Ετικέτες - θέματα

28.7.26

Αναλύσεις, Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 43

                              Αναλύσεις

                                                                                43 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg

Απάνω στα συντρίμματα των πολιτισμών                                                                           βηματίζουν οι αρχαιοφύλακες.                                                                          Ζαχαρίας Παπαντωνίου

                                                                                                                                                           

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  43

                              

Σήμερα κερνάει ο καφετζής

  Σήμερα δεν πληρώνει κανένας! Κερνάει ο καφετζής… Ξέρω ότι όποιος μπει σήμερα στο Καφενείο είναι κανονικός πελάτης. Γι’ αυτό λένε ήρθε η κανονικότητα στη χώρα. Απ’ τα καφενεία το καταλαβαίνουν. Όταν τα καφενεία λειτουργούν σωστά, έχουμε κανονικότητα και στη χώρα, γιατί και η χώρα ένα απέραντο καφενείο είναι… (αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν πολλοί…).

  Τον τελευταίο καιρό όποιος άγνωστος εμφανιζόταν, σχεδόν πάντα, ήταν πολιτικός. Δηλαδή, φύρα για του μαγαζί, δεν ήξιρις κι πώς να τουν μπειχιρ’στείς… Μόλις αρχίναγι κουντά να λέει του ποίμα καταλάβινις, αλλά δεν κόταγις να πεις κι τίπουτα. Ου ιπαγγιλματίας είνι αδυνατιά κι πρέπει να π’στρώνει τ’ν ουρά τ’… 

  Αυτή την εποχή, βέβαια, λιγόστεψαν και οι πελάτες. Καλοκαίρι, σκορπάει ο κόσμος, άλλοι πάνε διακοπές με κάνα κότερο, άλλοι πάνε στα χωριά τους, για να φκιάσουν τον ετήσιο τραχανά, να ηλιάσουν κάνα κουρόμπλου, να πάνε σε κανένα πανηγύρι και προπαντός στα ποταμίσια πάρτια (ελπίζουμε φέτος να ανοίξουν εγκαίρως οι δρόμοι προς τους αιγιαλούς). 

  Το καλό είναι ότι έφυγαν όλοι χαρούμενοι. Άλλοι γιατί κέρδισαν με πολύ, άλλοι γιατί έχασαν με λίγο, οι φωφικοί (το κινάλ, τι δεν καταλαβαίνετε;) γιατί ξαλάφρωσε το κόμμα τους καμιά εκατόν πενηνταριά κιλά, τώρα που έδιωξε η Φώφη τον Βενιζέλο (άλλο που ψάχνονται τι να κάνουν, για να διώξουν και τη Φώφη) και οι κουκουέδες γιατί άντεξαν ακόμη μια φορά στις συνθήκες πόλωσης, παρότι δεν είχε φρεσκοβαμμένα τα μαλλιά η Κανέλλη. Βγήκε ο Κυριάκος, πήραμε για δώρο και τον άλλον τον Κυριάκο, τον Βελόπουλο (όπως κάποια προϊόντα στα Α-Β Βασιλόπουλος).   Κυριάκοι, γιορτή και σχόλη, να ’ταν οι αρχηγοί μας όλοι!... Αυτό σημαίνει ότι οι αλοιφές του είναι αποτελεσματικές (ζήτω οι εντριβές!) κι έτσι περάσαμε πια απ’ τους ψεκασμένους στους αλειμμένους (τήρα, Γρίβα, τ’ς έχου καλά  τ’ς αλ’μμένοι ή να ματαρουτήσου κάναν αναλυτή;). Δεύτερο δώρο, βγήκε κι ο Βαρουφάκης, για να παρασουλάμι κάνα λιανουπαίδι να τρώει του φαΐ τ’… ΜέΡΑ 25, ΝύΧΤΑ 35 κι μι χουρίς του φιπιά!... (μαρκελεσιώτικη σύνταξη).

  Τόσες χαρές μαζεμένες χρόνια είχαμε να ιδούμε…

  Όμως, παρακαλώ να είστε συγκρατημένοι εις την χαράν και μάλλον καρτερικοί εις αυτά που σας περιμένουν. Ήτοι: μην πολυχαίρεστε!... Όσο εσείς θα χορεύετε στα πανηγύρια σας (κι στα πάρτια, μην αστουχιόμαστι!), ο Μητσοτάκης θα νομοθετεί. Γνωρίζετε προ πολλού ότι τα καλύτερα νομοσχέδια περνάνε καλοκαίρι και ντάλα μεσημέρι. Δεν επιθυμώ να είπω προς το παρόν άλλον τι, μόνο μην απλώνει κανενός τ’ αυτί…

  Ζητώ συγγνώμη για την παραπάνω παράγραφο! Αγνοείστε την, εκλάβετέ την ως δεξιά ή κεντροδεξιά παρένθεση (και αριστεροδεξιά να την εκλάβετε δε με πειράζει). Κακώς σας χάλασα το κλίμα αισιοδοξίας που πλανάται παντού, ειδικά σε όποιον θέλει να παραπλανάται… 


Οι 51 αποχρώσεις του πορτοκαλί

  Ας μην αγνοήσουμε ότι το κλίμα αισιοδοξίας έρχεται, κυρίως, από την πρώτη φορά αριστερά, τώρα που έβαλε σκοπό να ετοιμαστεί για τη δεύτερη φορά αριστερά… (Κύριε, σώσον τους ευσεβείς, τους αδαείς και τους αφελείς! Με την ευκαιρία, σώσε και τους Αργιθεάτες!).

  Ο Αλέξης είπε πως θα ξαναχτίσουν το κόμμα απ’ την αρχή. Το ανακοίνωσε πρόσφατα στην κεντρική επιτροπή του Σύριζα. Καλά είναι! Τώρα το καλοκαίρι τραβάει κι η λάσπη καλύτερα, βοηθάει κι ο καιρός, είναι και χαλαρή η πολεοδομία. Είπε άφρων: «Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω»… (πού να χωρέσουν τόσοι γυρολόγοι;). 

  Σταχυολογούμε (όταν τελειώνει ο θέρος, έρχονται οι σταχομαζώχτρες) βασικά σημεία της ομιλίας του και σχολιάζουμε.  

  Είπεν Αλέξης για τα φονικά φαινόμενα της Χαλκιδικής: «Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, χωρίς μικροκομματικούς υπολογισμούς, για να συνδράμουμε όσους έχουν πληγεί». Η τεχνογνωσία σας από τη Μάνδρα και το Μάτι είναι πολύτιμη, μα το καμένο ελάφι της Πάρνηθας… (γι’ αυτό οι άλλοι έβαλαν γραμματέα τον Τσουβάλα).

  Ξαναείπεν: «Η Ελλάδα που παραδώσαμε δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα που παραλάβαμε». Το ξέρουμε. Γι’ αυτό σας έριξαν. Για να την παραδώσετε. Αν μένατε λίγο ακόμη, δεν ξέρουμε τι θα παραδίνατε… 

  Συνέχισε: «Ο Σύριζα, ως μέρος της πράσινης Αριστεράς, δεν μπορεί παρά να έχει στην πρώτη γραμμή το καθήκον της προστασίας της ζωής και του πλανήτη». Ελπίζω μετά από αυτό να διασκεδάστηκαν οι ανησυχίες σας για τον πλανήτη. Εγγύηση οι 51 γιαλαντζί αποχρώσεις της αριστεράς. Έχουμε να δούμε χρώματα! Σαν τις πιπεριές…

Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε,

συριζαίοι, το σκεπτικό σας δεν το έπιασα ποτέ…  

  Διαβεβαίωσε: «Όχι μόνο θα δυσκολέψουμε, αλλά και θα ματαιώσουμε αντιλαϊκά σχέδια της νέας κυβέρνησης». Σου λέει, γιατί να πάρουν οι άλλοι τα αντιλαϊκά μέτρα που μια χαρά τα παίρναμε κι εμείς; 

  Και το τερμάτισε λέγοντας: «Αλλάζουμε, δυναμώνουμε, προχωράμε». Καμίτι όπους καταλαβαίνιτι! Μόνο να μας λέτε κάθε φορά ποιο χρώμα θα φοράτε, για να σας γνωρίζουμε καθώς θα προχωράτε ή να έχετε φλάμπουρο μπροστά τον Φλαμπουράρη.   

  Πώς να μην είστε αισιόδοξοι μετά;  Για ένα μόνο σας μέμφομαι: πώς μπαίνετε στον χορό, ενώ ο πλανήτης κινδυνεύει;

 

Παράπονο

  Έχω ένα παράπονο από εσάς. Πέρασαν τόσες εκλογές και δε με πήρατε ένα τηλέφωνο να μου πείτε: «σ’ ιφχαριστούμι, αρέ Γιάννη, π’ δε μας χάλιψις κι ισύ ψήφου να μας βάλ’ς σι τέτοιουν μπιλιά…». Σας το ’πα και ξαλάφρωσα. Δεν πειράζει!  Μπορείτε  να επανορθώσετε  εύκολα.  Αφού  δε  μου δώσατε  ψήφο, στείλτε ένα κιλό

τραχανά τουλάχιστον, για να μη σας τουν χαλέψου (ξινό, γλυκό δε με πειράζει),  επειδή ένα αφιέρωμα θα το κάνω ή ακόμη και γιορτή τραχανά μπορεί να οργανώσω, οπότε θα τον χρειαστώ. Θα βγάλω και τον χειμώνα…


Οικονομικές αναλύσεις

  Στο προηγούμενο Καφενείο, σας είχα πει ότι σκέφτομαι να γίνω αναλυτής. Σήμερα θα κάνω μια προσπάθεια κι ανάλογα της υποδοχής που θα τύχει, θα αποφασίσω αν πρέπει να συνεχίσω επαγγελματικά ή απλώς περιστασιακά θα γράφω καμιά χαζαμάρα και θα τη λέω ανάλυση όπως κάνουν και άλλοι.

  Η αρχική σκέψη να κάνω ανάλυση εκλογικών αποτελεσμάτων υποχώρησε γρήγορα, γιατί το «τόσο τους κόβει, έτσι ψηφίζουν» δεν επιδέχεται περαιτέρω ανάλυσης. Ας καταπιαστώ, λέω, με οικονομικά θέματα, διότι κι αν δεν τα πάω καλά, δε θα με παρεξηγήσει κανένας. Άλλωστε, τόσοι οικονομολόγοι και υπουργοί οικονομικών τα έκαναν μπάχαλο και συνεχίζουν να τους χειροκροτούν και να τους ψηφίζουν… 


  Γιατί είμαστε φτωχοί;

  Η πρώτη αναλυτική προσπάθεια επιχειρεί να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα. Μετά από μελέτη των δεδομένων και λεπτομερή ανάλυση μέχρι διάλυσης, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είμαστε φτωχοί, επειδή δεν έχουμε παράδες. (Παρακαλώ, μη φτύνετε! Αντιλαμβάνομαι ότι αρχίσατε τα φτου σου, ρε καφετζή! Πώς του σουμπόλιασις αυτό; Του ινώθου, ζιουματάν τ’ αυτιά μ’).

  Στερούμαστε, επίσης, και κάποιων προσόντων. Δεν έχουμε θράσος, δεν είμαστε αδίστακτοι, δεν ακολουθούμε τους διάφορους τρόπους κλοπής που ενισχύουν τα εισοδήματά μας, δεν εφαρμόζουμε την παροιμία: «Όσου να σκιφτεί ου φρόν’μους, διαβαίνει ου παλαβός» κι αυτά είναι βασικές αιτίες φτώχειας.

  Η λύση βρίσκεται σε μια παραλλαγμένη φράση ενός στοχαστή πρωθυπουργού του παρελθόντος: «Λιφτά υπάρχουν! Ή τ’ αρπάζουμι, ή τα τ’νάζουμι…».


  «Για ν’ αποκτήσει κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είναι, πρέπει να ’χει μεγάλη τύχη, να εύρει στραβόν κόσμο, και να είναι αυτός μ’ ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάει σπίτια, να καταπιεί χωράφια, να βουλιάξει καράβια, με τριανταέξι τα εκατό θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι…».

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  Καλά, να διαβάζουν Παπαδιαμάντη κι οι κλέφτες;


  Ακόμη και η ληστεία τράπεζας έγινε πιο εύκολη, αρκεί να έχεις μαζί σου μια επαναστατική προκήρυξη και να το παίζεις πολιτικός αγωνιστής και επαναστάτης. Αν σε πιάσουν, σε βρίσκουν με την προκήρυξη και καθαρίζεις εύκολα, μιας και απαλλοτρίωσες καπιταλιστικό πλούτο. Αν δε σε πιάσουν, πιάσε πρώτο τραπέζι πίστα στα μπουζούκια και βάλε να σου παίζουν το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη:

«Όσοι έχουνε πολλά λεφτά
να ’ξερα τι τα κάνουν,
άραγε σαν ποθάνουνε - ψεύτη ντουνιά
μαζί τους θα τα πάρουν;».

 

  Το χρήμα (εδώ πεπόνι, εδώ καρπούζι, εδώ πονεί και τσούζει)…

  Το χρήμα δεν το λογαριάζω… (λέει το τραγούδι), αλλά ούτε αυτό με λογαριάζει. Επομένως, δεν έχουμε και πολλά «πάρε-δώσε» και καλά είναι γι’ αυτή την ανάλυση να ανατρέξετε αλλού, για να λυθούν οι όποιες σχετικές απορίες σας.

  Γνωρίζουμε ότι είναι στρογγυλό (για να κυλάει), γλιστερό (για να γλιστράει) και σαν τον βήχα. Δεν κρύβεται… Αλλά τι μας νοιάζει; Εμείς μόνο βήχα έχουμε, καμιά φορά και ξερόβηχα, όταν θέλουμε να πληρώσουμε κάναν λογαριασμό και τους φόρους.  

  Παλιά με τας δραχμάς είχαμε τα κατοστάρικα ως μεγάλο νόμισμα (τα λέγανε και χαρτιά) και το χιλιάρικο (χήνα, λέμε!). Μόλις άρχισαν να φουσκώνουν λίγο οι τσέπες μας, έβγαλαν το πεντοχίλιαρο και μας τις ξεφούσκωσαν πάλι. Αργότερα, τα ίδια με το δεκαχίλιαρο. Στο τέλος μας έφεραν τα ευρά και μας έσπασαν τα νεύρα…  

  Μου τελείωσαν οι ιδέες περί του χρήματος, όπως μου τελειώνουν απότομα και τα χρήματα. Δε μου τελείωσαν, όμως, οι ευχές:

  Εύρωσθε! Δηλαδή, να έχετε ευρώ, όσα χρειάζονται για τις ανάγκες σας!

  Έρρωσθε! Κάτι καλό είναι, αλλά δεν το θυμάμαι. Ρουτάτι κι εσείς του Γρίβα… 


  Το πλαστικό χρήμα

  Βρέθηκα σε ένα γλέντι στ’ Λιουντίτ’. Θέλεις γιατί κυκλοφόρησε ότι βγήκε η χώρα απ’ τα μνημόνια, θέλεις γιατί ήπια παραπάνω και πίστεψα ότι βγήκε αλήθεια η χώρα απ’ τα μνημόνια, αποφάσισα να χορέψω. Έβγαλα ένα πενηντάρι που είχα και είπα: αφού το γλύτωσα απ’ την εφορία, ας το δώσω στην κομπανία, γιατί αν δεν το δώσω στην κομπανία, με κάποιον τρόπο θα μου το φάει η εφορία και θα μείνω κι αχόρευτος. Είδατε ποτέ κανέναν να χορεύει μέσα στην εφορία;

  Ζύγουσα στα όργανα μι προυτιταμένου του πινηντάρι κι λέου τ’ κλαρ’ντζή:

Βάρει του Γρίβα!

Σ’ κώνει του χέρι, τραβάει έναν κατακέφαλου τ’ Γρίβα. Δεν είχα ιδεί ότι ήρθι ικεί κι ου Γρίβας, για να τραβήσει φουτουγραφίις.

Τι κάν’ς, αρέ, τ’ λέου. Του τραγούδι είπα να βαρέ’εις, όχι του Μήτσιου. (Μιταξύ μας, καλά τουν έκανι, γιατί ξέριτι δε σταματάει σ’ ένα μέρους, αφ’σι π’ δε σ’ αφήνει να κάν’ς κι κάνα τσιαλμάκι στου χουρό, γιατί φ’λάισι μι βαρέ’εις του Γρίβα…).

Κύριε, με το πενηντάρι δεν μπορείς να παραγγείλεις τραγούδι και νόμισα ότι με πληρώνεις να χτυπήσω τον Γρίβα. Για τραγούδι πρέπει να βάλεις πιστωτική κάρτα στο ειδικό μηχάνημα που κρατάει o τραγουδιστής και το ΠΙΝ σ’…

Κι βέβια του πίνου!… Αν δεν το ’π’να, θα χόριβα εγώ μ’ ισάς, μι τ’ς μπούγλις π’ παίζιτι κι μι κλαρίνου π’ δεν είνι σι μπιμόλ; 

  Ικεί τουν κώλουσα. Σ’ λέει, ξέρει αυτός απού μουσική, αλλά ου ιπαγγελματίας τ’ς καταπαίνει καμπόσις προυσβουλές, αλλιώς δε δ’λεύει. Έβαλα νια κάρτα που ’χα κι έναν κουδικό σ’ ένα μαραφέτι που ’χαν κι είπα πάλι να παίξουν του Γρίβα. Έρχιτι ου Βασίλη Παληαντών’ς μι τρόπου κι μ’ λέει:

Γιάννη, ιμείς είμαστι δημουκρατικό χουριό, αλλά μην παραγγέλ’ς πουλιτικό τραγούδι, καλύτιρα χάλιψι ένα άλλου, μη γένει κανιά φασαρία. 

Τι έχει αυτό του τραγούδι, αρέ Βασίλη; Αφού ξέρ’ς που ’νι κι αντιβασιλικό.

Ορέ, ιγώ ξέρου, αλλά ξέρου κι καμπουσ’νούς ιδώ π’ δε του ξέρουν. 

Του φασίστα, Βασίλη, τουν καταλαβαίν’ς απ’ του τραγούδι π’ χουρεύει ή απ’  αυτά π’ κάνει;   

Μωρέ συμφουνάου, έτσι είν’, αλλά τι να σ’ που; Όπους θέλ’ς κάνι!...

  Σκέφ’κα λίγου, κάτι ξέρει παριπάν’ ου Βασίλ’ς, λέου, ας τουν ακούσου! Ήξιρα ότι οι Λεοντίτις έκαναν κι πουλλά γλέντια, αφού είχαν κάθι βράδυ ικεί θ’κούς τ’ς μουσικούς, όπους ου Σούλ’ς ου Απουστόλου κι οι Λουφουπουλαίοι, απουφά’ισα να μη γένου ιγώ ου φταίξους να γένει κανιά παραξήγηση κι χαλάσει η σειρά τ’ χουριού. 

Παίξτι μ’ τ’ μαυριδιρούλα, διατάζου, π’ ουδίζει μι του Γρίβα…

Πατάει κάτι κουμπιά ου τραγουδιστής κι σι λίγου άλλους διάλουγους:

Κύριε, το ποσό που έχει η κάρτα σας, δεν επαρκεί για τη μαυριδερούλα.

Καλά, βάψ’ την λίγου κα’ του ξανθό, αν γένιτι καλύτιρη τιμή, παίξι τ’ στρουμπούλου, τ’ν Αγγέλου, τ’ Μυγδάλου, παίξι να ’χαν οι καρδιές αμπάρες, παίξι για ό,τι ιπαρκεί!… 

Να πούμε τον ταχυδρόμο;

Θα πάρουμι τα τραγούδια μι τ’ν αράδα τώρα; Πέστι τουν ταχυδρόμου, πέστι του ’σπράχτουρα, του σιουφέρη, ό,τι σας σκάει πέστι κι απαρατάτι μι κι ισείς κι η τέχνη σας κι η τιχνουλουγία σας! Πλαστικό χρήμα, πλαστικά τραγούδια, πλαστική ζουή, ούλα πλαστικά…

  Πήρα τ’ γκλίτσα μ’, χιρέτ’σα τ’ς φίλοι μ’ τ’ς Λιουντίτις κι έφιβγα.  Κάτ’ στου μύλου έβαλα κι του κιφάλι μ’ στου ζουριό, ξιθέλουσι του μυαλό μ’ κι πήρα του δρόμου για τ’ Μαρκιλέσι, χαρούμινους π’ γλύτουσα του πινηντάρι… κι τ’ φουτουγραφία απ’ του Γρίβα…


Ο πλούσιος έχει τα φλουριά, έχει ο φτωχός τα γλέντια

  Η παροιμία αυτή είναι η καλύτερη οικονομική ανάλυση και μας τη δίνει η σοφία του λαού μας. «Καλύτερα καλύβα όπου γελούν, παρά παλάτι όπου κλαίνε» λέει σε μια άλλη. Έτσι είναι! Δε θέλουμε να έχουμε πολλά χρήματα! Θέλουμε να έχουμε λιγότερες ανάγκες!... Γνωρίζουμε καλά ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν αγοράζονται και άλλα που μας δωρίζονται απλόχερα, αλλά οι μέριμνες δε μας αφήνουν να τα απολαύσουμε και να τα χαρούμε.

  Ας ρίξουμε μια ματιά στη φωτογραφία από ένα ηλιοβασίλεμα στη ράχη του Αετοχωρίου. Στο βάθος η Μιρμιτζάλα, βουνά της Άρτας και του Βάλτου κι ο Αχελώος. 

  Ο ήλιος στο τελείωμα της καλοκαιρινής μέρας χρυσίζει τις κορφές και τα ταπεινά χορτάρια της γης. Ο ουρανός βάφεται με τα απαλά και γαλήνια χρώματα της δύσης.43 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg

  Κι όλη αυτή η υπέρλαμπρη ζωγραφιά έρχεται  στα μάτια σου, για να σε οδηγήσει, χωρίς να το καταλάβεις, σε αυθόρμητη δοξαστική προσευχή:

Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον…

…ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας…

                                                                                                                                                                                         26/7/2019                          


                                                                                                                   


26.7.26

Ο μύθος των τζιτζικιών από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο μύθος των τζιτζικιών

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


  ΤΑ “ΜΟΥΣΙΚΑ ΕΝΤΟΜΑ”: Η ονομασία των συμπαθών αυτών εντόμων στην αρχαία Ελληνική ήταν “τέττιξ” και η λέξη αυτή έρχεται κοντά προς την ηχητική τους έκφραση. Στα σύγχρονα όμως ελληνικά τα λέμε τζιτζίκια, τέλεια μίμηση του τραγουδιού του εντόμου. Η λέξη “τραγούδι” είναι μάλλον άτοπη αφού ο ήχος παράγεται από το τρίψιμο των κοιλιακών τους κυμβάλων, όπως, ακριβώς, σ' ένα μουσικό πριόνι! Είναι παιχνίδι χορδών τρίφτη και όχι φωνητικών χορδών. Ο Ζαν Ανρί Φαμπρ στο έργο του για τα τζιτζίκια, είχε ορθά δώσει τον τίτλο του Ομήρου των εντόμων στα τζιτζίκια!

ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ: Όμως για τα τζιτζίκια ομιλεί και ο Πλάτων, που σ' ένα σημείο του Φαίδρου μας λέει ότι όταν "ακούστηκε για πρώτη φορά το τραγούδι των Μουσών πάνω στη γη, οι άνθρωποι τόσο αναστατώθηκαν που βάλθηκαν να τις μιμούνται σε σημείο που ξέχναγαν να φάνε και να πιούνε. Τόσο, που πέθαναν χωρίς να το καταλάβουν. Και από εκείνους γεννήθηκε τότε το είδος των τζιτζικιών". Θα πρέπει να διευκρινίσουμε, ωστόσο, πως στα σημερινά αυτιά το τραγούδι των τζιτζικιών ακούγεται περισσότερο επαναληπτικό και μονότονο παρά μαγευτικό. Είναι όμως φανερό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν το άκουγαν με το ίδιο αυτί: γι' αυτούς, το τραγούδι των τζιτζικιών, μακριά από το να ακούγεται σαν ηχητική “σουβλιά” ήταν φορέας ανάμνησης και φορέας μηνύματος. Γιατί τα τζιτζίκια θεωρούνταν οι άγγελοι των Μουσών πάνω στη γη και διαβίβαζαν στους θεούς τα σέβη των ανθρώπων. Το τραγούδι τους, έστω και το καταμεσήμερο, όταν ζέστη και αντηλιά κάνουν τον ίσκιο του δέντρου καταφύγιο, ήταν ένα τραγούδι εγρήγορσης, που κατά κάποιον τρόπο έλεγε στον άνθρωπο: "εγέρσου-ξύπνα, εγέρσου-ξύπνα..." Φασαριόζικα, σίγουρα, ή εκνευριστικά, μα και διδακτικά, κυρίως τέτοια ήταν για τους αρχαίους Έλληνες η φύση και ο λόγος ύπαρξης των τζιτζικιών. Για εκείνους που στην εποχή τους το γνώριζαν, ο μύθος του Πλάτωνα θα έπρεπε ιδίως να έχει ένα ηθικό και φιλοσοφικό νόημα. Αλλά πέρα από το μύθο, παραμένει το μυστήριο των τζιτζικιών.

   

  ΖΩΗ ΣΑΝ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ: Το να περνάνε τη σύντομη ζωή τους ακίνητα πάνω σ' ένα δέντρο και τρίζοντας, φαίνεται να έχει κάτι το ανόητο, μια ανεμελιά, όπως το δείχνει τόσο καλά ο μύθος του Λα Φονταίν με το μυρμήγκι. Ο Γάλλος αυτός μυθοποιός φαίνεται πως αγνοούσε το γεγονός πως τα τζιτζίκια πεθαίνουν με το τέλος του καλοκαιριού, οπότε δεν έχουν καμία ανάγκη να προνοούν για την επιβίωσή τους το χειμώνα! Αλλά όμως, ακόμη και τα ίδια τα τζιτζίκια αγνοούν ότι θα πάψουν να ζουν όταν τελειώσει το καλοκαίρι, οπότε το πρόβλημα της ανεμελιάς τους παραμένει. Είναι σαν, εμείς οι άνθρωποι, να μπορούμε με αξιοπρέπεια, μέσα σε μια κοινωνία εργατικών μυρμηγκιών, των συνανθρώπων μας εννοώ, που συσσωρεύουν και αποταμιεύουν, να περνάμε τη ζωή μας ζώντας με φρέσκο αέρα και με τραγούδι! Όμως, ίσως, ναι, γιατί ένας κόσμος δίχως τζιτζίκια θα ήταν σαν ένας κόσμος χωρίς Μούσες, ένας Απόλλωνας χωρίς λύρα, ένα ρυάκι χωρίς κελάρυσμα, ένα καντήλι χωρίς φως. Τα τζιτζίκια είναι ουσιαστικά κι αυτά για τον κόσμο.

Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ: Στον Φαίδρο, ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη να συνομιλεί με το Φαίδρο για τα τζιτζίκια. Ας δούμε το διάλογο σε νεοελληνική απόδοση: Σωκράτης: "Όπως φαίνεται, έχουμε καιρό και μάλιστα νομίζω πως, μέσα στην πνιγηρή ζέστη, μας παρατηρούν οι τζίτζικες, καθώς τραγουδούν και μιλούν μεταξύ τους πάνω από το κεφάλι μας. Έτσι, αν έβλεπαν και εμάς να κάνουμε ότι και οι περισσότεροι, δηλαδή μέσα στο μεσημέρι να μην συζητούμε, αλλά, με το τραγούδι τους, να νανουριζόμαστε και να λαγοκοιμόμαστε, μια και ο νους μας βρίσκεται σε αδράνεια, δίκαια θα γελούσαν σε βάρος μας, νομίζοντας μας για δούλους που ήρθαν εδώ σε αυτούς να βρουν καταφύγιο, και, όπως τα πρόβατα, περνούν το μεσημέρι τους παίρνοντας έναν ύπνο γύρω από την πηγή. Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να περνούμε δίπλα τους χωρίς να μας παρασύρει η γοητεία των φωνών τους, σαν να πλέουμε πλάι σε Σειρήνες ανεπηρέαστοι, μπορεί από θαυμασμό να μας έδιναν γρήγορα το δώρο που έχουν από τους θεούς, για να το δίνουν στους ανθρώπους.

Φαίδρος: “Μα τι είναι αυτό που έχουν; Γιατί δεν έχει τύχει να το ακούσω”.
Σωκράτης: “Και όμως δεν αρμόζει σε έναν φιλόμουσο να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα. Λέγεται λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι. Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο πολύ αναστατώθηκαν από την ηδονή της μουσικής, ώστε τραγουδώντας, αμέλησαν να φάνε και να πιουν, και χωρίς να το καταλάβουν, πέθαναν και από αυτούς ύστερα δημιουργήθηκε το γένος των τζιτζικιών, και πήραν από τις Μούσες τούτο το βραβείο, δηλαδή από τότε που θα γεννηθούν να μην έχουν καθόλου ανάγκη από τροφή, αλλά χωρίς τροφή και ποτό, να αρχίζουν αμέσως να τραγουδάν μέχρι να πεθάνουν, και μετά από αυτά, να πάνε να μένουν κοντά στις Μούσες και να τους αναγγέλλουν ποιος από τους ανθρώπους εδώ στην γη τιμά ποιαν από εκείνες. Και έτσι, αναγγέλλοντας στην Τερψιχόρη ποιοι την έχουν τιμήσει στους χορούς, τους κάνουν πιο αγαπητούς σε αυτήν, και στην Ερατώ αναγγέλλουν ποιοι την έχουν τιμήσει με τα ερωτικά τραγούδια, και στις άλλες το ίδιο, ανάλογα την ιδιαιτερότητα της στιγμής που αρμόζει στην κάθε μία.
Και στην Καλλιόπη, την μεγαλύτερη σε ηλικία από τις Μούσες, και στην Ουρανία,
που έρχεται αμέσως μετά στην σειρά, αναγγέλλουν εκείνους που ζουν με την φιλοσοφία και τιμούν την τέχνη των Μουσών αυτών, αφού τούτες εδώ, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του ουρανού και τους θεϊκούς και ανθρώπινους λόγους, και εκφράζουν την τέχνη τους με την ομορφότερη φωνή.
Έτσι λοιπόν, όπως φαίνεται, για πολλούς λόγους πρέπει να μιλήσουμε και να μην κοιμηθούμε το μεσημέρι
."

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Πλάτων, "Φαίδρος" (μτφρ. Παναγιώτης Δόικος, εκδόσεις Ζήτρος).

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

25.7.26

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ

Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου 






  Ο Μάρτυς Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στα χρόνια της σκλαβιάς στη Ζαγορά του Πηλίου το έτος 1663. Από την ηλικία των 15 ετών εργαζόταν ως ναύτης στα φημισμένα ζαγοριανά καράβια, και διακρινόταν για το ήθος του και την εν γένει καθαρότητα του βίου του, διατηρώντας άσβεστη στην καρδιά του την αγάπη και την πίστη προς τον Χριστό. Το καλοκαίρι του 1680 το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός. Τότε, συνελήφθη και οδηγήθηκε από στο δικαστή, που θέλησε να τον υποχρώσει να αρνηθεί την πίστη του Χριστού και να γίνει Μουσουλμάνος. Υπέφερε κάθε είδους βασανιστήρια, στερεός σαν βράχος στην πίστη των προγόνων του. Προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει παρά να αρνηθεί το Χριστό. Τους έλεγε συνεχώς: “Χριστιανός είμαι. Δεν αρνούμαι το Σωτήρα μου Χριστό”. Τότε οι Τούρκοι τον σκότωσαν στην περιοχή του Ιπποδρόμου της Πόλης, στις 8/8/1680, πριν καλά καλά κλείσει τα 17 του έτη, κερδίζοντας το στέφανο του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Κύριο. Την ημέρα αυτή τιμάται και η μνήμη του στην ιδιαίτερή του πατρίδα, τη Ζαγορά, αλλά και στις Αλυκές του Βόλου. Τεμάχιο του ιερού Λειψάνου του Αγίου υπάρχει αποθησαυρισμένο στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου, στην Άνδρο, μαζί με την εικόνα του Αγίου. Προς τιμήν του αγίου αλλά και των άλλων δύο Νεομαρτύρων του Πηλίου (Αποστόλου και Σταματίου), έχουν ανεγερθεί ναοί και παρεκκλήσια, ενώ τοιχογραφίες και εικόνες κοσμούν πολλούς ναούς της Θεσσαλίας, αλλά και άλλων περιοχών ενώ ειδικές Ακολουθίες, Παρακλήσεις και Χαιρετισμοί έχουν συντεθεί και ψάλλονται προς τιμήν τους.



Θείας πίστεως έχων τήν χάριν, χαίρων ήθλησας ανδρειοφρόνως, Νεομάρτυς Χριστού Τριαντάφυλλε. όθεν ως ρόδον ευφραίνεις ηδύπνευστον, τήν Εκκλησίαν τη Θεία αθλήσει σου. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τό μέγα έλεος.”

Χαίροις Νεομάρτυς του Χριστού, των πάλαι Μαρτύρων, Τριαντάφυλλε μιμητής. Χαίροις ο την κλήσιν, Χριστού ομολογήσας, ενώπιον τυράννων, στερρώ φρονήματι.”


konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:




22.7.26

Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 


Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Θησέας και Κένταυροι

Λέγαμε στο προηγούμενο άρθρο μας για τη μυθική Θεσσαλία πως ο Ιξίων  απ’ τη Νεφέλη, το ομοίωμα δηλαδή της Ήρας, γέννησε τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα.

   Οι Κένταυροι κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς: Σύμφωνα μ’ αυτήν, όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισσας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγροτικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόντιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στο μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»), επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων.

 

Κένταυρος Χείρων και Αχιλλέας
   Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μετα-ομηρικής εποχής, τους εντοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο κυνηγημένους από τον Ηρακλή, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα.

   Η Κενταυρομαχία:  Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους. Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, την κόρη του Άτρακα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Αυτός όμως ο γάμος έμελλε να είναι η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου Λαπιθών- Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία. Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους κενταύρους, ο Ευρυτίων, έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς. Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο.

Κενταυρομαχία

 Άλλοι ήρωες της  Κενταυρομαχίας:
Πλησιάζοντας στο τέλος της εποχής των Λαπιθών αξίζει να γίνει μια απλή αναφορά στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές - ήρωες της Κενταυρομαχίας. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος, καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’ τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος, Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.

Κένταυρος Χείρων

 

Ο Χείρων διδάσκων
   Αναφερθήκαμε και πρωτύτερα στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων, σημειώνοντας παράλληλα και την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών.  Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας, Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας. Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως το θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.


Μὲ τὸν πεζόβολο (1907) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης κείμενο- AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Μέ τόν πεζόβολο (1907) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

κείμενο- AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.

Εἰς ποῖον ἄλλον θὰ ἥρμοζε, καὶ διὰ στόματος τίνος θὰ ἐμέλπετο καταλληλότερον ἡ ἐπῳδὸς αὐτή, παρὰ διὰ στόματος τοῦ φίλου μας Τριαντάφυλλου τοῦ κηπουροῦ; Γυμνόπους καθὼς ἦτον ὅλην τὴν ζωήν του, πότε νὰ φυτεύῃ καὶ νὰ σκαλίζῃ, ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην, μὲ τὸν πεζόβολον* ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβὰν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην… Ἵστατο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐνήδρευε, κατεσκόπευε τὰ κοπάδια τῶν μικρῶν ὀψαρίων νὰ βόσκουν εἰς τὸν πάτον, νὰ πλέουν εἰς τὸν ἀφρόν, κοντὰ εἰς τὴν ἄμμον ἔξω, εἶτα, ὡς ἐπιδέξιος τοξότης, ἔτεινε τὸν πεζόβολον, τὸν ἐξεσφενδόνιζε ταχύς ― καὶ ποῦ νὰ φύγουν τὰ ταλαίπωρα τὰ μικρὰ ψαράκια ἀπὸ τοὺς βρόχους του τοὺς φονικούς;

Εἶτα ἐθαλάσσωνεν ἕως τὸ γόνα, ἔδραχνεν ἠρέμα τὸν πεζόβολον ἀπὸ τὴν κορυφήν, τὸν ἀνέβαζε, τὰ βρόχια μὲ τὰς μολυβήθρας ἔπιπτον κάθετα, τὸν ἔσυρεν ἔξω καὶ τὸν ἐτίναζεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, τρία βήματα ἀπὸ τὸ κῦμα. Ἐπήδων, ἤσπαιρον, ἔστιλβον μὲ λέπια ἀργυρᾶ τὰ καημένα τὰ ψαράκια, καὶ λαχταριστὰ ἀκόμη ὁ Τριαντάφυλλος μὲ τὸν τορβὰν τὰ ἔφερεν εἰς τὸν κῆπόν του. Ἐκεῖ ἤναπτε φωτιάν, καὶ ἀφοῦ ἔρριπτεν ὀλίγον ἅλας, τὰ ἔψηνε· τὰ παιδάριά του τὰ μικρὰ τὰ ἥρπαζον μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, εἶτα ὁ πατὴρ τοὺς τὰ ἐμοίραζεν, ἔδιδε κ᾿ εἰς τὴν ἔγκυον γυναῖκα του, ἔτρωγε κι αὐτός, προσέφερε καὶ εἰς τοὺς παρατυχόντας πελάτας ἢ ἐπισκέπτας τοῦ περιβολίου.

Ἦτο δειλινὸν ἀκόμη. Ὕστερα ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ὀλίγον ἀκόμη, κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ βουνόν, νὰ βασιλέψῃ. Εἶτα ὁ κηπουρὸς ἤντλει νερὸν ἀπὸ τὴν πλατεῖαν γούρναν, τὴν ἀντὶ φρέατος, ἐγέμιζε τὴν στέρναν, τὴν ἀπέφραττεν, ἀπέλυε τὸ νερόν, τὸ ἐμοίραζε στ᾿ αὐλάκια, καθὼς πρὸ μικροῦ εἶχε μοιράσει τὰ μισοψημένα ψαράκια εἰς τὰ τεκνία του. Μὲ τὴν τσάπαν καὶ μὲ τοὺς πόδας τοὺς γυμνούς, μὲ τὰς χεῖρας τὰς τυλώδεις, ἐβάθυνεν, ἔφραττεν, ἄνοιγεν αὐλάκια, κατεύθυνε τὸ νερόν, κ᾿ ἐπότιζεν ὅλα τὰ λάχανα τοῦ κήπου του.

Εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:

Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.

Τὸ δίστιχον αὐτό, τὸ χοριαμβικὸν ἢ χωλιαμβικόν, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα (λ.χ. «Πάπια τοῦ γιαλοῦ, ― μὴν ἀγαπᾷς ἀλλοῦ», καί, Ἄστρο τῆς αὐγῆς ― πῶς ἄργησες νὰ βγῇς»), ἴσως συμπληρώνουν τὸν ρυθμόν, ὅπως καὶ ποικίλλουν τὴν μονοτονίαν, κατόπιν τῆς περιττῆς συλλαβῆς τοῦ πολιτικοῦ στίχου, μετὰ τὸν ὁποῖον ἔρχονται ὡς ἐπῳδός. Πλὴν τί λέγω;

Μήπως ὅλα τὰ λυρικὰ μέτρα δὲν πρέπει νὰ εἶν᾿ ἐλεύθερα, κατὰ συνθήκην ὑπηρετοῦντα τὸ μέλος, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν ἀρχαίαν χορικὴν ᾠδὴν καὶ εἰς τὴν ψαλμῳδίαν τῆς ἐκκλησίας μας ― μὲ τὰς στροφάς, ἀντιστροφὰς ἢ εἱρμοὺς καὶ τροπάρια, καὶ μὲ τὰς ἐπῳδοὺς ἢ καταβασίας;

*
* *

Ὕστερα, ὅταν ὁ ἥλιος εἶχε κρυβῆ ὄπισθεν τοῦ βαθυπρασίνου βουνοῦ ἀντικρύ, φέρων πρόωρον νύκτα εἰς ὅλα τὰ δροσερὰ ἀνθισμένα παράλια, ἤρχοντο εἰς τὸν κῆπον, σχεδὸν τακτικὰ τὴν ὥραν αὐτήν, συνοδεύουσαι τὰ παιδία, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀφελεῖς κι ἀνοιχτόκαρδες, οἱ παραμάννες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον. Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του, σικυοειδῶν ἢ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἐπώλει ἢ προσέφερεν εἰς αὐτάς, φιλεύων ἐλευθερίως τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ὅμως, αὐστηρᾶς ἀνατροφῆς συνήθως, εἶχον διαταγὴν τῶν γονέων νὰ μὴ βάζουν τίποτε εἰς τὸ στόμα των. Οἱ παραμάννες ὅμως δὲν ἦσαν ὑπὸ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Ἤκουον γελῶσαι τοὺς ἀστεϊσμοὺς τοῦ Τριαντάφυλλου, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμίλιας* του ―μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς, σιωπηλῆς― καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο.

Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δεκαπεντοῦτιν, τὴν ἐνουθέτησεν ἐφάπαξ καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς: «Κοίταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, ἔχω ἕνα ἐλάττωμα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα, ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κοίταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπαίνῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί».

Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μακαρία ἡ ὥρα· τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὰ γυναικούλα τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ.

Κατόπιν ἀπὸ τὰς παραπαίδας καὶ τὰ μικρά, συχνὰ ἤρχοντο ζητοῦντες ἀναψυχὴν ἐκεῖ τ᾿ ἀφεντικὰ καὶ οἱ κυράδες, καὶ ὅλους τοὺς ἐπεριποιεῖτο μὲ ἁπλότητα ὁ ἄξιος κηπουρός. Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας, ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερὰ καὶ μυροβόλα.

*
* *

Ἔπειτα, τὰς Κυριακὰς τὸ πρωί, συνήθως ὁ Τριαντάφυλλος ἐφόρτωνε τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ κηπουρικὰ προϊόντα, κ᾿ ἐπήγαινεν εἰς τὸ χωρίον διὰ νὰ πωλήσῃ. Διήρχετο τοὺς πρώτους δρομίσκους μὲ τὰς ἀραιὰς οἰκίας, κ᾿ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀγοράν. Εἰς κάθε δεκάδα κολοκυθιῶν ἢ τριακοντάδα μπαμιῶν, εἰς κάθε μισὴν ὀκὰν τομάτες ποὺ ἐπώλει, ἔρριπτεν ἕνα ἀστεϊσμὸν εἰς τὴν προκύπτουσαν ἀπὸ τὸν χαμηλὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας πελάτιδα, εἰς πᾶσαν δεκάραν τὴν ὁποίαν εἰσέπραττεν, ἐσφενδόνιζεν ἄκακόν τινα βωμολοχίαν πρὸς τὸν ἀγοραστήν.

Εἰς τοὺς κεντρικωτέρους δρομίσκους, γύρω εἰς τὴν ἀγοράν, ἐκεῖ ἀντίκρυζεν ἕνα ἀνταγωνιστὴν εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸν Ἀντώνην τὸν Κανταράκιαν, μὲ τὸν ὄνον του καταφορτωμένον. Εὔθυμος ἐπίσης ἦτο, ἀλλὰ μόνον κάποτε ὀλίγον «ζόρικος». Τὸν γάιδαρόν του τὸν εἶχε μάθει ὑπακοὴν καὶ γυμναστικήν, ἀκόμη καὶ «γνῶσιν», καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος. Ἐπροπορεύετο τὸ ζῷον, ἠκολούθει συνήθως ὁ κύριός του. Εἶτα, ὅταν ἤθελε νὰ τὸ σταματήσῃ, αἴφνης ἔκραζε:

― Βρὲ σύ, στάσου!

Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἵστατο.

Ἄλλοτε, ὅταν μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὄνου, καμμία πελάτις κατερχομένη ἀπὸ οἰκίαν ἐπαρουσιάζετο, ὁ Ἀντώνης ἐφώναζε:

― Βρὲ σύ, μεταβολή! ἔλα δῶ.

Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἐγύριζε, κ᾿ ἤρχετο πίσω.

Ὅταν ὅμως συνέβαινε νὰ προπορεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὄνου, τότε τὸν ἔκραζε:

― Ἔλα γλήορα, βρέ!

Καὶ τὸ ζῷον ἐτάχυνε τὸ βῆμα καὶ τὸν ἔφθανεν.

Ὅλ᾿ αὐτὰ εἶχον κάμει ἀρκετὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ πλῆθος, κι ὁ κὺρ Ἀντωνάκης ὁ Ρήγας, ἔξυπνος δικολάβος τοῦ τόπου, εἶχεν ἀναγγείλει ὅτι ἐπροτίθετο νὰ συντάξῃ ἐγκώμιον εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ ὄνου. Τέλος, ὅταν εἶχε ξεπουλήσει ὁ Κανταράκιας, ἔμβαινεν εἰς καπηλεῖον διὰ νὰ πιῇ, μαζὶ πάντοτε μὲ τὸν ἀνταγωνιστήν του Τριαντάφυλλον καὶ μὲ ἄλλους τριάντα φίλους (καθὼς ἔλεγεν ὁ εἰρημένος κὺρ Ἀντωνάκης) τὰ μισὰ τὰ λεπτὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχεν εἰσπράξει. Τότε ἔδιδεν αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τὸν γάιδαρόν του:

― Νὰ σταθῇς, βρὲ σύ, ἐδῶ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ νὰ μὴν κουνηθῇς. Τ᾿ ἀκοῦς;

Καὶ τὸ ζῷον ἐδείκνυεν ἐν τῷ ἅμα σχῆμα ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς.

―Ὁλόρθα τ᾿ αὐτιά σ᾿! μὴν τὰ κατεβάζῃς.

Ὁ ὄνος ὤρθωνε τὰ ὦτα, κ᾿ ἔμενεν ἐπὶ ὥρας πράγματι ἀκίνητος.

*
* *

Ἄλλος ἀντίζηλος τοῦ Τριαντάφυλλου εἰς τὰ χωρατά, πλὴν μόνον ἐν καιρῷ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἦτον ὁ Γιάννης ὁ Κούκιας. Ὁ δυστυχὴς οὗτος, μὲ τὸ ἕνα χέρι, τὸ ἀριστερόν, ποὺ εἶχεν, ἔκαμνεν ἀρκετὰ καλὰ τὶς δουλειές του. Ἔβοσκε πρόβατα, κ᾿ ἐκαλλιέργει χωράφια. Χηρεύσας μὲ δύο ὀρφανά, εἶχε λάβει δευτέραν γυναῖκα.

Ἐν εἴδει κοσμικῆς πανηγύρεως, καὶ σχεδὸν ὡς ἀποκριάτικη ἑορτή, διεξήγετο ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν εἰς τὸ χωρίον. Τὰ δύο «μπουλούκια» σπανίως ἔφθανον μέχρι τραγικοῦ τόνου εἰς τὰς ἐκδηλώσεις των· συνήθως ἐχόρευον ἀντικρὺ ἀλλήλων εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς ἀγορᾶς, καὶ πότε περιήρχοντο μὲ φωνὰς καὶ μουσικὰ ὄργανα τοὺς μαχαλάδες. Τὸ μόνον στοίχημα ποὺ ἔβαζαν, ἢ μᾶλλον, τὸ τάξιμο ποὺ ἔκαμναν μερικοί, ἦτο, ἂν κερδίσῃ τὸ κόμμα τους, εἰς τὰ ἐπινίκια νὰ χορεύσουν ξυπόλυτοι καὶ ὄχι ὑποδεδεμένοι.

Τώρα, ὁ Κούκιας μὲ τὸν Τριαντάφυλλον συνέπιπτε πάντοτε νὰ εἶναι ἀπὸ δύο κόμματα. Πῶς τοῦτο; Ἴσως, ὅταν τὸ ἓν κόμμα ἐξησφάλιζε τὴν κατοχὴν τοῦ ἑνός, ἄφηνε τὸν ἄλλον νὰ τὸν νέμεται τὸ ἄλλο κόμμα, ἢ ἴσως καὶ αὐτὰ τὰ δύο ἄτομα οὕτω ἤθελον, ἐπειδὴ ἀλλοιῶς «δὲν θὰ εἶχε χάζι». Καὶ τὸ πᾶν ἦτο πῶς «νὰ κάμουν χάζι».

Λοιπὸν ἐχόρευεν ὡς ἀρκούδα ὁ Κούκιας, ἢ ἐφώρμα ὡς καραμάνης* τάχα κατεπάνω εἰς τὸν Τριαντάφυλλον. Ὁ δεύτερος ἀπήντα διὰ κωμικοῦ μορφασμοῦ καὶ γρυλισμοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τόσα «κατσαμάκια»*, ὥστε ὁ πρῶτος δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν φθάσῃ. Τότε ὁ Κούκιας ἐμυκᾶτο τρομακτικὰ ὡς ταῦρος, καὶ ὁ Τριαντάφυλλος ἐσφύριζε τὰ προστάγματα τῶν βουκόλων, δι᾿ ὧν ἐζήτει τάχα νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Κούκιαν εἰς τὴν μάνδραν του. Πλατεῖς γέλωτες διέτρεχον ὅλας τὰς τάξεις ἀπὸ τὰς δύο ὁμάδας, καὶ ὅλοι ἔμενον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν παράστασιν.

*
* *

Καὶ ὅμως, τίς νὰ τὸ ἔλεγε; Αὐτὸς ὁ τόσον εὔθυμος ἄνθρωπος καὶ φαιδρός, ἐπέσυρε τῆς συμφορᾶς τὴν σκληρὰν μάστιγα. Εἶδε τὴν δυστυχίαν, τὴν νόσον καὶ τοὺς θανάτους νὰ πλήττουν τὴν μικρὰν καλιάν του, εἰς τὴν ἀγροτικὴν καλύβην τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει παρὰ τὸν φράκτην εἰς τὴν ἄκρην τοῦ κήπου.

Ἡ φαμίλια του, ἐκείνη ἡ μικρὰ σιωπηλὴ γυναικούλα, ἀφοῦ ἐγέννησεν ἓν ἀκόμη τέκνον, ἀρρώστησε καὶ ἀπέθανεν. Εἶτα τὸ νεογνὸν αὐτὸ ἐπῆγε κατόπιν της, ὡς νὰ ἤλπιζε νὰ εὕρῃ θάλπος εἰς τὰ νεκρωμένα στήθη. Εἶτα δύο ἄλλα παιδία, τὸ ἓν τριῶν ἐτῶν, τὸ ἄλλο πέντε, αὐτὰ ἐκεῖνα ποὺ ἥρπαζαν τὰ ψαράκια μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, ἔπεσαν κι ἀπέθαναν.

Ἄχνη μελαγχολίας ἐπεκάθισεν εἰς τὴν ἡλιοκαῆ ὄψιν τοῦ φαιδροῦ κηπουροῦ, τοῦ πεζοῦ ἁλιέως. Δύο μαῦροι λακκίσκοι ὑγροὶ ἐσκάφησαν ὑπὸ τὰ βλέφαρά του, ἐνῷ δύο ἴχνη γελαστικοῦ μορφασμοῦ ἐφαίνοντο ἀκόμη περὶ τὸ στόμα του.

― Μ᾿ ἐμάδησε ἡ μπόρα, εἶπε, σὰν τριαντάφυλλο ποὺ εἶμαι.

Καὶ μετὰ καιρὸν ὕστερον, εἰς τὰς παρηγορίας τῶν φίλων, ἀπεκρίνετο:

― Μοῦ ἔρριξε ὁ Χάρος τὸν πεζόβολο!

(1907)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ AUDIOBOOK:


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο αστερισμός Ζυγός του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

  Ο αστερισμός Ζυγός του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  - συγγραφέα   ΓΕΝΙΚΑ : Ο Ζυγός [Λατ. Libra, συντ. Lib) είναι αστερισμός...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....