Ετικέτες - θέματα

22.5.25

Η Ίσις στο ελληνικό πάνθεον από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Ίσις στο ελληνικό πάνθεον

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



   Η Ίσις, ήταν θεότητα του αιγυπτιακού πανθέου, που πέρασε και στην αρχαία ελληνική θρησκεία [και Μυθολογία] στα χρόνια του θρησκευτικού συγκρητισμού [τέλη 5ου αιώνα π.Χ. και έπειτα]. Το αιγυπτιακό της όνομα ήταν Εσέτ [ή Έσε] και σήμαινε “η βασίλισσα του θρόνου”, ενώ κατά τον Πλούταρχο απλώς “η γνώσις”.

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Η Ίσιδα ήταν αρχικά μια μικρή θεότητα της περιοχής του Δέλτα του Νείλου. Το αρχαιότερο ιερό της βρισκόταν βόρεια της Βουσίριδος. Θεωρείτο σύζυγος του Όσιρι, μιας θεότητας της γειτονικής ομώνυμης πόλης. Γιος της θεωρείτο ο Ώρος, ενώ οι τρεις θεότητες μαζί σχημάτιζαν τη λεγόμενη Οσιρική τριάδα. Στα ιερόγλυφικά το όνομα της Ίσιδος σήμαινε αρχικά “ον της σάρκας”, δηλαδή “θνητή φύση”, και είναι πιθανόν πως η θεότητα προήλθε από τη συγχώνευση κάποιων θεοποιημένων βασιλισσών. Η λατρεία της ήταν δημοφιλής μέχρι τη Ρωμαϊκή εποχή. Στην ακμή της η θεά είχε τους δικούς της ιερείς και πολλούς ναούς. Στην νήσο Φίλαι, στις εκβολές του Νείλου, υπήρχε ο μεγαλύτερος ναός της. Η Ίσιδα απεικονίζονταν συνήθως ως γυναίκα που έφερε στην κεφαλή της έναν θρόνο, [ιδεόγραμμα του ονόματός της]. Σε μεταγενέστερες περιόδους απεικονίζονταν με κέρατα ανάμεσα στα οποία υπήρχε δίσκος. Σε άλλες παραστάσεις έχει σώμα ανθρώπινο με κεφαλή αγελάδας. Τα κέρατα υποδηλώνουν ότι συχνά είτε γινόταν σύγχυση ανάμεσα σε εκείνη και την Άθωρ ή ότι υπήρχε και διαφορετική εκδοχή του μύθου της1. Από την άλλη η αγελάδα ήταν ιερό ζώο της θεάς, η οποία είχε ακόμη ως σύμβολο τον μαγικό κόμβο Τατ, τον λεγόμενο “κόμβο της Ίσιδος”, και το Σείστρο, έμβλημα της θεότητας Άθωρ. Στις παραστάσεις η Ίσιδα απεικονίζεται συνήθως κοντά στον Όσιρι, να τον βοηθά ή να τον προστατεύει με τα φτερωτά χέρια της ή να θρηνεί δίπλα στις σαρκοφάγους. Απεικονιζόταν επίσης ως μητέρα να θηλάζει τον μικρό Ώρο ή ως συνοδός στον αγώνα του εναντίον του Σετ.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΙΣΙΔΟΣ: Σύμφωνα με τον Μύθο, που μας διασώζει ο Πλούταρχος2, η Ίσιδα ήταν κόρη του Γκεμπ και της Νουτ. Γεννήθηκε την τέταρτη από τις πέντε εμβόλιμες ημέρες που επετράπη στη μητέρα της να γεννήσει, στην περιοχή των ελών του Δέλτα. Επιλέχθηκε από τον αδελφό της Όσιρι ως σύζυγός του και ανήλθε μαζί του στο θρόνο των θνητών. Τον βοήθησε στο εκπολιτιστικό του έργο, διδάσκοντας στις γυναίκες την άλεση του σιταριού, το γνέσιμο του λιναριού και την υφαντική3. Δίδαξε επίσης στους ανθρώπους τον τρόπο θεραπείας των ασθενειών και τους δίδαξε το θεσμό του γάμου. Η Ίσιδα ανέλαβε αντιβασίλισσα της Αιγύπτου, κατά την απουσία του συζύγου της, όταν εκείνος είχε φύγει για την ειρηνική κατάκτηση του κόσμου. Κυβέρνησε συνετά περιμένοντας την επιστροφή του. Όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του συζύγου της από τον αδελφό τους τον Σετ [Σηθ], την κατέλαβε ανείπωτη οδύνη. Έκοψε τα μαλλιά της, έσχισε τα ενδύματά της και αναχώρησε αναζητώντας το κιβώτιο, μέσα στο οποίο ευρίσκονταν τα μέλη του διαμελισμένου πια Όσιρι. Το κιβώτιο έσπρωξαν τα νερά του Δέλτα στην ανοικτή θάλασσα και το ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές της Φοινίκης, όπου και χώθηκε στα ριζά ενός δένδρου. Το δένδρο αναπτύχθηκε ταχύτατα και έκρυψε το κιβώτιο στον κορμό του. Όταν όμως το έκοψαν για την υποστήλωση της στέγης του βασιλικού ανακτόρου, το δένδρο άρχισε να σκορπά εξαιρετική ευωδία. Ακούγοντας η Ίσιδα το θαυμαστό αυτό γεγονός ταξίδεψε στην πόλη Βύβλο της Φοινίκης. Εκεί η βασίλισσα-θεά Αστάρτη της εμπιστεύθηκε την ανατροφή του νεογέννητου γιου της. Η Ίσιδα δέχτηκε και θα έκανε το παιδί αθάνατο, αν η μητέρα του δεν ταραζόταν, όταν είδε τη θεά να λούζει το παιδί στις καθαρτήριες φλόγες [συνήθης τρόπος μετάβασης στην αθανασία κατά την παγκόσμια Μυθολογία!]. Για να την καθησυχάσει, η Ίσιδα της αποκάλυψε ποια ήταν και τον λόγο που την έφερε στη Φοινίκη. Ο βασιλέας της παρέδωσε τον πολύτιμο ξύλινο στύλο και η θεά απέσπασε το φέρετρο του συζύγου της, το έβρεξε με τα δάκρυά της και το μετέφερε στην Αίγυπτο. Εκεί το έκρυψε στα έλη της Βουτούς, μακριά από το μίσος του Σετ4. Όμως, ο Σετ ανακάλυψε τυχαία το σώμα αδελφού του. Το τεμάχισε τότε σε δεκατέσσερα κομμάτια και τα διασκόρπισε στα σημεία του ορίζοντα. Η Ίσιδα αναζήτησε τα λείψανα και τα βρήκε όλα, εκτός από τον φαλλό [σημάδι ότι ο Όσιρις έχασε πλέον τη δύναμή του], που τον καταβρόχθισε ένας οξύρρυγχος του Νείλου. Βάζοντας τα μέλη στη θέση του η Ίσιδα ανασχημάτισε το σώμα του Όσιρι, το οποίο τύλιξε με λωρίδες ο Άνουβις5. Με τη βοήθεια της αδελφής της Νέφθυος, του ανηψιού της Άνουβι, του Θωθ και Ώρου, το αναζωογόνησε με τη μαγεία της. Τέλεσε για πρώτη φορά το τυπικό της ταρρίχευσης, δίνοντας αιώνια ζωή, έστω και χωρίς θεϊκή ισχύ, στον δολοφονημένο θεό. Κατόπιν η θεά αποσύρθηκε και πάλι στα έλη της Βουτούς με τη συνοδεία επτά ερπετών-φυλάκων, αποφεύγοντας την οργή του Σεθ και ανατρέφοντας με ασφάλεια τον γιο της Ώρο.


ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΙΣ
: Σε όλη την αιγυπτιακή μυθολογία υπάρχουν αναφορές στη δύναμη της μαγείας της Ίσιδος, καθώς μπορούσε να επηρεάζει ακόμη και τους ίδιους τους θεούς. Ως απλή υπηρέτρια του Ρα, πατέρα των θεών, φέρεται ότι εξανάγκασε τον μεγάλο ηλιακό θεό να της αποκαλύψει το μυστικό του όνομα. Επωφελούμενη από το γεγονός ότι ο θεός-Ήλιος είχε γεράσει πολύ, τόσο που το σάλιο του έτρεχε συνεχώς από τα τρεμάμενα χείλη του, κατασκεύασε, με το χώμα που είχε διαποτιστεί από τον θεϊκό σάλιο[!] ένα δηλητηριώδες φίδι και το τοποθέτησε στο δρόμο, από όπου περνούσε ο Ρα. Ανίκανος εκείνος να γιατρευτεί από το δηλητηριώδες και οδυνηρό δάγκωμα ενός άγνωστου φιδιού, κατέφυγε στα γιατροσόφια της Ίσιδας. Εκείνη δέχθηκε να εξουδετερώσει το δηλητήριο, υπό την προϋπόθεση ότι ο Ρα θα της αποκάλυπτε το πραγματικό του όνομα, μεταφέροντάς το, εν αγνοία των άλλων θεών, από το σώμα του στο σώμα της θεάς. Η γνώση του πραγματικού ονόματος του Ρα εξασφάλιζε τη μαγική επιρροή της Ίσιδας πάνω στον θεό6.

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ-ΛΑΤΡΕΙΑ: Στον οσιρικό μύθο, η Ίσιδα συμβολίζει την εύφορη αιγυπτιακή γη, την οποία γονιμοποιεί κάθε χρόνο ο πλημμυρισμένος Νείλος. Ο Όσιρις συμβολίζει τον ποταμό και ο Σετ, ως καταστροφική δύναμη, την έρημο που απειλούσε να καταπιεί τις καλλιεργημένες εκτάσεις. Η Ίσιδα είναι ακόμη προστάτιδα των παιδιών, με τη μορφή της Ίσιδας τροφού, κυρίως δε ως αποτροπιακό σύμβολο των παιδικών ασθενειών. Σταδιακά, η λατρεία της Ίσιδος υποκατέστησε ολοκληρωτικά τις λατρείες των άλλων γυναικείων θεοτήτων, υπερβαίνοντας τελικά τα σύνορα της Αιγύπτου. Σε αυτό βοήθησαν οι ναυτικοί και οι έμποροι στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκής περιόδου, που εξάπλωσαν τελικά έως τις όχθες του Ρήνου[!] τη λατρεία της ως προστάτιδα των ναυτικών7. Κατά την άνοιξη και το φθινόπωρο, τελούνταν προς τιμήν της θεάς μεγάλες εορτές και λιτανείες, γνωστές από τις περιγραφές του Απουλήιου, όπως και τελετές μύησης στη λατρεία της. Στην κοιλάδα του Νείλου, η λατρεία της διατηρήθηκε έως τον 6ο αιώνα, όταν επί βασιλείας Ιουστινιανού, ο ναός της των Φιλών, στην Αίγυπτο, μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό.

 

Άγαλμα της Ίσιδας στο μακεδονικό Δίον

  Η ΙΣΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Kατά τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. παρατηρείται μια κατάπτωση της επίσημης ελληνικής θρησκείας, δηλαδή του δωδεκαθέου. Όσο περνούσαν τα χρόνια, και κυρίως με τη δημιουργία των ελληνιστικών βασιλείων, οι λαϊκές μάζες άρχισαν να αναζητούν την βοήθεια πιο οικείων θεοτήτων. Τέτοιες θεότητες υπήρχαν κυρίως στα πάνθεα της Ανατολής, τα οποία ήταν εύκολα προσιτά εξαιτίας της ανεξιθρησκείας που επικρατούσε στην αρχαία Ελλάδα. Μια από τις πρώτες αλλοδαπές θεότητες που πλησίασαν οι Έλληνες ήταν η Ίσιδα, που τους ήταν γνωστή από παλιά ως θεά της βλάστησης και του κάτω κόσμου και γι' αυτό αρχικά την ταύτιζαν με την Περσεφόνη και κυρίως με τη Δήμητρα. Η λατρεία της στον ελληνικό χώρο αρχίζει τον 4ο αι. π.Χ., οπότε και παρατηρείται βαθμιαίος εξελληνισμός της, πράγμα αισθητό και στην εικονογραφία της. Συγχρόνως η θεά εμπλουτίζεται με νέες ιδιότητες. Γίνεται “τροφός και μητέρα του σύμπαντος', ενώ διακρίνεται από έρωτα για καθετί αγαθό και αποστρέφεται το κακό. Με την εξελληνισμένη μορφή της και με τις νέες της ιδιότητες, γίνεται αποδεκτή από όλους τους λαούς της Μεσογείου και σ' αυτό καθοριστική είναι η συμβολή της δυναστείας των Πτολεμαίων στην Αλεξάνδρεια. Η λατρεία της Ίσιδας διαδόθηκε ευρέως επειδή οι Πτολεμαίοι την προέβαλλαν ως καλόβουλη, μειλίχια και πολυεύσπλαχνη θεά, καθώς η ίδια, αν και θεά, δοκίμασε αβάσταχτο πόνο και γνώρισε ποικίλα βάσανα όταν, ως αφοσιωμένη νεαρή σύζυγος, αναζητούσε τον αδικοχαμένο σύζυγό της και ως στοργική μητέρα αγωνιζόταν με αυτοθυσία να σώσει το ανήλικο παιδί της που κινδύνευε. Έτσι, αφού είχε άμεση αντίληψη του πόνου και της δυστυχίας, μπορούσε αυτή, καλύτερα από κάθε άλλη θεότητα, να συμπαρασταθεί στους πάσχοντες ανθρώπους, στους οποίους συχνά παρουσιαζόταν στα όνειρά τους και τους γνωστοποιούσε συνταγές θεραπείας τους(!). Οι πρόγονοί μας, μέχρι και τα τέλη της Ρωμαϊκής Εποχής, πίστευαν ότι η Ίσις επενέβαινε σε πρακτικά τους προβλήματα, καθώς φρόντιζε για τη βελτίωση των οικονομικών τους και τους προστάτευε από τους κινδύνους της θάλασσας. Οι περιπέτειες της Ισιδας και η επικράτησή της έναντι των δυνάμεων του σκότους αποτελούσαν μέρος των μυστηρίων της, πράγμα που έφερνε ανακούφιση και παρηγοριά στους μύστες. Η τελετή μύησης στα μυστήριά της έμοιαζε με εθελοντικό θάνατο συνοδευόμενο με μια αμυδρή ελπίδα ανάστασης και απέβλεπε στη συμφιλίωση των πιστών με τον θάνατο, αμβλύνοντας τον φόβο τους γι' αυτόν. Ακόμη, η θεά εξουσίαζε και το ανθρώπινο πεπρωμένο, καθώς είχε τη δυνατότητα να προλαβαίνει τον θάνατο και να χαρίζει το δώρο της ζωής παρατείνοντας τη διάρκειά της. Όσοι θεραπεύονταν από τη θεά είχαν την υποχρέωση να γνωστοποιούν δημόσια τη θεραπεία τους και τις ικανότητες της θεάς και να απαγγέλνουν ένα εγκώμιο, μια «αρετολογία» της. Οι «αρετολογίες» της Ίσιδας είναι ύμνοι στους οποίους απαριθμούνται οι προσφορές της στο ανθρώπινο γένος. Έτσι από αυτούς γνωρίζουμε ότι η Ίσις ήταν αυτή που δίδαξε την καλλιέργεια των καρπών της γης βάζοντας τις βάσεις του πολιτισμένου βίου, ότι αυτή επέβαλε τον σεβασμό στον θεό και στον όρκο, την αγάπη των γονιών για τα παιδιά και τη φροντίδα των παιδιών για τους γονείς, ενώ εισήγαγε και τον θεσμό του γάμου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Guirand Félix (Ed.) 1968, New Larousse Encyclopedia of Mythology, Crescend Books, New York. Μ. Τιβέριος, Η Ίσις, άρθρο στην εφημ. Βήμα. Μεγαλομάτης Κ. 1989, «Ίσις», στο Χριστόπουλος Γ. - Μπαστιάς Ι. (εκδ.) Παγκόσμια μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα. Ions Veronica 1968, Egyptian Mythology, Newnes Books, London.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

1. Αναφορές για μια τέτοια διαφορετική εκδοχή έχουμε από τον Πλούταρχο, που ερμηνεύει διαφορετικά τον παραδοσιακό μύθο. Για τον Πλούταρχο, η Ίσιδα θέλησε να επέμβει υπέρ του Σετ, δολοφόνου του συζύγου της και αδελφού τους, και να τον προφυλάξει από τη δίκαιη εκδίκηση του γιου της Ώρου. Εκείνος, όμως, μαινόμενος στράφηκε κατά της μητέρας του και την αποκεφάλισε. Στη συνέχεια ο Θωθ τη μεταμόρφωσε και της έδωσε κεφαλή αγελάδας.

2. Πλούταρχος, Περί Ίσιδος και Οσίριδος.

3. Βάσει άλλης εκδοχής του μύθου, εκείνη δίδαξε τον Όσιρι την πρακτική της καλλιέργειας. [Ions Veronica 1968, 56]

4. Ions Veronica 1968, 56-57.

5. Εδώ έχουμε μια πρώιμη αναφορά στη μέθοδο ταρίχευσης και μουμιοποίησης. Βλ. Μεγαλομμάτης Κ. 1989, 237.

6. Η γνώση του πραγματικού ονόματος για τους αρχαίους Αιγυπτίους ήταν τμήμα ενός γενικότερου μαγικοθρησκευτικού πλέγματος επικλήσεων και ψαλμών που στόχευε στον έλεγχο της ταυτότητας του ατόμου, του θηρίου ή του αντικειμένου, καθώς το πραγματικό όνομα ήταν αδιαχώριστο από την ύπαρξη του ατόμου. Αυτή η πρακτική επιβίωσε στον κόσμο των θρύλων και των παραδόσεων ως τις μέρες μας, αν σκεφθούμε ότι χρησιμοποιείται σε αρκετά έργα της φανταστικής λογοτεχνίας (π.χ. Ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών του Τόλκιν).

7. Ως Ίσις Πελαγία, θεωρείτο προστάτρια των ναυτικών και η εορτή της ήταν το navigium isidis κατά την 5η Μαρτίου. [Μεγαλομμάτης Κ. 1989, σ. 238].

Η γάτα του παπά του Γρηγόριου Ξενόπουλου ΑUDIOBOOK - διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου [+ΒΙΝΤΕΟ] και απόσπασμα από το κείμενο

 

Η γάτα του παπά του Γρηγόριου Ξενόπουλου

ΑUDIOBOOK - διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου [+ΒΙΝΤΕΟ]

και απόσπασμα από το κείμενο


   Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ετήσιο Εθνικόν Ημερολόγιον του Σκόκου, το 1913. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο και έχει ως πρωταγωνίστρια τη γάτα του παπα-Ζήσιμου Κλοντηρά. Η γάτα αυτή έχει διαπράξει μια βέβηλη πράξη, ωστόσο ο παπάς την έχει συγχωρήσει επειδή την υπεραγαπά, όχι όμως και η σύζυγός του που απειλεί ότι θα την εξοντώσει αν την επαναλάβει. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, παρακολουθούμε την εξέλιξη της ιστορίας.

    Πέρασε ήσυχα η εβδομάδα. Η ψιψίνα σαν να κατάλαβε τη φοβέρα και τη συμβουλή, φυλάχθηκε να μην ξανακάνει «τα ίδια». Την Κυριακήν όμως την αυγή, μόλις σηκώθηκε ο παπα-Ζήσιμος κι έκανε την τουαλέτα του και την πρώτη του προσευχή στην καμαρούλα του, κάποιος του χτύπησε την πόρτα με χέρι βιαστικό και φοβισμένο. Τίποτα καλό δεν προμηνούσε αυτό το κτύπημα! O παπάς το φοβήθηκε αμέσως.

«Ποιος είναι;», ρώτησε.

«Εγώ, ο Χρήστος!», αποκρίθηκε η φωνή του κλαμπανάρου.

«Έμπα μέσα… Τι είναι, παιδί μου;»

O Χρήστος ο κλαμπανάρος μπήκε στην καμαρούλα χλωμός:

«Πάλε τα ίδια, παπά μου!»

«Ε;»

«Η γάτα, πανάθεμά τη!…»

«Ω, συμφορά μου!… Στο ίδιο μέρος;»

«Όχι, στην Αγία Πρόθεση…»

«Ω, μεγάλη συμφορά!… Ω, μεγάλη αμαρτία!… Ω, κατάρα!… ω, Θε μου και συχώρεσέ με!… ω!…»

Απελπισμένος, ο παπάς κτυπούσε τα χέρια και σήκωσε τα μάτια προς το ταβάνι, ζητώντας τον ουρανό. O Χρήστος ο κλαμπανάρος σώπασε μια στιγμή, για να συμμερισθεί με τα ίδια κινήματα την απελπισία του «αφεντός», κι έπειτα είπε:

«Να πω τση κυρά-παπαδίας να μου δώσει ό,τι χρειάζεται για να παστρέψω, κι έλα γλήγορα και του λόγου σου να συγυρίσεις και να διαβάσεις την ευχή για το…».

«Όχι, ευλογημένε, όχι!», τον αντίσκοψε ο παπάς με τρόμο. «Εσύ να μην αγγίξεις τίποτα· και να μην πεις λέξη τση παπαδίας! ούτε τση Σουζάνας, ούτε κανενός!… Τώρα, τώρα, έρχουμ’ εγώ… Θα τα βολέψω… Ωχ, παλιόγατα, τι μου κάνεις!»

Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο το βόλεμα, χωρίς να πάρει είδηση το σπιτικό. Κρύβουνται τέτοιες «συφορές»;… Νερά, σαπούνια, πανιά, ξίδια, κουβαλήθηκαν κρυφά στο Ιερό και το καθάρισμα έγινε από τον παπά και τον κλαμπανάρο, χωρίς υποψία από μέρους της παπαδιάς, που ούτε την ενόχλησαν καθόλου. Αλλά χρειάζονταν και καινούρια στρωσίδια για την Πρόθεση και τα κλειδιά της «μπιανκαρίας» τα είχε πάντα η παπαδιά. O παπάς —τι να κάνει;— της έστειλε το Χρήστο.

«Να μου δώσεις», της είπε, «δύο παστρικά σκεπάσματα της Αγίας Πρόθεσης· έν’ απλό γι’ από κάτου, κι ένα χυλισμένο για από πάνου».

«Μα δεν τ’ αλλάξαμε την περασμένη Κυριακή;», ρώτησε μ’ απορία η παπαδιά.

«Ναι, μα… δεν εβάλαμε τα καλά», αποκρίθηκε ο Χρήστος. «O Αιδεσιμότατος θέλει εκείνο με τα μέρλα και με τσι κόκκινους φιόγκους, που το έκαμε η σόρα-Σουζάνα».

«O ίδιος σ’ το είπε;»

«O ίδιος, ναίσκε».

«Έλα, Χριστέ και Παναγία! Πάει, ο γέρος μου ξεκουτιάστηκε και δεν ξέρει άλλο τι να κάνει! Μα τ’ είναι σήμερα; Χριστού Λαμπρή ή τ’ Αϊ-Γιαννιού; Κυριακή είναι! Απλή Κυριακή!»

«Ναι, μα ξέρεις, κυρα-παπαδία… Προχτές μου χύθηκε το μποτσολάκι με το κρασί… λίγο πάντα… μα ο Αιδεσιμότατος δε θέλει να βλέπει μάκες».

Πρέπει να μπέρδευε λιγάκι τα λόγια του ο Χρήστος, γιατί μ’ αυτό η παπαδιά υποψιάστηκε αμέσως.

«Μωρέ, Χρήστο», του είπε· «με γελάς!… Εδώ κάτι τρέχει! Γιατί τι παναπεί;»

Και διαμιάς σώπασε, κτύπησε το μέτωπό της, κι όπως ήταν ασυγύριστη, με την πρωινή της σκαμπαβίαροβόλησε τη σκαλίτσα, βγήκε στο περβόλι, έτρεξε στα χαλίκια με τις παντούφλες της και μπήκε στην Εκκλησιά από τη γυάλινη πόρτα του περβολιού.

«Καλέ, τι μου λέει ετούτος εδώ;», άρχισε αμέσως να φωνάζει του παπά. «Θέλεις, αλήθεια, ν’ αλλάξεις τα σκεπάσματα τση Πρόθεσης;… Μα γιατί;»

«Ωχ, αδερφή!», αποκρίθηκε από το Ιερό ο παπα-Ζήσιμος, σταματώντας την ευχή που μουρμούριζε· «ζήτημα θα το κάμεις και τούτο; Έτσι θέλω! έτσι μ’ αρέσει!»

Η παπαδιά στάθηκε στα σκαλοπάτια του Ιερού και πιάστηκε από το κλειστό μισοθυρόφυλλο της ακρινής θύρας. Σαν γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να μπει παραμέσα.

«Άσ’ τα εφτούνα και λέγε μου! Μην εμαγάρισε πάλι η γάτα; Μην την έκαμε πάλι την κουτσουκέλα, η καταραμένη; ε;…»

«Μη με σκοτίζεις», αποκρίθηκε ο παπάς, «μόνο δώσε του Χρήστου ό,τι σου είπε, και γλήγορα! Έλα! για τα λιγότερα, γιατί σήμερα δε μου περισσεύει όρεξη».

Η παπαδιά κοίταξε μέσα στο Ιερό, για να καταλάβει από τα σημάδια. Η Πρόθεση ήταν γυμνή και σαν βρεμένη. Χωρίς άλλο, κάπου είχαν ξεπλύνει το βαμμένο ξύλο, μέσα στην κόχη του τοίχου, που είχε ζωγραφισμένη μια Αποκαθήλωση. Δίπλα, σ’ ένα σκαμνί, ήταν τοποθετημένα ανάκατα τα ιερά σκεύη, μα τα λευκά σκεπάσματα, που είχαν σηκώσει, δε φαίνονταν πουθενά. Αν δεν ήταν συναχωμένη η παπαδιά, θα αισθανόταν και μια δυνατή μυρωδιά από ξίδι δριμύ. Μα της χρειαζόταν κι αυτό για να καταλάβει; Τα σημάδια ήταν ολοφάνερα.

«Παπά, τι μου το κρύβεις;», ξαναφώναξε· «την έκαμε πάλι η παλιόγατα!»

«Ε, λοιπόν, ναίσκε!», αποκρίθηκε από μέσα ο παπάς· «θα σε φοβηθώ; την έκανε πάλι η παλιόγατα! Είναι άλλο;»

«Άι!…», ούρλιασε η παπαδιά και δάγκασε με λύσσα το δάκτυλό της. «Πού είναι; Τώρα, τώρα θα την εύρω! Κι αν δεν τη σκοτώσω από το ξύλο, να μη με ματαπείς Μαρία!»

Γύρισε, έσπρωξε το Χρήστο, που την είχε ακολουθήσει και στεκόταν από πίσω της, και βγήκε έξω, για να βρει την ποίξια, τη δείξια, την παλιόγατα. O παπάς την πήρε αμέσως το κατόπι, σπρώχνοντας κι αυτός τον κακόμοιρο το Χρήστο, που βρέθηκε κει να του φράζει το δρόμο.

«Να μου φέρεις πρώτα τα σκεπάσματα να συγυρίσω την Άγια Πρόθεση», της φώναξε στο περβόλι, «κι έπειτα να πας να βρεις τη γάτα και μακάρι να τη σουβλίσεις. Εμένα μοναχά να μη μου πεις λόγο. Τ’ ακούς; Κοίταξε, μη με κολάσεις αμπονόρα, γιατί σήμερα θα λειτουργήσω!…».

«Σαν να μην έφτανε, βλέπεις, το κόλασμα που σου κάνει η γάτα!», αποκρίθηκε η παπαδιά καθώς έμπαινε στο σπιτάκι. «Βλέπε τα τώρα που δε μ’ άφησες να την πετάξω με το πρώτο».

Στο τέλος —τι είχε να κάνει;— έβγαλε τα καλά σκεπάσματα, τα έδωσε του Χρήστου, κλάφτηκε στη Σουζάνα, που άμα άκουσε την καινούρια «συφορά» έκανε χίλιους σταυρούς, κι έπειτα άρχισε να ψάχνει για να βρει τη γάτα. Μα η ψιψίνα δεν ήταν πουθενά.

«Καπνός εγίνηκε και χάθηκε;», έλεγε με φούρκα η παπαδιά.

«Νόημα ωστόσο που έχει εφτούνο το ζωντανό!», έλεγε η Σουζάνα. «Δεν το ματαείδα! Το κατάλαβε πως κάτι μεγάλο κακό έκαμε και κρύβεται…»

«Μπορεί να την έκρυψε κι ο πατέρας σου, για να μην του τη σκοτώσω», είπε η παπαδιά. «Ξέρεις αγάπη που τση έχει;»

Μ’ αυτό ήταν καθαρή συκοφαντία! Oύτε στιγμή συλλογίστηκε ο παπα-Ζήσιμος να κρύψει τη γάτα από την οργή της συμβίας του. Μάλιστα μπορούμε να πούμε, πως την εύρισκε δίκαιη, γιατί, αλήθεια, η αγαπημένη του το παράκανε. Όχι πάλι ίσιαμε εκεί!… Κι ενώ αποτέλειωνε το συγύρισμα στο Ιερό, με τις σχετικές ευχές, συλλογιζόταν πως έπρεπε να καταπνίξει τη συμπάθειά του και ν’ αφήσει την παπαδιά να ξεκάμει τη γάτα, όπως ήθελε. Σιγά σιγά όμως η σκληρή αυτή σκέψη υποχώρησε σ’ άλλη μαλακότερη. Δεν έπρεπε να επιτρέψει στην παπαδιά να βασανίσει άδικα το ζώο. Γιατί κι ο Διάβολος αν το έκανε όργανό του, τι έφταιγε το κακόμοιρον; Όχι, δε θα το ’δινε του Χρήστου να το πετάξει στη θάλασσα. Θα το ’δινε του Γερόλυμου, του φίλου του, να το κρατήσει στο μαγαζί. — Και πάλι αργότερα, αφού «πήρε καιρό» κι άρχισε να ντύνεται τ’ άμφιά του για τη λειτουργία, με τη βοήθεια του μικρού Νιόνιου, ακόμη μαλακότερη σκέψη του ήλθε: θα κρατούσε τη γάτα και θα πρόσεχε μόνο κάθε βράδυ να κλείνει καλά και τις τρεις θύρες του Ιερού. Αλήθεια, για τα ποντίκια της Εκκλησιάς την είχε και την άφηνε να μπαινοβγαίνει ελεύθερα. Μ’ αφού ήταν τέτοια, θα την περιόριζε.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα, η Ψιψίνα εξακολουθούσε να είναι κρυμμένη. Κανείς από το κελί δεν την είδε, μονολότι την εγύρευαν όλοι. Αλίμονό της αν «εκομπαρίριζε» εκείνη την αυγή! Μα ήταν πολύ πονηρή ή πολύ τυχερή· και δεν εφάνηκε καθόλου ως το μεσημέρι. Μόνο που την ώρα που η παπαδιά εκκένωσε στην απλάδα το ραγού, ακούστηκε από το περβόλι ένα δειλό νιαούρισμα. O παπα-Ζήσιμος, περιμένοντας στην τραπεζαρία, πετάχθηκε αμέσως. Αλαφιασμένη, πετάχθηκε αμέσως κι η παπαδιά· μα ο παπάς την κράτησε στην πορτούλα της κουζίνας.

«Στάσου», της είπε, «είναι δική μου δουλειά! Έγνοια σου, και θα την κάμω εγώ που να με θυμάται».

Η παπαδιά υποχώρησε, γιατί είχε και το φαΐ, κι ο παπάς έκραξε με γλύκα τη γάτα και, μόλις εζύγωσε, την άρπαξε απότομα από τη μέση.

«Έλα εδώ», της είπε· «έλα εδώ, να σε μάθω εγώ πώς…»

Δεν απόσωσε τη φράση, μόν’ ανέβηκε τη σκάλα της σοφίτας, πέταξε κει μέσα τη γάτα, την κλείδωσε, πήρε το κλειδί και κατέβηκε.

«Τση έδωσα κάτι κλοτσίες, μα κάτι κλοτσίες!…», είπε ψέματα τη στιγμή που καθόταν στο τραπέζι, τάχα θυμωμένος.

«Εσύ; ούτε δε θα την άγγιαξες, κάνω όρκο!», είπε η παπαδιά. «Ας είναι, έπειτα τη λογαριάζω εγώ».

«Ναι, αν τη βρεις!»

«Έφυγε;»

«Αμή ματαγυρίζει εφτούνη, άμα είδε πως τη δέρνω κι εγώ; Μέρες θα κάμει τώρα να πατήσει εδώ μέσα».

Έτσι ο παπα-Ζήσιμος κατόρθωσε να προφυλάξει τη γάτα του από το θυμό της παπαδιάς, ώσπου πέρασαν οι πρώτες επικίνδυνες ώρες. Ύστερα ξανανέβηκε κρυφά στη σοφίτα, για να της ρίξει λίγο φαΐ, και προσπάθησε να μερέψει τη συμβία του με λόγια. Ήταν εκεί κι ο Άνθιμος ο αναγνώστης, κι ο φίλος του ο Γερόλυμος, κι ένας άλλος ενορίτης, που είχαν μάθει εμπιστευτικά την αυγινή συφορά και λυπηθήκανε πολύ.

«Ε, παιδιά μου», τους έλεγε ο παπα-Ζήσιμος, ενώ έπιναν τον καφέ στη σάλα. «Πόσοι κι από μας τους ανθρώπους δε μαγαρίζουν τα Άγια και δε βεβηλώνουν τα Ιερά κάθε μέρα, χωρίς να ’χουν περισσότερη συναίσθηση από τη γάτα μου! Είδα εγώ τέτοιους στη ζωή μου!… Πρέπει όμως να συγχωράμε αυτούς τους δυστυχισμένους, όπως συγχωράμε και το ζώο που δεν έχει λογικό. Δεν το κάνουν από κακό. Μονάχα δεν ξέρουν τι κάνουν. “Oυκ οίδασι τι ποιούσι”».

«Καλά λέει ο παπάς», επεδοκίμασε ο Γερόλυμος.

«Μπορεί να λέει καλά ο παπάς», είπε τότε η παπαδιά· «εγώ όμως αν ξανακάμει τέτοιο πράμα η γάτα του θα την πνίξω. Δε μου γλιτώνει!»

ΜΙΚΡΟ ΛΕΞΙΚΟ: *κλαμπανάρος: αυτός που χτυπά την καμπάνα, ο κωδωνοκρούστης *Αγία Πρόθεση: τραπέζι ή εσοχή στον τοίχο του Ιερού, βόρεια της Αγίας Τράπεζας, όπου τοποθετούνται τα τίμια δώρα για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας *τση: της *παπαδίας: παπαδιάς *παστρέψω (παστρεύω): καθαρίζω *Σουζάνα: η κόρη του παπά *μπιανκαρία: το μέρος όπου φυλάσσονται τα λευκά τραπεζομάντιλα και τα σεντόνια *χυλισμένο (χυλίζω): κολλαριστό *τα μέρλα: οι δαντέλες *τσι: τους *μποτσολάκι: γυάλινο δοχείο *μάκες: κηλίδες, λεκέδες *σκαμπαβία: γυναικείο εσώρουχο, κομπινεζόν *ροβόλησε: κατέβηκε γρήγορα *εφτούνα: αυτά *εμαγάρισε (μαγαρίζω): μολύνω *κουτσουκέλα: αταξία, ζημιά *ματαπείς: ξαναπείς *αμπονόρα: νωρίς, πρωινιάτικα, πρωί *φούρκα: οργή *νόημα: αντίληψη, εξυπνάδα *«πήρε καιρό»: τέλεσε συντομη ακολουθία λέγοντας από μέσα του τα τροπάρια του αγίου στο τέμπλο μπροστά από την εικόνα του *εκομπαρίριζε (κομπαρίζω): εμφανίζομαι *απλάδα: πιατέλα, γαβάθα *ραγού: είδος φαγητού με κρέας και λαχανικά ή όσπρια *τη λογαριάζω: την κανονίζω : οι δαντέλες *τσι

ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΣΕ ΜΟΡΦΗ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK:



Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 27.5 +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Ο άγιος της ελληνικής προσφυγιάς του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 27.5 +ΒΙΝΤΕΟ

Ο άγιος της ελληνικής προσφυγιάς

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου


   Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ: Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε το 1690 στη Νότια Ρωσία (σημερινή Ουκρανία). Οι γονείς του, πιστοί χριστιανοί οι ίδιοι, βάπτισαν τον γιο τους χριστιανό και τον μεγάλωσαν με νουθεσία Κυρίου. Έτσι ο Ιωάννης από μικρός έγινε θερμός χριστιανός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο Ιωάννης κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Την εποχή εκείνη, επί τσάρου Πέτρου, μαινόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1711-8). Στις μάχες ανακατάληψης του Αζώφ, αιχμαλωτίστηκε και βρέθηκε στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που ήταν εκπαιδευτής Γενιτσάρων. Ο Τούρκος αξιωματούχος προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος αντιστάθηκε σθεναρά σε κάθε προσπάθεια του Τούρκου.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ – ΠΡΩΤΟ ΘΑΥΜΑ: Καταδικασμένος ψυχολογικά στην περιφρόνηση και το μίσος των Τούρκων, αντιμετωπίζεται ως «κιαφίρ», «άπιστος», που του αξίζουν σκληρά βασανιστήρια: τον χτυπούν με χοντρά ξύλα, τον κλωτσούν, τον φτύνουν, του καίνε μαλλιά και δέρμα με πύρινο τάσι. Τον πετούν στις κοπριές του σταύλου και τον υποχρεώνουν να ζει με τα ζώα των οποίων τη φροντίδα του είχαν αναθέσει. Εκείνος, έτρωγε ελάχιστα, τα ρούχα του ήταν φτωχικά και ήταν αναγκασμένος να περπατά ανυπόδητος. Στο στάβλο, ο Άγιος προσευχόταν διαρκώς, ενώ τα βράδια συχνά επισκεπτόταν μια κοντινή εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Δέχεται ο Όσιος Ιωάννης τους σκληρούς όρους της μαρτυρικής ζωής, τα βασανιστήρια, τη διαμονή με ζώα στο στάβλο που του θύμιζε, όπως έλεγε, το στάβλο της Βηθλεέμ, τις ασκήσεις, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές σε τέτοιο βαθμό, που δαμάσθηκε η θηριωδία των Τούρκων, που έκπληκτοι τον ονομάζουν «βελή», άγιο. Μάλιστα, σε συνεστίαση Τούρκων αξιωματούχων θαυματουργικά έστειλε με Άγγελο Κυρίου φαγητό σε χάλκινο πιάτο από το Προκόπι στην Μέκκα της Αραβίας και ο Τούρκος Αγάς το έφαγε εκεί ζεστό. Επιστρέφοντας έδειξε το πιάτο με το οικόσημο στους αξιωματούχους, τρεις μήνες μετά. Το θαύμα αυτό που έγινε από τον Όσιο κατά παραχώρηση Κυρίου, σταμάτησε το μίσος και τη μανία των βασανιστών του. Η πνευματική και ηθική ακτινοβολία του δάμασε την παροιμιώδη οθωμανική θηριωδία.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο Τούρκος θέλοντας να τιμήσει τον Άγιο προσφέρθηκε να του καλυτερέψει τις συνθήκες διαβίωσης. Ο Άγιος όμως αρνήθηκε και συνέχισε να φροντίζει τα ζώα του αφεντικού του και να μένει στον στάβλο. Δουλεύοντας την ημέρα και προσευχόμενος την νύχτα έζησε ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος τον υπόλοιπο του βίου του Η Θεία Κοινωνία κάθε Σάββατο ήταν η μεγάλη του ξεκούραση και ανάπαυση. Τελευταία ημέρα, 27 Μαΐου 1730, ειδοποίησε τον ιερέα και εκείνος του πήγε τη Θεία Κοινωνία μέσα σε ένα μήλο που το είχε κουφώσει. Κοινώνησε στο στάβλο για τελευταία φορά. Η πρόσκαιρη αιχμαλωσία του, η δεινή κακοπάθεια πήραν τέλος. Ο Όσιος Ιωάννης πέρασε στην αιώνια αγαλλίαση και μακαριότητα, μόλις πήρε τα Άχραντα Μυστήρια σε ηλικία 40 ετών. Το σώμα του παραδόθηκε από το αφεντικό του στους χριστιανούς του Προκοπίου, που το έθαψαν σύμφωνα με τους κανόνες του Χριστιανισμού στο χριστιανικό νεκροταφείο.

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Μετά από τρεισήμισι χρόνια ο Άγιος εμφανίστηκε στον ύπνο του γέροντα ιερέα, που τον κοινωνούσε όσο ζούσε, ζητώντας του να γίνει ανακομιδή του ιερού λειψάνου του. Οι Χριστιανοί έκαναν την ανακομιδή του λειψάνου, που βρέθηκε ακέραιο, αδιάφθορο και μυρωμένο με αυτή τη θεία ευωδία που συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα και το τοποθέτησαν σε λάρνακα κάτω από την Αγία Τράπεζα του Ναού του Αγίου Γεωργίου, στον οποίο προσευχόταν εν ζωή ο Άγιος. Το 1834, όταν κτίστηκε στο Προκόπι ένας μεγάλος Ναός του Μεγάλου Βασιλείου, μεταφέρθηκε εκεί το λείψανό του. Στο ναό έμεινε ο Άγιος μέχρι το 1924.

Ο ΑΓΙΟΣ “ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ” ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ: Με την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας, αμέσως μετά την μικρασιατική καταστροφή, μεταφέρθηκε και το Ιερό Λείψανο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στο Νέο Προκόπι στην Εύβοια, όπου εγκαταστάθηκαν οι ξεριζωμένοι Έλληνες του Προκοπίου της Μικράς Ασίας. Μέσα στη λαίλαπα της καταστροφής οι πρόσφυγες που έχασαν τα πάντα, πήραν το Ιερό Λείψανο, κειμήλια της Εκκλησίας και λιγοστά προσωπικά τους είδη και ξεκίνησαν για το δρόμο της ξενιτειάς. Από την Καισάρεια στη Μερσίνα. Από το λιμάνι της Μερσίνας με το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης», μεταφέρεται στην Χαλκίδα. Παραμένει εκεί ένα χρόνο και το 1925 έφθασε στο σημερινό Νέο Προκόπιο. Το 1930 άρχισε να χτίζεται ναός προς τιμή του Αγίου, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1951. Τότε μεταφέρθηκε ο Άγιος στο νέο Ναό και εκεί βρίσκεται μέχρι τις μέρες μας. Πιστοί από Ελλάδα και εξωτερικό επισκέπτονται τον ναό αυτό και προσκυνούν τον Άγιο. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο με δέος, με κατάνυξη, σιωπηλοί, περνούν μπροστά από το Ιερό του Λείψανο. Σε όλους δίνει την αύρα της χάρης που έλαβε από το Θεό. Μπροστά στην Λάρνακα που είναι το Άγιό του σώμα, παράλυτοι περπατούν, τυφλοί βλέπουν, δαιμόνια φεύγουν, άλλες ανίατες αρρώστιες θεραπεύοντα ακόμη και σήμερα. Την μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου εορτάζουμε στις 27 Μαΐου.

Τω Ιωάννη οι πιστοί νυν προσδράμωμεν, οι εν δεινοίς και συμφοραίς, και προσπέσωμεν, εν ευσέβεια κράζοντες, εκ βάθους ψυχής· Όσιε, βοήθησον, εφ' ημίν σοις ικέταις, πρόφθασον και λύτρωσαι της παρούσης ανάγκης· μη παραβλέψης δέησιν οικτράν των προσφευγόντων τη σκέπη σου, Άγιε.”

Μεγαλυνάριο: “Τους συναθροισθέντας τω σω ναώ, αοράτων πάντας, ορατών τε επιβουλής, ημάς τυραννούντων. δεόμεθα ρυσθήναι, υπό την σην αιγίδα θερμώς προσφεύγοντας.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Βιβλιογραφία: Πρωτοπ. Ιωάννου Βερνέζου, Σύντομος βίος του Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ, Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=DaQqX6tEUVs

ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ:

https://www.youtube.com/watch?v=Zt_N5zF8TPs


Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς [1785], ο εν Σμύρνη τελειωθείς [29.5.1802] + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς [1785],

ο εν Σμύρνη τελειωθείς [29.5.1802] + ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου


Kαι Nάννος ώφθη χαριτώνυμος νέος,
Mάρτυς Kυρίου· ω άκρας ευδοξίας!”


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΦΑ: Ο Νεομάρτυς Νάννος ή Ιωάννης μαρτύρησε στη Σμύρνη στα 1802 σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Μακεδόνες. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Αβρέτ-Ισσάρ, σήμερα παλαιό Γυναικόκαστρο του Κιλκίς, τριάντα χιλιόμετρα βόρεια της Θεσσαλονίκης, στην κοιλάδα του Αξιού, ενώ η μητέρα του από το χωριό Λόκοβι της Χαλκιδικής, [Ταξιάρχης]. Γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσαν, δημιούργησαν οικογένεια κι απέκτησαν δύο αγόρια, τον πρωτότοκο Θεόδωρο και τον Ιωάννη, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Νάννο, για να διακρίνεται από τον ομώνυμο πατέρα του Ιωάννη1

  Οι ευσεβείς και πιστοί στο Χριστό γονείς, μετέδωσαν τη φλόγα της πίστης και στα παιδιά τους. Ο Θεόδωρος ήξερε λίγα γράμματα, ο Νάννος δεν ήξερε. Νωρίς ο πατέρας πήρε τα παιδιά στη δουλειά του και τους έκανε βοηθούς του στο τσαγκάρικό του [κάλφες]. Ήταν η εποχή που ο Νάννος αρεσκόταν να ακούει να του διαβάζει ο Θεόδωρος βίους αγίων, κυρίως νεομαρτύρων, ίσως από το “Νέον Μαρτυρολόγιον”, που είχε εκδόσει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το1794 τυπωμένο στη Βενετία.


ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
: Οι δουλειές του πατέρα στη Θεσσαλονίκη δεν πήγαιναν όμως καλά. Έτσι, πήρε την απόφαση κι έφυγε στη Σμύρνη με τον μεγάλο του γιό, τον Θεόδωρο, κι άνοιξε εκεί τσαγκάρικο. Η μάνα έμεινε με τον Νάννο στη Θεσσαλονίκη, ενώ κατά διαστήματα πατέρας και μεγάλος γιός επισκέπτονταν την οικογένεια στη γενέτειρα των παιδιών. Τελικά στις αρχές του 1802 ο πατέρας πήρε και τον Νάννο στη Σμύρνη για να δουλέψει κι’ αυτός κάλφας στο μαγαζί του πατέρα του.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ: Ο Νάννος, μόλις 17 ετών, όμορφο γεροδεμένο παλικαράκι, αρχίζει να βάζει στο μυαλό του τη σκέψη, την απόφαση καλύτερα, να μαρτυρήσει. Έτσι, το Μάιο της ίδιας χρονιάς, με πλήρη άγνοια των δικών του, αποφασίζει να ασπαστεί τον ισλαμισμό, αμέσως μετά να τον αρνηθεί και ως αρνησίθρησκο οι τουρκικές αρχές να τον οδηγήσουν στο μαρτυρικό θάνατο, αφού θα ομολογούσε πίστη στο Χριστό ο ορθόδοξος στην ουσία Νάννος. Πάει λοιπόν στη δουλειά ενός ομότεχνου Τούρκου και του λέει ότι αρνείται τον χριστιανισμό και ότι θέλει να ασπαστεί την ισλαμική θρησκεία. Έτσι, οι Τούρκοι τον περιτέμνουν, δίνοντάς του το όνομα Μεχμέτ. Ο Νάννος έπειτα άρχισε να δουλεύει ως κάλφας στου Τούρκου το τσαγκάρικο. Οι δικοί του αγωνιούσαν απο την εξαφάνισή του, ώσπου στο τέλος τον ανακάλυψαν στο τσαγκάρικο του Τούρκου ομότεχνου τους. Όμως οι Μωαμεθανοί, με την απειλή ξυλοδαρμού, τους έδιωξαν δηλώνοντας πώς τώρα είναι δικός τους. Ο Ιωάννης, του οποίου η σκέψη από την αρχή ήταν προσηλωμένη στο μαρτύριο, προσπάθησε επανειλημμένα να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στους συγγενείς του, χωρίς όμως να το καταφέρει, αφού αυτοί τον απέφευγαν πια ως αρνησίθρησκο.


ΔΗΛΩΣΗ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ
: Σε λίγες ημέρες, την Κυριακή 25 Μαϊου του 1802, ο Νάννος πήγε στον καδή της Σμύρνης [ανώτερο δικαστή] και του δήλωσε: “Δεν θέλω να ονομάζομαι Μεχμέτης, αλλά Ιωάννης· Ιωάννης είναι το όνομά μου”. Πατέρας και αδελφός μόλις έμαθαν τα νέα, από φόβο, δεν τόλμησαν να τον πλησιάσουν. Απλώς ο πατέρας του, που αντελήφθη εκ των υστέρων, όπως φαίνεται, το σχέδιο του Νάννου, τού έστειλε κρυφά μήνυμα να κρατήσει γερά την πίστη του στο Χριστό. Οι Τούρκοι, στο μεταξύ, του υπόσχονται του κόσμου τα αγαθά, αν μείνει πιστός μουσουλμάνος. Έφθασαν στο σημείο να του προτείνουν απλώς να δηλώσει ενώπιόν τους πως παραμένει Τούρκος και κατόπιν ήταν ελεύθερος να φύγει και να πάει όπου θέλει πιστεύοντας οτιδήποτε ήθελε. Γι' αυτούς αρκούσε μόνο να βγει από την πόρτα του δικαστηρίου ως Μεχμέτης και όχι ως Ιωάννης. Κάποιος αγάς, βλέποντας την υπομονή του Ιωάννου, πρότεινε μια λύση, σύμφωνα με την οποία ο Ιωάννης θα παρέμενε Τούρκος είτε το ήθελε, είτε όχι· πρότεινε λοιπόν να τον στείλουν στο Αλγέρι μ' ένα πλοίο, το πλήρωμα του οποίου αποτελείτο μόνο από Τούρκους. Ο Ιωάννης, ακούγοντας αυτήν την εκδοχή και φοβούμενος μήπως ματαιωθεί το μαρτύριο που τόσο επιθυμούσε, προφασίσθηκε ότι επιθυμεί να του δοθούν δύο ημέρες διορία, για να σκεφθεί τις προτάσεις τους. Οι Τούρκοι, πιστεύοντας πως τελικά θα υποχωρούσε ο Ιωάννης, τού παραχώρησαν την διορία που τους ζήτησε για να αποφασίσει, χωρίς όμως να σκεφθούν ότι έτσι θα έχαναν και την ευκαιρία να τον στείλουν με το πλοίο στο Αλγέρι. Μετά το τέλος της δεύτερης ημέρας τον κάλεσαν να παρουσιασθεί, για να δώσει την τελική απάντηση. Ο Ιωάννης, ο οποίος είχε βεβαιωθεί ήδη για την αναχώρηση του πλοίου, δήλωσε πως όχι μόνο δεν είχε μετανιώσει, αλλά επιθυμούσε ακόμα περισσότερο το μαρτύριο. Μη έχοντας πλέον άλλη εκλογή οι Τούρκοι, αποφάσισαν να τον θανατώσουν. Πριν όμως από αυτό θέλησαν να επιχειρήσουν άλλη μία φορά να τον μεταπείσουν. Γι' αυτό κάλεσαν τον πατέρα του, ο οποίος, πιθανόν επειδή φοβόταν, αρνήθηκε να παρουσιασθεί, λέγοντας πως δεν είχε πλέον καμία σχέση μαζί του.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Νάννος εμμένοντας στην απόφαση να αρνηθεί οριστικά τον Ισλαμισμό κάνει τους Τούρκους να τον οδηγήσουν στο θάνατο. Ορίστηκε η ημέρα και ο τόπος της εκτελέσεως. Οι χριστιανοί της Σμύρνης, αλλά και πολλοί Τούρκοι, Φράγκοι και Αρμένιοι, μαθαίνοντας το σπουδαίο αυτό γεγονός, έσπευσαν να θαυμάσουν το μαρτύριο του νέου και οι πιστοί να πάρουν, αν μπορέσουν, κάτι από το λείψανο του μάρτυρα για φυλαχτό και ευλογία. Ήταν η αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου του 1802, ημέρα Πέμπτη. Ο Μάρτυς του Χριστού οδηγήθηκε στο Σοάν Παζάρι, τόπο των θανατικών εκτελέσεων. Ο δήμιος τον γονάτισε και με το σπαθί τού πήρε το κεφάλι. Τα πλήθη των χριστιανών που παρακολουθούσαν, έτρεξαν κοντά και προσπάθησαν να βάψουν, αν μπορέσουν, έστω ένα κομμάτι βαμβάκι στο αίμα του μάρτυρα.

 


ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ
: Οι Τούρκοι άφησαν τον νεκρό να κείτεται στο χώμα κι έβαλαν φρουρούς να τον φυλάγουν. Και βέβαια κατά την πανάρχαιη συνήθεια των Οθωμανών, οι φρουροί δωροδοκούνταν για να παίρνουν οι χριστιανοί ό,τι μπορούσαν για κειμήλιο και φυλαχτό. Κατ' αυτό τον τρόπο οι Τούρκοι συγκέντρωσαν πάνω από 3.000 γρόσια· οι βάρβαροι Αγαρηνοί έφθασαν μάλιστα στο σημείο να θέλουν να ακρωτηριάσουν τον Μάρτυρα, για να κερδίσουν περισσότερα! Και τότε, ένας ομογενής πλούσιος από τη Ρωσία, ονομαζόμενος Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, πλήρωσε αδρά τον Τούρκο διοικητή της Σμύρνης, παρέλαβε το λείψανο και το κήδεψε με τιμές. Σε λίγες ημέρες μετά το μαρτύριο έγινε το πρώτο θαύμα με το εμποτισμένο με αίμα του νεομάρτυρα βαμβάκι που είχε στην κατοχή του ένας πιστός Σμυρνιώτης: μια ασθενής γυναίκα βρήκε την υγειά της. Στη συνείδηση του λαού ο νεομάρτυς Νάννος αγιοποιήθηκε. Αργότερα η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά του και επίσημα τον εορτάζει την ημέρα του μαρτυρίου του, στις 29 Μαΐου. Το μαρτύριό του καταγράφηκε από τους συγχρόνους του, τον άγιο Μακάριο τον Νοταρά, σχολάζοντα επίσκοπο, τον Νικηφόρο τον Χίο και τον Αθανάσιο τον Πάριο στη συλλογή τους νεομαρτύρων “Νέον Λειμωνάριον” που εκδόθηκε στα 1819.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Διμηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης «Ο Άγιος Νικήτας», Έτος κγ΄, Τεύχος 241, Μάρτιος – Απρίλιος 2012.


1. Έλαβε αυτό το όνομα, διότι γεννήθηκε την παραμονή της εορτής του Γενεθλίου του Τιμίου Προδρόμου [23.6].

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=f7D6lmYU4KU



ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα: Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ

  Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα:  Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....