Ετικέτες - θέματα

7.7.26

Έρως, ήρως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Έρως, ήρως

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

κείμενο + AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα* δεμένη ἔξω εἰς ἕνα βράχον, δίπλα εἰς τὴν ἄμμον τοῦ Χειμαδιοῦ, παραπέρα ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μουράγιο τῆς Πιάτσας, κάτω ἀπὸ τὸν βραχώδη κρημνὸν τοῦ Πανωμαχαλᾶ.

Καὶ ὁ μικρὸς ναύτης, ὁ Γιωργὴς τῆς Μπούρμπαινας, ἐξαπλωμένος ἐπάνω εἰς τὴν πρύμνην, μὲ μίαν βελέντζαν τυλιγμένος, βωβός, ἀκίνητος, μὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄμματα, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ σκότος, ὡμοίαζε μὲ τὸν δράκον τοῦ παραμυθιοῦ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκοιμᾶτο μὲ ἀνοικτὸν τὸ ὄμμα.

Δὲν ἐξήρχετο στεναγμὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόμα του. Τὸ στῆθός του δὲν ἐκολποῦτο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω, ὅτι ἔζη μόνον ζωὴν ἐνδόμυχον.

Εἶχαν περάσει τὰ μεσάνυκτα πρὸ πολλοῦ. Ὀλίγα φῶτα ἐφαίνοντο ἀκόμη λάμποντα ἀμυδρῶς εἰς τοὺς φεγγίτας τῶν οἰκιῶν, ὁλόγυρα, σιμὰ εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Γαλήνιος ἡ θάλασσα ἐκοιμᾶτο, καὶ μόνον εἰς τὴν ἀκροπελαγιὰν ὡς ρογχάλισμά της ἐρρόχθει, ἐφλοίσβιζε μελαγχολικῶς φωσφορίζον τὸ κῦμα. Καὶ ἡ βάρκα ἐλικνίζετο ἐλαφρά, ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας μητρικῆς θωπείας. Καὶ ὁ φωσφορισμὸς τοῦ κύματος ἀπήντα εἰς τὸν σπινθηρισμὸν τοῦ ὄμματος τοῦ ναύτου.

Ἦτο καρφωμένον, ἐμπηγμένον ἀτενῶς τὸ ὄμμα του εἰς ἓν σημεῖον, εἰς μίαν οἰκίαν, ὑψηλά, ὄχι μακράν, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἀνοικτὰ ἦσαν τὰ παράθυρα, αἱ ὕαλοι κλεισμέναι, φῶς μέγα ἔφεγγεν εἰς τὰς ὑάλους. Καὶ ἔβλεπες συχνὰ εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο σκιὰς κινουμένας, φευγούσας εἰκόνας, πρόσωπα καὶ ἰνδάλματα. Ὁ μικρὸς ναύτης ἐκοίταζεν ἀπλήστως, καὶ δὲν ἀνέπνεεν οὔτε ἐμορμύριζεν.

Ἤκουε μετὰ πολλοὺς ἄλλους κρότους καὶ ἤχους καὶ μετὰ ὕπνους καὶ ὄνειρα καὶ νευρικοὺς τιναγμούς, ἤκουε πότε-πότε σιγῶντα καὶ πάλιν θορυβοῦντα διὰ μακρῶν βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Καὶ ἐνωτίζετο ρυθμικὸν κρότον χοροῦ, καὶ ἐνηχεῖτο ᾄσματα καὶ ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐθυμίας. Καὶ ὅλα τοῦ ἐφαίνοντο ἀσυνάρτητα, ἀκατάληπτα καὶ βόμβος ἄναρθρος ἤχει εἰς τὰ ὦτά του. Δι᾽ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε πλέον ᾆσμα οὔτε φθόγγος οὔτε ἦχος, ἱκανὸς νὰ ἐκφράσῃ τὸ τί ὑπέφερε.

Τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἀποβραδὺς ὁ κυβερνήτης τῆς βάρκας, ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς ὁ Σιγουράντσας:

— Αὔριο, πρωὶ-πρωί, μὲ τὸ καλό, ἔχουμε ναῦλο. Θὰ τοὺς κουβαλήσουμε πέρα· (ἔδειξε τὴν συνοικίαν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, καὶ εἶτα ἔκαμε κυματοειδῆ κίνησιν τῆς χειρὸς πρὸς δυσμάς). Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

— Ποιανοὺς θὰ κουβαλήσουμε; ἠρώτησεν ὁ μικρὸς ναύτης.

— Δὲν ξέρω τί ὥρα θὰ ξεμπερδέψουνε, ἐπανέλαβεν ὁ κυβερνήτης, δεικνύων ἐπιμόνως τὴν συνοικίαν. Μπορεῖ νὰ μᾶς σηκώσουν τὸ ταχὺ-ταχύ, πρὶν φέξῃ. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

— Ποιοὶ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς σηκώσουν; ἠρώτησε πάλιν ὁ Γιωργής.

— Καλὰ εἶναι νὰ πλαγιάσῃς μὲς στὴ βάρκα. Θέλεις πάλι νὰ πᾷς στὴ γριά σου νὰ κοιμηθῇς, πρὶν χαράξῃ, νά ᾽σαι στὸ πόδι, ἅμα βγῇ ὁ ἀστέρας. Τάχατες πὼς ντρέπεται ἡ νύφη, κατάλαβες, νὰ τὴν καραβώσουνε, νὰ κινήσῃ ἀπ᾽ τὸ χωριὸ μέρα μεσημέρι. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

— Ποιὰ νύφη; ἠρώτησε μὲ χάσκον τὸ στόμα ὁ Γιωργής.

Ἀλλ᾽ ὁ Σιγουράντσας ἀπῆλθε, χωρὶς ν᾽ ἀπαντήσῃ.

Ὁ μικρὸς ναύτης δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς ὅλας τὰς εἰδήσεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συμβάντα τοῦ χωρίου. Ἐταξίδευε δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα, μικρὰ ταξιδάκια, πότε κατὰ διμηνίαν ἓν μακρότερον, τὰ ὁποῖα ὅλα ὁ καραβοκύρης του, ὁ καπετὰν Κωνσταντής, περιέγραφε δι᾽ ἐπιρρημάτων ὡς ἑξῆς: Πότε πέρα, πότε ἀντίκρυ, πίσω, μέσα, πάνω, πότε κάτω. Μίαν φοράν, χαριζόμενος εἰς ἕνα χερσαῖον, εὐηρεστήθη νὰ ἐπεξηγήσῃ τί ἐσήμαινον ταῦτα. Ἢ πέρα, στὰ χωριά, ἢ ἀντίκρυ, στὸ Γριπονήσι, ἢ πίσω, στὴν Κεχρεά, ἢ μέσα, στὴ Στυλίδα, ἢ πάνω, στὴ Σαλονίκη, ἢ κάτω, στὸν Πειραιᾶ.

Ὁ Σιγουράντσας εἶχε κάμει πολλὰ ταξίδια, καὶ πρὶν περάσῃ στὰ χαρτιὰ κυβερνήτης μὲ τὴν φελούκαν αὐτήν. Εἶχε φάγει τὴν θάλασσαν μὲ τὴν φούχταν. Ἀπέκτησε δύο ἢ τρεῖς βρατσέρας ἰδικάς του, ἔπεσεν ἔξω ἢ ἐβούλιαξε καὶ μὲ τὰς τρεῖς, καὶ τώρα ἦτο μόνον διὰ τὰ «χαρτιὰ» καραβοκύρης. Ἡ βάρκα αὐτή, ἡ Ἐλεοῦσα, ὅπως τὴν ὠνόμαζαν, ἦτο κτῆμα τοῦ Γιωργῆ τοῦ Μπούρμπα. Τὴν εἶχεν ἀποκτήσει μὲ τοὺς κόπους του, ὄχι ἀπὸ κληρονομίαν, οὔτε ἀπὸ στραβοῦ διαβόλου, οὔτε ἀπὸ κελεπούρι.

Μικρὸς-μικρός, ἀπὸ τότε ποὺ ἐγύριζε ξυπόλυτος, μ᾽ ἕνα βρακὶ αἰωνίως ἀνασηκωμένον ὣς τὰ γόνατα, μ᾽ ἕνα ὑποκάμισον ἕως τοὺς ἀγκῶνας ἀνασκουμπωμένον, κρατῶν μικρὸν γάντζον μὲ καλαμιάν, τὸν ὁποῖον παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἐχρειάζετο νὰ μάθῃ ὁ ἴδιος τὴν γύφτικην τέχνην διὰ νὰ τὸν κατασκευάσῃ, ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ἐπαρακαλοῦσε τὸν Γιαλαδρίτσαν, τὸν Γύφτον τοῦ ναυπηγείου, νὰ τοῦ τὸν φτιάσῃ, προσφέρων αὐτὸς τὸ σίδερον, τὸ ὁποῖον εἶχε κλέψει ἀπὸ τὸν πεσμένον ἔξω σκελετὸν μιᾶς σκούνας, καὶ δὲν τὸν ἔπειθε· τέλος, μετὰ πολλά, μίαν Κυριακὴν πρωί, ἐπέτυχε νὰ τὸν εὑρῇ ξεμέθυστον, καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ σφυρηλατήσῃ τὸ σίδερον, ἀναλαβὼν αὐτὸς νὰ δουλεύῃ τὰς φύσας, καὶ οὕτω ἠξιώθη ν᾽ ἀποκτήσῃ γάντζον· ἀπὸ τότε, λέγω, ποὺ ἐγύριζε μὲ τὸν γάντζον του ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν, θαλασσωμένος μέχρι μηρῶν καὶ βουβώνων, κυνηγῶν τὰ ὀχταπόδια, ἐβγάζων κοχύλια καὶ σκουλήκια διὰ δολώματα, πηγαίνων ὡς μοῦτσος μὲ ὅλες τὲς βάρκες καὶ τὲς ψαροποῦλες, ἀπὸ τότε εἶχεν ἀρχίσει νὰ πιάνῃ λεπτά. Καὶ εἰκοσαετὴς ἤδη εἶχεν ἀποκτήσει τὴν βάρκαν αὐτὴν μὲ τὸν ἱδρῶτά του.

Ἀλλ᾽ ὁ γραμματεὺς τοῦ λιμεναρχείου τοῦ γ´ παραλίου τμήματος δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ πασσάγιο* οὔτε δίπλωμα κυβερνήτου, λέγων ὅτι ἦτο παραπολὺ νέος διὰ νὰ κυβερνᾷ πλοῖον, καὶ φρονῶν ἴσως ὅτι θὰ εἶχεν ἐξοδεύσει ὅλα ὅσα εἶχεν εἰς τὸ ναυπηγεῖον, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ ὀλίγα ταξίδια, ὑπὸ ἄλλον κυβερνήτην, διὰ νὰ τοῦ μείνουν τίποτε λεπτά.

Ἐν τοσούτῳ ὁ Σιγουράντσας εἶχε τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν, καὶ ἐφέρετο πρὸς τὸν Γιωργὴν ὡς πρὸς μοῦτσον, ἤ, ἂν θέλετε, μοῦστον, δηλαδὴ νέον ἀνάγκην ἔχοντα προστασίας καὶ συμβουλῶν. Ὁ νέος τὸν ἠνείχετο πρὸς καιρόν, ἐλπίζων ὅτι τάχιστα θ᾽ ἀπέκτα «τὰς ἀπαιτουμένας ναυτικὰς γνώσεις» διὰ νὰ λάβῃ δίπλωμα.

Χθὲς ἀκόμη, τὸ Σάββατον, εἶχαν ἐπαναπλεύσει ἀπὸ τὸ τελευταῖον ταξίδι, καὶ σήμερον Κυριακήν, τὸ βράδυ, ὁ κυβερνήτης ἔδιδεν εἰς τὸν Γιωργὴν τὰς ἀτελεῖς ἐκείνας πληροφορίας καὶ τὰς ἀσαφεῖς ὁδηγίας, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ διανυκτερεύσῃ ἐπὶ τῆς λέμβου, διότι εἶχαν ναῦλον, καὶ πιθανὸν ἦτο ν᾽ ἀπέπλεον λίαν-λίαν πρωί, καθόσον «ἡ νύφη ἐντρέπετο νὰ μπαρκάρῃ μέρα μεσημέρι». Ποία νύφη;

Δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς τὰς εἰδήσεις τοῦ χωρίου. Ἦτο ἄνθρωπος τῆς θαλάσσης καὶ ὄχι τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ᾽ ἦτο πιστὸς εἰς τὸ καθῆκόν του.

Ἅμα ἐνύκτωσεν, ἐδείπνησε λιτῶς μὲ τὴν μητέρα του, τὴν γραῖαν χήραν Μπούρμπαιναν, καὶ μὲ τὰ δύο μικρὰ παιδία τῆς ὑπάνδρου ἀδελφῆς του, εἶτα ἐσηκώθη, ἐφόρεσε τὰ ναυτικά του, ἤναψε τὸ φαναράκι, ἐκαληνύκτισε τὴν γραῖαν μητέρα του, ἐπῆρε τὴν εὐχήν της, λέγων ὅτι θὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν, διότι θὰ ἔχουν ταξίδι αὔριον τὸ πρωί.

Ἡ γραῖα ἠθέλησε νὰ τοῦ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις, διατί νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν καὶ ὄχι εἰς τὸ σπίτι, ἀλλ᾽ αὐτός, μὴ γνωρίζων ποίας ἀφορμὰς εἶχεν ἐκείνη, δὲν ἔδωκε προσοχήν, οὐδὲ ὑπώπτευσε τίποτε. Ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο καλύτερον νὰ πλαγιάσῃ εἰς τὴν βάρκαν, καὶ ἀπῆλθε.

Διευθύνθη εἰς τὸν βράχον τοῦ Πανωμαχαλᾶ, κατέβη μὲ ἀσφαλὲς βῆμα, ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν, ἔσυρε τὴν μπαρούμαν, τὸ σχοινὶ τῆς βάρκας, κ᾽ ἐπήδησε μέσα. Ἐκρέμασε τὸ φανάρι ἀπὸ ἕνα σκαλμόν, πρὸς τὰ ἔσω τῆς λέμβου, ἔψαξε κάτωθεν τῆς πλώρης, ἔβγαλε μίαν καπόταν, μίαν βελέντζαν κ᾽ ἓν προσκέφαλον, ἐξεδύθη τὴν καμιζόλαν* του, ἔστρωσεν ἐπάνω τῆς πρύμνης, ἔκαμε τρεῖς σταυροὺς πρὸς ἀνατολάς, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ προχείρου στρώματος.

Ἀπεκοιμήθη σκεπτόμενος τοὺς αἰνιγματώδεις λόγους τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ, τοῦ καραβοκύρη. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἀνετινάχθη ὑπὸ σφοδροῦ κλονισμοῦ κ᾽ ἐξύπνησε. Τί ἦτο;

Τουφεκιές, τρομπονιές. Φῶτα καὶ χαρὲς ἀντικρύ. Ἔπειτα πάλιν ὕπνος, ὄνειρον, ἐγρήγορσις, πνίκτης, κακὸς ἐφιάλτης. Ἔπειτα φθόγγοι μελῳδικοὶ καὶ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Ποῦ; Ἀπέναντί του, ἄνωθεν τοῦ κρημνοῦ, ὕπερθεν τοῦ κατωφεροῦς βράχου, εἰς μίαν μικρὰν οἰκίαν. Τὰ παράθυρα κατάφωτα, καὶ ζωὴ καὶ κίνησις ἐκεῖ διακόπτουσα τὴν ὁμαλὴν ἠρεμίαν καὶ κρατοῦσα τῶν μονοτόνων ψιθύρων τῆς νυκτός. Τί συνέβαινεν;

Ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκογενειακή τις χαρὰ κ᾽ ἑορτή. Κάτι ὡς γάμος.

Ὅταν εἶδε τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἀνεγνώρισεν, ὁ νέος ᾐσθάνθη μέσα, βαθιὰ εἰς τὰ σωθικά του, σπαραγμὸν ἀπερίγραπτον.

Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Αὐτὴ τάχα ἦτο ἐκείνη, περὶ ἧς ὡμίλει ὁ Σιγουράντσας; Αὐτή, ἡ νύφη;

Εἶχε μάθει πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ μάννα της τὴν ἐπανδρολογοῦσε μ᾽ ἕνα νοικοκύρην στεργιώτην, ἀπὸ κεῖ πέραν ἀπ᾽ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά. Ποῦ τὸν ηὗρε;

Τάχα δὲν ὑπῆρχαν γαμβροὶ εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸ ὡραῖον χωρίον, τὸ παραθαλάσσιον; Καὶ δὲν ἦτο αὐτός, εἷς μεταξὺ ὅλων, καλὸς γαμβρός; Διατί ἐβιάζετο ἡ μάννα της; Ἀλλὰ διατί νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐκείνη, περὶ ἧς εἶχεν εἰπεῖ ὁ Σιγουράντσας, ἦτο αὐτή, ἡ εὔμορφη κόρη; Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ; Τάχα δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι νύμφαι; Καὶ διατί αὐτή;

Διατί; Διότι ἰδού, γάμος ἐγίνετο, καθ᾽ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἐκεῖ.

Δυνατὸν νὰ ἐγίνετο γάμος. Καμμία πτωχὴ ἐξαδέλφη της θὰ ὑπανδρεύετο εἰς δανεικὸν σπίτι, εἰς τὸ σπίτι τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως. Ὄχι, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πιστεύσῃ ὅτι ἦτον αὐτή.

Τὸ Ἀρχοντὼ εἶχε καιρόν. Ἦτο σχεδὸν ὁμῆλιξ μὲ αὐτόν, ἕνα χρόνον μικροτέρα. Δεκαεννέα ἐτῶν. Αὐτὸς τὴν εἶχε γνωρίσει ἀπὸ μικρήν. Μαζὶ ἔπαιζαν. Ἐκείνη μὲ τὲς κοῦκλές της, μὲ τὰ νινιὰ καὶ μὲ τὰ προικιά της. Αὐτὸς μὲ τὰ καραβάκια του, τ᾽ ἀρμίθια* καὶ τὶς ἀπετουνιές του.

Ἐκείνη ἔπαιζε «τὰ συμπεθερικὰ» μὲ δύο ἢ τρεῖς ἄλλας κορασίδας, ὁποὺ ὑπάνδρευαν τὲς κοῦκλές των κ᾽ ἐψέλλιζαν χελιδονιστὶ ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην:

— Ἄχ, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό, νὰ φέρουμε πλιὸ τὸν μπακλαβά, πῶς καμαρών᾽ ἡ νύφη, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό. Νά κ᾽ ἡ τέμπλα* μὲ τὰ προικιά, νύφη, νύφη κὶ γαμπρός, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό.

Κι αὐτὸς ἀπ᾽ ἔξω ἀπὸ τὸν μικρὸν αὐλόγυρον ἤκουε τοὺς ψιθυρισμοὺς καὶ τὰ κορασιώδη καμώματα, κ᾽ ἐκολλοῦσε τὸ μάτι του στὴν χαρασμίδα τῆς πόρτας, διὰ νὰ ἰδῇ, ὁποὺ τὴν εἶχαν μανδαλωμένην ἀπὸ μέσα, κλείσασαι αὐτὸν ἔξω, αἱ σκληραὶ καὶ τρυφεραὶ καὶ φίλαυτοι. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἀρχόντω ἔπαιζεν ἐνώπιόν του τὸ «ἀνέβα μῆλο – κατέβα κίτρο», καὶ αὐτὸς ἔχασκε βλέπων, καὶ ἐφλέγετο ν᾽ ἁρπάξῃ μὲ τὰ δόντια τὸ πορτοκάλι, καθὼς ἀνέβαινεν εἰς τὸ ὕψος καὶ κατέβαινεν εἰς τὸ λευκὸν χεράκι τῆς φιλοπαίγμονος μικρᾶς.

Καὶ ἄλλοτε πάλιν ἔπαιζαν οἱ δύο τους «τὸν δείχτην», ὁποὺ ἦτον μία ἁπλῆ κόκκινη κλωστή, μεταβαλλομένη τεχνηέντως εἰς τὴν χεῖρα τῆς μικρᾶς πότε εἰς πριόνι, πότε εἰς καράβι, πότε εἰς τραπέζι, πότε εἰς τυλιγάδι* καὶ εἰς ἀργαλειόν. Καὶ πάλιν ἄλλοτε ἔπαιζαν, ἐκείνη μὲ τὰ δύο χέρια της, αὐτὸς μὲ τὸ ἓν δάκτυλόν του, τὸ «Δῶ‘ μ᾽ φωτίτσα – ἔλα παραπανίτσα»*, ὁπότε, καθὼς ἀνέβαινε μὲ τὸ δάκτυλόν του εἰς τὸ τελευταῖον σκαλοπάτι, τὸ σκυλί, τὸ ὁποῖον ἐνήδρευεν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰς δύο παλάμας της, ὁποὺ παρίστων οἰκίαν, καὶ τὰ συνημμένα δάκτυλά της σκάλαν, τὸν ἔπιανε καὶ τὸν ἐδάγκανε καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσε, γαῦ! γαῦ! Ὢ τῆς ἀθώας παιδιᾶς, ὁποὺ εἶναι κρῖμα νὰ μὴν εἶναί τις ἀκόμη παιδὶ διὰ νὰ τὴν παίξῃ!

Καὶ τώρα ἡ μάννα της τὴν ἐπροξένευε, καὶ τὴν ἐπανδρολογοῦσε, καὶ ἤθελε νὰ τὴν κάμῃ νοικοκυράν. Τὸ εἶχεν ἀκούσει αὐτὸς πρὸ ἡμερῶν νὰ ψιθυρίζεται εἰς τὴν γειτονιάν, πλὴν ἡ μάννα της ἦτον πολὺ κρυφοδάκωτη γυναίκα, καὶ ὅσον καὶ ἂν τὴν ἐψάρευαν οἱ γειτόνισσες, δὲν θὰ ἐπρόδιδε ποτὲ τὸ μυστικόν της.

— Λόγια τοῦ κόσμου, γειτόνισσα. Ποῦ ἔχω ᾽γὼ καιρὸ ἀκόμα! Ἐμένα τὸ κορίτσι μ᾽ δὲν τὸ πῆραν τὰ χρόνια μπροστά, ἂς παντρευτοῦν οἱ μεγάλες δά! Τοὺ Κατερνιὼ τ᾽ Μπαρμπαγιάννη, κὶ τοὺ Μαριὼ τς Κάλληνας, κὶ τοὺ Βασὼ τς Χατζηγιώργινας, τί σ᾽νέριο* τς ἔχει; Ἐμένα τ᾽ Ἀρχοντώ μ᾽ τώρα ἀκόμα ἄρχισε νὰ κεντᾷ τὰ προικιά τς.

Πολλοὶ ὁποὺ τὴν ἤκουαν νὰ διαμαρτύρεται οὕτω τὴν ἐπίστευαν, καὶ αἱ γειτόνισσαι ἔμενον ἐν ὑποψίᾳ καὶ δυσπιστίᾳ, ἀλλὰ χωρὶς τεκμήριον ἢ βεβαιότητα, καὶ μόνον ὁ Νταλντογιάννης, κατὰ τὸ φαινόμενον ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ ἐγύριζεν εἰς ὅλες τὶς γειτονιὲς κ᾽ ἐκουβαλοῦσε εἰς τὰ σπίτια στάμνες μὲ νερὸ πρὸς μίαν δεκάραν τὴν μίαν, εὗρε φράσεις διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς ὑποψίας ὅλων:

— Μὴν τὴν ἀκοῦτε, ἔτσι τὰ λέει. Ἀπ᾽ τὴν περηφάνια τς, γιατὶ θὰ κάμῃ καλὸν γαμπρό, νοικοκύρη ἀπ᾽ τὸ Μπρομύρ᾽. Κὶ τὰ λέει τάχα γιὰ νὰ ρίξ᾽ ὄξου τς ἄλλες ἁπού ᾽ναι ἀνύπαντρες. Δὲν τ᾽νε βλέπετε ποὺ δὲν μαζώνει τὰ χείλια τς ἀπ᾽ τὴ χαρά τς;

Πλὴν ὁ Γιωργὴς δὲν ἔτυχε ν᾽ ἀκούσῃ τοὺς συμπερασμοὺς τοῦ Νταλντογιάννη, καὶ ἦτον παιδὶ τῆς θάλασσας, ὄχι ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ἀγαποῦν νὰ κάθωνται εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγορὰν καὶ ν᾽ ἀργολογοῦν. Καὶ πάλιν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους εἶχε σπεύσει πρὸ ἡμερῶν νὰ τοῦ πάρῃ τὰ συχαρίκια, ὅτι ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ, ἄλλως θὰ ἦτο ἐν μακαρίᾳ ἀγνοίᾳ. Καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ μάννα του ἦτον, καὶ αὐτή, κρυφὴ γυναίκα, κατ᾽ ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν ἐπεθύμει μὲν νὰ νυμφευθῇ ὁ υἱός της τόσον γρήγορα, ἔχαιρε δὲ ἐνδομύχως ἂν ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ.

Τὴν Πέμπτην εἶχεν ἀποπλεύσει ὁ νέος εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδι. Τὴν Παρασκευὴν ἡ γραῖα ἐπληροφορήθη θετικῶς ὅτι ὁ ἀρραβὼν εἶχε γίνει πολὺ κρυφά, καὶ ὅτι ὁ γάμος θὰ ἐτελεῖτο πάλιν κρυφά, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν ἐρχομένην Κυριακήν. Ἡ Μπούρμπαινα εὐχαριστήθη, ἐλπίσασα ὅτι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ υἱός της δὲν θὰ ἐπανήρχετο πρὸ τῆς Δευτέρας, καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ εἰς τὸν γάμον. Διότι ὑπώπτευεν, ἤξευρε καὶ ᾐσθάνετο ὅτι ὁ Γιωργὴς ἔτρεφε παιδικὸν αἴσθημα πρὸς τὴν Ἀρχόντω.

Ἀλλὰ παρ᾽ ἐλπίδα, ἡ ὑπόθεσις τοῦ ταξιδίου ἐτελείωσε γρήγορα, ἢ ὁ καιρὸς ἦτο πολὺ εὐνοϊκός, καὶ ἡ βάρκα ἐπέστρεψε τὸ Σάββατον, ἀργὰ τὴν νύκτα. Τότε συνεκινήθη ἡ γραῖα καὶ ἐφοβήθη. Ὁ Γιωργὴς δὲν εἶχε μάθει τίποτε εἰμὴ περὶ ἐπικειμένου ἀρραβῶνος. Τὴν ἄδειαν τοῦ γάμου εἶχαν ἀναβάλει νὰ τὴν λάβουν τὴν Κυριακήν, ἅμα θὰ ἐνύκτωνε. Τὸ μυστήριον θὰ ἐτελεῖτο παράωρα, μεσάνυχτα. Ὁ Γιωργὴς δὲν ἤξευρε τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά.

Ὅταν ὁ νέος ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ εἶχαν ναῦλον διὰ τὴν Δευτέραν τὸ πρωί, ἡ γραῖα τὸν ἠρώτησε διὰ ποῦ, καὶ ποίους θὰ μετέφεραν. Ὁ Γιωργὴς εἶπεν ὅτι ὁ κυβερνήτης του ἤξευρεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐξηγηθῆ, καὶ τὸ κάτω-κάτω ὀλίγον τὸν ἔμελεν. Ἡ γραῖα δὲν εἶχεν ἀφορμὰς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι τὸ ταξίδι αὐτὸ εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν γάμον.

Ἐλέχθη μὲν ὅτι ἡ νύμφη θὰ ἐπήγαινε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ χωρίον τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του, ἀλλ᾽ ἐπιστεύετο ὅτι θὰ παρήρχοντο ἡμέραι πρὸ τῆς μετοικεσίας. Ἀλλ᾽ ἡ γρια-Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, φαίνεται ὅτι ἐβιάζετο νὰ κουβαλήσῃ τὴν κόρην της πέραν, καθὼς εἶχε βιασθῆ καὶ νὰ τὴν «κουκουλώσῃ» μίαν ὥραν ἀρχύτερα.

Ἄλλως, ποίαν τάχα ἐνόει ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης, λέγων ὅτι «ἐντρέπετο νὰ καραβωθῇ ἡ νύφη μέρα-μεσημέρι»; Ποία νύφη;

Ἡ γραῖα τὸν παρεκίνησε νὰ μείνῃ στὸ σπίτι νὰ κοιμηθῇ. Ἀνελογίζετο ὅτι, ἂν καὶ ἦσαν γείτονες μὲ τὴν οἰκίαν τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως, καὶ ἂν ἤκουε θορύβους καὶ ἐκρήξεις χαρᾶς εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Γιωργής, αὐτὴ θὰ τὸν ἐπαρηγόρει καὶ θὰ ἐπροσπάθει νὰ τὸν ἀποπλανήσῃ· καὶ ἔπειτα θὰ τὸν εἶχε σιμά της, ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια της.

Ὁ Γιωργὴς ὅμως ἤθελε νὰ ὑπάγῃ στὴν βάρκαν, ὄχι διότι τοῦ εἶχε παραγγείλει οὕτω ὁ κυβερνήτης του, ἀλλὰ διότι πάντοτε ἠρέσκετο κ᾽ ἐπροτίμα νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν βάρκαν. Ἡ μάννα του ἦτο πλέον γραῖα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν νανουρίσῃ εἰς τὴν κούνιαν του οὔτε εἰς τὴν ἀγκαλιάν της. Ἡ ἄλλη μάννα του, ἡ θάλασσα, ἀκόμη τὸν ἐλίκνιζε μὲ τὰ κύματά της. Κ᾽ ἐκείνη εἶχε κούνιαν, κ᾽ ἐκείνη εἶχεν ἀγκάλην καὶ ἀγκάλας πολλάς. Διὰ τὴν πρώτην μητέρα ἦτο πλέον μεγάλος καὶ ἡλικιωμένος υἱός. Διὰ τὴν δευτέραν μεγάλην μητέρα, τὴν προσφιλῆ καὶ ὑγρὰν καὶ ἄπιστον, ἦτο ἀκόμη μικρόν, πολὺ μικρὸν τέκνον της.

Ἡ γραῖα δὲν ἐπέμεινε περισσότερον νὰ τὸν ἀποτρέψῃ. Ἐπροσποιήθη μόνον ὅτι γνωρίζει καὶ αὐτὴ ἀπὸ θάλασσαν (καὶ δὲν ἐγνώριζεν ἄλλο παρὰ τοὺς καημοὺς τῆς θάλασσας), καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἀγκυροβόλιον τοῦ βράχου δὲν ἦτο πολὺ ἀσφαλές, καὶ τοῦ ἐσύστησε νὰ πάγῃ ν᾽ ἀράξῃ τὴν βάρκαν ἐκεῖθεν τῶν βράχων, μεσημβρινώτερα, πρὸς τὴν Σπηλιὰν ἢ τὲς Πλάκες. Τοῦτο τὸ ἔκαμε διὰ νὰ εἶναι ὁ υἱός της μακρὰν ἀπὸ τὴν συνοικίαν καὶ εἰς ἄποπτον ἀπὸ τῆς οἰκίας, ὅπου θὰ ἐτελεῖτο ὁ γάμος. Πλὴν αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ἀπῆλθεν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσκέπτετο ἡ ἀνήσυχος μητρικὴ στοργή, ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, οὔτε ἰδέαν εἶχεν οὔτε ὑποψίαν οὔτε ἔννοιαν ἂν ὁ Γιωργής, ὁ υἱὸς τῆς Μπούρμπαινας, ἦτο ἐρωτευμένος μὲ τὴν κόρην της τὴν Ἀρχόντω. Καὶ ἂν εἶχεν ἰδέαν, πάλιν δὲν θὰ τὴν ἔμελε τίποτε. Καὶ ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ κόρη της ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ αἴσθημα, πάλιν ὀλίγον θὰ ἀνησύχει. Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα, τί θὰ πῇ; Τὸ μόνον χρέος των εἶναι νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς των. «Νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς μέριμναν ἕξει». Καθὼς ὅλαι αἱ γραῖαι, ἡ Μαρουδίτσα ἦτο συμφωνοτάτη μὲ τὸν Εὐριπίδην, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζῃ.

Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα. Δὲν πρέπει, ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του τοὺς δύο πυροβολισμούς ― διότι ἀφοῦ ἡ «κουλούρα» ἐμβῆκεν εἰς τὸ κεφάλι, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη μυστικότητος, καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος μήπως «ρίξουν τὰ κορίτσια* τῆς νύφης» παρῆλθε πλέον· διότι τὰ κορίτσια, καθὼς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλούς, τὰ ρίχνουν αἱ ἐχθραὶ τῆς νύμφης, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβῶνος, ἥτις καὶ δι᾽ αὐτὸ τελεῖται πολὺ μυστικά, κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν πονηρῶν γραϊδίων, χωρὶς νὰ πάρῃ εἴδησιν κανεὶς ἀπ᾽ ἔξω· κ᾽ ἔπειτα ἡ Μαρουδίτσα εἶχε λάβει πρόνοιαν νὰ ὀχυρώσῃ τοὺς κόλπους τῆς κόρης της, καθὼς καὶ τοῦ γαμβροῦ, μὲ δύο μικρὰ ὡραῖα χρυσοδεμένα τετραβάγγελα· οἱ δὲ πυροβολισμοὶ ρίπτονται κατ᾽ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ Στεφανώματος, εὐθὺς μετὰ τὴν τελετὴν τοῦ Ἀρραβῶνος ― ὅταν, λέγω, ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του δύο τουφεκιὲς ἢ μᾶλλον τρομπονιές, ἐξύπνησεν ἔντρομος μὲ ἀνασκίρτημα, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἦτο κακὸς ἐφιάλτης. Ἀλλὰ δὲν ἦτο σωστὸν ξύπνημα.

Ὁ νέος εὑρίσκετο ἐν ἡμιασυνειδησίᾳ καὶ δὲν ἐνόει τίποτε. Τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπεν ὡς ἐν ὀνείρῳ ἐκεῖ, ἐπάνω ἀπὸ τὸν βράχον, σύρριζα εἰς τὸν κρημνόν, μίαν οἰκίαν ἐκτάκτως φωτισμένην. Ἔπειτα ἐκοιμήθη πάλιν, κ᾽ ἐκοιμήθη ἐπὶ πολύ. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὸν ὕπνον του εἶχε συνείδησιν ὀνείρου μελῳδικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐφέρετο ἐπὶ πτερύγων μουσικῶν φθόγγων, ἐπὶ πτίλων αὔρας ἐναρμονίου, λιγυρᾶς. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἐξύπνησεν.

Ἤκουσεν εὐκρινῶς βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Τί ἦτο; Ἐκοίταξε κατὰ τὸν βράχον. Ἦτο πράγματι οἰκία λαμπρῶς φωτισμένη, παμφαής, καὶ ἡ οἰκία αὕτη ἦτο τῆς Μαρουδίτσας. Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Δι᾽ αὐτὸ ὁ Σιγουράντσας τοῦ εἶχεν εἰπεῖ «ντρέπεται ἡ νύφη»; Ποιὰ νύφη;

Εἶχεν ἀκούσει περί μνηστείας. Ἴσως νὰ ἔκαμαν μνηστείαν, καὶ αὐτὰ ἦσαν τὰ «μβασίδια»* τοῦ γαμβροῦ. Διότι συνήθως, εὐθὺς μετὰ τὴν ἁπλῆν ἀνεπίσημον μνηστείαν, «μβάζουν» τὸν γαμβρόν, δηλαδὴ τὸν εἰσάγουν ἐπισήμως εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ γαμβρὸς ἦτο πέραν ἀπὸ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά, νοικοκύρης ἄνθρωπος, ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐμβάσουν ἐν πομπῇ εἰς τὴν οἰκίαν, διότι αὔριον θ᾽ ἀπήρχετο πάλιν εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ ὁ γάμος θ᾽ ἀνεβάλλετο μετὰ μῆνας. Αὐτὸ θὰ ἦτον.

Ἐζήτει νὰ εὕρῃ μικρὰν παρηγορίαν, ἐπροσπάθει νὰ πιασθῇ ἀπὸ ὀλίγην σφαλερὰν ἐλπίδα. Ἐπεθύμει νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὐτὸ μόνον ἦτον. Ὁ γάμος θὰ ἐβράδυνεν. Εἶχε καιρὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ βάλῃ μέσα εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ χαλάσῃ τοὺς ἀρραβῶνας. Ἦτο ἱκανός, αὐτός, νὰ τὸ κλέψῃ, τὸ Ἀρχοντώ. Καὶ μὲ ὅλα τὰ δίκια του. Διότι ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελαν νὰ τῆς δώσουν ἄνδρα ξένον ἄνθρωπον, οἰκοκύρην.

Ἀλλὰ τόσα φῶτα, τόση χαρά, τόσος θόρυβος, ἦτο μόνον διὰ τὰ μβασίδια; Ἠμποροῦσε νὰ τὸ πιστεύσῃ;

Ἔπειτα ἐκεῖναι αἱ φράσεις τοῦ Σιγουράντσα ἤρχοντο πάλιν εἰς τὸν νοῦν του. «Μπορεῖ νὰ τοὺς σηκώσουν πρωί. Θὰ μβαρκάρουν τὴ νύφη. Νά ᾽χῃ τὸν νοῦν του».

Νὰ ἦτο λοιπὸν ἀληθές; Ἐτελεῖτο γάμος ἐκεῖ ἐπάνω; Ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ;

Ὤ, Τύχη καὶ Πρόνοια! Ὤ, βουλαὶ ἀνθρώπων ὑποβολιμαῖαι, τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί!

Τί νὰ σκεφθῇ; Τί νὰ εἴπῃ; Πῶς ν᾽ ἀρθρώσῃ λόγον; Ἤθελε, κατὰ τὸ ᾆσμα, «ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ πῇ τὰ πάθη του τραγούδια». Σῦρε νὰ πῇς τῆς μάννας σου νὰ κάμῃ κι ἄλλη γέννα. Ὄχι! Ἀνάθεμα τὴ μάννα σου!…

Διατί κοιμᾶται; Πῶς ἀγρυπνεῖ; Πῶς μένει ἐξαπλωμένος; Καὶ δὲν ἐξέρχεται πνοὴ καὶ στεναγμὸς ἀπὸ τὸ στόμα του, καὶ τὸ ὄμμα του ἐκαρφώθη ἐκεῖ ἀπλανές, καὶ ζῇ, καὶ δὲν ζῇ, ἐνδόμυχον ζωήν; Τί σκέπτεται; Σκέψις χρειάζεται; Ὄχι, δρᾶσις. Νὰ σηκωθῇ… Νὰ πηδήσῃ… Νὰ τρέξῃ… νὰ πετάξῃ… Ν᾽ ἀναβῇ τὸν βράχον, σκαλοπάτια-σκαλοπάτια, στενοὺς δρομίσκους, λιθόστρωτα… Νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ἐπάνω… Νὰ χυθῇ, νὰ ὁρμήσῃ… Νὰ τοὺς ταράξῃ. Νὰ τοὺς θαλασσώσῃ… Νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὴν νύφην, ὁποὺ στέκει στολισμένη καὶ καμαρώνει. «Ἔλα ἐδῶ, σύ!»… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ… Νὰ τὴν σηκώσῃ ψηλά…

Νὰ τὴν κατεβάσῃ, κάτω ἀπὸ τὴν σκάλαν… Θὰ ἐξαφνισθοῦν… Θὰ μείνουν ἀπολιθωμένοι… Θὰ τὸν νομίσουν διὰ τρελόν… Θὰ συνέλθουν… Θὰ τρέξουν κατόπιν του… Ἡ γριὰ θὰ τραβήξῃ τὰ μαλλιά της, θὰ χυθῇ ἐπάνω του, καὶ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Οἱ ἄλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενεῖς, θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τοὺς γρόνθους, μὲ ράβδους, μὲ τὰς φιάλας τὰς κενὰς καὶ μὲ τὰς φιάλας τὰς μισογεμάτας… μὲ τὴν σκούπαν… μὲ ὅ,τι τύχῃ. Αὐτὸς μὲ τὴν μίαν χεῖρα θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην ἐμπρός, μὲ τὴν ἄλλην θὰ προσπαθῇ νὰ τοὺς φέρῃ γῦρο ὅλους!… Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν* του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… Ὄχι, θὰ τοῦ ἔλθῃ λιγοθυμιά, καὶ θὰ πέσῃ ἀπ᾽ ὀπίσω ἀπὸ τὴν πόρταν… καὶ τότε αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές, καὶ θὰ πασχίζουν νὰ ξελιγοθυμήσουν τὸν γαμβρόν… καὶ θὰ ἐπέλθῃ μικρὸς ἀντιπερισπασμός… κι αὐτὸς θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην κατὰ τὸν βράχον, σιμὰ εἰς τὴν βάρκαν, κάτω, καὶ μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ἀγκῶνάς του, καταπληγωμένος, ἀφρίζων, αἱματωμένος, ἄγριος, θ᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰ κτυπήματα τῶν λυσσασμένων.

Ἐμπρός! θάρρος, ἀπόφασις. Σηκώσου! θὰ κουνηθῇς ἐπὶ τέλους;

Εἶχε κοιμηθῇ ἀποβραδὺς ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης. Εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἐξύπνησεν. Εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον.

Ἔτριψε τὰ μάτια του, ἐχασμήθη, ἐγόγγυσεν, ἔρριψεν ὀλίγον νερὸν εἰς τὰ βλέφαρά του, ἐφόρεσε τὴν μικρὰν καπόταν του, καὶ κατέβη.

Διευθύνθη εἰς τὸ σπίτι τῆς χαρᾶς, ἐκεῖ ὅπου ἐγίνετο ὁ γάμος.

Δὲν ἦτο καλεσμένος, ὄχι, ἀλλ᾽ ἦτο καραβοκύρης τῆς βάρκας… τοῦ Γιωργῆ καὶ ἦτο ναυλωμένος νὰ μεταφέρῃ τὸ νέον ἀνδρόγυνον πέραν. Ἡ νύφη δὲν εἶχε σπίτι ὡς προῖκα. Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δύο ἢ τρία μεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαμβακερὰ φορέματα, δύο χαλκώματα, μισὴν δουζίναν χουλιαράκια τοῦ γλυκοῦ, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφην καὶ μίαν ἀνεμοδούραν* κ᾽ ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμὰς μέτρημα, τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ, καὶ μὲ αὐτὰ τοὺς «ἐκουκούλωσε».

Τὸ νὰ μὴ λάβῃ σπίτι ὡς προῖκα ἡ νύφη ἐσήμαινεν ὅτι δὲν θὰ ἔμενεν ἐγκάτοικος εἰς τὴν πατρίδα της. Ὁ γαμβρός, πέρα, στὰ χωριὰ τὰ δικά του, ἔλεγαν ὅτι εἶχε σπίτι καὶ σπίτια πολλά. Καὶ χωράφια ὄχι ὀλίγα. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος.

Εἶχεν ἀποφασισθῆ, εὐθὺς μετὰ τὸν γάμον, ἅμα ἐξημέρωνε νὰ μβαρκάρουν ὁ γαμβρός, ἡ νύφη, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὴν γραῖαν, καὶ νὰ περάσουν πέρα εἰς τὸν Πλατανιᾶν, σιμὰ εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωρία τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του κ᾽ εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Εἶχαν συμφωνήσει μὲ πολλὴν μυστικότητα ἀπὸ τὸ δειλινὸν τῆς Κυριακῆς (τὴν μυστικότητα τὴν ἤθελεν ἡ γραῖα εἰς ὅλα, φυλαττομένη τὰς κακὰς γλώσσας τοῦ χωριοῦ· ἤθελε ν᾽ ἀποκοιμίσῃ τὴν κοινὴν περιέργειαν· δὲν τῆς ἤρεσκε ν᾽ ἀκούῃ σχόλια, διατί καὶ πῶς ἡ γραῖα Μαρουδίτσα ὑπάνδρευσε τὴν κόρην της καὶ τὴν ἔστειλεν εἰς ξένον μέρος, καὶ τὴν ἐξεπάτρισε, καὶ τὴν «ἐκαράβωσε» μέρα-μεσημέρι· καὶ προσέτι ἂν ἡ νύφη εἶχε καλὰ προικιά, καὶ ἂν «ἐκαμάρωνεν» ὅταν θὰ ἐπήγαινε νὰ μβαρκάρῃ κτλ.), εἶχαν συμφωνήσει, λέγω, μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὸν καραβοκύρην, πρωὶ-πρωὶ νὰ τοὺς περάσῃ πέρα μὲ τὴν βάρκαν, τὴν βάρκαν τοῦ Γιωργῆ. Μὲ αὐτὸ τὸ θάρρος ἐπήγαινεν ὁ καπετὰν Σιγουράντσας τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι, χωρὶς νὰ εἶναι καλεσμένος. Εἶχε σκεφθῆ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ χορτάσῃ τὸν ὕπνον ἐνωρίς, ἀφοῦ ἦτον διὰ ταξίδι, καὶ βαθιὰ τὴν νύκτα, περὶ τὸ δεύτερον λάλημα τοῦ πετεινοῦ, νὰ σηκωθῇ νὰ ὑπάγῃ ἀπροσκάλεστος εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι.

Ἤρκει ἅπαξ νὰ εἴπῃ:

— Ἔ! τί κάνουμε; Καλορρίζικα δά. Ἂς εἶναι στερεωμένα. Κοντεύει νὰ φέξῃ. Ὁ ἀστέρας θὰ βγῇ. Ἡ Πούλια πάγει μεσουρανίς. Νά, τώρα θὰ χαράξῃ. Ἐγὼ λέω νὰ τραβιόμαστε ἀγάλι᾽ ἀγάλια. Τώρα μὲ τὸ ἀπόγειο, τὸ πρωί, θὰ κολλήσουμε μιὰ χαρὰ πέρα, πρὶν ψηλώσῃ ἕνα κοντάρι ὁ ἥλιος… Ἂς εἶναι στερεωμένα, καλορρίζικα! Μὲ γυιούς! Ἐβίβα σας! Στερεωμένο τὸ ἀνδρόγυνο! Στὴν ὑγειά σας! Καλορρίζικα!

Καὶ ὕστερον ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας θὰ ἐκερνᾶτο καὶ θὰ ἔπινεν ἀνέτως, ὡς καλεσμένος μὲ τοὺς καλεσμένους, ὑπενθυμίζων μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν:

— Κοντεύει νὰ φέξῃ… Νὰ τραβιόμαστε σιγὰ-σιγά. Ἐβίβα σας! Καλορρίζικοι! Στερεωμένοι!

— Ἂς φέξῃ! θὰ ἀπήντων ἑκάστοτε ὁ κουμπάρος καὶ οἱ καλεσμένοι.

Καὶ οὕτω συνέβη. Ἦτο ἤδη τετάρτη μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Γλυκοχαράματα, ἀπόπασχα, Ἀπρίλιος ὁ μήν. Τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν εἰς τὰ δένδρα, γύρω εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Ἡ αὐγὴ ἔδειχνε τὰ ρόδινα δάκτυλά της ψηλὰ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ ἀντικρύ, καὶ ὅλος ὁ ἀὴρ ἐμοσχοβολοῦσεν ἀπὸ τὰ ρόδα τῶν κήπων ὁλόγυρα, τὰ ρόδα τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῆ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν χωρὶς ἀκάνθας· καὶ τώρα, διὰ νὰ δρέψῃ τις ἓν ἀπὸ αὐτὰ ἀνάγκη νὰ ματώσῃ τὰ δάκτυλα… καὶ πάλιν, ὅταν τὸ ρόδον εἶναι ὑψηλὰ πολύ, δὲν τὸ φθάνει ὅσον καὶ ἂν τανυσθῇ τις, μόνον ἀδίκως ματώνει τὰ δάκτυλα… καὶ καμμίαν φορὰν πέφτει καὶ σπάζει τὰ πόδια.

Ἦτο τετάρτη ὥρα γλυκοχαράματα, καὶ κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε κινηθῆ ἀπὸ τὴν οἰκίαν. Τέλος, ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἥτις ἐπεθύμει νὰ γίνῃ τὸ μπαρκάρισμα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερα, ἐπῆρε δύο ἀβασταγὲς μὲ ροῦχα, τὰς ὁποίας εἶχεν ἑτοιμάσει, καί, ἀφοῦ συνεννοήθη μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὰς ἔδωκεν εἰς δύο παιδία, ἀνεψιούς της, νὰ τὰς κουβαλήσουν κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν.

— Ἐκεῖ εἶν᾽ ἡ βάρκα, εἶπεν ὁ καραβοκύρης, δεικνύων διὰ τοῦ παραθύρου. Ὁ Γιωργὴς κοιμᾶται μέσα. Ἂς τὸν φωνάξουν νὰ σηκωθῇ, νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ πράματα. Κι ὅ,τι ἄλλο ἔχετε, στείλετέ το. Δῶστέ μου κ᾽ ἐμένα νὰ κουβαλήσω τίποτα, τώρα ποὺ θὰ κατέβω. Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! Τέπερτε* ὅλοι! Τὸ ἀνδρόγυνο στερεωμένο!

Νὰ σηκωθῇ… Νὰ τρέξῃ… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χέρια τους… Ἡ γριὰ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της… Αὐτὸς θὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὸν λαιμὸν νὰ τὴν πνίξῃ… Οἱ καλεσμένοι θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τὶς μπουκάλες, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τὰ ρόπαλα… Αὐτὸς θὰ τοὺς κυνηγήσῃ μ᾽ ἕνα σκαρμόν, μ᾽ ἕνα μπάγκον, μὲ μίαν τροπωτήρα* ὁποὺ μπορεῖ νὰ πάρῃ μαζί του ἀπὸ τὴν φελούκαν… Αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές… Ὁ γαμβρὸς θὰ τὰς καταπραΰνῃ. «Σιωπᾶτε! σιωπᾶτε!». Εἶναι εἰρηνικὸς ἄνθρωπος, φρόνιμος νοικοκύρης.

Δὲν ἐσηκώθη… Δὲν ἔτρεξε. Δὲν ἦτο πλέον καιρός. Ὁ μακρὸς ἐφιάλτης τὸν εἶχε προδώσει.

Τὰ δύο παιδία κατέβησαν κάτω εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βράχου, φέροντα τὰς δύο δέσμας τῶν φορεμάτων. Δύο φανάρια ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς κρεμασμένα εἰς τὸ μπαλκόνι τῆς οἰκίας. Τρίτον φανάριον προσετέθη τώρα ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, διὰ νὰ φέγγῃ τὸν δρόμον εἰς αὐτοὺς ὁποὺ ἤρχισαν νὰ κουβαλοῦν τὴν ἀποσκευήν. Τὸ οὐράνιον δρέπανον, λευκόν, ἐστιλπνωμένον, εἶχεν ἀνατείλει πρὸ ὥρας, καὶ τώρα εἶχεν ὠχριάσει ἀπὸ τὰς ἐρυθρὰς καὶ κυανᾶς λάμψεις τοῦ λυκαυγοῦς. Καὶ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐκοκκίνιζαν ὑψηλά, πρωτογενῆ, ἄφθαστα ρόδα… φλογίνη ρομφαία εἰς τὴν πύλην τοῦ φωτός!

Τὰ δύο παιδία ἐφώναξαν τὸν Γιωργήν. Ἀλλ᾽ ὁ νέος εἶχε σηκωθῆ πρὶν τὸν φωνάξουν.

— Μπάρμπα, εἶπ᾽ οὑ καπιτάνιους, νὰ πάρ᾽ς, λέει, τὰ ροῦχα μέσ᾽ τ᾽ βάρκα.

— Εἶπε, λέει, ἡ θειά μ᾽ ἡ Μαρουδίτσα, νὰ τὰ βάνῃς, λέει, σὲ καλὴ μεριά, τὰ ροῦχα, νὰ μὴ βραχοῦνε.

— Νὰ τὰ βάνῃς, λέει, ἀπουκάτ᾽ ἀπ᾽ τὴν πλώρ᾽ τς βάρκας, ὄμορφα-ὄμορφα.

— Τὰ ροῦχα, λέει, κὶ τὰ μάτια σ᾽.

Καὶ συγχρόνως ἠκούσθη ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχομένη ἡ μεγάλη φωνὴ τοῦ Σιγουράντσα:

— Ἀλέστα*, Γιωργή! Τὰ πῆρες τὰ πράματα μέσα;

Εἶχεν ἐξέλθει ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, κ᾽ ἐκεῖ προπεμπόμενος καὶ ξεκολλῶν ἀργὰ-ἀργά, ἐξηκολούθει νὰ κερνᾶται ἀκόμη.

— Γειά μας! Στερεωμένο τ᾽ ἀνδρόγυνο! Καλορρίζικοι! Καλό μας καταυόδιο!

Καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ κατήρχετο βραδὺς τὴν κλιτὺν τοῦ βράχου, ἐξακολουθῶν νὰ φωνάζῃ καθ᾽ ὁδόν:

— Ἀσένιο*, Γιωργή! Θά ᾽χουμε καλὸ ταξίδι.

Δὲν ἦτο πλέον ψέμα, ἦτον ἀλήθεια. Ὁ Γιωργὴς ἔπλεε μὲ τὴν βάρκαν του καὶ μὲ τὸν Σιγουράντσαν. Ἔπλεε καὶ μετέφερε τὴν Ἀρχόντω, μὲ τὴν μητέρα της καὶ μὲ τὸν γαμβρόν, τὴν ὥραν τῆς αὐγῆς. Τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωριὰ τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Καὶ πάλιν ἠμπορεῖ νὰ ἦτον ψέμα, τίς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος; Ἦτο ὄνειρον μαγικόν, ἀπαίσιον καὶ τρομερόν, ὄνειρον τὸ ὁποῖον ἔβλεπε μὲ ἀνοικτὰ τὰ μάτια. Κ᾽ ἐσφαλοῦσε τὰ μάτια, καὶ ἀκόμη τὸ ἔβλεπε.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐφυλλορροοῦσαν κ᾽ ἐκοκκίνιζαν αἱ παρειαὶ τῆς Ἀρχόντως, ἢ ἐκοκκίνιζαν μόναι των εἰς τὴν θέαν τοῦ Γιωργῆ; Αὐτὸς ἦτο χλωμός, μαραμμένος, ἀδρανής.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς δὲν ἤρκουν διὰ νὰ τὸν κάμουν νὰ κοκκινίσῃ. Τὰ χέρια του μηχανικῶς, ὡς ξυλιασμένα, ἐτραβοῦσαν τὸ κουπί. Ξύλον κολλημένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον.

Μίαν φορὰν μόνον ἐκοίταξε τὴν Ἀρχόντω. Τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἦτον ἡ τελευταία συγκεντρωμένη ἀκτὶς τῆς ψυχῆς του. Εἶτα ἐκείνη κατεβίβασε τὰ ὄμματα, καὶ τὸ ἰδικόν του ὄμμα κατέστη ἀπλανές.

— Καλὸ κατευόδιο σας!

— Παναγιὰ μπροστά σας!

— Δούλευέ τα*, καπετάνιο.

— Δούλευέ τα! δούλευέ τα!

Ἐμακρύνθησαν, ἐπελαγώθησαν, κ᾽ ἔφευγαν, ἔφευγαν.

Δὲν ἠμποροῦσε νὰ συνάψῃ ἰδέαν πλέον. Δὲν ἦτο τάχα πλέον καιρὸς παλληκαριᾶς; Παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ὁρμήσῃ ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι, νὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας ὅλων, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ὀδόντας καὶ μὲ τοὺς ὄνυχας.

Ἡ γραῖα δὲν θὰ τὸν ἔσχιζε πλέον μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Αὐτὸς ἠμποροῦσε ἀκόμη νὰ τὴν πνίξῃ… νὰ τὴν πνίξῃ… Ἔβλεπε τὸν γαμβρὸν καὶ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ὄρνεον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔλθει ἀπὸ ξένον τόπον διὰ ν᾽ ἁρπάξῃ τὴν περιστεράν, τὴν τρυγόνα.

Τοῦ ἤρχετο νὰ ξεστηθωθῇ, νὰ πτύσῃ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ:

— Παλεύουμε, μπάρμπα;

Τοῦ ἤρχετο νὰ συγχαρῇ τὴν γραῖαν διὰ τὸν γάμον της τάχα ― προσποιούμενος ὅτι ἐπίστευεν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ νύμφη… διότι ἡ ἡλικία τοῦ γαμβροῦ ἐφαίνετο διὰ νὰ εἶναι σχεδὸν πατὴρ τῆς κόρης.

Καὶ νὰ συγχαρῇ τὴν νέαν διότι, μετὰ τόσα ἔτη ὀρφανίας, εἶχεν ἀποκτήσει τάχα δεύτερον πατέρα.

Ἔπειτα τοῦ ἦλθεν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γαμβρόν, δεικνύων τὴν θάλασσαν:

— Παραβγαίνουμε στὸ κολύμπι;

Ἐκεῖνος θὰ ἐκάγχαζε μὲ τὴν τρέλαν τοῦ νέου. Δὲν εἶχεν ὄρεξιν διὰ θαλάσσιον λουτρόν. Ἦτο χερσαῖος. Θὰ ἐπήγαινεν ὡς μολυβήθρα κάτω εἰς τὸν βυθόν. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ σπίτια του, μὲ τὰ καλά του.

Τὸ ἀπόγειον ἐφύσα. Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Θὰ ἐδυνάμωνε πολύ. Ἦτο ἡμέρα πλέον, καὶ ὁ ἥλιος θ᾽ ἀνέτελλε πυριφλεγέθων ἐπάνω. Καὶ τὰ ρόδα τῶν παρειῶν τῆς νύμφης δὲν θὰ ἐξηλείφοντο. Καὶ ἡ χλωμάδα ἡ ἰδική του ἐνίκα τὴν ἡλιοκαΐαν τοῦ προσώπου του, τὴν παιδιόθεν κτηθεῖσαν.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Σαβούραν δὲν ἐφρόντισαν νὰ βάλουν. Ποῖος νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ; Αὐτὸν δὲν τὸν ἔμελεν. Ὁ Σιγουράντσας ἦτο «καπνισμένος»*. Ὁ γαμβρὸς δὲν ἤξευρεν ἀπὸ τέτοια. Ἦτο στεργιώτης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ ὑπάρχοντά του.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Τάχα δὲν ἠμποροῦσε νὰ δυναμώσῃ ἀρκετά, ὥστε μ᾽ ἕνα σαγανίδι* ν᾽ ἀναποδογυρίσῃ τὴν ἀσαβούρωτην βάρκαν;

Μ᾽ ἕνα σαγανίδι μόνον. Μὲ μικρὰν ἀνεπιτηδειότητα τοῦ Σιγουράντσα εἰς τὸ τιμόνι, μ᾽ ἐλαφρὰν ἀπροσεξίαν τοῦ Γιωργῆ εἰς τὸ πανί.

Καὶ τότε ὅλα θὰ ἔπλεαν εἰς τὴν θάλασσαν… ὅλοι θὰ ἔπεφταν εἰς τὸ κῦμα. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε μολύβι εἰς τὸν πάτον, χερσαῖος, ἀθαλάσσωτος ἄνθρωπος. Τὴν γρια-Μαρουδίτσαν ἂς τὴν ἐγλύτωνεν, ἂν ἤθελεν, ὁ Σιγουράντσας. Ὁ Γιωργὴς θὰ ἐγλύτωνε τὴν Ἀρχόντω κολυμβῶν. «Κ᾽ ἐσένα νὰ γλυτώσω, κορμί μ᾽ ἀγγελικό».

Ἕνα σαγανίδι, ἕνα σαγανιδάκι μόνον. Καὶ τοῦτο τί ἐχρειάζετο; Μία παρατιμονιὰ τοῦ Σιγουράντσα δὲν ἤρκει; Καὶ αὐτὴ τί ἐχρειάζετο; Ἕνα καργάρισμα* τοῦ πανιοῦ δὲν ἦτο ἀρκετόν; Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸ εἰς τὸ χέρι τοῦ Γιωργῆ καὶ μόνον;

Μὲ τὸ χέρι του ἠμποροῦσε νὰ βιάσῃ τὸ πανί, καὶ μὲ τὸ πόδι του ἠμποροῦσε νὰ βγάλῃ τὸν πίρον τῆς βάρκας. Ἡ βάρκα εἶχεν ὀπὴν φραγμένην διὰ πίρου, δίπλα εἰς τὴν καρίναν. Ἦτο τοῦτο σχέδιον τοῦ Γιωργῆ, ὅστις ἔσωζεν ἀκόμη παιδικάς τινας κλίσεις εἰς τὰ θαλασσινά του, καὶ ἐπεθύμει, καθὼς βουλιοῦν τὰ παιδιὰ τὲς μικρὲς φελοῦκες κολυμβῶντα, νὰ βουλιᾷ συχνὰ τὴν βάρκαν του, διὰ νὰ χορταίνῃ ἐκείνη θάλασσαν καὶ αὐτὸς κολύμβημα.

Μὲ ἓν λάκτισμα, ἀκόμη ὀλιγώτερον, μὲ ἓν κτύπημα τοῦ δακτύλου τοῦ ποδός, ἠμποροῦσε νὰ στείλῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἄναυλα τρεῖς ψυχάς, τὸν γαμβρόν, τὴν πενθερὰν καὶ τὴν νύφην… ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ γλυτώσῃ τὴν τελευταίαν.

Ὁ κυβερνήτης, ἂν καὶ βαρύς, θὰ ἐκολύμβα ὅπως-ὅπως καὶ θὰ ἐγλύτωνε. Δὲν ἀπεῖχον ἥμισυ μίλιον ἀπὸ τὴν ἀκτήν. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε βολὶς εἰς τὸν πάτον μὲ ὅλα τὰ σπίτια του… ἢ μᾶλλον χωρὶς τὰ σπίτια του, χωρὶς τὰ χωράφια του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του. Ἡ γραῖα Μαρουδίτσα… αὐτὴ τὸ ψωμί της τὸ εἶχε φάγει. Τὴν κόρην της τὴν εἶχε «κουκουλώσει» καὶ τὴν εἶχε κάμει νοικοκυρά. Θὰ ἐφρόντιζεν αὐτὸς νὰ τῆς κάμῃ τὰ κόλλυβα… μαζὶ μὲ τὴν Ἀρχόντω.

Ἐμπρός! Καρδιά! Θάρρος!

Ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ βουλιάξῃ τὴν βάρκαν διὰ τοῦ ἀνοίγματος τῆς ὀπῆς. Τὸ μέσον δὲν μετεῖχε παλληκαριᾶς, ἦτο δὲ καὶ ἀπαίσιον. Ἔπειτα δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἀσφαλές, διὰ τὴν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον προπομπήν.

Μὲ βουλιαγμένην βάρκαν ἐσώθησαν πολλοὶ μὴ γνωρίζοντες νὰ κολυμβοῦν. Μὲ ἀναποδογυρισμένην βάρκαν πολλοὶ καὶ δεξιοὶ κολυμβηταὶ ἐχάθησαν.

Ὄχι, δὲν θὰ ἐβούλιαζε τὴν βάρκαν· θὰ τὴν ἀναποδογύριζε!

Θὰ ἔβλεπεν τερπνὸν θέαμα, τὸν Σιγουράντσαν νὰ κολυμβᾷ ὡς φώκη μακράν του. Θὰ ἐξεπιάνετο ἀπὸ τὸν γαμβρόν, θὰ ἀπηλλάσσετο ἀπὸ τὴν πενθεράν, διὰ νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ γραῖα μόλις θὰ ἐπρόφθανε νὰ κάμῃ τὸν τελευταῖον σταυρόν της, καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἀγωνίας της θὰ ἐπνίγετο βαθιὰ κάτω.

Τὴν ἐπαύριον εἰς τὸ χωρίον, οἱ ἱερεῖς θὰ τῆς ἔψαλλον τὸν «κανόνα» της, καὶ θὰ προέτρεπον τοὺς παρεστῶτας νὰ κάμουν μετανοίας διὰ τὴν ψυχήν της. Καὶ ἐπὶ σαράντα ἡμέρας, ὅλαι αἱ εὐλαβεῖς γραῖαι τοῦ χωρίου θὰ ἔπαυον νὰ τρώγουν ὀψάρια, μὲ τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὰ εἶχον ἐγγίσει τὴν πνιγμένην.

Νὰ δράξῃ τὴν Ἀρχόντω ἀπὸ τὸν βραχίονα… ἀπὸ τὴν μασχάλην… ὄχι, ἀπὸ τὴν μέσην. Καὶ ἔπλεεν ἤδη, ἔπλεε κ᾽ ἐκολυμβοῦσε μαζί της. Διὰ μίαν φορὰν ἂς γίνῃ γλυκιὰ ἡ πικρὴ καὶ ἁλμυρὰ θάλασσα.

Ἔφευγεν, ἔφευγεν ὡς δελφίνι, ἐφύσα κ᾽ ἐξέρνα τὸ νερὸν ὡς φάλαινα, καὶ προέβαλλε κοπτερὸν τὸν βραχίονα ὡς ξιφίας. Ἔπλεε μὲ τὸν δεξιὸν βραχίονα, κ᾽ ἐσφιχταγκάλιαζε τὴν νέαν μὲ τὸν ἀριστερόν. Ἄνω τὴν κεφαλήν της, ἄνω. Ν᾽ ἀναπνέῃ τὸ δακτυλιδένιο στοματάκι της… «Μὴ φοβᾶσαι, ἀγάπη μου!» Καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν θὰ ἐξετοπίζετο ὀργυιὰς καὶ ὀργυιάς… Θὰ ἐζύγωνε, θὰ ἐπλησίαζεν εἰς τὴν ξηράν. «Τώρα, τώρα, ἐφτάσαμε, ψυχή μου». Κανὲν δυστύχημα δὲν ἔμελλε νὰ συμβῇ. Ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἐσώζετο. «Ἐζαλίσθης, ψυχή μου; Ὅλα καλὰ τώρα. Ἐπνίγη κανείς; Ὄχι, ἀφοῦ ἐγλύτωσες σύ». Ὤ, πῶς θὰ ἔπεφταν ἀφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσαν, ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον. Ἀναπλασμένοι καὶ ἀναβαπτισμένοι. Νέος Ἀδὰμ καὶ νέα Εὔα, φέροντες τοὺς χιτῶνας θαλασσοβρεγμένους κολλητὰ εἰς τὴν ἐπιδερμίδα των, περισσότερον παρὰ γυμνοί.

«Ἐκεῖ εἰς τὸν βράχον εἶναι μία σπηλιά. Ὕπαγε ἐκεῖ μέσα, φιλτάτη μου, ν᾽ ἀλλάξῃς». Ἐκείνη, ἂν εἶχε δύναμιν νὰ τὸν ἀκούῃ, θὰ τὸν ἐκοίταζε κατάπληκτος. Ν᾽ ἀλλάξῃ μὲ τί; «Νὰ στεγνώσῃς. Θὰ σοῦ φέρω ἐγὼ φύλλα, ἀπ᾽ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ δάσους, ἀγάπη μου, νὰ σκεπασθῇς».

Τέλος, ἀναποδογύρισε τὴν βάρκαν; Ἔπνιξε τοὺς ἐπιβάτας; Τὴν ἔσωσεν ἐκείνην;

Δὲν ἰσχύει τηλαισθησία οὔτε τηλεπάθεια, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὰς ψήφους τῶν ἀναγνωστῶν, νοερῶς, ἀκαριαίως, οὐδὲ Κοινοβουλίου τέμενος εἶναι παρ᾽ ἡμῖν ἱερόν, ἀλλὰ ναὸς Εὐβουλίας. Πᾶς συγγραφεὺς ὑποτίθεται ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν μέσην κρίσιν καὶ τὸ μέσον αἴσθημα τῶν ἀναγνωστῶν του.

Δὲν τὴν ἀναποδογύρισε, δὲν τοὺς ἔπνιξε. Ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε διὰ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τὸ ὀλίγον αὐτὸ ἔλειψεν.

Ἔξαφνα εἶδε νοερὰν ὀπτασίαν, τὴν μορφὴν τῆς μητρός του τῆς Μπούρμπαινας, ἐναέριον, παλλομένην. Ἐτράβα τὰ μαλλιά της κλαίουσα καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἄχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ᾽ εἶν᾽ αὐτὸ ποὺ θὰ κάμῃς;»

Ἔκαμε κρυφὰ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἐπὶ τῆς καρδίας, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ ὑποκάμισόν του. Ἐνθυμήθη καὶ εἶπε τρεῖς φορὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ὁποὺ τοῦ τὸ εἶχε μάθει, ὅταν ἦτο μικρός, ἡ μήτηρ του, καὶ αὐτὸς ἔκτοτε τὸ εἶχε ξεχάσει. Εἶπεν: «Ἂς πάγῃ, ἡ φτωχή, νὰ ζήσῃ μὲ τὸν ἄνδρα της! Μὲ γειά της καὶ μὲ χαρά της!»

Κατέστειλε τὸ πάθος, ἐπραΰνθη, κατενύγη, ἔκλαυσε κ᾽ ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του ― ἔρωτα χριστιανικόν, ἁγνόν, ἀνοχῆς καὶ φιλανθρωπίας.

(1897)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=KFa2v4RisUg&list=PL9eBIJBQAv6XXWYEt8ZEHErD9li-tomYe&index=75

6.7.26

Αλώνια, αλωνίσματα και αχυρολιχνίσματα! Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 42

 Αλώνια, αλωνίσματα και αχυρολιχνίσματα!   


42 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg

Η έπαρση και η αλαζονεία                                                                 βυθίζουν τους αβύθιστους Τιτανικούς…

(καφετζής)

                                                                

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  42


Τ’ αλώνι 

Χορταριασμένο αλώνι στο διάσελο ψηλά που ανεμοδέρνεται. 

Χορταριασμένο χρόνια… Κι οβολιός ο γκρεμισμένος τοίχος 

κρύβει μνήμες και θύμησες γερά σφιχτοδεμένες.

Είδε στις πλάκες του σωρούς τους κόπους  των ανθρώπων,

δεμάτια και χερόβολα από χρυσαφένια στάχυα.

Είδε του σιταριού τ’ αλώνισμα κάτω απ’ τα πέταλα των αλόγων, 

που στο λιοπύρι κάλπαζαν σε κυκλικό χορό ασταμάτητο.

Έλαμπε ο ήλιος κι άστραφταν τα ιδρωμένα τα καπούλια τους.

Ξετρελαμένα λιανοπαίδια έτρεχαν μπροστά τους 

και τους παράβγαιναν, κάνοντας τούμπες και παιχνίδια… 

 Είδε και τη χαρά του δουλευτή στο ηλιοκαμένο του το πρόσωπο.

Να ξεχωρίζουν τ’ άχυρα λιχνίζοντας τους είδε,

σαν έφτανε το δειλινό ο δροσερός και με τα μύρα αέρας… 

Εδώ πληρώθηκε ο κόπος του ξωμάχου. Πάρε, αφέντη!

Ζεστές κουλούρες θα ψηθούν στη γάστρα απ’ της νοικοκυράς τα χέρια.

Πάρε, να ’χεις τ’ αλεύρι της χρονιάς, ψωμί της φαμελιάς σου!

Ευλογημένος κόπος! Και του χρόνου να ’μαστε καλά!

Δόξα τω Θεώ! δε θα πεινάσουμε και φέτος…

Έτσι στ’ αλώνι ήτανε τις λιόχαρες τις μέρες του Αλωνάρη,

στο πανηγύρι της δουλειάς, ξεφάντωμα, φωνές, χαρές, τραγούδια…

Τώρα, πού είν’ ο αλωνιστής και πού τα άλογά του;

Πού είν’ τα δεμάτια στου αλωνιού τις πλάκες σκορπισμένα; 

Γιατί δεν ξανακούστηκαν οι γνώριμες φωνές και τα τραγούδια;

Ούτε πουλιού λαλιά δε συντροφεύει πια τ’ αλώνι.

Πόσοι Αλωνάρηδες πέρασαν έτσι; Πόσοι;

Ο στύλος του καταμεσής, κέδρινο ξύλο μαυρισμένο απ’ τους καιρούς,

αντέχει ακόμα και στου χρόνου τα γυρίσματα εκεί στέκει,

ψάχνοντας στα χαμένα, για να βρει ζωής απομεινάρι…


Αλωνάρης 

  Ιούλιος μήνας πια. Ο Αλωνάρης του λαού μας, ο μήνας του αλωνίσματος. Γι’ αυτό και το παραπάνω πεζοτράγουδο είναι αφιέρωμα στ’ αλώνι. Και για έναν ακόμη λόγο. Πώς χάσαμε χωρίς να καταλάβουμε τ’ αλώνια των χωριών μας; Πώς αφήσαμε στην καταστροφή το πιο ευκολοσυντήρητο στοιχείο – σύμβολο του αγροτικού μας βίου;  Για ένα σακί τσιμέντο και για μια απόφαση που δεν παίρνουμε ποτέ, για λίγη προσωπική εργασία που δεν προσφέρουμε, για μια ανύπαρκτη συλλογική πρωτοβουλία που δεν τιμά κανέναν. Κι ας ξέρουμε απ’ του λαού μας τη σοφία ότι: «Για το καρφί χάνουμε το πέταλο». 

  Χάσαμε τα πετράλωνα, χάσαμε τις πετρόστρουγκες, κανένας δε μας φταίει παρά η

δική μας αδιαφορία. Πότε θα αντιδράσουμε για να δράσουμε;


Ας γυρίσουμε στον θέρο

Για να προλάβετε να ξεχορταριάστε τ’ αλώνια…

Γιατί αν δε θερίσουμε, τι στον κόρακα θα αλωνίσουμε;

Για να πούμε πως πάντα επίκαιρος είναι ο μύθος του γύφτου με τον θέρο…

  Ας τον ξαναθυμηθούμε, παρότι σήμερα ο θερισμός και το αλώνισμα γίνονται με μηχανές ταυτόχρονα.

  Ήτανε κάποιος που είχε σιταροχώραφα. Σαν έφτασε ο καιρός του θερισμού, σκέφτηκε να ζητήσει τη βοήθεια κι ενός γύφτου κουμπάρου του, ο οποίος έμενε σε ένα άλλο χωριό, δυο ώρες δρόμο μακριά. Ξεκίνησε, λοιπόν, και πήγε, γιατί ο κοσμοτές θέλεις δεν είχε σήμα καμπάνα, θέλεις δεν υπήρχε κοσμοτές τότε, δεν είχε άλλον τρόπο να τον ειδοποιήσει… 

  Πρόθυμος ο γύφτος, όταν άκουσε την πρόσκληση για θέρο του κουμπάρου του, πήρε το καλύτερο δρεπάνι του και ξεκίνησαν για το χωριό του κτηματία. Στον δρόμο περνούσαν από διάφορα χωράφια. Μόλις έβλεπε ο γύφτος κανένα χωράφι με σιτάρι, έμπαινε μέσα κι άρχιζε να θερίζει. Ο κουμπάρος τον σταματούσε κάθε φορά και του έλεγε πως είναι ξένα αυτά τα χωράφια. Προχωρούσαν πάλι, αλλά ο γύφτος ήταν ασυγκράτητος. Όπου έβλεπε σιτάρι ορμούσε μέσα κι έκοβε καμπόσα χερόβολα, μέχρι να τον σταματήσει ο κουμπάρος.

  Κάποτε έφτασαν και στα χωράφια, όπου θα γινόταν ο θερισμός.

Εδώ, κουμπάρε, θα θερίσουμε. Όρεξη να ’χεις τώρα, είπε ο κτηματίας του γύφτου.

Κουμπάρε, τώρα απόστασα. Θα πάω να ξαπλώσω σ’ εκείνον τον ίσκιο, απάντησε ο γύφτος.

  Πήγε στον ίσκιο και το ’κοψε στον ύπνο, μέχρι που… γείραν τ’ απόσκια, γείρανε… 

  Πόσες φορές δε βλέπουμε να επαναλαμβάνεται παραλλαγμένη αυτή η ιστοριούλα και σήμερα!... Άνθρωποι που ξεκινούν για κάτι με όρεξη και αποφασιστικότητα, με ορμή και υπόσχεση διάρκειας, πολύ  σύντομα εξαντλούνται, σταματούν και πέφτουν σε αδράνεια με ανύπαρκτα κατά συνέπεια αποτελέσματα.

  Κάπως έτσι, παρατηρώ να συμβαίνει και τώρα που ξεμπλέξαμε με τις εκλογικές διαδικασίες. Η καινούργια κυβέρνηση, οι νεοεκλεγμένοι σε κοινότητες, δήμους, περιφέρειες δείχνουν μια ασυγκράτητη ορμή για δράση και δουλειά. Θα δούμε την πορεία τους κι ανάλογα θα κρίνουμε. Μακάρι να μην περιπέσουν στο σύνδρομο του μύθου, δηλαδή, σαν τον γύφτο με τον θέρο…


Aχυρολιχνίσματα… 

Ζήτω τα άχυρα και οι αχυρώνες!

Αλάργα από αχυράνθρωπους και κάθε μορφής απατεώνες!


Ερωτήματα ελευθέρας βοσκής

  • Την  περίοδο  μεταγραφών  στις  ποδοσφαιρικές ομάδες,  μπορούν να κάνουν 

μεταγραφές  και  οι  δημοτικές ομάδες  ή  να  προχωρήσουν σε δανεισμό συμβούλων;

  • Ου δήμαρχους μπουρεί να γένει αντιδήμαρχους;

  • Πόσο  τιμάται  περίπου  η  τιμητική θέση  ενός  αντιδημάρχου  στη  διατίμηση  

της ελεύθερης αγοράς και του χρηματιστηρίου της πολιτικής ατιμίας;

  • Πόσο  θράσος ή βλακεία  χρειάζεται, για να παραβλέπεις και να παρακάμπτεις 

ξεδιάντροπα την ψήφο – εντολή του λαού;


Εκλογικές αποτιμήσεις

  Οι εκλογές τελείωσαν… Η χώρα, όπως λένε, επανήλθε στην κανονικότητα. Άποψη 

με την οποία διαφωνεί εντελώς το Καφενείο. Δεν πρόκειται να επανέλθει αυτή η χώρα στην κανονικότητα ή πολύ δύσκολα θα το καταφέρει. Ο λαός έχει πιει σε μεγάλες ποσότητες το «τρελό νερό» που έγραφε κι ο μπαρμπα-Φώτης ο Κόντογλου. 

(Ποιος Κουβέλης, βρε κολλημένε κακομοίρη,  που άκουσες Φώτης και πήγε το μυαλό σου κατευθείαν εκεί;).


  Κυβερνήσεις αλλάξαμε πολλές. Τι καταφέραμε; Μηδέν στο πηλήκιο… Τι απομένει; Ή να αλλάξουμε λαό, ή να αλλάξουμε ως λαός. Κι επειδή το πρώτο δεν μπορεί να γίνει, επιλέγουμε ν’ αλλάζουμε ως λαός. Αλλάζουμε, λοιπόν, προς το χειρότερο και γι’ αυτό κάθε φορά θα βγάζουμε και τους χειρότερους. Οι χειρότεροι δηλητηριάζουν τον λαό κι ύστερα άντε να σταθεί, να αντέξει και να κυβερνήσει κάνας καλός… 


  Οι Έλληνες, δυστυχώς, ψηφίζουμε οπαδικά και μιλάμε πολιτικά με συνθήματα, αντί να μιλάμε με γνώση και επιχειρήματα.


  Ουδεμίαν έκπληξιν μου προκάλεσε το αποτέλεσμα των εκλογών. Εσείς δεν ψηφίζατε σωστά υπό κανονικάς συνθήκας θερμοκρασίας, τώρα θα ψηφίζατε που βαρούσε σαραντάρια το θερμόμετρο; Μόνο οι Βραγκιανίτες ψήφισαν σωστά (αν και τα κάνανε κι αυτοί τα λαθάκια τους) που έχουν το σαραντάρι μόνιμη συνθήκη. Στους τριάντα πέντε βαθμούς παίρνουν την κατσιούλα στο κεφάλι, για να μην κρυώνουν… 


  Ελπίζω, πάντως, το Καφενείο να επανέλθει στην κανονικότητα (τι είναι, χώρα να μην επανέρχεται;). Οι εκλογές είναι κάτι που δεν μπορείς να προσπεράσεις χωρίς σχολιασμό (είναι σαν τον Καμμένο, το αναγκαίο κακό του Τσίπρα), αλλά σε παρασύρουν και μονοπωλούν τη θεματολογία. Φυσικά, δεν πρέπει να είμαι και αγνώμων. Οι πολιτικοί και οι πολιτικές είναι πηγές σατιρικές και ουδείς σατιρικός   μπορεί να είναι αδιάφορος και να τις αγνοεί, γιατί τότε θα το κλείσει το… μαγαζί. Είναι ότι το αλεύρι για τον φούρναρη. Παρότι ανισόρροπος, υπόσχομαι για μια πιο ισόρροπην ξυγγραφήν στο εξής, τουλάχιστον ως τις επόμενες εκλογές ή όσο αντέξει αυτή η επιχείρηση…


  Τελικά, παρά τις εκκλήσεις μου, δε μου έκαναν το χατίρι οι Συριζαίοι κι άφησαν εκτός Βουλής την Αυλωνίτου και κάτι άλλους πολύ σημαντικούς. Θα δούμε στη συνέχεια τι καινούργια μπερεκέτια μάς απέφεραν αυτές οι εκλογές. Η είσοδος Βαρουφάκη ήδη μας δίνει μεγάλη χαρά. Τώρα, το Γιάννης θα γράφεται χωρίς κανένα ν, μπορεί και χωρίς γράμματα. Τύπος απολυτός για να γίνει ο βίος μας λιτός…


  Μπήκε κι ο Βελόπουλος… Μ’ αυτόν βλέπω καλή συνεργασία. Μάζεψα λίγο ρετσίνι, ετοίμασα το βαλσαμόλαδο της χρονιάς, ξεφλούδισα και λίγο λαύρο για τα νεφρά και θ’ αρχίσω δουλειές μαζί του. Ήδη έστειλα τον Αχιλλέα Αντωνίου, για να τον συναντήσει. Ανίψια του αείμνηστου βοτανολόγου μπαρμπα – Γιώργη Στεργιούλη και οι δυο, αλλά είχαμε μια δυσκολία στο να προωθούμε τα μαντζούνια. Όμως, αν δεν του πουλήσω συνταγή για τη φαλάκρα, να μη με λένε καφετζή! 


  Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς, αλλά εγώ στον Κυριάκο θα δώσω μια περίοδο χάριτος. Τι να κάνω, τόσο άχαρος που είναι!... Σαν χάρος…


  Τώρα που πήγαινε να ορκιστεί στον Προκόπη, μη νομίζετε ότι κοίταζα τον Κυριάκο. Εκείνον τον γιο του κοίταζα. Προσπαθούσα να δω από πόσα ψαλίδια (πόσων ετών) είναι, για να υπολογίσω πότε θα μας κυβερνήσει κι αυτός.


  Είπις δε χάν’ς, Αλέξη, απ’ τουν Κούλη. Ιά πο’ ’χασις τρεις βουλές κι μι μιγάλου βρόντου. Ξέρου ότι είσι δυνατός στ’ γιουγραφία, αλλά καλά είνι να διαβά’εις τώρα κι λίγου ιστουρία, για να μάθ’ς τι πάει να πει του «ανθ’ ημών ου Γουλιμής». Αρκεί να μην τ’ μαθαίν’ς απ’ τ’ Ριπούση, π’ σύμασις τώρα τιλιφταία.


  Μαναχά ιγώ, Αλέξη, δε χάνου απ’ τουν Κούλη κι απού κανέναν, γιατί δεν είμι πουτέ υπουψήφιους. Φαντάζουμι τώρα να ’μαθις ότι ούλοι χάνουν απ’ ολ’νούς…

  Θα πεις, χάνου ως ψηφουφόρος σχεδόν πάντα,  αλλά του ευτύχημα είνι π’ κιρδίζει η πατρίς κι ου τόπους μ’, η Αργιθέα…

           

  Ο αβύθιστος Τιτανικός, Αλέξη, βυθίστηκε στο πρώτο του ταξίδι. Κάτι γράφει στην αρχή ο καφετζής. Το γιατί και το διότι και τούτων ένεκα… στον πάτο ο αβύθιστος! 

                            

  Το πρώτο θετικό μετά τις εκλογές είναι ότι η Λέσβος και η Μυτιλήνη πήραν μια οριστική «απεύθυνση» τριακοσίων εξήντα μοιρών και ξαναγίνονται ένα νησί, γιατί πολλή «τυμβοθηρία» υπέστησαν. Λίγο ακόμη να έμενε ο Αλέξης και θα τα διπλασιάζαμε τα νησιά κατά τη συνταγή: το Αετοχώρι και το Μαρκελέσι…  

                             

  Ανεβήκατε, όσοι ανεβήκατε να ψηφίσετε, αλλά δεν μπορώ να μην επισημάνω μια ανησυχητική επιπολαιότητα που σας διακρίνει. Δεν είδα να μαζεύετε τσάι, τίλιο, δεν είδα να ηλιάζετε λάχανα και να φκιάνετε τραχανά. Να δω πώς θα βγάλετε χειμώνα…

Εγώ σας είχα προειδοποιήσει ότι έρχεται ο Κυριάκος. Έστω και τώρα, κάντε κάτι! Το κακό είναι που δεν έχει και κουρόμπλα φέτος. Ούτε Κουρουμπλή πια… Η ελπίδα μετατοπίζεται στα κράνια, γκόρτσα και τσάπουρνα. Μην αφήνετε ανεκμετάλλευτα αυτά που σας δωρίζει η φύση, γιατί θα ζήσετε πράγματα αφύσικα…


  Αυτά τα λίγα περί της εκλογικής αποτίμησης. Θα περιμένουμε την επίσημη δια της δεδηλωμένης έναρξη της νέας κυβέρνησης και των πεπραγμένων της στη συνέχεια. Ευχή όλων μας, υποθέτω, να πετύχει τα καλύτερα για την πατρίδα μας.

  Και μην ανησυχείτε! Κάποτε θα τους ρίξουμε κι αυτούς…


   Θα γένου αναλυτής…

  Πολλές φορές σκέφτομαι τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Είμαι καφετζής, γίνομαι κατά περίσταση κι ανάλογα τις ανάγκες σοβατζής, μπογιατζής, πλακατζής, καλατζής, υπήρξα και παλιότερα ένα φεγγάρι πασοκτζής (εντελώς ερασιτεχνικά, βέβαια, χωρίς να εξασκήσω ποτέ το επάγγελμα πασόκ), ακόμη πιο παλιά αιπόλος (γιδοβοσκός) και

μόνιμα ονειροπόλος, γι’ αυτό και η συνεχής επαγγελματική αναζήτηση. Το τελευταίο επάγγελμα που εμφανίστηκε στην Αργιθέα είναι ο αναλυτής (απ’ την ίσια πλευρά και την ανάποδη, δεν έχει σημασία). Φαίνεται ότι θα έχει μεγάλη πέραση κι, ως νέο, ακόμη μεγαλύτερη ζήτηση, ώστε σκέφτομαι σοβαρά να γένου κι ιγώ αναλυτής. 

  Θα σας τρελάνουμε στην ανάλυση. Πόσα δίνετε, για να γλυτώσετε;

  Ο αναλυτής είναι ένα επάγγελμα περίπου σαν τον σύμβουλο επιχειρήσεων. Εμφανίζεται χωρίς να τον προσκαλέσεις, σου λέει πράγματα άχρηστα, γιατί ήδη τα γνωρίζεις και μόνος σου, κι όταν του λες πάρι νια πρατίνα, για να πληρουθεί ου κόπους σ’, παίρνει του μαντρόσκ’λου κι φεύγει…

  Σκεφτήκατε ποτέ, γιατί ο σύμβουλος επιχειρήσεων, ενώ συμβουλεύει, δεν έχει δική του επιχείρηση; Είναι σαν εκείνον που σας δίνει την πληροφορία για κρυμμένο θησαυρό και δεν πάει ο ίδιος να τον πάρει. Δεν ξέρω αν έγινα σαφής… Θα ρουτήξου κάναν αναλυτή…

  Ο αναλυτής αναλαμβάνει από αναλύσεις ούρων, μέχρι αναλύσεις εκλογικών αποτελεσμάτων. Και καλά στην ανάλυση ούρων σου βγάζει το μηχάνημα στο εργαστήριο το πε χα, το όξινον και αλκαλικόν και την υπόνοια πρωτοπαθούς υπεραλδοστερινισμού (σας τριβάλιασα), το μπε κα κα και το ΜέΡΑ 25, αλλά πώς να 

αναλύσεις που μπέρδεψε η γριά τα ψηφοδέλτια κι έριξε του δήμαρχου στην κάλπη για την ευρωβουλή και στην κάλπη για τον δήμαρχο το ψυχοχάρτι, γιατί είδε που είχε 

μεγάλο σταυρό; Με το αναλυσοψηφιζόμετρον; 

  Οι περισσότεροι αναλυτές την πατάνε, γιατί πέφτουν στην πλάνη της τελικής ανάλυσης που δεν υπάρχει ποτέ, αγνοώντας το πρώτο μάθημα της σχολής που λέει: «Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια» κι αποδεικνύονται εντελώς κουτά ορνίθια και χαζοπούλια… Κι ακόμη πιο πολύ την πατάνε, όταν προσπαθούν να κάνουν αναλύσεις κομμένες στα μέτρα τους και τέτοιες που να υπηρετούν τις όποιες προσωπικές ή κατά παραγγελίαν εμπάθειες. Η πλάκα είναι ότι νομίζουν πως προσφέρουν και υπηρεσία στον τόπο. Εννοείται ότι την πατάνε και οι ανοήτως συμφωνούντες…

  Ο νοών νοείτω και ουαί τω ανοήτω! Ο έχων τη μύγα μυγιαζέτω!... (δε θέλει και πολύ να παρασυρθείς σε ανάλογες εκφράσεις. Μι στραβό θα κοιμ’θείς, του προυΐ θα γκαλιουρί’εις…). Ο έχων τυρί και ψωμί προσφαϊζέτω! Ενίοτε, όμως, το τυρί συνοδεύεται με φάκαν. Ρωτάτε και κάνα ποντίκι! Ακόμη και τα ποντίκια γνωρίζουν ότι τα γραπτά μένουν. Γι’ αυτό ροκανίζουν τα χαρτιά, για να μη μένουν. Στα ηλεκτρονικά γραπτά, όμως, δεν μπορούν να βάλουν χέρι, δηλαδή δόντια…

  Αλλά, ας μην απογοητεύουμε το νεοφανές στον τόπο μας επάγγελμα, τους νεήλυδες αρθρογράφους και τους συνοδούς αναγνώστες τους… Απεναντίας, τους αφιερώνουμε το παρακάτω τετράστιχο προς γνώσιν και συμμόρφωσιν…


Προς αμετροεπείς, εμπαθείς και άρα επιπόλαιους αναλυτές

Τα κείμενα που στάζουν δηλητήριο,

κανένα δε σου δίνουν εισιτήριο…

Σε δείχνουν όλοι με το δάχτυλο το ένα

και σε μουντζώνουν με τα άλλα ανοιγμένα…


«Ό,τι διαθέτει ο καθένας σε αφθονία δωρίζει»

  Όταν θυμόμαστε τη φράση αυτή του Λασκαράτου, ερμηνεύουμε και κατανοούμε πολλές από τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ουδεμία απορία, ουδεμία έκπληξη…

  Ο καθένας είναι αυτό που είναι, που λέει, που γράφει, που κάνει…

  Ο καθένας ας παίρνει την ευθύνη του για όλα αυτά…


Και τώρα 42 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg

για να κλείσουμε

 ένα μπουκέτο αποξηραμένου μούσκου 

δώρο της αργιθεάτικης γης. 


Είπαμε:  

«Ό,τι διαθέτει ο καθένας σε αφθονία δωρίζει».


13/7/2019



4.7.26

Ο Ηρ [ένας ακόμη Μύθος του Πλάτωνα] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Ηρ [ένας ακόμη Μύθος του Πλάτωνα]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα




ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
: Ο Πλάτων κλείνει την «Πολιτεία» του με μια αισιόδοξη διδασκαλία, έναν αξιοσημείωτο μύθο, που αναφέρεται στη μεταθανάτια ζωή. Ο δίκαιος άνθρωπος κατά το μεγάλο φιλόσοσοφο, επιβραβεύεται και σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά και μετά θάνατον. Αντίθετα άδικοι, τύραννοι, κακούργοι, τιμωρούνται σκληρά. Απόδειξη της απόδοσης της δικαιοσύνης στον άλλο κόσμο, είναι η μαρτυρία του Ηρός, ενός φανταστικού-μυθικού προσώπου την οποία εκθέτει ο Πλάτων μέσα από το στόμα του Σωκράτη.

Ο ΜΥΘΟΣ: Ο Ηρ, γιος του Αρμενίου, γενναίος πολεμιστής, σκοτώνεται στη μάχη. Το σώμα του για ημέρες παρέμενε άταφο στο πεδίο της μάχης ανάμεσα σε πτώματα άλλων πολεμιστών, που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Μετά από δώδεκα ημέρες, αφού τον είχαν πια μεταφέρει στο σπίτι του, και τη στιγμή που τον είχαν πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είδε στον άλλο κόσμο. Κι εδώ είναι η πεμπτουσία της μυθικής πλατωνικής διδαχής.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ: Η ψυχή του, όπως διηγείται ο Ηρ, αποχωρισμένη από το σώμα, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές σε έναν τόπο δαιμονικό. Εκεί υπήρχαν δύο ανοίγματα στη γη και άλλα δύο απέναντί τους ψηλά στον ουρανό. Εκεί κάθονταν δικαστές, οι οποίοι, αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω, προς τον ουρανό και τους άδικους αριστερά και κάτω. Όταν παρουσιάστηκε ο Ηρ στους δικαστές, του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι συνέβαινε εκεί για να γίνει αγγελιοφόρος ανακοινώνοντας όλα στους ζωντανούς. Έβλεπε εκεί τις ψυχές που είχαν δικαστεί, να προχωρούν προς τα δύο ανοίγματα και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από τα ανοίγματα της γης ήταν σκονισμένες και διψασμένες, ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Όλες οι ψυχές πήγαιναν σε ένα απέραντο λιβάδι και κατασκήνωναν εκεί σαν να βρίσκονταν σε αιώνιο πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τα έγκατα τη γη, έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει στην εκεί πορεία τους, που είχε κρατήσει χίλια χρόνια [θυμίζοντας το καθολικό Καθαρτήριο-purgatorium]. Όσες έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν τα ευχάριστα που είχαν δοκιμάσει και την ομορφιά που είχαν αντικρίσει. Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα, πλήρωναν δεκαπλάσιες ποινές. Με την ίδια αναλογία, ήταν και οι ανταμοιβές για όσες ψυχές είχαν φανεί δίκαιες. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς θεούς ή γονείς ή για τους φονιάδες. Τον Αρδιαίο, τύραννο της Παμφυλίας, επί παραδείγματι, που διέπραξε στη ζωή του πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν αενάως πάνω σε αγκάθια ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους πολλούς που είχαν διαπράξει πολλά ανάλογα ανομήματα, τον πέταξαν βαθιά στον Τάρταρο. Επτά ημέρες έμειναν οι ψυχές στο λιβάδι και την όγδοη πορεύτηκαν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως, σαν ουράνιο τόξο, αλλά λαμπρότερο και καθαρότερο. Εκεί, μετά από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να’ ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που το συγκρατούσαν. Το φως ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών αυτών ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης1, το οποίο, κατά το μύθο, προκαλεί όλες τις κινήσεις. Το αδράχτι είχε στέλεχος με μεταλλικό αγκίστρι και σφόνδυλο που περιείχε άλλους επτά σφονδύλους. Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες. Κάθε Σειρήνα έβγαζε έναν συγκεκριμένο διαφορετικό ήχο και όλες μαζί σχημάτιζαν αρμονικό μουσικό σκοπό. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες που τραγουδούσαν πάνω στη μελωδία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά κι η Άτροπος τα μελλούμενα.

Φθάνοντας εκεί οι ψυχές, έπρεπε να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους2. Ένας προφήτης έπειτα πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης δείγματα ζωής, τα τοποθέτησε μπροστά στις ψυχές και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα ψηλό, απήγγειλε ένα λόγο της Λάχεσης που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν κλήρο για τη σειρά που θα διαλέξουν. Ο καθέναν έπρεπε ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος του, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής3. Οι ψυχές που δεν γνώριζαν τη Φιλοσοφία έσπευσαν να επιλέξουν βίους ένδοξους, χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες όμως ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη των εξουσιών και της κενοδοξίας. Είδε τότε ο Ηρ την ψυχή του Οδυσσέα, που ’χε τον τελευταίο κλήρο, να διαλέγει την ήσυχη ζωή ενός άσημου ανθρώπου. Είδε ακόμη ψυχές ανθρώπων να επιλέγουν ζωές ζώων και πολλών ζώων να επιλέγουν ζωές ανθρώπων! Μετά την επιλογή της, η κάθε ψυχή πήγαινε στη Λάχεση και εκείνη έδινε στην καθεμιά ένα δαίμονα που θα τη συνόδευε στη ζωή που είχε διαλέξει. Ο δαίμονας πήγαινε πρώτα την ψυχή στην Κλωθώ για να επικυρώσει την επιλογή της κάθε ψυχής και μετά την πήγαινε στην Άτροπο, η οποία, όπως δηλώνει και το όνομά της, έκανε αμετάστροφη την επικύρωση της Κλωθώς. Έπειτα όλες οι ψυχές, προχωρούσαν προς την πεδιάδα της λήθης όπου κατασκήνωναν εκεί και έπιναν από το νερό του Αμέλητα ποταμού και σιγά σιγά ο καθένας ξεχνούσε τα πάντα. Τα μεσάνυχτα, μετά από βροντή και σεισμό οι ψυχές άρχιζαν να αναπηδούν για να ξαναγεννηθούν στα νέα τους σώματα. Τον ΄Ηρα μόνο δεν τον άφησαν να πιει νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Το πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε. Ξαφνικά ανοίγοντας τα μάτια του, απλώς είδε πως ήταν πρωί και βρισκόταν πάνω στην πυρά.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Ο μύθος του Ηρός είναι επινόηση του Πλάτωνα, αλλά ο φιλόσοφος βασίστηκε σε κάποια προφορική παράδοση, από τις θεωρίες των ορφικών και των πυθαγορείων για τη μεταφυσική, αλλά και από τις τελετουργίες των Ελευσίνιων μυστηρίων. Ιδιαίτερη σημασία, έχει να προσέξουμε στο μύθο πώς οι ψυχές εκλέγουν μόνες τους τη νέα τους ζωή. Βλέπουμε πως μπορούν να έχουν όλη τη γνώση και όλη την πείρα που χρειάζονται, για να διαλέξουν ενσυνείδητα τη ζωή που θέλουν. Σε αυτό, συμβάλει και ο διάλογος που γίνεται μεταξύ των ψυχών στο λιβάδι, που σκοπός του είναι, να μεταδώσει η μια ψυχή στην άλλη, την πείρα των βιωθέντων από προηγούμενες ζωές. Έτσι, οι ψυχές που έρχονται από τον ουρανό, μιλούν στις άλλες για όλη την [παραδείσια] ευδαιμονία και την ομορφιά που είχαν αντικρίσει, ενώ οι ψυχές που έρχονται από τα έγκατα της γης ομολογούν στις άλλες, τη χιλιόχρονη, κακότυχη πορεία τους κάτω από την επιφάνεια της γης. μέσα στη γη. Όλο αυτό το συναπάντημα των ψυχών, ο Πλάτων το παρομοιάζει με πανηγύρι όπου όλες οι ψυχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους, όχι υλικά αγαθά, αλλά εμπειρία και γνώση! Συνεπώς, κατά τον Πλάτωνα, μεγάλη είναι η σημασία της πείρας που έχει αποκτήσει η ψυχή από την προηγούμενη ζωή της, για την απόφαση που θα πρέπει να πάρει και τη μοίρα που θα διαλέξει. Η εκλογή του καινούργιου βίου, στηρίζεται στην ανάμνηση αυτής της γνώσης που έχει η ψυχή και είναι μη αναστρέψιμη. Γι’ αυτό η ψυχή, δεν πρέπει να κάνει αλόγιστη εκλογή, αλλά να προσέξει πολύ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός της ελευθερίας της εκλογής και θέλει να μας δηλώσει ο Πλάτων, με το μύθο του, τη μεταφυσική ευθύνη που έχει ο κάθε άνθρωπος για τη ζωή του. Η ευθύνη αυτή αγγίζει την αιωνιότητα. Ο καθένας είναι απόλυτα ελεύθερος να διαλέξει τη μοίρα του και μόνο ο ίδιος έχει την ευθύνη, χωρίς να παρεμβαίνει κανένας θεός4. Η ίδια η ψυχή του ανθρώπου έχοντας τη γνώση και την πείρα, χωρίς να έχει πιει το νερό της λήθης, επιλέγει ανάμεσα σε πολλά δείγματα ζωής αυτό που θέλει. Τα δείγματα που έχουν μπροστά τους οι ψυχές, είναι περισσότερα από το σύνολό τους και γι’ αυτό αν αναλογιστούν και τη γνώση που έχουν, μπορούν να διαλέξουν αυτό που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους.Ο φιλόσοφος απευθύνεται στη συνέχεια στο Γλαύκωνα, λέγοντάς του ότι θα πρέπει ο καθένας με μεγάλη φροντίδα και ακρίβεια να ξεχωρίζει το χρηστό από τον πονηρό βίο και να διαλέξει τον πιο καλό6. Η ψυχή, ακόμη, δεν μπορεί να επηρεαστεί από πουθενά, αφού δεν μπορεί να δεχτεί βοήθεια, ούτε από θεούς ούτε από Μοίρες. Μοναδική βοήθεια απομένει η ανάμνηση, η γνώση και η πείρα που έχει αποκτήσει στην διάρκεια της ζωής της στη γη.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Έχουμε μπροστά μας, μέσα από την παραστατική αφήγηση του Σωκράτη, όλη την πραγματικότητα που θέλει να μας διδάξει ο Πλάτων για την ψυχή του ατόμου, όταν αυτή βρίσκεται πλέον στον Άδη. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε, είναι ότι, κατά τον μέγα φιλόσοφο, στη ψυχή, αποδίδεται πλήρως δικαιοσύνη και παράλληλα ελευθερία, να επιλέξει βάση της πείρας της, τη μοίρα της για την επόμενη ζωή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: sites.google.com/site/stmessinis/ArxikiSelida/MithosIros Ι. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Η Ανάγκη ήταν η μητέρα των τριών Μοιρών [ΛάχεσΙς, Κλωθώ, Άτροπος].

2. Ο Πλάτων ήταν οπαδός της μετενσάρκωσης.

3. Πλάτων, Πολιτεία, 617d – 617e.

4. Πλάτων, Πολιτεία, 617e.

5. Πλάτων, Πολιτεία, 619b.

6. Πλάτων, Πολιτεία, 618b-618c.

2.7.26

Δυο αδερφάδες, διήγημα του Αργ. Εφταλιώτη AUDIOBOOK, Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Δυο αδερφάδες, 

 διήγημα του Αργ. Εφταλιώτη

AUDIOBOOK, Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


  Το διήγημα «Δύο Αδερφάδες» ανήκει στη συλλογή «Νησιώτικες Ιστορίες» (1894) του Αργύρη Εφταλιώτη (ψευδ/μο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη). Αποτελεί χαρακτηριστικό, εκφραστικό δείγμα της ελληνικής ηθογραφίας και του δημοτικισμού.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα επαρχιακό χωριό (αναφέρεται ως «Στενοχώρι»), όπου η καθημερινότητα και τα νέα των κατοίκων μεταφέρονται από στόμα σε στόμα. [το σκηνικό του διηγήματος]

Ο αφηγητής συνομιλεί με μια ηλικιωμένη γυναίκα του χωριού. Εκείνη του εξηγεί την αιτία της φασαρίας που ακούγεται από ένα γειτονικό σπίτι. Πρόκειται για δύο αδελφές, γεννημένες από την ίδια μάνα, οι οποίες βρίσκονται σε μια αδιάκοπη και έντονη διαμάχη («μαλλοτρώγονται», όπως χαρακτηριστικά λέει) για μήνες.

Ο Εφταλιώτης με το έργο αυτό θίγει τις οικογενειακές συγκρούσεις στην κλειστή κοινωνία του χωριού, την ανθρώπινη φύση και τον τρόπο που η καθημερινή ζωή σχολιάζεται από τον κοινωνικό περίγυρο.

Το κείμενο είναι γραμμένο σε καθαρή, ρέουσα δημοτική γλώσσα, γεμάτη με ιδιωματισμούς της εποχής. Συνδυάζει δε τη ζωντάνια του προφορικού λόγου με την ηθογραφική ακρίβεια, αποτυπώνοντας πιστά τις συνήθειες της ελληνικής επαρχίας του 19ου αιώνα.

Συγκινητικό έργο με δυσάρεστη κατάληξη: για τη μια αδερφή ο θάνατος, βασανιστικές ισόβιες τύψεις για την άλλη.

Θες να δεις και να μάθεις κόσμο; Πήγαινε στο χωριό. Εφημερίδα δε χρειάζεσ’ εκεί. Καθίζεις με την πρώτη γριούλα στο πρώτο κατώφλι, και τα μαθαίνεις όλα τα καινούρια. [...]
Τη ρωτώ γιατί πολυφωνάζουνε στ’ αντικρινό το σπιτάκι.
― Και δεν ξέρεις; μου κάνει. Μήνες και μήνες τώρα. Είναι οι δυο αδερφάδες και μαλλοτρώγουνται.
― Αδερφάδες! Απ’ άλλες μάνες μαθές;
― Από την ίδια τη μάνα κι οι δυο τους...

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK: 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η δικαιοσύνη της θάλασσας, του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Η δικαιοσύνη της θάλασσας,   του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου  Τ ΟΝ Μπάρμπα -Καληώρα τὸν ὑπονα...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....