Ετικέτες - θέματα

26.9.26

Ο Άγιος Μάρτυς Θεόδωρος Γαβράς [2.10.1164] και η Οικογένεια των Γαβράδων από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Μάρτυς Θεόδωρος Γαβράς [2.10.1164]

και η Οικογένεια των Γαβράδων

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


“Θεοδώρων ὕστατος Γαβρᾶς μαρτύρων,
Σπεύσας στεφάνων, ἠξιώθη τῶν ἴσων,
Δευτερίῃ Θεόδωρος ἔτλῃ πῦρ, γηθόσυνος κήρ”


  Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΓΑΒΡΑΔΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ: Η αριστοκρατική οικογένεια των Γαβράδων καταγόταν από το ανατολικό τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τη Χαλδία του Ποντου. Οι πρώτοι εκπρόσωποί της εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα. Τα μέλη αυτής της οικογένειας είχαν κατά παράδοση δεσμούς με το στρατό. Αντίθετα με άλλες βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες της Μεσοβυζαντινής περιόδου, η οικογένεια των Γαβράδων δεν εξαφανίστηκε με την επέκταση των Σελτζούκων Τούρκων. Από τα τέλη του 11ου αιώνα, όταν το Βυζάντιο άρχισε να χάνει τις μικρασιατικές επαρχίες του, τα μέλη της οικογένειας των Γαβράδων άλλοτε εντάσσονταν στην υπηρεσία των νέων ηγεμόνων –των Σελτζούκων– κι άλλοτε παρέμεναν πιστά στο Βυζάντιο και πρόβαλλαν αντίσταση στους Σελτζούκους. Κατά περιόδους διοικούσαν αυτόνομα τις περιοχές του θέματος Χαλδίας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Μετά την ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ορισμένα μέλη της οικογένειας των Γαβράδων παρέμειναν στο νέο κράτος, υπό την ηγεμονία των Μεγαλοκομνηνών. Κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο (μέχρι τον 15ο αι.) το επώνυμο αυτό αναφέρεται και στα βαλκανικά εδάφη του Βυζαντίου. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι οι Γαβράδες ήταν αρμενικής καταγωγής. Πάντως η ετυμολογία του επωνύμου δείχνει ότι το όνομα Γαβράς, συναντάται στην περσική και τουρκική γλώσσα και χαρακτηρίζει τον ξένο, τον χριστιανό, τον άπιστο στο μουσουλμανικό περιβάλλον1. Η καταγωγή της οικογενείας φαίνεται πως ήταν από τη Χαλδία και την Τραπεζούντα. Από τότε που χρονολογούνται τα πρώτα στοιχεία για την οικογένεια [10ος αι.], τα μέλη της μνημονεύονται ως ικανοί ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού. Συχνά εκπρόσωποί της εμφανίζονταν συχνά να αποστατούν από την κεντρική βυζαντινή διοίκηση.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ: Ο πρώτος γνωστός Γαβράς, ο Κωνσταντίνος, έλαβε μέρος στην επανάσταση του Βάρδα Σκληρού (976-979) κατά του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου και σκοτώθηκε το 979, πιθανό στη σύγκρουση με τον αυτοκρατορικό στρατό2. Ένας άλλος Γαβράς3, πατρίκιος μάλιστα, έλαβε μέρος στον πόλεμο στα Βαλκάνια μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων. Στη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Δ΄ (1034-1041) μνημονεύεται κάποιος Μιχαήλ Γαβράς μεταξύ των στρατιωτικών διοικητών που στασίασαν εναντίον του αδελφού του αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου. Η συνωμοσία, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γρηγόριος Ταρωνίτης, οργανώθηκε στο θέμα των Ανατολικών. Όταν η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, ο Γαβράς τυφλώθηκε μαζί με συνεργάτες του (1040)4. Στην εποχή των Κομνηνών, ορισμένοι γόνοι της οικογένειας των Γαβράδων ασκούσαν τα καθήκοντα είτε του δούκα της Χαλδίας είτε του δούκα της Τραπεζούντας.

Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ: Ο σπουδαιότερος των Γαβράδων της εποχής αυτής ήταν ο Θεόδωρος, που διακρίθηκε ιδιαίτερα στα πεδία των μαχών. Μέσω του Θεοδώρου πιθανότατα η οικογένεια των Γαβράδων απέκτησε δεσμούς αγχιστείας με την οικογένεια των Ταρωνιτών και τους Κομνηνούς5. Ο Θεόδωρος Γαβράς έλαβε μέρος ως στρατηγός στις μάχες εναντίον των Σελτζούκων. Μετά την απελευθέρωση της Τραπεζούντας (1075) εγκατέλειψε το αξίωμα του δούκα της Χαλδίας και αποσύρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), αναβαθμίστηκε σε δούκα της Τραπεζούντας. Η τοποθέτηση αυτή έγινε πρώτον ως αποτέλεσμα της ανάγκης να ανατεθεί η άμυνα της Χαλδίας και της πρωτεύουσάς της Τραπεζούντας σε ικανό στρατηγό με επιρροή στα τοπικά πράγματα και δεύτερον επειδή ο Αλέξιος Α΄ επιθυμούσε να απομακρύνει το Θεόδωρο Γαβρά από την πρωτεύουσα, καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη στη νομιμοφροσύνη του6. Για να σιγουρευτεί μάλιστα ο Αλέξιος κράτησε στην Κωνσταντινούπολη όμηρο το γιο του Θεοδώρου, το Γρηγόριο Γαβρά. Ο Θεόδωρος Γαβράς ηγήθηκε με επιτυχία των πολέμων εναντίον των Τούρκων στην περιοχή της Χαλδίας, όμως αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στη Θεοδοσιούπολη. Μετά το μαρτυρικό θάνατό του, το 1098, ανακηρύχθηκε άγιος. Αργότερα ο Κωνσταντίνος Γαβράς, ανιψιός (ή γιος) του Θεοδώρου, μετέφερε τα λείψανά του στην Τραπεζούντα, στην εκκλησία που ήταν αφιερωμένη σε αυτόν7.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΑΒΡΑΣ: Επιτυχή στρατιωτική σταδιοδρομία είχε και ο προαναφερθείς Κωνσταντίνος Γαβράς. Άρχισε την υπηρεσία του την εποχή του Αλεξίου Α΄, ο οποίος τον διόρισε στρατηγό Φιλαδελφείας. Στη διάρκεια της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1119-1143) φέρεται ως δούκας της Χαλδίας [1119-1140]. Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια διοικούσε τη Χαλδία αυτόνομα και ανεξάρτητα από τον αυτοκράτορα.Ο Ιωάννης Β΄ κατόρθωσε να νικήσει αυτό τον απείθαρχο Γαβρά το 1140, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε άλλο από τη μετέπειτα δράση του Κων/νου Γαβρά.

ΤΑ ΕΠΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΓΑΒΡΑΔΩΝ: Τα κατορθώματα των Γαβράδων, ιδίως του Θεοδώρου και του Κωνσταντίνου, ενέπνευσαν μια σειρά επικών τραγουδιών στην περιοχή του Πόντου. Η παράδοση αυτή δε έχει διασωθεί, καθώς η σωζόμενη σήμερα εκδοχή του Άσματος του Γαβρά προέρχεται από το Έπος του Διγενή Ακρίτα και τη Χρονική Σύνοψη του Κωνσταντίνου Μανασσή, ενώ η σύνθεσή του ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη όμως μιας μεσαιωνικής επικής παράδοσης σχετικά με τους Γαβράδες δεν αμφισβητείται από τους ιστορικούς μελετητές8.

ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΕΛΤΖΟΥΚΩΝ: Πολλοί από την οικογένεια των Γαβράδων εντάχτηκαν στη νέα ανερχόμενη δύναμη των διαφόρων Σελτζούκικων κρατών [Ικονίου ή Ρουμ, κ.ά.]. Από το 13ο αιώνα είναι γνωστός ο χριστιανός αριστοκράτης Τζοβάνι ντε Γκάβρα (ή Γαβράς), ο οποίος βρισκόταν στην υπηρεσία του σουλτάνου του Ικονίου Kaykubad Α΄ (1219-1236). Ήταν Σελτζούκος πρεσβευτής στην Ευρώπη στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων το 1234. Κατά την παραμονή του στη Δύση συναντήθηκε με τον πάπα Γρηγόριο Θ΄ (1227-1241) και με το Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄ (1212-1250). Μερικοί από την οικογένεια των Γαβράδων αλλαξοπίστησαν και πολέμησαν κατά του Βυζαντίου. Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος Γαβράς, ο Μιχαήλ, υπηρετούσε πιστά το συγγενή του Μανουήλ Α΄. Στην αρχή βρέθηκε στα δυτικά τμήματα της αυτοκρατορίας, όπου ως δούκας του Σιρμίου έλαβε μέρος στις μάχες με τους Ούγγρους. Αργότερα ο αυτοκράτορας τον έστειλε στην Ανατολή. Το 1175 ο στρατηγός αυτός όμως παρέδωσε την Αμάσεια στους Σελτζούκους και για το λόγο αυτό φυλακίστηκε.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, δημιουργήθηκαν νέα ελληνικά και λατινικά κρατίδια. Όμως, λίγο πριν από την άλωση, οι γιοι του Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού [Μεγάλοι Κομνηνοί], ίδρυσαν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στις ΝΑ ακτές του Ευξ. Πόντου. Ένας από αυτούς διορίστηκε την ίδια περίοδο διοικητής της Σινώπης, την οποία οι Μεγάλοι Κομνηνοί απελευθέρωσαν από τους Τούρκους περίπου το 1254.

Από τα τέλη του 13ου αιώνα εμφανίζονται στις πηγές προσωπικότητες με το επώνυμο Γαβράς για τους οποίους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να λεχθεί ότι ανήκουν στα επιφανή στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας. Ο πιο γνωστός μεταξύ των Γαβράδων του ύστερου Βυζαντίου ήταν ο Μιχαήλ Γαβράς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αλληλογραφία με τους συγχρόνους του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Νικηφόρος Χούμνος, ο Ιωάννης Γλυκύς, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός (1347-1354) και άλλοι10.


Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ


   ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
: Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Γαβράς, γεννήθηκε κατά τον 10ο αιώνα στην Άτρα του Θέματος Χαλδίας του Πόντου. Η περιοχή του Πόντου ήταν τότε χωρισμένη σε τρία θέματα. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και ένδοξοι, πλούσιοι και τιμημένοι με αξιώματα από την Αυτοκρατορία και ξεχώριζαν ως οικογένεια στα Θέματα Χαλδίας και το γειτονικό και νοτιότερο της Κολωνείας (Καρά Χισσάρ). Από τέτοιους καλούς γονείς γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Θεόδωρος, ακολουθώντας τις συμβουλές και τις παραινέσεις τους, ώστε να ξεχωρίσει και ο ίδιος στην ευσέβεια, τη μόρφωση και την ανδρεία! Ο Θεόδωρος όταν ενηλικιώθηκε έγινε ο μεγαλύτερος και ανυποχώρητος φραγμός για τους μωαμεθανούς Σελτζούκους, τους εχθρούς του Χριστού και της Πατρίδας μας, υπερασπιζόμενος πάντα με ανδρεία και τόλμη κάθε σπιθαμή γης του Βυζαντίου.

ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ: Υπήρξε όμως παράλληλα και ένας ευεργέτης των φτωχών και καταφυγή των αδικημένων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός στρατιώτη, που άρπαξε ένα τσαμπί σταφύλι από μια φτωχή γυναίκα και το έφαγε μπροστά της, αφήνοντάς την νηστική, καθώς εκείνο ήταν η μόνη τροφή της. Μόλις το έμαθε ο Άγιος, έδωσε αμέσως διαταγή να συλληφθεί ο αφιλότιμος εκείνος στρατιώτης και να τιμωρηθεί με ξυλοδαρμό στο μέσο της πόλης, ως παράδειγμα προς αποφυγήν, προς όλους όσους θα τολμούσαν στον μέλλον να παραβούν την εντολή της αγάπης και του σεβασμού των άλλων και ιδίως των φτωχών! Τέτοια μεγάλη σημασία έδινε και γι’ αυτό επί των ημερών του βασίλευε στην Τραπεζούντα και ολόκληρη τη Χαλδία η κοινωνική ειρήνη, η δικαιοσύνη και η ευταξία.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΕΛΤΖΟΥΚΟΥΣ: Το 1.164 μ.Χ., επί βασιλείας Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού (1143-1180), ο Σελτζούκος Αμηράς της Μελιτινής Αχμέκ Μελίκ, έχοντας σύμμαχο τον αποστάτη Ανδρόνικο Κομνηνό (μετέπειτα αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ 1183-1185) εξεστράτευσε κατά της Σεβάστειας, Καισάρειας, Κολωνείας και Νικοπόλεως. Τότε ο Άγιος Θεόδωρος ο Γαβράς, ως στρατηγός και ηγεμόνας της Τραπεζούντας και Κολωνείας, υπερασπίστηκε τις πόλεις του με μεγάλη τόλμη και θάρρος και έχοντας τις ελπίδες στον Χριστό, αντεπιτέθηκε με ακάθεκτη ορμή επί των εχθρών, εξολοθρεύοντας πολλούς στρατιώτες αλλά και αξιωματικούς του Μελίκ.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΡΚΟΥΣ: Μετά όμως από την επιτυχία του αυτή, συνελήφθη αιχμάλωτος από έναν άλλο στρατηγό του Μελίκ, που λεγόταν Αμυράλης, άγριο και φοβερό, ο οποίος προσπάθησε να αναγκάσει τον Άγιο να ασπασθεί την ασεβή θρησκεία των Αγαρηνών. Ο Αμυράλης, του έταξε μάλιστα βασιλικές τιμές και δόξες εάν δεχόταν, και σκληρότατα βασανιστήρια εάν αρνιόταν! Όμως ο Άγιος, που ποθούσε να μαρτυρήσει για την Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού μας, γέμισε από Θεία Χάρη, και έχοντας την προαίρεση του μάρτυρα, πήρε θάρρος και δύναμη. Έτσι, όχι μόνο δεν φοβήθηκε αν και αιχμάλωτος τους απίστους, αλλά άρχισε να κηρύττει τον Χριστό, ως Υιόν του Θεού και Θεό αληθινό, λέγοντας με μεγάλη φωνή, σύμφωνα με τον συναξαριστή του: “Τίποτα από τα επίγεια δεν με δελεάζει και δεν με αποσπά από την επιθυμία του να πάθω για τον Χριστό! Γιατί μου υπόσχεσαι δόξα, της οποίας δεν είσαι κύριος; Τι είναι αυτά που μου δίνεις, τα οποία εσύ σε λίγο θα εγκαταλείψεις; Γιατί με απειλείς με φοβερό θάνατο, ο οποίος σε σένα μάλλον θα είναι φοβερός; Διότι σε μένα είναι ευχάριστο το να είμαι με τον Χριστό, αλλά φοβερό το να χωριστώ από Εκείνον. Εάν γνώριζες την άπειρη συγκατάβαση του Υψίστου προς τους ανθρώπους, δε θα γινόσουν ποτέ πολέμιος των Χριστιανών, ώστε να τους παραδίδεις σε φωτιά και σίδηρο, γιατί αυτοί έτσι θα πετύχουν των ουρανίων αγαθών και θα ευφραίνονται, εσύ όμως θα ριχτείς στη γέενναν του πυρός. Εγκατάλειψε λοιπόν την πλάνη σου, πίστευσε στον Υιόν του Θεού, ο οποίος το πανάχραντο αίμα Του έχυσε επί του Σταυρού, για να σε λύσει από τα δεσμά της πλάνης! Και μην προτιμήσεις τα χειρότερα αντί των καλυτέρων, και λογικός όντας των αλόγων, από μόνος σου αποδειχθείς αλογώτερος, ώστε και του αιωνίου πυρός να γίνεις μέτοχος”.

ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Με αυτά τα λόγια όμως, όχι μόνο δεν μαλάκωσε η σκληρή ψυχή του τυράννου, αλλά ερεθίστηκε περισσότερο και παραλόγισε. Έτσι, γεμάτος ταραχή και οργή, διέταξε να επιβάλλουν σκληρότατα μαρτύρια στον Άγιο Θεόδωρο τον Γαβρά. Πρώτα άπλωσαν τον Μάρτυρα μπρούμυτα πάνω στο χιόνι και τον μαστίγωσαν πολλές φορές στη ράχη, πιστεύοντας ο τύραννος ότι έτσι ίσως τον μετέστρεφε από την ορθή πίστη. Όμως, ο Μάρτυς διέψευσε τους πόθους του και με στεντορεία φωνή κήρυττε τον Χριστό και επικαλείτο τη θεία βοήθεια λέγοντας: “Σε ευχαριστών, Βασιλεύ ύψιστε, Υιέ και Λόγε του Θεού, ότι ανάξιον όντα, με καταξίωσες να εισέλθω στο στάδιο της αθλήσεως. Ενίσχυσέ με τώρα να γίνω θυσία ευπρόσδεκτη ενώπιόν Σου, που ακόμη και πάνω στο ξύλο άπλωσες από αγαθότητα τις παλάμες σου για την δική μας Σωτηρία. Ευδόκησε, Βασιλεύ Άγιε, με τη θεία Σου αντίληψη, να γίνω μέτοχος της επουρανίους Σου Βασιλείας.” Καθώς είπε αυτά ο Άγιος, σε τέτοια παραφροσύνη οδηγήθηκε ο τούρκος, ώστε να προστάξει να κατακομματιάσουν μπροστά στα μάτια του τον Άγιο μάρτυρα! Έτσι, κατέκοψαν την γλώσσα του πρώτα κι έπειτα κατά σειρά, έβγαλαν ανηλεώς τα μάτια του, έγδαραν το δέρμα του κεφαλιού, των χεριών και των ποδιών του και στο τέλος, αφού του αφαίρεσαν κάθε άλλο μέλος, τον παρέδωσαν στη φωτιά, ενώ ακόμη εκείνος ζούσε! Και όταν η θεορρήμονα αυτού γλώσσα κοβόταν, ο Άγιος δεν σταματούσε να δοξολογεί τον Θεό, στον οποίον και την προσέφερε σαν το καλύτερο δώρο. Και όταν, τέλος, ακρωτηριαζόμενος στερήθηκε χειρών και ποδιών και όλων των άλλων μελών του σώματός του, ευχαριστώντας τον Θεό ψιθύριζε: “Ως βότρυς (τσαμπί) ευφρόσυνος, εκ κλήματος αμπέλου αποτεμνόμενος, προσφέρομαι τω Θεώ!” Όταν έριξαν τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα στη φωτιά, όπως ακριβώς παλαιότερα οι Τρεις Παίδες την κάμινο εις δρόσο μετέβαλαν και δοξολογούσαν τον Θεό, έτσι και ο Άγιος, όμοια με εκείνους, καθώς βρέθηκε εν τω μέσω του πυρός, έδειξε καρτερία σαν να δροσιζόταν, παραδόξως υμνούσε την φιλανθρωπία του Υψίστου και καθώς με άυλα πια μάτια έβλεπε τον φωτοδότη Χριστό, αγαλλόμενος έψαλλε: “ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον!” Έτσι έφτασε ον αντίπαλο καταπάλαιψε και το στέφανο του μαρτυρίου ενεδύθη, στις 2 Οκτωβρίου 1.164 μ.Χ. στην Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).

Η ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ – ΘΑΥΜΑΤΑ: Την τιμία του κεφαλή, ο τύραννος, από καταφρόνηση, την μετέτρεψε σε σχήμα ποτηριού και την περιέβαλε με χρυσό! Και αυτό γιατί θαύμασε την καρτερία του Αγίου! Και όπως λέει και το σχετικό κάθισμα, ο βάρβαρος Τούρκος χρησιμοποιούσε αυτή την αγία κάρα του Μεγαλομάρτυρα, σε συμπόσια και πόσεις, ξεπερνώντας κάθε βαρβαρότητα: “τὴν κάραν σου σοφέ, τοῦ Χριστοῦ στρατιῶτα, ὁ τύραννος σκευήν, ποτηρίου ποιήσας, αὐτὴν εἰς συμπόσια τὰ αὐτοῦ προσεφέρετο, ἣν κατέλιπες ἐν τῷ κόσμῳ παμμάκαρ, καὶ ἀπέτεμες, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνόμων, Θεόδωρε πάνσοφε.” Αργότερα η κάρα του Αγίου επιτέλεσε πολλά θαύματα στην Θεοδοσιούπολη, όπου και ο Άγιος μαρτύρησε, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στην Τραπεζούντα, από τον πρωτοσέβαστο Κωνσταντίνο, ανηψιό του Μεγαλομάρτυρα, ο οποίος και τον Αμηρά σκότωσε πολεμώντας στην Οινόνη και τους Αγαρηνούς έδιωξε, έστω προσωρινά, από τον Πόντο. Αυτός τέλεσε την ανακομιδή και την μετέφερε στην Τραπεζούντα, όπου και έκτισε Ναό εις το όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Γαβρά.

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΑΒΡΑ: Σύμφωνα με το συναξάρι του, για να τιμηθεί η μνήμη του κατασκευάστηκε ένας ναός στην Τραπεζούντα. Ο ναός υπήρξε δωρεά του ανιψιού του Θεοδώρου, Κωνσταντίνου Γαβρά, στρατηγού του θέματος Χαλδίας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα το διάστημα 1118-1143 μ.Χ. Χτίστηκε ανατολικά της πόλης στη συνοικία του Αγίου Βασιλείου και κοντά στο ναό της Αγίας Άννας. Μετά την ανέγερσή του, ο Κωνσταντίνος Γαβράς μετέφερε εκεί με τιμητική πομπή την κάρα του μάρτυρα. Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου καταστράφηκε από άγνωστη αιτία στη διάρκεια των χρόνων της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας (β΄ μισό 12ου - α΄ μισό 14ου αιώνα μ.Χ.). Από το αρχικό κτίσμα φαίνεται πως διατηρήθηκε περίπου έως τις αρχές του 20ού αιώνα μόνο ο γυναικωνίτης.

Φαίνεται πως, κατά τα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, κατασκευάστηκε άλλος μικρός δίκογχος ναός που ενσωμάτωσε το σωζόμενο βόρειο τμήμα του αρχικού ναού του 12ου αιώνα μ.Χ. (γυναικωνίτης). Το κτίσμα αυτό ασφαλώς ανήκε στο μοναστικό συγκρότημα του Αγίου Θεόδωρου Γαβρά, όμως η ταύτισή του με το καθολικό της μονής δεν είναι ασφαλής, δεδομένων των μικρών διαστάσεών του, αλλά και επειδή στα έγγραφα της εποχής δε γίνεται καθόλου λόγος για την τυπολογία του καθολικού. Στο δίκογχο αυτό κτίσμα η αριστερή κόγχη του Ιερού Βήματος ήταν αφιερωμένη στο Θεόδωρο Γαβρά, ενώ η δεξιά στον Άγιο Δημήτριο. Ο παλιός γυναικωνίτης, μόνος από το υπόλοιπο συγκρότημα, διατηρήθηκε σε σχετικά καλύτερη κατάσταση έως τις αρχές περίπου του 20ού αιώνα μ.Χ., οπότε ο χώρος μετατράπηκε σε κοιμητήριο. Οι πληροφορίες που έχουμε σήμερα για τη μορφολογία και τη διακόσμηση του χώρου του γυναικωνίτη προέρχονται από τον Ι. Μηλιόπουλο, ο οποίος μελέτησε τα ερείπια του μοναστικού συγκροτήματος, όπως σώζονταν έως τις αρχές του 20ού αιώνα (1930 μ.Χ.), και προχώρησε σε δημοσίευση των στοιχείων. Έκτοτε φαίνεται πως το συγκρότημα ερειπώθηκε τελείως, καθώς στο χώρο δεν σώζονται πλέον ίχνη των μεσαιωνικών κτισμάτων. Έξω από την Τραπεζούντα, στην περιοχή Κουνακαλίν, στην Άνω Ματζούκα, έχει εντοπιστεί κοντά στο χωριό Κουνάκα (σημ. Küçükkonak) ένα μικρό εξωκλήσι με παλιές τοιχoγραφίες, το οποίο είναι επίσης αφιερωμένο στον Άγιο Θεόδωρο Γαβρά (Αγε-Γάβρας). Το κτίσμα βρίσκεται στην Κουρανόη (Kourance), τοποθεσία στα βορειοδυτικά του χωριού, στις ανατολικές πλαγιές του όρους Μελά και σε υψόμετρο 1.200 μ. Η αφιέρωση του ξωκλησιού στον Γαβρά είναι ενδεικτική για τη θέση που κατείχε ο άγιος στη θρησκευτική παράδοση της ευρύτερης περιοχής και συνακόλουθα για τη διάδοση της λατρείας του.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α´]. “Τῆς Χαλδείας ἡγεμῶν καὶ προστάτης ὑπάρχων, Σὺ ὁ βλαστὸς τῶν Γαβράδων, ὑπὲρ Χριστοῦ τὸ σὸν αἷμα ἐξέχεας· μὴ πτοηθῇς τὰς ἀπειλὰς τῶν δυσμενῶν, ἐν οὐρανοῖς νῦν ἀγάλλῃ τῷ θρόνῳ τῆς τρισηλίου θεότητος παριστάμενος. Δόξα τῷ σὲ ἰσχύσαντι Θεῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι θείῳ Πνεύματι, Θεόδωρε πάνσοφε”. Κοντάκιο [Ἦχος δ’]. “Τῆς Ἑῴας στρατηγὸς ὑπερθαύμαστος, καὶ τῶν Γαβράδων βλαστὸς ὑπερμέγιστος, τῆς Τραπεζοῦντος ἄριστος ὁ πρύτανις φρουρός, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τοὺς πιστῶς σε ὑμνοῦντες θρόνῳ παριστάμενος τῆς ἁγίας Τριάδος, ἣν ἐκδυσώπει σῴζεσθαι ἡμᾶς, Μεγαλομάρτυς Θεόδωρε τρισόλβιε.” Μεγαλυνάριο: “Τοὺς ἀσπαζομένους σου ἀθλητά, τὴν ἁγίαν κάραν, καὶ σεπτὴν εἰκόνα σου εὐλαβῶς, καὶ τὴν θείαν μνήμην, τελοῦντας ἐτησίως, περίσῳζε Θεόδωρε ταῖς πρεσβείαις σου”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΠΗΓΕΣ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, ΛΗΜΜΑ Θεόδ. Γαβράς, 

Δομή, έκδοση 2004, τόμος 12ος: σελ. 235-236: λήμμα «Θεόδωρος. Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας»
Λεβενιώτης, Γεώργιος Α. (2007). Η πολιτική κατάρρευση του Βυζαντίου στην Ανατολή: το ανατολικό σύνορο και η Κεντρική Μικρά Ασία κατά το β' ήμισυ του 11ου αι (PDF). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


1. Κατά τον Κ. Άμαντο, το επώνυμο Γαβράς ίσως προέρχεται από το όνομα Γαβριήλ. [Άμαντος, Κ., Σχέσεις Ελλήνωνκαι Τούρκων (Αθήνα 1955), σελ. 140, σημ. 5.]

2. Ιω. Σκυλίτσης, Σύνοψις Ιστοριών, CFHB 5 (Berlin – New York 1973), σελ. 322, 325.

3. Ο πατρίκιος Γαβράς υπέστη τύφλωση στη Θεσσαλονίκη το 1018, δήθεν για συνεργασία με τους Βουλγάρους. [Σκυλίτσης, ό.π. σ. 364].

4. Σκυλίτσης, ό.π. σ. 412.

5. Εικάζεται ότι η πρώτη σύζυγός του Ειρήνη καταγόταν από την οικογένεια των Ταρωνιτών. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Bryer, A., “A Byzantine Family: the Gabrades”,University of Birmingham Historical Journal 12 (1970), σελ. 175, ο πρώτος αυτός γάμος του Θεοδώρου Γαβρά πραγματοποιήθηκε πριν από το 1067. Μετά το θάνατό της ο Θεόδωρος νυμφεύθηκε μια Αλανή, η οποία ήταν συγγενής της συζύγου του σεβαστοκράτορα Ισαακίου Κομνηνού, αδελφού του Αλεξίου Α΄.

6. Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, ο Αλέξιος Α΄, γνωρίζοντας το θράσος και τη δράση του Θεοδώρου Γαβρά, αποφάσισε να τον απομακρύνει, [Anne Comnène, Alexiade 2, (Paris 1943), σελ. 151.

7. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Α., “Συμβολαί εις την ιστορίαν Τραπεζούντος” , Византийский временник,12 (1906), σελ. 136.

8. Λαμψίδης, Ο., «Η Χρονική Σύνοψις του Μανασσή και το “άσμα του Γαβρά”», Αρχείον Πόντου 22 (1958), σελ. 199-219· και Λαμψίδης, Ο., «Το ακριτικόν έπος και το “άσμα του Γαβρά”», Αρχείον Πόντου 23 (1959), σελ. 33-38.

9. Ο Μιχαήλ Γαβράς ήταν ο δεύτερος σύζυγος της Ευδοκίας Κομνηνής, κόρης του σεβαστοκράτορα Ανδρονίκου Κομνηνού, βλ. Βαρζός, Κ., Η γενεαλογία των Κομνηνών ΙI (Θεσσαλονίκη 1984), σελ. 164.

10. Βιβλιογραφία: Γαβράδες, Krsmanović Bojana, 2003, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία [http://www.ehw.gr/l.aspx?id=3973].

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πολιούχος Αθηνών (3.10) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, πολιούχος Αθηνών (3.10)

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου



   

  ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ο Άγιος Διονύσιος ήταν πασίγνωστος φιλόσοφος της Αθήνας και μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου της πόλης, του Αρείου Πάγου. Ήταν ο πρώτος (ή τουλάχιστον από τους πρώτους) μεταξύ των λιγοστών Αθηναίων που ασπάστηκε το Χριστιανισμό, έπειτα από το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου κάτω από τον βράχο της Ακροπόλεως: “Τινές δε άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οις και Διόνυσος ο Αρεοπαγίτης” (Πράξ. ιζ΄, 34). Υπήρξε πρώτος επίσκοπος της Αθήνας κατά την αποστολική εποχή (μεταγενέστερες πηγές αναφέρουν ως πρώτο επίσκοπο Αθηνών τον επίσης Αρεοπαγίτη, Ιερόθεο, και δεύτερο το Διονύσιο). Ο Άγιος Διονύσιος μαρτύρησε δια ξίφους επί Δομιτιανού (96 μ.Χ.), ενώ υπάρχουν πηγές που τοποθετούν το μαρτύριό του επί Τραϊανού (98 μ.Χ.).

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Αυτά είναι τα ελάχιστα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε σχετικά με τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Πολλοί συναξαριστές δίνουν πλήθος πληροφοριών για τη σημαντικότατη αυτή προσωπικότητα, οι οποίες όμως εντάσσονται αποκλειστικά και μόνο στον κύκλο της παράδοσης. Έτσι, μία παράδοση (3ος αιώνας) τοποθετεί τον άγιο Διονύσιο την ημέρα που σταυρώθηκε ο Χριστός στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με το φιλόσοφο Απολλοφάνη. Όταν σκοτείνιασε ο ήλιος, ο Διονύσιος αναφώνησε: «Ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει». Σύμφωνα με ακόμη μεταγενέστερες παραδόσεις, που όμως δεν είναι ευρύτερα αποδεκτές, ο Διονύσιος υπήρξε ο ιδρυτής της Εκκλησίας των Παρισίων κατά την αποστολική εποχή. Μία ακόμη παράδοση, ιδιαίτερα αγαπητή που έχει εγκολπωθεί η Εκκλησία και εκφράζεται τόσο στην αγιογραφία όσο και στην υμνογραφία, θέλει τον άγιο Διονύσιο να παρίσταται στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μαζί με τους άλλους δύο ιερομάρτυρες Ιερόθεο και Τιμόθεο και τους Αποστόλους. Στις αγιογραφίες της Κοιμήσεως απεικονίζεται με τους δύο ιεράρχες να στέκεται πίσω από το χορό των Αποστόλων, ενώ στο «θεοτόκιο» κατά την ημέρα της γιορτής του ακούμε μεταξύ άλλων: “Εν τή σεπτή κοιμήσει σου, Παναγία Παρθένε, παρήν ό Διονύσιος, σύv τώ Ιεροθέω, καί Τιμοθέω τώ θείω, Άμα τοίς, Αποστόλοις,...”

“ΨΕΥΔΟΔΙΟΝΥΣΙΑ”: Στον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη αποδόθηκαν διάφορα συγγράμματα, τα οποία η σύγχρονη έρευνα δε θεωρεί γνήσια, είναι δηλαδή ψευδεπίγραφα (έργα των οποίων ο συγγραφέας υπογράφει με το όνομα κάποιου αναγνωρισμένου προσώπου, προκειμένου να αποδώσει κύρος στα γραπτά του). Πρόκειται για τα περίφημα Μυστικά έργα: α) Περί της ουρανίου ιεραρχίας, β) Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, γ) Περί θείων ονομάτων και δ) Περί μυστικής θεολογίας, καθώς και διάφορες επιστολές. Τα Μυστικά έργα, γνωστά και ως Ψευδο-διονύσια, γράφτηκαν στο τέλος του 5ου αιώνα και επηρέασαν βαθύτατα την πορεία της θεολογίας των μέσων χρόνων σε Ανατολή και Δύση. Μαζί με τα έργα του ιερού Αυγουστίνου και του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού υπήρξαν η βάση της ανανέωσης της θεολογικής σκέψης.

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ: Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο οποίος τιμάται ως ο πολιούχος άγιος της Αθήνας, στις 3 Οκτωβρίου.

Εξαποστειλάριο: Τω Παύλω Διονύσιε, τω κλεινώ κορυφαίω, μαθητευθείς πανόλβιε, υπ’ αυτού εμυήθης, των αποκρύφων την γvώσιν, όθεv σε και λαμπτήρα, τη Εκκλησία τίθησιν, Αθηνών προχειρίσας, της ευσεβούς, Ιεράρχηv πόλεως, ην φυλάττοις, ορθοδοξούσαν πάνσοφε, σαις ευχαίς θεοκήρυξ.


Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη 2.10 από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Οι Άγιοι Κυπριανός και Ιουστίνη 2.10 + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κων/νο Οικονόμου


   Τον 3ον αιώνα μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας ζούσε ένας Καρχηδόνιος στην καταγωγή, πλούσιος, ευγενής, μορφωμένος και πολύ ικανός στη μαγεία, ο Κυπριανός. Διέθετε τέτοια ικανότητα, ώστε καλούσε τους δαίμονες και τους έστελνε να εξυπηρετήσουν όποια εντολή τους έδινε σε βάρος των θυμάτων του.

Στην ίδια πόλη κατοικούσε μία ευσεβής παρθένος, πιστή χριστιανή, η Ιουστίνα. Η Ιουστίνη ήταν κόρη ενός ιερέα των ειδώλων ονόματι Αιδέσιου και αρχικά ασπαζόταν τις δοξασίες του πατέρα της. Κάποια όμως μέρα η Ιούστα, όπως ήταν το αρχικό της όνομα, άκουσε το κήρυγμα ενός χριστιανού και άφησε την πλανεμένη διδασκαλία των ειδώλων ασπαζόμενη τον Χριστιανισμό1.

   


Αυτή την κόρη ένας νεαρός πλούσιος ειδωλολάτρης με άσωτη ζωή, ο Αγλαϊδας, θέλησε να την μπλέξει στα δίχτυα του. Επειδή όμως όλες του οι προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα, έτρεξε για βοήθεια στη μαγική δύναμη του Κυπριανού.

Πραγματικά, ο Κυπριανός άρχισε να στέλνει διάφορους δαίμονες, για να ξελογιάσει την Ιουστίνα και να την υποδουλώσει στα αμαρτωλά σχέδια του Αγλαίδα. Οι δαίμονες γύριζαν άπρακτοι στον Κυπριανό χωρίς να καταφέρνουν καν να πλησιάσουν στην κόρη, διότι, όπως έλεγαν στον μάγο, με το σημείο του Σταυρού τους έκαιγε και δεν μπορούσαν να σταθούν κοντά της. Όμοια άπρακτος γύρισε και ο άρχοντας των δαιμόνων, τον οποίο χρησιμοποίησε στο τέλος ο Κυπριανός ως έσχατο όπλο του.

Η πραγματική αυτή ήττα των δαιμονικών δυνάμεων άνοιξε τα μάτια της ψυχής του Κυπριανού. Κατανόησε την πλάνη του και την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού. Έτσι, αληθινά μετανοημένος προσπίπτει στον επίσκοπο Αντιοχείας Άνθιμο, καίει μπροστά του όλα τα μαγικά βιβλία και ζητάει να γίνει χριστιανός.


   

   Μετά την βάπτισή του ο Κυπριανός, ως πρόβατο της ποίμνης του Κυρίου, αξιώνεται να χειροτονηθεί βαθμηδὸν διάκονος, πρεσβύτερος και, τέλος, ἐπίσκοπος, σὲ διαδοχὴ τοῦ ἐπισκόπου Ἀνθίμου, ενώ χειροτόνησε τὴν Ἰοῦστα διακόνισσα τῆς Ἐκκλησίας, δίνοντάς της τὸ ὄνομα Ἰουστίνη.

Το έτος 304, στον διωγμό του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, μαζί με την Ιουστίνα υφίστανται μαρτυρικό δι' αποκεφαλισμού θάνατο. Συγκεκριμένα, τοὺς μετέφεραν στὴ Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας, ὅπου, μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορος αποκεφαλίσθηκαν έξω απὸ την πόλη, κοντὰ στον παραρρέοντα ποταμὸ Γάλλο. Τα τίμιά τους λείψανα, σύμφωνα με αρχαία συναξάριά τους, μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα Ρώμη απὸ παρατυχόντες Ρωμαίους ταξιδιώτες. Αργότερα όμως, όπως έγινε και σε άλλες περιπτώσεις, φαίνεται ότι τα άγια αυτὰ λείψανα επαναπατρίζονται στη Μεγάλη Ἀντιόχεια τῆς Συρίας.


Η ιδιαίτερη τιμὴ των αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στην Κύπρο έχει τις απαρχές της πιθανότατα στον 13ο αἰῶνα: Τα ιερά τους λείψανα, που βρίσκονταν τότε στην Αντιόχεια της Συρίας, εξαιτίας της προέλασης των μωαμεθανών Μαμελούκων και πριν την τελικὴ πτώση της Αντιόχειας, μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Κύπρο από πρόσφυγες Αντιοχείς, και κατατετέθησαν σὲ προϋπάρχοντα βυζαντινὸ ναὸ στο χωριὸ Μένικο τῆς Μητροπόλεως Μόρφου, σύμφωνα με μαρτυρία του γνωστού τοπικού μεσαιωνικού χρονογράφου Λεοντίου Μαχαιρά (15ος αι.). Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρεται περαιτέρω και στα πολλὰ θαύματα, ιδίως σε θεραπείες οφθαλμικών παθήσεων και ''πυρέξεων'' (εμπύρετης ελονοσίας), που ενεργούσαν οι άγιοι, ενώ τονίζει ότι ο Φράγκος βασιλιὰς Πέτρος Α´ Λουζινιάν (1359-1369), επειδὴ είχε θεραπευθεί απὸ τους ἁγίους, πίνοντας απὸ το θαυματουργό τους αγίασμα, γκρέμισε τον προγενέστερο μικρότερο βυζαντινὸ ναὸ και έκτισε μεγάλη ἐκκλησία στον ίδιο χώρο προς τιμήν τους, επαργυρώνοντας μάλιστα τις κάρες των θαυματουργών Αγίων.

   Η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού και της αγίας παρθενομάρτυρος Ιουστίνης εορτάζεται στις 2 Οκτωβρίου.

 


ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Η μαρτυρία του Λεοντίου Μαχαιρά όπως καταγράφεται στο περίφημό του Χρονικὸν (εκδ. R. M. Dawkins, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, Oxford 1932, Vol. I, § 39, σελ. 38):

«Ἀκόμη εὑρίσκουνται εἰς τὴν Κύπρον οἱ δύο κεφαλάδες τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης, οἱ (ὁ)ποῖοι ἐμαρτυρῆσαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ εἰς τὴν κάκωσιν τῆς Συρίας ἐφέραν τες εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐβάλαν τες εἰς ἕναν ἐκκλησούδιν εἰς τὸ Μένικον. Καὶ εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ Βημάτου (Ἱεροῦ Βήματος) πρὸς τὸν νότον ἔχει λάκκον, ὅπου πολομᾷ (ἐνεργεῖ) μεγάλες ἴασες εἰς γαρισούραν καὶ εἰς τὰς πύρεξες. Καὶ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ ρὲ Πιὲρ τοῦ μεγάλου εἶχεν τὴν καρτάναν (ἑλώδης πυρετὸς) καὶ δὲν ἠμπόρεσεν ναὔρῃ ὑγείαν· τινὲς εἶπάν του διὰ τὸν ἅγιον Κυπριανὸν καὶ Ἰουστίναν ὅπου εἶνε εἰς τὸ Μένικον κοντὰ τοῦ Ἀκακίου (κοντὰ στὸ χωριὸ Ἀκάκι)· ὁ (ὁ)ποῖος ἦρτεν καὶ ᾽προποτίστην (ἤπιε ἀπὸ τὸ ἁγίασμα)καὶ παραῦθα (ἀμέσως) ἐγίανεν· εἶνε ἀλήθεια ὅτι τὸ νερὸν εἶνε πολλὰ γλυφὸν καὶ κακόποτον, ἀμμὲ θαυμαστὸν εἰς ἰατρείαν· καὶ ὥρισεν καὶ ἐποῖκαν (κατασκεύασαν) ἐκκλησίαν ἀποὺ γῆς καὶ ἀργύρωσεν τὰς β´κεφαλάς, καὶ εἰς τὴν κορυφὴν ἀφῆκεν τόπον μὲ πόρτες νὰ προσκυνοῦν τὰ λείψανα.»

1.Ἡ πίστη και η αγάπη της προς τὸν Θεὸ τη μεταμόρφωσαν σὲ τέτοιο βαθμό, ώστε οδήγησε στὸν Χριστὸ τη μητέρα της, η οποία με τη σειρά της έπεισε τὸν σύζυγό της να πιστεύσει στον αληθινὸ Θεό· Έτσι πῆγαν και οι τρεις στον επίσκοπο Όπτατο και ζήτησαν να βαπτισθοῦν. Στη συνέχεια, ἡ Ιουστίνη αποφάσισε να αφιερωθεί πλήρως στον Κύριο και να περάσει τον υπόλοιπό της βίο με παρθενία, νηστεία και προσευχή.



25.9.26

Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα, οι αδελφές 11.10 Από το λειμωνάριο των Θεσσαλών Αγίων

 

Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα, οι αδελφές 11.10

Από το λειμωνάριο των Θεσσαλών Αγίων



Εἰρηνικῶς ὕπνωσαν εἰρήνης φίλαι,Ἡ Φιλονίλλα Ζηναΐς τε αἱ δύο.



     

   Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα ήταν αδελφές μεταξύ τους και διακρίθηκαν για την έμπρακτη πίστη τους. Η καταγωγή τους ήταν από την Ταρσό της Συρίας [Κιλικίας]. Μερικοί συναξαριστές αναφέρουν ότι ήταν συγγενείς του Αποστόλου Παύλου, αλλά τα ονόματα τους δεν έχουν κάτι το Εβραϊκό και επομένως ο ισχυρισμός πιθανόν να μην αληθεύει. Βέβαιο όμως είναι, ότι ήταν γυναίκες που διακρίθηκαν για τη θερμή τους πίστη, ήταν πολύ μορφωμένες και γνώριζαν την ιατρική τέχνη που εξασκούσαν με τρόπο εντελώς φιλανθρωπικό και φιλάδελφο, όπως και οι άγιοι Ανάργυροι. Θεράπευαν δηλαδή πάντα δωρεάν, και έτρεχαν αυτές στους ασθενείς και όχι το αντίθετο. Η θεραπευτική τους ικανότητα ενεργούσε πάντα με επιτυχία, ενισχυόμενη από τη Θεία Χάρη.

Η παροχή των ιατρικών υπηρεσιών τους, τις βοηθούσε θαυμάσια στο να εργάζονται αράλληλα και για την πίστη. Κοντά σε κάθε άρρωστο και στην οικογένεια αυτού, γίνονταν διδασκάλισσες του Ευαγγελίου. Παρηγορούσαν και μαλάκωναν με τα λόγια τους και τους τρόπους της χριστιανικής αγάπης και ελπίδας, καρδιές τραυματισμένες από τις συμφορές της ζωής. Ευτύχησαν μάλιστα να φωτίσουν, αρκετούς απίστους οδηγώντας τους στη χριστιανική ζωή.
   


   Κάποτε έφτασαν στην πόλη Δημητριάδα, τον προηγούμενο του Βόλου μεγαλύτερο οικισμό της Μαγνησίας, όπου και διέμειναν σε ένα σπήλαιο. Κατά την διαμονή τους στο σπήλαιο αυτό η Ζηναΐδα θεράπευε από κάθε ασθένεια όσους προσέτρεχαν σε αυτήν για βοήθεια. Η Φιλονίλλα, προτιμώντας τον πλήρη ασκητικό βίο, έκανε μακροχρόνιες νηστείες και πραγματοποίησε πολλές θαυματουργές θεραπείες και άλλα θαύματα.



Και οι δυό Αγίες κοιμήθηκαν εν ειρήνη στο σπήλαιο αυτό.

Ἀπολυτίκιον
   


Ἦχος γ’.
Τήν πολυθαύμαστον Ταρσόν τιμήσωμεν τήν ἐξανθήσασαν ἄνθη τά τίμια, τήν Ζηναΐδα τήν σοφήν καί Φιλονίλλαν. ἅμα δέ ἔχουσαι τῆς πίστεως τήν κρηπῖδα ἀσάλευτον, πᾶσαν τήν μυρίδα τῶν δαιμόνων κατήσχυναν. Διό καί σύν Ἀγγέλοις χορεύουσαι, ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.



23.9.26

(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895 Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 


(...δεν έχουμε) Πατέρα στό σπίτι! 1895

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Κείμενο- AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   


― Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μὲς στὸ γυαλί, εἶπε ἡ μάννα μου, γιατὶ δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι.

― Χωρὶς πεντάρα;

― Ναί.

― Καὶ τί ἔγινε ὁ πατέρας σου;

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Ἦτο πενταετὲς παιδίον, ζωηρόν, μὲ λαμπροὺς μεγάλους ὀφθαλμούς, ρακένδυτον. Καὶ μὲ παιδικὴν χάριν, μὲ σπαρακτικὸν ἐν τῇ ἀθῳότητι μειδίαμα, ἐπρόφερεν ἑκάστοτε τὴν φράσιν ταύτην, τῆς ὁποίας ὅλον τὸ βάθος δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ κατανοήσῃ, τόσον ὥστε οἱ ἄνθρωποι οἱ μὴ ἔχοντες νὰ κάμουν τίποτε, καθὼς ἐγώ, πολλάκις τὸ ἐκάλουν, καὶ ἀπέτεινον αὐτῷ τὴν ἄνω ἐρώτησιν τοῦ μικροῦ παντοπώλου τῆς γειτονιᾶς, μόνον καὶ μόνον διὰ ν᾽ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στόμα του τὴν ἀπόκρισιν.

― Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ὁποὺ τὸ ἔβλεπα. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν συνέβη νὰ εἶμαι πλούσιος, διότι εἶχα κατορθώσει μετὰ πέντε ἐκλιπαρήσεις, καὶ μετὰ τέσσαρας ἀποπομπάς, νὰ λάβω δεκαπέντε δραχμάς, ἀπέναντι ὀγδοήκοντα ὀφειλομένων μοι δι᾽ ἀμοιβὴν φιλολογικῆς ἐργασίας πέντε ἑβδομάδων. Κατὰ τὰς τοιαύτας δὲ ἡμέρας, ἰσαρίθμους μὲ τὰς σελήνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, μοὶ συμβαίνει, χωρὶς νὰ φροντίσω νὰ πληρώσω μέρος τῶν χρεῶν μου, νὰ ἐξοδεύω μονοημερὶς τὰ δύο τρίτα τοῦ οὕτω πως ἐκβιασθέντος ποσοῦ, φυλάττων φρονίμως τὸ τρίτον διὰ τὰς ἑπομένας τρεῖς ἑβδομάδας.

Ἔκραξα τὸ παιδίον καὶ τοῦ ἔδωκα μίαν πεντάραν. Ἐκεῖνο τὴν ἔλαβεν, ἔβγαλεν ἔξω ἀπὸ τὰ χείλη τὴν γλῶσσαν, μὲ μειδίαμα εὐδαιμονίας, καὶ ἀτενίζον με εἶπε:

― Δό μ᾽ κι ἄλλη, μπάρμπα!


Δὲν ἦτο τὸ μόνον παιδίον, τὸ ὁποῖον ἤρχετο εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παντοπωλεῖον τῆς ὁδοῦ Σ…, κατὰ τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως. Πτωχαὶ γυναῖκες ἔστελναν συνήθως τὰς πενταετεῖς ἢ ἑπταετεῖς κορασίδας των διὰ νὰ ὀψωνίσουν. Συνέβαινε καθ᾽ ἑσπέραν νὰ κάθημαι ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καὶ πλέον, συνομιλῶν μὲ δύο ἢ τρεῖς φίλους, πίνοντας τὸ ὀρεκτικόν των, εἰς τὸ μικρὸν μαγαζεῖον, ἐνίοτε δὲ νὰ λαμβάνω ἐκεῖ τὸ λιτὸν δεῖπνόν μου. Πολλάκις τριετῆ νήπια ψελλίζοντα τὰ ἔστελναν αἱ προκομμέναι αἱ μητέρες των, μὲ ἐπικίνδυνα ποτήρια ἢ φιαλίδια εἰς τὰς χεῖρας, διὰ ν᾽ ἀγοράσουν κασὶ ἢ λάι ἢ λυκάζι. Ἓν τούτων ἐζήτει νὰ τοῦ δώσουν ἕνα κουμπὶ (σκουμβρί), ἄλλο ἐζήτει μιὰ πεντάρα πίτα (σπίρτα). Τὴν γλῶσσάν των μόνος ὁ νεαρὸς παντοπώλης, ὁ φίλος μου, ἦτο ἱκανὸς νὰ τὴν ἐννοῇ. Ὁ ἴδιος ἐσπλαγχνίζετο ἐνίοτε καὶ ἔστελνε προπομποὺς τοὺς ἰδίους του ὑπηρέτας ἕως τὴν θύραν τῶν μικρῶν παιδίων, διὰ νὰ φθάσουν ταῦτα ἀσφαλῶς εἰς τὴν μητέρα των.

Συχνὰ συνέβαινε νὰ ξεχάσῃ ἡ μικρὰ παιδίσκη, πενταέτις ἢ ἑξαέτις, τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ν᾽ ἀγοράσῃ, καὶ νὰ εἴπῃ ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων. Ἐντεῦθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν μητέρων, ὕβρεις κατὰ τοῦ μπακάλη. Πάντοτε τὸν μπακάλην ἔβγαζαν πταίστην. Τὸ παιδὶ ποτὲ δὲν ἔπταιε.

   Ἄλλοτε συνέβη νὰ τοῦ πέσῃ εἰς τὸν δρόμον τὸ μισὸ τὸ ρύζι, ἢ νὰ φάγῃ τὴν μισὴν τὴν ζάχαριν. Τότε ἡ μήτηρ ἢ ἡ γιαγιὰ κατήρχετο ἡ ἰδία, καὶ ὕβριζε τὸν μπακάλην, λέγουσα ὅτι τέτοιος ἦτον, τὸν ἤξευρεν αὐτή, ὅλο ξίκικα ἐπώλει· μ᾽ αὐτὰ ἐζητοῦσε νὰ πλουτήσῃ κι αὐτός. Καὶ δύναμαι νὰ μαρτυρήσω ὅτι ὁ μπακάλης ἦτο, ὡς ἐμπορευόμενος καὶ ὡς ἄτομον, τίμιος ἄνθρωπος. Ἄλλοτε πάλιν, ὁ μικρὸς ψωνιστής, τὸ δεινότερον, ἔχανε καθ᾽ ὁδὸν τὰ λεπτά, τὰ ρέστα, ὅσα ἔλαβεν ἀπὸ τὸ παντοπωλεῖον. Πλὴν διὰ τοῦτο εἶχε ληφθῆ ἡ πρόνοια νὰ τυλίγωνται τὰ ρέστα εἰς χαρτίον, καὶ κάποτε νὰ δένωνται κομπόδεμα εἰς ράκος καὶ νὰ ἐμβάλλωνται εἰς τὴν τσέπην τοῦ μικροῦ. Καὶ ὅμως πολλάκις ἐχάνοντο πεντάλεπτα καὶ δεκάλεπτα καὶ ὁλόκληροι λιμοκοντόροι. Καὶ πάλιν ὁ μπακάλης ἔπταιεν.


    Ἀλλ᾽ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὸ παιδίον περὶ οὗ ὁ λόγος ἐν ἀρχῇ. Δὲν εἶμαι ποτὲ πολυπράγμων, ἀλλ᾽ ὁ φίλος μου ὁ μικρὸς παντοπώλης ἤξευρεν ὡς εἰκὸς ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς γειτονιᾶς. Ἦτο γενικὸς θεματοφύλαξ τῶν ἀλλοτρίων ὑποθέσεων. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ βλέμμα μου τοῦ ἐφάνη ἐρωτηματικόν, ἀλλ᾽ ὅταν εὐκαίρησεν, αὐθόρμητος ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται τὴν ἱστορίαν.

Πρὸ ἐννέα ἐτῶν ὁ Μανώλης ὁ Φλοεράκης εἶχε νυμφευθῆ τὴν Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Ἐκ τῆς συζυγίας ταύτης ἐγεννήθησαν πέντε τέκνα, ἐξ ὧν τὸ τρίτον ἦτο τὸ παιδίον ἐκεῖνο. Ὁ Μανώλης ἦτο ξυλουργός, ἀλλὰ δὲν διέπρεπε πολὺ ἐπὶ φιλοπονίᾳ, Εἰργάζετο, ὁσάκις εἶχεν ἐργασίαν, ἀπὸ τὴν Τρίτην ἕως τὴν Παρασκευήν. Τὸ Σάββατον πρωὶ τοῦ ἐπονοῦσεν αἴφνης ἡ μέση του, τὴν Δευτέραν τοῦ ἐπονοῦσε τὸ κεφάλι. Ἐννοεῖται ὅτι διήρχετο ἐν κραιπάλῃ ἀπὸ τὸ Σάββατον ἑσπέρας ἕως τὴν Δευτέρα πρωί.

   Ἡ γυνὴ ἦτο φιλεργός. Εἶχε ραπτικὴν μηχανὴν καὶ κατεσκεύαζεν ὑποκάμισα. Ἐκέρδιζεν οὕτω ἓν τάλληρον τὴν ἑβδομάδα, τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰς δεκατρεῖς ἢ δεκατέσσαρας δραχμάς, ὅσας ἐκέρδιζεν ἐκεῖνος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ἡμίση τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ τακτικὸν μεθύσι τῆς Κυριακῆς, μόλις ἤρκει πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας.

   Πλὴν ἡ οἰκογένεια ηὔξανε, σχεδὸν κάθε χρόνον. Ἀνὰ ἓν κουτσουβέλι, ἢ κατσιβέλι, ἐγεννᾶτο τακτικὰ κάθε δεκαοκτὼ μῆνας, μὲ κανονικότητα ἀπελπιστικήν. Ἡ οἰκογένεια ηὔξανεν, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα ἠλαττοῦτο. Ἡ ἐργασία ἐγίνετο σπανιωτέρα. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ παρερρίφθη εἰς μίαν γωνίαν, ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν. Ἡ Γιαννούλα, μὴ προφθάνουσα ν᾽ ἀπογαλακτίσῃ ἓν μωρό, καὶ ἀρχίζουσα νὰ βυζαίνῃ ἀμέσως ἄλλο, μόλις ἐπαρκοῦσα διὰ νὰ πλύνῃ ράκη, δὲν εἶχε πλέον καιρὸν νὰ ράπτῃ ὑποκάμισα.

   Ὁ Μανώλης δὲν ἔπαυσε νὰ μεθύῃ τακτικὰ ἀπὸ τὸ Σαββατόβραδον ἕως τὸ ἐξημέρωμα τῆς Δευτέρας. Ἡ Γιαννούλα δὲν εἶχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν πάντοτε ψωμί. Ἡ ἑστία σπανίως ἦτο ἀναμμένη. Ἡ γυνὴ ἐγόγγυζε. Ὁ Μανώλης, ὅταν ἤρχετο, τὴν ἔτρωγε ἀπὸ τὴν γρίνια. Τὰ παιδιὰ ἔκλαιαν. Ἡ ἀχυροστρωμνὴ ἦτο τρύπια. Ἡ κουβέρτα δὲν ἤρκει νὰ σκεπάσῃ τὰ τρία μεγαλύτερα παιδιά.

   Ἡ λάμπα ἦτο ἀκαθάριστη καὶ δὲν εἶχε πετρέλαιον. Ἡ στάμνα εἶχε σπάσει πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἔπιναν ἀπὸ ἕνα τσαγκλί*, ὁσάκις εἶχε νερὸν ἡ βρύσις τῆς γειτονιᾶς. Ἡ σκούπα, καταλερωμένη, εἶχε φαγωθῆ ἡ μισή, καὶ ἐλίπαινε τὸ πάτωμα ἀντὶ νὰ τὸ σκουπίσῃ. Τὸ τηγάνι εἶχε τρυπήσει καὶ ἦτο ἄχρηστον. Ἡ χύτρα ἦτο ραγισμένη, καὶ ἔσβηνε τὴν φωτιὰν διαρρέουσα, ὅταν φωτιὰ ὑπῆρχε. Ἡ κατσαρόλα ἦτο παλαιά, φαγωμένη, ἀγάνωτη. Ὁ γανωτὴς εἶχε προτείνει ἢ νὰ τὴν ἀγοράσῃ ἀντὶ πενῆντα λεπτῶν, ἢ νὰ τὴν γανώσῃ ἀντὶ πενῆντα, μὲ κίνδυνον, εἶπε, νὰ τρυπήσῃ καὶ νὰ γίνῃ ἄχρηστη. Ἡ Γιαννούλα ἐπροτίμησε νὰ τὴν κρατήσῃ ἀγάνωτην. Ἡ ραπτικὴ μηχανὴ εἶχε δοθῆ ἐνέχυρον διὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευαν διὰ τὰ γεννητούρια τοῦ τελευταίου μωροῦ καὶ δι᾽ ἄλλας χρείας. Τὰ δύο εἰκοσιπεντάρικα δὲν ἐπεστράφησαν, καὶ ἡ μηχανὴ ἐκρατήθη.

    Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτο ἡ οἰκία, ὅταν εἰσεχώρησεν ὁ κουμπάρος ἐντός. Ὁ κουμπάρος ἦτο ἄγαμος καὶ τεσσαρακοντούτης, παχύς, εὐμορφάνθρωπος μὲ πλατὺ ζουνάρι. Ἦτο μέγας καὶ πολύς, κομματάρχης ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῆς Ἀττικῆς, εἶχε κερδήσει χρήματα ἀπὸ κάτι ἐνοικιάσεις. Ἦτο ἄνθρωπος μ᾽ ἐπιρροήν. Κατ᾽ ἀρχὰς ἤρχετο ἅπαξ τοῦ μηνός. Εἶτα ἦλθε δὶς εἰς μίαν ἑβδομάδα, φέρων κρέας καὶ μικρά τινα δῶρα διὰ τὰ παιδία. Κατόπιν ἤρχισε νὰ ἔρχεται ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν. Τέλος ἤρχετο καθ᾽ ἑκάστην, φέρων πάντοτε ὀψώνια.

   Τίς οἶδε ποίους σκοποὺς ἔτρεφεν ὁ κουμπάρος. Πλὴν ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ὅσον καὶ πᾶσα ἄλλη. Ἡ Γιαννούλα ἦτον τίμια, ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ἦτον ζηλιάρης. Καὶ μετὰ πολλὰ ἑσπερινὰ δεῖπνα τὰ ὁποῖα ἔφαγεν εἰς τὴν οἰκίαν ὁμοῦ μὲ τὸν κουμπάρον, μετὰ πολλὰς δὲ πρωινὰς σκηνὰς τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὴν γυναῖκά του, ἤρχισε νὰ μὴν εἶναι συνεπὴς εἰς τίποτε, κάποτε μάλιστα νὰ ξενοκατιάζῃ.

   Τῆς εἶχε διηγηθῆ πολλάκις ὅτι, πρὶν τὴν πάρῃ, εἶχε μία φιλενάδα. Ἐκείνη εἶχε νυμφευθῆ ἔκτοτε, ἴσως χωρὶς παπά, καθὼς συνηθίζεται κάποτε εἰς τὴν πτωχὴν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ὅτι τὴν εἶχε ξανανταμώσει, αὐτὴν τὴν παλαιὰν γνωριμίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὸ σπίτι βραδιὲς-βραδιές.

   Ὅσον διὰ τὴν Γιαννούλαν, τὸ μόνον ἔγκλημά της ἦτο ὅτι, ἴσως, εἶχε πολιτέψει** τὸν κουμπάρον, καὶ δὲν τὸν εἶχε διώξει μίαν καὶ καλήν. Ὁ κουμπάρος ἤξευρε, βλέπετε, ἀπὸ πολιτικήν, καὶ αὐτή, ὡς γυνὴ ὁποὺ ἦτον, ἤξευρεν ἀπὸ ψευτοπολιτικήν. Πλὴν οἱ γειτόνισσες δὲν ἦσαν ἐπιεικεῖς, καὶ τὴν ἐκακολόγησαν. Καὶ εἷς τῶν γειτόνων, ὁ κὺρ Ζάχος ὁ Ξεφαντούλης, ἦτο τῆς ἀρχῆς ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἐνδιαφερόμενος «νὰ ξέρῃ τί τρέχει». Καὶ ἡ ὑστεροβουλία, ἡ λανθάνουσα καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἦτο νὰ εὕρῃ διασκέδασιν αὐτὸς μὲ τὲς φωνές, μὲ τὲς κατακεφαλιές, μὲ τὰ τραβήγματα τῶν μαλλιῶν καὶ μὲ τὸ χώρισμα τοῦ ἀνδρογύνου.

Αὐτὸ θὰ εἰπῇ νὰ σοῦ θέλῃ τις τὸ καλόν σου, νὰ κήδεται τῆς τιμῆς σου, δηλαδή. Νὰ σὲ βάλῃ νὰ σκοτωθῇς.

    Μετὰ τελευταίαν φοβερὰν σκηνήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Γιαννούλα ἐβγῆκε μὲ μισὴν πλεξίδα, μὲ ἓν μάγουλον αἱματωμένον, καὶ μὲ σχισμένον ὑποκάμισον ―καὶ ὅλοι οἱ φρονιμώτεροι ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς ἔτρεφον τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν συμμερίζεται καὶ ὁ γράφων, ὅτι ἡ Γιαννούλα ἦτον ἀθῴα― ὁ Μανώλης ἔγινεν ἄφαντος. Ἐπῆγε νὰ ἐνταμώσῃ ὁριστικῶς τὴν παλαιάν του γνωριμίαν.

   Ὁ κουμπάρος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε παύσει τὰς συχνὰς ἐπισκέψεις του. Εἶχεν ἀρραβωνισθῆ. Γεροντοπαλλήκαρον ἀκμαῖον, καλοκαμωμένος, εὐμορφάνθρωπος, μὲ πλατὺ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας καὶ πολύς, κερδήσας χρήματα ἀπὸ τὰς ἐνοικιάσεις, ἑπόμενον ἦτο νὰ εὕρῃ νύμφην μὲ προῖκα.

    Ἡ Γιαννούλα τὸν εἶχε πολιτέψει ἡ πτωχή. Μόνον τοῦτο τὸ ἁμάρτημα εἶχε πράξει. Ἀλλὰ τὰ παιδία ἐπεινοῦσαν. Πλὴν ἐκεῖνος ἐβαρύνθη νὰ περιμένῃ, κ᾽ ἔφυγε μὲ τὴν ὥραν του.

   Καὶ ἡ Γιαννούλα ἔμεινε μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά ―τὸ πέμπτον εἶχεν ἀποθάνει, ἀνακληθὲν ἐνωρὶς ὑπὸ τοῦ Πολυευσπλάγχνου καὶ Πανσόφου εἰς τὸν κῆπον τὸν ἀνθηρόν, εἰς τὸ ὡραῖον περιβολάκι μὲ τὰ κρίνα καὶ μὲ τοὺς ναρκίσσους, μετὰ τῶν ὁποίων φυτεύονται καὶ ἀνθοῦσιν ἐσαεὶ καὶ τὰ ἄκακα νήπια―· ἔμεινε, λέγω, μὲ τὰ τέσσαρα παιδία, χωρὶς πατέρα, καὶ χωρὶς κουμπάρον. Ἔμεινε χωρὶς ἄρτον εἰς τὸ ἑρμάρι καὶ χωρὶς φωτιὰν εἰς τὴν ἑστίαν, χωρὶς φόρεμα, χωρὶς στρωμνήν, χωρὶς σκέπασμα, χωρὶς χύτραν καὶ χωρὶς στάμναν· καὶ χωρὶς ραπτικὴν μηχανήν!

   Καὶ τὸ τρίτον παιδίον, ὁ Μῆτσος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔβλεπα, ἤρχετο εἰς τὸ παντοπωλεῖον, καὶ ἐζήτει ἀπὸ τὸν μικρὸν μπακάλην, ὅστις ἦτο ἀκριβὴς εἰς τὰ σταθμά, ἀλλὰ δὲν ἐννόει ἀπὸ ἐλεημοσύνην, ἤρχετο καὶ ἐζήτει νὰ τοῦ στάξῃ «μιὰ σταξιὰ λάδι στὸ γυαλί», αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄξιον νὰ στάξῃ μίαν σταγόνα νεροῦ εἰς πολλῶν πλουσίων χείλη, εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Καὶ ᾐτιολόγει τὴν αἴτησίν του λέγον:

― Δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι!


* πήλινο δοχείο νερού με στενό στόμιο

**πολιτεύομαι: Κατά τον Παπαδιαμάντη σημαίνει: μεταχειρίζομαι κάποιον με πολιτική, δηλαδή με ελιγμούς, ευγένεια, σκοπιμότητα ή επιτήδεια συμπεριφορά

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=LKP97ufDlDg

21.9.26

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους! από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Μια ηρωίδα μάνα. Έσωσε τα παιδιά της μέσα από το φλεγόμενο σπίτι τους!

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

 Το ημερολόγιο έδειχνε 3η Σεπτεμβρίου του 2019. Σε μια μικρή κωμόπολη, το Edspin της Σουηδίας, η Έμμα Skåls ακούει κραυγές από το ισόγειο. Οι δύο μικρότεροι γιοι της, ο Albin, 4 και ο Oliver, 3 ετών, είχαν κατέβει να παίξουν, αλλά το σαλόνι του σπιτιού ήταν ήδη μέσα στις φλόγες.

    Σε λίγες στιγμές ο καπνός πλημμυρίζει τα πάντα. Η Έμμα φτάνει γρήγορα κοντά τους, πέφτει πάνω στα παιδιά της και για να τα προστατεύσει, τα σπρώχνει προς την έξοδο. Όταν όμως ανοίγει η πόρτα, το οξυγόνο τροφοφοδοτεί απότομα την πυρκαγιά, δυναμώνοντάς την.

   Η ίδια νιώθει την πλάτη της να καίγεται. Παρά τα αυτά, καταφέρει να βγάλει έξω τους δυο γιούw της στην ασφάλεια. Μετά κάνει κάτι απρόσμενο. Κλειδώνει την πόρτα από μέσα. Όχι για να παγιδευτεί, αλλά για να εμποδίσει τα ήδη πανικοβλημένα παιδιά της να ξαναμπούν στο σπίτι που καίγεται. Γιατί όμως το έκανε αυτό και η ίδια επέστρεψε στο φλεγόμενο κτήριο;

    Τέσσερα άλλα παιδιά είναι ακόμα στον πάνω όροφο. Η Έμμα ανεβαίνει. Η ξύλινη σκάλα έχει ήδη αρπάξει φωτιά. Η ζέστη αφόρητη. Τα πόδια της αρχίζουν να λιώνουν από το βάρος της, αλλά συνεχίζει. Η ανάσα της δύσκολη, όμως μια σκέψη την κρατάει όρθια: τα παιδιά της.

    Πάνω ανακαλύπτει με ανακούφιση ότι κάποιοι έχουν καταφέρει να οργανωθούν, γιατί η κόρη της, μόλις 9 ετών έχει πηδήξει από τον μπαλκόνι για να ζητήσει βοήθεια. Ο γιος της, ο 11χρονος, έχει στήσει μια σκάλα για να βοηθήσει τους μικρότερους. Αλλά λείπει κάποιος. Ποιος;

   Η μικρή της Μόλυ. Μόλις ενός έτους! Είναι ακόμα μέσα. Παρά τις κραυγές και τις ικεσίες των άλλων παιδιών, η Έμμα κατεβαίνει ξανά στην πυρκαγιά στο ισόγειο. Ο καπνός είναι τώρα τόσο πυκνός που σχεδόν δεν βλέπει τίποτα. Οι πνεύμονές της δεν μπορούν να αναπνεύσουν. Κάθε κίνηση είναι μια ακραία αγωνιώδης προσπάθεια. Κι όμως προχωρεί.

   Τελικά μες στην αποπνικτική θολούρα των καπνών βρίσκει το μωρό στο κρεβατάκι του να κλαίει. Συγκεντρώνεται στις τελευταίες της δυνάμεις, ενώ κάποια της ρούχα έχουν ήδη πάρει φωτιά! Το σηκώνει και το παίρνει στην αγκαλιά της. Μετά ανεβαίνει ξανά μέχρι τον μπαλκόνι του πρώτου γιατί η είσοδος του σπιτιού είναι αδύνατο να προσεγγιστεί. Από εκεί κατεβαίνει μαζί με το σφιχταγκαλιασμένο μωρό της, χάρη στη σκάλα που είχε στήσει ο άλλος γιος. Μόλις ακουμπά στο έδαφος, το σώμα της καταρρέει.

 

  Όμως όλα της τα παιδιά είναι ζωντανά. Τα ασθενοφόρα, που έχουν ήδη καταφτάσει, παραλαμβάνου τα παιδιά και την Έμμα. Η Έμμα υπέστη εγκαύματα στο 93% του σώματός της! Οι γιατροί εκτιμούσαν τότε τις πιθανότητες επιβίωσης πολύ χαμηλές.

   Υποβλήθηκε, τις επόμενες ώρες και μέρες, σε αλλεπάλληλες επεμβάσεις και έκανε μήνες αποκατάστασης. Πριν χάσει τις αισθήσεις της όμως, εκείνη τη μεγάλη ώρα, είχε απλώς ρωτήσει «τα παιδιά μου, είναι όλα ζωντανά» «Ναι, ναι, όλα», άκουσε πριν λιγοθυμήσει.

    Η επιστροφή στην κανονικότητα της ζωής είναι μακρά. Κάποια παιδιά δυσκολεύονταν να γνωρίσουν τη μητέρα τους εξαιτίας των τραυμάτων της. Αλλά εκείνη τήρησε την υπόσχεση να γυρίσει κοντά τους.

    Την επόμενη χρονιά, το 2020, τιμήθηκε στη Σουηδία σαν η ηρωίδα της χρονιάς. Ο μεγαλύτερος της γιος θα πει «μερικές φορές νόμιζα ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ τη μαμά. Τώρα είναι εδώ, κάθε μέρα».

    Η Έμμα αρνείται τον όρο ήρωας.

   Για εκείνη όλα είναι απλά. Απλά δήλωσε: ''Αφού έφερα στον κόσμο έξι παιδιά, έξι πρέπει να οδηγήσω στη ζωή!''

ΠΗΓΗ: Tock@yvan_theriault X

19.9.26

Ο Φαέθων του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Φαέθων

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


   

Ρούμπενς:  Η πτώση του Φαέθοντα

ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
: Ο Φαέθων ήταν γιος του Ήλιου και της Κλυμένης. Το όνομά του σημαίνει σημαίνει αυτός που λάμπει και προέρχεται από το ρήμα “φαέθω” που σημαίνει “λάμπω”. Στο χαμένο έργο του Αισχύλου, Ηλιάδες ή Ηλίου Κόρες, υπήρχε περιγραφή της περιπέτειας του Φαέθοντα. Στην τραγωδία αυτή, μέλη του Χορού αποτελούσαν οι αδελφές του, κόρες του Ήλιου, οι Ηλιάδες. Τα ονόματα των Ηλιάδων ηταν Μερόπη, Ηλεία, Αίγλη, Λαμπετώ, Φοίβη, Αιθερία και Διοξίππη.

   Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Φαέθων ήταν παιδί της Νύμφης Κλυμένης, κάπου στο βασίλειο της Αιγύπτου [ορισμένοι συγγραφείς ομιλούν για την Αιθιοπία]. Κάποιοι φίλοι του μικρού Φαέθοντα, λέει ο μύθος, αμφισβητούσαν την ουράνια καταγωγή του και έτσι εκείνος κατέφυγε λυπημένος στη μητέρα του. Της ζήτησε να του δώσει μια απόδειξη ότι πράγματι είναι γιος του Ήλιου για να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή του. Έπεσε λοιπόν στην αγκαλιά της και την πίεζε να του μιλήσει. Εκείνη τότε του είπε δείχνοντάς του τον δίσκο του ήλιου: “Σε αυτή τη μεγάλη λάμψη, που ακτινοβολεί σαν μια τεράστια πυρκαγιά, που ακούει και μας βλέπει τώρα, σου ορκίζομαι, αγαπητό μου παιδί, ότι, ο Ήλιος, που περιτριγυρίζει ολόκληρη τη γη, αυτός είναι ο πατέρας σου. Αν σου λέω ψέματα, το φως αυτό που βλέπω να είναι το τελευταίο!”. Και η μητέρα τελείωσε τα λόγια της λέγοντάς του πως, αν ο ίδιος ήθελε, μπορούσε να επισκεφθεί τον πατέρα του στο παλάτι του. “Το παλάτι”, του είπε, “βρίσκεται χωρίς μεγάλο κόπο. Ο τόπος από τον οποίο σηκώνεται [Ανατολή], συνορεύει με τη δική μας γη [της Αιγύπτου]. Πήγαινε, λοιπόν, και κάνε την ερώτησή σου στον ίδιο τον Ήλιο”. Τότε το πρόσωπο του Φαέθοντα έλαμψε και αφού φίλησε τη μητέρα του ξεκίνησε για το σπίτι του πατέρα του. Το παλάτι του Ήλιου βρισκόταν στα σύνορα της Ινδίας με την Αίγυπτο [αυτές ήταν οι γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων, άλλωστε], και είχε ψηλές κολώνες από χρυσό και φλεγόμενο χαλκό. Οι πόρτες του ασημένιες, ενώ τα αετώματα φτιαγμένα από λαμπρό ελεφαντόδοντο. Στη συνέχεια, ο γιος της Κλυμένης, αναρριχήθηκε μια απότομη ανάβαση, και μπήκε στο παλάτι του πατέρα του, στεκόμενος όμως μακριά του, γιατί δεν μπορούσε να τον προσεγγίσει από το εκτυφλωτικό φως. 

     

   Τυλιγμένος σε μωβ μακριά ρούχα ο Ήλιος καθόταν σ΄ ένα ψηλο θρόνο με αστραφτερά σμαράγδια. Βλέποντάς τον επισκέπτη, στάθηκε ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα [λυκαυγές] για να μπορέσει να τον αντικρύσει κάπως ο Φαέθων. Το παιδί συγκλονισμένο, κοιτούσε τον κόσμο όπως φαινόταν από εκεί ψηλά. Τότε ο Ήλιος τον ρώτησε; “Για ποιο σκοπό ήρθε ως εδώ ο γιος μου;” Το αγόρι τότε, γεμάτο χαρά, του απάντησε: “Φοίβε, πατέρα μου και φως της δημιουργίας, η μητέρα μου, Κλυμένη, μου είπε την αλήθεια για σένα. Θέλω, όμως, πατέρα μου να δώσω μια απόδειξη σ' όσους αμφισβητούν την καταγωγή μου από σένα.” Τότε ο Ήλιος άφησε το στέμμα του με τις ακτίνες και φώναξε κοντά του το Φαέθοντα και του είπε με τρυφερή φωνή. “Για να ικανοποιήσω αγαπητό μου παιδί την επιθυμία σου, σού υπόσχομαι ότι θα κάνω όποια χάρη μου ζητήσεις για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Να! Ορκίζομαι στη Στύγα [απαράβατος όρκος για θεούς και ανθρώπους], θα ικανοποιήσω όποια επιθυμία της καρδιάς σου”. Τότε εκείνος του ζήτησε για μια μέρα να οδηγήσει το άρμα του πάνω από τη γη. Θλίψη και τύψεις πλημμύρισαν, τότε, την ψυχή του πατέρα του, και πικρά κούνησε το κεφάλι του: “Μακάρι να μπορούσα να ανακαλέσω την υπόσχεσή μου, Φαέθων!” Όμως, προσπάθησε να τον μεταπείσει για να του ζητήσει να του ικανοποιήσει κάποια άλλη του επιθυμία. Ανάμεσα στα επιχειρήματα του Ήλιου ήταν ότι ούτε ο Δίας, ο πατέρας των θεών, δε θα μπορούσε να πετάξει με το άρμα του. Του είπε ακόμη ότι τα άλογά του δεν μπορούν να υποταχθούν στις εντολές κάποιου άλλου, ενώ του τόνισε ότι ακόμη κι ό ίδιος όταν οδηγεί εκεί ψηλά το άρμα του, τού φέρνει δέος το ύψος. Του είπε ακόμη για τη ζάλη που φέρνουν οι αστερισμοί που κινουνται αντίθετα με τη φορά του άρματός του. Τέλος του είπε για τον τρόμο που θα ένιωθε, ίσως, από κάποιους αστερισμούς, όπως τον Λέοντα, ή τον παντοδύναμο Ταύρο, τον Τοξότη που θα μπορούσε να τον χτυπήσει ή για το δηλητήριο του Σκορπιού. Μα ό,τι κι αν του έλεγε ο πατέρας του, ο Φαέθων επέμενε. Ήθελε να πειστούν όλοι ότι είναι πράγματι γιός του Φοίβου. Μη μπορώντας να κάνει κάτι, μιας και ορκίστηκε, ο Ήλιος οδήγησε το Φαέθοντα στο άρμα του. Κι ενώ του εξηγούσε ο πατέρας του τον τρόπο που θα το καθοδηγούσε και το παιδί θαύμαζε το πανέμορφο χρυσό αυτό άρμα, η Ηώς, το πρώτο φως της ημέρας, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της και μια τριανταφυλλί απόχρωση έβαψε τον ορίζοντα. Τ΄ αστέρια, ένα ένα, έχαναν τη λάμψη τους, ενώ ο Εωσφόρος [Αφροδίτη] έλαμπε περιμένοντας το άρμα του Ήλιου να ξεκινήσει το ημερήσιό του ταξίδι. Τότε, ο Ήλιος κάλεσε τις Ώρες να περάσουν το ζυγό του άρματος στα άλογά του. 
   
   Στη συνέχεια, ο πατέρας άλειψε το πρόσωπο του γιου του με μια μαγική αλοιφή για να τον προστατεύσει από τις λαμπερές ηλιαχτίδες, και με βαριά καρδιά και αναστεναγμούς, του είπε τα τελευταία λόγια: “
Χρησιμοποίησε το μαστίγιο για να κατευθύνεις τα άλογα και το ζήλο τους. Να αποφεύγεις τον ευθύ δρόμο αλλά να πάρεις την καμπύλη του ουρανού. Να είσαι πάντοτε ανάμεσα από τη ζώνη της Άρκτου και του Νότιου πόλου και μακριά από τον Όφι και το Σκορπιό [αστερισμούς]. Πρόσεχε να κρατάς σταθερό ύψος στη διαδρομή. Ούτε πολύ χαμηλά, γιατί θα κάψεις τη γη, ούτε πολύ ψηλά. Η ασφαλέστερη οδός βρίσκεται ανάμεσα. Όμως, ας μη μιλάμε άλλο. Μας καλεί το καθήκον, η νύχτα έφυγε. Εμπρός! Ανάλαβε τα ηνία!».

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ: Ο Φαέθων, περήφανος, πήρε τα ηνία με χαρά, και κοιτάζοντας προς τα κάτω, ευχαρίστησε τον πατέρα του για το δώρο. Στο μεταξύ, τα τέσσερα γρήγορα άτια του Ήλιου, Αίθων, Αυγή, Πυρός και ο Φλέγων κλώτσησαν τις πύλες της χώρας του Ήλιου και με ρουθούνισμα φωτιάς, όρμησαν ψηλά στον ουρανό. Με τον γρήγορο καλπασμό τους ξέσκισαν τα σύννεφα και πετούσαν γρηγορότερα κι απ' τον άνεμο. Αλλά ένιωθαν ελαφρύτερο από κάθε άλλη φορά το ζυγό τους. Και σαν ένα πλοίο χωρίς το έρμα του, αναπηδούσε κάθε λίγο σαν να μην είχε οδηγό. Τα άλογα έτρεχαν άγρια κι άφησαν την συνηθισμένη τους στράτα. Ο Φαέθων, ζαλισμένος και φοβισμένος, δεν μπορούσε ούτε να χρησιμοποιήσει τα ηνία, ούτε να βρει το δρόμο, αλλά ούτε και να βρει τρόπο να τον υπακούσουν τα άλογα. Σύντομα, το άρμα πήρε μεγάλο ύψος. Ο Οφιούχος, ο Βοώτης και η Μεγάλη Άρκτος, έφευγαν μακριά να κρυφτούν. Και όταν ο επιπόλαιος Φαέθων, από το ύψος του ανώτερου ουρανού, κοίταξε και είδε πολύ, πολύ κάτω, τις χώρες και τις ηπείρους, το πρόσωπό του χλώμιασε, τα γόνατά του κόπηκαν από τον ξαφνικό φόβο, ενώ τα μάτια του τυφλώθηκαν από το έντονο φως. “Μακάρι, να μην είχα αγγίξει ποτέ τα άλογα του πατέρα μου”, σκέφτονταν, ενώ έβλεπε μακριά μπροστά του τη Δύση, αναλογιζόμενος πως δε θα φτάσει ποτέ εκεί. Κοιτάζοντας γύρω του, αντιλήφθηκε πως σκορπισμένα σε όλο τον ουρανό βρίσκονταν γιγαντιαίοι σχηματισμοί από αρπακτικά ζώα. Όταν είδε, μάλιστα δίπλα του, το φοβερό ουράνιο Σκορπιό, τρόμαξε τόσο, ώστε έχασε την ψυχραιμία του και συγχρόνως τα ηνία του άρματος. Επακολούθησε το αφήνιασμα των αλόγων, που είχε ως αποτέλεσμα να ανεβοκατεβαίνει το άρμα του Ήλιου, απειλώντας με καταστροφή τη Γη. Τελικώς μάλιστα, τα άλογα έφεραν το άρμα τόσο χαμηλά προς τη γη, ώστε άρχισε να καίγεται ολάκερη η γη και τα ποτάμια ξεραίνονταν από την εκπεμπόμενη θερμότητα. Μάλιστα, προσθέτει ο Οβίδιος, η γη καθώς σκίστηκε, άφηνε τις ακτίνες του καυτού ήλιου να φτάνουν ως τα παλάτια του βασιλιά του Άδη, του Πλούτωνα! Ακόμη κι ο Νηρέας, κρύφτηκε βαθιά κάτω στις θαλάσσιες σπηλιές για να αποφύγει την καυτή επιφάνεια του Ωκεανού. Οι Αιθίοπες και οι Ινδοί λέγεται πως πήραν από τότε το μελαμψό χρώμα στο δέρμα τους! Ο Ποσειδών, ο Πλούτων και άλλοι ολύμπιοι θεοί οργίστηκαν πραγματικά και ζητούσαν από το Δία να αποκαταστήσει την παγκόσμια τάξη.

Η Κλυμένη δείχνει στο γιο της, Φαέθοντα, την κατοικία του ήλιου
   ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΦΑΕΘΟΝΤΑ: Τότε ο Δίας, θέλοντας να προλάβει χειρότερες καταστροφές, γκρέμισε τον Φαέθοντα με ένα κεραυνό στον Ηριδανό [Πάδο] ποταμό, σκοτώνοντάς τον. Οι Εσπερίδες Νύμφες έθαψαν το σώμα του σε ένα τάφο και σε μια μαρμάρινη πέτρα χάραξαν τα εξής: “Εδώ βρίσκεται ο Φαέθων, ο ηνίοχος του πατέρα του, του Ήλιου. Η πτώση του ήταν μεγάλη, μα έκανε τους ανθρώπους να τολμούν!” Οι Ηλιάδες, οι αδελφές του Φαέθοντα, απαρηγόρητες για τον θάνατο του αδερφού τους, μεταμορφώθηκαν από τους θεούς σε λεύκες. Μετά το θάνατό του, ο Φαέθων τοποθετήθηκε ανάμεσα στα αστέρια και έγινε ο αστερισμός Ηνίοχος [Auriga], κοντά στον αστερισμό του Ηριδανού στον οποίον είχε πέσει, για πάντα. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν πως ο γιος του Ήλιου, μετατράπηκε σε θεό του αστεριού που οι Έλληνες ονόμαζαν “Φαέθων” [πλανήτης Κρόνος ή Δίας].

Πηγή: Οβίδιος, Μεταμορφώσεις

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο αστερισμός Αιγόκερως + ΒΙΝΤΕΟ και τι είναι η εκλειπτική του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου -συγγραφέα

  Ο αστερισμός Αιγόκερως + ΒΙΝΤΕΟ και τι είναι η εκλειπτική του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου -συγγραφέα   ΓΕΝΙΚΑ : Ο Αιγόκ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....