Ετικέτες - θέματα

7.9.26

Κοινωνία της επικοινωνίας Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 48

                                            Κοινωνία της επικοινωνίας

48 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg                                                                                  

Τι να τους κάνεις τους καλούς,                                                                                     αν δεν υπήρχαν οι κακοί;

(ο Μιλτιάδης, ο υιός, όταν ήτανε μικρός)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  48

                        

Επικοινωνία, επικοινωνιακοί και δημαγωγική επικοινωνία

  Επικοινωνία είναι η επικοινωνία! Φαντάζομαι να έγινα σαφής. Πάντως, σαφέστερο ορισμό δεν μπορώ να σας δώσω κι όποιος έχει σχετική απορία ή αμφιβολία, ας ρωτήσει κι αλλού. Ολόκληρη κοινωνία, δε θα βρεθεί κάποιος να σας πει για την επικοινωνία; 

  Η επικοινωνία (θα του σουβαρέψου τώρα) είναι  βασικό στοιχείο της συνύπαρξης των ανθρώπων, σε κάθε μορφή της ομαδικής και κοινωνικής τους ζωής. Καθημερινά, με διάφορους τρόπους και μέσα, επικοινωνούμε με συνανθρώπους μας, ακόμη και μ’ εκείνους που είναι πολύ μακριά μας, ασχέτως αν πολλές φορές μαζί κουβιντιάζουμι κι χώρια συνουϊόμαστι (του ξισουβάριψα πάλι).

  Επικοινωνία δεν είναι η επικοινωνία!... 

─ Καφετζή επικοινωνείς; Τι είναι αυτά που λες; Τη μία είναι επικοινωνία και την άλλη δεν είναι. Στέκουν αυτά; 

─ Στέκουν και παραστέκουν! Πάνε αυτά που ξέρατε! Τώρα, επικοινωνία είναι να δουλεύεις την κοινωνία. Να την επηρεάζεις έντεχνα και να την παρασύρεις. Να καθοδηγείς τη συμπεριφορά της και τις αντιδράσεις της, να την ποδηγετείς και να την κατευθύνεις. Όποιος το καταφέρνει αυτό, είναι επικοινωνιακός. Δεν ακούσατε περί επικοινωνιακής πολιτικής;  

  Έτσι είναι σήμερα. Ο κυρίαρχος λαός κυριαρχείται από τις οφθαλμαπάτες «του φαίνεσθαι» και δεν αντιλαμβάνεται ότι ο επικοινωνιακός αστέρας αυτής της επικοινωνιακής πολιτικής είναι ο σύγχρονος δημαγωγός. Παραβλέπει ο λαός ότι αυτή την τέχνη της πολιτικής απάτης και τους τρόπους εκτέλεσής της μεθοδικά τα διδάσκεται από τους ειδικούς επικοινωνιολόγους που τον συμβουλεύουν.

  Όμως, δε σώνεται η κοινωνία απ’ την επικοινωνία…  

                                                                       

Επικοινωνιολόγοι κι ένα σωρό άλλοι… λόγοι

Η ΝουΔούλα με τον Λούλη*, μας τον φόρτωσαν τον Κούλη…

(Και να φυλάει ο Θεός από χειρότερα!... Ίσως και να μας φύλαξε…).

*Ο Λούλης είναι αναλυτής – επικοινωνιολόγος και ο Κούλης είναι ο Κούλης…


  Κάθε πολιτικός (δημαγωγός ή όχι) και προπαντός πρωθυπουργίσιμος, λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του αυτό το κεφάλαιο «επικοινωνία» στη μεταλλαγμένη σημερινή της έννοια και περιεχόμενο. Προσέχει, λοιπόν, την εικόνα του (το ίματζ που λένε στα Αργυροσελίπιανα), επιλέγοντας κάθε φορά ό,τι την υπηρετεί. Οι δράσεις και οι συμπεριφορές είναι απολύτως ενταγμένες σ’ αυτόν τον σκοπό, ο σχεδιασμός δεν δικαιολογεί καμιά προχειρότητα, τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη. Έτσι, ο πολιτικός περιστοιχίζεται από επικοινωνιολόγο, ενδυματολόγο, διαιτολόγο, διεθνολόγο, οικονομολόγο, εκλογολόγο, ορνιθολόγο (τόσα κουτορνίθια που υπάρχουν!...), μετεωρολόγο, αστρολόγο, μόνο ο τυρολόγος τού λείπει να καταλάβετε. Όλοι αυτοί (τι μαζευτήκατε τόσοι, βρε; Θα τον σκάσετε!) δουλεύουν στο ίδιο έργο με πρόγραμμα και σχέδιο (στο πρότζεκτ να πούμε καλύτερα, μην ξεχνάτε ότι μας διαβάζουν και Αργυροσελιπιανίτες…) και στο τέλος παρουσιάζουν ένα προϊόν, το οποίο αναλαμβάνει να μας το πλασάρει ο διαφημιστής, να μας το εξηγήσει ο αναλυτής (άλλος αυτός πολύ χρήσιμος, για να λυνόμαστε στα γέλια) κι αποκοντά ο δημοσκόπος (ως αεί λειτουργών καιροσκόπος).


Στο μεγάλο παζάρι

  Το προϊόν αυτό βγαίνει προς πώληση στο μεγάλο παζάρι των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Εξαπάτησης, Εκμαυλισμού (υπογραμμίστε όποιο νομίζετε από τα τρία Ε!...) κι εκεί πια γίνεται ακαταμάχητο και ακατανίκητο από την κάθε δική μας λογική, αμφιβολία, ένσταση και αντίρρηση. Αλλά, ας μην ανοίξουμε αυτό το κεφάλαιο περί των μου μου ε, γιατί όλοι ξέρετε πόσο άψογα και αδιάβλητα λειτουργούν (σαν να μας θεωρούν βλίτα…). 

  Η επικοινωνία πια δεν είναι επικοινωνία, αλλά απροκάλυπτη προπαγάνδα.

  Το χειρότερο είναι ότι τα επικοινωνιακά μέσα επέβαλαν ίδιες συμπεριφορές σχεδόν σε όλους. Η υπερβολή και το καταγγελτικό ύφος χαρακτηρίζει τον λόγο μας, ώστε πολύ εύκολα αυτό χρεώθηκε ως συμπεριφορά λαού και ονομάστηκε λαϊκισμός (που πολλοί τον μέμφονται και ταυτόχρονα τον ακολουθούν) και που κρύβει μια χαρά τους σταθερά και διαχρονικά επικίνδυνους δημαγωγούς – δημοπίθηκους… Επίσης, επέβαλαν κι ένα πλαίσιο έκφρασης. Όποιον τολμήσει να βγει έξω απ’ αυτό, ορμούν να τον κατασπαράξουν. Έχουν στήσει παντού τις προκρούστειες κλίνες τους, έτοιμοι κάθε φορά να σου κολλήσουν τις ταμπέλες που τους βολεύουν. 

  Να χαιρόμαστε την ελευθερία που έχουμε να λέμε μόνο αυτά που αρέσουν στην παντοδύναμη αόρατη αρχή, η οποία ορίζει τι πρέπει να λέμε! (Καλά ξεμπερδέματα!). 


Πάμε καλά;

  Σ’ αυτή τη χώρα η κατάσταση έχει ξεφύγει τελείως. Ζούμε καθημερινά απρόβλεπτα κι αλλοπρόσαλλα πράγματα  συμβολικής,  στρατευμένης και διεστραμμένης βλακείας (χαζομάρας μονολεκτικά) που ο κάθε βλαξ επιμένει και να την επικοινωνήσει. Τι να κάνουμε; Η βλακεία είναι ανίκητη. Είναι, επίσης, και ικανή να ορίζει τη θεματολογία του πολιτικού και κοινωνικού μας βίου. 

  Τα μικρά παιδιά κάνουν ό,τι τους περνάει από το μυαλό, για να προκαλέσουν την προσοχή μας. Η συμπεριφορά αυτή πέρασε πια και σε μεγάλους. Είμαι ακτιβιστής, σου λέει ο άλλος και ενδύεται τον μανδύα του σύγχρονου ήρωα. Είμι βίγκαν! (Καλά κάν’ς, αλλά γιατί μας του λες;) Το κάνουμε αυτό για να στείλουμε το μήνυμα, ακούμε κάποιους άλλους. Στείλτε το, παιδιά, και δε θα πάει χαμένο! Εμείς τα νοούμενα δεν πιάνουμε, στα υπονοούμενα είμαστε ξεφτέρια…


  Παρέλαση: Δέκα σούργελα (δυστυχή σε κάθε περίπτωση) μπήκαν σε μια παρέλαση χοροπηδώντας σαν μαϊμούδες, για να διεκδικήσουν τη δική τους δημοσιότητα. Ύστερα ασχολούνταν όλοι μ’ αυτό. Περάσαμε καμιά βδομάδα, υποστηρίζοντας ο καθένας ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι… Χιλιάδες άλλοι νέοι συμμετείχαν στις παρελάσεις της εθνικής γιορτής και πέρασαν εθνικώς μεν απαρατήρητοι δε… Η δημοσιότητα είναι βέβαιο ότι προετοιμάζει  το επόμενο περιστατικό με σούργελα. Τα σούργελα αναζητούν κάτι το πρωτότυπον… (παρακαλώ, διατυπώσατε προτάσεις!).


  Όχι άλλο κάρβουνο, όχι άλλες μπριζόλες! Ένας βλαμμένος ή κάποιοι βλαμμένοι (ποτέ δεν ξεμείναμε από τέτοιους) έψηναν, λέει, χοιρινό κρέας και έπιναν αλκοόλ κοντά σε δομή φιλοξενίας μουσουλμάνων, για να τους προκαλέσουν. Το πήραν δυο τρεις βουλευτές, το ’καναν ολόκληρο θέμα στη βουλή και περάσαμε μ’ αυτό άλλη μια βδομάδα. Επειδή και το Καφενείο θεωρεί ότι είναι πολύ σοβαρό αυτό το θέμα, θα επιχειρήσει να το παρουσιάσει από διάφορες πλευρές (μιας που ενεπλάκη και ο Πλεύρης).


  Δεν προκαλούνται, κύριοι, μόνο οι μουσουλμάνοι. Προκαλούμεθα και εμείς που δεν έχομεν πια να αγοράσομεν για να ψήσομεν και μόνον συχνάκις περνοδιαβαίνομεν εις τας χασαποταβέρνας, ολίγην τσίκναν να μυρίσομεν… 


  Γιαννούλη, εκείνοι που όρισαν και οργάνωσαν μέρα κρεοφαγίας σε διάφορες πόλεις τη Μεγάλη Παρασκευή, για να προκαλέσουν τους νηστεύοντες χριστιανούς, δε σε ενόχλησαν; Φέτος ανακάλυψες τον σαδισμό και την κτηνωδία; Ενημερωτικά, πάντως, να ξέρεις ο κόσμος (νηστεύοντες και μη νηστεύοντες) τους αγνόησε κι έτρεχαν να κρυφτούν… Το ίδιο θα έκανε και πάλι ο κόσμος με τους ανοήτους, αν εσύ δεν τους πρόβαλες ανοήτως… 


─ Ψέν’ς;

─ Ψένου, τι κάνου, θυμιατίζου; Λίγου αρακά, νια σούφλα φακή κι λίγις μπριζόλις γουρ’νουκρίατου. Κάτσι να σι φ’λέψου! Να τσούξουμι κι ένα κρασί…

─ Έχ’ς άδεια; Μην του μάθει ου Γιαννούλ’ς! Καλύτιρα, τρύπουσι π’θινά!

─ Γιατί, σάματι το ’χου κλιμμένου; Άφ’σι που ’πι κι ου Κυρανάκ’ς ότι ιπιτρέπιτι του γουρ’νίσιου του κριάσι στ’ν Ιλλάδα… Άιτι, να πιάσου κι κάνα τραγούδι!

Βαθιά σπηλιά μες στα βουνά θα βρω ν’ αναμερίσω,

ν’ ανάψω μια τρανή φωτιά, μπριζόλες για να ψήσω…

(Όπααα! Γεια σου, Καρναβά, με τα τραγούδια σου, αλλά με τόσα καρναβάλια που μπλέξαμε, τι να κάνουμε;).


  Οδηγίες για όσους θέλουν να ψήσουν:

  • Χρειάζεται συγκέντρωση υπογραφών συναίνεσης από τους γείτονες σε ακτίνα 

100 μέτρων. Επί ανέμου περισσότερο των 5 μποφόρ η ακτίνα γίνεται 150 μέτρα.

  • Χρειάζεται  έγκριση  από  τον Δήμο,  την  Πυροσβεστική,  το  Δασαρχείο, την 

Αρχαιολογική υπηρεσία και την Τροχαία (επειδή ο καπνός μειώνει την ορατότητα). 

  • Χρειάζεται  άδεια της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ κατόπιν εισήγησης τριών 

τουλάχιστον Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και του πλησιέστερου μουφτή. 

  • Χρειάζεται γνωμάτευση κτηνιάτρου ότι το κρέας δεν είναι χοιρινό.

  • Χρειάζεται ρίγανη και αλατοπίπερο. Προσθέστε και κάνα δυο λεμόνια!...

  • Χρειάζιτι κι  κάρ’να  η ψησταριά, ξιχαμένι!... Μι τι θα ψή’εις; Μι τουν ήλιου; 

Στα Βραγκινά σ’ έχου; Τράβα ν’ αγουρά’εις κάρ’να!


  Παρένθεση για ερώτηση: (Τελικά, αυτό το τελευταίο πρόβλημα της χώρας είναι προσφυγικό ή μεταναστευτικό; Όσους λαθροέλληνες ρώτησα, που κυκλοφορούν ακόμη εδώ, κανένας δεν ήξερε να μου πει. Δε βρίσκεις άκρη). Κλείνει η παρένθεση, έστω και χωρίς απάντηση…  


  Συνελήφθησαν, ύστερα από έφοδο της αστυνομίας σε απόκρυφη λαγκάδα της ευρύτερης αγροτικής περιοχής Στεφανιάδας, πέντε Στεφανιώτες οι οποίοι έψηναν παράνομα. Η αστυνομία αξιοποίησε σχετικές πληροφορίες και τη μυρωδιά που έφτανε ως τα Πετρίλια και συνέλαβε επ’ αυτοφώρω τους δράστες. Κατασχέθηκαν: ένα ελατίσιο ξύλινο σουφλί κι του τσιατσιούλι μι τ’ αλάτι. Οι συλληφθέντες κατηγορούνται για παράβαση του νόμου περί ψησίματος και κοκορετσοαπαγόρευσης. Υποστήριξαν ότι είναι μόνο χρήστες και δεν κάνουν εμπορία. Ζήτησαν και πήραν προθεσμία να απολογηθούν. Με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα αφέθηκαν ελεύθεροι και θα οριστεί τακτική δικάσιμος. Παρακρατήθηκαν, επίσης, το ψητό κρέας και το κοκορέτσι και μάλλον τα έφαγαν (που να τους σταθούν στο λαιμό!)     αυτοί με τη σύμφωνη γνώμη. Πάντως, υπάρχουν και… υπόνοιες ότι το σφάγιο δεν ήταν κλεμμένο… 


  Να κλείσουν τα οβελιστήρια, τα γυράδικα και τα σουβλατζίδικα! Τέρμα οι γουρ’νοχαρές, τα λουκάνικα και οι πατσιάδες… Βλέπω και τους Βλασιώτες να έχουν πρόβλημα με τη γιορτή τσιγαρίδας. Πατριώτες, για να μην περάσετε στην παρανομία, κάντε κι εσείς γιορτή καρυδιού σαν τους Σπυρελιώτες. Οι Σπυρελιώτες στη φετινή γιορτή δεν είχαν καρύδια, επειδή τους τα έφαγαν τα αγριογούρουνα. Υποθέτω, όμως, ότι είχαν αγριογούρουνα, γιατί τόσες κουμπουριές που έπεφταν κάθε βράδυ (ούτε Κουμπουριανίτες να ήταν…) δεν μπορεί να έπεφταν στον βρόντο…      


Εικόνες και φωτογραφίες

  Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις…

  Μια φωτογραφία μπορεί και δυο χιλιάδες λέξεις, αλλά να μην έχει καμία αξία, ειδικά όταν είναι στημένη για επικοινωνιακούς λόγους…


  Κι αν τη ζωή σου όλη τη βγάλεις σε φωτογραφίες και βίντεο, άχρηστα είναι. Δεν έχεις άλλη μια ζωή για να τα δεις…


  Θα σας χορτάσομεν φωτογραφίες, για να σας φλομώσομεν ψάρια, ψίχουλα, ψέματα 

(παρακαλώ, βάλτε σε κύκλο τη λέξη που θεωρείτε ότι είναι η σωστή απάντηση!...).


  Όταν δεν εργαζόμεθα, ας φωτογραφιζόμεθα! 

  Δε χρειάζεται να κουραζόμεθα, αρκεί να φαινόμεθα…

  Όλα για το «έβγα ιδές»… Να λάμπει κι ας είναι τενεκές!…


  «Κοίτα στη φωτογραφία, πόσο αλλάξαμε λοχία!». (από λαϊκόν άσμα)

 

  «Μπρος στη φωτογραφία σου στέκω και την κοιτάζω». (από άλλο λαϊκόν άσμα) Πώς από σένα γλύτωσα, την τύχη μου θαυμάζω!... (και καταλλήλως συμπληρωμένον)


Άνοιξε το σχολείο Ανθηρού!!!!!

  Την 21η μηνός Οκτωβρίου χτύπησε το κουδούνι και στο δημοτικό σχολείο Ανθηρού. Μέχρι τότε οι μαθητές άκουγαν μόνο τα κουδούνια των κοπαδιών στις γύρω ράχες και μαθήματα παρακολουθούσαν στα κρυφά σχολειά της περιοχής. Έτσι γίνεται, όταν εμπλέκονται αρμόδιοι για το κουδούνι… Σαράντα μέρες κλειστό σχολείο!

Σαράντα μέρες περπατώ, μήπως και βρω εκπαιδευτικό.

Σαράντα μέρες περπατώ και βρίσκω το σχολείο κλειστό…

(Ξαναγειά σου, ρε Τάκη Καρναβά, να ζήσει το Ξηρόμερο!)…

  Το σχολείο άνοιξε στις 11 Σεπτεμβρίου, έγινε ο αγιασμός και στη συνέχεια έκλεισε λόγω έλλειψης δασκάλου.             

  «Καλός ο αγιασμός, αλλά πάρτε και καμιά γάτα», συνέστησε ο παπάς στους νοικοκύρηδες ενός σπιτιού, όπου έκανε αγιασμό για την αποτροπή των ποντικιών.

  Καλός ο αγιασμός, οι ευχές και οι βαρύγδουπες δηλώσεις την ημέρα έναρξης των μαθημάτων, αλλά στείλτε και κάναν δάσκαλο ν’ ανοίγουν τα σχολεία!...

  Από τις 3 Οκτωβρίου παρακολουθούμε τη δημοσιοποίηση του προβλήματος, με μια αντίδραση   μεταξύ   μηδενικής  ανοχής   και   καλοπροαίρετης   ανοχής   και   την 


προσπάθεια επίλυσής του με εμπλοκή διαφόρων αρμοδίων και άρα υπευθύνων.

  Η υφυπουργός Ζαχαράκη είπε ότι γνωρίζει το πρόβλημα. Τι να του κάνουμι, κυρία μ’, αν του γνουρί’εις, αν μπουρείς να του λύ’εις πες μας! (Τέτοια πίκρα από Ζαχαράκη δεν την περιμέναμε. Κρίμα το επώνυμο!…).

  Ο περιφερειακός διευθυντής εκπαίδευσης είπε ότι δεν είναι σωστό να κλείνουμε τα παιδιά στο σχολείο από Σεπτέμβρη μήνα και να χάνουν τα φθινοπωρινά φρούτα (κράνια, γκόρτσα, τσάπουρνα, κάστανα και βελάνια) και  τις ομορφιές της ανθηριώτικης φύσης. Ακολούθησε η διευθύντρια πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Καρδίτσας, η οποία επισήμανε ότι και οι κουρουμπλιές ανοίγουν έναν μήνα αργότερα στην Αργιθέα, αλλά κανένας δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ ως τώρα…

  Συμπέρασμα: Η πρόοδος και η ανάπτυξη ξεκινά από τα κλειστά σχολεία, που επιτρέπουν στους μαθητές τους να πηγαίνει ο καθένας απερίσπαστος στα βετούλια τ’ ή στα ζ’γούρια τ’. Έτσι παράγεται πλούτος, τον οποίο απολαμβάνουν αυτοί που δεν τον παράγουν…

  Άνοιξε το σχολείο Ανθηρού!!!!! Πέντε τα θαυμαστικά, για να πάρουν από ένα οι εμπλεκόμενοι αρμόδιοι (βρείτε εσείς ποιοι είναι!...). Πάντως, δόθηκε μια λύση, χωρίς να ξέρουμε αν είναι στην πραγματικότητα λύση και χωρίς να αναζητηθεί κάποια άλλη που θα λειτουργούσε επωφελώς για τους μικρούς μαθητές, οι οποίοι πληρώνουν  ανυπεράσπιστοι το κόστος κάθε γραφειοκρατικής δυσλειτουργίας της πολιτείας και της τοπικιστικής μας στενοκεφαλιάς. 

  Όποιος θέλει περισσότερες λεπτομέρειες, ας περάσει καμιά μέρα απ’ το Καφενείο να πούμε περισσότερα… 


Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία

Ποιος θα με πληροφορήσει, ποιος μπορεί να μου το πει,
πότε αυτό το Μαρκελέσι δρόμο άσφαλτο θα ιδεί;

  Έχει κι ο δρόμος προς το Μαρκελέσι τη δική του ιστορία και μάλιστα τώρα γράφεται ο δεύτερος τόμος, μιας και ξεκίνησε η ασφαλτόστρωσή του. Προέκυψαν, όμως, απορίες. Είχα την εντύπωση ότι η πρώτη εργολαβία θα έφτανε ως τη λίμνη. Μπορεί να το κατάλαβα εσφαλμένα, αλλά ουδείς άσφαλτος (καμιά σχέση με το ασφαλτοστρωμένος). Τώρα, μαθαίνω ότι θα φτάσει μέχρι εκεί που φαίνεται η λίμνη. Έγιναν ήδη τα χωματουργικά. Καλά κάνατε, παιδιά! Σκάψατε το εύκολο, σγαρλίσατε το σχεδόν έτοιμο και αφήσατε το υπόλοιπο δύσκολο και ασύμφορο. Μια ειδική διαδρομή μάς έμεινε, γιατί να μας τη χαλάσετε;

  Άλλη πληροφορία λέει ότι η δεύτερη εργολαβία θα ξεκινήσει την άνοιξη μετά τη βούλια και ότι το κομμάτι της βούλιας θα μείνει έτσι χαλικόδρομος, μέχρι να γίνουν γεωλογικές μελέτες (όπως άλλωστε έγιναν σε όλους τους αργιθεάτικους δρόμους…).

  Τέλος πάντων… Αυτά ας τα βρουν οι αρχές και οι εξουσίες, οι θρόνοι, δυνάμεις,  κυριότητες… (ήταν μην πάρω φόρα). Έχω αντιληφθεί από ετών ότι το Μαρκελέσι αποτελεί ένα ιδιαίτερο μέρος της Αργιθέας και καλό θα είναι να παραμείνει ιδιαίτερο.        

  Υποβάλλω δυο προτάσεις που θα διασφαλίσουν αυτή την ιδιαιτερότητα και θα φτάσει κι η άσφαλτος στον οικισμό. Πρώτη λύση είναι η παρδαλή άσφαλτος. Δηλαδή, ένα κομμάτι δρόμου να έχει άσφαλτο, το άλλο να παραμένει χωματόδρομος και να εναλλάσσονται έτσι τα κομμάτια του, δημιουργώντας κάτι πολύ πρωτότυπο… 

Η δεύτερη λύση είναι, αφού γίνουν τα χωματουργικά, να ασφαλτοστρώνεται η μία λωρίδα του δρόμου και η άλλη να παραμένει χωματόδρομος (για να μας φτάσει και η άσφαλτος…). Έτσι, κάθε οδηγός θα μπορεί να επιλέγει σε ποια λωρίδα επιθυμεί να οδηγεί. Εκτός αυτού, θα μπορούμε στη χωμάτινη λωρίδα να βλέπουμε κι αν πέρασαν 

αγριογούρουνα σια κάτ’ ή σι’ απάν.     

  Αγοραστέ, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν! Πάντως, με ρήματα στον ιστορικό ενεστώτα και με ονοματικές προτάσεις δε στρώνεται ο δρόμος… και πιστεύω καταλαβαίνεις γιατί το γράφω…    


Αιωνία η μνήμη, σεβαστέ μας παπα-Κώστα

  Στις 16 Οκτωβρίου εκοιμήθη ο σεβαστός σε όλους μας παπα-Κώστας Κωστακιώτης. 

Πλήρης ημερών ο ταπεινός λειτουργός του Υψίστου αναχώρησε απ’ τα επίγεια  σε ηλικία 101 ετών και εισήλθε στη θριαμβεύουσα εκκλησία μας. Πένθιμα η καμπάνα της εκκλησιάς του Αετοχωρίου, με την οποία συνέδεσε αφιερωματικά την ιεροσύνη του, ανάγγειλε τον επίλογο επί γης του αγαπητού και σεβαστού μας παπα-Κώστα και τον συνόδευσε αποχαιρετώντας στο τελευταίο του ταξίδι. 

48 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg  Ταυτίστηκε όλα τα χρόνια του βίου του με τον ιερό ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με τους ενορίτες του Αετοχωρίου που τον υπεραγαπούσαν, έζησε τις ιστορικές στιγμές του τόπου μας για έναν αιώνα. Προσέφερε αγόγγυστα τη διακονία του όχι μόνο στο Αετοχώρι αλλά επί πολλά χρόνια και στη Στεφανιάδα και στο Πετρωτό και όπου υπήρχε ανάγκη, οδοιπορώντας ώρες ολόκληρες με αντίξοες συνθήκες. Έχαιρε της εκτίμησης όλων που τον γνώρισαν, γαλήνευαν οι ψυχές όσων είχαν την τύχη να συμμετέχουν σε κάθε ιερή ακολουθία και μυστήριο που ιερουργούσε. Παράλληλα ήταν κι ένας ιδιαίτερα φιλοπρόοδος άνθρωπος, ο οποίος ζούσε τις δύσκολες συνθήκες ζωής της Αργιθέας  και των ανθρώπων της και προσπάθησε να τις βελτιώσει, παρεμβαίνοντας πάντα με πατρικό και αθόρυβο τρόπο όπου μπορούσε. Παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον κάθε έργο που γινόταν οπουδήποτε στην Αργιθέα και την ευρύτερη περιοχή. Γνώριζε όσο λίγοι την ιστορία και τους αγώνες του τόπου μας. 

  Καθένας μας ας κρατάει ως παρακαταθήκη τις ιδιαίτερες στιγμές που έζησε με τον παπα-Κώστα. Κάθε φορά που θα βρισκόμαστε στον περίβολο της εκκλησιάς μας εμείς οι Αετοχωρίτες, θα έρχεται νοερά πια η εικόνα που τον περιμέναμε να βγει να του φιλήσουμε το χέρι και να πάρουμε την ευλογία του.

  Η δική μας μαρτυρία ας ενδυναμώνει την παράκλησή μας προς τον Πανάγαθο να του χαρίσει τον παράδεισο κι από εκεί πια ο καλός μας παπα-Κώστας να εύχεται για όλους μας…  Αιωνία του η μνήμη!...   


Η κοινωνία των μανιταριών

   Ας δούμε κι άλλη μία φωτογραφία απ’ την κοινωνία των μανιταριών. Η φύση επιμένει να μας διδάσκει με πολλούς τρόπους, με τις εικόνες και τους ήχους της, ακόμη και με τη σιωπή της, αρκεί να είμαστε πρόθυμοι δέκτες αυτής της διδαχής της.

  Στις κοινωνίες και των πιο ταπεινών έμβιων όντων της (φυτών και ζώων), ας αναζητήσουμε παραδείγματα, ίσως και λύσεις για τη δική μας κοινωνία. Ας 48 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Γ.jpgκατανοήσουμε την ανάγκη της συνύπαρξης και της αλληλοπεριχώρησης. Ας επαναφέρουμε  στην κοινωνία μας  αληθινή  και  στην  κυριολεκτική  της  έννοια  την 

ε π ι κ ο ι ν ω ν ί α


9/11/2019


31.8.26

Ο Πέτρος και οι φίλοι του, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα κείμενο + AUDIOBOOK διαβάζει ο ίδιος

 

Ο Πέτρος και οι φίλοι του

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα

κείμενο + AUDIOBOOK

διαβάζει ο ίδιος



“Άντε εβίβα ρε παιδιά! Εβίβα και τούτο” φώναξε χτυπώντας δυνατά το υψωμένο ποτήρι του με τον απέναντί του στο τραπέζι. Ζαλισμένος πια απ΄ το πιοτό, μονολόγησε αναστενάζοντας ξανά για να τον ακούσει η αντροπαρέα του: “Αχ, δεν έχω σόι εγώ! Μ΄ έχουν όλοι τους ξεγράψει”.

Όμως, ενώ τα λόγια τούτα, ούτε καν τα πρόσεξαν οι φίλοι και ομοτράπεζοί του, ακούστηκαν, σαν καμπάνα μάλιστα, απ' την παρέα που 'κείνη τη στιγμή έμπαινε στην ταβέρνα. Συμπτωματικά - μα υπάρχουν άραγε συμπτώσεις; - ήταν η Μαριώ, η ανηψιά του, με τον άντρα της και δυο φιλικά τους ζευγάρια.

Ο Πέτρος ζούσε με το πιοτό απ' την εφηβεία του, την ταραγμένη εκείνη μεταπολεμική περίοδο της δύστυχης και μίζερης φτωχικής ζωής του. Ο γάμος του στο χωριό, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια, κι αυτός από συνοικέσιο, το γνωστό σύστημα δούναι-λαβείν, που δεν υπολόγιζε την άποψη του μέλλοντος γαμπρού, πόσο μάλλον της νύφης, έδειχνε πως δεν “κολλούσε”, δεν ταίριαζε, απ' την αρχή. Έτσι, η “κλίση” του προς το κρασί δυνάμωνε, θέριευε, με τα χρόνια. Ένιωθε πως απάλυνε τους χτύπους του ρολογιού που κυλούσαν ανούσια μέρα τη μέρα. Τώρα αρκούσε ακόμη και μια μισή για να φτιαχτεί, να “φύγει” απ' τα καθημερινά και τα ανούσια, όπως τουλάχιστον τα ΄βλεπε η απελπισμένη του ψυχή.

“Μ' έχουν όλοι τους ξεγράψει!”, τα λόγια αυτά μου τα μετέφερε η Μαριώ κι έμειναν μάλλον ξεχασμένα, μιας κι ο πόνος του άλλου δεν είναι δικός μας πόνος, κάπου πίσω στις “αποθήκες” του μυαλού μου.

.


.... ..... ......

   Πέρασαν κάπου δυο χρόνια από τότε, όταν μου 'ρθε η είδηση ότι τον χτύπησε η “επάρατος”, ξέρεις αυτή η ασθένεια που στο υποσυνείδητό μας πέρασε ως μια απαγορευμένη λέξη, μια λέξη “αποτρεπτικό ξόρκι” που δεν κάνει καν να την ψελίσεις... Τον είδα κάποιες φορές να κάθεται τις ανοιξιάτικες μέρες – τι αντίθεση όμως με τη βαριά του προσωπική βαρυχειμωνιά! - εκεί στη στενή βεράντα του διαμερίσματός του, βαρύτερος απ' ότι παλιά, καθότι δεν μπορούσε πια να κινηθεί, αλλά πολύ χλωμότερος, μ' αυτή την απαίσια κιτρινίλα που ο Χάρος “ζωγραφίζει” τους καλεσμένους του, ενώ ο “σκόλωψ” βαθιά μέσα του, στα “πλεμόνια”, όπως έλεγε η κυρά του, τον έτρωγε λίγο-λίγο. Όμως, δεν τον έβλεπα πάντα μόνο του.

Συχνά, πυκνά τον έβλεπα να παίζει τάβλι, με κάποιο νεότερό του, “ανεψιό από ξάδερφο” όπως λέει η πολύξερη κυρία Νίκη του ισογείου, η οποία, βρήκε κάτι καλύτερο από το κρασί για να απαλύνει το διάβα του χρόνου, την κοινωνική παρατήρηση και κριτική – κάποιοι κακεντρεχείς αυτό το λένε κουτσομπολιό. Να λοιπόν! Δεν τον έχουν ξεγράψει. Στην πραγματικότητα, όχι αυτή που βλέπουμε ζώντας στη δική μας, την εικονική, την υποκειμενική, την εγωκεντρική, αλλά στην ωμή πραγματικότητα, ο Πέτρος ξεγράφτηκε απ' τους “φίλους” του και τη ρέμπελη παρέα του, άλλωστε, τι θέση πια θα 'χε ανάμεσά τους κάποιος “με το 'να πόδι στον τάφο”; Όμως - τι παρήγορο στ' αλήθεια! - είχαν δώσει υπόσχεση αναμεταξύ τους να πάνε να τον αποχαιρετίσουν όταν θα 'ρχόταν η ώρα του!

Ίσως, σκέφτομαι τώρα που πέταξε ψηλά για πάντα, “φεύγοντας” για το τελευταίο “της ζωής του ταξίδιον” ο Πέτρος θα μονολογούσε: “ Αχ! Φίλους, μωρέ, δεν έχω, φίλους!”.


Από τη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου: Κυριακάτικο πρωινό στο πάρκο

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=dROONFLCaks


30.8.26

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας [Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας 

[Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.]

από τον  Κωνσταντίνο Οικονόμου


 Καινή και Ποσειδών

   Ένας άλλος γνωστός σημαντικός Λαπίθης βασιλιάς, ήταν ο Καινέας, που και σ’ αυτόν η Μοίρα του επιφύλαξε οικτρό τέλος, όπως τον Ιξίονα και τον Πειρίθου, γιατί κι αυτός προκάλεσε την «μήνιν», την οργή των θεών. Στα χρόνια που βασίλευε ο Πειρίθους στη Λάρισα, βασιλιάς στη  θεσσαλική Μαγνησία ήταν ο Έλατος. Αυτός απέκτησε γιο τον Πολύφημο και κόρη την Καινή. Αυτής της τελευταίας η ομορφιά ήταν τόσο ακαταμάχητη, που την ζήτησε ο θεός Ποσειδώνας. Εκείνη, επειδή δεν ήθελε να κάνει καθόλου παιδιά, προσποιήθηκε ότι δέχεται, ζητώντας του όμως για αντάλλαγμα να της ορκιστεί ότι θα της έκανα όποιο δώρο του ζητούσε. Όταν αυτός δέχτηκε και δέθηκε με τον όρκο του, εκείνη του αποκάλυψε ότι ήθελε να γίνει άνδρας και μάλιστα άτρωτος. Αυτός, παρ’ όλο που εξαπατήθηκε, αναγκάστηκε να τηρήσει τον όρκο του και να μεταμορφώσει την Καινή σε έναν ατρόμητο άνδρα με το όνομα Καινέας.
  Ο Καινέας χάρις στη μεγάλη του δύναμη γίνεται βασιλιάς των Λαπιθών και ηγείται του πολέμου εναντίον των Κενταύρων και καθώς μάλιστα είναι βέβαιος για την σωματική του ακεραιότητα, ορμάει με το κοντάρι του ανάμεσα στους Κενταύρους σκορπίζοντας το θάνατο, χωρίς κανένας απ’ αυτούς να μπορεί να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Οι Λαπίθες μετά απ’ αυτό θεοποίησαν τον Καινέα και οδήγησαν τον ίδιο στην «ύβρι», την αλαζονεία δηλαδή. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να στήσει το ανίκητο κοντάρι του στην αγορά και να διατάξει τον λαό του να προσκυνούν αυτόν και όχι πια τους ολύμπιους θεούς! Αυτό έφερε την οργισμένη αντίδραση των θεών και του ίδιου του Δία που, καθώς δε μπορούσαν να πάρουν πίσω το χάρισμά του και καθώς κανένα όπλο δεν μπορούσε να τον πληγώσει, ξεσήκωσαν τους Κενταύρους δίνοντάς τους την εντολή να χτυπήσουν με κορμούς δέντρων τον Καινέα και να τον βυθίσουν μέσα στη γη. 

   Πραγματικά οι Κένταυροι έκοψαν πανύψηλους κορμούς ελάτων από το Πήλιο και αφού τον περικύκλωσαν, άρχισαν να τον χτυπούν από μακριά στο κεφάλι, το ένα χτύπημα πάνω στ’ άλλο. Έτσι τον έχωσαν, τον σφήνωσαν μέσα στη γη και από πάνω έβαλαν έναν τεράστιο βράχο για σημάδι. Ο Καινέας, μη μπορώντας πια ούτε να κινηθεί, ούτε να αναπνεύσει, ξεψυχάει κάτω απ’ την επιφάνεια της γης.





29.8.26

Ο Αρίων Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

 

Ο Αρίων

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 32ο Δ. Σχ. Λάρισας, συγγραφέα

Will. Adol. Bouguereau (1825-1905): Arion on a SeaHorse(1855)

ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Αρίων ήταν ένας σπουδαίος λυρικός ποιητής από τα Μήθυμνα της Λέσβου. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Αρίωνα είναι λιγοστές και προέρχονται κυρίως από τον ιστορικό Ηρόδοτο. Δεν γνωρίζουμε καν το έτος γεννήσεως και θανάτου του. Τα περισσότερα που γράφτηκαν γι' αυτόν ανάγονται στη σφαίρα του ελληνικού Μύθου.

  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ο Αρίων έφυγε νωρίς από την πατρίδα του, τη Λέσβο, κι έζησε κοντά στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο (625 - 585 π.Χ.), όπως ήταν τότε η συνήθεια πολλών λυρικών ποιητών. Ήταν ο καλύτερος κιθαρωδός της εποχής του και συνεισέφερε στην εξέλιξη του διθυράμβου, του άσματος της διονυσιακής λατρείας, που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας. Ως ποιητής και συνθέτης έγραψε άσματα (διθυράμβους) και προοίμια (τους λεγόμενους κιθαρωδικούς κανόνες), από τα οποία, δυστυχώς, δεν σώθηκαν ούτε ένας στίχος.

Ο Αρίων σε νόμισμα του Τάραντα
   Ο ΜΥΘΟΣ: Για τη ζωή του υπάρχει μια ιστορία, που μοιάζει περισσότερο με παραμύθι και μας την κληροδότησε ο Ηρόδοτος. Κάποτε, ο Αρίων αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σικελία, με σκοπό την εμφάνισή του στην αυλή κάποιου τυράννου, για τα προς το ζην. Εκεί, αφού με την τέχνη του μάζεψε πολλά χρήματα και πλούτη, ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Από τη λακωνική αποικία της Μεγάλης Ελλάδας [Ν. Ιταλία], τον Τάραντα, επιβιβάστηκε σε ένα κορινθιακό πλοίο, μιας και δεν εμπιστευόταν άλλους ναυτικούς. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι ναύτες αποφάσισαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Αρίων προσφέρθηκε να τους δώσει περισσότερα χρήματα, όταν θα έφταναν στην Κόρινθο, για να σώσει τη ζωή του, αλλά μάταια. Τότε, τους παρακάλεσε να του κάνουν μια τελευταία χάρη. Να τον αφήσουν να τραγουδήσει παίζοντας και την κιθάρα του, λίγο πριν από το θάνατό του. Οι ναύτες δέχθηκαν.


Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
: Ο Αρίων, αφού φόρεσε τα επίσημά του ενδύματα, πήρε την κιθάρα στα χέρια του, στάθηκε μπροστά, στην πλώρη του καραβιού και τραγούδησε το λεγόμενο «όρθιο νόμο», έναν ύμνο προς τον θεό Απόλλωνα. Είχε σκοπό, όταν θα τέλειωνε το τραγούδι, να αυτοκτονήσει. Οι ναύτες χάρηκαν πολύ που θ’ άκουγαν τον πιο φημισμένο τότε τραγουδιστή του κόσμου και συγκεντρώθηκαν στη μέση του πλοίου για να τον απολαύσουν. Μόλις ο Αρίων τελείωσε το σκοπό του, έπεσε προς τη θάλασσα. Ένα δελφίνι, που εθεωρείτο το ιερό ζώο του Απόλλωνα, τον πήρε στη ράχη του και τον έβγαλε μετά από πολλές ώρες στο ακρωτήριο Ταίναρο της Νότιας Πελοποννήσου. Από εκεί, ο Αρίων πήγε πεζός στην Κόρινθο, όπου ανέφερε τα καθέκαστα στον Περίανδρο.

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ: Ο Περίανδρος, στην αρχή δεν θέλησε να πιστέψει λέξη από όσα άκουγε. Έτσι, τον φυλάκισε σε αυστηρή απομόνωση περιμένοντας να έρθει το πλοίο. Όταν έφτασε το πλοίο κάλεσε τους ναύτες να του πουν αν ήξεραν τίποτα για τον Αρίωνα. Εκείνοι του αποκρίθηκαν ότι τον είχαν δει στην Ιταλία, ότι ήταν καλά και ότι, όταν έφυγαν, τον άφησαν στον Τάραντα όπου, δήθεν, εργαζόταν. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε εμπρός τους ο Αρίων, ντυμένος όπως ήταν όταν είχε πέσει στη θάλασσα. Οι ναύτες, έκπληκτοι, δεν μπόρεσαν ν’ αρνηθούν τίποτα. Ο Περίανδρος, τότε, διέταξε τη σύλληψη των Κορίνθιων πειρατών και διέταξε το θάνατό τους.


Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΟΝΑ
: “Περίανδρος δὲ ἦν Κυψέλου παῖς, οὗτος ὁ τῷ Θρασυβούλῳ τὸ χρηστήριον μηνύσας. ἐτυράννευε δὲ ὁ Περίανδρος Κορίνθου· τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι, Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον, ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον, καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ. τοῦτον τὸν Ἀρίονα λέγουσι, τὸν πολλὸν τοῦ χρόνου διατρίβοντα παρὰ Περιάνδρῳ, ἐπιθυμῆσαι πλῶσαι ἐς Ἰταλίην τε καὶ Σικελίην, ἐργασάμενον δὲ χρήματα μεγάλα θελῆσαι ὀπίσω ἐς Κόρινθον ἀπικέσθαι. ὁρμᾶσθαι μέν νυν ἐκ Τάραντος, πιστεύοντα δὲ οὐδαμοῖσι μᾶλλον ἢ Κορινθίοισι μισθώσασθαι πλοῖον ἀνδρῶν Κορινθίων· τοὺς δὲ ἐν τῷ πελάγεϊ ἐπιβουλεύειν τὸν Ἀρίονα ἐκβαλόντας ἔχειν τὰ χρήματα· τὸν δὲ συνέντα τοῦτο λίσσεσθαι, χρήματα μέν σφι προϊέντα, ψυχὴν δὲ παραιτεόμενον. οὐκ ὦν δὴ πείθειν αὐτὸν τούτοισι, ἀλλὰ κελεύειν τοὺς πορθμέας ἢ αὐτὸν διαχρᾶσθαί μιν, ὡς ἂν ταφῆς ἐν γῇ τύχῃ, ἢ ἐκπηδᾶν ἐς τὴν θάλασσαν τὴν ταχίστην. ἀπειληθέντα δὲ τὸν Ἀρίονα ἐς ἀπορίην παραιτήσασθαι, ἐπειδή σφι οὕτω δοκέοι, περιιδεῖν αὐτὸν ἐν τῇ σκευῇ πάσῃ στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι ἀεῖσαι· ἀείσας δὲ ὑπεδέκετο ἑωυτὸν κατεργάσεσθαι. καὶ τοῖσι ἐσελθεῖν γὰρ ἡδονὴν εἰ μέλλοιεν ἀκούσεσθαι τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπων ἀοιδοῦ, ἀναχωρῆσαι ἐκ τῆς πρύμνης ἐς μέσην νέα. τὸν δὲ ἐνδύντα τε πᾶσαν τὴν σκευὴν καὶ λαβόντα τὴν κιθάρην, στάντα ἐν τοῖσι ἑδωλίοισι διεξελθεῖν νόμον τὸν ὄρθιον, τελευτῶντος δὲ τοῦ νόμου ῥῖψαί μιν ἐς τὴν θάλασσαν ἑωυτὸν ὡς εἶχε σὺν τῇ σκευῇ πάσῃ. καὶ τοὺς μὲν ἀποπλέειν ἐς Κόρινθον, τὸν δὲ δελφῖνα λέγουσι ὑπολαβόντα ἐξενεῖκαι ἐπὶ Ταίναρον. ἀποβάντα δὲ αὐτὸν χωρέειν ἐς Κόρινθον σὺν τῇ σκευῇ καὶ ἀπικόμενον ἀπηγέεσθαι πᾶν τὸ γεγονός. Περίανδρον δὲ ὑπὸ ἀπιστίης Ἀρίονα μὲν ἐν φυλακῇ ἔχειν οὐδαμῇ μετιέντα, ἀνακῶς δὲ ἔχειν τῶν πορθμέων· ὡς δὲ ἄρα παρεῖναι αὐτούς, κληθέντας ἱστορέεσθαι εἴ τι λέγοιεν περὶ Ἀρίονος. φαμένων δὲ ἐκείνων ὡς εἴη τε σῶς περὶ Ἰταλίην καί μιν εὖ πρήσσοντα λίποιεν ἐν Τάραντι, ἐπιφανῆναί σφι τὸν Ἀρίονα ὥσπερ ἔχων ἐξεπήδησε· καὶ τοὺς ἐκπλαγέντας οὐκ ἔχειν ἔτι ἐλεγχομένους ἀρνέεσθαι. ταῦτα μέν νυν Κορίνθιοί τε καὶ Λέσβιοι λέγουσι, καὶ Ἀρίονος ἔστι ἀνάθημα χάλκεον οὐ μέγα ἐπὶ Ταινάρῳ, ἐπὶ δελφῖνος ἐπεὼν ἄνθρωπος. “[Ηροδότου Ιστ. 1.23.1-1.24.8].

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com


Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

   Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=cyCB2GpRhe8


Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης. Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



  ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Αγκαίος, ήταν ένα μάλλον ιστορικό πρόσωπο από την Τεγέα, γιος του βασιλιά των Αρκάδων Λυκούργου και εγγονός του ονοματοδότη της γειτονικής Αλέας, Αλεού. Αδελφός του ήταν ο επίσης Αρκάδας βασιλιάς Έποχος. Ο γιός του Αγκαίου, ο Αγαπήνωρ, βασίλευσε στην Αρκαδία κατά την περίοδο του Τρωικού πολέμου και ήταν ο αρχηγός των Αρκάδων και των Στυμφαλίων στην εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ: Ο Αγκαίος, παρόλο που καταγόταν από βασιλική οικογένεια, δεν είχε τις βασιλικές σκοτούρες ως δευτερότοκος και ήταν φυσικό να το είχε ρίξει στο κυνήγι της περιπέτειας. Γι’ αυτό πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με τον αδελφό του τον Αμφιδάμαντα αλλά και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου.

ΥΠΕΡΟΨΙΑ: Ο Αγκαίος φέρεται από μερίδα μυθικών συγγραφέων ως ο πρώτος που καλλιέργησε αμπέλια στην Πελοπόννησο. Αναφέρεται όμως επίσης ότι η δόξα που είχε αποκτήσει ως Αργοναύτης, τον έκανε να συμπεριφέρεται υπεροπτικά και άσχημα σε όσους δούλευαν στα κτήματά του. Τους μιλούσε συχνά με λόγια προσβλητικά, τους ταπείνωνε χτυπώντας τους για ασήμαντα ζητήματα, ενώ τους πίεζε με ένταση στη δουλειά. Κάποιος γέροντας δούλος, λοιπόν, που δεν άντεχε άλλο την καταπίεση του Αγκαίου, την ώρα του τρύγου, τον καταράστηκε να μην προφτάσει να πιει κρασί από τη νέα σοδειά του. Ο Αγκαίος το άκουσε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Όταν ήρθε η εποχή, ο Αγκαίος άνοιξε τους πίθους με το νέο κρασί και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να πιει το πρώτο ποτήρι από το νέο κρασί, είπε να του φωνάξουν το γέρο δούλο και τον ειρωνεύτηκε δημόσια για τις μάταιες κατάρες του.

  ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ: Εκείνος όμως ο σοφός γέροντας του απάντησε με μια φράση, που έκτοτε έμεινε παροιμιώδης: "Πολλά πέλει μεταξύ κύλικος και χείλεος άκρου", δηλαδή: “υπάρχει μεγάλη απόσταση από το ποτήρι μέχρι τα χείλια”! Πράγματι εκείνη τη στιγμή έφτασε είδηση για την καταστροφή του αμπελώνα του Αγκαίου από κάποιον μεγάλο και άγριο κάπρο. Ο Αγκαίος, έχοντας την εμπειρία από παρόμοια κυνήγια, άφησε κάτω το ποτήρι με το κρασί και έτρεξε μαζί με άλλους να σκοτώσει τον κάπρο, αλλά τελικά το αγριογούρουνο του επετέθη, τον έριξε κάτω και τελικά ο “σίγουρος για τον εαυτό του” Αργοναύτης, ο επηρμένος από την ''ύβριν'' του, κατασπαράχτηκε απ` αυτόν. Έτσι η κατάρα του ταλαιπωρημένου δούλου έπιασε και ο Αγκαίος δεν ήπιε ποτέ από το καινούργιο κρασί του!

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


23.8.26

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna - από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Μια φτωχή πολύτεκνη μετανάστις στην Αμερική και το δώρο του γιου της λίγο πριν το θάνατό της! Μάικλ Ντάγκλας και Bryna

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου




   Το όνομα της γυναίκας ήταν Μπράινα. Μια απλή Εβραία της διασποράς. Ξεκίνησε από μια μικρή πόλη στα σύνορα Λευκορωσίας και Πολωνίας. Πέρασε έναν ωκεανό χωρίς τίποτα, χωρίς να έχει πάει σχολείο, χωρίς αγγλικά, χωρίς εγγύηση για τίποτα, απλά και μόνο με ένα εισιτήριο που της αγόρασε ένας άντρας, ο νόμιμος σύζυγός της με το όνομα Χέρσελ. Αυτός της είχε υποσχεθεί μια καλύτερη ζωή στην Αμερική.

   Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Άμστερνταμ της Νέας Υόρκης, μια συνοικία εργατών, διάσπαρτη με μύλους, μακριά από τα όνειρα που είχε κουβαλήσει, μακριά από εκείνο που ήλπιζε πως θα ερχόταν, γιατί η καλύτερη ζωή δεν ήρθε ποτέ. Εκείνος, ο Χέρσελ, μάζευε κουρέλια και σκουπίδια για να ζήσει. Τα λιγοστά που κέρδιζε, εξαφανίζονταν πολύ γρήγορα στη χαρτοπαιξία και το αλκοόλ. Ήταν μαζί της σκληρός και αδιάφορος, ένας τύπος που απλώς ύψωνε για ασήμαντο λόγο τη φωνή του, συνεχώς. Η Μπράινα μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη της. Έξι κόρες και ένα γιο!

Ήταν σε ένα σπίτι που πάντα κυριαρχούσε η πείνα. Ο άντρας τη φώναζε συνέχεια ''έι εσύ!'', ούτε καν την ονομάτιζε. Είπαμε ότι δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει, αλλά για να βγάζει ένα γλισχρό εισόδημα έπαιρνε ρούχα για να πλένει, έτριβε πατώματα, και όταν δεν έφταναν τα χρήματα ούτε για φαγητό, πήγαινε μέχρι το γειτονικό Εβραίο χασάπη, Εβραία και ίδια, με μια αξιοπρεπή παράκληση ίδια κάθε φορά.

«Κύριε, τα κόκαλα που δεν χρειάζεσαι, μπορώ να τα πάρω;» Πρόθυμα εκείνος της έδινε τα άχρηστα για εκείνον κόκαλα και εκείνη τα έβραζε για ώρες. Εκείνη η αραιή σούπα τροφοδοτούσε την οικογένεια για μέρες. Ο μικρότερος γιος, ο μοναδικός της, ο Ίσουρ, ή όπως τον φωνάζαν όλοι ο Ίζη, τα παρακολουθούσε όλα αυτά. Έβλεπε με τα παιδικά του μάτια τη μάνα του να παλεύει για αυτούς, με ό,τι είχε και και δεν είχε. Κάποια μέρα της είπε ξαφνικά ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. Εκείνη δεν γέλασε, δεν του είπε να κάνει κάποιο πιο πρακτικό επάγγελμα. Έτσι της έλεγε λοιπόν αυτό το φτωχό αγοράκι, με τα κουρέλια του, κάνοντας τα σχέδια του, με το παιδικό του μυαλό, για μια πόλη που καλά-καλά δεν την γνώριζε.

   Λίγα χρόνια αργότερα ο Ίζη έφυγε, πάλεψε, άνοιξε δρόμο με νύχια και δόντια και τελικά ο κόσμος τον γνώρισε με το όνομά του, σαν Κέρκ Ντάγκλας, έναν από τους μεγαλύτερους ιστορικούς σταρ της χρυσής εποχής - δεκαετία 1960 - του Χόλυγουντ. Οι τίτλοι και οι ρόλοι που έπαιξε όλο και κάτι μας θυμίζουν: ''Σπάρτακος, Οι δρόμοι της δόξας, Πόθοι για ζωή'', κ.ά.

   Ήταν πια ένα όνομα θρύλος, αλλά ποτέ δεν ξέχασε εκείνη τη σούπα με τα κόκαλα με την οποία μεγάλωσε. Ποτέ δεν ξέχασε την Μπράινα, τη μητέρα του, τη γυναίκα που την έφτιαχνε. Όταν ο Κερκ ίδρυσε τη δική του εταιρεία, παραγωγής ταινιών, δεν την ονόμασε με κάποιο λαμπερό όνομα άλλο ούτε με το δικό του.

  Την ονόμασε Bryna [Μπράινα] Productions, προς τιμήν της. Τη χρονιά 1958 η Bryna Productions κυκλοφόρησε τους ''Βίκινγκς'', μια από τις καλύτερες επικές πολεμικές ταινίες εκείνης της χρονιάς. Ο Κέρκ είχε κάτι, μια έκπληξη, που έπρεπε να δείξει τη μητέρα του. Έτσι την πήρε μαζί του και πήγαν στην ονομαστή πλατεία της Νέας Υόρκης, την Time Square.

   Μέσα σε όλα εκείνα τα φώτα, εκείνο το θόρυβο, το αδιανόητο αμερικάνικο υπερθέαμα, στάθηκε μπροστά σε μια τεράστια πινακίδα και της έδειξε κάτι. Τι έγραφε αυτή η πινακίδα; ''Bryna presents the Vikings''. Το όνομά της τεράστιο, φωτεινό, με φώτα από νέον που αναβόσβηναν! Η γυναίκα εκείνη που δεν είχε ποτέ της μάθει να διαβάζει, έβλεπε μπροστά της, επιβλητικό, τεράστιο, το όνομά της, το έβλεπε να στέκει εκεί στην Τime Square και έκλαιγε. Αυτή τη φορά όχι από πόνο, από στεναχώριες, από θλίψεις, αλλά, για μια φορά, από χαρά.

  Μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο του 1958, η Μπράινα πέθανε ήσυχα με το γιο της στο πλευρό. Οι τελευταίες λέξεις προς αυτόν δεν έκρυβαν φόβο ή λύπη. Ήταν το ένστικτο μιας μητέρας μέχρι την τελευταία τη στιγμή. «Ίζη, γιε μου, μη φοβάσαι. Αυτό συμβαίνει σε όλους. Έτσι είναι ο θάνατος.” Ακόμα και την ώρα που πέθαινε προσπαθούσε να τον προστατεύσει. Ο Κερκ έζησε 103 χρόνια. Σταρ του Hollywood, φιλάνθρωπος, πατέρας του γνωστού ηθοποιού Michael Douglas, κατόρθωσε τόσο σπουδαία πράγματα, που, εκείνο το αγόρι που έτρωγε σούπα από κόκαλα, δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί.

   Έτσι, από τότε κάθε ταινία που ανέφερε στην παραγωγή ''a Bryan production'' ήταν μια αναφορά, ένα γράμμα αγάπης, γραμμένο με φώτα, από ένα γιο, που ποτέ δεν ξέχασε την υπερπολύτεκνη βασανισμένη μητέρα του. Μια μητέρα που τροφοδοτούσε μια ολόκληρη οικογένεια με κόκαλα και κατάφερε τελικά να βρει αρκετή αγάπη και αναγνώριση, έστω, στο ηλιοβασίλεμα της ζωής της. Σίγουρα άξιζε με το παραπάνω να έχει το όνομά της εκεί, ψηλά στα φώτα.

Κι ο μικρός της γιός φρόντισε να ζήσει, για να το δει.



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Από τη γενιά του Αιόλου στο Φρίξο και την Έλλη [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 9.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

  Από τη γενιά του Αιόλου στο Φρίξο και την Έλλη [Θεσσαλική Ιστορία και Μύθος 9.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου     Σίσυφος , Ιξίων ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....