Ετικέτες - θέματα

5.7.25

Ένα καλογεράκι, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου -2017- κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο ίδιος

 

Ένα καλογεράκι, του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

-2017- κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο ίδιος



[Στους υψοποιώς ταπεινούντες το φρόνημα.]

   


Ο Ιωάννης έδειχνε περίλυπος, παραδομένος βασανιστικά εδώ και πολλές εβδομάδες στις σκέψεις του. Παρ΄ ότι είχε ήδη δύο χρόνια δόκιμος μοναχός στον Άθωνα, δεν μπορούσε να υποφέρει τα περίεργα θελήματα του γέροντα Νήφωνα. Κι ήταν αλήθεια ο πατήρ Νήφων πολύ σκληρός μαζί του. Έτσι, εκεί στα ερημητήρια της Κερασιάς, δεν μπορούσε να βοηθηθεί πνευματικά, ούτε στη νοερή του προσευχή, ούτε στην άσκηση, ούτε στην τόσο επιθυμητή γι΄ αυτόν ησυχία.

Βέβαια ούτε μια στιγμή το καλογεράκι μας δεν επιθυμούσε να γυρίσει στην προηγούμενή του ζωή, την κοσμική. Τι είχε άλλωστε να θυμάται! Το διαζύγιο των γονέων του, το θάνατο από νοθευμένη δόση του αδελφού του, του Βλάση, ή μήπως τη δική του κατάντια εκεί στις “μπάντες” της νύχτας στα σκοτεινά μπαράκια στο Μεταξουργείο; Μόνο δάκρυα μετανοίας του έφερναν αυτές οι σκέψεις. Παρ΄ όλα αυτά μία σκέψη τον βασάνιζε νυχθημερόν: τι να κάνει με το θέμα του σκληρού Γέροντά του. Έτσι κάποιο πρωί που ο Νήφων κατέβηκε στις Καρυές για να επισκεφθεί το γιατρό, ο Ιωάννης αναζήτησε και έκανε πνευματικό του έναν χαρισματικό Γέροντα από τα Καυσοκαλύβια, που τον είχε ακουστά από την εποχή που ήταν ακόμη στον κόσμο. Εκείνος τον συμβούλευσε να σηκώνεται τη νύχτα, την ώρα πού κοιμόταν ό Γέροντας του, και να κάνει τότε τον πνευματικό του αγώνα. Έτσι, άρχισε ο δόκιμος Ιωάννης να σηκώνεται τη νύκτα και να αγωνίζεται κρυφά. Όμως ο Γερο- Νήφων, κάποιο βράδυ, τον κατάλαβε και τον μάλωσε αυστηρά, γιατί δεν έκανε υπακοή, παρά προτιμούσε να κάνει άλλα από αυτά πού τον πρόσταξε εκείνος. Έτσι ο Ιωάννης, αποφάσισε να σηκώνεται και να απομακρύνεται τις νύκτες στο ύπαιθρο για να μη τον αντιλαμβάνεται ό Γέροντας.

Κάποια καλοκαιριάτικη νύχτα, αμέσως μετά την πανήγυρη του Προφήτη Ηλία, μέσα στο βαθύ σκοτάδι, κάπου μια ώρα πριν το πρώτο χάραμα της καινούριας μέρας, κάτω από τον πλημμυρισμένο άστρα σκοτεινό ουρανό, ο Ιωάννης γονατιστός προσευχόταν χύνοντας ποταμούς δακρύων έξω από το νάρθηκα του Κυριακού της γειτονικής Σκήτης. Ήταν τόσο απορροφημένος που δεν αντιλήφθηκε αμέσως μια σκιά που κατευθυνόταν στην είσοδο του ναού. Ήταν ενας από αυτούς τους γυμνήτες ασκητές, για τους οποίους είχε ακούσει παλιότερα να γίνεται λόγος από άλλους μοναχούς. Εκείνος, χωρίς να έχει δει το καλογεροπάιδι, υπέργηρος, με μακριά πάλλευκα μαλλιά και γένια, στάθηκε μπροστά στην είσοδο του ναού, σταύρωσε με το δεξί του και ... η πόρτα άνοιξε στριγγλίζοντας. Τότε ο Ιωάννης αιφνιδιασμένος, σταμάτησε την προσευχή, έστρεψε το πρόσωπό του προς την κατεύθυνση του θορύβου και έμεινε ενεός παρακολουθώντας τον γέροντα. Ο πολιός ασκητής μπήκε στο ναό, προχώρησε προς το ιερό βήμα και μπροστά στην Ωραία Πύλη γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται μεγαλοφώνως. Ο Ιωάννης μπήκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε κι αυτός στο Ναό, στάθηκε στους προσκλαίοντες απ΄ όπου παρακολουθούσε άφωνος. Ο Γέροντας προσευχόταν ώρα πολλή. Όταν τελείωσε, βγήκε έξω, σταύρωσε πάλι την πόρτα και ή πόρτα έκλεισε! Πίσω από την κλειστή θύρα έμεινε ο Ιωάννης αποσβολωμένος. Μετά ο γέροντας ξεκίνησε και πήρε το ανηφορικό μονοπάτι για την κορυφή του Άθωνα. Ο Ιωάννης, που στο μεταξύ βγήκε κι αυτός αθόρυβα, έλεγε συγκλονισμένος μέσα του: “Να, αυτός είναι Γέροντας για μένα. Αυτόν θα ακολουθήσω”. Και πραγματικά τον πήρε κατά πόδας. Μπροστά ό γέροντας, πίσω του ο Ιωάννης, σε απόσταση, για να μη τον αντιληφθεί. Λίγο πριν φθάσουν στο εκκλησάκι της Παναγίας, κάτω από την αθωνική κορυφή, ο Ιωάννης άρχισε να φοβάται μη τυχόν πάρει άλλο μονοπάτι ο Γέροντας και τον χάσει. Τάχυνε λοιπόν το βήμα για να τον φθάσει, να πάρει την ευχή του και να του ζητήσει να τον κάνει δικό του υποτακτικό. Μόλις έφτασε στα πέντε βήματα πίσω του, εκείνος τον κατάλαβε. Σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος του και του έκανε κάπως άγρια: “Που πηγαίνεις;” “Γέροντα”, του απαντά ο Ιωάννης με σεβασμό, “ήλθα να πάρω την ευχή σου. Σε παρακαλώ να με πάρεις δόκιμο κοντά σου, γιατί δεν αναπαύομαι στον Γέροντα μου”. Κι ο Ασκητής του είπε: “Εκεί που μένουμε εμείς, είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Δεν μπορείς να ζήσεις εκεί. Θα πας πίσω στον Γέροντα σου”. Τότε ο Ιωάννης άρχισε να απαριθμεί τις δυσκολίες του πνευματικού του αγώνα κοντά στον δικό του “δύστροπο” Γέροντα, μα ο σεβάσμιος γέροντας επέμεινε: “Όχι, καλογεροπαίδι μου, εκεί θα πάς. Εκεί θα μείνεις και από εκεί θα βρεις τον παράδεισο”. Τότε ο Ιωάννης υποχώρησε: “Να ‘ναι ευλογημένο. Αφού δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, να ‘ναι ευλογημένο. Θα γυρίσω πάλι πίσω...” είπε σκύβοντας το κεφάλι και, αφού πήρε την ευχή του αγίου γέροντα, έκανε να γυρίσει προς την κατηφοριά του μονοπατιού. Όμως, να ο ασκητής τον φωνάζει. Ο νέος με λαχτάρα γυρίζει και ακούει να του λέει: “Πρόσεξε, παιδί μου, ετοιμάσου γιατί σε λίγο καιρό θα φύγεις από αυτό τον κόσμο και θα φύγεις μέσα από αυτή την υπακοή. Δεν θα αλλάξεις, όμως, Γέροντα”. “Να ΄ναι ευλογημένο”, λέει πάλι ό Ιωάννης και κατεβαίνει. Το άλλο πρωί, πήγε κοντά στον Πνευματικό του και του διηγήθηκε τη συνάντηση με τον γυμνό αυτό ασκητή, καθώς και ότι του ζήτησε να τον κάνει υποτακτικό του, αλλά ότι εκείνος του είπε να κάνει υπακοή και να παραμείνει στον Γέροντα του. Στο τέλος του είπε ότι ο ασκητής εκείνος προφήτευσε πως σε λίγες ήμερες θα έφευγε από αυτό τον κόσμο. Ο “δύστροπος” Νήφων τότε, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του είπε: “Όπως σου είπε, έτσι θα κάνεις και έτσι θα γίνει!”.

  Λίγες μέρες αργότερα, ξημερώνοντας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο Ιωάννης ξύπνησε κάθιδρος. Ένιωθε πως δεν μπορούσε να αναπνεύσει καλά, αλλά σύντομα, μετά από έναν περίεργο δυνατό πόνο κάπου στο στέρνο, ένιωσε να συνέρχεται. Σηκώθηκε νιώθοντας μια γλυκιά αγαλλίαση και βγήκε από την Καλύβη. Έκανε ν΄ ανηφορίσει προς το Κυριακό και είδε, με μεγάλη του έκπληξη, ότι σχεδόν χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει έξω απ΄ τη θύρα του Ναού. Ενός ναού που έδειχνε κατάφωτος, ενώ αγγελικές ψαλμωδίες έρχονταν από το εσωτερικό του. Με μεγάλη του χαρά είδε, έξω από τη μεγάλη ξύλινη πόρτα του Ναού τον ίδιο γυμνήτη ασκητή να του γνέφει. Το καλογεράκι πήγε αμέσως κοντά του. “Έλα μαζί μας τώρα!” του έκανε ο Γέροντας χαμογελώντας φωτεινά. “Το δικό σου εισιτήριο, Ιωάννη, ήταν η υπακοή.”


Όταν, τρία έτη αργότερα, έκαναν την εκταφή του Ιωάννη, από την αγία κάρα του έτρεχε μύρο! Τα έχασαν οι Γεροντάδες. Τόσο νέος υποτακτικός, μάλιστα δόκιμος και όμως απέκτησε τέτοια χάρη! Ο “σκληρός” Πνευματικός, όμως το βεβαίωσε σ΄ όλους τους γέροντες: “Το καλογεράκι έδειξε υπακοή”, μουρμούρισε και σταυροκοπήθηκε.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 



Η Πεποικιλμένη -1909- του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

Η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

-1909- κείμενο - AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου 


 

   Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν’ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) ⟨καὶ⟩ ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ’ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ’ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.

Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ’ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:

― Δὲν πῆγες, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγιὰ τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.

― Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!

― Ἔχει φεγγαράκι.

Ἔπια, κ’ ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.

― Θὰ πᾷς σίγουρα, Κωσταντή;… Πῶς σοῦ ἦρθε;… Ἔχεις συντροφιά;

― Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσῃ.

― Ποιόν;

― Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.

Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διὰ νὰ εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμάντην, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα· δύο ὧρες νύκτα.

Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.

― Κωσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνιψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισε ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. «Ποῦ θὰ πᾷς τέτοιαν ὥρα;» καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν… Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;

― Λέγε.

― Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη-νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρῇς, ἢ ἕνα παιδί… ἢ ἕνα πουλί.

― Καλά.

― Μὴν ξεχάσῃς.

― Ὄχι.

― Ἐγὼ θὰ πάω πεζός, καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ’ ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου. Θὰ πάρῃς καὶ κουμπάνια;

― Θὰ πάρω.

― Σὲ περιμένω στὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.

― Καλά.

Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κ’ ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας ἀνήφορον ἕως τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τὴν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.

Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς «Σακαλάρους», ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου «ἐκρότιζεν» ὁ τόπος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην· δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ «Πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα τὸ ρέμα, ἐμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτίριον, τὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ’ ἐγαύγισαν, ἀλλ’ ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὅπου εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν, κ’ ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.

Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ’ αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος». Ἐκάθισα ἐπὶ τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τὸ μελαγχολικὸν φῶς τῆς σελήνης, τὸ χωρίον μας, κάτασπρον, κτισμένον ἐπὶ δύο λόφων καὶ μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καὶ τὸν λιμένα τὸν τρίκολπον μὲ τὰ τρυφερὰ νησάκια, ὁποὺ φαίνονται ὡς νὰ «ἐγκαινίζωνται» εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.

Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.

― Ἐδῶ εἶσαι, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε;

― Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;

― Μ’ ἐγέλασε… Μὴν τὰ ρωτᾷς, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα… καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα… ὅλα τὰ εἶπα στὸν δρόμο.

― Γιατί; Φοβήθηκες;

― Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ’ ἔμελε;

― Ὄχι τόσο. Ἀπ’ τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;

― Ἀπ’ τὸ Πετράλωνο. Ἐσύ, ἀπ’ τοῦ Βαραντᾶ;

― Ναί.

― Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;

― Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου… τίποτε.

Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρματσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχεν ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωστής.

Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράκτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωστής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῷον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκε. Ὁ Κωσταντὴς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγὼ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;

Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κ’ εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁποὺ εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νὰ συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὶ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.

Ὅταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμί ― καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ’ ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ’ εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ βασιλικὰ καὶ ροσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸ λιτὸν δεῖπνόν μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κ’ ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.

― Ὅλα καλά, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε· μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας…

― Ἀλήθεια;… Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.

Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα, μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ’ ἕνα φανάρι, κ’ ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνά της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.

― Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα… Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.

― Πᾶμε, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε.

Ἐσηκώθη, κ’ ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῷον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του, καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἢ τοῦ Κυρίου). Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβήσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στὴν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.

Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν δρυμῶνα, κ’ ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιον ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνε.

Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλύτερ’ ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλύτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ’ εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρομίσκοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακόν, καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσῃ, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν, ὡς εἰκός, τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον, καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μου.)

Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρί, κ’ ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβησε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δὲν ἠξεύρω ποῦ, καὶ ἵππευσε πάλιν.

Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὣς τόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἐβλέπαμεν κάτι ν’ ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι· μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ καταυλισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν· πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον, ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν’ ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμούμην ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι, καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβηναν πρὶν ν’ ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν’ ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβησε τὸ ἀεράκι.

Τέλος ὁ Παπᾶς ―τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλᾶτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω― μᾶς ᾐσθάνθη ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν ― διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.

Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παρὰ μικρὸν μεσάνυχτα, ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας ―τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες, καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιά― εἶχαν ὑπάγει διὰ ν’ ἀγρυπνήσουν ― ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.

Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ’ ἑσπέρας, μ’ ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ πάτερ Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν’ ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κ’ ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελέσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.

Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.

― Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειό, χριστιανοί, εἶπα ἐγώ, κ’ ἐκάθισα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπαν, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ᾽κεῖνα τὰ χρόνια!

Ἤρχισε τὸ Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, κ’ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, κ’ ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτου, νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κὺρ Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ’ ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Μαλαματίνας, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.

Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειά. Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.

Ἔγινε δύο ἡ ὥρα, κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο, κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.

― Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾷς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κ’ ἐγὼ θ’ ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα… δηλαδή, διὰ ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίον σου τὸ μουσικό, καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ’ ἀρχίσω τὸ «Δοῦλοι Κύριον». Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾷς τὸ «Λόγον ἀγαθόν». Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν Πολυέλεον· ἦρθα διὰ τὸ «Πεποικιλμένη».

Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον ― Βυζαντινόν, μὲ χηβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἠρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κ’ ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.

Μετὰ εἴκοσιν λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμῳδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην:

― Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος, καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν’ ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.

― Καλά, καλά.

Τέλος, ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος μειδιῶν μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ Μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ’ ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρῴην ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαυμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀρνηθῶ.


Ὕστερον ἔμαθα ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ «μαχμουρλὴς» ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθεῖσα Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:

― Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση, σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.

― Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ Γούμενος.

Ἐννοοῦσεν ἐμέ.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΑUDIOBOOK:



Αμαρτίας φάντασμα Αλεξ. Παπαδιαμάντη κείμενο- AUDIOBOOK διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

Αμαρτίας φάντασμα Αλεξ. Παπαδιαμάντη

-1900- κείμενο- AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου 



  Πόσον καλὰ ἐταιριάζαμεν, ἐγὼ καὶ ἡ πτωχὴ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, συγγενής μου τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ! Αὐστηρῶς ἐὰν κρίνω τὸν ἑαυτόν μου, εὑρίσκω ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν εἰς ἐμὲ ἐδείκνυε. Μοῦ διηγεῖτο τοὺς πόνους της, τὰ βάσανα καὶ τοὺς καημούς της. Μοῦ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐπεθύμει ποτὲ νὰ ὑπανδρευθῇ, ἀλλ᾽ οἱ γονεῖς της τὴν εἶχαν ὑπανδρεύσει. Θὰ ἐπροτιμοῦσε νὰ ἐγίνετο καλόγρια. Ἀλλὰ τώρα εἶχε κόρας ἐν ὥρᾳ γάμου καὶ υἱοὺς καὶ ἦτο σχεδὸν πεντηκοντοῦτις.

Τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς, 25 Σεπτεμβρίου, ὡδεύομεν ὁμοῦ ἀνὰ τὴν ἀμπελόφυτον πεδιάδα, ἀπερχόμενοι εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, μετόχιον τοῦ ἱεροῦ Κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐτελεῖτο ἐκεῖ μικρὰ πανήγυρις. Ἔμελλε νὰ γίνῃ παννυχὶς ἀπὸ τῆς ἐνάτης ὥρας μέχρι τῆς τρίτης τοῦ ὄρθρου, εἶτα δέ, μετὰ δίωρον διάλειμμα, θὰ ἐτελεῖτο λειτουργία.

Δὲν εἴχομεν συμφωνήσει νὰ ὑπάγωμεν ὁμοῦ. Ἀλλὰ σχεδὸν πάντοτε, χωρὶς νὰ συνεννοηθῶμεν, ὁμοῦ ἐπηγαίναμεν. Οὐδ᾽ ἦτο αὕτη ἡ μόνη παννυχίς, εἰς τὴν ὁποίαν παρευρισκόμεθα. Εἰς τὰς 8 Σεπτεμβρίου, ὥραν 3ην μετὰ τὰ μεσάνυκτα, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὄρθρου, εἰς τὴν πανήγυριν τῆς Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς, ἡ ἐξαδέλφη Μαχούλα κ᾽ ἐγώ, ὁμοῦ κατηρχόμεθα τὸ ὀλισθηρὸν λιθόστρωτον, τὸ ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς μεγάλης οἰκίας τοῦ καπεταν-Νικόλα τοῦ Ματαρώνα καὶ φθάνον μέχρι τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς. Ἐνίοτε ἦτο σελήνη, συνήθως ὅμως ἦτο σκότος βαθύ. Ἀλλὰ τὸ μελιχρὸν φέγγος ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. Δι᾽ ἡμᾶς κάτω εἰς τὸ λιθόστρωτον δὲν ἔφθανε νὰ κατέλθῃ εὐμενὴς ἀκτίς. Ὅθεν πολλάκις ἐγλιστροῦσα ἐγώ, προσπαθῶν νὰ κρατήσω τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν μὴ πέσῃ.

Ἦτον βαρεῖα καὶ παχεῖα, ὠχρὰ καὶ νοσώδης. Αἱ ἐγκυμοσύναι ἆρα τῆς εἶχον ἀφήσει τὸν ὄγκον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπαραμόρφωνε τὴν μέσην της; Ὄπισθέν μας ἤρχετο ἡ Ἀνδρεόλα ἡ Μπαρμπερού, γραῖα εὐλαβής, κρατοῦσα φανάριον. Παρεμπρός μας ἐφαίνετο ὄγκος τις ἀποφράττων τὸν στενὸν δρομίσκον. Ἡ γραῖα Δεσποινιὼ ἡ Μπλήχαινα, τῆς εἶχε σβήσει ὁ ἄνεμος τὸ ἀπόκερον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἀπὸ τὸ μανουάλι τῆς ἐκκλησίας, καὶ βυθισθεῖσα εἰς σκότος αἰφνίδιον, εἶχε ριζωθῆ ἐκεῖ, καταμεσῆς εἰς τὸν δρόμον, ἀδυνατοῦσα νὰ βαδίσῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερά.

Μίαν ἀπ᾽ αὐτὰς τὰς νύκτας, τῆς 8ης Σεπτεμβρίου -δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς τὰ πόσα ἦτον- μᾶς συνέβη, εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν, παράδοξον μικρὸν συμβάν. Αὐτή, καίτοι εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς γενεὰν ἀνήκουσα, ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ στέργῃ καὶ νὰ θάλπῃ τὰ παλαιά. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ἦτον «πρωτινὴ» γυναίκα. Ἂν καὶ ἡ παραθαλασσία ἀγορὰ ἦτο ἔρημος, ἐπειδὴ δὲν νομίζεται καλὸν εἰς τὰς γυναῖκας νὰ διέρχωνται διὰ τῆς ἀγορᾶς, δὲν ἤθελε, καὶ νύκτα ἀκόμη, νὰ περάσῃ ἐκεῖθεν. Ἐπέμενε νὰ τὴν συνοδεύσω ἀπὸ τὸν μέσα δρόμον μέχρι τῆς οἰκίας της. Ἀφήσαμεν λοιπὸν τὴν ἄλλην συνοδίαν, καὶ ἐστράφημεν πρὸς τὸν μέσα δρόμον. Ἐκεῖ, καθὼς διηρχόμεθα κάτωθεν ἀπὸ ἕνα μπαλκόνι, ἄνωθεν τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο ἀσπρόρρουχα ἁπλωμένα, δὲν ἠξεύρω πῶς, μακρὰ χιονόλευκος σινδὼν ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸ σχοινίον ἐφ᾽ οὗ ἐκρέματο· ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς μας· ἡπλώθη εἰς τὰς ὠμοπλάτας μας, καὶ «μᾶς ἐκουκούλωσεν», ἤ, μᾶς ἐσαβάνωσε καὶ τοὺς δύο, ὡς νὰ τὴν ἥπλωσεν ἐπάνω μας ἀόρατος χείρ. Ἐγὼ ἀκουσίως ἐγέλασα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφάνη μᾶλλον κακὸς οἰωνός. Ἡ ἐξαδέλφη μου ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, κ᾽ ἐψιθύρισε:

― Τὴν ἴδια τύχη θὰ ἔχουμε... τὴν ἴδια τύχη!

*

Τὴν χρονιὰν ἐκείνην ἐβαδίζομεν, ἑσπέραν Παρασκευῆς, εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ ψυχή μου ἦτο πάντοτε πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἂν καὶ τὸν πλεῖστον χρόνον ἀπεδήμουν σωματικῶς, καὶ ἐνθυμούμην κάποτε τὸν στίχον τοῦ Σκώτου ἀοιδοῦ: «Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ».

Ἐπεράσαμεν τὴν ἀμμουδιάν, τὴν ὁποίαν φιλεῖ προσπαῖζον τὸ κῦμα, καὶ παρήλθομεν τοὺς Κήπους καὶ τὴν Λίμνην τὴν μαυρογάλανην. Εἶτα ἀφήσαμεν ὄπισθέν μας τὴν «Καλογερικιὰ Σαΐτα», μακρότατον ἀγρὸν οὕτω καλούμενον. Ἀκολούθως ἐφθάσαμεν εἰς τὰ διάφορα κτήματα τ᾽ Ἀβράμη, ὅπου ἐχρειάσθη νὰ κάμωμεν πολλὰς καμπὰς διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν δρόμον, ἐπειδὴ ὁ ἰδιοκτήτης εἶχε κηρύξει κοινωνιστικὸν δόγμα: «Ἐὰν ὁ γείτων μου εἶναι τεμπέλης, ἀνίκανος νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμά του, δὲν ἁμαρτάνω, ἂν τὸ καταπατήσω». Διήλθομεν τὰ μεγάλα χωράφια, τὰ ὁποῖα ἦσάν ποτε ἀμπέλια μοσχάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατεσκευάζετο τὸ περίφημον «Ἀλυπιακόν», τὸ δυνάμενον νὰ καλῆται οὕτω διττῶς· καὶ ἀπὸ τὸν κατασκευαστήν του Ἀλύπιον, καὶ διότι ἴσως καθίστα ἄλυπον τὸν βίον...

Τέλος, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μετόχι. Ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, κομψός, εὐωδίαζεν ἀπὸ τὸ τέμπλον τὸ κυπαρίσσινον καὶ ἀπὸ τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἡ Σουλτανιὼ ἡ Μάρκαινα, ἡ γραῖα Παντεχοὺ καὶ ἡ Κατερινιὼ τῆς Ἀλέξαινας καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλαι εὐλαβητικαί, αἱ μόναι ἐλθοῦσαι. Ἀπὸ τὸ μοναστήριον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἶχον κατέλθει ὁ παπα-Δανιὴλ καὶ Ἰωακεὶμ ὁ περιπλανώμενος, ὅστις καθ᾽ ὅλας σχεδὸν τὰς ἑορτὰς ἐπέστρεφεν εἰς τὸ μοναστήρι, καὶ ὁ γέρων Θεόκλητος, γεμᾶτος ἀπὸ νοστίμους ἰδιοτροπίας, πρὸς τὸν ὁποῖον τρὶς ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ φιλονικήσω ἐν καιρῷ τοῦ δείπνου.

Ἡ Μαχούλα, ἀφοῦ ἐπροσκύνησε καὶ προσέφερε τὰ ἄνθη της, τὸ ἔλαιον καὶ τὸ θυμίαμά της, ἐκάθισεν εἰς μίαν ἄκραν ἔξω τοῦ ναΐσκου, μὲ τὸ καλάθιόν της καὶ τὸ μικρὸν κανατάκι της. Ἦτο παρὰ τὴν ρίζαν τῆς ἐλαίας, ἥτις μὲ τοὺς κλῶνάς της, βαρυφορτωμένους καρπόν, ἐσκίαζεν καὶ περιέστεφε τὴν θύραν τοῦ ναΐσκου, ἐνθυμίζουσα τὸν στίχον τοῦ προφητάνακτος: «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ».

Εἶχα διψήσει καὶ ἰδὼν τὸ μικρὸν ὑδροδοχεῖον, τὸ ὁποῖον ἵστατο πλησίον εἰς τὸ καλαθάκι τῆς Μαχούλας, ἐζήτησα νὰ πίω ἀλλὰ τὸ εὗρον κενόν.

― Νά, δὲν ἦρθε αὐτὸς ὁ Σταμάτης, μοῦ εἶπεν ἡ ἐξαδέλφη μου. Ποιὸς νὰ πάῃ ὣς τὴ βρύση νὰ τὸ γεμίσῃ;... Ἀπόστασα, καὶ δὲν μπορῶ... Ὁ Σταμάτης ἦτο ὀρφανὸν παιδίον, πρόθυμον νὰ τρέχῃ εἰς ὑπηρεσίαν παντοῦ ὅπου ἐγίνοντο θρησκευτικαὶ ἐκδρομαὶ καὶ συνάξεις. Εἶχε τόσον ἔνθεον ζῆλον, ὥστε βλέπων τὴν εὐλάβειαν τῶν πιστῶν νὰ ἐκπίπτῃ, ἐθλίβετο τόσον, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ βοηθήσῃ αὐτὸς τοὺς ἁγίους νὰ θαυματουργήσωσι. Καὶ μίαν φορὰν ἄλειψε μὲ λάδι ὅλας τὰς εἰκόνας τοῦ τέμπλου ἑνὸς ἐξωκκλησίου· ὅθεν διεδόθη, καὶ παρὰ πολλοῖς ἐπιστεύθη, ὅτι οἱ ἅγιοι «ἵδρωναν» ἢ ὅτι ἐδάκρυζαν ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν ὠφελήθησαν ὄχι ὀλίγας προσφορὰς οἱ πτωχοὶ οἱ παπάδες τοῦ χωρίου μας. Ἦτο δὲ τότε ὁ Σταμάτης δωδεκαέτης.

Ἐκοίταξα νὰ ἴδω τὸν Σταμάτην, ἀλλὰ δὲν ἐφαίνετο πουθενά. Ἴσως ἦτο εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἡ Μαχούλα ὄχι μόνον εἶχεν ἀποστάσει, καθὼς ἔλεγεν, ἀλλὰ θὰ ἐφοβεῖτο νὰ ὑπάγῃ. Ἡ βρύσις ἀπεῖχεν ὣς δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον, καὶ εὑρίσκετο μέσα εἰς ἓν βαθὺ ρεῦμα, ὅπου θὰ ἦτο σκότος ἤδη. Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει καὶ ἦτο ἀμφιλύκη φθινοπώρου μελαγχολική.

Ἀπεφάσισα νὰ ἐκτελέσω ἐγὼ ἔργα «Σταμάτη». Ἔλαβα τὸ κανάτι κ᾽ ἐξεκίνησα.

― Ἀτός σου θὰ πᾷς;... Τουλόου σ᾽; ἔκραξεν ἡ Μαχούλα. Πῶς γένεται;

Ἐπεθύμουν νὰ ὑπάγω, καὶ διότι ἐδίψων, καὶ διότι ἤθελα νὰ προσφέρω ἐκδούλευσιν εἰς τὴν καλὴν καὶ συμπαθῆ ἐξαδέλφην μου.

―Ἡσύχασε, θὰ πάω, τῆς εἶπα· τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα...

*

Ἦτο μικρά, βαθεῖα ρεματιά, εἰς τὸ μέσον ἑνὸς ἐλαιῶνος κατέχοντος ὅλην τὴν κλιτὺν τοῦ λόφου δεξιόθεν καὶ ἑνὸς λεμονεῶνος τοιχογυρισμένου στολίζοντος τὸν κάμπον, ἀριστερόθεν. Καταρχὰς ἐβυθίζετο, κατήρχετο χαμηλὰ καὶ ἐχαράσσετο στενὸς δρομίσκος, μονοπάτι κρυπτὸν ἐν μέσῳ βάτων καὶ θάμνων. Ἀκολούθως ἀνηφόριζεν ἠρέμα καὶ ἀνήρχετό τις εἰς τὴν βρύσιν, ἥτις ἀνέβλυζεν ἔκ τινος τοίχου παλαιοῦ, μὲ μεγάλους πρασινισμένους καὶ μουσκλιασμένους λίθους. Δύο πεζοῦλες ἢ πλίνθινα ἑδώλια ὑπῆρχον ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κρήνης, ἥτις εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ ὑψηλοτέρου μέρους τῆς ὅλης ρεματιᾶς.

Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἐπάτησα εἰς τὸ στενὸν μονοπάτι, τὸ φέρον πρὸς τὴν πηγήν, τότε ἤρχισα ν᾽ ἀναλογίζωμαι τί εἶχα κάμει, ἕως τότε δὲν εἶχα σκεφθῆ.

ᾘσθάνθην αἰφνίδιον φόβον. Ἀπὸ εἰκοσαετίας ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾽ ἣν εἰσηρχόμην εἰς τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο, ὁλομόναχος, ἐν ὥρᾳ ἀμφιλύκης, καὶ ἐπικειμένης νυκτός...

Ἀνῆλθον πρὸς τὴν βρύσιν μὲ τρέμοντα γόνατα. Ἔκαμνα πολλοὺς σταυροὺς καὶ προσηυχόμην. Ἀλλ᾽ ἡ γλῶσσά μου ἐδεσμεύετο καὶ ὁ οὐρανίσκος μου ἐξηραίνετο. ᾘσθανόμην, ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος νὰ ψιθυρίζω οὔτε ἐνδιαθέτως οὔτε στοματικῶς τὰ ἱερὰ λόγια. Ἔφθασα ἐν τοσούτῳ εἰς τὴν κρήνην. Ὅταν ἐδοκίμασα νὰ τοποθετήσω τὸ μικρὸν ἀγγεῖον κάτωθεν τοῦ κρουνοῦ διὰ νὰ γεμίσῃ, τοῦτο μοῦ ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας. Ἐστάθη μοναχόν του ἐντὸς τῆς λεκάνης τοῦ νεροῦ καὶ δὲν ἐθραύσθη.

Ἄνωθεν τῆς κρήνης εἶδα, μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, πρᾶγμά τι ἐναέριον νὰ ἵσταται. Δὲν εἶχε πυκνωθῆ ἀκόμη τὸ σκότος. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁρώμενον ἦτο τόσον μικρόν, ὥστε ἔφεγγεν οἱονεὶ εἰς τὴν μικρὰν κοιλάδα, ὡς τοπικὸν ἄστρον κατελθὸν τρόπον τινὰ διὰ νὰ φωτίσῃ βάθη ἀνάξια φωτός. Ἀλλ᾽ ὅμως τὸ λευκὸν ἐκεῖνο πρᾶγμα ἔσυρεν ἐπάνω του, ἢ ἐσύρετο ἐπ᾽ αὐτοῦ, μέγα μαυράδιον, μελανώτερον καὶ ἀπὸ τὴν πίσσαν, μελανώτερον καὶ ἀπὸ τὸ σκότος, ἐξελθὸν ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον τῆς συνειδήσεως καὶ προωρισμένον νὰ ὑπάγῃ τὸ ταχύτερον νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, τῆς γεέννης. Βαθεῖαν, ἀπερίγραπτον κηλῖδα, μέγα καὶ ἀμέτρητον μαύρισμα ἐπὶ τοῦ ἁγνοῦ, τοῦ χιονολεύκου, εἶχε προσκολληθῆ τὸ καταμέλανον. Τὸ ὅραμα ἦτο διπλοῦν. Ἐπάνω εἰς τὸ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, τὸ λευκὸν κρίνον τῶν κοιλάδων, εἶχε κολλήσει ἡ ἀπεχθὴς κάμπη.

Τὸ λευκὸν ὡμοίαζε μὲ χιτῶνα πάλλευκον, μὲ ἄσπιλον ἐσθῆτα παιδίσκης δεκαπενταέτιδος. Τὸ μαῦρον ὡμοίαζε μὲ ἁμαρτίας φάντασμα. Θεέ μου! Καὶ ἡ κάμπη ἐκείνη τίς ἦτο; Ἀληθεύει ὅτι ἀποτροπιάζεται ἡ φεύγουσα ψυχή, βλέπουσα τὸ φθαρτόν, σκωληκόβρωτον σκῆνός της; Καὶ τὸ ἄσπιλον ἐκεῖνο ἀρνίον, τὸ θεόπλαστον σκήνωμα, τῆς βασκανίας τὸ θῦμα, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰς τὸ κοιμητήριον τῶν θανόντων.

Ναί· εἶχον περιβάλει μὲ στέφανον παρθενικὸν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης τὴν ξανθὴν κεφαλήν της. Ἀλλ᾽ ὁ στέφανος ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἀκάνθινος στέφανος. Καὶ αἱ ρίζαι τῶν ἀνθέων εἰσέδυον ὡς ἄκανθαι εἰς τὸν λευκὸν χρῶτά της.

Ὤ, ἡ ζωή της ἦτο ὄνειρον καὶ αὐτὴ ὑπῆρξέ ποτε «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Καὶ ἡ κάμπη ἡ δύσμορφος εἶχε φθείρει τὸ ἄσπιλον, τὸ ἠθικὸν κάλλος της.

Φεῦ! Διατί ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν λόχμην, τὴν ποικίλην καὶ πολύχρωμον καὶ ἀνθοφοροῦσαν, νὰ ἐξέρχωνται ἄκανθαι, συρίζουσαι γλῶσσαι, ἔχιδναι; Καὶ πῶς ἠλλοιώθη τὸ κάλλος τῆς φύσεως, καὶ τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἐπεθεώρησε «καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν;»... Πόθεν τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας;

*

Ὤ, φρίκη, καὶ πόνος ἀνεκλάλητος! Εἶδα, εἶδα τὸ παρελθόν μου μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς, τὸ εἶδα ὡς μαῦρον φάντασμα. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ ἡ καρδία μου θὰ ἔπαυε νὰ πάλλῃ. ᾘσθάνθην βαθεῖαν συντριβήν· τὸ φάσμα τὸ ἴδιον μ᾽ εὐσπλαγχνίσθη, καὶ ταχέως ἔγινεν ἄφαντον.

Ἔλαβα τὸ ἀγγεῖον μὲ τὸ ὕδωρ, καὶ κατῆλθον μὲ βήματα βραδέα, τύπτων τὰ στήθη, καὶ ψιθυρίζων. «Ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς, Κύριε...»

(Τ' ἀνωτέρω συνηρμολογήθησαν ἐκ παλαιῶν ἀτάκτων σημειώσεων τεθνεῶτος ἀτυχοῦς φίλου.

Διὰ τὴν ἀντιγραφὴν)


Το ΒΙΝΤΕΟ με το AUDIOBOOK

εδώ:


3.7.25

Ο Γαλαξίας μας [Γαλακτώδης Οδός - ηλικία -μέλλον- ταχύτητα] β΄ μέρος +ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Γαλαξίας μας [Γαλακτώδης Οδός - ηλικία -μέλλον- ταχύτητα] β΄ μέρος

+ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου



   
Ο Γαλαξίας μας όπως φαίνεται στη Death Valley στις ΗΠΑ

ΓΑΛΑΞΙΑΚΗ ΑΛΩΣ
: Ο γαλαξιακός δίσκος περιβάλλεται από μία γαλαξιακή άλω, παλαιών αστέρων και σφαιρωτών αστρικών σμηνών διαμέτρου 300.000-400.000 ετών φωτός. Ενώ ο δίσκος περιλαμβάνει αέρια και σκόνη που εμποδίζουν την παρατήρηση κάποιων μηκών κύματος, η άλως δεν έχει. Στο δίσκο συμβαίνουν ακόμη ακόμα γεννήσεις αστέρων, πολλές από τις οποίες ακόμη δεν έχουμε δει, διότι η εικόνα τους δεν έχει “φτάσει” στη Γη (!), πράγμα που δε συμβαίνει στην άλω.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Η περισσότερη από την μάζα του Γαλαξία αποτελείται από σκοτεινή ύλη [άλως σκοτεινής ύλης], μάζας που θεωρείται μεταξύ 1.000-3.000 δις ηλιακών μαζών, που συγκεντρώνεται κοντά στο Γαλαξιακό Κέντρο. Με την πρόσφατη ανακάλυψη ότι ο γαλαξιακός δίσκος της Ανδρομέδας εκτείνεται μακρύτερα απ' ό,τι πιστευόταν, η πιθανότητα ο δίσκος του Γαλαξία μας να είναι μεγαλύτερος είναι μεγάλη. Με την ανακάλυψη του Νάνου Ελλειπτικού Γαλαξία του Τοξότη ανακαλύφθηκε εκεί και μια ζώνη γαλαξιακών θραυσμάτων, καθώς η αλληλεπίδραση με τον δικό μας Γαλαξία τον διαλύει. Παρομοίως, με την ανακάλυψη του Νάνου Γαλαξία του Μεγάλου Κυνός, ανακαλύφθηκε άλλος ένας δακτύλιος θραυσμάτων που περικυκλώνει τον γαλαξιακό δίσκο. Στις 9/1/2006, ερευνητές Πανεπιστημίου Princeton ανακοίνωσαν ότι το πρόγραμμα Sloan Digital Sky Survey εντόπισε ένα τεράστιο, διάχυτο σύμπλεγμα άστρων (5.000 φορές το μέγεθος της πανσελήνου) μέσα στο Γαλαξία, που δεν δείχνει να συμφωνεί με τα γνωστά γαλαξιακά μοντέλα. Το σύμπλεγμα είναι σχεδόν κάθετο στο επίπεδο των βραχιόνων του Γαλαξία. Πιθανότερη εξήγηση είναι ότι ο Γαλαξίας μας ενώνεται με έναν νάνο γαλαξία, που ονοματίστηκε Αστρικό Ρεύμα Παρθένου, και βρίσκεται στην κατεύθυνση του αστερισμού της Παρθένου και 30.000 έτη φωτός μακριά!


Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ΓΑΛΑΞΙΑ
: Ο Ήλιος (και το Ηλιακό Σύστημα) βρίσκεται αρκετά κοντά στον εσωτερικό δακτύλιο του Βραχίονα του Ωρίωνα, σε απόσταση περίπου 8 kpc1 από το Γαλαξιακό Κέντρο. Η απόσταση ανάμεσα στον τοπικό βραχίονα και τον αμέσως κοντινότερο, αυτόν του Περσέα, είναι της τάξης των 1016 χλμ. Ή 6.500 έτη φωτός! Ο Ήλιος και το Ηλιακό Σύστημα, βρίσκονται σε αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν, μάλλον χαριτολογώντας, Γαλαξιακή “κατοικήσιμη” Ζώνη. Η κατεύθυνση της πορείας του Ήλιου, αναφέρεται στην κατεύθυνση του Ήλιου καθώς ταξιδεύει στον Γαλαξία. Η γενική κατεύθυνση της γαλαξιακής κίνησης του Ήλιου είναι κοντά στον αστερισμό του Ηρακλή και σε γωνία 86 μοιρών προς το Γαλαξιακό Κέντρο. Η τροχιά του Ήλιου στον Γαλαξία είναι περίπου ελλειπτική με επιρροές από τους γαλαξιακούς βραχίονες και την ανομοιογενή κατανομή της μάζας. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο 1/8 της τροχιάς πριν το περιγαλάξιο [την κοντινότερη, δηλαδή, απόσταση από το κέντρο του Γαλαξία]. Το Ηλιακό Σύστημα χρειάζεται γύρω στα 225 εκατομμύρια χρόνια για να συμπληρώσει μία τροχιά [ένα γαλαξιακό έτος]. Η τροχιακή ταχύτητα του Ηλιακού Συστήματος είναι 217 km/sec, δηλ. 1 έτος φωτός ανά περίπου 1.400 έτη, ή αλλιώς 1 αστρική μονάδα [1AU] σε 8 ημέρες.

Η “ΓΕΙΤΟΝΙΑ” ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ: Ο Γαλαξίας μας, και οι γαλαξίες της Ανδρομέδας και του Τριγώνου, είναι τα μεγαλύτερα σε μέγεθος μέλη της Τοπικής Ομάδας, των 35 βαρυτικά συνδεδεμένων γαλαξιών. Όλοι τους περιφέρονται γύρω από ένα βαρυτικό κέντρο [ανάμεσα στον Γαλαξία μας και στον Γαλαξία της Ανδρομέδας]. Η Τοπική Ομάδα αποτελεί μέρος του λεγόμενου Υπεσμήνους της Παρθένου. Πολλοί γαλαξίες της Τοπικής Ομάδας βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον Γαλαξία μας, με μεγαλύτερο αυτόν του Μεγάλου Νέφους του Μαγγελάνου [διάμετρος 20.000 έτη φωτός]. Οι μικρότεροι γαλαξίες είναι ο Νάνος της Τροπίδος, ο Νάνος του Δράκοντα και ο Λέων2, που έχουν ο καθένας τους διάμετρο “μόνο” 500 έτη φωτός. Άλλοι νάνοι σε τροχιά γύρω από το Γαλαξία μας είναι το Μικρό Νέφος Μαγγελάνου, ο Νάνος του Μεγάλου Κυνός [ανακαλύφθηκε μόλις το 2003], ο Ελλειπτικός Νάνος Τοξότης και οι Νάνοι της Μικρής Άρκτου, του Βοώτη [ανακαλύφθηκε το 2006], του Γλύπτη, του Εξάντα, της Καμίνου και ο Λέων1. Το 2006, ερευνητές, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την ανεξήγητη ανωμαλία που υπάρχει στο δίσκο του γαλαξία μας, βρήκαν ότι οφείλεται σε δόνηση που προκαλείται από τα Νέφη του Μαγγελάνου, που δημιουργούν δονήσεις όταν περνούν από τις άκρες του Γαλαξία μας. Τα μοντέλα πρόγνωσης των αστρονόμων προβλέπουν ένταση των βαρυτικών επιρροών των Μαγγελανικών Νεφών καθώς περνούν μέσα από το Γαλαξία.


ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ
: Η έννοια της απόλυτης ταχύτητας κάθε αντικειμένου στο Σύμπαν δεν έχει νόημα σύμφωνα με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, που πρεσβεύει ότι δεν υπάρχει προτιμώμενο αδρανειακό σύστημα αναφοράς στο διάστημα. με βάση το οποίο να συγκρίνουμε την ταχύτητα του Γαλαξία. [Η κίνηση πάντα πρέπει να καθορίζεται σε σχέση με ένα άλλο αντικείμενο, π.χ. Ένα τρένο που κινείται, κινείται σε αναφορά με τη γη, που θεωρείται ακίνητη.] Παρ' όλα αυτά πολλοί αστρονόμοι πιστεύουν ότι ο Γαλαξίας κινείται στο διάστημα με ταχύτητα από 130 μέχρι 1.000 χλμ/δευτερόλεπτο. Αν, έστω, ο Γαλαξίας κινείται με 600 km/sec, ταξιδεύουμε 51,84 εκατομμύρια χιλιόμετρα την ημέρα, ή περισσότερο από 19,9 δις χλμ. το χρόνο. Ο Γαλαξίας θεωρείται πως κινείται στην κατεύθυνση του αστερισμού της Ύδρας.

ΗΛΙΚΙΑ: Η ηλικία του Γαλαξία μας εκτιμάται στα 13,6 δις χρόνια, διάρκεια που είναι κοντά στην ηλικία του Σύμπαντος [έρευνα των: Luca Pasquini, Piercarlo Bonifacio, Sofia Randich, Daniele Galli, Raffaele G. Gratton]. Η ομάδα χρησιμοποίησε το UV-Οπτικό Φασματογράφο του VLT (Very Large Telescope) για να μετρήσει, το βηρύλλιο που περιέχεται σε δύο αστέρες του αστρικού σμήνους NGC 6397. Αυτό τους επέτρεψε να υπολογίσουν τον χρόνο ανάμεσα στη δημιουργία της πρώτης γενιάς των αστέρων του Γαλαξία μας και στη δημιουργία της πρώτης γενιάς αστέρων του σμήνους, σε 200 με 300 εκατομμύρια χρόνια και την ηλικία του Γαλαξία στα 13,6 – 14,4 δις χρόνια. Το 2007, ένας αστέρας ο HE 1523-0901, εκτιμήθηκε ηλικίας περίπου 13,2 δισεκατομμύριων ετών, μια ηλικία σχεδόν τόσο μεγάλη όσο και το Σύμπαν!

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ: Μετρήσεις δείχνουν ότι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας μας πλησιάζει με ταχύτητα 300 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο και μπορεί να συγκρουστεί με τον Γαλαξία μας σε 3 ως 4 δις χρόνια. Αν συγκρουστούν, πιστεύεται ότι ο Ήλιος αλλά και άλλοι αστέρες μάλλον δεν θα συγκρουστούν με αστέρες της Ανδρομέδας, αλλά οι δύο γαλαξίες θα σχηματίσουν έναν ενιαίο ελλειπτικού σχήματος γαλαξία. Η διαδικασία της ένωσης αυτής εκτιμάται ότι θα διαρκέσει 1 δις χρόνια.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Bryner Jeanna, "New Images: Milky Way Loses Two Arms". Space.com.

An Introduction to Galaxies and Cosmology. Cambridge University Press.

The Astrophysical Journal, 660: L117.

http://kepler.nasa.gov/mission/

http://www.solstation.com/x-objects/gal2arc

http://skyandtelescope.com

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Το ΒΙΝΤΕΟ εδώ:



1. kpc: Κιλοπαρσέκ Είναι μια αστρονομική μονάδα απόστασης που ισούται με 3,08567758 × 1019 μέτρα. [30.856.775.800.000.000 χιλιόμετρα, περίπου 31 τεράκις εκατομ. χλμ!]

1.7.25

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΝΗ 1 Και στην παρακμή υπάρχει ακμή Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 

Και στην παρακμή υπάρχει ακμή


Ακμάζει ο εγωισμός, η αλαζονεία, ο ατομισμός,

ο δόλος, η υστεροβουλία κι άλλα παρόμοια τσουμπλέκια.

(καφετζής)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΝΗ 1



Κάποτε είχα ένα καφενείο…

Το έκλεισα όταν άρχισε η κρίση. Η κρίση ήρθε πολλά χρόνια πριν. Αργότερα το 2010 ήρθε και η οικονομική. Έκτοτε, το Καστελόριζο θα μας θυμίζει το λαχανόρυζο που μας περιμένει.

Τώρα, ανοίγω πάλι το καφενείο για σαράντα οχτώ λόγους, αλλά θα σας αποκαλύψω προς το παρόν τους τέσσερις:

1. Για απόδειξη της ανάπτυξης που ήρθε.

2. Γιατί ήταν δίκαιο και έγινε πράξη (πράξη γίνονται και τα άδικα θα μου πείτε…).

3. Γιατί είναι προεκλογική χρονιά και για κάποιες επιχειρήσεις και επαγγέλματα ανοίγουν δουλειές οι εκλογές (καφενεία, τυπογραφεία, χαλκεία, αφισοκολλητές, δημοσκόπους, καιροσκόπους...). Οι αφισοκολλητές, βέβαια, δεν πληρώνονται αρχικά, αλλά μας στοιχίζουν πολύ αργότερα, όταν τους διορίζουν.

Ναι στα κυνηγόσκυλα, ναι και στα τσοπανόσκυλα! Όχι στα κομματόσκυλα, όχι και στα κοπρόσκυλα! Αυτά είναι δημοψηφίσματα!... Καλά του γράδουσα ιδώια ιά…

4. Για να συμβάλω στον «εμφύλιο» διάλογο των μονολόγων που ξεκίνησαν στον τόπο μας βαθυστόχαστοι αρθρογράφοι – αναλυτές οι οποίοι κομίζουν γλαύκα στην Αθήνα και μπούφο στην Αργιθέα.

Μαλώνεις συννυφάδα;

Στα σπίρτα στέκομαι.

Άρθρα ρητορικών ερωτημάτων για το ποιος θέλουμε να κυβερνά αυτόν τον τόπο και πώς θέλουμε αυτόν τον τόπο. Άρθρα αμφισβήτησης. Άρθρα ειρωνείας. Άρθρα διχαστικού λόγου, με τα οποία νομίζουν ότι υπηρετούν το καλό της μικρής μας πατρίδας. Στην Αργιθέα κανείς δεν περισσεύει, αλλά και κανέναν δεν έχει ανάγκη η Αργιθέα…

Με θλίβει το νέο που έρχεται με τη χειρότερη εκδοχή του παλιού. Σε ήχο πλάγιο και ήχο βαρύ, θα πάρει θέση κι ο καφετζής κι αργιθεάτικα θα σας προτείνει: ΛΑΡΩΣΤΕ!


Αρχίζουμε!

  • Όπως συνηθίζαμε κι από παλιά, την Αργιθέα θα την κυβερνούν αυτοί που θα

επιλέγουν με την ψήφο τους οι Αργιθεάτες ψηφοφόροι.

Ως ψηφοφόρος, μόνο δυο φορές βρέθηκα με την πλευρά των νικητών. Όποιον ψήφιζα, έχανε… Κανένας αρχηγός δε με έβαζε στον συνδυασμό του. Δεν είσαι από μεγάλο ταράφι, μου έλεγαν κι άλλα τέτοια, μέχρι που κάποιος μου το πέταξε κατάμουτρα. Ούτε για ψηφοφόρο δε σε θέλω, μου είπε. Από τότε ψηφίζω πάντα αυτόν που θέλω να χάσει και φυσικά κανείς δε μου ζητάει ψήφο.

Στις βουλευτικές ήμουν πάντα χαμένος, γιατί διαπίστωσα πως πάντα με αγαπούσε η αντιπολίτευση που έταζε και ποτέ η κυβέρνηση που δεν έδινε.

  • Κανένας δεν αποκλείει κανέναν από το δικαίωμα να δημιουργεί συνδυασμούς

και να διεκδικεί την ψήφο του Αργιθεάτη.

Ούτε εμποδίζεται κανείς να πάει σε μια λάκα και να παίξει με την παρέα του τσιλίκα

ή πρίτσιαλα (σκατόλια)…

Να γίνουν, λέει, όσο το δυνατόν περισσότεροι συνδυασμοί. Βεβαίως! Άλλωστε, το υποστηρίζουν και οι τοπικές παροιμίες: «Δώδεκα Κουμπουριανίτες, δεκατρείς χαντζιάρες» και «Δώδεκα Κοντογιανναίοι, δεκατρείς ταμπ’ράδες»…


Όνειρα και οράματα

Αυτός έχει ένα όραμα για την Αργιθέα, άκουσα κάπου. Εγώ έχω δύο οράματα, ίσως να είναι κι απ’ τον καταρράκτη. Άλλος ονειρεύεται την Αργιθέα έτσι, άλλος την ονειρεύεται αλλιώς. Πώς να συμφωνήσει ο κηπουρός με τον κεραμέα; Έλα, ντε…

Πάντως, χωρίς ονειροκρίτη δεν μπορείς πια να εξηγήσεις αυτά που συμβαίνουν στην περιοχή. Ως σοβαρό καφενείο, θα αναγκαστώ σύντομα να προσλάβω καφετζού (μόλις επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, εννοείται…). Ο πελάτης θα πίνει τον καφέ του, θα του λέμε και το φλιτζάνι, χωρίς καμία επιβάρυνση. Θα αποκαλύπτουμε, επίσης, και τους χρησμούς των… ονειροπαρμένων.


Προζύμια και ζυμώματα

Καλώ τους πάντες, λέει, σε ζυμώσεις από αυτόν τον Αύγουστο (πριν την πανσέληνο ή μετά;). Δεν αφήνεις από Σεπτέμβριο, μιας και τώρα είμαστε απασχολημένοι με τα ημερομήνια; Άσε που μ’ αυτή τη ζέστη φουσκώνει γρήγορα το ψωμί κι αν δεν προπίσεις, θα σου ξινίσει κιόλας. Εγώ δε θέλω να ζυμώσω. Γι’ αυτό όλο κοσκινίζω. Και τι να ζυμώσουμε, μπομπότα ή καθάριο; Αλλά εμένα ήταν μη με καλέσεις… Έτσι και με κάλεσες…

Απ’ την άλλη φοβάται τα προζύμια… Με τα προζύμια ξεκινούσαν οι γάμοι παλιά. Φοβάται μην παντρευτεί ο δήμαρχος τον Χασιώτη. Φοβερό ζευγάρι, ε; Λάμπρος και Γιώργος! Τις περισσότερες φορές γιορτάζουν και μαζί. Θα έχουμε και το σχετικό οικονομικό όφελος.

Τους είδε σε κοινά γεύματα και μας το είπε ο μαρτυριάρης… Άκου, να τρώνε μαζί! Ποιος τους έδωσε τέτοιο δικαίωμα; Άκου, να προωθούν έναν συνδυασμό!… (Αλήθεια, τι να τουν π’ράζει αυτόν;)…

Και το τερματίζει «δημοσιογραφικά σκεπτόμενος» με εικασίες περί τετελεσμένων από τους λαοπλάνους, κατά την ευαίσθητη περίοδο της των Αργιθεατών Αναβάσεως.

Πάντως, όταν ανέβηκα προχθές, πέτρες και λακκούβες συνάντησα, από τετελεσμένα π’θινά. Να με βλέπατε να τριπλάρω λακκούβες και νιροφαϊές εκεί στου Μπλαχούτη, ανώτερος απ’ τον Μέσι…

Τώρα, που το ξανασκέφτομαι, βέβαια, έτσι εξηγείται γιατί κάθεται ο Χασιώτης στις Κουρουμπλιές κι ο Τσιβόλας στην Τραχήλω και διακινούν προπαγανδιστικό υλικό που τους φέρνει ο Παπακώστας μαζί με ψωμί, τυρί και πεπόνι. Όποιος έχει μαχαίρι, τρώει πεπόνι...

Όμως, άμα δεν έχεις πεπόνι, τι το θέλεις το μαχαίρι;

Τέλος, τσουβαλιάζοντας το πολιτικό προσωπικό της περιοχής μας, το αξιολόγησε ως αποτυχημένο σε μεγάλο βαθμό, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως αυτό είναι ύβρις στις επιλογές του λαού της. Κανείς πρόεδρος, δήμαρχος, σύμβουλος δεν επιβλήθηκε με το ζόρι παρά μόνο με την ελεύθερη βούληση και δια της ψήφου.


«Όλβιος όστις της ιστορίης έσχε μάθησιν»

Κάπως έτσι έγραφε πριν αιώνες ο Ευριπίδης στο φέισμπουκ… Δεν το μετέφρασε στην νεοελληνικήν, αλλά το χειρότερο δεν είπε πως για να μάθεις ιστορία πρέπει να ακούς, να ρωτάς και να διαβάζεις.

Οπότε, φτάσαμε και στο ιστορικό μαργαριτάρι: Ο Ξέρξης στις Θερμοπύλες ζήτησε από τους Σπαρτιάτες να του παραδώσουν τα όπλα τους και τότε ο Λεωνίδας με τα λίγα περσικά που ήξερε του απάντησε «μολών λαβέ».

Ιστορία έχει κι ο μικρός μας τόπος… Αυτόν τον τόπο δεν τον κυβέρνησαν πάντοτε αλάνθαστοι. Απλοί άνθρωποι ήταν ο λαός του. Ο καθένας έχει την προσφορά του και η μη αναγνώρισή της από κάποιους αποτελεί αχαριστία.


ΑΝΑΚΑΤΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΚΟΡΠΙΑ


Κουνούπια και υποψήφιοι

Οι πολλές βροχές και η εγκληματική αμέλεια της δημοτικής αρχής, η οποία δεν προχώρησε εγκαίρως σε αεροψεκασμούς, ευνόησε την ανάπτυξη πολλών κουνουπιών και υποψηφίων δημάρχων. Και οι υποψήφιοι… κουνούπια δε μας γίνονται;

Ιδίως τα ζερβά έχουν παραγωγή μεγάλη.


Δημαρχοκλάρι

Μήπως είναι κάνα κλαρί στον τόπο μας που βγάζει δημάρχους; Παίρνει καθένας την κλιτσούλα του, κάνει πέρα και λέει: «είμαι υποψήφιος δήμαρχος». Καλά κι εμείς τι φταίμε; Εμείς οι άλλοι από κουρουμπλιές είμαστε; Τέτοιο τοξικό δέντρο μόνο τον ίταμο γνωρίζω. Ξέρω δυο στο Αετοχώρι κι έναν στο Ασπρόρεμα, αλλά δεν είναι της παρούσης, όπως λένε κάποιοι με ρητορικήν δεινότητα.

Δικαίωμα βοσκής δεν έχουμε, να βγούμε δημάρχοι τρέχουμε… (δημώδες άσμα)

Προτείνω να φέρουμε ξένον για δήμαρχο. Έτσι κι αλλιώς, ξένοι κάνουν κουμάντο στη χώρα. Ο δήμαρχος στο Κοζιοκάρι θα μας πειράξει; Ο Ψινάκης, ας πούμε, είναι μια καλή λύση. Από τον Μαραθώνα στον Μάραθο. Και μαλλί και γυαλί… Τώρα, μεταξύ μας, αυτοί που ψήφισαν Ψινάκη, πρέπει να έχουν δικαίωμα να ξαναψηφίσουν;


Διόσκουροι

Τσιβόλας – Παπακώστας! Παπακώστας – Τσιβόλας!

Κοίτα που έφτασα να υπερασπίζομαι δικηγόρους!... Και πάνω που είχα αποφασίσει να τους μαυρίσω, δε με αφήνουν οι διαόλοι… Πετάγομαι στον ύπνο μου και φωνάζω:

Τσιβόλα, δώσ’ τα όλα!... Μήτσιο, παίξε τη μπάλα της ζωής σου!... Μήτσιο, γερά!... (αλάργα, πιδιά, απ’ του Μήτσιου!... Ας προειδοποιούμε κι κάναν αντίπαλο, που πάει σαν τ’ μπούφ’ του π’λί)…

Εντελώς φυσιολογικές οι αντιδράσεις σου, μου είπε η ψυχολόγος που ρώτησα στα Βραγκιανά.

Γκρίνιααααααααα…

Όταν ακούς κάποιους να γκρινιάζουν και δίκιο να ’χουν δεν τους πιστεύεις. Μάλλον καλά τα κάνει η δημοτική αρχή λες… «Τι έχει ο τράγος και βελάζει; Άλλος τράγος τον πειράζει» έλεγε κι ο μακαρίτης πια Γιάννης Παπαϊάννης.


Ηθικός κανών

Όταν εκλέγεσαι με μια παράταξη στην τοπική αυτοδιοίκηση και στην πορεία διαφωνείς, διατυπώνεις τη διαφωνία σου και η παράταξή σου πλειοψηφικά αποφασίζει αν συμμερίζεται την άποψή σου. Αν όχι, τότε ενημερώνεις και τον λαό που σου ’δωσε τον ρόλο και κάνεις παραίτηση. Δεν κρατάς σε ομηρία και αδυναμία δράσης ούτε την παράταξη ούτε τον τόπο. Στο τέλος όλοι θα κριθούν και ανάλογες συμπεριφορές θα κριθούν αυστηρά και χωρίς επιείκεια.

Καλά, ακούγεται και ότι εν ενεργεία αντιδήμαρχος κάνει αντιπολίτευση στον δήμαρχο έναν χρόνο πριν τις εκλογές… Αυτά κάποια στιγμή θα τα μάθουμε. Όχι από φήμες, αλλά από το τι ψηφίζει ο καθένας.


Είπε άφρων. Ποιος Τσίνας;

Τριακόσια χιλιόμετρα χωματόδρομο κατάφερε επί των ημερών του! Μας έπνιξε στον κουρνιαχτό, εδώ που τα λέμε. Ηλεκτροδοτήσεις, υδραγωγεία, άλλα έργα… Πολιτικό κεφάλαιο του τόπου μας αλλά και του νομού μας, για όσους φυσικά γνωρίζουν κι αναγνωρίζουν.

Τσίνα θα ψηφίσω. Βάλει δε βάλει υποψηφιότητα… Το πολύ να μου το βγάλουν άκυρο. Όμως, εγώ θα ξέρω ότι ψήφισα και μια φορά σωστά. Τσίνα θα ψηφίσω! Κι Αλέκο Τσιάκαλο! Και Γιώργο Κόφφα! Και Χρήστο Λαμπέρη! Και Κώστα Κίσσα! Και τους αείμνηστους: Δημοσθένη Μπακογιάννη, Νίκο Κουτίνα, Σοφοκλή Γιαννακάκη, Νίκο Παλαμά… θα ψηφίσω! Κι άλλους πολλούς που τους θυμάμαι, αλλά δεν τους γράφω και σίγουρα τους αδικώ.


Υποψήφιος Αγράφων ο Αλέξης

Μην πάει ο νους σας στο κακό… Η περιοχή ξέρει από μπόρα, ξέρει κι από Ντόρα. Ο Αλέξης ο Καρδαμπίκης ανακοίνωσε υποψηφιότητα για δήμαρχος. Καλόν και επιτυχή αγώνα, φίλε Αλέξη! Αγώνα με ευπρέπεια και σεβασμό. Η ενασχόλησή σου με τα κοινά των πολύπαθων Αγράφων, όφελος για την περιοχή θα είναι σε κάθε περίπτωση. Η μεγάλη πολιτική σου εμπειρία το εγγυάται.

Και άμα βγεις με το καλό, να ρυθμίσουμε ειρηνικά τις διασυνοριακές μας διαφορές με κάτι Ζελινιτσοχοριγγοβίτες. Τέρμα οι κλίτσες!

Στη βρύση στη Βατόβρυση θα γίνει η συμφωνία. Πάντα χρειάζεται νερό σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά πού να βρεις Πρέσπες στον Πλατανιά.

Θα βάλει κι ο Φλώτσιος πεντέξι αρνιά… Ένα κοπάδι θα είχε ακόμα, αν δεν ασχολούνταν με τα κοινά. Αυτόν δεν τον ξαναψηφίζω, μπας και γλυτώσει κάνα μανάρι.


Τσερκούβιανα

Όλη η Ευρώπη συζητά για την κοιλάδα του Αχελώου, μας πληροφορεί αρθρογράφος του… αργιθεάτικου μεγαλείου! Εις την Εσπερίαν δεν ακούς τίποτε άλλο… Όλοι μιλάνε για Σ’κιά, Κουνάτσια, Μπουζιάρ’κου, Τσιρκούβιανα (θα είναι υποψήφια για πολιτιστική πρωτεύουσα το 3019, αφού λογικά θα έχουν ολοκληρωθεί ως τότε και οι γαλαρίες στον Ντρασκό), Γριμπιανά, Πράβα, Αρδάνοβο, γέφυρα Καταφυλλίου… Αγαπημένοι προορισμοί πλέον. Ποια Μύκονος και ποια Σαντορίνη;


Τώρα που το ’φερε η κουβέντα, ποιο είναι το σωστό; Γέφυρα Καταφυλλίου εμείς, γέφυρα Αυλακίου οι απέναντι. Ο Κοτζιάς τι λέει επ’ αυτού; Ρε, δεν την ανατινάζουμε, να λήξει η φασαρία; Τι τη θέλουμε; Έχουμε την περαταριά… Θα δώσουμε κι εργόχειρο στον Μενέλαο, να έχει δυο γέφυρες για αναστήλωση.


Αυτά είναι προβλήματα!

Το τμήμα νεολαίας του ΚΑΠΗ Βραγκιανών, διαμαρτύρεται γιατί οι άλλοι δήμοι της κοιλάδας διοργανώνουν πάρτι στον Αχελώο, ενώ ο δικός μας αδιαφορεί. Ούτε την πρόσβαση στο ποτάμι δε φρόντισε. Όμως, η δραστήρια νεολαία έδωσε τη λύση με ιδιώτη ο οποίος άνοιξε τελικά τον δρόμο. Οι αντιδραστικοί (αντιδήμαρχος και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου) πήραν την απάντηση που τους ταιριάζει…

Αυτά είναι προβλήματα! Τα ίδια ακριβώς προβλήματα που είχαμε κι εμείς, όταν ήμασταν νέοι.

Κάν’ τε με εμένα νέο και σου στήνω γλέντι στο Σκιζοκάραβο, όχι στον Άσπρο που κατεβαίνεις σε δυο λεπτά…


Προς νέους

Χαρείτε νέοι τον ντουνιά, γιατί ο καιρός διαβαίνει

κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη, πάλι δεν ξαναβγαίνει… αλλά

η Αργιθέα πρέπει να δεχτεί και τον ιδρώτα σας από άλλες δράσεις, για να γίνει βιωματική η σχέση σας μ’ αυτή, όχι μόνο τον ιδρώτα των χορών σας. Ακολουθήστε εκείνους τους νέους που ζουν εκεί και μπορούν να σας οδηγήσουν στις ομορφιές της, μέσα από τα κλειστά μονοπάτια της που θα ανοίξετε εσείς με τα τσεκούρια και τα τσαπιά σας. Τότε, ο ιδρώτας σας θα σμίξει με τον ιδρώτα των προγόνων σας. Τότε, να δείχνετε περήφανοι τις φουσκάλες στα χέρια σας και να λέτε: Να, για τον τόπο μου, χαλάλι!


Και κάτι ακόμη: Γιατί ρίβερ πάρτι, λέικ πάρτι; Βέβαια, αν δεν πείτε έτσι, πού να σας καταλάβει η γερο-Κώσταινα! Παλιά τραγουδούσαμε κι εμείς στα ξεφλουδίσματα καραόκε, αλλά ουδέποτε είπαμε το πανηγύρι φέστιβαλ.

Να μαθαίνετε ξένες γλώσσες! Όσο πιο πολλές μπορείτε… Εγώ εκτός από κινέζικα δε γνωρίζω άλλη γλώσσα. Πώς να συνεννοηθείς με κινέζικα στην Ελλάδα; Θα μου πεις, στην Ελλάδα ούτε με ελληνικά συνεννοείσαι…


Η πάλη των γενεών

Η πάλη των τάξεων

Η πάλη των συντάξεων. Ότι χειρότερο. Να παλεύεις να τα βγάλεις πέρα με τη σύνταξη.


Δεν έχουμε παιδεία

Ποιος φταίει; Εμείς. Μας εμποδίζει ποτέ κανένας υπουργός να διαβάζουμε; Η παιδεία είναι ένα δέντρο που κανένας υπουργός, παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να ξεριζώσει ακόμη. (Αυτό δεν είναι δικό μου. Από τον Μποστ το έκλεψα, αλλά δεν έχει σημασία. Άλλωστε, στην Ελλάδα η κλοπή δεν τιμωρείται).


Ούτε υγεία έχουμε

Ποιος φταίει; Εμείς. Όλοι τα παίρνουν, αλλά μόνο για τους γιατρούς λέμε ότι παίρνουν φακελάκι. Οι άλλοι τα παίρνουν και χωρίς φακελάκι. Ου γιατρός είνι γιατρός!... Πάλι καλά που δε μας τα ζητάει σε αποστειρωμένο ουροσυλλέκτη.

Οι γιατροί ξέρουν τις ενέργειες των φαρμάκων και οι δάσκαλοι τις παρενέργειες. Οι δάσκαλοι δεν εμπιστεύονται τους γιατρούς (γιατί τους είχαν μαθητές). Γι’ αυτό λένε: «Ουδείς μωρότερος των ιατρών, αν δεν υπήρχαν οι δάσκαλοι».

Πώς να ’χουμε υγεία; Σπουδάζουν οι γιατροί και φεύγουν αμέσως για το εξωτερικό.

Πας στον γιατρό κι όταν σου γράφει συνταγή, έχεις τον λογισμό: «ρε τουν κιαρατά, απ’ τ’ νουβάρτις τα παίρνει κι αυτός ου λουπουδύτ’ς»… Οπότε:

Βγάζεις κριθαράκι στο μάτι κι αντί να σου γράψει κολλύριο ο οφθαλμίατρος, λέει: «Να βρεις ένα πιδί που να ’χει μάνα κι πατέρα κι να ’χουν πληρώσει κι τουν ΕΝΦΙΑ, για να στ’ αλ’χτήσει τρεις βουλές του προυΐ, αλλά του πιδί να ’νι ακατούρ’γου».

Ο παθολόγος σε στέλνει κατευθείαν στην ξεματιάστρα και για προληπτική ιατρική σου προτείνει να μάσεις λίγο ρετσίνι… δια πάσαν νόσον.

Τέλος, αν είχαμε υγεία δε θα άφηναν τον Πολάκη να κυκλοφορεί ελεύθερος.


Αν δεν υπήρχαν νόμοι, δε θα υπήρχαν και παράνομοι.

(εντελώς ξεκάρφωτο ρητό υποθετικού λόγου του καφετζή)

Πόσα δίνετε να μην ξαναγράψω;

(εντελώς φανερή απειλή του καφετζή)


Ανακοίνωση

Βρήκα το Ν του Βαρουφάκη. Είναι ικειό του κόκκινου, γιατί αυτός ήταν αριστερός. Βλέπετε το έχω μπροστά μπροστά, άμα τον δει κανένας να περάσει να το πάρει.


Δείτε, όμως, τι διάβαζα κάπου τελευταία: Το «Ν» συντονίζει τον εγκέφαλο.
Σχετικά πρόσφατα (1996), στο ιατρικό περιοδικό MEDIZIN-JURNAL, στη Γερμανία, δημοσιεύτηκε μία επιστημονική εργασία, σύμφωνα με την οποίαν: «Η εκφορά του γράμματος
«Ν» μεταφέρει οξυγόνο στον εγκέφαλο και ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός της τοποθέτησης του «Ν» στο μέσον ακριβώς του αλφαβήτου, στο πρώτο ελληνικό αλφάβητο με τα 27 γράμματα».

Αν είναι έτσι, καταλαβαίνετε ότι δεν το χρειαζόταν ου Βαρουφάκ’ς. Τι να το κάνει; Σάματ’ είχε εγκέφαλο; Γι’ αυτό το πέταξε. Θα του κρατήσου μαναχός μ’, πο’ ’χου κι εγκέφαλου, έστω και κακής ποιότητας.

Να κλείσουμε όμορφα

Εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Παΐσιο κτίζουν στο Μελάνυδρο. Συγχαρητήρια σ’ αυτούς που είχαν την ιδέα και σ’ αυτούς που την υλοποιούν, με όποια συμμετοχή! Η πίστη τους και η απόφασή τους θα ξεπεράσει κάθε εμπόδιο. Έτσι πορεύεται πάντα ο λαός μας. Με τη συλλογική του μνήμη, με τους αγίους του, με τους ήρωές του, με τους ποιητές του…

Ο Άγιος Παΐσιος, άγιος των ημερών μας, είναι ιδιαίτερα προσφιλής. Τον συνοδεύει η δόξα της ταπεινότητάς του. Με αρκετούς Αργιθεάτες είχε στενότατη σχέση και επικοινωνία μέχρι την κοίμησή του. Το εκκλησάκι αυτό θα συνδέει πια τον άγιο με τον τόπο μας.


Πάσχα του καλοκαιριού…

Γιορτάζει σήμερα απ’ άκρη σ’ άκρη η πατρίδα μας της Παναγιάς τη γιορτή.

Στοργική Μητέρα και Υπέρμαχη Στρατηγός στις δυσκολίες μας.

Χρόνια Πολλά σε όλους!

Η Παναγία να προστατεύει και να βοηθά όλους τους ανθρώπους!

Κι η Σπηλιώτισσα να προστατεύει και να βοηθά όλους τους Αργιθεάτες!...



Κι άλλο κλεμμένο…

Δεν υπάρχει εν όργανον,

εις εισαγγελεύς,

ένας δραγάτης τέλος πάντων

να με μαζέψει;



15/8/2018



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου       Ε ίχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....