Ετικέτες - θέματα

7.7.25

Η Αγία Ευφημία [11 Ιουλίου] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αγία Ευφημία [11 Ιουλίου]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



   ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΔΙΩΓΜΟΙ: Η Αγία έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού και μαρτύρησε τό έτος 303. Καταγόταν από την Χαλκηδόνα. Ήταν κόρη του πλουσίου Συγκλητικού Φιλόφρονα και της ευσεβούς Θεοδοσιανής. Η Αγία παιδαγωγήθηκε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» γι' αυτό αγάπησε το Χριστό, την αγνεία και την ομολογία του Χριστού. O έπαρχος της Ανατολής Πρίσκος μαζί με τον φιλόσοφο και ιερέα του Άρη Απελιανό κήρυξε, με τη συμφωνία του Διοκλητιανού, διωγμό κατά των Χριστιανών. Κατά την εορτή του θεού Άρη ζήτησε όλοι οι κάτοικοι να προσέλθουν στη γιορτή. Όσoι δεν θα προσέρχονταν θα τιμωρούνταν με φοβερά κολαστήρια. Οι χριστιανοί κρύφτηκαν άλλοι σε σπίτια και άλλοι στις ερημιές. Ή Αγία Ευφημία ήταν επικεφαλής μιας τέτοιας ομάδας στηρίζοντας τούς πιστούς με το φλογερό της λόγο.

ΣΥΛΛΗΨΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Τελικά συνελήφθη η Αγία μαζί με σαράντα εννιά άλλα άτομα. Όταν ο Πρίσκος ζήτησε να θυσιάσουν στο είδωλο του Άρη και οι πενήντα συλληφθέντες αρνήθηκαν με παρρησία. Ο Πρίσκος οργίστηκε από την άρνησή τους και έδωσε εντολή να δείρουν επί είκοσι μέρες τους Αγίους και να τους φυλακίσουν. Μετά το εικοσαήμερο αυτό δοκίμασε πάλι να πείσει τους μάρτυρες να θυσιάσουν. Μετά την νέα άρνηση, τους έδειραν τόσο πολύ, ώστε κουράστηκαν οι στρατιώτες που τους έδερναν. Τότε ο Πρίσκος αφού φυλάκισε τους υπολοίπους, κάλεσε κατά μόνας την Αγία και προσπάθησε να την πείσει να θυσιάσει. Μετά τη νέα άρνηση και ομολογία της, την έβαλαν στο βασανιστικό τροχό κατακόπτοντας το σώμα της. Την ώρα του μαρτυρίου της η Αγία προσευχόταν διαρκώς. Μετά την προσευχή της και το θαυματουργό λύσιμό της από τον τροχό και τη θεραπεία των τραυμάτων της, ρίχτηκε η Αγία σε πυρακτωμένο καμίνι. Οι υπηρέτες Σωσθένης και Βίκτωρ αρνήθηκαν να την ρίξουν στο καμίνι, γιατί έβλεπαν να στέκονται στο πλευρό της Αγίας δύο φοβεροί άνδρες, που απειλούσαν ότι θα σκόρπιζαν τη φωτιά. Ο Σωσθένης και ο Βίκτωρ βλέποντας το θαύμα ομολόγησαν τον Χριστό και μαρτύρησαν. Εντέλει η Αγία ρίχτηκε στο καμίνι. Όμως, η φλόγα δεν άγγιζε την Αγία, αλλά σκορπίστηκε έξω από το καμίνι κι έκαψε πολλούς. Μετά από πολλών ειδών άλλα μαρτύρια που επακολούθησαν και αντίστοιχες θαυματουργικές διασώσεις της Αγίας, τελικά ο Πρίσκος διέταξε και την έριξαν στα θηρία, όπου και τελικά η Αγία μετά από προσευχή παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Νυμφίου της. Οι γονείς της Αγίας έθαψαv με τιμή το πάνσεπτό της λείψανο στη Χαλκηδόνα και δόξαζαν τοv Κύριον, διότι αξιώθηκαν της τιμής να έχουν τηv θυγατέρα τους Μεγαλομάρτυρα της Εκκλησίας και πρέσβειρά τους κοντά Του.

Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΚΑΙ Η Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: O Κύριος τίμησε την καλλίνικο παρθένον και μάρτυρα Ευφημία με την δωρεά της αφθαρσίας του πολυάθλου παρθενικού της σώματος. Το 451 στη Χαλκηδόνα συνήλθαν οι 630 θεοφόροι Πατέρες που συγκροτήσαν την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, επί βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον αιρετικό Ευτυχή, που κήρυττε την πλάνη, ότι ο Χριστός έχει μόνον μίαν φύση και μία ενέργεια, αυτή της Θεότητος. Οι Άγιοι Πατέρες δογμάτισαν την πίστιv της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός έχει δύο τέλειες φύσεις, θελήσεις και ενεργείες, την θεία και την ανθρώπινη, σε μίαν Yπόσταση. Και αι δύο φύσεις είναι ενωμένες ατρέπτως, ασυγχύτως, αναλλοιώτως και αδιαιρέτως. Στη Σύνοδο οι Ορθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμο, ο οποίος περιείχε την πίστιν την αληθή, την οποίαν πάντοτε πίστευε και κήρυττε η Έκκλησία τσυ Χριστού. Αλλά και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες συνέταξαν αντίστοιχο τόμο, που περιείχε τις πλάνες τους. Τότε ομόφωνα ορθόδοξοι και αιρετικοί αποφάσισαν να τεθούν και τα δύο κείμενα στο στήθος του ιερού λειψάνου της της Αγίας Ευφημίας και, αφού άνοιξαν τη λειψανοθήκη, έκαναν αυτό και την σφράγισαν πάλι. Όταν, λίγο αργότερα, άνοιξαν τη θήκη βρήκαν τον Τόμο των Ορθοδόξωv στα χέρια της ενώ αυτό των αιρετικών Μονοφυσιτών στα πόδια της. Έτσι η Μεγαλομάρτυς Ευφημία με το εξαίσιο αυτό θαύμα επικύρωσε και υπέγραψε τον ορθόδοξο Τόμο διασαλπίζοντας το Χριστολογικό δόγμα περί των δύο φύσεων του Χριστού στα πέρατα της οικουμένης αποδεικνύοντας την διδασκαλία του Ευτύχη και των οπαδών του Μονοφυσιτών ως πλάνη.

Ο αγιος Σωφρόνιος [Σαχάρωφ] του Έσεξ 11.7 + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Ο Άγιος Σωφρόνιος [Σαχάρωφ] του Έσεξ 11.7 + ΒΙΝΤΕΟ

                         από τον Κων/νο Οικονόμου



  ΓΕΝΙΚΑ: Ο Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ [22.9.1896-11.7.1993] ήταν Ρώσος Ορθόδοξος Ιερομόναχος που ξεκίνησε τη μοναχική του ζωή στο Άγιο Όρος, και θεωρείται από την ορθόδοξη παράδοση ως ένας από τους χαρισματικότερους μοναχούς του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στη Μόσχα και ήταν μέλος 9μελούς οικογένειας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Σέργιος, ενώ έδειχνε από μικρός ιδιαίτερη θεολογική κλίση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την ζωγραφική, ενώ μελέτησε τον Βουδισμό και τον Ινδουισμό. Όταν απογοητεύτηκε από τη φιλοσοφία των Ανατολικών θρησκειών, στράφηκε προς την Ορθοδοξία. Σε ηλικία 25 ετών, αμέσως μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων, μετακινήθηκε στη Γαλλία, προσπαθώντας να βρει εργασία ως ζωγράφος. Στη Γαλλία κατάφερε να γίνει δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όμως τελικά στράφηκε προς το χριστιανισμό με περισσότερο ζήλο, αφού τίποτε κοσμικό δεν γέμιζε την ψυχή του, όπως ο ίδιος αργότερα ομολόγησε και έτσι στράφηκε σε ηλικία 29 ετών στη θεολογία, εισαγόμενος στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο στο Παρίσι. Για τη μεταστροφή του αυτή έγραψε αργότερα: «Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν έβρισκα λύση. Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο Του Αγίου Σεργίου… Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».


ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ: Με το πέρας των σπουδών έλαβε την απόφαση να μονάσει. Έτσι εγκαταστάθηκε στη Ρωσική Ι.Μ. Α. Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος, το 1925. 4 έτη αργότερα γνώρισε τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, ο οποίος έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του. Στη συνέχεια αναχώρησε για τα Καρούλια του Άθωνα το 1938, όπου ασκήτεψε αυστηρά. Το 1948 έφυγε από το Άγιο Όρος ώστε να χειρουργηθεί στη Γαλλία, ενώ εξέδωσε σε βιβλίο το βίο του Αγίου Σιλουανού, που εν τω μεταξύ πέθανε. Στη συνεχεία εξέδωσε και άλλα βιβλία το «Περί προσευχής», το «Άσκηση και Θεωρία» και «Η ζωή Του ζωή μου». Το 1963 εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και ίδρυσε μια χριστιανική αδελφότητα, χτίζοντας παράλληλα και ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Ά. Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έσσεξ της Μ. Βρετανίας. Εκεί έμεινε μέχρι που εκοιμήθη το 1993 σε ηλικία 97 ετών.


ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ: Κατά την επίσκεψη του στο Άγιο Όρος, τον Οκτώβριο του 2019, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενώπιον της Σύναξης της Ιεράς κοινότητας, ανήγγειλε ότι το Πατριαρχείο σχεδίαζε να προχωρήσει στη μελέτη αγιοκατάταξης του Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ. Και πράγματι, αποδεχθείσα εισήγηση της Κανονικής Επιτροπής, η Αγία και Ιερά Σύνοδος, που συνήλθε υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη στις 27 Νοεμβρίου 2019, τον ανέγραψε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ακολουθώντας τον πιστό λαό του Θεού που ήδη ένιωθε τον Γέροντα του Άγιο!.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ: ''Δε γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα … Ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι. Μόλις περιορίσουμε το πρόσωπο του Χριστού, μόλις το κατεβάσουμε στο επίπεδο των εθνοτήτων, χάνουμε το παν και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Τότε ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων...Ο Χριστός είναι ο άπειρος Θεός. Δε σταυρώθηκε μόνο για τους πιστούς, αλλά για όλους τους ανθρώπους.'' Αρχιμ. Σωφρονίου, Περί Πνεύματος και Ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 1995, σ. 26-28.


ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1995 (1η έκδοση 1973). Η Ζωή Του ζωή μου, Θεσσαλονίκη 1977. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 1985. Περί προσευχής, Έσσεξ Αγγλίας 1991. Περί Πνεύματος και Ζωής, Έσσεξ Αγγλίας 1992. Άσκησις και θεωρία, Έσσεξ Αγγλίας 1996. Αγώνας θεογνωσίας, Έσσεξ Αγγλίας 2004. Γράμματα στη Ρωσία, Έσσεξ Αγγλίας 2009.

   ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ: Όταν λοιπόν ο άνθρωπος δέχεται την υψίστη αυτή γνώση, «υψίστη» σε σχέση με κάθε άλλο είδος γνώσεως, συμπεριλαμβανομένης και της ακαδημαϊκής θεολογίας, τότε το πνεύμα του ελευθερώνεται από τις αμφιταλαντεύσεις, που είναι αναπόφευκτες, όταν απουσιάζει η ζωντανή πείρα.

Η ακαδημαϊκή μόρφωση έγινε στην εποχή μας για τον μοναχό περισσότερο απαραίτητη πάρα στους περασμένους αιώνες. Ζούμε σε αυτό τον κόσμο που μας δόθηκε και εξαρτόμαστε από αυτόν στο επίπεδο της επίγειας υπάρξεώς μας. Δοκιμάζουμε αδιάκοπα επάνω μας την επίδραση του περιβάλλοντος μας· επίδραση αρνητική στην πλειονότητα των περιπτώσεων, που πρέπει οπωσδήποτε να υπερνικήσουμε, να αναιρέσουμε. Η επιστημονική θεολογική μόρφωση μας αποκαλύπτει το οριζόντιο επίπεδο· μας εξοικειώνει με τη θρησκευτική προβληματική της εποχής μας. Όταν γνωρίσουμε πολλά ρεύματα πνευματικής ζωής των συγχρόνων μας, δεν δοκιμάζουμε έπειτα κλονισμό μέσα μας για απροσδόκητες συναντήσεις και παραμένουμε απρόσβλητοι από τη φιλοσοφία αυτού του κόσμου. Η ικανότητα όμως αυτή να κατανικήσουμε κάθε αρνητική επίδραση του βυθισμένου στη φθορά κόσμου μας δίδεται όχι τόσο με την επιστήμη, όσο με την πραγματική εμπειρία του ζώντος Θεού.

Στα εκπαιδευτικά θεολογικά ιδρύματα, μερικοί από τους καθηγητές προσπαθούν να θέσουν τους μαθητές τους μπροστά στην αναγκαιότητα μιας κατακόρυφης αναβάσεως προς τον Θεό, δηλαδή γνώσεως σε βάθος και ύψος. Οι απόπειρες όμως αυτές δεν αλλάζουν τη γενική κατάσταση, δεδομένου μάλιστα ότι η ακαδημαϊκή μόρφωση ανήκει στο οριζόντιο επίπεδο, και γι’ αυτό είναι ανίκανη να δώσει αυθεντική πνευματική πείρα, δηλαδή την εμπειρία της μετάνοιας και της καθαρής προσευχής.

Ο μοναχισμός είναι κάτι άλλο· είναι διδασκαλία ευσέβειας, επιστήμη προς υπέρβαση του θανάτου. Τα μοναστήρια και η έρημος δίνουν την ελευθερία να παραδοθεί ο άνθρωπος στο πένθος της μετανοίας σε τέτοιο βαθμό, που ο κόσμος σχεδόν ποτέ δεν επιτρέπει. Με την έννοια αυτή στον μοναχισμό υπάρχει μόρφωση ανώτερης τάξεως σε σύγκριση με την ακαδημαϊκή. Αλλά και όταν ο μοναχός κατανοήσει την κατάσταση αυτή των πραγμάτων, όπως εγώ μπορώ να μαρτυρήσω, δεν περιφρονεί την ακαδημαϊκή μόρφωση, πράγμα που θα ήταν όχι απλώς σφάλμα αλλά και αμαρτία. Πολύ συχνότερα σφάλλουν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι αγνοώντας την υπαρκτική εμπειρία του αυθεντικού μοναχισμού και την ανεκτίμητη σπουδαιότητά του για τη ζωή όλης της Εκκλησίας, όλου του Χριστιανισμού.


Ο άγιος Σιλουανός αναφέρει στις γραφές του: «Άλλο πράγμα είναι να πιστεύει κανείς στον Θεό και άλλο να τον γνωρίζει». Βέβαια ο άγιος είχε υπ’ όψιν του τον εαυτό του πριν και μετά την εμφάνιση του Χριστού σε αυτόν. Ο μοναχός τοποθετείται στο θέμα αυτό ως εξής: Όταν υπάρχει το πλήρωμα της μοναχικής εμπειρίας, η επιστημονική μόρφωση δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο, γιατί το Πνεύμα μαρτυρεί μέσα μας τη σωτηρία. Αλλά και αν κάποιος αποκτήσει την «πληρότητα», δηλαδή την άκρως εφικτή για τα ανθρώπινα μέτρα ποσότητα θεωρητικών γνώσεων, η εμπειρία της ζωντανής Θεοκοινωνίας παραμένει απαραίτητη για τη σωτηρία του.

Και πάλι στις γραφές του αγίου Σιλουανού βρίσκουμε: «Αν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι καθαρά. Αν προσεύχεσαι καθαρά, τότε είσαι θεολόγος». Στο πρώτο μέρος της εκφράσεως αυτής, με τον όρο «θεολόγος» υποδηλώνεται η οντολογική διαμονή του ανθρώπου εν τω Θεώ. Το δεύτερο μέρος επαναλαμβάνει ουσιαστικά το περιεχόμενο του πρώτου. Εδώ δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν υπάρχει καθόλου χώρος για ακαδημαϊκούς τίτλους. Παρόμοια κατανόηση των πραγμάτων χαρακτήριζε τους μοναχούς των πρώτων αιώνων της εμφανίσεως του μοναχισμού στην Αίγυπτο. Βρίσκουμε παρόμοια πορεία σκέψεως στη ζωή και τους λόγους του οσίου Αντωνίου του Μεγάλου, και αργότερα σε πολλούς άλλους Πατέρες, που διέλαμψαν με αγιότητα και πλούσια γνώση.


Αρχιμ. Σωφρονίου, Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Εσσεξ 2010, αποσπάσματα

ΠΗΓΕΣ: Αναμνήσεις από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ του ΕΣΣΕΞ, Δήμητρας Β. Δαβίτη, Εκδόσεις Άθως, 1999.

Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, Αρχιμανδρίτη Ζαχαρία Ζάχαρου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2000.

«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» - Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, 2007.

«Αγαπώ άρα υπάρχω» - π. Νικολάου Σαχάρωφ, Εκδόσεις Εν πλω, 2007.



ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:


ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=8KXd38SV0nk&list=PLH04F-N8L60G7kJuksq19HNgEHc7JRdQ9&index=2



6.7.25

Ο αστερισμός Ανδρομέδα + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Ανδρομέδα + ΒΙΝΤΕΟ

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


  ΓΕΝΙΚΑ:
Η Ανδρομέδα [αστρον. σύμβολο: And], είναι ένας από τους αστερισμούς που συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των αστερισμών του Πτολεμαίου [«Μαθηματική Συντάξις»] και είναι ένας από τους αναγνωρισμένους 88 επίσημους αστερισμούς της Διεθνούς Αστρον. Ένωσης. Βρίσκεται νότια του αστερισμού της Κασσιόπης, και μεταξύ των αστερισμών Πήγασου και Περσέως, ενώ νότια απ΄ αυτή, 3 λαμπροί αστέρες δημιουργούν τον αστερισμό του Τριγώνου. Είναι αμφιφανής στον ελληνικό ουρανό. Η έκταση που καταλαμβάνει στο ουράνιο στερέωμα είναι 722 τετ. μοίρες και είναι ο 19ος σε μέγεθος αστερισμός. Είναι πλήρως ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 90°Β – 37°Ν. Η Ανδρομέδα αναγνωρίζεται σχετικά εύκολα από τους τρεις λαμπρούς αστέρες που συνδέουν το τετράπλευρο του Πηγάσου με το τόξο του Περσέα. Από το τετράπλευρο του Πηγάσου ο βορειότερος αστέρας ανήκει στην Ανδρομέδα και είναι ο «α» Ανδρομέδας, που κακώς από πολλούς προσμετράται ως αστέρας του Πήγασου, προκειμένου να συμπληρώνεται το τετράπλευρο.


ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ – ΙΣΤΟΡΙΚΑ
: Κατά την κλασική Αρχαιότητα οι Έλληνες ονόμαζαν την Ανδρομέδα και με άλλα ονόματα, όπως Κηφηΐδα (Κηφηΐς), επειδή η Ανδρομέδα θεωρείτο κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπης, ή Περσίδα, θεωρούμενη ως σύζυγος του Περσέα. Κατά τον Άρατο, η Ανδρομέδα «δεσμά κείται και εν τω ουρανώ» μεταφέροντας τον σχετικό μύθο της αλυσόδεσής της σε ακτή από τον Ποσειδώνα, μέχρι της ελευθέρωσής της από τον Περσέα. Γι αυτό και στην ουράνια χαρτογράφηση η Ανδρομέδα (ο αστερισμός) φέρεται «δεδεμένη», το περίζωμα της οποίας παριστούν οι αστέρες «β», «μ» και «ν». Από το μύθο ορμώμενοι και οι Άραβες, αποκαλούσαν τον αστερισμό αυτό και ως «Ελ-Μαρά» ή «Ελ-Μουσαλσελά» που σημαίνει «Αλυσοδεμένη γυναίκα».

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΥ: Ο λαμπρός αστέρας α Ανδρομέδας, αποκαλείται από τον Πτολεμαίο «ο εν τη κεφαλή», ενώ οι Άραβες αστρονόμοι τον ονόμαζαν «Σιρράχ». Ακολούθως, ο «β», ο κατά Πτολεμαίο «κείμενος εν τη ζώνη» είναι για τους Άραβες ο «Μιραχ», τον οποίο ακολουθεί ο «γ» Ανδρομέδας, ο «εν τω αριστερώ ποδί» στον κατάλογο του Πτολεμαίου, που σήμερα ονομάζεται «Αλαμάκ», ονομασία και αυτή προερχόμενη από τους Άραβες. Οι «β» και «γ» αν και φαίνονται αμυδρότεροι από τον “α” είναι ίσου φαινομένου μεγέθους (2,4). Οι τρεις αυτοί αστέρες «α», «β» και «γ», που βρίσκονται σε ίση σχεδόν απόσταση μεταξύ τους, αποτελούν τους σημαντικότερους του αστερισμού, παρόλο που σ΄ αυτόν περιλαμβάνονται συνολικά 86 αστέρες από δευτέρου μέχρι και έκτου μεγέθους που μπορούν να παρατηρηθούν με γυμνό οφθαλμό (εκτός πόλεων, σε ασέληνη νύκτα). [Ο συνολικός αριθμός αστέρων με φαιν. μέγεθος ≤ 6.5 είναι 152, ενώ αξίζει να αναφέρουμε ότι στον κατάλογο του Πτολεμαίου περιλαμβάνονταν μόνο 23 αστέρες.]. Πάνω από τον «β» και κάθετα προς τη νοητή ευθεία των «α», «β» και «γ», υπάρχουν άλλοι δύο αμυδρότεροι, αλλά λαμπροί, οι «μ» και «ν» της Ανδρομέδας. Να αναφέρουμε ακόμη ότι οι «β», «μ» και «ν» αποτελούν το λεγόμενο “περίζωμα της Ανδρομέδας”. 

   


Λίγο πιο πάνω και δεξιότερα, πάνω από τον αστέρα «ν» της Ανδρομέδας, υπάρχει το φημισμένο Νεφέλωμα της Ανδρομέδας, που αποτελεί ένα ολόκληρο γαλαξία, σαν τον δικό μας: Είναι ο Μέγας
Γαλαξίας της Ανδρομέδας, το μακρινότερο ουράνιο «αντικείμενο» που γίνεται ορατό με γυμνό μάτι.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σε αντίθεση με τους επίγειους χάρτες (πολιτικούς, γεωφυσικούς, ναυτιλιακούς κλπ.) οι χάρτες της ουράνιας χαρτογράφησης απεικονίζουν δεξιά την επίγεια Δύση και αριστερά την επίγεια Ανατολή, επειδή όταν κοιτάμε προς τον Πολικό αστέρα (σταθερό σημείο του Βορρά) η ανατολή είναι δεξιά μας. Στις περιγραφές ουρανίων σωμάτων προς αποφυγή λαθών συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται όροι όπως δεξιότερα, πάνω από, πιο κάτω κλπ.


konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:


Αγία Κυριακή η Μεγαλομάρτυς [7 Ιουλίου] +ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Αγία Κυριακή η Μεγαλομάρτυς [7 Ιουλίου] +ΒΙΝΤΕΟ

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



  ΚΑΤΑΓΩΓΗ: H Αγία Μεγαλομάρτυς Κυριακή γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μ. Ασίας και ήταν η μοναχοκόρη του Δωρόθεου και της Ευσεβίας. Οι γονείς της ήταν Έλληνες, ευσεβείς χριστιανοί και ευκατάστατοι, αλλά χωρίς παιδιά. Προσευχόμενοι αδιαλείπτως, απέκτησαν τελικά μια κόρη, που επειδή γεννήθηκε ημέρα Κυριακή (την ημέρα του Κυρίου), της δόθηκε το όνομα Κυριακή. Από την παιδική της ηλικία η Κυριακή ήταν αφιερωμένη στο Θεό. Ήταν όμορφη στο σώμα και στην ψυχή. Πολλοί μνηστήρες τη ζήτησαν σε γάμο, αλλά απέρριπτε όλες τις προτάσεις, λέγοντας ότι είναι αρραβωνιασμένη με τον Χριστό τον Κύριο και ότι δεν επιθυμούσε τίποτε περισσότερο από το να πεθάνει εν παρθενία.

  ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: Ένας δικαστής της πόλης ήθελε να αρραβωνιάσει την Κυριακή με το γιο του, δεδομένου μάλιστα ότι εκείνη προερχόταν από πλούσια οικογένεια. Καθώς και η δική του πρόταση απορρίφθηκε, κατήγγειλε την Κυριακή και τους γονείς της ως Χριστιανούς στον τότε αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Ο αυτοκράτορας διέταξε οι γονείς της να υποβληθούν σε βασανιστήρια. Ο Δωρόθεος ξυλοκοπήθηκε άγρια, μέχρι του σημείου οι στρατιώτες από την κούραση να σταματήσουν να τον χτυπούν. Επειδή ούτε η κολακεία, ούτε τα μαρτύρια είχαν αποτέλεσμα, ο Δωρόθεος και η Ευσεβία εξορίσθηκαν στη Μελιτηνή, στα σύνορα Αρμενίας Καππαδοκίας, όπου πέθαναν υπομένοντας πολλά δεινά για τον Χριστό1.


 

  ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Έστειλε τότε ο αυτοκράτορας την Κυριακή να ανακριθεί από τον Καίσαρα Μαξιμιανό. Η Κυριακή αρνήθηκε να αποκηρύξει την πίστη της. Ως αποτέλεσμα ο Μαξιμιανός διέταξε να τη μαστιγώσουν. Οι άνδρες του αυτοκράτορα τη βασάνισαν με κάθε δυνατό τρόπο, αλλά η πίστη της ήταν ακλόνητη. Ένα βράδυ, καθώς κείτονταν στο πάτωμα του κελλιού της, άκουσε τη φωνή του Θεού να της λέει: «Μη φοβάσαι τα βασανιστήρια Κυριακή, το πνεύμα μου είναι μαζί σου». Ακόμη κι έπειτα από τρομερές δοκιμασίες, ο Μαξιμιανός απέτυχε να πείσει τη νεαρή γυναίκα να αλλάξει την πίστη της. Την έστειλε τότε στον έπαρχο Βιθυνίας Ιλαρίωνα, από τον οποίο ζήτησε να κάνει την Κυριακή ειδωλολάτρη ή να του την ξαναστείλει. Ο Ιλαρίων έβαλε τα δυνατά του για να το πετύχει αυτό. Ένα από τα βασανιστήρια που δοκίμασε ήταν να την βάζει να κρέμεται από τα μαλλιά της αρκετές ώρες ενώ στρατιώτες της έκαιγαν το σώμα με αναμμένες δάδες. Τέλος, την έριξαν σε ένα κελί φυλακής. Εκείνη τη νύχτα ο Χριστός εμφανίστηκε και της θεράπευσε τις πληγές. Βλέποντας τη θαυματουργή σωτηρία της Κυριακής πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν στο Χριστό με συνέπεια να θανατωθούν από τους στρατιώτες του επάρχου. Ύστερα από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την Κυριακή στο ναό ελπίζοντας πως μετά τα τόσα βασανιστήρια θα θυσίαζε στα είδωλα. Εκείνη, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να τη βοηθήσει. Τότε ένας δυνατός τοπικός σεισμός που τρόμαξε τους δημίους έκανε τα αγάλματα του ναού να πέσουν από τα βάθρα τους και να συντριβούν. Αφού η Αγία οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή, ο νέος έπαρχος Απολλώνιος διέταξε να συνεχιστεί το “έργο” του προκατόχου του. Η Κυριακή οδηγήθηκε λοιπόν σε νέα βασανιστήρια. Όταν όμως την έριχναν στη φωτιά, οι φλόγες δεν την έκαιγαν. Όταν την έριχναν στα άγρια θηρία αυτά ημέρευαν. Εν τέλει, ο Απολλώνιος την καταδίκασε σε αποκεφαλισμό. 

   


Της δόθηκαν λίγα λεπτά για να προσευχηθεί, και ζήτησε από το Θεό να παραλάβει την ψυχή της, συγχωρώντας αυτούς που εξ αιτίας τους πέθαινε και μαρτυρούσε για το Χριστό. Έπειτα έγειρε προς τη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτελέσει τη διαταγή, είδε ότι η Κυριακή ήταν ήδη νεκρή. Η Παρθενομάρτυς Αγία Κυριακή ήταν μόλις 21 χρονών.

Απολυτίκιο: “Ως βρύσις πολύκρουνος παρθενομάρτυς Χριστού, κατήρδευσας πάνσοφε την Εκκλησίαν αυτού, και ήθλησας άριστα. Έσωσας τους εν σκότει της ειδωλομανίας, αίγλη των σων θαυμάτων, Κυριακή αθλοφόρε. Διό εν παρρησία Χριστώ πρέσβευε σωθήναι ημάς.”


1. Κατ' άλλους Συναξαριστές, οι γονείς της συνελήφθησαν και μετά από ανάκριση βασανίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν από το δούκα Ιούστο, κατά τη διάρκεια του διωγμού του Διοκλητιανού..

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=PHdO_EK3a3E&list=PLH04F-N8L60G7kJuksq19HNgEHc7JRdQ9&index=5

5.7.25

Ένα καλογεράκι, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου -2017- κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο ίδιος

 

Ένα καλογεράκι, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

-2017- κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο ίδιος



[Στους υψοποιώς ταπεινούντες το φρόνημα.]

   


Ο Ιωάννης έδειχνε περίλυπος, παραδομένος βασανιστικά εδώ και πολλές εβδομάδες στις σκέψεις του. Παρ΄ ότι είχε ήδη δύο χρόνια δόκιμος μοναχός στον Άθωνα, δεν μπορούσε να υποφέρει τα περίεργα θελήματα του γέροντα Νήφωνα. Κι ήταν αλήθεια ο πατήρ Νήφων πολύ σκληρός μαζί του. Έτσι, εκεί στα ερημητήρια της Κερασιάς, δεν μπορούσε να βοηθηθεί πνευματικά, ούτε στη νοερή του προσευχή, ούτε στην άσκηση, ούτε στην τόσο επιθυμητή γι΄ αυτόν ησυχία.

Βέβαια ούτε μια στιγμή το καλογεράκι μας δεν επιθυμούσε να γυρίσει στην προηγούμενή του ζωή, την κοσμική. Τι είχε άλλωστε να θυμάται! Το διαζύγιο των γονέων του, το θάνατο από νοθευμένη δόση του αδελφού του, του Βλάση, ή μήπως τη δική του κατάντια εκεί στις “μπάντες” της νύχτας στα σκοτεινά μπαράκια στο Μεταξουργείο; Μόνο δάκρυα μετανοίας του έφερναν αυτές οι σκέψεις. Παρ΄ όλα αυτά μία σκέψη τον βασάνιζε νυχθημερόν: τι να κάνει με το θέμα του σκληρού Γέροντά του. Έτσι κάποιο πρωί που ο Νήφων κατέβηκε στις Καρυές για να επισκεφθεί το γιατρό, ο Ιωάννης αναζήτησε και έκανε πνευματικό του έναν χαρισματικό Γέροντα από τα Καυσοκαλύβια, που τον είχε ακουστά από την εποχή που ήταν ακόμη στον κόσμο. Εκείνος τον συμβούλευσε να σηκώνεται τη νύχτα, την ώρα πού κοιμόταν ό Γέροντας του, και να κάνει τότε τον πνευματικό του αγώνα. Έτσι, άρχισε ο δόκιμος Ιωάννης να σηκώνεται τη νύκτα και να αγωνίζεται κρυφά. Όμως ο Γερο- Νήφων, κάποιο βράδυ, τον κατάλαβε και τον μάλωσε αυστηρά, γιατί δεν έκανε υπακοή, παρά προτιμούσε να κάνει άλλα από αυτά πού τον πρόσταξε εκείνος. Έτσι ο Ιωάννης, αποφάσισε να σηκώνεται και να απομακρύνεται τις νύκτες στο ύπαιθρο για να μη τον αντιλαμβάνεται ό Γέροντας.

Κάποια καλοκαιριάτικη νύχτα, αμέσως μετά την πανήγυρη του Προφήτη Ηλία, μέσα στο βαθύ σκοτάδι, κάπου μια ώρα πριν το πρώτο χάραμα της καινούριας μέρας, κάτω από τον πλημμυρισμένο άστρα σκοτεινό ουρανό, ο Ιωάννης γονατιστός προσευχόταν χύνοντας ποταμούς δακρύων έξω από το νάρθηκα του Κυριακού της γειτονικής Σκήτης. Ήταν τόσο απορροφημένος που δεν αντιλήφθηκε αμέσως μια σκιά που κατευθυνόταν στην είσοδο του ναού. Ήταν ενας από αυτούς τους γυμνήτες ασκητές, για τους οποίους είχε ακούσει παλιότερα να γίνεται λόγος από άλλους μοναχούς. Εκείνος, χωρίς να έχει δει το καλογεροπάιδι, υπέργηρος, με μακριά πάλλευκα μαλλιά και γένια, στάθηκε μπροστά στην είσοδο του ναού, σταύρωσε με το δεξί του και ... η πόρτα άνοιξε στριγγλίζοντας. Τότε ο Ιωάννης αιφνιδιασμένος, σταμάτησε την προσευχή, έστρεψε το πρόσωπό του προς την κατεύθυνση του θορύβου και έμεινε ενεός παρακολουθώντας τον γέροντα. Ο πολιός ασκητής μπήκε στο ναό, προχώρησε προς το ιερό βήμα και μπροστά στην Ωραία Πύλη γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται μεγαλοφώνως. Ο Ιωάννης μπήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε κι αυτός στο Ναό, στάθηκε στους προσκλαίοντες απ΄ όπου παρακολουθούσε άφωνος. Ο Γέροντας προσευχόταν ώρα πολλή. Όταν τελείωσε, βγήκε έξω, σταύρωσε πάλι την πόρτα και ή πόρτα έκλεισε! Πίσω από την κλειστή θύρα έμεινε ο Ιωάννης αποσβολωμένος. Μετά ο γέροντας ξεκίνησε και πήρε το ανηφορικό μονοπάτι για την κορυφή του Άθωνα. Ο Ιωάννης, που στο μεταξύ βγήκε κι αυτός αθόρυβα, έλεγε συγκλονισμένος μέσα του: “Να, αυτός είναι Γέροντας για μένα. Αυτόν θα ακολουθήσω”. Και πραγματικά τον πήρε κατά πόδας. Μπροστά ό γέροντας, πίσω του ο Ιωάννης, σε απόσταση, για να μη τον αντιληφθεί. Λίγο πριν φθάσουν στο εκκλησάκι της Παναγίας, κάτω από την αθωνική κορυφή, ο Ιωάννης άρχισε να φοβάται μη τυχόν πάρει άλλο μονοπάτι ο Γέροντας και τον χάσει. Τάχυνε λοιπόν το βήμα για να τον φθάσει, να πάρει την ευχή του και να του ζητήσει να τον κάνει δικό του υποτακτικό. Μόλις έφτασε στα πέντε βήματα πίσω του, εκείνος τον κατάλαβε. Σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος του και του έκανε κάπως άγρια: “Που πηγαίνεις;” “Γέροντα”, του απαντά ο Ιωάννης με σεβασμό, “ήλθα να πάρω την ευχή σου. Σε παρακαλώ να με πάρεις δόκιμο κοντά σου, γιατί δεν αναπαύομαι στον Γέροντα μου”. Κι ο Ασκητής του είπε: “Εκεί που μένουμε εμείς, είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Δεν μπορείς να ζήσεις εκεί. Θα πας πίσω στον Γέροντα σου”. Τότε ο Ιωάννης άρχισε να απαριθμεί τις δυσκολίες του πνευματικού του αγώνα κοντά στον δικό του “δύστροπο” Γέροντα, μα ο σεβάσμιος γέροντας επέμεινε: “Όχι, καλογεροπαίδι μου, εκεί θα πάς. Εκεί θα μείνεις και από εκεί θα βρεις τον παράδεισο”. Τότε ο Ιωάννης υποχώρησε: “Να ‘ναι ευλογημένο. Αφού δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, να ‘ναι ευλογημένο. Θα γυρίσω πάλι πίσω...” είπε σκύβοντας το κεφάλι και, αφού πήρε την ευχή του αγίου γέροντα, έκανε να γυρίσει προς την κατηφοριά του μονοπατιού. Όμως, να ο ασκητής τον φωνάζει. Ο νέος με λαχτάρα γυρίζει και ακούει να του λέει: “Πρόσεξε, παιδί μου, ετοιμάσου γιατί σε λίγο καιρό θα φύγεις από αυτό τον κόσμο και θα φύγεις μέσα από αυτή την υπακοή. Δεν θα αλλάξεις, όμως, Γέροντα”. “Να ΄ναι ευλογημένο”, λέει πάλι ό Ιωάννης και κατεβαίνει. Το άλλο πρωί, πήγε κοντά στον Πνευματικό του και του διηγήθηκε τη συνάντηση με τον γυμνό αυτό ασκητή, καθώς και ότι του ζήτησε να τον κάνει υποτακτικό του, αλλά ότι εκείνος του είπε να κάνει υπακοή και να παραμείνει στον Γέροντα του. Στο τέλος του είπε ότι ο ασκητής εκείνος προφήτευσε πως σε λίγες ήμερες θα έφευγε από αυτό τον κόσμο. Ο “δύστροπος” Νήφων τότε, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του είπε: “Όπως σου είπε, έτσι θα κάνεις και έτσι θα γίνει!”.

  Λίγες μέρες αργότερα, ξημερώνοντας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο Ιωάννης ξύπνησε κάθιδρος. Ένιωθε πως δεν μπορούσε να αναπνεύσει καλά, αλλά σύντομα, μετά από έναν περίεργο δυνατό πόνο κάπου στο στέρνο, ένιωσε να συνέρχεται. Σηκώθηκε νιώθοντας μια γλυκιά αγαλλίαση και βγήκε από την Καλύβη. Έκανε ν΄ ανηφορίσει προς το Κυριακό και είδε, με μεγάλη του έκπληξη, ότι σχεδόν χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει έξω απ΄ τη θύρα του Ναού. Ενός ναού που έδειχνε κατάφωτος, ενώ αγγελικές ψαλμωδίες έρχονταν από το εσωτερικό του. Με μεγάλη του χαρά είδε, έξω από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα του Ναού τον ίδιο γυμνήτη ασκητή να του γνέφει. Το καλογεράκι πήγε αμέσως κοντά του. “Έλα μαζί μας τώρα!” του έκανε ο Γέροντας χαμογελώντας φωτεινά. “Το δικό σου εισιτήριο, Ιωάννη, ήταν η υπακοή.”


Όταν, τρία έτη αργότερα, έκαναν την εκταφή του Ιωάννη, από την αγία κάρα του έτρεχε μύρο! Τα έχασαν οι Γεροντάδες. Τόσο νέος υποτακτικός, μάλιστα δόκιμος και όμως απέκτησε τέτοια χάρη! Ο “σκληρός” Πνευματικός, όμως το βεβαίωσε σ΄ όλους τους γέροντες: “Το καλογεράκι έδειξε υπακοή”, μουρμούρισε και σταυροκοπήθηκε.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 



Η Πεποικιλμένη -1909- του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

Η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

-1909- κείμενο - AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου 


 

   Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν’ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) ⟨καὶ⟩ ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ’ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ’ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.

Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ’ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:

― Δὲν πῆγες, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγιὰ τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.

― Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!

― Ἔχει φεγγαράκι.

Ἔπια, κ’ ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.

― Θὰ πᾷς σίγουρα, Κωσταντή;… Πῶς σοῦ ἦρθε;… Ἔχεις συντροφιά;

― Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσῃ.

― Ποιόν;

― Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.

Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διὰ νὰ εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμάντην, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα· δύο ὧρες νύκτα.

Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.

― Κωσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνιψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισε ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. «Ποῦ θὰ πᾷς τέτοιαν ὥρα;» καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν… Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;

― Λέγε.

― Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη-νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρῇς, ἢ ἕνα παιδί… ἢ ἕνα πουλί.

― Καλά.

― Μὴν ξεχάσῃς.

― Ὄχι.

― Ἐγὼ θὰ πάω πεζός, καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ’ ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου. Θὰ πάρῃς καὶ κουμπάνια;

― Θὰ πάρω.

― Σὲ περιμένω στὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.

― Καλά.

Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κ’ ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας ἀνήφορον ἕως τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τὴν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.

Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς «Σακαλάρους», ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου «ἐκρότιζεν» ὁ τόπος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην· δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ «Πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα τὸ ρέμα, ἐμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτίριον, τὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ’ ἐγαύγισαν, ἀλλ’ ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὅπου εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν, κ’ ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.

Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ’ αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος». Ἐκάθισα ἐπὶ τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τὸ μελαγχολικὸν φῶς τῆς σελήνης, τὸ χωρίον μας, κάτασπρον, κτισμένον ἐπὶ δύο λόφων καὶ μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καὶ τὸν λιμένα τὸν τρίκολπον μὲ τὰ τρυφερὰ νησάκια, ὁποὺ φαίνονται ὡς νὰ «ἐγκαινίζωνται» εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.

Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.

― Ἐδῶ εἶσαι, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε;

― Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;

― Μ’ ἐγέλασε… Μὴν τὰ ρωτᾷς, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα… καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα… ὅλα τὰ εἶπα στὸν δρόμο.

― Γιατί; Φοβήθηκες;

― Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ’ ἔμελε;

― Ὄχι τόσο. Ἀπ’ τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;

― Ἀπ’ τὸ Πετράλωνο. Ἐσύ, ἀπ’ τοῦ Βαραντᾶ;

― Ναί.

― Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;

― Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου… τίποτε.

Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρματσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχεν ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωστής.

Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράκτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωστής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῷον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκε. Ὁ Κωσταντὴς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγὼ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;

Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κ’ εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁποὺ εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νὰ συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὶ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.

Ὅταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμί ― καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ’ ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ’ εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ βασιλικὰ καὶ ροσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸ λιτὸν δεῖπνόν μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κ’ ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.

― Ὅλα καλά, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε· μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας…

― Ἀλήθεια;… Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.

Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα, μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ’ ἕνα φανάρι, κ’ ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνά της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.

― Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα… Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.

― Πᾶμε, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε.

Ἐσηκώθη, κ’ ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῷον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του, καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἢ τοῦ Κυρίου). Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβήσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στὴν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.

Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν δρυμῶνα, κ’ ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιον ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνε.

Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλύτερ’ ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλύτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ’ εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρομίσκοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακόν, καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσῃ, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν, ὡς εἰκός, τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον, καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μου.)

Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρί, κ’ ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβησε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δὲν ἠξεύρω ποῦ, καὶ ἵππευσε πάλιν.

Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὣς τόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἐβλέπαμεν κάτι ν’ ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι· μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ καταυλισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν· πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον, ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν’ ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμούμην ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι, καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβηναν πρὶν ν’ ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν’ ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβησε τὸ ἀεράκι.

Τέλος ὁ Παπᾶς ―τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλᾶτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω― μᾶς ᾐσθάνθη ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν ― διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.

Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παρὰ μικρὸν μεσάνυχτα, ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας ―τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες, καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιά― εἶχαν ὑπάγει διὰ ν’ ἀγρυπνήσουν ― ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.

Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ’ ἑσπέρας, μ’ ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ πάτερ Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν’ ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κ’ ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελέσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.

Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.

― Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειό, χριστιανοί, εἶπα ἐγώ, κ’ ἐκάθισα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπαν, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ᾽κεῖνα τὰ χρόνια!

Ἤρχισε τὸ Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, κ’ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, κ’ ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτου, νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κὺρ Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ’ ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Μαλαματίνας, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.

Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειά. Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.

Ἔγινε δύο ἡ ὥρα, κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο, κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.

― Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾷς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κ’ ἐγὼ θ’ ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα… δηλαδή, διὰ ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίον σου τὸ μουσικό, καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ’ ἀρχίσω τὸ «Δοῦλοι Κύριον». Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾷς τὸ «Λόγον ἀγαθόν». Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν Πολυέλεον· ἦρθα διὰ τὸ «Πεποικιλμένη».

Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον ― Βυζαντινόν, μὲ χηβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἠρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κ’ ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.

Μετὰ εἴκοσιν λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμῳδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην:

― Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος, καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν’ ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.

― Καλά, καλά.

Τέλος, ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος μειδιῶν μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ Μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ’ ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρῴην ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαυμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀρνηθῶ.


Ὕστερον ἔμαθα ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ «μαχμουρλὴς» ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθεῖσα Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:

― Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση, σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.

― Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ Γούμενος.

Ἐννοοῦσεν ἐμέ.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΑUDIOBOOK:



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου       Ε ίχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....