Ετικέτες - θέματα

8.9.26

Έως την Κόλαση, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος [στους ασυρματιστές του Θεού!] Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 


Έως την Κόλαση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

             Διήγημα- AUDIOBOOK, διαβάζει ο ίδιος

 [στους ασυρματιστές του Θεού!]

Ή μέχρι πού θα έφτανε ένας γιος για να σώσει τη μητέρα του;

 

 

 
Την πήρα την απόφαση, ό,τι κι αν γίνει, θα φύγω. Θα πάω στο Όρος!” , είπε ο Βασίλης. Δεν κατάλαβε πως από το συλλογισμό του, που ήταν μέχρι τότε βυθισμένος, τα τελευταία λόγια τα είπε δυνατά. Μα εκείνη ούτε καν πρόσεξε τη φωναχτή του σκέψη. Συνέχισε την απασχόληση της στον καθρέφτη, γιατί και απόψε πάλι θα 'βγαινε....

   Αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε βράδυ. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, η μάνα του έφευγε. Και οι παρέες, άφθονες και ... ποικίλλες. Την όμορφη νέα χήρα, βλέπεις, την προτιμούσαν για παρέα όλοι οι “ελεύθεροι” στην πόλη. Έφτανε μια φευγαλέα ματιά να τη ρίξει κανείς και να μείνει μαγνητισμένος απ΄ τα “φαινόμενα κάλλη” της. Κι εκείνη, άλλωστε, δεν άντεχε πια με τη σκέψη του εδώ και δυο χρόνια “φευγάτου” άντρα της. Εκεινού η καρδιά έτσι ξαφνικά μια νύχτα σταμάτησε και πήγε για το “απάνω ταξίδι”, όπως έλεγε κι ένας θείος του ορφανού πια δεκαεννιάχρονου Βασίλη.

   Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ο ήρεμος, αποφασισμένος πια, έφηβος, άφησε ένα σημείωμα στη μητέρα του, που κοιμόταν, φορτώθηκε ένα μικρό σακίδιο και κατηφόρισε για το σταθμό λεωφορείων.

                                   . . . . . . . . . . . . . . . . .

  Ο μεσήλικας ξερακιανός μοναχός μπήκε τελευταίος στην τράπεζα της Μονής. Κάθισε στην άκρη του πάγκου, ακριβώς απέναντι από δυο-τρεις επισκέπτες και δίπλα στον αρχοντάρη, τον γέροντα Αντώνιο. Οι φιλοξενούμενοι τον κοίταξαν αρκετά περίεργα. Ο λόγος ήταν ότι το δεξί του χέρι ήταν μπανταρισμένο με γάζες, που μόλις διακρίνονταν, ενώ από πάνω ήταν δεμένο με ένα κομμάτι τριμμένου ράσου, γκριζαρισμένου από την πολυκαιρία. Ο μοναχός αυτός τελείωσε το λιτό του γεύμα σχεδόν ταυτόχρονα με το τέλος της ανάγνωσης του ιερού κειμένου από τον αναγνώστη. Έπειτα αποσύρθηκε αθόρυβα. Οι επισκέπτες, σαν απόφαγαν, όλο περιέργεια και απορία, πήραν να ρωτάν τον αρχοντάρη για τον μοναχό αυτό: Ποιος ήταν, αν ηταν ασκητής σε κάποια σκήτη ή κάθισμα, αν ήταν χαρισματικός και, κυρίως, τι είχε το χέρι του. Ο αρχοντάρης, αφου τους είπε ότι αυτός ο μοναχός ονομαζόταν Βησσαρίων, τους υποσχέθηκε ότι μετά τον εσπερινό θα τους αντάμωνε να τους λύσει την απορία.

  Καθισμένοι οι τρεις φίλοι σε ένα πεζούλι στο προαύλιο της Μονής, κοιτάζοντας στο πέλαγος κι ενώ συζητούσαν για θέματα που τους εντυπωσίασαν στο μοναστήρι, είδαν με χαρά τον μοναχό Αντώνιο να έρχεται κοντά τους. Ακόμη τους “έτρωγε” η κοσμική περιέργεια για το γέροντα Βησσαρίωνα. “Τον πατέρα Βησσαρίωνα, παιδιά μου τον γνώρισα πριν από τριάντα περίπου χρόνια”, άρχισε να διηγείται ο αρχοντάρης. “Ήλθαμε στη Μονή την ίδια χρονιά. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Βασίλης. Αφού περάσαμε κι οι δυο μας το δοκιμαστικό στάδιο και δεχθήκαμε την κουρά της αγγελικής ζωής, εκείνος πήρε ευχή και έζησε για λίγο ως υποτακτικός σ΄ εναν άγιο γέροντα στα τρομερά “Καραούλια”. Επέστρεψε πέντε ή έξι χρόνια αργότερα, μετά την κοίμηση του γέροντά του, αλλά με δεμένο το χέρι του! Κάποτε τον ρώτησα γι΄ αυτό και εκείνος μου είπε την φοβερή του ιστορία. Όταν πήγε στην Έρημο του Όρους, πληροφορήθηκε πως η χήρα μητέρα του απεδήμησε εις Κύριον. Εκείνος φοβόταν πολύ για την κατάληξη της μητέρας του, επειδή η ζωή της ήταν άστατη. Άρχισε λοιπόν να έχει αγωνία κι ερωτήματα για την κατάληξή της. Εννοείται ότι συνεχώς τη μνημόνευε, της έκανε μνημόσυνα, τρισάγια, προσευχές και δεήσεις για την ανάπαυσή της, μα ακόμη τέτοια βασανιστικά ερωτήματα τον απασχολούσαν. Σώθηκε η μητέρα του; Αν δεν σώθηκε, τι θα μπορούσε να κάνει; Με τέτοιους λογισμούς απευθύνθηκε στον γέροντά του για να τον ρωτήσει. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του, έβαλε μετάνοια και, με δάκρυα στα μάτια, τού μίλησε για τον επίγειο βίο της μητέρας του και ποιες ήταν μέχρι τότε οι ενέργειες του για τη σωτηρία της ψυχής της. Εκείνος του απάντησε πως αυτό πού ζητούσε να μάθει από εκείνον, ήταν κάτι ίσως αδύνατο για τα ανθρώπινα μέτρα. Αλλά, του είπε εν τέλει, ότι θα παρακαλούσαν το Θεό, κι οι δύο μαζί, να τους πει πού βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας του. Έπειτα, ο γέροντας έβγαλε τον Βησαρίωνα έξω από την καλύβη τους και του είπε να μείνει εκεί όρθιος, επτά ολόκληρες ήμερες προσευχόμενος, χωρίς να φάει τίποτε και ούτε να κινηθεί ή να καθίσει. Κι ο Βησαρίων έμεινε εκεί επτά μέρες κι επτά νύχτες, όρθιος, ακίνητος, διαρκώς ένδακρυς, προσευχόμενος να ελεήσει ό Θεός και να τον φωτίσει με την αποκάλυψη της κατάστασης της ψυχής εκείνης. Ο γέροντάς του, έκανε ακριβώς το ίδιο μέσα στην καλύβη. Όταν έφθασε η νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ο νους του Βησαρίωνα στον ουρανό και σε έκσταση είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Είδε ότι πραγματικά οι ψυχές στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν! Είδε στα αριστερά του, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο ακαθαρσίας, λάσπης και ανυπόφορης δυσωδίας, που έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ΄ αυτή τη φοβερή λίμνη την “καιομένη του πυρός”, είδε να ξεχωρίζουν ανθρώπινες ψυχές. Πότε βυθίζονταν μέσα της και πότε ανέβαιναν ψηλά, σαν να παίρνουν μια ανάσα και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, αδιάκοπα. Κάποια στιγμή, μέσα στις τόσες δύστυχες ψυχές, αναγνώρισε και τη μάνα του. Ναι, την έβλεπε για λίγο από τους ώμους και πάνω κι αναρρίγησε. Κι εκείνη αναγνωρίζοντας το γιό της στην όχθη αυτής της “Γέεννας”, του φώναξε ξέπνοα: “Παιδί μου! Βοήθησέ με!”, και ξαναβυθίστηκε. Έπειτα ξαναφάνηκε πάλι για να φωνάξει ξανά: “έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”. Πριν βυθιστεί και πάλι στο βόρβορο, φώναξε στο γιο της: “Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!”. Ήταν τόση η θλίψη του Βησσαριώνα, όταν έβλεπε κι άκουγε αυτά, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν, βούτηξε το χέρι του μέσα, την άρπαξε από τα μαλλιά και με δυσκολία την τράβηξε έξω! Έξω από τη λίμνη αυτή ο Βησσαρίων είδε κάτι που έμοιαζε με χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, δίπλα σ΄ένα βράχο, έτρεχε γάργαρο νερό μέσα στην κολυμβήθρα, χωρίς όμως ποτέ να γεμίζει. Πήρε τότε τη μητέρα του αγκαλιά στα δυο του χέρια και την έβαλε μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα, όπου πλύθηκε, καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν χιόνι. Έπειτα, κάποιοι λευκοντυμένοι νέοι, που δεν τους είχε προσέξει νωρίτερα, της έδωσαν λευκό φόρεμα. Εκείνη τυλίχτηκε μ’ αυτό και έφυγε μαζί τους. Καθώς απομακρυνόταν ανάμεσά τους, στην αντίθετη από τη λίμνη κατεύθυνση, είδε να του γνέφει χαιρετώντας χαρούμενη. Αμέσως, μετά ο Βησσαρίων επανήλθε στα γήινα. Το χάραμα, μετά το τέλος της έβδομης νύχτας, ήταν εκεί, ορθός, έξω από την καλύβη, παρακαλώντας ακόμη το Θεό για τη σωτηρία της μητέρας του, ευγνωμονώντας ταυτόχρονα Εκείνον για την οπτασία. Λίγο μετά, ο γέροντάς του βγήκε από την καλύβη και τον ρώτησε τι είχε δει. Εκείνος ξέσπασε με λυγμούς σε ευχαριστίες προς τον Θεό για την ευσπλαχνία Του που έβγαλε την ψυχή της μάνας του από τον Αδη. Το χέρι του όμως που βούτηξε μέσα στη φοβερή λίμνη του πυρός, μέχρι τον αγκώνα, ήταν καμένο και συγχρόνως βρωμούσε απαίσια. Ο Βησσαρίων μου είπε ότι παρακάλεσε το γέροντά του, μετά απ΄ αυτά, να του θεραπεύσει το χέρι του, όμως εκείνος αρνήθηκε να σβήσει εκείνο το “σημείον μέγα”, που αποτελούσε σημάδι του θαύματος! Ο γέροντας τού τόνισε πως το “σημείον” εκείνο ήταν η απόδειξη για το πόση δύναμη έχουν Θεία Λειτουργία, μνημόσυνα, τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Έπειτα, ο άγιος Γέρων ασκητής έσκισε ένα κομμάτι από το ράσο του και του είπε: “Τύλιξε το χέρι σου μ΄ αυτό. Ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και σε όσους αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια αυτής της ιστορίας”. 

   

  Εγώ, όταν μου τα έλεγε αυτά ο αδελφός μου, είχα λογισμούς δυσπιστίας. Εκείνος με κατάλαβε και τράβηξε λίγο τη μια άκρη του ράσου. Παιδιά μου!”, έκανε κοιτώντας κατάματα τους ακροατές του ο αρχοντάρης, “δεν άντεξα την “βρώμα” εκείνη κι έφυγα μακριά. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντα ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό κι ευώδιαζε!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon


Σημ.: Στηρίζεται σε αληθινό γεγονός [Θεοδώρητος, 6ος αι. μ.Χ.]

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=ui8421csYWo

5.9.26

Ο Βελλεροφόντης , του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Βελλεροφόντης

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


Βελλεροφόντης και Χίμαιρα

ΕΝΑ ΑΤΥΧΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ: Ο Βελλεροφόντης, ή Βελλεροφών, ήταν γιος του βασιλέα της Κορίνθου (ή Εφύρας, με το παλαιότερο όνομα) Γλαύκου και της Ευρυνόμης. Ήταν συνεπώς από την πλευρά του πατέρα του εγγονός του τραγικού Σίσυφου και από την πλευρά της μητέρας του εγγονός του βασιλιά των Μεγάρων Νίσου. Το αρχικό του όνομα ήταν Ιππόνους. Αδελφός του ήταν ο Αλκιμένης ή Βέλλερος. Όμως, εξαιτίας μιας απροσεξίας του Ιππόνοος, ο αδελφός του, Βέλλερος, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού. Εξαιτίας του φόνου αυτού, ο ήρωάς μας μετονομάστηκε σε Βελλεροφόντης [φονιάς του Βέλλερου]. Μετά τον φόνο του Βέλλερου, ο πατέρας του τον εξόρισε από την Κόρινθο και εκείνος κατέφυγε στην γειτονική Τύρινθα, στην αυλή του βασιλέα Προίτου.

ΣΤΗΝ ΤΥΡΙΝΘΑ: Στο παλάτι του Προίτου, όμως, η βασίλισσα Σθενέβοια τον ερωτεύτηκε. Ο Βελλεροφόντης την απέκρουσε και εκείνη, για να τον τιμωρήσει για την άρνησή του, τον κατηγόρησε στον σύζυγό της ότι, δήθεν, εκείνος την πρόσβαλε. Ο βασιλιάς Προίτος, για να τον απομακρύνει από την Τίρυνθα, αποφάσισε να τον στείλει σε σημαντική, τάχα, αποστολή στον πεθερό του, βασιλιά της Λυκίας της Μ. Ασίας, Ιοβάτη. Μάλιστα, έδωσε στο Βελλεροφόντη ένα κλειστό γράμμα, που του είπε ότι είναι πολύ σημαντικό και ότι έπρεπε ο ίδιος να το παραδώσει στον Ιοβάτη. Όμως, στην επιστολή αυτή ο Προίτος έγραφε στον αποδέκτη να φονεύσει αυτόν που θα του έδινε το γράμμα!

Ο ΙΟΒΑΤΗΣ ΣΕ ΡΟΛΟ ΕΥΡΥΣΘΕΑ: Ο Ιοβάτης, μόλις πήρε το γράμμα και αντίκρυσε τι του ζητούσε ο γαμπρός του, σκέφτηκε να μην τον σκοτώσει ό ίδιος αλλά να του αναθέσει επικίνδυνες αποστολές, ώστε να σκοτωθεί χωρίς την άμεση συνέργειά του. Κάτι δηλαδή ανάλογο μ' αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Ευρυσθέας για να σκοτωθεί ο Ηρακλής και να απαλλαγεί απ' αυτόν. Οι τρεις επικίνδυνες αποστολές κατά σειρά ήταν: Να αντιμετωπίσει τους Σόλυμους, έναν ληστρικό λαό, στα ανατολικά σύνορα του βασιλείου της Λυκίας, και τους οποίους τελικά ο Βελλεροφόντης κατατρόπωσε. Η δεύτερη αποστολή ήταν κατά των Αμαζόνων, ενός πολεμοχαρούς λαού της Μικράς Ασίας που τον αποτελούσαν μόνον γυναίκες. Και στην αποστολή αυτή ο ήρωάς μας θριάμβευσε. Το τρίτο εμπόδιο ήταν το μυθικό τέρας Χίμαιρα. Το γνωστό τέρας που το μπροστινό του μέρος ήταν λέοντας και το οπίσθιο δράκοντας. Ο Βελλερεφόντης ιππεύοντας το φτερωτό άλογο, το φημισμένο Πήγασο, κατάφερε να την φονεύσει. Τέλος αφού εξόντωσε και κάποιους Λύκιους που του έστησαν ενέδρα με διαταγή του Ιοβάτη, επέστρεψε θριαμβευτής στην Λυκία όπου ο βασιλέας αναγκάστηκε τότε να του προσφέρει τη θυγατέρα του Αμφίκλεια (ή Φιλονόη) ως σύζυγο καθώς και τη διαδοχή του βασιλείου.

Επίνητρο [το βάζαν οι γυναίκες στο γόνατο για να επεξεργαστούν και να ξάνουν το μαλλί] με παράσταση του Βελλεροφόντη να σκοτώνει τη Χίμαιρα

Η ΥΒΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ: Φουσκωμένος από οιηση  για τη δύναμή του ο Βελλεροφόντης, όπως άλλωστε συχνά συμβαίνει σε κάποιους επηρμένους ήρωες, αποφάσισε με το φτερωτό άλογό του να ανέβει στον ουρανό (ή κατ' άλλους στον Όλυμπο) και να ανακαλύψει την κατοικία των θεών! Τότε ο Δίας εξοργισμένος από την Ύβριν του [το θράσος, την ασέβεια], τού έριξε κεραυνό με αποτέλεσμα ο Βελλεροφόντης να πέσει από το άλογό του και να μείνει ανάπηρος. Και όχι μόνον αυτό: Έχασε τη βασιλική του εξουσία, ενώ ο Πήγασος αρπάχτηκε από τους θεούς. Στα τελευταία του, ο ξεπασμένος ήρωας βρίσκεται μακριά από τη Μ. Ασία, στην Ελλάδα, όπου περιπλανιέται φτωχός και δυστυχισμένος. Σύμφωνα με μία αναφορά της Ιλιάδας, κατέφυγε στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, όπου φιλοξενήθηκε από τον βασιλέα Οινέα. Να σημειωθεί πως από τη σύζυγό του, Αμφίκλεια, είχε αποκτήσει δύο γιούς: τον Ιππόλοχο και τον Ίσανδρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Όμηρος, Ιλιάδα. Ησίοδος Θεογονία, Οίαι. Ομηρικοί Ύμνοι, Πίνδαρος, Ωδαί, Ισθμια vii, Ολυμπιονίκαι xiii. 66. 44. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, vi. 155-202. Στράβων, Γεωγραφικά. Θεόκριτος Ειδύλια. Parthenius, Love Romances. Quintus Smyrnaeus, Fall of Troy. Ovid, Fasti. Propertius, Elegies. Oppian, Cynegeticaa.Ευριπίδης, Ίων 203.Τζέτζης, σχόλια στο Λυκοφρ., 17. Hyginus, Fab. 157. Παυσανίας ii. 2. § 4.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

31.8.26

Ο Πέτρος και οι φίλοι του, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα κείμενο + AUDIOBOOK διαβάζει ο ίδιος

 

Ο Πέτρος και οι φίλοι του

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα

κείμενο + AUDIOBOOK

διαβάζει ο ίδιος



“Άντε εβίβα ρε παιδιά! Εβίβα και τούτο” φώναξε χτυπώντας δυνατά το υψωμένο ποτήρι του με τον απέναντί του στο τραπέζι. Ζαλισμένος πια απ΄ το πιοτό, μονολόγησε αναστενάζοντας ξανά για να τον ακούσει η αντροπαρέα του: “Αχ, δεν έχω σόι εγώ! Μ΄ έχουν όλοι τους ξεγράψει”.

Όμως, ενώ τα λόγια τούτα, ούτε καν τα πρόσεξαν οι φίλοι και ομοτράπεζοί του, ακούστηκαν, σαν καμπάνα μάλιστα, απ' την παρέα που 'κείνη τη στιγμή έμπαινε στην ταβέρνα. Συμπτωματικά - μα υπάρχουν άραγε συμπτώσεις; - ήταν η Μαριώ, η ανηψιά του, με τον άντρα της και δυο φιλικά τους ζευγάρια.

Ο Πέτρος ζούσε με το πιοτό απ' την εφηβεία του, την ταραγμένη εκείνη μεταπολεμική περίοδο της δύστυχης και μίζερης φτωχικής ζωής του. Ο γάμος του στο χωριό, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια, κι αυτός από συνοικέσιο, το γνωστό σύστημα δούναι-λαβείν, που δεν υπολόγιζε την άποψη του μέλλοντος γαμπρού, πόσο μάλλον της νύφης, έδειχνε πως δεν “κολλούσε”, δεν ταίριαζε, απ' την αρχή. Έτσι, η “κλίση” του προς το κρασί δυνάμωνε, θέριευε, με τα χρόνια. Ένιωθε πως απάλυνε τους χτύπους του ρολογιού που κυλούσαν ανούσια μέρα τη μέρα. Τώρα αρκούσε ακόμη και μια μισή για να φτιαχτεί, να “φύγει” απ' τα καθημερινά και τα ανούσια, όπως τουλάχιστον τα ΄βλεπε η απελπισμένη του ψυχή.

“Μ' έχουν όλοι τους ξεγράψει!”, τα λόγια αυτά μου τα μετέφερε η Μαριώ κι έμειναν μάλλον ξεχασμένα, μιας κι ο πόνος του άλλου δεν είναι δικός μας πόνος, κάπου πίσω στις “αποθήκες” του μυαλού μου.

.


.... ..... ......

   Πέρασαν κάπου δυο χρόνια από τότε, όταν μου 'ρθε η είδηση ότι τον χτύπησε η “επάρατος”, ξέρεις αυτή η ασθένεια που στο υποσυνείδητό μας πέρασε ως μια απαγορευμένη λέξη, μια λέξη “αποτρεπτικό ξόρκι” που δεν κάνει καν να την ψελίσεις... Τον είδα κάποιες φορές να κάθεται τις ανοιξιάτικες μέρες – τι αντίθεση όμως με τη βαριά του προσωπική βαρυχειμωνιά! - εκεί στη στενή βεράντα του διαμερίσματός του, βαρύτερος απ' ότι παλιά, καθότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, αλλά πολύ χλωμότερος, μ' αυτή την απαίσια κιτρινίλα που ο Χάρος “ζωγραφίζει” τους καλεσμένους του, ενώ ο “σκόλωψ” βαθιά μέσα του, στα “πλεμόνια”, όπως έλεγε η κυρά του, τον έτρωγε λίγο-λίγο. Όμως, δεν τον έβλεπα πάντα μόνο του.

Συχνά, πυκνά τον έβλεπα να παίζει τάβλι, με κάποιο νεότερό του, “ανεψιό από ξάδερφο” όπως λέει η πολύξερη κυρία Νίκη του ισογείου, η οποία, βρήκε κάτι καλύτερο από το κρασί για να απαλύνει το διάβα του χρόνου, την κοινωνική παρατήρηση και κριτική – κάποιοι κακεντρεχείς αυτό το λένε κουτσομπολιό. Να λοιπόν! Δεν τον έχουν ξεγράψει. Στην πραγματικότητα, όχι αυτή που βλέπουμε ζώντας στη δική μας, την εικονική, την υποκειμενική, την εγωκεντρική, αλλά στην ωμή πραγματικότητα, ο Πέτρος ξεγράφτηκε απ' τους “φίλους” του και τη ρέμπελη παρέα του, άλλωστε, τι θέση πια θα 'χε ανάμεσά τους κάποιος “με το 'να πόδι στον τάφο”; Όμως - τι παρήγορο στ' αλήθεια! - είχαν δώσει υπόσχεση αναμεταξύ τους να πάνε να τον αποχαιρετίσουν όταν θα 'ρχόταν η ώρα του!

Ίσως, σκέφτομαι τώρα που πέταξε ψηλά για πάντα, “φεύγοντας” για το τελευταίο “της ζωής του ταξίδιον” ο Πέτρος θα μονολογούσε: “ Αχ! Φίλους, μωρέ, δεν έχω, φίλους!”.


Από τη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου: Κυριακάτικο πρωινό στο πάρκο

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=dROONFLCaks


30.8.26

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας [Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας 

[Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.]

από τον  Κωνσταντίνο Οικονόμου


 Καινή και Ποσειδών

   Ένας άλλος γνωστός σημαντικός Λαπίθης βασιλιάς, ήταν ο Καινέας, που και σ’ αυτόν η Μοίρα του επιφύλαξε οικτρό τέλος, όπως τον Ιξίονα και τον Πειρίθου, γιατί κι αυτός προκάλεσε την «μήνιν», την οργή των θεών. Στα χρόνια που βασίλευε ο Πειρίθους στη Λάρισα, βασιλιάς στη  θεσσαλική Μαγνησία ήταν ο Έλατος. Αυτός απέκτησε γιο τον Πολύφημο και κόρη την Καινή. Αυτής της τελευταίας η ομορφιά ήταν τόσο ακαταμάχητη, που την ζήτησε ο θεός Ποσειδώνας. Εκείνη, επειδή δεν ήθελε να κάνει καθόλου παιδιά, προσποιήθηκε ότι δέχεται, ζητώντας του όμως για αντάλλαγμα να της ορκιστεί ότι θα της έκανα όποιο δώρο του ζητούσε. Όταν αυτός δέχτηκε και δέθηκε με τον όρκο του, εκείνη του αποκάλυψε ότι ήθελε να γίνει άνδρας και μάλιστα άτρωτος. Αυτός, παρ’ όλο που εξαπατήθηκε, αναγκάστηκε να τηρήσει τον όρκο του και να μεταμορφώσει την Καινή σε έναν ατρόμητο άνδρα με το όνομα Καινέας.
  Ο Καινέας χάρις στη μεγάλη του δύναμη γίνεται βασιλιάς των Λαπιθών και ηγείται του πολέμου εναντίον των Κενταύρων και καθώς μάλιστα είναι βέβαιος για την σωματική του ακεραιότητα, ορμάει με το κοντάρι του ανάμεσα στους Κενταύρους σκορπίζοντας το θάνατο, χωρίς κανένας απ’ αυτούς να μπορεί να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Οι Λαπίθες μετά απ’ αυτό θεοποίησαν τον Καινέα και οδήγησαν τον ίδιο στην «ύβρι», την αλαζονεία δηλαδή. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να στήσει το ανίκητο κοντάρι του στην αγορά και να διατάξει τον λαό του να προσκυνούν αυτόν και όχι πια τους ολύμπιους θεούς! Αυτό έφερε την οργισμένη αντίδραση των θεών και του ίδιου του Δία που, καθώς δε μπορούσαν να πάρουν πίσω το χάρισμά του και καθώς κανένα όπλο δεν μπορούσε να τον πληγώσει, ξεσήκωσαν τους Κενταύρους δίνοντάς τους την εντολή να χτυπήσουν με κορμούς δέντρων τον Καινέα και να τον βυθίσουν μέσα στη γη. 

   Πραγματικά οι Κένταυροι έκοψαν πανύψηλους κορμούς ελάτων από το Πήλιο και αφού τον περικύκλωσαν, άρχισαν να τον χτυπούν από μακριά στο κεφάλι, το ένα χτύπημα πάνω στ’ άλλο. Έτσι τον έχωσαν, τον σφήνωσαν μέσα στη γη και από πάνω έβαλαν έναν τεράστιο βράχο για σημάδι. Ο Καινέας, μη μπορώντας πια ούτε να κινηθεί, ούτε να αναπνεύσει, ξεψυχάει κάτω απ’ την επιφάνεια της γης.





29.8.26

Ο Αρίων Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

 

Ο Αρίων

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

Will. Adol. Bouguereau (1825-1905): Arion on a SeaHorse(1855)

ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Αρίων ήταν ένας σπουδαίος λυρικός ποιητής από τα Μήθυμνα της Λέσβου. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Αρίωνα είναι λιγοστές και προέρχονται κυρίως από τον ιστορικό Ηρόδοτο. Δεν γνωρίζουμε καν το έτος γεννήσεως και θανάτου του. Τα περισσότερα που γράφτηκαν γι' αυτόν ανάγονται στη σφαίρα του ελληνικού Μύθου.

  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ο Αρίων έφυγε νωρίς από την πατρίδα του, τη Λέσβο, κι έζησε κοντά στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο (625 - 585 π.Χ.), όπως ήταν τότε η συνήθεια πολλών λυρικών ποιητών. Ήταν ο καλύτερος κιθαρωδός της εποχής του και συνεισέφερε στην εξέλιξη του διθυράμβου, του άσματος της διονυσιακής λατρείας, που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας. Ως ποιητής και συνθέτης έγραψε άσματα (διθυράμβους) και προοίμια (τους λεγόμενους κιθαρωδικούς κανόνες), από τα οποία, δυστυχώς, δεν σώθηκαν ούτε ένας στίχος.

Ο Αρίων σε νόμισμα του Τάραντα
   Ο ΜΥΘΟΣ: Για τη ζωή του υπάρχει μια ιστορία, που μοιάζει περισσότερο με παραμύθι και μας την κληροδότησε ο Ηρόδοτος. Κάποτε, ο Αρίων αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σικελία, με σκοπό την εμφάνισή του στην αυλή κάποιου τυράννου, για τα προς το ζην. Εκεί, αφού με την τέχνη του μάζεψε πολλά χρήματα και πλούτη, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Από τη λακωνική αποικία της Μεγάλης Ελλάδας [Ν. Ιταλία], τον Τάραντα, επιβιβάστηκε σε ένα κορινθιακό πλοίο, μιας και δεν εμπιστευόταν άλλους ναυτικούς. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι ναύτες αποφάσισαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Αρίων προσφέρθηκε να τους δώσει περισσότερα χρήματα, όταν θα έφταναν στην Κόρινθο, για να σώσει τη ζωή του, αλλά μάταια. Τότε, τους παρακάλεσε να του κάνουν μια τελευταία χάρη. Να τον αφήσουν να τραγουδήσει παίζοντας και την κιθάρα του, λίγο πριν από το θάνατό του. Οι ναύτες δέχθηκαν.


Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
: Ο Αρίων, αφού φόρεσε τα επίσημά του ενδύματα, πήρε την κιθάρα στα χέρια του, στάθηκε μπροστά, στην πλώρη του καραβιού και τραγούδησε το λεγόμενο «όρθιο νόμο», έναν ύμνο προς τον θεό Απόλλωνα. Είχε σκοπό, όταν θα τέλειωνε το τραγούδι, να αυτοκτονήσει. Οι ναύτες χάρηκαν πολύ που θ’ άκουγαν τον πιο φημισμένο τότε τραγουδιστή του κόσμου και συγκεντρώθηκαν στη μέση του πλοίου για να τον απολαύσουν. Μόλις ο Αρίων τελείωσε το σκοπό του, έπεσε προς τη θάλασσα. Ένα δελφίνι, που εθεωρείτο το ιερό ζώο του Απόλλωνα, τον πήρε στη ράχη του και τον έβγαλε μετά από πολλές ώρες στο ακρωτήριο Ταίναρο της Νότιας Πελοποννήσου. Από εκεί, ο Αρίων πήγε πεζός στην Κόρινθο, όπου ανέφερε τα καθέκαστα στον Περίανδρο.

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ: Ο Περίανδρος, στην αρχή δεν θέλησε να πιστέψει λέξη από όσα άκουγε. Έτσι, τον φυλάκισε σε αυστηρή απομόνωση περιμένοντας να έρθει το πλοίο. Όταν έφτασε το πλοίο κάλεσε τους ναύτες να του πουν αν ήξεραν τίποτα για τον Αρίωνα. Εκείνοι του αποκρίθηκαν ότι τον είχαν δει στην Ιταλία, ότι ήταν καλά και ότι, όταν έφυγαν, τον άφησαν στον Τάραντα όπου, δήθεν, εργαζόταν. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε εμπρός τους ο Αρίων, ντυμένος όπως ήταν όταν είχε πέσει στη θάλασσα. Οι ναύτες, έκπληκτοι, δεν μπόρεσαν ν’ αρνηθούν τίποτα. Ο Περίανδρος, τότε, διέταξε τη σύλληψη των Κορίνθιων πειρατών και διέταξε το θάνατό τους.


Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΟΝΑ
: “Περίανδρος δὲ ἦν Κυψέλου παῖς, οὗτος ὁ τῷ Θρασυβούλῳ τὸ χρηστήριον μηνύσας. ἐτυράννευε δὲ ὁ Περίανδρος Κορίνθου· τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι, Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον, ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον, καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ. τοῦτον τὸν Ἀρίονα λέγουσι, τὸν πολλὸν τοῦ χρόνου διατρίβοντα παρὰ Περιάνδρῳ, ἐπιθυμῆσαι πλῶσαι ἐς Ἰταλίην τε καὶ Σικελίην, ἐργασάμενον δὲ χρήματα μεγάλα θελῆσαι ὀπίσω ἐς Κόρινθον ἀπικέσθαι. ὁρμᾶσθαι μέν νυν ἐκ Τάραντος, πιστεύοντα δὲ οὐδαμοῖσι μᾶλλον ἢ Κορινθίοισι μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων· τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα· τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι, χρήματα μέν σφι προϊέντα, ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. οὐκ ὦν δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι, ἀλλὰ κελεύειν τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν διαχρᾶσθαί μιν, ὡς ἂν ταφῆς ἐν γῇ τύχῃ, ἢ ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν τὴν ταχίστην. ἀπειληθέντα δὲ τὸν Ἀρίονα ἐς ἀπορίην παραιτήσασθαι, ἐπειδή σφι οὕτω δοκέοι, περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι· ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσεσθαι. καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ, ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην νέα. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην, στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον, τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. καὶ τοὺς μὲν ἀποπλέειν ἐς Κόρινθον, τὸν δὲ δελφῖνα λέγουσι ὑπολαβόντα ἐξενεῖκαι ἐπὶ Ταίναρον. ἀποβάντα δὲ αὐτὸν χωρέειν ἐς Κόρινθον σὺν τῇ σκευῇ καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός. Περίανδρον δὲ ὑπὸ ἀπιστίης Ἀρίονα μὲν ἐν φυλακῇ ἔχειν οὐδαμῇ μετιέντα, ἀνακῶς δὲ ἔχειν τῶν πορθμέων· ὡς δὲ ἄρα παρεῖναι αὐτούς, κληθέντας ἱστορέεσθαι εἴ τι λέγοιεν περὶ Ἀρίονος. φαμένων δὲ ἐκείνων ὡς εἴη τε σῶς περὶ Ἰταλίην καί μιν εὖ πρήσσοντα λίποιεν ἐν Τάραντι, ἐπιφανῆναί σφι τὸν Ἀρίονα ὥσπερ ἔχων ἐξεπήδησε· καὶ τοὺς ἐκπλαγέντας οὐκ ἔχειν ἔτι ἐλεγχομένους ἀρνέεσθαι. ταῦτα μέν νυν Κορίνθιοί τε καὶ Λέσβιοι λέγουσι, καὶ Ἀρίονος ἔστι ἀνάθημα χάλκεον οὐ μέγα ἐπὶ Ταινάρῳ, ἐπὶ δελφῖνος ἐπεὼν ἄνθρωπος. “[Ηροδότου Ιστ. 1.23.1-1.24.8].

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com


Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

   Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=cyCB2GpRhe8


Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης. Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



  ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Αγκαίος, ήταν ένα μάλλον ιστορικό πρόσωπο από την Τεγέα, γιος του βασιλιά των Αρκάδων Λυκούργου και εγγονός του ονοματοδότη της γειτονικής Αλέας, Αλεού. Αδελφός του ήταν ο επίσης Αρκάδας βασιλιάς Έποχος. Ο γιός του Αγκαίου, ο Αγαπήνωρ, βασίλευσε στην Αρκαδία κατά την περίοδο του Τρωικού πολέμου και ήταν ο αρχηγός των Αρκάδων και των Στυμφαλίων στην εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ: Ο Αγκαίος, παρόλο που καταγόταν από βασιλική οικογένεια, δεν είχε τις βασιλικές σκοτούρες ως δευτερότοκος και ήταν φυσικό να το είχε ρίξει στο κυνήγι της περιπέτειας. Γι’ αυτό πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με τον αδελφό του τον Αμφιδάμαντα αλλά και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου.

ΥΠΕΡΟΨΙΑ: Ο Αγκαίος φέρεται από μερίδα μυθικών συγγραφέων ως ο πρώτος που καλλιέργησε αμπέλια στην Πελοπόννησο. Αναφέρεται όμως επίσης ότι η δόξα που είχε αποκτήσει ως Αργοναύτης, τον έκανε να συμπεριφέρεται υπεροπτικά και άσχημα σε όσους δούλευαν στα κτήματά του. Τους μιλούσε συχνά με λόγια προσβλητικά, τους ταπείνωνε χτυπώντας τους για ασήμαντα ζητήματα, ενώ τους πίεζε με ένταση στη δουλειά. Κάποιος γέροντας δούλος, λοιπόν, που δεν άντεχε άλλο την καταπίεση του Αγκαίου, την ώρα του τρύγου, τον καταράστηκε να μην προφτάσει να πιει κρασί από τη νέα σοδειά του. Ο Αγκαίος το άκουσε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Όταν ήρθε η εποχή, ο Αγκαίος άνοιξε τους πίθους με το νέο κρασί και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να πιει το πρώτο ποτήρι από το νέο κρασί, είπε να του φωνάξουν το γέρο δούλο και τον ειρωνεύτηκε δημόσια για τις μάταιες κατάρες του.

  ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ: Εκείνος όμως ο σοφός γέροντας του απάντησε με μια φράση, που έκτοτε έμεινε παροιμιώδης: "Πολλά πέλει μεταξύ κύλικος και χείλεος άκρου", δηλαδή: “υπάρχει μεγάλη απόσταση από το ποτήρι μέχρι τα χείλια”! Πράγματι εκείνη τη στιγμή έφτασε είδηση για την καταστροφή του αμπελώνα του Αγκαίου από κάποιον μεγάλο και άγριο κάπρο. Ο Αγκαίος, έχοντας την εμπειρία από παρόμοια κυνήγια, άφησε κάτω το ποτήρι με το κρασί και έτρεξε μαζί με άλλους να σκοτώσει τον κάπρο, αλλά τελικά το αγριογούρουνο του επετέθη, τον έριξε κάτω και τελικά ο “σίγουρος για τον εαυτό του” Αργοναύτης, ο επηρμένος από την ''ύβριν'' του, κατασπαράχτηκε απ` αυτόν. Έτσι η κατάρα του ταλαιπωρημένου δούλου έπιασε και ο Αγκαίος δεν ήπιε ποτέ από το καινούργιο κρασί του!

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


23.8.26

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna - από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου




   Το όνομα της γυναίκας ήταν Μπράινα. Μια απλή Εβραία της διασποράς. Ξεκίνησε από μια μικρή πόλη στα σύνορα Λευκορωσίας και Πολωνίας. Πέρασε έναν ωκεανό χωρίς τίποτα, χωρίς να έχει πάει σχολείο, χωρίς αγγλικά, χωρίς εγγύηση για τίποτα, απλά και μόνο με ένα εισιτήριο που της αγόρασε ένας άντρας, ο νόμιμος σύζυγός της με το όνομα Χέρσελ. Αυτός της είχε υποσχεθεί μια καλύτερη ζωή στην Αμερική.

   Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Άμστερνταμ της Νέας Υόρκης, μια συνοικία εργατών, διάσπαρτη με μύλους, μακριά από τα όνειρα που είχε κουβαλήσει, μακριά από εκείνο που ήλπιζε πως θα ερχόταν, γιατί η καλύτερη ζωή δεν ήρθε ποτέ. Εκείνος, ο Χέρσελ, μάζευε κουρέλια και σκουπίδια για να ζήσει. Τα λιγοστά που κέρδιζε, εξαφανίζονταν πολύ γρήγορα στη χαρτοπαιξία και το αλκοόλ. Ήταν μαζί της σκληρός και αδιάφορος, ένας τύπος που απλώς ύψωνε για ασήμαντο λόγο τη φωνή του, συνεχώς. Η Μπράινα μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη της. Έξι κόρες και ένα γιο!

Ήταν σε ένα σπίτι που πάντα κυριαρχούσε η πείνα. Ο άντρας τη φώναζε συνέχεια ''έι εσύ!'', ούτε καν την ονομάτιζε. Είπαμε ότι δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει, αλλά για να βγάζει ένα γλισχρό εισόδημα έπαιρνε ρούχα για να πλένει, έτριβε πατώματα, και όταν δεν έφταναν τα χρήματα ούτε για φαγητό, πήγαινε μέχρι το γειτονικό Εβραίο χασάπη, Εβραία και ίδια, με μια αξιοπρεπή παράκληση ίδια κάθε φορά.

«Κύριε, τα κόκαλα που δεν χρειάζεσαι, μπορώ να τα πάρω;» Πρόθυμα εκείνος της έδινε τα άχρηστα για εκείνον κόκαλα και εκείνη τα έβραζε για ώρες. Εκείνη η αραιή σούπα τροφοδοτούσε την οικογένεια για μέρες. Ο μικρότερος γιος, ο μοναδικός της, ο Ίσουρ, ή όπως τον φωνάζαν όλοι ο Ίζη, τα παρακολουθούσε όλα αυτά. Έβλεπε με τα παιδικά του μάτια τη μάνα του να παλεύει για αυτούς, με ό,τι είχε και και δεν είχε. Κάποια μέρα της είπε ξαφνικά ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. Εκείνη δεν γέλασε, δεν του είπε να κάνει κάποιο πιο πρακτικό επάγγελμα. Έτσι της έλεγε λοιπόν αυτό το φτωχό αγοράκι, με τα κουρέλια του, κάνοντας τα σχέδια του, με το παιδικό του μυαλό, για μια πόλη που καλά-καλά δεν την γνώριζε.

   Λίγα χρόνια αργότερα ο Ίζη έφυγε, πάλεψε, άνοιξε δρόμο με νύχια και δόντια και τελικά ο κόσμος τον γνώρισε με το όνομά του, σαν Κέρκ Ντάγκλας, έναν από τους μεγαλύτερους ιστορικούς σταρ της χρυσής εποχής - δεκαετία 1960 - του Χόλυγουντ. Οι τίτλοι και οι ρόλοι που έπαιξε όλο και κάτι μας θυμίζουν: ''Σπάρτακος, Οι δρόμοι της δόξας, Πόθοι για ζωή'', κ.ά.

   Ήταν πια ένα όνομα θρύλος, αλλά ποτέ δεν ξέχασε εκείνη τη σούπα με τα κόκαλα με την οποία μεγάλωσε. Ποτέ δεν ξέχασε την Μπράινα, τη μητέρα του, τη γυναίκα που την έφτιαχνε. Όταν ο Κερκ ίδρυσε τη δική του εταιρεία, παραγωγής ταινιών, δεν την ονόμασε με κάποιο λαμπερό όνομα άλλο ούτε με το δικό του.

  Την ονόμασε Bryna [Μπράινα] Productions, προς τιμήν της. Τη χρονιά 1958 η Bryna Productions κυκλοφόρησε τους ''Βίκινγκς'', μια από τις καλύτερες επικές πολεμικές ταινίες εκείνης της χρονιάς. Ο Κέρκ είχε κάτι, μια έκπληξη, που έπρεπε να δείξει τη μητέρα του. Έτσι την πήρε μαζί του και πήγαν στην ονομαστή πλατεία της Νέας Υόρκης, την Time Square.

   Μέσα σε όλα εκείνα τα φώτα, εκείνο το θόρυβο, το αδιανόητο αμερικάνικο υπερθέαμα, στάθηκε μπροστά σε μια τεράστια πινακίδα και της έδειξε κάτι. Τι έγραφε αυτή η πινακίδα; ''Bryna presents the Vikings''. Το όνομά της τεράστιο, φωτεινό, με φώτα από νέον που αναβόσβηναν! Η γυναίκα εκείνη που δεν είχε ποτέ της μάθει να διαβάζει, έβλεπε μπροστά της, επιβλητικό, τεράστιο, το όνομά της, το έβλεπε να στέκει εκεί στην Τime Square και έκλαιγε. Αυτή τη φορά όχι από πόνο, από στεναχώριες, από θλίψεις, αλλά, για μια φορά, από χαρά.

  Μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο του 1958, η Μπράινα πέθανε ήσυχα με το γιο της στο πλευρό. Οι τελευταίες λέξεις προς αυτόν δεν έκρυβαν φόβο ή λύπη. Ήταν το ένστικτο μιας μητέρας μέχρι την τελευταία τη στιγμή. «Ίζη, γιε μου, μη φοβάσαι. Αυτό συμβαίνει σε όλους. Έτσι είναι ο θάνατος.” Ακόμα και την ώρα που πέθαινε προσπαθούσε να τον προστατεύσει. Ο Κερκ έζησε 103 χρόνια. Σταρ του Hollywood, φιλάνθρωπος, πατέρας του γνωστού ηθοποιού Michael Douglas, κατόρθωσε τόσο σπουδαία πράγματα, που, εκείνο το αγόρι που έτρωγε σούπα από κόκαλα, δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί.

   Έτσι, από τότε κάθε ταινία που ανέφερε στην παραγωγή ''a Bryan production'' ήταν μια αναφορά, ένα γράμμα αγάπης, γραμμένο με φώτα, από ένα γιο, που ποτέ δεν ξέχασε την υπερπολύτεκνη βασανισμένη μητέρα του. Μια μητέρα που τροφοδοτούσε μια ολόκληρη οικογένεια με κόκαλα και κατάφερε τελικά να βρει αρκετή αγάπη και αναγνώριση, έστω, στο ηλιοβασίλεμα της ζωής της. Σίγουρα άξιζε με το παραπάνω να έχει το όνομά της εκεί, ψηλά στα φώτα.

Κι ο μικρός της γιός φρόντισε να ζήσει, για να το δει.



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

  Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου     Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου  που βρέθη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....