Ετικέτες - θέματα

21.7.26

Νικητές Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 Νικητές


Στιγμιότυπο οθόνης (428).jpg

«Φρόνιμα και ταχτικά

πάω μ’ εκείνον που νικά...»

Κώστας Βάρναλης


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


Στις επόμενες εκλογές δεν ξέρω ποια κυβέρνηση θα μαστορέψουμε με την ψήφο μας ούτε πόσα προβλήματα θα λύσουμε ή θα προσθέσουμε στη χώρα μας και στη ζωή μας… Ωστόσο, μέχρι τότε θα γελάσουμε πολλές φορές, θα εξοργιστούμε περισσότερες και στο τέλος είναι βέβαιο ότι θα κλάψουμε για άλλη μια φορά και θα καταριόμαστε την τύχη μας, αφού, ως γνωστόν, οι επιλογές μας είναι πάντοτε σωστές…

  Εδώ και καιρό παρακολουθούμε μια ασυνήθιστη κινητικότητα στην πολιτική ζωή του τόπου. Κόμματα ιδρύονται, κόμματα διαλύονται και δεν ξέρεις με ποιο ρήμα να χαρείς: με το «ιδρύονται» ή με το «διαλύονται»; Χώρια που σε τυραγνάει και μια εύλογη απορία αν υπάρχουν τόσες ιδεολογίες που να δικαιολογούν τη γέννηση ή την ύπαρξη όλων αυτών των κομμάτων. (Όσοι έχετε την ίδια απορία ελάτε να μαζευτούμε να κάνουμε κι εμείς το κόμμα της απορίας… Το χαρτί απορίας μάς το ετοιμάζουν άλλοι…). 

  Ακόμη πιο ασυνήθιστη είναι η κινητικότητα πολιτικών, πολιτευτών και άλλων τινών που αγωνιωδώς αλληλοσπρώχνονται και αλληλοστριμώχνονται, μετατρέποντας την πολιτική ζωή σε πολύβουη εμποροζωοπανήγυρη (ή γομαροπάζαρο…). 

«Αρχινάει στα Τρίκαλα, Λιάκο μ’, το παζάρι…».

Είμαι άξιο στέλεχος, ποιο κόμμα θα με πάρει;

  Ευρωβουλευτής ο άλλος (τον τίμησε το κόμμα του και προπαντός εκείνοι που τον ψήφισαν) και βολιδοσκοπούσε να προσχωρήσει σε νέο, υπό δημιουργία κόμμα. Όταν τον πήραν μυρωδιά (παράγεται μπόχα, πώς να κρύψεις τη μπόχα;) και τον διέγραψαν, προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ και εμφανίστηκε στην τηλεόραση με πράσινη γραβάτα (και χωρίς να κοκκινίζει) να αναπτύσσει τις θέσεις του, δηλαδή πώς θα μας σώσει.

  Τι περιμένεις, έρμε ψηφοφόρε, απ’ αυτό το γελαστό παιδί (ονόματα δε λέμε, Φαραντούρης το επώνυμο), να σε ξαναγελάσει πάλι; 

  Τι θα πεις, ορέ Φαραντούρη, στους ψηφοφόρους σου; Ξέρω τι θα πεις:    

«Τον γκαβό στο στραβοχώρι πρωτομάστορα τον κάνουν». 

  Η Τζάκρη από το ΠΑΣΟΚ πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ, από εκεί στους Δημοκράτες και τώρα, πρασινοφορεμένη πάλι, ετοιμάζεται για το ΠΑΣΟΚ. Λες και είναι φεριμπότ στη γραμμή Ρίο-Αντίρριο… «Δεν έφυγα ποτέ από τη δημοκρατική παράταξη και πάντα υπηρετώ τον πατριωτικό σοσιαλισμό» δήλωσε η ίδια. Θοδώρα, ούτε εγώ έφυγα ποτέ από το Μαρκελέσι Αργιθέας κι ας μην ξέρω ποιον σοσιαλισμό υπηρετώ… Τέλος πάντων, δε βγάζεις άκρη με τη Τζάκρη και με πολλούς άλλους ανάλογης πολιτικής συμπεριφοράς.

  Οι παραπάνω αναφέρονται ενδεικτικά ως παραδείγματα κομματικής μετακίνησης. Ίσως ο Μπίστης να αποτελεί την κορυφαία περίπτωση, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ξέρω πού βρίσκεται κομματικά, ενδεχομένως να μην ξέρει κι ο ίδιος... Πάντως, οι πολιτικοί   

γυρολόγοι αυξήθηκαν επικίνδυνα τελευταία, όπως οι λαγοκέφαλοι στη θάλασσα. Όμως, ακόμη πιο επικίνδυνοι είναι οι μ’σουκέφαλοι στη στεριά (μ’σουκέφαλους είναι ο μισοκέφαλος, δηλαδή ο ανόητος, ο επιπόλαιος, κοινώς το κουτορνίθι). 

  Εκεί  που  δοκιμάζεις  για  τα  καλά τα νεύρα σου  είναι  όταν  ακούς  ή διαβάζεις τις 

δηλώσεις τους (με τις οποίες προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη στάση τους) κι όταν 

βλέπεις να γλείφουν εκεί που έφτυναν. Θα είχε πολλή πλάκα μια ανθολογία με τις δηλώσεις των ποικιλόχρωμων αυτών λουλουδιών της πολιτικής, με την οποία θα έσκαγαν στα γέλια και τα ποικιλόχρωμα (παρδαλά) κατσίκια… 

  Γιατί όλες αυτές οι μετακινήσεις; 

  Πρώτον (και σπουδαιότερον), γιατί θέλουν το βράδυ των εκλογών να είναι νικητές. Δεν τους νοιάζει αν θα έρθει πρώτο το κόμμα με το οποίο θα πολιτευτούν, αρκεί να μπουν στη Βουλή. Για την έδρα τους πρόκειται… Γι’ αυτό, με απόλυτο τακτικισμό, επιλέγουν να πάνε με κόμμα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τους διασφαλίζει αυτή την προοπτική. Είδατε ποτέ κανέναν να πηγαίνει σε παράταξη που φαίνεται ότι μένει εκτός Βουλής; Πάει μ’ εκείνον που νικά… Τα είπε ο Βάρναλης παραπάνω, μην τα ξαναλέμε…

  Δεύτερον (κι ακόμη πιο σπουδαιότερον), έχουν καταλάβει ότι κι εμείς οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε και, αντί να αναζητήσουμε τους έντιμους και συνεπείς πολιτικούς, προτιμάμε τους κάθε λογής σαλτιμπάγκους και καταφερτζήδες. Διότι ο καταφερτζής, λέγω, αφού είναι καταφερτζής, κάτι θα καταφέρει και για εμάς τους αγνούς ψηφοφόρους του… (που ψηφίζουμε φρόνιμα, αλλά χωρίς φρόνηση…).

  Σε μια κατάσταση που δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τις καλές προθέσεις από τις κρυφές υστεροβουλίες, πολύ πιθανόν να αδικώ κάποιους πολιτικούς κι ασφαλώς δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Έχουν τον χρόνο να το απαντήσουν με τα έργα τους. Σε όσους ζορίζονται απ’ αυτά που γράφω, υπενθυμίζω απλώς τη γνωστή φράση:

  «Όποιος δεν αντέχει τη ζέστη να μην μπαίνει στην κουζίνα».

  Ας αφήσουμε τους πολιτικούς (αρκετά ζεμάτισαν τ’ αυτιά τους, είναι και καλοκαίρι) και να πάμε σ’ εμάς τους πολίτες. Μη νομίζετε ότι έχουμε καλύτερη συμπεριφορά. Κι εμείς θέλουμε να είμαστε νικητές ή με τους νικητές, παραβλέποντας ή λησμονώντας  ακόμη και τη βασικότερη αρχή που λέει ότι για να υπάρχουν νικητές πρέπει να υπάρχουν και ηττημένοι. Βέβαια, η νίκη είναι κίνητρο, επιθυμία και σκοπός για τους ανθρώπους. Πουθενά δεν πάμε για να χάσουμε (ούτε στο τάβλι, αν είναι δυνατόν), όμως, δεν υπάρχει κάτι που να το διασφαλίζει απολύτως αυτό. 

  «Εβγήκαν όλοι νικητές και χάσαν’ όλοι οι άλλοι» έλεγε σατιρικά ο Χάρρυ Κλυνν. Επομένως, οι ρόλοι αυτοί δεν είναι μόνιμοι, αλλά μπορούν να εναλλάσσονται κι από νικητές να βρεθούμε χαμένοι. Ας το έχουμε αυτό πάντοτε υπ’ όψιν μας, ώστε σε κάθε  περίπτωση νίκης να ερχόμαστε και στη θέση των ηττημένων, για να μετριάζουμε τους 

πανηγυρισμούς και την αλαζονεία μας. Η προκλητική διαχείριση της νίκης γεννά και γιγαντώνει την έχθρα, η οποία κάποια στιγμή καταλήγει σε σύγκρουση και βία. Σε μια τέτοια κοινωνία «θρήνησε τον νικητή μαζί με τον νικημένο…», όπως έγραφε κι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στους Πεζούς Ρυθμούς του. 

  Ας μην ξεχνάμε ότι 

απ’ το πολύ το ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ

πολλές φορές ΝΕΝΙΚΗΘΗΚΑΜΕΝ


αλλά και να ευχόμαστε

όλοι οι άνθρωποι να είναι νικητές στον αγώνα της ζωής, απέναντι στις αρρώστιες και στις δυσκολίες τους.



20/7/2026


18.7.26

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   


  ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Ο Γύγης, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν γιος του Δασκύλου και υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς της Λυδίας της δυναστείας των Μερμνάδων που βασίλεψε από το 717 ως το 680 π.Χ.

Ο ΓΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Ο Γύγης ήταν φίλος και μέλος της φρουράς του Κανδαύλη, βασιλιά της Λυδίας. Ο Κανδαύλης εκτός από συνηθισμένες συζητήσεις για σημαντικές υποθέσεις, ανάγκαζε τον Γύγη να ακούει τα εγκώμια για την γυναίκα του που θεωρείτο, τουλάχιστον απο το σύζυγό της, ως η πιο όμορφη που υπάρχει. Επειδή υπέθετε πως ο Γύγης δεν τον πίστευε, τού είπε να βρει τρόπο να την δει μόνος του γυμνή και να πειστεί! Ο Γύγης προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά ο βασιλιάς τον ανάγκασε. Ο Κανδαύλης λοιπόν έκρυψε τον Γύγη σ' ένα σημείο του δωματίου, ώστε να μην τον αντιληφθεί η γυναίκα του και έτσι ο Γύγης την είδε γυμνή. Η βασίλισσα τον αντιλήφθηκε και κατάλαβε πως έφταιγε ο άντρας της, όμως δεν πρόδωσε την ντροπή της και αποφάσισε σιωπηλά να πάρει εκδίκηση1. Εκείνη την νύχτα δεν αντέδρασε, αλλά το επόμενο πρωινό η βασίλισσα κάλεσε τον Γύγη. Ο Γύγης δεν υποψιάστηκε τίποτα επειδή δεν ήταν ασυνήθιστο να τον καλεί η βασίλισσα. Όμως, όταν έφτασε, η βασίλισσα του είπε πως έχει δύο επιλογές, ή να δολοφονήσει τον βασιλιά και να πάρει τη θέση του και εκείνη σύζυγό του ή να πεθάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ο Γύγης έμεινε άφωνος, αλλά στην συνέχεια ικέτεψε τη βασίλισσα να το ξανασκεφτεί. Όταν κατάλαβε πως η βασίλισσα ήταν ανένδοτη αποφάσισε να ζήσει. Έτσι δολοφόνησε τον Κανδαύλη μ' ένα μαχαίρι την νύχτα ενώ κοιμόταν και έγινε βασιλιάς. Στην αρχή οι Λυδοί εξοργισμένοι ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν, αλλά ένας χρησμός του Δελφικού Μαντείου τού επικύρωσε την εξουσία. Όταν νομιμοποιήθηκε στην εξουσία ο Γύγης έκανε πολλά δώρα στο μαντείο.


   ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΓΥΓΗΣ: Τον Πλάτωνα απασχολούσαν πάντοτε τα αντικρουόμενα ζεύγη καλού-κακού, ευτυχίας-δυστυχίας, γνώσης-άγνοιας, δικαιοσύνης-αδικίας, γενναιότητας-δειλίας, αρμονίας-δυσαρμονίας, κ.ο.κ., ενώ οραματιζόταν την κυριαρχία του αγαθού σε έναν ευτυχισμένο, αρμονικό κόσμο. Έτσι, ο Πλάτων, στο Β΄ βιβλίο της «Πολιτείας» του και με το στόμα του αδελφού του Γλαύκωνα, επινοεί ένα μύθο, που θυμίζει τον πραγματικό Γύγη και τον περίεργο τρόπο ανάρρησης στο θρόνο της Λυδίας. Ένας βοσκός του βασιλιά της Λυδίας ονόματι Γύγης, βρίσκει τυχαία ένα μαγικό δακτυλίδι μετά από δύο καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, την ώρα που έβοσκε τα πρόβατα του βασιλιά, έπιασε φοβερή καταιγίδα και έγινε τόσο δυνατός σεισμός, ώστε άνοιξε η γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κατέβηκε στο χάσμα που δημιουργήθηκε και εκεί μέσα στα σπλάχνα της γης, είδε ένα μεγάλο χάλκινο κούφιο άλογο. Από κάποια ανοίγματα στα πλευρά του κοίταξε μέσα του και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ξαπλωμένος ένας γιγαντιαίος νεκρός. Και το σημαντικότερο, φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δακτυλίδι. Ο Γύγης το πήρε και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια. Κάποια μέρα διαπίστωσε ότι το πολύτιμο εύρημά του είχε μία αξιοπερίεργη μαγική δυνατότητα. Περιστρέφοντας την πέτρα του [«σφενδόνην»], προς το εσωτερικό της παλάμης του, γινόταν αόρατος και εμφανιζόταν πάλι, γυρίζοντας το δακτυλίδι προς την αντίστροφη φορά! Ο απλοϊκός βοσκός είχε στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο! Μπορούσε να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός και χωρίς να τιμωρείται ή έστω να επιπλήττεται. Έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη κάτοχος μιας παράδοξης και απρόσμενης δύναμης, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, πάντα όμως υπό το βάρος μιας αδικίας, που μπορούσε, αν εκείνος ήθελε, να φτάσει κι ως το έγκλημα. 

 


  00

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ηρόδοτος, Ιστορία 1 Κλειώ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα: Ιούλιος 1994, σσ. 45-53.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Θεωρούνταν, άλλωστε, προσβλητικό ακόμα και για έναν άντρα να τον δουν γυμνό.

15.7.26

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα

κείμενο - AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

  Είχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί άφηναν ελεύθερα στην εξοχή τα ζώα τους να βόσκουν νύχτα μέρα, βόδια και άλογα μαζί.

«Εμείς να μην αφήσομε έξω τη γαϊδουρίτσα μας», είπε η Σμαράγδα στον άντρα της το χαλκιά, το Ζαφείρη τον Τσιρίμπαση.

«Όλος ο κόσμος τ’ αφήνει έξω· γιατί εμείς όχι;»

«Oι άλλοι, αν πάθουν τίποτα, έχουν ν’ αγοράσουν κι άλλα. Εμείς; Πέρσι θυμάσαι που μας ψόφησε το μουλάρι, χρεωθήκαμε για να πάρομε τη γαϊδουρίτσα. Έχει και το πουλαράκι της και δεν κάνει να μείνει έξω. Ποιος ξέρει αν κανένας λύκος δεν τη βρει αδύνατη και μας τη φάει».

«Λύκος!… Πού βρέθηκε λύκος;»

«Ναι· στου Λάλα έκοψε κάμποσα πρόβατα κι έπνιξε μια φοράδα».

«Ε, τόσο μακριά μπορεί· μα στο χωριό μας χρόνια τώρα που δε φάνηκε».

Πού να ήξερε ο Τσιρίμπασης πως ο λύκος μπορεί να βραδιάσει στη Ρούμελη και περνώντας το γεφύρι του Ισθμού να ξημερωθεί στα βουνά του Μοριά!

Αλήθεια, το χωριό που ονόμασε η Σμαράγδα, το ρήμαξαν δυο λύκοι. Είχαν βγει συντροφιά να κυνηγήσουν. Κρύβονταν την ημέρα στο δάσος ή σε καμιά απόμερη σπηλιά και τη νύχτα ρίχνονταν στα κοπάδια. Ώσπου να πουν: «λύκος τριγυρνάει στις στάνες μας», ούτε λύκος φαινόταν ούτε τ’ αχνάρια του.

Σ’ ένα βουνό οι δύο λύκοι την ώρα που σκοτείνιαζε απάντησαν μια αλεπού. Ήταν βιαστική, μα κοντοστάθηκε και τους κοίταξε. Την κοίταξαν κι εκείνοι φιλικά, σαν να της έλεγαν πως είναι ξένοι και δεν ξέρουν πού έχει καλό κυνήγι. Η αλεπού οσμίσθηκε τριγύρω και σταμάτησε κάπου το κεφάλι της, σαν να τους έδειχνε κάτι σπουδαίο. Έπειτα τους έριξε μια ματιά κι έγινε άφαντη. Oι λύκοι κατάλαβαν τι ήθελε να τους πει:

«Πιο εύκολα θα κυνηγήσετε στου Τάση τη στάνη. Σκυλιά δεν έχει, και ο τσοπάνης αγαπά τον ύπνο. Είχε κάμποσες κότες και της πήρα όλες τη μια με την άλλη».

Oι δυο λύκοι προχώρησαν. Πήγαιναν σκυμμένοι στη γη με τα ποδάρια τους ανοιχτά, σα να πηδούσαν κι όχι να περπατούσαν. Τα ρουθούνια τους ήταν υγρά και μύριζαν το χώμα και τον αέρα από μακριά. Τα αυτιά τους άκουαν και τον παραμικρό ήχο· η μακριά και φουντωτή ουρά τους ήταν μισοσηκωμένη, για να μην κάνει θόρυβο στα κλαριά και στα χορτάρια. Όπως ήταν σταχτόμαυρη, μακριά και πυκνή η τρίχα τους, καθένας θα τους έπαιρνε για τσοπανόσκυλα. Έφτασαν έτσι σ’ ένα ψήλωμα και στάθηκαν να ιδούν πριν να βγούνε στ’ ανοιχτά. Αποκεί πότε κοίταζαν γύρω, πότε κοίταζε ο ένας τον άλλο σαν να κρυφομιλούσαν.

Η αστροφεγγιά φώτιζε τη στάνη σαν ημέρα. O ουρανός ήταν βαθιά γαλανός. O γαλαξίας τον εχώριζε τον ουρανό στη μέση σαν απέραντο ασημόστρωτο ποτάμι.

Μέσα στο μαντρί τα πρόβατα πλαγιασμένα καταγής, το ένα κοντά στο άλλο, φαίνονταν σα μεγάλη φλοκάτα απλωμένη στην αστροφεγγιά. Η πόρτα του μαντριού ήταν κλειστή, δεξιά κι αριστερά γυάλιζαν οι μεγάλες πέτρες, που κάθονται οι τσοπάνηδες την αυγή και αρμέγουν. Απάνω στα ξύλα φαίνονταν οι ξύλινες καρδάρες ανάποδα σαν καπέλα στραβοβαλμένα. Παραέξω σε δυο διχαλωτά ξύλα κρεμόταν το μαύρο λεβέτι που έβραζαν το γάλα. Και βαθιά μέσα στο μαντρί ξεχώριζε η καλυβούλα του τσοπάνη με τη στρογγυλή μικρή πορτούλα της, σα μεγάλο μάτι ορθάνοιχτο. Φωνή, μιλιά, τίποτα. Μόνο κάπου κάπου ένα κουδουνάκι ξυπνούσε τη νύχτα με τη φωνίτσα του: ντιν! ντιν! ντιν! …

Τέλος οι δύο λύκοι σηκώθηκαν, οσμίσθηκαν το δρόμο, και πλησίασαν πάλι τα κεφάλια τους να συνεννοηθούν· ήθελαν να ειπούν στη γλώσσα τους να μην έχουν εμπιστοσύνη στα λόγια της αλεπούς, να ριχτεί ο ένας στο μαντρί, και αν τύχει να είναι σκυλιά, να τα βάλει μαζί τους. Έτσι ο άλλος θα κατορθώσει ν’ αρπάξει ένα πρόβατο, θα πάρει τη ρεματιά και θα βγει στο Γεροντόβραχο. Εκεί ν’ ανταμώσουν να το φάνε. Έπεσαν έπειτα χάμω κι άρχισαν να σέρνονται κατά το μαντρί. Τόσο απαλά σέρνονταν, που ούτε λιθάρι κυλούσε, ούτε ξύλο σάλευε στο πέρασμά τους. Μα με όλη την προφύλαξη ακούστηκε κάποιο τρίξιμο στο μαντρί. Εκείνος που προχωρούσε λίγο εμπρός γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά το σύντροφό του. Ήθελε να του ειπεί: «Ψέματα μας είπε η ξαδέρφη μας η αλεπού… Όπως είπαμε».

Και αμέσως τινάχτηκε στα λιγνά ψηλά πόδια του, λύγισε το κορμί του, τέντωσε ίσα εμπρός το λαιμό του και το κεφάλι του χώθηκε σα σφήνα στο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή δύο στρογγυλοί και μαλλιαροί ίσκιοι όρμησαν από το μαντρί και με φοβερά γαβγίσματα ρίχτηκαν απάνω του. Εκείνος το έβαλε στα πόδια.

O άλλος λύκος πήδησε στο μαντρί και πριν καλά να τον νιώσουν τα πρόβατα, άλλου ξέσκισε την κοιλιά, άλλου έσπασε τη ραχοκοκαλιά. Εκείνα πετάχτηκαν από τον ύπνο τρομαγμένα και στριμώχτηκαν το ένα κοντά στο άλλο. Στην άλλη άκρη του μαντριού, όσα μπόρεσαν πήδησαν το φράχτη και σκόρπισαν στο σκοτάδι. Τα περισσότερα στάθηκαν εκεί τρέμοντας, με το κεφάλι κρυμμένο στα πόδια το ένα του άλλου. O λύκος, άμα χόρτασε από αίμα, άρπαξε ένα πρόβατο στα δόντια του, πήδησε το μαντρί και πήρε τη ρεματιά.

Στο μεταξύ ξύπνησε ο βοσκός, άρπαξε τ’ όπλο του και άρχισε να πυροβολεί. Πυροβολούσε στον αέρα και φώναζε δυνατά, για να δώσει είδηση και στ’ άλλα μαντριά. Δεν άργησε ν’ ακουστούν και αποκεί άλλες τουφεκιές, φωνές και γαβγίσματα. Τα βουνά αντιλαλούσαν γύρω.

Καθώς έτρεχε ο λύκος, έξαφνα είδε μαύρον ίσκιο να κατρακυλά από το βουνό κι ένιωσε το ζεστό χνότο ενός σκύλου να του καίει την πλάτη. Χωρίς να θέλει, παράτησε καταγής το πρόβατο κι εξακολούθησε να τρέχει με πιο ανοιχτά πηδήματα. Όσο όμως κι αν έτρεχε δεν άργησε να αισθανθεί στα πίσω πόδια του άγριες δαγκωματιές. Τέλος, έπειτα από πολλά κατόρθωσε να ξεφύγει και να φτάσει στο Γεροντόβραχο. Έμεινε εκεί κάμποσες ημέρες, ώσπου να γιάνουν οι πληγές του. Αναγκάστηκε να τρέφεται με σκουλήκια. Του κάκου περίμενε το σύντροφό του.

Έπειτα, μόλις ένιωσε πως μπορούσε να περπατήσει, βγήκε πάλι στο κυνήγι. Στις ρεματιές έκανε ακόμη ζέστη· άρχισε κι ανέβαινε στα ψηλά. Κάτι όψιμα λαγουδάκια κι ένα κατσικάκι που έμεινε πίσω από τη συντροφιά του, τον έθρεψαν στο δρόμο και τον εδυνάμωσαν. Καθώς βγήκε σε μια ράχη, μύρισε ψοφίμι. Τα όρνια που είδε συναγμένα στο ψήλωμα και τα ρουθούνια του τον οδήγησαν γρήγορα σ’ έναν κέδρο. Τα όρνια πέταξαν σκούζοντας, όταν είδαν να πλησιάζει ο λύκος, σαν να θύμωσαν που τους χάλασε το φαγί τους. Κοιτάζει και τι βλέπει; Το σύντροφό του ελεεινό και άθλιο πτώμα· ούτε ο μισός δεν είχε μείνει.

Έξαφνα βλέπει ένα λαγό. Έτρεξε να τον κυνηγήσει. Τον έπιασε και τον έφαγε.

Από βουνό σε βουνό βρέθηκε μια βραδιά στο λιβάδι που έβοσκαν τα ζώα του χωριού. Το λιβάδι ανέβαινε σιγά σιγά σ’ ένα βουνό, σκεπασμένο μ’ έλατα, με κέδρα και πουρνάρια. Κάπου κάπου φούντωναν και μερικές γέρικες βελανιδιές.

O λύκος, καθώς είδε τόσα ζώα να βόσκουν στη μοναξιά, στάθηκε· του κεντήθηκε η όρεξη να τα βάλει με τα μεγάλα ζώα.

Έπεσε χάμω και άρχισε να σέρνεται απάνω στην ψηλή και δροσερή χλόη. Σερνόταν ήσυχα σα φίδι, μα, όσο προσεχτικά κι αν πλησίαζε, τα ζώα τον ένιωσαν. Τ’ άλογα χλιμίντρισαν ανήσυχα και τα βόδια μούγκρισαν. Και στη στιγμή όλα τ’ άλογα μαζεύτηκαν σ’ ένα μέρος, έσμιξαν τα κεφάλια τους, σα να ήταν όλα δεμένα σ’ ένα στύλο, και με τα κορμιά τους έκαμαν κύκλο. Το ίδιο έκαμαν και τα βόδια. Συνάχτηκαν, έβαλαν στη μέση τα μοσχάρια και τις αδύνατες αγελάδες, κι εκείνα στάθηκαν ολόγυρα με τα κεφάλια σκυμμένα κάτω και τα κέρατα έτοιμα. O λύκος σύρθηκε πρώτα μια δυο φορές γύρω στ’ άλογα και δοκίμασε να πηδήσει στη ράχη κανενός. Μα τ’ άλογα άρχισαν τέτοιες κλοτσιές με τα πίσω πόδια τους, που για πολλήν ώρα δεν έβλεπες παρά ατσαλένιες οπλές μέσα σε ουρές φουντωμένες. Πού να τολμήσει να πλησιάσει ο λύκος! Σύρθηκε έπειτα γύρω στα βόδια και δοκίμασε μ’ ένα πήδημα ν’ ανοίξει το λαιμό κανενός. Μα κάθε φορά που δοκίμαζε, αντί το λαιμό έβρισκε εμπρός του κάτι κέρατα μυτερά και δυνατά, έτοιμα να του σκίσουν την κοιλιά.

Μάκρυνε λοιπόν από κει για να συλλογιστεί καλύτερα τι να κάμει. Έξαφνα βλέπει τη γαϊδουρίτσα του Τσιρίμπαση με το πουλαράκι της. Ήταν ξεχασμένη σε κάποιο ψήλωμα, και τώρα που ένιωσε τον img13_2κίνδυνο έτρεξε τον κατήφορο για να χωθεί ανάμεσα στ’ άλογα. O λύκος έτρεξε να της κόψει το δρόμο.

Ένα σκυλάκι βρέθηκε συμμαζεμένο σε μια κουφάλα πουρναριού κι έτρεμε από το φόβο του. Μα όταν είδε το λύκο να χυθεί απάνω στη γαϊδουρίτσα, βγήκε κι έτρεξε για το χωριό.

O λύκος άρχισε να φέρνει γύρους τη γαϊδουρίτσα, όλο και στενότερους γύρους, να της δείχνει τα δόντια του. Εκείνη στάθηκε απελπισμένη. Έτρεμε ολόκληρη· αδύνατο να φτάσει στ’ άλογα. O λύκος έβαλε σημάδι το πουλαράκι και χύθηκε απάνω του. Μα τώρα ήρθε η σειρά της μάνας. Η γαϊδουρίτσα πήρε θάρρος και μπήκε ανάμεσα στο λύκο και το παιδί της. Με τα πίσω πόδια της άρχισε να κλοτσά και με το στήθος της να σπρώχνει το πουλαράκι της στην κουφάλα ενός έλατου. Μα εκείνο δεν τη βοηθούσε καθόλου· έτρεμε κι έστεκε ακίνητο. Πολλές φορές τέντωνε το κεφάλι του περίεργο να ιδεί τι γίνεται πίσω από τη μάνα του. Τέλος η γαϊδουρίτσα κατάφερε να βάλει μέσα το πουλαράκι, έκλεισε με το στήθος της την κουφάλα και με τα πίσω πόδια της έδινε κλοτσιές αδιάκοπα.

O λύκος άφρισε από τη λύσσα του. Πολλές φορές κατόρθωσε να μπήξει τα δόντια του στ’ αφύλαχτα πλευρά της γαϊδουρίτσας. Μα στο τέλος έπεσε κάτω από τις κλοτσιές της. Τα αίματα έτρεχαν από τα πλευρά της γαϊδουρίτσας· μα δεν έτρεχαν λιγότερα από το κεφάλι του λύκου. Η άμοιρη μάνα προστάτευε και με το αίμα της το παιδί της.

Έξαφνα ακούστηκαν μακριά βραχνά γαβγίσματα· ήταν ο Αράπης του γύφτου, ένα κατάμαυρο μεγάλο μαντρόσκυλο. Το σκυλάκι που έφυγε από το λιβάδι ήρθε λαχανιασμένο στο σπίτι του Τσιρίμπαση και με τα νοήματα έδωσε να καταλάβει πως η γαϊδουρίτσα τους κινδύνευε.

O Τσιρίμπασης κοιμόταν έξω από το σπίτι. O Αράπης τον τράβηξε από τα ρούχα, τον ξύπνησε και του έδειξε πως έπρεπε να πάρει το τουφέκι του και να τον ακολουθήσει. Τον τράβηξε άλλη μια φορά και έτρεξε εμπρός μαζί με το σκυλάκι.

Από τα γαβγίσματα του Αράπη ξύπνησε κι η Σμαράγδα.

«Πάει η γαϊδουρίτσα μου!», είπε.

O λύκος στο μεταξύ είχε καιρό να φύγει. Κατάλαβε πως καθώς ήταν κουρασμένος δύσκολα θα γλίτωνε από τα δόντια του Αράπη. Πήρε λοιπόν τον κατήφορο. Μα κι ο σκύλος τον πήρε από κοντά και τον έριξε στο δρόμο του χωριού. Σε μια στροφή τον αντίκρισε ο Τσιρίμπασης και με μια τουφεκιά τον ξάπλωσε κάτω.

O Αράπης έτρεξε, τον άρπαξε από το λαιμό, τον εσήκωσε ψηλά, τον τίναξε, κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν νεκρός, τον πήρε κι έτρεξε με χαρά στον αφέντη του.

Στο μεταξύ ξημέρωσε. Από τα γαβγίσματα των σκύλων και τις φωνές των τσοπάνηδων οι χωρικοί έμαθαν πως φάνηκε λύκος κι έτρεξαν στα χωράφια να ιδούν τα ζώα τους.

Σε λίγο μαζεύτηκαν γύρω από το έλατο. Η γαϊδουρίτσα ζούσε ακόμη, μα το αίμα έτρεχε από τις πληγές. Αγκομαχούσε τόσο θλιβερά, που ράγιζε του καθενός την καρδιά. Μόλις είδε τον Αράπη να σέρνει το λύκο, χάιδεψε με το κεφάλι της το πουλαράκι, έριξε μια ματιά ευχαριστημένη στο σκύλο και ξεψύχησε. Το πουλαράκι δεν είχε πάθει τίποτα, μα δύσκολα κατόρθωσαν να το βγάλουν αποκεί. Τόσο ήταν τρομαγμένο.

Κάποιος είπε με συγκίνηση:

«Τέτοια μάνα δεν πρέπει να τη φάνε τα κοράκια κι οι αλεπούδες. Λέω να τη θάψομε».

Όλοι το δέχτηκαν, έσκαψαν ένα λάκκο και την έθαψαν εκεί. Από τότε το μέρος εκείνο έμεινε να λέγεται «Το μνήμα της μάνας».

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=KcX1_wICTAc

12.7.26

Ποσειδών, Άτλας και Ατλαντίδα από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ποσειδών, Άτλας και Ατλαντίδα

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Athanasius Kircher's Atlantis


   Η Ατλαντίδα [Ἀτλαντὶς νῆσος] είναι ένα μυθικό νησί που πρωτοαναφέρθηκε στους πλατωνικούς διαλόγους “Τίμαιος”1 και “Κριτίας”2.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: Στην περιγραφή του Πλάτωνα, η Ατλαντίδα, που βρισκόταν πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες3, ήταν μια ναυτική δύναμη που είχε κατακτήσει πολλά μέρη της δυτικής Ευρώπης και της Λιβύης, περίπου 9.000 χρόνια πριν την εποχή του Σόλωνα (11.560 π.Χ. περίπου). Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να εισβάλει στην Αθήνα[!], η Ατλαντίδα βυθίστηκε μυστηριωδώς στο πέλαγος “σε μια μόνο ημέρα και νύχτα ατυχίας”, κατά τον μεγάλο αυτό φιλόσοφο. Επειδή είναι μια ιστορία που ενσωματώνεται στους διαλόγους του Πλάτωνα, η Ατλαντίδα θεωρήθηκε γενικά ως παραβολή, κάτι σαν άλλες μυθικές διηγήσεις του φιλοσόφου, όπως η Διοτίμα ή ο Ηρ, που κατασκευάστηκε από τον Πλάτωνα για να εξηγήσει τις πολιτικές του θεωρίες. Μερικοί ερευνητές όμως, διατείνονται ότι η περιγραφή του είναι εμπνευσμένη από παλαιότερες παραδόσεις [ή μύθους]. Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Πλάτωνας βασίστηκε σε προηγούμενα γεγονότα, όπως την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ή τον Τρωικό Πόλεμο, ενώ άλλοι ότι εμπνεύστηκε από σύγχρονά του γεγονότα, όπως την καταστροφή της Ελίκης4, το 373 π.Χ. ή την αποτυχημένη εισβολή στη Σικελία [415-413 π.Χ]. Σίγουρο πάντως είναι πως στους διαλόγους Τίμαιος και Κριτίας, που γράφτηκαν το 360 π.Χ., έχουμε τις πρώτες γνωστές αναφορές στην Ατλαντίδα. Ο ερευνητής John V. Luce υποθέτει ότι ο Πλάτωνας, αφού περιέγραψε την αρχή του κόσμου και της ανθρωπότητας στον Τίμαιο, καθώς επίσης και την αλληγορική τέλεια κοινωνία της αρχαίας Αθήνας και της επιτυχούς υπεράσπισης της εναντίον της εχθρικής Ατλαντίδας στον Κριτία, θα έκανε κύριο θέμα του “Ερμοκράτη”, ενός τρίτου σχετικού διαλόγου, τη στρατηγική του Ελληνικού πολιτισμού κατά τη σύγκρουσή του με τους βαρβΆρους.

Πιθανές θέσεις της Ατλαντίδας

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
: Ο Πλάτωνας έγραψε για την Ατλαντίδα στον Τίμαιο: “Οι ιστορίες μιλούν για μια τρανή δύναμη που απρόκλητη εκστράτευε έναντι Ευρώπης και Ασίας, και στην οποία η πόλη σας κατάφερε να θέσει τέλος. Αυτή η δύναμη ξεπρόβαλε από τον “Πέλαγος του Άτλαντα5”. Τότε το πέλαγος αυτό ήταν πλεύσιμο, και είχε ένα νησί που βρισκόταν μπροστά από τα στενά που εσείς αποκαλείτε Ηράκλειες Στήλες. Το νησί ταυτόχρονα ήταν μεγαλύτερο από την [Μικρά] Ασία[!], και ήταν ο δρόμος προς άλλα νησιά. Αν από αυτά περνούσες μπορούσες να φτάσεις στην απέναντι ήπειρο6 που περιέβαλε τον αληθινό ωκεανό, γιατί η θάλασσα εντός των Ηράκλειων Στηλών είναι μόνο ένα λιμάνι με στενό λαιμό και η άλλη είναι αληθινή θάλασσα της οποίας η περιβάλλουσα γη μπορεί όντως να αποκληθεί άπειρη. Σε αυτή τη νήσο της Ατλαντίδας υπήρχε μια απίστευτα μεγάλη αυτοκρατορία”. Τα τέσσερα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος στους δυο αυτούς διαλόγους είναι οι πολιτικοί Κριτίας και Ερμοκράτης και οι φιλόσοφοι Τίμαιος και Σωκράτης. Πάντως ο μόνος που αναφέρει την Ατλαντίδα είναι ο Κριτίας. Ενώ πιθανότατα όλοι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν πραγματικά, οι διάλογοι όπως καταγράφηκαν ίσως είναι δημιούργημα του Πλάτωνα.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ: Στον Τίμαιο έχουμε μια περιγραφή της δημιουργίας και της δομής του σύμπαντος και των αρχαίων πολιτισμών. Στην εισαγωγή, ο Σωκράτης ομιλεί για την τέλεια κοινωνία, όπως περιγράφεται στην “Πολιτεία” του Πλάτωνα, και διερωτάται αν αυτός και οι φιλοξενούμενοί του μπορούν να θυμηθούν μια ιστορία που μιλά για μια τέτοια ακριβώς κοινωνία. Ο Κριτίας αναφέρει μια πραγματική[!] τέτοια ιστορία και συνεχίζει. Στη ιστορία του, η Αθήνα συμβολίζει την τέλεια κοινωνία και η Ατλαντίδα τον αντίπαλό της, την αντιπρόσωπο της αντίθεσης των “τέλειων” γνωρισμάτων που περιγράφονται στην “Πολιτεία”. Ο Κριτίας υποστηρίζει ότι η ιστορία του προέρχεται από μια επίσκεψη του Σόλωνα στη Σάις της Αιγύπτου, όπου γνώρισε ένα ιερέα που του μετάφρασε τη σχετική ιστορία στα Ελληνικά από ιερογλυφικά κάποιων παπύρων. Κατά τον νεότερο χρονολογικά Πλούταρχο, ο ιερέας ονομαζόταν Σόνχις, αλλά, αυτός ο προσδιορισμός μένει ανεπιβεβαίωτος.

  ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΙΣ -ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟ ΤΟΠΟΥ: Κατά τον Κριτία, οι θεοί διαίρεσαν τη Γη ώστε ο καθένας να έχει το μερίδιό του. Ο Ποσειδών έλαχε το νησί της Ατλαντίδας. Το νησί ήταν μεγαλύτερο από τη Λιβύη και τη Μ. Ασία μαζί, αλλά κατόπιν βυθίστηκε από ένα σεισμό και δεν έμεινε τίποτε άλλο παρά αδιάβατα λασπόνερα, που εμπόδιζαν το ταξίδι στον ωκεανό. Οι Αιγύπτιοι περιέγραψαν την Ατλαντίδα ως ένα νησί περίπου 700 χλμ. πλάτους, αποτελούμενο κυρίως από βουνά στο Βορρά και κατά μήκος της ακτής, ενώ μια μεγάλη στενόμακρη πεδιάδα στα νότια “εκτείνεται σε μια κατεύθυνση 3.000 στάδια (600 χλμ.) και 2,000 στάδια (400 χλμ.) στην άλλη”. Πενήντα στάδια μέσα από την ακτή ήταν ένα “βουνό όχι πολύ υψηλό σε οποιαδήποτε πλευρά”. Εδώ ζούσε μια ντόπια, η Κλειτώ, την οποία ερωτεύτηκε ο Ποσειδώνας και της έκανε πέντε ζεύγη αρσενικών διδύμων. Ο Άτλας, που ήταν ο μεγαλύτερος τους, έγινε βασιλιάς ολόκληρου του νησιού και του ωκεανού, που ονομάστηκε έκτοτε Ατλαντικός, προς τιμήν του, και του δόθηκε το βουνό της γέννησής του και η περιβάλλουσα περιοχή. Άλλος μυθικός βασιλιάς της Ατλαντίδας, αδελφός του Άτλαντα, φέρεται ο Αζάης. Ο Ποσειδώνας χάραξε στο βουνό παλάτι για την αγαπημένη του, και το προστάτευσε με τρεις επάλληλες κυκλικές τάφρους. Οι κάτοικοι του νησιού τότε έκτισαν γέφυρες προς τα βόρεια του βουνού για να το ενώσουν με το υπόλοιπο νησί. Τότε άνοιξαν ένα μεγάλο κανάλι προς τη θάλασσα, έσκαψαν στοές παράλληλα με τις γέφυρες για να περνούν τα πλοία και χάραξαν αποβάθρες πάνω στους πέτρινους τοίχους των τάφρων. Κάθε πέρασμα προς την πόλη φρουρούνταν με πύλες και πύργους. Τα τείχη ήταν κατασκευασμένα από κόκκινη, λευκή και μαύρη πέτρα που έβγαλαν από τις τάφρους, και ήταν επικαλυμμένα με μπρούτζο, χαλκό και κασσίτερο. Εννιά χιλιάδες χρόνια πριν τον Πλάτωνα, ένας πόλεμος ξέσπασε μεταξύ των εντός και των εκτός των Ηράκλειων Στηλών. Η Ατλαντίδα είχε κατακτήσει μέρη της Λιβύης και της Ευρώπης μέχρι την Τυρρηνία7, υποδουλώνοντας τους πάντες. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να νικήσουν τους Ατλαντίδες και ελευθέρωσαν κατακτημένες περιοχές. “Όμως αργότερα έγιναν δυνατοί σεισμοί και πλημμύρες, και σε μια μόνο δεινή ημέρα και νύχτα όλοι οι πολεμιστές βυθίστηκαν μέσα στη γη, και ομοίως η νήσος της Ατλαντίδας χάθηκε στα βάθη της θάλασσας”, καταλήγει η διήγηση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Πλάτων, Τίμαιος - Κριτίας: Εκδόσεις Κάκτος 1993. The Atlantis Hypothesis: Searching for a Lost Land, Επιμέλεια: Παπαμαρινόπουλος, Σταύρος (2007). Εκδόσεις Ηλιότοπος. Vidal - Naquet, Pierre, Η Ατλαντίδα: Μικρή ιστορία ενός πλατωνικού μύθου, μτφρ. Χρήστος Δ. Μεράντζας, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007. Μαρινάτος Σπ., "Περί τον θρύλον της Ατλαντίδος", Κρητικά Χρονικά, τομ. 4 (1950), σελ. 195-213.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. ἐν δὲ δὴ τῇ Ἀτλαντίδι νήσῳ ταύτῃ μεγάλη συνέστη καὶ θαυμαστὴ δύναμις βασιλέων, κρατοῦσα μὲν ἁπάσης τῆς νήσου, πολλῶν δὲ ἄλλων νήσων καὶ μερῶν τῆς ἠπείρου· πρὸς δὲ τούτοις ἔτι τῶν ἐντὸς τῇδε Λιβύης μὲν ἦρχον μέχρι πρὸς Αἴγυπτον, τῆς δὲ Εὐρώπης μέχρι Τυρρηνίας.”

2. Καθάπερ ἐν τοῖς πρόσθεν ἐλέχθη περὶ τῆς τῶν θεῶν λήξεως, ὅτι κατενείμαντο γῆν πᾶσαν ἔνθα μὲν μείμους λήξεις, ἔνθα δὲ καὶ ἐλάττους, ἱερὰ θυσίας τε αὑτοῖς κατα- σκευάζοντες, οὕτω δὴ καὶ τὴν νῆσον Ποσειδῶν τὴν Ἀτλαντίδα λαχὼν ἐκγόνους αὑτοῦ κατῴκισεν ἐκ θνητῆς γυναικὸς γεν- νήσας ἔν τινι τόπῳ τοιῷδε τῆς νήσου.” και αλλού: “παίδων δὲ ἀρρένων πέντε γενέσεις διδύμους γεννησάμενος ἐθρέψατο, καὶ τὴν νῆσον τὴν Ἀτλαντίδα πᾶσαν δέκα μέρη κατανείμας τῶν μὲν πρεσβυτάτων τῷ προτέρῳ γενομένῳ τήν τε μητρῴαν οἴκησιν καὶ τὴν κύκλῳ λῆξιν, πλείστην καὶ ἀρίστην οὖσαν, ἀπένειμε, βασιλέα τε τῶν ἄλλων κατέστησε, τοὺς δὲ ἄλλους ἄρχοντας, ἑκάστῳ δὲ ἀρχὴν πολλῶν ἀνθρώπων καὶ τόπον πολλῆς χώρας ἔδωκεν.

3. Δηλαδή, Δυτικά του Γιβραλτάρ, στον Ατλαντικό ωκεανό.

4. Η Ελίκη ήταν μια ιωνική πόλη που βρισκόταν 40 στάδια από το Αίγιο και 12 στάδια (2,2 χλμ) από τη θάλασσα. Ήταν πρωτεύουσα της Ιωνικής Δωδεκάπολης και λατρευτικό κέντρο όλης της Αχαΐας με επίκεντρο τον ναό του Ελικώνιου Ποσειδώνα. Ο Ποσειδώνας, άλλωστε, ήταν ο προστάτης της πόλης και λατρευόταν από την ομηρική εποχή. Οι Αχαιοί έδιωξαν τους Ίωνες και εγκαταστάθηκαν αυτοί στην περιοχή συνεχίζοντας τη λατρεία του Ποσειδώνα. Το όνομα της το οφείλει στην Ελίκη, κόρη του Σελινούντα και γυναίκα του ίωνα. Η πόλη καταστράφηκε από σεισμό κατά το τέταρτο έτος της εικοστής πρώτης Ολυμπιάδας, (χειμώνας 373 π.X.), μαζί με τη γειτονική Βούρα. Τα ερείπια της πόλης καλύφθηκαν στη συνέχεια από θάλασσα. Σύμφωνα με τους Παυσανία και Στράβωνα, οι κάτοικοι της Ελίκης προκάλεσαν την οργή του Ποσειδώνα όταν σκότωσαν ικέτες που είχαν καταφύγει στο ναό του Ποσειδώνα. Ένας τρομακτικός σεισμός κτύπησε την πόλη και την κατέστρεψε ολοσχερώς, ενώ επέζησαν μόνο όσοι έλειπαν από αυτήν. Αμέσως μετά την κτύπησε μεγάλο σεισμικό κύμα [τσουνάμι] και η πόλη καταποντίστηκε στη θάλασσα του Κορινθιακού.

5. Ατλαντικός.

6. Ο Πλάτων υπονοεί μια μακρινή ήπειρο προς τα Δυτικά, εκεί που βρίσκεται η Αμερική.

7. Κεντρική Ιταλία.

9.7.26

Δεισιδαιμονία -προλήψεις, του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου συγγραφέα

 

Δεισιδαιμονία -προλήψεις + ΒΙΝΤΕΟ

του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου συγγραφέα


   ΟΡΙΣΜΟΣ: Η δεισιδαιμονία στην αρχαιοελληνική αλλά και στη Βίβλο έχει καλή σημασία. Σημαίνει τον οφειλόμενο φόβο και σεβασμό προς το Θείο. Δεισιδαιμονία όμως, ακόμη, σημαίνει τη νοσηρή ευλάβεια που δεν έχει ορθή θρησκευτική αντίληψη. Ο δεισιδαίμων, υπό αυτή την έννοια, “είναι ο άνθρωπος που αναμιγνύει στο μυαλό, στα αισθήματα και στις πράξεις στοιχεία ξένα προς το αληθινό περιεχόμενο της πίστης” (Θρησκευτική Ηθική Εγκυκλοπαίδεια). Η δεισιδαιμονία οφείλεται στην ανώριμη πίστη, στην υποανάπτυκτη σκέψη αλλά και στο υποσυνείδητο, ατομικό ή και συλλογικό. Παρ' όλα αυτά, δεισιδαιμονία και προληπτικότητα εμφανίζονται και σε ανθρώπους που έχουν σπουδαία κατά κόσμον μόρφωση.

  ΕΙΔΗ ΠΡΟΛΗΨΕΩΝ: Οι δεισιδαιμονίες μπορούν να χωρισθούν: α΄ στις προλήψεις που έχουν σχέση με τον άνθρωπο και τις πράξεις του, τα ζώα και τη φύση και β΄ σ' αυτές που αναφέρονται σε υπερφυσικά στοιχεία, όπως στοιχειά, δράκους, νεράιδες, φαντάσματα, κ.ά. Συχνά ο λαός πιστεύει στο “ποδαρικό” για κάποιες μέρες, όπως η Πρωτοχρονιά και η πρωτομηνιά. Σχετική πρόληψη είναι και το “χερικό”, δηλαδή αν θα είναι “γουρλής” ο πρώτος αγοραστής κάθε μέρα σε ένα κατάστημα για τον πωλητή. Χαρακτηριστική πρόληψη είναι τα “μαρτάκια” που μητέρες βάζουν στα παιδιά τους την πρώτη Μαρτίου για να μη μαυρίσουν από τον ήλιο (άσχετα αν επιδιώκεται το μαύρισμα στα θερινά μπάνια!). Λένε στην Καστοριά πως τα μυρμήγκια μέσα στο σπίτι φέρνουν καλοτυχία, ενώ αλλού, ότι τα χελιδόνια φέρνουν την ευτυχία στα σπίτι που κτίζουν τις φωλιές τους. Στην Αιτωλία λένε πως το πρώτο φρούτο των δέντρων πρέπει να πετιέται, γιατί όποιος το φάει θα πεθάνει. Αλλού πιστεύουν ότι όποιος φυτεύει δέντρα, ιδίως καρυδιές, θα πεθάνει νέος κι έτσι το σχετικό έργο το αναλαμβάνουν ηλικιωμένοι! Σε αντικατάσταση αρχαίων εθίμων, ακόμη και ανθρωποθυσιών, επικρατεί, και σήμερα, σε πολλές περιοχές η πρόληψη της σφαγής ενός πετεινού στα θεμέλια των σπιτιών. Έτσι το θυσιαζόμενο ζώο, που μπορεί να είναι και κριάρι ή τράγος, είναι το taboo που δίνει ψυχή στο σπίτι. Κατάλοιπο της “στοίχειωσης” του σπιτιού αποτελεί η πρόληψη ότι πεθαίνει μέσα στο χρόνο εκείνος του οποίου η σκιά θα κτισθεί στα θεμέλια από τους μαστόρους! Σε πολλά μέρη της Ελλάδας αποφεύγουν να κοιμούνται κάτω από συκιά γιατί κάνει “βαρύ” ίσκιο, λόγω του ότι θεωρείται κατοικητήριο του διαβόλου. Γενικά ο δεισιδαίμων ή προληπτικός εξετάζει τα πάντα υποκειμενικά και όχι αυτά καθ' αυτά ή σε σχέση μεταξύ τους. Πολλές από τις δεισιδαιμονίες σκοπό έχουν τη δέσμευση και τον εξιλασμό των υπερανθρώπων δυνάμεων, ενώ πολλές από τις “οδηγίες” για την επήρεια των ουρανίων σωμάτων (δες και αστρολογία) συμπεριλαμβάνονται σε διάφορα “μαγικά” βιβλία, τύπου “Σολομωνικής”.

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΠΡΟΛΗΨΕΩΝ: Λίγοι είναι αυτοί που παραδέχονται ότι φοβούνται να ταξιδέψουν Τρίτη και δεκατρείς, να χαιδέψουν μαύρη γάτα, να σπάσουν έναν καθρέφτη. Κι όμως, χτυπάμε ξύλο για να μην προκαλέσουμε την τύχη μας, κουβαλάμε φυλαχτά και αντικείμενα φετίχ για γούρι ή προστασία, ενώ κοιτάμε καθημερινά τα “ζώδια”. Ακόμη, συχνά αποκρύπτουμε μια μέλλουσα αγορά μας ή τα σχέδιά μας για κάποιο ταξίδι για να μη μας “ματιάσουν”. Λένε για τον Φρόυντ, που τα 'βαλε με θρησκείες και προλήψεις, ότι καθημερινά χαιρετούσε το ίδιο αγαλματάκι που ήταν τοποθετημένο στα δεξιά του γραφείου του για να ξεκινήσει τη μέρα του. Δεν ξεχνάμε προπονητή που για σειρά ετών φορούσε το ίδιο σακάκι για να μη χάνει.

  ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κατά τους ψυχολόγους πρόκειται για μία βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη εξέλιξη συνήθεια, που μας κάνει να εξηγούμε διαισθητικά και παιδικά, αυτό που δεν βλέπουμε και δεν αντιλαμβανόμαστε με την νόηση και την λογική. Οι μύθοι, οι προλήψεις, η λεγόμενη «μαγική σκέψη» αντιστάθηκαν σήμερα με πράγματα και καταστάσεις που αφορούν την προσωπική στάση του καθενός απέναντι στη ζωή. Αυτές οι διαδικασίες παρατηρούνται σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι δημιουργούν μόνοι τους τις τελετουργίες τους ή προσδίδουν ιδιαίτερη δύναμη σε ένα αντικείμενο, το “γούρι”, έχοντας το συνδέσει με ένα χαρούμενο συμβάν, ένα αγαπημένο πρόσωπο, μία μέρα, ένα τόπο, ένα συναίσθημα. Η Ψυχολογία προσπαθώντας να εξηγήσει την ανθρώπινη αυτή ανάγκη ανατρέχει πίσω στην πρώιμη παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τον Winnicott, ψυχαναλυτή και παιδοψυχίατρο, το βρέφος, όταν αντιλαμβάνεται την απουσία της μητέρας, βρίσκει ένα αντικείμενο (κούκλα, πιπίλα, κομμάτι πανί, κουβέρτα) που την «υποκαθιστά» απαλύνοντας το φόβο του χωρισμού και την μοναξιά. Το λεγόμενο «μεταβατικό» αυτό αντικείμενο αποκτά για το βρέφος σημασία συμβολική και είναι ο σύνδεσμος του εσωτερικού κόσμου του παιδιού με τον εξωτερικό κόσμο. Το καθησυχάζει και του επιτρέπει να επικεντρώνεται στον εαυτό του. Κατά τον Jung, οι προλήψεις όπως και τα σύμβολα που συναντάμε στην μυθολογίες, στις θρησκείες, στην τέχνη, στα όνειρα, αποτελούν έκφραση της συλλογικής ανθρώπινης μνήμης, που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Αυτές οι δύο ερμηνείες αλληλοσυμπληρώνονται γιατί επιβεβαιώνουν την ανθρώπινη ανάγκη να έχουμε τρόπους να απαλύνουμε φόβους που απ’ το ξεκίνημα της ζωής μάς συνοδεύουν, να “απαντάμε” σε ερωτηματικά, να έχουμε την αίσθηση ότι δεν είμαστε εκτεθειμένοι στο άγνωστο. Το γεγονός, η πράξη, το αντικείμενο της πρόληψης σηματοδοτεί ένα φόβο και ταυτόχρονα μία ελπίδα επιτρέποντάς μας πολλές φορές να συγκεντρώσουμε χάρη σ’ αυτό την εσωτερική μας δύναμη, έστω και με αυθυποβολή.

ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ: Η πίστη στις προλήψεις μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης ή ψυχολογικά επικίνδυνη. Μέντιουμ, χαρτορίχτρες, καφετζούδες, αστρολόγοι, μάγοι, “θεραπευτές”, γιόγκι, σύμβουλοι φενγκ σούι, πνευματιστές και παραψυχολόγοι, συχνά εκμεταλλεύονται αυτήν ακριβώς την ανάγκη μας να εξηγήσουμε τη ζωή και τον κόσμο γύρω μας με τρόπο μαγικό. Ένα μικρό παιδί μπορεί να πιστεύει ότι το αρκουδάκι του είναι ζωντανό, έρχεται όμως η στιγμή που καταλαβαίνει ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρει τότε ότι υπάρχουν πράγματα, δύσκολα και δυσάρεστα που πρέπει και μπορεί να αντιμετωπίσει χωρίς «μαγική» βοήθεια. Το αρκουδάκι δεν παύει να είναι παρηγοριά, ανακούφιση, καταφύγιο. Έχει όμως πια την αξία που το ίδιο το παιδί του δίνει. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τις προλήψεις.

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ: Ο άνθρωπος μετά την πτώση του, σκοτισμένος, ρέπει προς την δεισιδαιμονία. Αθεΐα και δεισιδαιμονία πάνε μαζί! Φαίνεται αφύσικο. Και όμως είναι το πιο φυσικό. Ψέμα το ένα, ψέμα και το άλλο. Και τα δύο προέρχονται από εκείνον, που ο Χριστός τον ονόμασε «πατέρα του ψεύδους». Δύο παραδείγματα από τη Βίβλο και την Ιστορία είναι χαρακτηριστικά: Όταν ο βασιλιάς Σαούλ έπαυσε να υπακούει στον Θεό, δια του προφήτου Σαμουήλ, κατέφυγε στην εγγαστρίμυθο μάγισσα της πόλεως, Αενδώρ, να του πει την αλήθεια, ζητώντας συμβουλές! Ο Φίλιππος ο ωραίος, βασιλιάς της Γαλλίας, ήταν ξακουστός για δύο πράγματα: γιατί ήταν άθεος, και γιατί έλεγε στους επισκέπτες του την τύχη τους, κοιτάζοντας το φλυτζάνι του καφέ. Χαρακτηριστική η δεισιδαιμονία των Εβραίων, λίγο πριν τη Σταύρωση του Κυρίου: Ήθελαν να φονεύσουν τον Χριστό και τον πήγαν από τον Καϊάφα στο πραιτώριο. Όμως δε μπήκαν στο πραιτώριο, για να μη μιανθούν (Ιω. ιη΄ 28). Γιατί ξημέρωνε γιορτή! Να φονεύσουν αθώο άνθρωπο, δεν ήταν μίασμα! Να εισέλθουν στο πραιτώριο την εορτή, τούς ήταν μίασμα! Τα ίδια συμβαίνουν και σήμερα. Χάνεται η πίστη και πλημμυρίζει ο κόσμος με προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Πετάξαμε τον αληθινό Θεό και παραδώσαμε τούς εαυτούς μας στον αντίχριστο, για τον οποίον είπε ο Χριστός: «Εκείνος, είναι απ' αρχής ανθρωποκτόνος».

  ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, απαγορεύει την θεία Κοινωνία δια βίου σ' αυτόν που πηγαίνει σε μάντεις και σε μάγους, γιατί τους θεωρεί (και είναι) αρνητές του Χριστού. Είναι καιρός να υιοθετήσουμε την μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, που αποδεικνύεται η βέβαιη και αληθινή, ουσιαστική πίστη μας στον Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού Χριστό, μακριά από κάθε μορφής δεισιδαιμονία και πρόληψη: "Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα".


Βιβλιογραφία: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Δ΄, 991-994

Πρωτ. Νικόλαος Λαγουμτζής Ταγματάρχης, Μάγια και δεισιδαιμονίες

πρωτοπρ. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία


konstaninosa.oikonomou@gmail.com

8.7.26

[Μυθική Θεσσαλία 3.] Οι Λαπίθες και οι ''καταραμένοι'' βασιλείς τους Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


[Μυθική Θεσσαλία 3.] Οι Λαπίθες και οι ''καταραμένοι'' βασιλείς τους

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


Λαπίθης και Κένταυρος
  Στη μυθική εποχή δε γίνεται ακόμη αναφορά σε Πελασγούς, αλλά σε έναν λαό με μυθική καταγωγή που ονομάζονται Λαπίθες.

Οι Λαπίθες ήταν λαός πολεμικός, με πιθανότερη προέλευση τις ΝΑ. ή Βόρειες πλαγιές του Ολύμπου, κι ο πρώτος τους βασιλιάς, ο Λαπίθης ήταν γιος του Απόλλωνα και της Στίλβης2 , μιας όμορφης κόρης του Πηνειού και της Κρέουσας. Το όνομα λοιπόν του παππού του Λαπίθη, δόθηκε τιμητικά στον ποταμό που διασχίζει τη Θεσσαλία κι αργοκυλάει κάτω από το κάστρο του μυθικού πρώτου βασιλιά. Ο Όμηρος τον στολίζει όμορφα, αποκαλώντας τον «Αργυροδίνη Πηνειό».

Ο Φλεγύας στον Άδη

  Φλεγύας: Από άλλη οικογένεια των Λαπιθών, που κυριαρχούν στη συνέχεια στο θεσσαλικό θρόνο είναι ο βασιλιάς Φλεγύας. Φαίνεται πως το παλάτι του ήταν στην κοντινή Λακέρεια. Με τα παιδιά του, η γενιά των Λαπιθών επεκτείνεται σ’ όλη τη Θεσσαλία. Γιος του Φλεγύα είναι ο Ιξίων και κόρη του η Κορωνίδα. Από την ένωση της Κορωνίδας και του θεού Απόλλωνα γεννιέται ο Ασκληπιός, γενάρχης των Ασκληπιάδων, του βασιλικού δηλαδή οίκου της ΒΔ. Θεσσαλίας (Εστιαιώτιδα με πρωτεύουσα την Τρίκκη), που αναφέρεται και στα ομηρικά έπη. Όμως ο πατέρας Φλεγύας αγανάκτησε με την πράξη του θεού και έκαψε το ιερό του στους Δελφούς. Αυτή η ιεροσυλία του βεβαίως δεν έμεινε ατιμώρητη. Ο Δίας τον έστειλε στον Άδη τιμωρώντας τον με αιώνια βάσανα. 

Ο Ιξίων με τη νεφέλη αντί της Ήρας

  Ιξίων: Αιώνια βάσανα όμως περίμεναν και το γιο του Φλεγύα και διάδοχό του στο θρόνο, Ιξίονα. Έτσι όταν ο Ιξίων πήρε την ανώτατη εξουσία της Λάρισας, ζήτησε, μέσω πρέσβεων, απ’ το γειτονικό βασιλιά Δηιονέα την κόρη του, που ονομαζόταν Δία, για να την νυμφευτεί. Όμως, επειδή ο πατέρας της αρχικά δεν συμφωνούσε, ο Ιξίων του υποσχέθηκε για γαμήλιο δώρο μια μεγάλη έκταση της Θεσσαλίας. Έτσι εκείνος δέχτηκε, μα, μετά το γάμο, ο γαμπρός δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Θυμωμένος τότε με το γαμπρό του ο Δηιονέας, του έκλεψε ένα μεγάλο κοπάδι άλογα (που από τότε αποτελούσε, το σύμβολο του θεσσαλικού κάμπου). Μετά από χρόνια ο Ιξίων προσκάλεσε τον πεθερό του, δήθεν για να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσά τους, σε ένα συμπόσιο. Με μεγάλη χαρά ο Δηιονέας δέχτηκε, μα εκεί τον περίμενε η πιο δυσάρεστη έκπληξη της ζωής του: ο Ιξίων τον έριξε με δόλο σε ένα λάκκο, που μέσα του έκαιγε δυνατή φωτιά, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή με απάνθρωπο τρόπο. Μετά τη φρικτή αυτή δολοφονία του πεθερού του, φυσικό ήταν ο Ιξίων να δεχτεί τη «μήνιν» (οργή) των θεών. Οι Ολύμπιοι τον τιμώρησαν με τη φοβερή αρρώστια της λύσσας. Όμως ο πατέρας των θεών, ο Δίας, συμπονώντας τον Θεσσαλό βασιλιά, όχι μόνο τον απάλλαξε απ’ αυτό, αλλά τον κάλεσε και σε συμπόσιο στον Όλυμπο, δείχνοντάς του μ' αυτό τον τρόπο ότι τον συγχωρούσε. Εν τούτοις ο Ιξίων, μη ξεχνώντας τον κακό του εαυτό, φέρθηκε απρεπέστατα στον ίδιο τον ευεργέτη του, προσπαθώντας μάλιστα να επιτεθεί στην Ήρα. Ο Δίας, βλέποντας το μέγεθος της κακότητάς του, έδωσε σε μια νεφέλη (σύννεφο) τη μορφή της Ήρας, με αποτέλεσμα να ξεγελαστεί ο Ιξίων και να γεννήσει απ’ τη Νεφέλη τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα 

  Ο Ερμής έδεσε με φίδια, κι όχι αλυσίδες, τον τιμωρημένο ασεβή Θεσσαλό βασιλιά πάνω σε φλεγόμενο τροχό που είχε ετοιμάσει ο Ήφαιστος. Την αιώνια αυτή τιμωρία παρακολουθούν από κοντά οι μυθικές Ερινύες (τύψεις), ενώ ο τιμωρούμενος φαίνεται μέσα από την εικόνα σαν να φωνάζει απ’ τον αέναο τροχό του και τα λόγια του αντηχούν μέχρι σήμερα στ’ αυτιά μας: «Πρέπει να τιμούμε τους ευεργέτες μας!»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο αστερισμός Σκορπιός + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

  Ο αστερισμός Σκορπιός + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα     Ο Σκορπιός [Scorpius, συντ. Sco] είναι μαζί...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....