνω τοῦ βράχου, ἔκλεισε τὴν θύραν ἔξωθεν, κ᾿ ἔμεινεν ἐμβλέπουσα εἰς τὸ κῦμα καὶ ρεμβάζουσα ― σκεπτομένη ἂν δὲν θὰ ἦτον καλὸν νὰ εἶχαν καὶ αἱ κορασίδες πτερὰ διὰ νὰ πετοῦν, ὅπως οἱ καλλικατζοῦνες, οἱ καρακάξες, οἱ κουκουβάγιες, καὶ τόσα ἄλλα ὄρνεα.

Ἀλλ᾿ ἦσαν πόρρω τῆς ἀληθείας κ᾿ αἱ δύο. Ἡ γρια-Καντούσαινα ἦτο προφανὲς ὅτι δὲν ἤξευρε κἂν τίνος ἦσαν τὰ τρελοκόριτσα ποὺ τὴν ἐνοχλοῦσαν εἰς τὴν αὐλήν της ― οὔτε τὰς εἶχεν ἰδεῖ ποτὲ κατὰ πρόσωπον, κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας τῆς ἀμφιλύκης.

Ἡ Μόρφω ἔτεινε τὰ ὦτα ἔξωθεν τῆς θύρας τοῦ ἐξώστου, καὶ ἤκουσε.

*

Ἡ Σεραϊνώ, χήρα Θεοδώρου Καντούσου, μαῖα τὸ ἐπάγγελμα, εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν καπετὰν Λιμπέριον, ἐπειδὴ καὶ τοῦ περνᾷ ἀπ᾿ τὸ χέρι, ὡς μέλος τῆς Δωδεκάδας ὁποὺ ἦτον, νὰ παρακαλέσῃ πρὸς χάριν της τὸν Δήμαρχον, καὶ ὅλην τὴν δωδεκάδα ―εἶχεν ὑπάγει ἡ ἴδια καὶ εἰς ἄλλους ἐκ τῆς Δωδεκάδος πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν― ὡς χήρα γυναίκα ποὺ ἦτον, καὶ δὲν εἶχε κανένα νὰ τὴν ὑπερασπισθῇ ―ἐπειδὴ ἠθέλησε στὰ τόσα χρόνια νὰ χτίσῃ ἕνα ντουβάρι γύρω στὴν αὐλήν της, διὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ βάσανα καὶ τοὺς μπελάδες τῆς γειτονιᾶς― καὶ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ θυσιάσῃ ὅλον τὸ μικρόν της κομπόδεμα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τώρα λοιπὸν ὅλοι οἱ γειτόνοι κ᾿ οἱ γειτόνισσες ἐσηκώθηκαν στὸ ποδάρι, καὶ ζητοῦν νὰ τὴν πνίξουν, προφάσει ὅτι δὲν εἶναι τάχα δικός της ὁ τόπος τὸν ὁποῖον αὕτη ὡς αὐλήν της διεκδικεῖ· (ποὺ νὰ μὴ βρεθῇ τόπος νὰ τὶς θάψουν!) Καὶ πῶς αὐτή, χήρα γυναίκα, χωρὶς ἄνδρα καὶ ὑπερασπιστήν, θὰ κατεῖχε τόσα χρόνια τὸν τόπον, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ πρόχειρον ξερολίθι ποὺ εἶχε διὰ περίβολον, ἀνίσως ὁ τόπος δὲν ἦτον δικός της!

Ὁ καπετὰν Λιμπέριος ἀπήντησε ὅτι, καθὼς ξέρει καὶ καθὼς ἔμαθε τώρα στὰ τελευταῖα, ποὺ εἶχε πάθει ἀπὸ τοὺς πόδας καὶ ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ ἔξω ἀπὸ τὸ καράβι, καὶ οἱ πατριῶτες τὸν εἶχαν ἐκλέξει δημοτικὸν σύβουλον, αὐτὰ τὰ πράγματα λέγονται δικαστικά, καὶ τὸ Συβούλιο δὲν ἔχει μεγάλην δικαιοδοσίαν εἰς τὰ τοιαῦτα, ἀλλ᾿ ἡ θεια-Σειραϊνώ, ὡς πρωτινὴ* ὁποὺ εἶναι, φαντάζεται ὅτι εἶναι ὅλα τὸ ἴδιο ―δικαστικὰ καὶ διοικητικά― ὅπως ἦτον εἰς τὰ παλαιὰ χρόνια. Μ᾿ ὅλα ταῦτα, ὅ,τι περνᾷ ἀπ᾿ τὰ χέρια τους, θὰ φροντίσουν διὰ τὸ δίκαιόν της, αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι σύβουλοι.

*

Ἡ γρια-Καντούσαινα τοὺς ἐκαληνύχτησε, καὶ κατέβαινε τὴν σκάλαν. Ἡ μικρὰ Μόρφω εἶχεν ἀνοίξει τὴν θύραν τοῦ μπαλκονιοῦ, διῆλθε τὴν σάλαν, κ᾿ ἔφθασε πρὸ αὐτῆς εἰς τὸ κεφαλόσκαλον, ὅπου ἐπῆρε καὶ τὸν λύχνον τοῦ μαγειρείου, διὰ νὰ τῆς φέξῃ. Τότε γελῶσα τῆς εἶπε:

― Μᾶς θυμήθηκες, βλέπω, θεια-Σειραϊνώ, ἡμᾶς τὶς… πολυποδαροῦσες;…

Ἡ γραῖα ἐστάθη χωρὶς νὰ δείξῃ ὅτι ἐκπλήσσεται ἢ πτοεῖται, καὶ ἀπήντησεν:

―Ἄ! ἐσεῖς ἤσαστε, πουλάκια μου, ποὺ περνούσατε ἀπ᾿ τὴν αὐλή;… Δὲν ἔρχεσαι νὰ σὲ φιλέψω ὅσο θέλεις δυόσμο καὶ ταμπαρόρριζα καὶ βασιλικό;… νὰ ζήσῃς, πουλάκι μου!

(1906)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-ΑUDΙΟΒΟΟΚ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:

 https://www.youtube.com/watch?v=hUqVqUpn4b0

19.5.26

Το σαράκι Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο ίδιος

 


Το σαράκι

Από μια πραγματική ιστορία νεκροφάνειας! 

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο ίδιος


[Στον αξέχαστο Π.Ζ. Να ' ναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει]




Στον καφενέ της γειτονιάς μου, κοντά στο σπίτι που μένω τα δυο τελευταία χρόνια, πνιγμένον όπως πάντα σε καπνούς και τη μυρουδιά του τσίπουρου, μια παρέα ανθρώπων περασμένης ηλικίας συζητά, με ΄κείνον το απλό τρόπο που άνθρωποι της ηλικίας περνούν τον πλουσιοπάροχα ελεύθερο, πια, χρόνο τους. Κάθισα κοντά τους, σ΄ ένα άδειο, μάλλον βρώμικο, τραπέζι, παρήγγειλα το μέτριο καφεδάκι μου κι αφέθηκα ν΄ ακούω, δείχνοντας επίπλαστη αδιαφορία, την κουβέντα των πλαϊνών μου. Βλέπεις αυτό είναι μια όχι και τόσο διακριτική συνήθεια που φώλιασε μέσα μου από τα χρόνια που δούλευα στη μικρή μας κουτσομπολίστικη εφημερίδα, κάτω στο νησί...

   Ο πιο καρδαμωμένος της παρέας με το στριφτό γκριζοκίτρινο μουστάκι, μ΄ ένα τέτοιο χρώμα που δεν ήξερες αν ήταν ξανθό στα νιάτα του ή κιτρίνισε απ΄ το τσιγάρο, έβγαλε ταμπάκο από τη σακούλα του, έστριψε το καθιερωμένο σαν ιεροτελεστία τσιγάρο του και ρούφηξε ηχηρά μια γουλιά απ΄ τον καφέ του κι άλλη μια απ΄ το σέρτικο. “Πάει κι ο Νικόλας μας!”, μονολόγησε ξαφνικά. Ο διπλανός του σταμάτησε το μονότονο χτύπο του κομπολογιού του και συμπλήρωσε με τη βαριά ντοπιολαλία του: “Αϊ μουρέ τον δύστυχο! Καψάλα! Μπιζιέρσα να τον γλιέπω αγέλαστον! Τον έφαγε το σαράκι”. Ο τρίτος απόμαχος της παρέας ζήτησε να μάθει για ποιον μιλούσαν οι δυο τους και τι εννοούσαν με το “σαράκι” κι έτσι ο πρώτος άρχισε τη διήγησή του, προς τέρψιν εμού του περιέργου:

  “Ο Νικόλας, που λες Γιώργη, ήρθε πριν από καμιά τριανταριά χρόνια απ΄ την Κεφαλλονιά και δούλεψε εργάτης πολλά χρόνια στον ΟΣΕ. Έμενε πάντα μόνος του. Πίναμε κάπου κάπου από κάνα κατοσταράκι και μού 'λεγε συχνά για την πατρίδα του. Εκεί κάτω, που λες, είχε κάποτε κι αυτός οικογένεια. Δούλευε τότε μούτσος σε ένα περαματάρικο στη γραμμή Αργοστόλι-Ληξούρι. Μέχρι πού ήρθε κείνος ο σεισμός του '55... Το σπίτι του, ήταν και το μοναδικό του βιος, κι αυτό ήταν οπού ' χε πάρει προίκα απ΄ την κυρά του, γκρεμίστηκε ολάκερο. Μα δεν ήταν αυτό τίποτε μπροστά σ΄ αυτό που έμαθε σαν γύρισε στη γειτονιά του να δει όλο αγωνία, σαν όλους τους άλλους, το βιος του και τους δικούς του. Οι γειτόνισσες του είπανε ότι η κερά του κι η μοναχοκόρη, βλέπεις δεν έκανε άλλα παιδιά ο δύστυχος, ήταν μες στο σπίτι την ώρα της κοσμαχαλασιάς. Να σκεφτείς, λες κι έπεσε όλο το σπίτι πάνω τους, ότι κάναν μια μέρα να βρούν τα σώματά των δυόνε τους! Μάλιστα, έλεγε ο καϋμένος ότι ο ίδιος πήρε τη μικρή στα χέρια του, όταν τη βρήκε σφηνωμένη κάτω από ΄να αγκωνάρι! Αχ! Έβαλε λέει τ΄ ναυτί του στην καρδιά, μα του κάκου. Το κορμάκι του παγωμένο, τα χέρια μελανιασμένα. Άς τα!”

Vinsent V. Gogh
  Ο γέρο-Γιώργης της συντροφιάς, ταραγμένος απ΄ τη διήγηση, και βλέποντας τον αφηγητή της ιστορίας να 'χει στηλώσει τα μάτια του κάπου στο πουθενά, λες και ζούσε τις περιπέτειες του μακαρίτη, ζήτησε κι αυτός να στρίψει ένα τσιγάρο και είπε όλο κατανόηση: “Τώρα κατάλαβα γιατί τον λέτε δύστυχο! Αυτό ήταν το σαράκι!”

  “Δεν είναι τίποτε αυτά που έγιναν. Κάτσε να δεις παρακάτω...”, πρόσθεσε ο άλλος.

“Στην κηδεία τον κρατούσαν δυο, το μπαρμπα-Νικόλα. Έκλαιγε για βδομάδες! Δεν είναι μικρό να ξεπροβοδάς σύζυγο και κόρη! Τέλος, τρία χρόνια μετά, πήγε στο κοιμητήρι για τις τελευταίες φροντίδες. Έβγαλε τα κόκκαλα της κυράς του, έκανε το σταυρό του και τράβηξε με τον παπά και τους εργάτες στον τάφο της μικρής για το άλλο “ξεσταύρωμα”. Μετά..., μετά δεν ξαναμίλησε, μέχρι που βγήκε απ΄ την κλινική που τον ΄βάλαν τ' αδέλφια του για πέντ΄ έξι χρόνια!”

   

   Και ολοκληρώνοντας το λόγο του εκείνος, ξεσκεπάστηκα, φασαριόζικα μάλιστα, ότι εγώ είχα στήσει αυτί.... Μου΄ πεσε το ποτήρι κι έγινε χίλια κομμάτια, στο άκουσμα των τελευταίων λόγων του γέρου:

    “...βλέπεις η μικρή βρέθηκε να “κοιμάται” στο πλάι!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


TO ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE :  
https://www.youtube.com/watch?v=n_GCVLgnygQ

Η δολοφονία μιας ''ένοχης'' Ιρανής με λιθοβολισμό! Ιράν: γυναίκες ενός κατώτερου θεού! Κων. Αθ. Οικονόμου

 

Η δολοφονία μιας ''ένοχης'' Ιρανής με λιθοβολισμό! Ιράν: γυναίκες ενός κατώτερου θεού!

Κων. Αθ. Οικονόμου


   


   Βρισκόμαστε εδώ και πολλές εβδομάδες μπροστά σε μια πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες συνεπικουρούνται από την πλειοψηφία των αραβικών χωρών της περιοχής. Φυσικά δεν πρόκειται απλά για μια ''ιμπεριαλιστική επίθεση των πλέρια καπιταλιστικών φιλοπόλεμων δυτικών δυνάμεων'' όπως θα έλεγαν κάποιοι του λεγόμενου ''προοδευτικού'' χώρου. Αλλά για μια πάλη δύο αντίθετων κόσμων.

Αγνοούμε μήπως ότι τουλάχιστον 5 εκατομμύρια Ιρανοί έχουν δραπετεύσει από τον ισλαμοφασιστικό καθεστώς της χώρας;

Αγνοούμε ότι το Ιράν ήταν σχεδόν έτοιμο να γίνει η δεύτερη, μετά το Πακιστάν, πυρηνική ισλαμική δύναμη;

Αγνοούμε, και μάλιστα οι διάφοροι φεμινιστικοί δυτικοί σύλλογοι και ομοσπονδίες, τις διώξεις που υφίστανται οι ομόφυλές τους στο Ιράν;΄

Αγνοούμε πόσες δυστυχισμένες υπάρξεις έχουν αυτοκτονήσει, φυλακιστεί ή βασανιστεί για απίθανους λόγους; [όπως φέρ΄ειπείν γιατί μια μπούκλα του μαλλιού μιας νέας ''ξέφυγε΄' από το υποχρεωτικό παντού και πάντα τσαντόρ, πράγμα που επέφερε την άτεγκτη αντιμέτώπισή της από την ... αστυνομία ηθών των πανίσχυρων ''φρουρών της επανάστασης;]

Δεν είναι βυζαντινός αναχρονισμός εικονολατρών, αλλά μια διαδήλωση επωνύμων
''προοδευτικών'' υπέρ των μουλάδων! [Η επιστήμη σηκώνει ψηλά τα χέρια]
  

   Αξίζει εδώ να δούμε μια χαρακτηριστική περίπτωση:

Το 1986 η Σοράγια Μανουτσερί, μια 35χρονή από ένα μικρό χωριό του Ιράν [το Kuhpayeh], κατηγορήθηκε ψευδώς για μοιχεία. Η ποινή που προβλέπονταν και ακόμη προβλέπεται: θάνατος διά λιθοβολισμού!

Τι όμως είχε στην πραγματικότητα συμβεί; Ο σύζυγος της ''κατηγορούμενης'' ήθελε να παντρευτεί μια πιο δροσερή και ''φρέσκια'' σύζυγο, μια ανήλικη 15 ετών, αλλά δεν ήθελε και να συντηρεί δύο οικογένειες ή έστω τουλάχιστον να επιστρέψει την προίκα που είχε λάβει από το γάμο του με την πρώτη σύζυγο. Έτσι κατέφυγε στην εύκολη λύση:

''Η Σοράγια με απάτησε''! Φώναξε με ιερή αγανάκτηση στο ιεροδικείο της επαρχίας του.

''Αποδείξεις''; Ψευδομάρτυρες και οι ''αρχές'' του χωριού! Αυτό έφτανε.

Ετυμηγορία των αδέκαστων ιερών δικαστών: ένοχη!!

Ένας δημοσιογράφος Γαλλοϊρανός, ο Fr. Sahebjam, ασχολήθηκε με το φρικτό εγκληματικό αυτό γεγονός, στο βιβλίο του ''La Femme Lapidee''. Το βιβλίο κυκλοφόρησε και στη Βρετανία με τον τίτλο ''Τhe Stoning of Soraya M.''

Η υπόθεση δραματοποιήθηκε αργότερα σαν ταινία με το ίδιο όνομα.

Τέτοιο είναι το οργουελικό καθεστώς εκεί!

18.5.26

Ο Ερμής από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Ερμής

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

   ΓΕΝΙΚΑ: Ο Ερμής, ένας από τους βασικούς θεούς του δωδεκαθέου είναι ο αγγελιαφόρος των θεών, ο ψυχοπομπός, αυτός δηλαδή που οδηγεί τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, αλλά είναι και προστάτης των κλεφτών[!], των τυχερών παιχνιδιών και του εμπορίου. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, πατέρας του Ερμή ήταν ο Δίας και μητέρα του η Μαία, μία από τις Πλειάδες, τις θυγατέρες του Άτλαντα.

ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΒΡΕΦΙΚΗ “ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ”: Στην Αρκαδία, σε μια σπηλιά του όρους Κυλλήνη, γεννήθηκε ο Ερμής. Από τα πρώτα του βήματα έδειξε αρκετά από τα χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Βρέφος ακόμη, κατάφερε να πηδήξει έξω από την κούνια του και να βγει από την σπηλιά χωρίς να γίνει αντιληπτός. Βγαίνοντας σκόνταψε σε μία χελώνα η οποία του έκανε μεγάλη εντύπωση. Αφού την περιεργάστηκε, εμπνεύστηκε να της αδειάσει το καύκαλο και να το μεταμορφώσει, προσθέτοντας για χορδές κομμάτια από προβατίσια έντερα, σε ένα έγχορδο μουσικό όργανο. Έπειτα, εξαντλημένος και πεινασμένος, αποφάσισε να ταξιδέψει στο βορρά αναζητώντας τροφή. Κατά το ηλιοβασίλεμα έφτασε στην Πιερία[!] και βλέποντας το κοπάδι βοδιών του αδελφού του Απόλλωνα, αποφάσισε να το κλέψει. Σκεπτόμενος όμως ο ευφυής και παμπόνηρος μικρός θεός ότι μπορεί να γίνει αντιληπτός, σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα για να μπερδέψει τον αδελφό του. Ξεχωρίζοντας από το κοπάδι τα 50 καλύτερα ζώα τα έκανε να περπατούν ανάποδα ώστε τα ίχνη τους να οδηγούν στο σημείο από όπου αυτά ξεκίνησαν. Τα οδήγησε έτσι στην Πύλο όπου τα έκρυψε σε έναν στάβλο. Δύο απ' αυτά όμως τα έσφαξε για να χορτάσει την πείνα του. Έπειτα, αθόρυβα, ξάπλωσε στην κούνια του! 

   

Ερμής και Άργος
   Την επόμενη μέρα ο Απόλλων, ως μάντης που ήταν, κατάλαβε το τέχνασμα του αδελφού του και αφού τον ανακάλυψε στο σπήλαιο, τον κατηγόρησε στην μητέρα του. Ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση με τον Ερμή, ο οποίος αρνήθηκε τα πάντα και, μάλιστα, του πρότεινε με θράσος να πάνε στον Όλυμπο να λύση ο Δίας την διαφορά τους! Ο Δίας βλέποντας την ευστροφία και ικανότητα του μικρού του γιου, αλλά και την πονηριά και το θράσος του, ακούγοντας και τα παράπονα του Απόλλωνα κατάφερε να συμφιλιώσει τα δύο αδέλφια και διέταξε το μικρό Ερμή να επιστρέψει τα υπόλοιπα βόδια στον αδελφό του. Επιπλέον για να τον εξευμενίσει πλήρως ο Ερμής τού έπαιξε με την αυτοσχέδια λύρα μουσική. Βλέποντας ο Απόλλων το καταπληκτικό όργανο που κατασκεύασε ο μικρός του αδελφός μαγεύτηκε τόσο, που του το ζήτησε ως δώρο. Ο Ερμής του το έδωσε αφού ο Απόλλων του επέτρεψε να κρατήσει τα βόδια που του είχε κλέψει αρχικά.

Μία από τις Ερμές της αρχαίας Αγοράς
  ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ: Οι ικανότητες του Ερμή αποδείχθηκαν χρήσιμες για όλους σχεδόν τους θεούς οι οποίοι τον θαύμαζαν για την ευστροφία και την πονηριά του και του εμπιστευόντουσαν διάφορες αποστολές. Πρώτος ο Δίας, ο οποίος τον έχρισε κήρυκα και αγγελιοφόρο του, χαρίζοντας του φτερωτά σανδάλια και το κηρύκειον. Με αυτά ο θεός πετούσε πάνω από στεριά και θάλασσα και μετέφερε στον υπόλοιπο κόσμο την θέληση του Δία, ενώ στον Δία επέστρεφε με ειδήσεις από τα μέρη που επισκέπτονταν. Μπορώντας να μεταφέρεται σε ουρανό και γη ο Ερμής ταχύτατα, κατάφερε να αποκτήσει την ικανότητα να ταξιδεύει και στον Κάτω Κόσμο. Ο βασιλιά του Κάτω Κόσμου Άδης εκτιμώντας τις ικανότητες του Ερμή τον ονόμασε συνοδό των νεκρών στον άλλο κόσμο και έκτοτε απέκτησε και την ιδιότητα του ψυχοπομπού.

Η ΧΙΟΝΗ ΚΑΙ Η ΚΑΥΧΗΣΙΑ ΤΗΣ: Με τον Απόλλωνα ο Ερμής μοιράστηκε κάποτε και την ίδια γυναίκα. Ήταν η Χιόνη, κόρη του Δαιδαλίωνα, που το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε και με τους δύο θεούς. Δύο δίδυμα αδέλφια γεννηθήκανε από τη Χιόνη τα οποία είχαν διαφορετικό θεό πατέρα. Ο Φιλήμωνας, μετέπειτα βασιλιάς και μουσικός της Φωκίδας, ήταν ο γιος του Απόλλωνα και ο Αυτόλυκος, που είχε την ικανότητα τα μεταμορφώνει ότι άρπαζε, ήταν ο κλέφτης γιος του Ερμή. Έχοντας κάνει δύο θεούς να την ερωτευτούν μέσα σε μία μέρα η Χιόνη, μην μπορώντας να κρύψει την υπερηφάνεια της, άρχισε να καυχιέται για την ομορφιά και τα προσόντα της τολμώντας να πει ότι είναι ομορφότερη από την θεά Άρτεμη. Ακούγοντάς το αυτό η θεά δεν δίστασε να στείλει τα τρομερά της βέλη να της πάρουν την ζωή.

  ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ: Ο Ερμής είναι ίσως η συμπαθέστερη φιγούρα του ελληνικού δωδεκάθεου, καθώς συνδυάζει τα ανθρώπινα με τα θεϊκά στοιχεία, αλλά και γιατί θεωρείται ουσιαστικά ο πρώτος δάσκαλος του ανθρώπινου γένους. Εκείνος είναι που εισήγαγε τα γράμματα και τις επιστήμες στην ανθρωπότητα, δίδαξε τη χρήση της σκέψης ενώ υπάρχουν μύθοι πoυ αποδίδουν σε αυτόν τη μετάδοση της γνώσης της φωτιάς. Ταυτόχρονα είναι προστάτης του εμπορίου, των θυσιών και της μαγείας. Διαθέτει, επιπλέον, μια περισσότερο ανθρώπινη [σκοτεινή] όψη, καθώς είναι πρώτος στην απατεωνιά, το ψέμα και την κλεψιά. Βασικότερα γνωρίσματά του, ωστόσο, είναι ότι είναι αγγελιαφόρος των θεών, δηλαδή μεσάζων μεταξύ αυτών και των ανθρώπων, ενώ επιτελεί και το λειτούργημα του ψυχοπομπού. Επίσης, είναι από τις θεότητες που για τις δραστηριότητες τους χρησιμοποιούν τη σκοτεινή νύχτα και για αυτό θεωρείται πως έχει σχέση με τη Σελήνη. Μάλιστα αναφέρεται ότι το βράδυ που έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα, η Σελήνη βγήκε δυο φορές, για να τον διευκολύνει στη μετακίνησή του από την Πιερία μέχρι την Πύλο. Σύμβολά του είναι το κηρύκειο, έμβλημα των γοργόφτερων αγγελιοφόρων, και τα φτερωτά σανδάλια.

Ερμής και Ορφέας
  ΚΑΤΑΓΩΓΗ-ΕΞΕΛΙΞΗ: Η καταγωγή του Ερμή είναι μακρινή και συνδέεται με την προϊστορική Ελλάδα, καθώς υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι Ερμές ή Ερμεία, (οι ορθωμένοι λίθοι που χρησιμοποιούνταν για την οριοθέτηση περιοχών και ως οδοδείκτες) ήταν διαδεδομένες στην προϊστορική Κρήτη και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ενώ θεωρείται πως έχουν στενή σχέση με τα πιο αρχέγονα μυστήρια της ελληνικής επικράτειας στην αρχαιότητα, τα Καβείρια. Κατά την πτολεμαϊκή περίοδο η Αλεξάνδρεια κατέστη ξακουστό πνευματικό κέντρο της εποχής, στην οποία συναντώνται και αναμιγνύονται όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα. Από τότε κυρίως που οι Έλληνες ήρθαν σ' επαφή με τον αιγυπτιακό πολιτισμό και θρησκεία, επήλθε μια ταύτιση τού ελληνικού Ερμή και του αιγυπτιακού Θωθ, καθώς διαπίστωσαν ότι υπήρχαν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στις δυο θεότητες. Ωστόσο, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, κυρίως, και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες διαμορφώθηκε μια νέα αρχετυπική μορφή, η οποία δεν ήταν ακριβώς ούτε ο Ερμής ούτε ο Θωθ, αλλά ένας συνδυασμός των χαρακτηριστικών και των δύο, διανθισμένων με επιδράσεις από την ιουδαϊκή παράδοση. Θεωρείται ότι ο Ερμής της ελληνιστικής περιόδου ήταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη κοσμοπολίτικη θεότητα, η οποία μπορούσε να ταυτιστεί με θνητά πρόσωπα. Για παράδειγμα, οι Λυκάονες δεν είχαν καμιά δυσκολία να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Απόστολου Παύλου τον ενσαρκωμένο Ερμή, γιατί ήταν ο πιο ικανός ομιλητής. Και τούτο γιατί ο Ερμής-Θωθ, ως αγγελιοφόρων των θεών, καθιερώθηκε ως το πρόσωπο εκείνου που ερμηνεύει στους ανθρώπους τη θεϊκή θέληση. 

 

  Η Στωική φιλοσοφία απέδωσε στον Ερμή έναν κεντρικότερο ρόλο στη θεολογία, θεωρώντας τον ως Λόγο-Δημιουργό, επηρεασμένοι προφανώς από την αιγυπτιακή αποδοχή του Θωθ ως δημιουργού. Παρ' όλο που στην αρχή οι Ρωμαίοι, σαφώς επηρεασμένοι από το αρχαιοελληνικό πάνθεο, εκρωμάισαν τις ελληνικές θεότητες, στη συνέχεια, η αιγυπτιακή επίδραση είχε ως πρώτο αποτέλεσμα να ταυτίσουν τον Ερμή [Mercurius] με τον Θωθ, αλλά δε στάθηκαν εκεί. Μπήκαν στον πειρασμό να δώσουν μια μυθολογική ερμηνεία της παρουσίας του Ερμή στην Aίγυπτο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κικέρων ονόμασε τουλάχιστον πέντε πρόσωπα που διεκδικούσαν το όνομα Ερμής. Από αυτά το τρίτο ήταν ο γνωστός Ερμής, καρπός της ένωσης του Δία με τη Μαία, ενώ το πέμπτο, που λατρεύτηκε στο Φενεό, λέγεται ότι σκότωσε το φύλακα των κοπαδιών του Απόλλωνα, τον Άργο, και για να αποφύγει τις συνέπειες κατέφυγε στην Aίγυπτο. Αυτός, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, είναι που δίδαξε στους Aιγύπτιους τους νόμους και το αλφάβητό τους και είναι εκείνος που οι Αιγύπτιοι αποκαλούσαν Θωθ.

Ερμής και Πάρις


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Walter Burkert, Greek Religion, 1985 section III.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

9.5.26

Ο αστερισμός Μέγας Κύων +ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Μέγας Κύων +ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


   

   ΓΕΝΙΚΑ: Ο Μέγας Κύων [Canis Major, συντ. CMa] σημειώθηκε πρώτη φορά από τον Πτολεμαίο. Βρίσκεται στο Νότιο ουράνιο ημισφαίριο, αλλά είναι γενικά ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 56° Βόρεια έως 90° Νότια. Στην Ελλάδα είναι αμφιφανής. Η έκτασή του είναι 380,1 τετ. μοίρες [43ος σε έκταση μεταξύ των 88 αναγνωρισμένων αστερισμών]. Λέγεται ότι αναπαριστά έναν από τους σκύλους που ακολουθούν τον κυνηγό Ωρίωνα. Ο Μέγας Κύων περιλαμβάνει 147 ορατά [φ.μ. ≤ 6,5] ουράνια σώματα. Σπουδαιότερο μέλος της ομάδας αυτών των αστέρων είναι ο Σείριος, ο λαμπρότερος αστέρα του νυχτερινού ουρανού, ο οποίος αποτελεί μέρος του Χειμερινού Τριγώνου.

  ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ: Ο αστερισμός αυτός ήταν γνωστός στους ανατολικούς λαούς από τα πανάρχαια χρόνια. Στην ελληνική κλασική Αρχαιότητα, ο αστερισμός αναπαριστούσε τον Λαέλαπο, το λαγωνικό του Ακταίωνα, ενώ κάποτε το λαγωνικό της Πρόκριδος, νύμφης της Άρτεμης, ή το λαγωνικό που έδωσε η Ηώς στον Κέφαλο, που ήταν τόσο ξακουστό για την ταχύτητα του, ώστε ο Δίας το ανύψωνε στον ουρανό. Αργότερα, ο Μέγας Κύων “έγινε” το κυνηγόσκυλο του Ωρίωνα, το οποίο καταδιώκει το Λαγό ή βοηθά τον Ωρίωνα στην μάχη του κατά του Ταύρου, όπως αναφέρει ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Οι μύθοι των Ρωμαίων αναφέρονται στον Μέγα Κύνα ως Custos Europae, ο σκύλος, δηλαδή, που φρουρεί την Ευρώπη, αλλά που δεν καταφέρνει να αποτρέψει τη βίαιη απαγωγή της από τον Δία υπό τη μορφή ταύρου. Τον αναφέρουν και ως Janitor Lethaeus, ο κέρβερος της Κόλασης.

Το νεφέλωμα γύρω από τον VY


ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ: Ο Άλφα Μεγάλου Κυνός, γνωστός και σαν Σείριος, είναι ο λαμπρότερος αστέρας, εξαιρουμένου του Ηλίου, για τον παρατηρητή στη Γη. Είναι επίσης ένας από τους πλησιέστερους αστέρες. Το όνομα του αστέρα σημαίνει καυτός, εφόσον ο καλοκαιρινός καύσωνας σημειωνόταν αμέσως μετά την ανατολή του Σείριου σε σύνοδο με τον Ήλιο. Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τέτοιες καλοκαιρινές μέρες κυνικά καύματα, καθώς μόνο οι κύνες, τα σκυλιά, τολμούσαν να βγουν έξω στον καύσωνα, μ' αποτέλεσμα ο Σείριος να ταυτιστεί με κύνες. Ο αστερισμός έτσι έλαβε την ονομασία Μέγας Κύων. Ο β αστέρας του αστερισμού αυτού είναι γνωστός και ως Μουρζίμ [Κήρυξ]. Εξαιτίας της λαμπρής παρουσίας του στο νυχτερινό ουρανό, ο Σείριος έκανε από νωρίς εντύπωση στους πρώτους αστρονόμους και αποτέλεσε κομμάτι της μυθολοφίας αρκετών λαών, ιδιαίτερα των Αρχαίων Αιγυπτίων. Τα άλλα κύρια αστέρια του αστερισμού είναι [σε παρένθεση δίνεται το φαινόμενο μέγεθος: ο ε Μεγάλου Κυνός (1,51) ή Αντχάρα [Παρθένοι], ο δ (1,84) ή Ουέζεν [Βάρος], ο η (2,45) ή Αλάντρα, ο ζ (3,00) ή Φουρούντ και ο γ (4,11) ή Μουλιφέν. Ανάμεσα στα διάφορα άλλα αστέρια που ανήκουν στον αστερισμό, ξεχωρίζει ο VY Μεγάλου Κυνός, που αποτέλει το πιο μεγάλο γνωστό μας αστέρι του Σύμπαντος (2600 ηλιακές ακτίνες!!). Γενικά, σ' αυτή την περιοχή του ουρανού δεν υπάρχουν πολλά λαμπρά αντικείμενα. Το μόνο αντικείμενο του καταλόγου του Messier στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός είναι το ανοικτό σμήνος Μ41, με φ.μ. 4,6, που απέχει σχεδόν 2350 έτη φωτός από τη Γη, περιλαμβάνει περίπου 8000 αστέρες, κι έχει διάμετρο περίπου 24 έτη φωτός. Ακόμη, ο αστερισμός περιλαμβάνει το Νάνο του Μεγάλου Κυνός, έναν πρόσφατα ανακαλυφθέντα νάνο γαλαξία, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από το Γαλαξία μας.

  ΣΕΙΡΙΟΣ: Ο Σείριος είναι το λαμπρότερο άστρο στον νυχτερινό ουρανό με φαινόμενο μέγεθος −1,46. Το όνομά του προέρχεται από το ελληνικό "σείριος" που σημαίνει “καυτός” και "φωτεινός". Βρίσκεται 8,57 έ.φ. από τη Γη και είναι ένα από τα κοντινότερα αστέρια. Ο Σείριος είναι ορατός από σχεδόν όλο το Βόρειο ημισφαίριο τους χειμερινούς μήνες. Μαζί με τον Πρόκυνα και τον Μπετελγκέζ σχηματίζουν ένα φωτεινό τρίγωνο που έχει την ανεπίσημη ονομασία «Χειμερινό τρίγωνο». Το 1844, ο Γερμανός αστρονόμος Friedrich Wilhelm Bessel πρότεινε πως ο Σείριος αποτελεί στην πραγματικότητα ένα «διπλό αστέρα». Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε το 1862, όταν ο αστρονόμος Alvan Graham Clark ανακάλυψε ένα δεύτερο αστέρα, ο οποίος αναφέρεται ως Σείριος B. Ο αστέρας που είναι ορατός από τη Γη αποκαλείται συχνά και Σείριος A. Τα δύο αστέρια βρίσκονται σε τροχιά μεταξύ τους, με περίοδο περίπου 50 έτη και σε μέση απόσταση 20 αστρονομικές μονάδες [AU]. Ο Σείριος Β ήταν ο πρώτος λευκός νάνος που ανακαλύφθηκε [1915]. Η διάμετρος του Σείριου μετρήθηκε πρώτη φορά από τον Robert Hanbury Brown [3,36 ηλιακές ακτίνες].

Konstantinosa.oikonomougmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:
 https://www.youtube.com/watch?v=Y5DjkqCWaw8

6.5.26

Η Αφροδίτη από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Αφροδίτη, 

θεά του έρωτα και της ομορφιάς

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Αφροδίτη και Άδωνις

  Η ΓΕΝΝΗΣΗ
: Σύμφωνα με τον ομηρικό μύθο γεννήθηκε σε μια ακτή της Πάφου στην Κύπρο [Πέτρα του Ρωμιού]. Η θεά καλλωπίστηκε από τις θεραπαινίδες της, τις Ώρες, και μεταφέρθηκε στον Όλυμπο παρουσιαζόμενη στους Ολυμπίους θεούς. Σύμφωνα με την εκδοχή του Ησίοδου, η Αφροδίτη γεννήθηκε στα ανοιχτά των Κυθήρων από τον αφρό που δημιούργησαν τα ακρωτηριασμένα γεννητικά όργανα του Ουρανού που είχαν πέσει στη θάλασσα μετά την πράξη του Κρόνου. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ταξίδεψε μέχρι την Πάφο. Πέρασε πρώτα από τα Κύθηρα κι από εκεί στην Κύπρο. Τα Κύθηρα θεωρήθηκαν το νησί της Αφροδίτης, όπου και κτίστηκε το πρώτο ιερό της στον Ελλαδικό χώρο. Ήταν γνωστή ως Αφροδίτη η "Πάφια", ενώ ο Όμηρος στην Ιλιάδα την αναφέρει ως "Κυθέρεια, θεά του έρωτα τροφός"

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ: Ήταν σύζυγος του Ηφαίστου, αλλά περιγράφεται κυρίως ως ερωμένη του Άρη, με τον οποίο απέκτησε τον Έρωτα, το Δείμο και το Φόβο. Με τον Ποσειδώνα έφερε στη ζωή τον Έρυκα και τη Ρόδο, ενώ με το Διόνυσο η “πολυερασθείσα” θεά γέννησε τον τερατώδη Πρίαπο. Γιος της θεωρείται επίσης ο Ερμαφρόδιτος τον οποίο απέκτησε η θεά από τον Ερμή. Με έναν θνητό, τον Αγχίση απέκτησε τον Αινεία, αδελφό του Πριάμου.

Η Αφροδίτη της Μήλου
  ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ: Η Αφροδίτη συμμετείχε και στον Τρωικό πόλεμο. Μάλιστα ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει ο πόλεμος αυτός καθώς αυτή ενέπνευσε έρωτα στην Ωραία Ελένη, την γυναίκα του βασιλιά Μενέλαου, για τον Πάρη, τον γιο του βασιλιά της Τροίας Πριάμου. Ο Πάρης είχε ορισθεί ως κριτής από τον Δία για το ποια θεά, η Αφροδίτη, η Αθηνά ή η Ήρα ήταν η ομορφότερη όταν οι τρεις τους διεκδίκησαν το μήλο που η Έριδα έριξε κάτω από την πόρτα στην γιορτή που γινόταν και η ίδια δεν ήταν καλεσμένη. Η Αφροδίτη του υποσχέθηκε ως αντάλλαγμα, αν την επέλεγε, ότι θα του έδινε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Ο Πάρης έδωσε το μήλο στην Αφροδίτη και όταν αυτό αργότερα ταξίδεψε στη Σπάρτη, η Αφροδίτη έκανε την Ωραία Ελένη να τον ερωτευθεί και να κλεφτεί μαζί του στην Τροία (Ίλιον). Η αρπαγή της Ωραίας Ελένης ήταν, ως γνωστόν, για τους Αχαιούς ο λόγος της εκστρατείας τους στην Τροία προκειμένου να τιμωρήσουν τον Πάρη και να πάρουν πίσω την σύζυγο του βασιλιά Μενέλαου.

ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Η Αφροδίτη είναι ένα θηλυκό μυθικό αρχέτυπο. Στον αρχαίο μύθο συχνά συναντάμε το αρχέτυπο της μητέρας θεάς, κατάλοιπο προφανώς μιας πρώιμης μητριαρχικής κοινωνίας. Συνδεδεμένη καθώς ήταν μια τέτοια θεότητα με μια ατελείωτη σειρά φαινομένων, όπως αγάπη, γέννηση, θάνατο, γονιμότητα, πόλεμο, μαγεία, συγγένεια, γάμο, παρθενία, πένθος, κ. ά, σ΄ αυτήν απευθυνόταν η κύρια τελετουργική δράση που χαρακτηρίζει ένα σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας. Οι τίτλοι της, που αποδίδουν τομείς επιρροής της είναι ποικίλοι: Βασίλισσα ουρανού, Πολεμίστρια, Κόρη, Πόρνη, Μητέρα-γη, Βασίλισσα του κάτω κόσμου, κ.λπ. Ο Robert Graves έγραφε για τη μητέρα θεά ότι είναι βαθιά στερεωμένη στη φυλετική μνήμη των Ευρωπαίων και είναι αδύνατον να την εξορίσει κανείς1. Οι Έλληνες ήταν εκείνοι που περισσότερο από τους άλλους λαούς διατήρησαν τα πολύμορφα χαρακτηριστικά της μητέρας-θεάς στη λατρεία τους. Μια απλή αναφορά των ονομάτων Αφροδίτη, Εκάτη, Δίκτυννα, Μήδεια, Αθηνά, είναι αρκετή για να θυμίσει σημαντικές αρχετυπικές εικόνες. Κάθε μία από αυτές τις μορφές αντιπροσωπεύει πρόσωπα της μητέρας θεάς. Στην περίπτωση της Αφροδίτης, η ταύτισή της με τον πλανήτη Αφροδίτη, που είναι επιβεβαιωμένη στους πολυάριθμους πολιτισμούς της εγγύς Ανατολής ακόμη και στους ιθαγενείς του νέου κόσμου, είναι εκείνη που προσφέρει τον κοινό παρονομαστή για την κατανόηση των μυθικών ιδιοτήτων της θεάς. Ακόμα και σήμερα, το όνομα Αφροδίτη προκαλεί εικόνες ομορφιάς, αισθησιασμού και πάθους. Η θεά είναι γνωστή και ως “θεία προξενήτρια” ή ως παράγων διέγερσης της ερωτικής επιθυμίας. Έτσι στην Ιλιάδα ακόμη και η ζώνη της Αφροδίτης παρουσιάζεται ως ικανή για να ξυπνήσει την άμεση επιθυμία στα μάτια του κατόχου της, της Ήρας, επί τω προκειμένω2. Ακόμη, η Αφροδίτη είναι διάσημη για τις σχέσεις της με διάφορους ήρωες και θεούς. Η ερωτοτροπία της Αφροδίτης με τον Άρη ήταν πηγή διασκέδασης(!) για τους θεούς του Ολύμπου3!. Άλλοτε η αγάπη της για έναν θνητό, τον Άδωνη, τελείωσε τραγικά. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η θεά βούτηξε από τον βράχο της Λευκάδας, θλιμμένη για τον όμορφο νέο. Το ειδύλλιό της με τον Τρώα Αγχίση, έναν ακόμη θνητό, είναι μια από τις αρχαιότερες παραδόσεις που περιβάλλουν τη θεά4. Ο Gantz γράφει σχετικά: “ο ρόλος της Αφροδίτης στο μύθο, πλην Ομήρου, περιορίζεται στη βοήθεια των εραστών ή την τιμωρία εκείνων που απορρίπτουν την αγάπη!5

   

Η Ανάδυση της Αφροδίτης.  Σάντρο Μποτιτσέλλι

Όμως είναι δύσκολο να διαβλέψουμε τη σχέση ενός πλανήτη πίσω από τέτοιες αφηγήσεις. Πιθανότατα η λατρεία της Αφροδίτης να είναι πολύ νεότερη από αυτή άλλων θεών κι αυτό γιατί στον Όμηρο εμφανίζεται ως εξειδικευμένη θεά, που σχετίζεται με ένα ανθρώπινο πάθος. Οι αρχαιότερες μορφές αυτών των θεοτήτων συνδύαζαν, όμως, πολλές λειτουργίες. Έτσι: “Όταν η μίξη των φυλών και η επιρροή της λογοτεχνίας συγκεντρώνει διάφορες τοπικές θεότητες, κατ' ανάγκην, για να διατηρηθεί η συνοχή, πρέπει να μοιραστούν οι λειτουργίες και οι ιδιότητες6”. Όμως, ενώ η θεά ήδη επιβεβαιώνεται στην πρώιμη επική λογοτεχνία, το όνομά της είναι απόν από τη μυκηναϊκή θρησκεία, όπως τουλάχιστον μας γίνεται γνωστή από πινακίδες της Γραμμικής Β'. Πιθανότατα η λατρεία της θεάς να ήρθε στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1200 και 800 π.Χ.. Για τον Όμηρο, τον Ησίοδο και άλλους πρώιμους συγγραφείς, η θεά συνδέεται με την Κύπρο. Η Οδύσσεια αναφέρει την Πάφο πατρίδα της θεάς, ενώ η Ιλιάδα αναφέρει το Κύπρις ως το πιο κοινό επίθετό της και ο Ησίοδος τα Κυπρογενής και Κυθηρεία. Όμως, σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι μελετητές, αρχαίοι και σύγχρονοι, συμφωνούν ότι η λατρεία της Αφροδίτης έφθασε στην Ελλάδα από την Εγγύς Ανατολή. Ίσως, πίσω από τη μορφή της Αφροδίτης να βρίσκεται η σημιτική θεά της αγάπης, η Ιστάρ [Αστάρτη]. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται από τους ίδιους τους Έλληνες. Ο Παυσανίας, για παράδειγμα, γράφει: "Οι Ασσύριοι ήταν οι πρώτοι από την ανθρώπινη φυλή που λάτρεψαν την ουράνια [Αφροδίτη Ουρανία], κατόπιν ο λαός της Πάφου στην Κύπρο και των Φοινίκων και ο λαός των Κυθήρων, που έμαθε τη λατρεία της από τους Φοίνικες7.”

ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ

Αφροδίτη και Έρως, Πελεγκρίνι

ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
: Η Αφροδίτη χαρακτηριζόταν με διάφορα επίθετα σε επικλήσεις. Έτσι, σχετικά με τη γέννησή της καλείτο: Κυθηρία ή Κυθηρεία, Παφία, Κύπρις, Κυπρογενής, Αναδυομένη (χαρακτηρισμός που συνδέεται με τον τρόπο γέννησής της), Αλιγενής (που γεννήθηκε στη θάλασσα), κ.ά. Σχετικά με τη θέση των ναών της ή τόπων δράσης της: Ερικυνή (από ναό της, σε ομώνυμο όρος στη Σικελία), Κνιδία (Κνίδος, Μ. Ασίας), Κτήσυλλα (από τον ναό της στην Κω), Ακιδαλία (από την ομώνυμη πηγή του Ορχομενού), Ιδαλίη (από το Ιδάλιο Κύπρου). Σχετικά με τον πόλεμο: Αρεία (του Άρη, του πολέμου), Νικηφόρος. Σχετικά με τη θάλασσα: Εύπλοια, Ποντία, Πελαγία, Εινάλια (της ακτής), Επιλιμένια. Σχετικά με τις σχέσεις: Εταίρα(!), Πάνδημος (από τον Πάνδημο έρωτα, το χυδαίο, σε αντίθεση με τον πνευματικό έρωτα), Ουρανία, Καλλίπυγος, Αμβολογήρα (αγέραστη), Νυμφία, Ανδροφόνος(!). Τέλος καλείτο ακόμη: Σκωτία (του Σκότους), Πειθώ και Ξένη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Briffault R., The Mothers, New York, 1963. Burkert W., Greek Religion, Cambridge, 1985. Farnell L., The Cults of the Greek States, Vol. II, New Rochelle, 1977. Foster B., Before the Muses: An Anthology of Akkadian Literature, Vol. 1, Bethesda, 1993. Gantz T., Early Greek Myth, Baltimore, 1993. Harrison J., Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 1995-97. Neumann E., The Great Mother, Princeton, 1974. Penglase C., Greek Myths and Mesopotamia, London, 1994. Ομηρικός Ύμνος εις Αφροδίτην, 53.



konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Graves R., The White Goddess, New York, 1948, σ. 482.

2. Όμηρος, Ιλιάδα Ξ, 216.

3. Όμηρος, Οδύσεια, θ, 266-364.

4. Ομηρικός Ύμνος εις την Αφροδίτην, 53ff.

5. Gantz T., Early Greek Myth, Baltimore, 1993,σ. 104.

6. Harrison J., Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 1995-97.

7. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 1.14,7.

Το κοράκι, του Έντγκαρ Άλαν Πόε Εισαγωγή κείμενο σε ελληνική μετάφραση και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 Το κοράκι, του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Εισαγωγή κείμενο σε ελληνική μετάφραση και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


  Το Κοράκι (αγγλ. "The Raven") είναι ένα μάλλον μεταφυσικό αφηγηματικό ποίημα του ποιητή και συγγραφέα Έντγκαρ Άλαν Πόε, που δημοσιεύτηκε το 1845. Είναι γνωστό για τη λυρικότητά του, τη χαρακτηριστική γλώσσα και τη μεταφυσική - αλλόκοτή του ατμόσφαιρα. Το ποίημα περιγράφει την επίσκεψη, από κάποιο μυστηριώδες κοράκι που ομιλεί. Μια επίσκεψη λοιπόν, εντελώς απροσδό-κητη, που δέχεται ένας παράφορα ερωτευμέ-νος άνδρας. Στο ποίημα παρατηρούμε την αργή διολίσθηση αυτού του άνδρα στην τρέλα. Ο πρωταγωνιστής, που συχνά θεωρείται πως είναι κάποιος μαθητής, ή σπουδαστής, θρηνεί τον χαμό της αγαπημένης του Lenore. Καθισμένο πάνω σε μια προτομή της θεάς Αθηνάς,  ο κοράκι φαίνεται να κατευθύνει τον πρόσωπο του ποιήματος περαιτέρω την απελπισία του, με τη συνεχή επανάληψη της φράσης Ποτέ πια ( Nevermore). 



THE RAVEN.

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,

Over many a quaint and curious volume of forgotten lore —

While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,

As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.

“ 'Tis some visiter,” I muttered, “tapping at my chamber door —

Only this and nothing more.”

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;

And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.

Eagerly I wished the morrow; — vainly I had sought to borrow

From my books surcease of sorrow — sorrow for the lost Lenore —

For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore —

Nameless here for evermore. .......


ΑΚΟΛΟΥΘΕΊ η απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά




ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
(Μετάφραση: Κώστας Ουράνης- διασκευή Κων. Οικονόμου)

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εσπούδαγα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κάποιος την ξώπορτά μου.
“Κανένας ξένος”, σκέφτηκα “οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο”.

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει εμέ παρηγοριά στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι άγγελοι καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: “Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι”.

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
“Κύριε” είπα, “ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ τότε νύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα”
κι άνοιξα στον άνεμο ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι “Ελεονόρα” μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
“Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά
και θα το λύσω θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.

Άνοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
πήγε εκεί και κάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, κει σοβαρά στημένο.
Κουνήθηκε, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
“Χωρίς λοφίο”, ρώτησα, “κι αν είν’ η κεφαλή σου
δεν είσαι κάποιος άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!”
Και το κοράκι απάντησε: “Ποτέ από ‘δω και πια”.

Με έκπληξη το άκουσα τ άχαρο ΄μαυροπούλι
ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόειπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή βαλμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει: “Ποτέ πια”.

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: “Ποτέ πια”, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
“Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωί κι εσύ θε να μου φύγεις”.
Μα το πουλί απάντησε: “Ποτέ από δω και πια”.

Τρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομή επάνω.
“Σίγουρα” σκέφτηκα, “αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή του κοψ’ το τραγούδι
που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘κανε να λέει
λυπητερά το “Ποτέ πια” για τη χαμένη ελπίδα”.

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα ξαπλώθηκα μπροστά του
και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: “Ποτέ Πια!”.

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη, μόνο μια, να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
από ‘να θυμιατήρι αόρατο που άγγελοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
“Ναυαγισμένε” φώναξα, “αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφ΄ Ελεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε”. Και το Κοράκι είπε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

Είπα: “Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτό που κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κάποιο βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!”, μα κείνο απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Προφήτη”, είπα, “δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα”;
Και το κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Ας γίν’ η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις”,
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
“Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτώνειας Νύχτας
ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που ‘χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!”
Και το Κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

The Raven

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκιά στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

 ******

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ audiobook: 


Και στο youtube: 
https://www.youtube.com/watch?v=ehJILFQW2sc



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....