Ετικέτες - θέματα

11.6.26

Τ᾿ Ἀγνάντεμα (1899) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ Ἀγνάντεμα (1899) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

AUDIOBOOK: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του.

Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες* των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες*, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ᾽ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾽ ἀφώτιστα κύματα.

Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν᾽ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ᾽ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι᾽ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νά ᾽ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δύο ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.

*
* *

Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ᾽ αἱ Ἀπόκρεῳ, συνήθως περὶ τὴν β´ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ᾽ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν.

Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἱμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δύο ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκούνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ᾽ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκούνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δύο ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποῦ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες-βόλτες, κ᾽ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον ―τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν― ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ᾽ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ᾽ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα-τώρα θὰ φύγουμε» κ᾽ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν.

Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ᾽ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δύο ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν.

*
* *

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσᾶτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνοὺς μὲ τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφάς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη.

Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ᾽ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικές (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ᾽ ἀναλόγι, καὶ τὰ δύο-τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ᾽ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γρια-Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα-Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τουκάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε.


  Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ᾽ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ᾽ εἶχαν χορτάσει τ᾽ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γρια-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερὰν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος.

Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ᾽ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ᾽ ἔλεγαν:

― Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν*.

*
* *

Ὣς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὗρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ᾽ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό!

Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό!

Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά* σου. Σῦρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό!

Νά κ᾽ ἡ σκούνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποίαν κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ᾽ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὗρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα*, καπετάνιο μου! 〈Ἡ〉 Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό!

*
* *

― Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γρια-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορον καὶ ἦλθε ― διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης;

― Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της.

― Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός.

― Γιατί;

― Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποὺ ξεχωρίζει ἀπ᾽ τὸ γιαλό;… ποὺ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποὺ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ.

― Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντοῦτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρῃς καλύτερα, θεια-Φλωρού.

― Τὸ βλέπετε κ᾽ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωρού, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος.

― Ἄνθρωπος;

― Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναίκα.

Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γρια-Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται:

«Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι ― καθὼς μοῦ ᾽πε ὁ πνεματικός, ἀπάνω στὸν Ἁι-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ᾽ ἐπῆγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τὴ Μεγάλη Τετράδη… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μὄλεε ὁ πνεματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ᾽ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ᾽ ὕστερ᾽ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ᾽ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νά ᾽ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν᾽ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώσῃ, καὶ δώσῃ ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῇ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ᾽ τὸν ἄνδρα της.

»Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μιὰ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ᾽ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ᾽ ἔγινε πέτρα γι᾽ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ᾽ ἐμπαρκάρισε κ᾽ ἐπῆγε νὰ ταξιδέψῃ.

»Τότε τὸ Φλανδρὼ ἦρθε ν᾽ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ᾽ ἔκλαψε πικρὰ κ᾽ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ᾽ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ᾽ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὗραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ᾽ ἔγινε ἀγυρισιά του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ἦρθε κ᾽ ἐξαναῆρθε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ᾽ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ᾽ ἐπερίμενε, κ᾽ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ᾽ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ᾽ τὰ κύματα ὕστερ᾽ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νά ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾷ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ᾽ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα μὲ τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νά ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ᾽ναι ἡ Φλανδρώ.

»Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ἦρθε ὁ Χριστὸς ν᾽ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιά της δυὸ καράβια, ἔταξε στὴν Παναγία, κ᾽ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνέ της… Ἂς δώσ᾽ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα νά ᾽ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ᾽ ἀδέρφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας».

― Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

*
* *

  Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνόν, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσᾶτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ᾽ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ᾽ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ-σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ᾽ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν᾽ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σῦρε, πουλί μου στὸ καλό ― καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα».

(1899)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


10.6.26

Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας [20.6]

 

Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας [20.6]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου




   ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Ο Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε το 1322 στη Θεσσαλονίκη, σε μια εποχή πολιτικής παρακμής του Βυζαντίου, αλλά, αντιθέτως, και σε μια εποχή ανόδου και άνθισης των θεολογικών γραμμάτων. Την εποχή εκείνη, η ορθόδοξη Θεολογία βρισκόταν σε πολύ μεγάλη ακμή μέσα από τις λεγομενες ησυχαστικές έριδες. Η ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά, που τότε άρχισε να κυριαρχεί, εστίαζε στη δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει κοινωνός του άκτιστου Θείου φωτός, διά της ενώσεώς του με το Θεό και με τις άκτιστες θείες ενέργειές Του, χάρη στην καθαρή καρδιά και την καρδιακή προσευχή. Η ησυχαστική διδασκαλία συμπύκνωνε το πραγματικό νόημα της ορθόδοξης πίστης περί της θέωσης του ανθρώπου. Την διδασκαλία αυτή εκπροσώπησε, μεταξύ άλλων, και ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο οποίος είναι γνωστότερος και ως «ο τελευταίος των Μυστικών». Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήταν ανιψιός του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, αλλά ο Νικόλαος κράτησε τελικά το επώνυμο του αδερφού της μητέρας του. Έκανε σπουδές Ρητορικής, Θεολογίας, Φιλοσοφίας και φυσικών Επιστημών στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κοντά στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά στο Άγιο Όρος, ενώ αναμείχθηκε και σε θέματα πολιτικής και δικαιοσύνης. Για ένα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζηνού, ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκάρη μοναχός στη Μονή των Μαγγάνων. Ανέπτυξε σπουδαίο συγγραφικό έργο και κατάφερε να αποκτήσει καθολικό σεβασμό και αναγνώριση. Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας αξιολογότατων θεολογικών, ερμηνευτικών, λειτουργικών, ασκητικών και διδακτικών έργων, ως και πανηγυρικών λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων κοινωνικού περιεχομένου. Μετά από πολλές περιπέτειες για τις απόψεις του περί ορθοδόξου μοναχισμού που τον έφεραν σε αντίθεση με τις αιρετικές διδασκαλίες των Βαρλαάμ και Ακινδύνου, εκοιμήθη ειρηνικά λίγο μετά το 1391 μ.Χ. Η κατάταξή του στη χορεία των Αγίων έγινε, σχετικά πρόσφατα, στις 19 Ιουλίου του 1983. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 20 Ιουνίου.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ: Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τη νηπτική διδασκαλία του. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η «Ζωή εν Χριστώ». Τό απλό, αλλά βαθύ, λυρικό και μυστικό ύφος του αποπνέει τη “δροσιά” των πρώτων αποστολικών χρόνων. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Άγιος Καβάσιλας: “Ο νόμος του πνεύματος, που είναι η αγάπη για το Θεό, είναι νόμος φιλίας και ευγνωμοσύνης. Για να ακολουθήσει κανείς αυτό το νόμο δεν είναι ανάγκη να καταβάλει κόπους, ούτε έξοδα, ούτε να χύσει ιδρώτα [...]. Δεν είναι ανάγκη να αφήσεις τη δουλειά σου, ή να αποσυρθείς σε απόμερα μέρη, να διάγεις μια παράξενη ζωή και να φοράς ένα παράξενο ένδυμα. Δε χρειάζεται να κάμεις όλα αυτά. Μπορείς να μείνεις στο σπίτι σου, και, χωρίς να χάσεις τα αγαθά σου, να βρίσκεσαι πάντα στη μελέτη του Θεού και του ανθρώπου, στη μελέτη της συγγενείας του ανθρώπου με το θείο και σε κάθε άλλη τέτοιας λογής μελέτη”. Και προσθέτει ο μεγάλος νηπτικός πατέρας αλλού: “Πρώτα πρώτα, δε χρειάζονται προετοιμασίες για την προσευχή μας, ούτε ειδικοί τόποι, ούτε φωνές όταν επικαλούμαστε το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει τόπος από όπου λείπει ο Θεός, δεν είναι δυνατό να μην είναι μαζί μας, αφού ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Θα έλθει προς ημάς, ακόμη κι αν είμαστε κακοί, γιατί ο Θεός είναι αγαθός”. Στον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα δεν τονίζεται τόσο η αντιδικία με τη σάρκα, ενώ κρίνονται οι εξωτερικές συνθήκες και μορφές της ζωής (αναχωρητισμός, ένδυμα κλπ.) όχι απαραίτητες. Η ευσέβεια είναι αποκλειστικά έργο της δικής μας εσωτερικής διαθέσεως, της δικής μας θέλησης. Άρα, σημαντικό στη διδασκαλία του Πατέρα Νικολάου, είναι ότι δεν θεωρειται απαραίτητο επακόλουθο του μυστικισμού ο αναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στην καθημερινή, κοινωνική του ζωή ο άνθρωπος, μπορεί και πρέπει να την μετουσιώνει με τη μελέτη υψηλών πνευματικών θεμάτων, κατά μόνας, που θα διευκολύνουν τη μεταστροφή της βουλήσεώς του προς το πνευματικότερο. Σκοπός του είναι να περιγράψει τη θεία χάρη, όσο γίνεται απλούστερα, και πώς αυτή θα φτάσει στον κοινό χριστιανό. Και αυτό το κάνει με εξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Η εν Χριστώ ζωή είναι η ζωή του Χριστού, που μπαίνει μέσα στον καθένα μας με ένα μυστήριο οικειότητας. “Είναι φυσικό”, γράφει, “κάθε πράγμα να είναι δεμένο με τον εαυτόν του περισσότερο παρά με κάθε άλλο. Και όμως η ένωσή μας με το Χριστό είναι ακόμα πιο δυνατή. Οι μακάριοι άνδρες νοιώθουν τον εαυτό τους δεμένο περισσότερο με το Σωτήρα παρά με τον εαυτό τους. Ο Χριστός είναι την ίδια ώρα ξένος μας και ενδιαίτημά μας. Αναπνέουμε το Χριστό. Σε τούτο ακριβώς διαφέρει η Καινή από την Παλαιά Διαθήκη, στην παρουσία, εντός μας, του Κυρίου, που διαθέτει την ψυχή του ανθρώπου και την μεταπλάθει”. Χρέος μας ιερό, κατά τον άγιο Πατέρα, είναι να μη σβήσουμε τη μέσα μας αναμένη λαμπάδα, αλλά να ψάξουμε μέσα μας και να ανακαλύψωμε την καθαρή ουσία της αρετής, την αξία της ανθρώπινης φύσης και την φιλανθρωπία του Θεού. Γράφει σχετικά ο Άγιος: “Ούτε οι ναοί, ούτε οτιδήποτε άλλο ιερό, είναι τόσο άγιο όσο ο άνθρωπος με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Θεός. Εκείνος που θα έλθει καθήμενος επί των νεφών είναι άνθρωπος, όπως είναι ασφαλώς Θεός. Καθένας μας μπορεί να λάμψει περισσότερο από τον ήλιο, να ανέβει στα σύννεφα, να πετάξει προς το Θεό, να τον πλησιάσει, να κάμει ώστε ο Θεός να τον κυττάξει με γλυκύτητα”. Ακόμη, μεγάλη σημασία για τον πιστό έχει η αυτογνωσία, γιατί μ' αυτή: “αν αναλογισθεί ο άνθρωπος την φτώχεια μέσα στην οποία ζει, ενώ έχει τόσο πλούσια φύση, επειδή άφησε την οκνηρία και τον ύπνο να τον περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη και δάκρυα πολλά θα τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Αλλά την ημέρα όμως που θα κάμει τη ζωή του όπως έπρεπε να είναι, από πηγή θλίψεως και δακρύων που ήτανε, θα γίνει τότε η ζωή του πηγή ευδαιμονίας και πνευματικής χαράς”. Με τα επιχειρήματά του ο Καβάσιλας κατορθώνει να ανακαλύψει τον πνευματικό άνθρωπο όχι μόνο στον αναχωρητή, αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη φύση, με την οποίαν επικοινωνεί ο Θεός, ενώ καλεί κάθε Χριστιανό να κάνει την ίδια ανακάλυψη. Έτσι, από τον ασκητισμό του σώματος, τον πόλεμο κατά της σάρκας των ερημιτών της Νιτρίας στην Αίγυπτο, ανεβαίνουμε στην κορυφή της καθαρής πνευματικής χώρας τoυ ανθρώπου. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πνευματική νίκη του Βυζαντίου.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ο Καβάσιλας, ενώ εξαίρει το βάθος και τη σημασία του μυστηρίου για τη ζωή τoυ Χριστιανού δεν είναι εντούτοις εχθρός της επιστήμης. Με ιδιαίτερο ζήλο καλλιέργησε την αστρονομία, ενώ ασχολήθηκε και με άλλες επιστήμες. Η εκτίμησή του για την επιστήμη ήταν, τόση, ώστε φτάνει στο σημείο να ονομάσει τους αγίους ατελή όντα, “γιατί δε δέχτηκαν σε τούτο τον κόσμο ένα ανθρώπινο αγαθό, ενώ μπορούσαν να το αποκτήσουν. Και κάθε ον που δεν μπορεί να υψώσει σε ενέργεια ό,τι έχει μέσα του δυνάμει είναι ατελές”, προσθέτει ο Άγιος Νικόλαος. Συνεπώς, με τη διδασκαλία του συμφιλιώνει το θρησκευτικό μυστικισμό με τη σοφία του κόσμου τούτου.

Απολυτίκιο: “Ως θείος διδάσκαλος, και υποφήτης σοφός, δογμάτων της πίστεως, και αρετών ιερών, Νικόλαε Όσιε, έλαμψας εν τω κόσμω, διὰ βίου και λόγου. Όθεν Θεσσαλονίκη, τη ση δόξη καυχάται, και πόθω εορτάζει, την πάνσεπτον μνήμην σου”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1.Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος (1872). Ορθόδοξος Ελλάς: ήτοι περί των Ελλήνων των γραψάντων κατά Λατίνων και περί των συγγραμμάτων αυτών. Εν Λειψίαι: Μέτζγερ και Βίττιγ. 2.Νικόλαος Καβάσιλας, κείμενο, μετάφραση Παναγώτη Χρήστου, Φιλοκαλία ασκητικών και νηπτικών, τομ 22, Πατερικές εκδόσεις, Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσ/κη, 1979. 3.B. N. Τατάκη, Ο Βυζαντινός Μυστικισμός.


9.6.26

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός

[30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο




  ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ο άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ γεννήθηκε, στην Αθήνα από φτωχούς, μα ευσεβείς γονείς, γύρω στο 1750. Ζούσε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να μάθει γράμματα κι έτσι, αγράμματος κι απλοϊκός, με πολλή όμως πίστη στο Χριστο, μεγάλωνε ο Μιχαήλ κοντά στους ευλογημένους γονείς του. Όταν έγινε έφηβος, ο πατέρας του τον πήρε κοντά του να τον βοηθάει στους κήπους, όπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια έτσι, δίπλα στον πατέρα του. Μετά, σαν έχασε τον πατέρα του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι και μ’ αύτό έβγαινε στα γύρω χωριά, και κουβαλούσε κοπριά για τους κήπους, που καλλιεργούσε παλιότερα ο πατέρας του. Καμμιά φορά ψώνιζε απ’ την πολιτεία πράγματα που δεν είχαν οι χωρικοί στον τόπο τους, κι όταν πήγαινε στα χωριά τους τα πουλούσε. Κάπως έτσι ήταν η ζωή του Μιχαήλ, με πολύν κόπο και ίδρωτα, πότε στους κήπους των πλουσίων Αθηναίων, πότε στα δύσβατα τότε χωριά γύρω απ’ την Αθήνα, δοξάζοντας το Θεό που τον φύλαγε πιστό ορθόδοξο χριστιανό, ανάμεσα στους άπιστους αγαρηνούς, στους οποίους τότε ήταν σκλάβοι οι Έλληνες.

 

  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μια μέρα, όμως, καθώς γυρνούσε από τα χωριά, στην είσοδο της Αθήνας, συνάντησε τους φύλακες της χώρας, που ήταν άνθρωποι του Βοεβόδα της πόλης, Μωαμεθανοί κι αυτοί. Από καιρό τον είχαν βάλει στο μάτι, και καθώς τον έβλεπαν απλοϊκό κι αγράμματο, νόμιζαν πως θα τον έκαμναν ν’ αλλαξοπιστήσει. Και γι’ αυτό τον συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πως πήγε μπαρούτι στους κλέφτες, τους αρματωμένους Έλληνες, που ήταν πάνω στα βουνά, και τον φυλάκισαν. Έτσι οι Αγαρηνοί έρχονταν καθημερινά και τον ανάγκαζαν με χίλιους τρόπους να τουρκέψει, δηλαδή ν’ αλλάξει την πίστη του. Μα αυτός, παρόλο που δεν ήξερε και πολλά γράμματα, δεν ήθελε ν’ αφήσει το Χριστό και να προσκυνήσει ψευδοπροφήτες, δεν θα άφηνε το άγιο Ευαγγέλιο, για χάρη του Κορανίου. Η Ορθοδοξία των πατέρων του είχε χαράξει πολύ βαθιά την πίστη μέσα του, και τίποτα μπορούσε να την ξεριζώσει.

 

   ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρίς να φέρουνε αποτέλεσμα οι πιέσεις των Οθωμανών. Όταν πια τελείωσε η υπομονή τους, άρχισαν να τον φοβερίζουν πως, αν δεν αλλάξει την πίστη του, έχουν απόφαση και διαταγή να τον θανατώσουν. Αυτή την απόφαση την άκουσε κ’ ένας ζηλωτής ορθόδοξος, ονόματι Γεώργιος, και φοβήθηκε μήπως ο ευλογημένος Μιχαήλ, που ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, νέος πολύ για να μη λογαριάζει τη ζωή και τις χαρές της, κλονιστεί και αλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπόν στη φυλακή, δίνει με τρόπο «άσπρα» στους φύλακες, για να τον αφήσουν να δεί τον Μιχαήλ. Τον βρήκε να προσεύχεται γονατιστός, με δάκρυα στα μάτια. Έμειναν οι δυο τους ώρα πολλή μαζί, πότε κάνοντας προσευχή και πότε ψέλνοντας τροπάρια της Εκκλησίας. Ύστερα προσπάθησε, με όση δύναμη έχουν τα λόγια ενός πιστού, να τον στερεώσει στην πίστη του Χρίστου και να τον ενθαρρύνει στο δρόμο του μαρτυρίου, που ανοίγονταν ήδη μπροστά του. Ύστερα σηκώθηκε, αγκάλιασε το Μιχαήλ, τον ασπάστηκε κ’ έφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχής.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τα βασανιστήρια του Μιχαήλ συνεχιζότανε άπ’ τους απίστους ασταμάτητα. Όμως, όσο τον βασανίζανε, τόσο εκείνος γίνονταν πιο σταθερός στην άρνηση του: “δεν τουρκίζω· είμαι χριστιανός!”, έλεγε συνέχεια. Κάποτε, τον έβγαλαν απ’ τη φυλακή και τον παρουσίασαν στο Βοεβόδα, ελπίζοντας πως με κολακείες και ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θα λύγιζε τον άγιο. Ο Νεομάρτυς όμως έμενε ασάλευτος στην πίστη του Χριστού. Ο Βοεβόδας τότε άρχισε τις απειλές για τα ερχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πως στο τέλος θα τον θανατώσει αν δεν αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος έλεγε και ξανάλεγε τις δυο λέξεις (δεν τουρκεύω), δίχως να λιποψυχήσει. Τότε ο Βοεβόδας τον έστειλε στον ονομαστό Καλοπασσιά από τα Γιάννενα, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα. Έλπιζε πως εκείνος, φόβος και τρόμος καθώς ήταν για τα μέσα που χρησιμοποιούσε σ’ όλους τους φυλακισμένους, θα γύριζε τον Μιχαήλ στην πίστη τους. Μα κι ο Καλοπασσιάς, μ’ ό,τι κι αν του ‘ταξε και μ’ όσες απειλές και βάσανα κι αν τον φοβέρισε τον Μιχαήλ, δεν κατάφερε να πάρει άλλη λέξη απ’ το στόμα του, εκτός από το: «δεν τουρκίζω»! Τότε ο Καλοπασσιάς του λέει με πονηριά: “Μπρέ λωλέ, άρνήσου κατά το παρόν την πίστη σου, για να γλυτώσεις τη ζωή σου, κι ύστερα πήγαινε σ’ άλλον τόπο, και έχε πάλι την πίστη σου”. Αλλά ο Μάρτυς δεν πειθόταν με κανέναν τρόπο, αλλά φώναζε ακατάπαυστα: “δεν τουρκίζω, δεν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπόν τον άγιο Μιχαήλ ο φοβερός Καλοπασσιάς ασάλευτο στην πίστη του, τον έστειλε στο δικαστή πια για να τον δικάσει. Κι εκείνος, βέβαια, πάσχισε να τον αλλαξοπιστήσει με τους δικούς του τρόπους, πριν να τον δικάσει, αλλά είχε κι αυτός το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος του πετούσε κατάμουτρα το “δεν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε και εκείνος, κι έβγαλε την απόφαση για να τον αποκεφαλίσουν.

 

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος ατάραχος άκουσε την καταδίκη του και ακολούθησε τους οπλισμένους υπηρέτες, που τον πήγαιναν στον τόπο της καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι εξουθενωμένος απο τα μαρτύρια, ο Άγιος δεν δείλιαζε, παρά έτρεχε με προθυμία στο μαρτύριο. Κι όταν στο δρόμο που περνούσαν απαντούσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, αδέλφια, κι ο Θεός να σας συγχώρεσει”! Σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο, γονάτισε, έκαμε την προσευχή του, κι έσκυψε το κεφάλι του με χαρά, σα να περίμενε ζωή απ’ το σπαθί, και όχι θάνατο. Ο αγαρηνός τον έπιασε απ’ τα μαλλιά και τον εχτύπησε με το σπαθί στο λαιμό, μα διπλαριστά κι όχι με την κόψη, για να τον κάνει να δειλιάσει και ν’ αρνηθεί το Χριστό. Μα ο άγιος με θάρρος του έλεγε: “Χτύπα για την πίστη”! Ο φονιάς τότε γύρισε τη μαχαίρα του από το κοφτερό μέρος, κι άρχισε να του κόβει το λαιμό λίγο-λίγο, για να προλάβει, αν πονέσει, να μετανιώσει και ν’ αλλοξοπιστήσει, αλλά μάταια, γιατί ο άγιος ολοένα και δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, για την πίστη”! Τότε ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με όλη του τη δύναμη κ’ έκοψε την τίμια κεφαλή του, ενώ η ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στο αίμα του μαρτυρίου, ανέβαινε ν’ αναπαυθεί στις αιώνιες σκηνές των δικαίων του Θεού1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΥΡΑ: Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Το μοναδικό παρεκκλήσι σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου. Το 2003 ο Μιχαήλ ο Κηπουρός ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α']: “Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καί ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξᾳ τῷ ποιητῇ σου καί Θεῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σέ στεῤῥόν ἡμῖν δωρήσαντι.” Κοντάκιο [Ἦχος δ’]: “Εὐσεβείας ἤθεσι κεκοσμημένος, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸ θεῖον σκάμμα Μιχαήλ, καὶ ἐκ χειρὸς τοῦ Παντάνακτος, τὸν τῆς ἀθλήσεως στέφανον εἴληφας”. Μεγαλυνάριον: “Χαίροις Ἀθηναίων εὖχος σεμνόν, Μιχαὴλ θεόφρον, Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, Ὃν ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων, τὴν μνήμην σου τὴν θείαν, καὶ εὐφημούντων σε”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Π.Β. Πάσχου, «Έρως Ορθοδοξίας», Εκδ. Αποστ. Διακονίας, Αθήνα, 1984.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ήταν είτε στις 6 ή στις 30 Ιουνίου, είτε στις 9 Ιουλίου, του 1770 ή 71, αναλόγως των πληροφοριών των διαφόρων πηγών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

 https://www.youtube.com/watch?v=En4NbFhZyno&list=PLH04F-N8L60Fwz_TXFOkpUjKptoz4ppyq&index=10

και εδώ: 


Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΔΩ: 

  https://www.youtube.com/watch?v=anAdEw-lWgk

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος [Xίος - 21.6.1732] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος [Xίος - 21.6.1732]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο



   

   ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ο άγιος γεννήθηκε στο Μανδράκι της Νισύρου των Δωδεκανήσων το 1716 από πλούσιους γονείς. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους δημογέροντες του νησιού. Κάποτε ο πατέρας του, εξαιτίας κάποιων προστριβών με τους Τούρκους, οδηγήθηκε στο δικαστήριο και επειδή φοβήθηκε τις συνέπειες εξισλαμίστηκε. Φυσικά μαζί του εξισλαμίστηκε και ολόκληρη η οικογένειά του κατά τη συνήθεια των Τούρκων, ενώ μετά απ΄αυτό μετακόμισαν στη Ρόδο. Ο Νικήτας ήταν τότε μωρό και δεν είχε συνείδηση του γεγονότος. Ανατρεφόταν με τουρκικά φρονήματα και μάλιστα έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο στην πλάνη της θρησκείας που του επεβλήθη.

Ο ΟΝΕΙΔΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΗΤΑ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ: Κάποια μέρα, εκεί που έπαιζε σ΄ένα δρομάκι της Ρόδου, μάλωσε μ’ ένα τουρκόπουλο. Η μητέρα του άλλου παιδιού τον έβρισε και τον ονόμασε μουρτάτη, άπιστο και άλλες βρισιές που συνήθιζαν να λένε οι Τούρκοι σ’ όσους εξισλαμίζονταν. Ο μικρός Νικήτας, μη υποφέροντας αυτά τα σκληρά λόγια, έτρεξε στη μάνα του και ζητούσε εξηγήσεις γιατί τον κορόιδευαν και τον έλεγαν άπιστο. Παρόλο που η μητέρα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει, εκείνος επέμενε και τελικά αναγκάστηκε να του αποκαλύψει την αλήθεια και ποιό ήταν το χριστιανικό του όνομα.

   ΑΝΑΝΗΨΗ: Τότε μέσα στην ψυχή του μικρού Νικήτα γεννήθηκε αμέσως ο σωτήριος λογισμός να επιστρέψει στην προγονική χριστιανική πίστη. Μπήκε σε ένα καΐκι και βγήκε σ’ ένα μαστιχοχώρι της Χίου. Ο Θεός οδήγησε τα βήματά του στη Νέα Μονή Χίου. Ο ηγούμενος τον έστειλε να εξομολογηθεί στον νηπτικό Πατέρα, άγιο Μακάριο Νοταρά, ο οποίος ησύχαζε στη Χίο. Κατόπιν επέστρεψε στη Νέα Μονή όπου κατηχήθηκε, μυρώθηκε και ζούσε άγνωστος στους πολλούς στο Μοναστήρι. Ο έφηβος αναγεννημένος Νικήτας προσπαθούσε να μιμηθεί τη ζωή των πατέρων με νηστεία και εγκράτεια. Έδειχνε την ευλάβειά του συχνά με παιδαριώδεις πράξεις και πολλοί τον θεωρούσαν σαλό.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ: Κάποτε ο Νικήτας άκουσε ότι οι αρνητές πρέπει να ομολογήσουν τον Χριστό και αν χρειασθεί να χύσουν το αίμα τους για την πίστη τους. Αυτόν τον λόγο τον δέχθηκε με πολλή σοβαρότητα και ρίζωσε μέσα του η επιθυμία να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Ανέβηκε στο σπήλαιο των κτιτόρων της Μονής όπου ασκήτευαν κάποιοι πατέρες και έμεινε μαζί τους κάποιο χρονικό διάστημα. Κατόπιν κατέβηκε πάλι στη Μονή και ζητούσε από τους πατέρες την άδεια να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει . Οι πατέρες δίσταζαν να του δώσουν ευλογία λόγω της ηλικίας του, μιας και ήταν τότε μόλις δεκαπέντε ετών. Φοβούνταν μήπως δεν αντέξει τα βασανιστήρια και επιστρέψει πάλι στην πλάνη. Εξάλλου θα μπορούσε ζώντας χριστιανικά να σωθεί. Μαζεύτηκαν λοιπόν οι πατέρες της Μονής να συζητήσουν και να αποφασίσουν τι να κάνουν. Άλλοι είχαν την γνώμη να τον αφήσουν αφού το ήθελε τόσο πολύ, άλλοι είχαν την αντίθετη γνώμη. Τελικά αποφάσισαν να κάνουν μια παράκληση στην Παναγία και να τον αφήσουν.

  ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Έτσι κι έγινε. Μαζί με κάποιον άλλον, για να του δείχνει τον δρόμο κατέβηκε στην πρωτεύουσα του νησιού, τη Χώρα Χίου. Εκεί στο Μόλο τον έπιασε ο Κριμλής, ένας φοροεισπράκτορας, γιατί δεν είχε πληρώσει τον φόρο του χαρατσιού και τον κράτησε η συνοδεία του εισπράκτορα έξω από ένα καφενέ για να πιάσουν και κανένα άλλο, και να τους πάνε όλους μαζί στη φυλακή. Την ώρα εκείνη πέρασε ένας γνωστός του ιερέας, ο παπα Δανιήλ, και τον χαιρέτησε ονομάζοντάς τον “Μεχμέτ” και τον ρώτησε γιατί είχε συλληφθεί. Όταν άκουσε για το χαράτσι απόρησε λέγοντας: “Καινούργιο είν’ αυτό, να πληρώνουν και οι Τούρκοι χαράτσι;” Ο Άγιος του απάντησε: “Τι λες άνθρωπέ μου, κάνεις λάθος, εγώ είμαι χριστιανός και ονομάζομαι Νικήτας”. Άκουσε τον διάλογο ο φοροεισπράκτορας και άρχισε να ερευνά την υπόθεση, για να τον πάει τελικά στον αγά. Εκεί διαπίστωσαν, από την περιτομή, ότι ο νέος ήταν μουσουλμάνος και αμέσως άρχισαν να φωνάζουν, να τον απειλούν, να τον βρίζουν, γιατί αρνήθηκε την πίστη τους και έγινε πάλι χριστιανός. Ο άγιος δεν πτοήθηκε από τις απειλές αλλά ομολόγησε τον Χριστό με πολλή γενναιότητα.

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ: Τον έκλεισαν τότε στη φυλακή, στη θέση Βουνάκι, και τον βασάνιζαν. Ο άγιος υπέμενε με καρτερία προσευχόμενος και νηστεύοντας. Στην προτροπή κάποιων φυλακισμένων χριστιανών να φάει απάντησε: “Εγώ τρέφομαι με τροφή που εσείς δεν έχετε και ευφραίνομαι με ευφροσύνη την οποία εσείς δεν μπορείτε να αισθανθείτε”. Τον έριξαν έπειτα δεμένο χειροπόδαρα στον στάβλο για να τον ποδοπατήσουν τα άλογα και να τον σκοτώσουν έτσι κρυφά, για να μην ακουστεί έξω στους Χριστιανούς η ανδρεία του. Όμως, με την θεία χάρη, τα άλογα τον σεβάστηκαν και έμεινε αβλαβής. Τον έβγαλαν από εκείνη την φυλακή και τον έκλεισαν σε μια άλλη, πολύ σκοτεινή, μέσα στο κάστρο της πόλης. Εκεί επί δέκα ημέρες τον βασάνιζαν παντοιοτρόπως. Τι του έκαναν επακριβώς κανείς δεν ξέρει, γιατί δεν ήταν κλεισμένος εκεί κανένας χριστιανός. Μόνο κάποιοι Οθωμανοί έλεγαν με θαυμασμό πως τη νύχτα η φυλακή γινόταν πολύ φωτεινή από ένα παράξενο φως.

ΒΟΡΑ ΣΤΟ ΒΑΡΒΑΡΟ ΟΧΛΟ: Όταν οι βασανιστές του κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάμψουν το φρόνημά του, τον έβγαλαν και τον παρέδωσαν στο έξαλλο πλήθος που τον άρπαξε ως πρόβατο επί σφαγή και σπρώχνοντάς τον, δέρνοντάς τον, χτυπώντας τον με τα μαχαίρια τους, τον έσυραν στην άκρη της πόλης στον Κάτω γιαλό, κάτω από το Ιβηρίτικο μετόχι. Του έλεγαν συνέχεια να τουρκέψει και εκείνος έλεγε: “Χριστιανός είμαι, Νικήτας ονομάζομαι και Νικήτας θέλω να πεθάνω!”. Τον γονάτισαν μάλιστα πολλές φορές για εκτέλεση, μήπως δειλιάσει και αρνηθεί. Οι χριστιανοί που βρίσκονταν εκεί και οι πατέρες από το Ιβηρίτικο και Αγιοταφίτικο μετόχι που παρακολουθούσαν τον αγώνα του αγίου προσεύχονταν μήπως δειλιάσει. Κι εκείνος ο γενναίος αθλητής του Χριστού έλεγε: “Γιατί αργοπορείτε και δεν με θανατώνετε να πάω στην αιώνια ζωή ν’ απολαύσω τη μακαριότητα του Παραδείσου”; Ακούγοντάς τα αυτά ο φοροεισπράκτορας, επειδή οι άλλοι τούρκοι δίσταζαν, άρπαξε μια μαχαίρα και τον αποκεφάλισε με πολλές μαχαιριές κάνοντάς οδυνηρότερο τον θάνατο του ενδόξου Μάρτυρα. Ο άγιος δεν είχε ακόμη συμπληρώσει ούτε τα δεκαέξι χρόνια στην επίγεια ζωή του!

   ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΒΕΒΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ-ΘΑΥΜΑΤΑ: Οι Τούρκοι, για να μη πάρουν οι Χριστιανοί το λείψανο του αγίου και το τιμήσουν, έριξαν ακαθαρσίες πάνω στο μαρτυρικό σκήνωμα(!!) αλλά αυτό παρέμεινε άσπιλο σαν κρίνος. Τελικά το πέταξαν στη θάλασσα. Αργότερα πιστοί παρέλαβαν το λείψανο και το διέσωσαν. Από την πρώτη στιγμή της τελειώσεως του Αγίου άρχισαν να γίνονται θαύματα με το αίμα και τα ενδύματά του. Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται σήμερα στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, ενώ ένα μέρος των Ιερών Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στον ομώνυμο Ναό, στη γενέτειρα του Αγίου, το Μανδράκι της Νισύρου.

Ἀπολυτίκιον [Ἦχος δ΄]: “Ἀκαταγώνιστος ὀφθεὶς Ἀθλοφόρε, τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ μηχανὰς ἐτροπώσω, καὶ ἐναθλήσας ἔνδοξε στεῤῥότατα, ξίφος κατεπάλαισας, δυσμενῶν ἀοράτων, ὅθεν τὸ διάδημα, ἀνεπλέξω τῆς νίκης, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκέτευε Χριστὸν, νέε Νικήτα τῶν πίστει τιμώντων σε”. Κοντάκιο [Ἦχος δ΄]: Νεοφανὴς ὥσπερ ἀστὴρ ἀθλοφόρε, ἐξανατείλας τῇ σεπτῇ Ἐκκλησίᾳ, τῶν εὐσεβῶν κατηύγασας τὰ πρόσωπα, πόθῳ εὐφημούντων σε, καὶ τελούντων Νικήτα, σῆς στεῤῥᾶς ἀθλήσεως, τὴν ὑπέρλαμπρον μνήμην, καὶ ἐκβοώντων· δόξα σοι Χριστὲ, τῷ τὸν ὁπλίτην τὸν σὸν στεφανώσαντι.” Μεγαλυνάριο: Μάρτυς ἀθλοφόρε ταῖς πρὸς Θεὸν, ἱεραὶς εὐχαῖς σου, διατήρει τοὺς εὐλαβῶς, τῇ σῇ θείᾳ σκέπῃ, προσφεύγοντας ἐκ πάντων, παθῶν τε καὶ κινδύνων, ψυχῆς καὶ σώματος.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

8.6.26

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου


   

   ΓΕΝΙΚΑ
: Στις 19 του μηνός Ιουνίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θεαδέλφου. Τα βιογραφικά του στοιχεία δεν μας διασώζονται με ακρίβεια και συχνά παρουσιάζονται παρόμοια με αυτά του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου, γεγονός όχι περίεργο, αφού και οι δύο Απόστολοι είχαν το ίδιο όνομα, έζησαν δε και κήρυξαν την ίδια εποχή και στην ίδια περιοχή.
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΔΕΛΦΟ: Στην Καινή Διαθήκη συμπεριλαμβάνεται η καθολική Επιστολή που συνέγραψε ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος. Στην αρχή της κατονομάζεται ο ίδιος ως «Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δέ Ιακώβου». Σχετίζεται εμφανώς με τον Ιάκωβο, ο οποίος ήταν γνωστή ηγετική προσωπικότητα της πρώτης Εκκλησίας, και στην υμνολογία της Εκκλησίας προσδιορίζεται ως «Χριστού συγγενής» και «απόστολος θεάδελφος». Του αποδόθηκε λοιπόν η προσωνυμία «θεάδελφος», δηλαδή ένας από τους νομιζόμενους αδελφούς του Κυρίου, ένα από τα τέκνα του Ιωσήφ, τα οποία αυτός είχε αποκτήσει από γάμο του προτού μνηστευθεί την αειπάρθενο Θεοτόκο. Γι' αυτό το Συναξάρι θεωρεί τον εορταζόμενο σήμερα απόστολο Ιούδα «κατά σάρκα» αδελφό του Ιησού Χριστού, όπως και του Ιακώβου (του Αδελφοθέου, πρώτου επισκόπου Ιεροσολύμων). Ο Θεάδελφος Ιούδας, συγγραφέας της ομώνυμης Επιστολής της Καινής Διαθήκης, προστέθηκε στον κύκλο των μαθητών μετά την ανάσταση του Κυρίου.
Ο ΑΛΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ: Διαφορετικό πρόσωπο είναι ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος [21 Αυγ.], ένας από τους δώδεκα Αποστόλους του Κυρίου, ο οποίος στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων ονομάζεται «Ιούδας Ιακώβου», ενώ στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αποκαλείται «Θαδδαίος» (γ΄18) και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο «Λεββαίος ο αποκληθείς Θαδδαίος» (ι΄3 που σημαίνει γενναίος). Ο μαθητής αυτός του Κυρίου, κήρυξε στην Έδεσσα, σε όλη την Συρία, έφθασε ώς τη Βηρυτό της Φοινίκης και είχε ειρηνικό τέλος.
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: O άγιος απόστολος Ιούδας ο θεάδελφος, που εορτάζουμε σήμερα, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία κι έφθασε μέχρι την Περσία. Στην πόλη Έδεσσα της Μεσοποταμίας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια τον τοπάρχη Αύγαρο. Μαρτύρησε στην πόλη Αραρά, όπου οι ειδωλολάτρες της περιοχής τον κρέμασαν και τον φόνευσαν με βέλη.
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ: Όπως προείπαμε, ο Άγιος Θεάδελφος Ιούδας είναι ο συγγραφέας της τελευταίας καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης, που φέρει το όνομά του. Η θεόπνευστη αυτή Επιστολή απευθύνεται προς τους χριστιανούς της Αντιόχειας και πιθανότατα γράφτηκε στα Ιεροσόλυμα γύρω στο 65-70 μ.Χ. Αυτή δεν έχει δογματικό περιεχόμενο, αλλά είναι εξαιρετικά διαφωτιστική και μεστή από μηνύματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σωτηριολογική σημασία. Στην αρχή της Επιστολής του ο Απόστολος Ιούδας αναφέρεται στο τρίπτυχο του ελέους του Θεού, της ειρήνης και της αγάπης, που βοηθά τον χριστιανό να απομακρύνει τη μεμψιμοιρία από τη ζωή του. Στην Επιστολή του ακόμη παρουσιάζεται το δόγμα της πτώσεως του Εωσφόρου και του τάγματος του γράφοντας: “Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον εις κρίσιν μέγαλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν”. Στη συνέχεια καταφέρεται κατά των ψευδοδιδασκάλων και ασεβών, που μετατρέπουν τη χάρη του Θεού σε κάθε είδους ασέλγεια. Γράφει ο Απόστολος γι' αυτούς: “αφόβως, εαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι άνυδροι υπὸ ανέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινὰ άκαρπα, δὶς αποθανόντα, εκριζωθέντα, κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας, αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος του σκότους εις τον αιώνα τετήρηται”. Οι χριστιανοί συνεπώς, οφείλουν να αγωνιστούν για να διατηρήσουν τη σωτήρια πίστη τους καθαρή και ανόθευτη και να θυμούνται πάντα τις αλήθειες των Αποστόλων. Αυτοί είναι που προμήνυσαν τον ερχομό εμπαικτών ανθρώπων, οι οποίοι θα βαδίζουν σύμφωνα με τις δικές τους ασεβείς επιθυμίες. Οι χριστιανοί όμως, πρέπει να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους χωρίς να επηρεάζονται από το πνεύμα της εποχής, βοηθώντας παράλληλα να σωθούν αυτοί που κλονίζονται ή έχουν πέσει σε βαριές αμαρτίες. Το έργο αυτό είναι δύσκολο και επικίνδυνο, αλλά ταυτόχρονα και ένα έργο με ασύγκριτη αξία για την παρούσα ζωή αλλά και με προεκτάσεις στην αιωνιότητα.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος [Ασπρόκαστρο (Άκκερμαν) 12.6.1492] + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος [Ασπρόκαστρο (Άκκερμαν) 12.6.1492] + ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου






Δοὺς αἷμα βραχύ, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,
ἐξηγόρασας βασιλείαν τοῦ πόλου.


ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Τραπεζούντα και ήταν ένας πολύ μορφωμένος πρόκριτος αυτής της πόλης. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής. Η εργασία του ήταν το εμπόριο.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΘΩΜΑΝΟ ΠΛΟΙΑΡΧΟ: Κάποτε, επιβιβάσθηκε σ' ένα τούρκικο πλοίο για να συνοδεύσει τα εμπορεύματα του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, η προσευχή, η νηστεία και η ελεημοσύνη που εκδήλωσε ο Ιωάννης, κίνησε τον φθόνο του Τούρκου πλοιάρχου, ο οποίος θέλησε να τον προσηλυτίσει στο Ισλάμ. Έτσι με μακρές συζητήσεις προσπαθούσε να τον πάρει με το μέρος της θρησκείας του. Ο Ιωάννης μορφωμένος καθώς ήταν και, κυρίως, έμπειρος σχετικά με τις Γραφές, νίκησε κατά κράτος με τα επιχειρήματά του τον πλοίαρχο στις θρησκευτικές αυτές συζητήσεις.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ- ΑΠΟΛΟΓΙΑ: Όταν αποβιβάστηκαν στο Άκκερμαν1 (Ασπρόκαστρο) της Βεσσαραβίας στην Ουκρανία, ο πλοίαρχος συκοφάντησε τον Ιωάννη στον εκεί Τούρκο ηγεμόνα, ότι δήθεν έδωσε λόγο να γίνει μωαμεθανός. Μετά από λίγο οδηγούσαν με τιμές τον Ιωάννη, μπροστά στον Οθωμανό ηγεμόνα, ο οποίος με κολακείες και υποσχέσεις προσπαθούσε να επιτύχει τον σκοπό του. Αλλά ο Ιωάννης περίτρανα και θαρραλέα ομολόγησε πώς ήταν, είναι και θα παραμείνει χριστιανός, όσα πλούτη και αξιώματα και αν του προσφέρουν.



Το Ασπρόκαστρο σήμερα

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Θυμωμένος ο ηγεμόνας, διέταξε και τον βασάνισαν τόσο σκληρά, ώστε το αίμα του έτρεχε ποτάμι. Κατόπιν έτσι αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή. Την επόμενη ήμερα, όταν τον ξαναπαρουσίασαν στον ηγεμόνα, ο Ιωάννης ομολόγησε με περισσότερο θάρρος την πίστη του, λέγοντας πως αυτά τα βασανιστήρια που του έκαναν δεν του φάνηκαν τίποτα, προσθέτοντας μάλιστα γενναία πως αν έχουν άλλα καινούργια ας τα εφαρμόσουν. Εξοργισμένος ακόμα περισσότερο από τα λόγια αυτά ο τύραννος, διέταξε και τον μαστίγωσαν τόσο βάρβαρα, ώστε άρχισαν να πέφτουν κομμάτια οι σάρκες του, μέχρι που φάνηκαν τα εντόσθια του, κατά τον Συναξαριστή του Αγίου. Στη συνέχεια τον έδεσαν στην ουρά ενός αγρίου αλόγου, που τον έσερνε μέσα στους δρόμους της πόλης.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τη στιγμή που περνούσε το άλογο με το ανθρώπινο παρελκόμενό του από την εβραϊκή συνοικία, οι Εβραίοι έβριζαν και κακοποιούσαν τον Μάρτυρα. Ένας μάλιστα, πήρε ένα σπαθί και του έκοψε το κεφάλι. Ήταν στις 12 Ιουνίου 14922.
Από τα θαύματα που έκανε το εγκαταλελειμμένο λείψανο του Αγίου, ο ηγεμόνας φοβήθηκε και έδωσε την άδεια στους χριστιανούς να το παραλάβουν και να το κηδεύσουν με τιμές σε κάποιο Ναό, όπου παρέμεινε 70 χρόνια θαυματουργώντας.


ΤΟ ΙΕΡΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
: Αργότερα, με βασιλικές τιμές, το λείψανο του Μάρτυρα μετακομίστηκε στη Σουτζάβα της Μολδαβίας από το βοεβόδα της Μολδαβίας Αλέξανδρο τον Αγαθό. Το 1686 μ.Χ., κατά την εκστρατεία του Πολωνού βασιλιά Ιωάννου Σομπιέσκι κατά των Τούρκων, μεταφέρθηκε στην πόλη Ζιολκίεβ της Πολωνίας. Το 1783 μ.Χ., επανήλθε και πάλι στη Σουτσεάβα με διαταγή του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β'. Ακολουθία του Νεομάρτυρα Ιωάννη εξέδωσε στη Βενετία, το 1752 μ.Χ., ο Ιουστίνος ο Δεκαδύος, ενώ μια άλλη, που συνετέθη από του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Νικηφόρο τον Κρη, εκδόθηκε στο Ιάσιο το 1819.



ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:https://www.youtube.com/watch?v=pThZWal0FiM

1. Η πόλη έγινε μέρος του Πριγκηπάτου της Μολδαβίας το 1359. Το φρούριο της διευρύνθηκε και ξαναχτίστηκε το 1407 από τον Αλέξανδρο τον Παίδα και το 1440 ανήκε στον Στέφεν τον Β΄ της Μολδαβίας.Το 1484 η πόλη κατελήφθη από τους Οθωμανούς. Σήμερα η πόλη ονομάζεται Μπέλγκοροντ-Δνείστερου .

2. Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη το έτος μαρτυρίου του Ιωάννη ήταν το 1642 ή κατά άλλες πηγές το 1330.

7.6.26

Η Αθηνά από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Αθηνά

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

Η γέννηση της πάνοπλης Αθηνάς από την κεφαλή του Διός

ΓΕΝΙΚΑ – ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ
: Η Αθηνά ήταν η θεά της σοφίας, της στρατηγικής και του πολέμου. Παλαιότεροι τύποι του ονόματος της θεάς ήταν ο δωρικός τύπος Ἀθάνα και ο ιωνικός Ἀθήνη. Το όνομα Ἀθηνᾶ, που τελικά επικράτησε, προέκυψε από το επίθετο Ἀθαναία, που συναιρέθηκε σε Ἀθηνάα>Ἀθηνᾶ. Ο Πλάτων, στον Κρατύλο, ετυμολογεί το όνομα της θεάς από το Α-θεο-νόα ή Η-θεο-νόα, που σημαίνει η νόηση του θεού1, αλλά η εξήγηση αυτή είναι πιθανότατα παρετυμολογική. Η γλωσσολογική βιβλιογραφία θεωρεί το όνομα προελληνικό και αγνώστου ετύμου. Η Αθηνά συσχετίστηκε από τους Ετρούσκους με τη θεά τους Μένρβα και από τους Ρωμαίους με τη Μινέρβα. Συμβολιζόταν από μια κουκουβάγια, ενώ η θεά έφερε πάντα μια ασπίδα από δέρμα κατσίκας, ονομαζόμενη Αιγίς, που της είχε δοθεί από τον πατέρα της, ενώ συχνά συνοδευόταν από τη θεά Νίκη. Ήταν οπλισμένη, πάντα παρθένος, ενώ ποτέ δεν εμφανίζεται ως παιδί. Συχνά βοηθούσε ήρωες [Αχιλλέας, Περσέας, Οδυσσέας, Ηρακλής, κ.ά.], ενώ στον Τρωικό Πόλεμο ήταν με το μέρος των Ελλήνων, ερχόμενη σε σύγκρουση κυρίως με τον Άρη. Ο Παρθενώνας στην Ακρόπολη ήταν ο πιο διάσημος ναός αφιερωμένος σ' αυτήν. Ποτέ δεν είχε εραστή, αν και μια φορά ο Ήφαιστος προσπάθησε να την προσεγγίσει ερωτικά αλλά απέτυχε.

   

  ΓΕΝΝΗΣΗ: Πατέρας της Αθηνάς ήταν ο Δίας, ενώ μητέρα της η Μήτις, πρώτη σύζυγος του Δία. Ο Δίας ύστερα από χρησμό έμαθε ότι η Μήτις θα γεννούσε παιδί το οποίο θα ανέτρεπε από την εξουσία τον πατέρα του, οπότε την κατάπιε παρ΄ ότι η Μήτις ήταν έγκυος στην Αθηνά. Αργότερα, ο Δίας άρχισε να υποφέρει από πονοκεφάλους και κάλεσε τον Ήφαιστο να τον βοηθήσει. Τότε ο Ήφαιστος με ένα μεγάλο σφυρί χτύπησε το κεφάλι του Δία και πετάχτηκε η Αθηνά πάνοπλη, φορώντας περικεφαλαία και κρατώντας μια ασπίδα. Βλέποντας τον Δία, τα πέταξε στα πόδια του, δείγμα αναγνώρισής του ως υπέρτατου θεού. Κατά μια άλλη εκδοχή η Αθηνά ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία κατά τη διάρκεια της Γιγναντομαχίας ορμώντας κατ΄ ευθείαν στη μάχη δίπλα στον πατέρα της.

   

Αθηνά και Μούσες
Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ: Η Αθηνά, ως θεά και του πολέμου, ήταν περιβεβλημένη με μία Αιγίδα, διαφορετική από αυτήν του Διός. Κατά μία εκδοχή, η Αθηνά κατασκεύασε την αιγίδα της από το δέρμα του τέρατος Χίμαιρα, ή, κατ' άλλη εκδοχή, από το δέρμα του τέρατος Αιγίδος ή Αιγήεντος, το οποίο κατέστρεφε τα πάντα στη Λιβύη, την Αίγυπτο, τη Φρυγία και τη Φοινίκη και το οποίο η Αθηνά εξολόθρευσε2. Επίσης στην ασπίδα της Αθηνάς ήταν το κεφάλι της Μέδουσας. Η Μέδουσα ήταν κάποτε μια όμορφη θνητή που την πολιόρκησε ο Ποσειδώνας. Ο Ποσειδών και η Μέδουσα διέπραξαν όμως προσβολή στην Αθηνά μιαίνοντας έναν ναό της ερωτοτροπώντας μέσα σ' αυτόν. Τότε η Αθηνά την μεταμόρφωσε σε τέρας ώστε να μη βρεθεί ποτέ ξανά κανένας άντρας κοντά της, ενώ το βλέμμα της έκτοτε μετέτρεπε σε πέτρα οποιονδήποτε την κοίταζε. Όταν ο Περσέας τελικά σκότωσε τη Μέδουσα, πρόσφερε στη θεά το κεφάλι της ως ευχαριστήριο δώρο, γιατί χάρη στην γυαλιστερή ασπίδα που εκείνη του δώρισε, εκείνος μπόρεσε να την κατατροπώσει κοιτάζοντας μόνο το είδωλό της μέσα από αυτήν.

  ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΠΟΣΕΙΔΩΝ: Η Αθηνά και ο Ποσειδών διεκδικούσαν την προστασία της ίδιας πόλης, της Αθήνας. Ανέβηκαν λοιπόν στον βράχο της Ακρόπολης και ενώπιον των Αθηναίων συμφώνησαν ότι όποιος προσέφερε το ωραιότερο δώρο θα την αποκτούσε. Ο Ποσειδών χτύπησε σε μια πλευρά του λόφου με την τρίαινά του και αμέσως ανάβλυσε ένα πηγάδι. Ο λαός θαύμασε, αλλά το νερό ήταν αλμυρό σαν το νερό της θάλασσας, που εξουσίαζε ο θαλάσσιος θεός κι έτσι δεν θεωρήθηκε αυτό χρήσιμο δώρο. Το δώρο της Αθηνάς ήταν ένα δέντρο ελιάς, κάτι που ήταν καλύτερο, μιας και θα παρείχε στην πόλη τροφή, λάδι, φως και ξυλεία. Έτσι, κέρδισε τη μονομαχία η Αθηνά και ονόμασε την πόλη της Αθήνα.

Μάχη Άρεως και Αθηνάς
  ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ: Ο Ήφαιστος προσπάθησε κάποτε να προσεγγίσει την Αθηνά και χώθηκε στην αγκαλιά της. Η θεά απέκρουσε το πάθος του, όμως εκείνος πρόλαβε να αφήσει το σπέρμα του πάνω στον μηρό της. Η Αθηνά γεμάτη αηδία σκούπισε το πόδι της με ένα κομμάτι μαλλί και το πέταξε στη γη. Από το κομμάτι αυτό, και με τη βοήθεια της Γαίας, γεννήθηκε ο ήρωας της Αττικής Εροχθόνιος [έριον+χθων].

Η ΑΡΑΧΝΗ: Μια υφάντρια, που ονομαζόταν Αράχνη, καυχήθηκε κάποτε πως ήταν ανώτερη στη τέχνη της κι από την ίδια την Αθηνά, την οποία προκάλεσε σε μονομαχία. Η Αράχνη όμως το υφαντό της περιγελούσε τα ερωτικά κατορθώματα των θεών του Ολύμπου. Οργισμένη η Αθηνά για τη ύβρη αυτή έσκισε το υφαντό της Αράχνης, ενώ η ίδια κρεμάστηκε. Η Αθηνά χαλάρωσε τη θηλειά από τον λαιμό της, την τιμώρησε όμως μεταμορφώνοντάς την στο γνωστό ομώνυμο αρθρόποδο.

   ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ: Η Αθηνά είχε αρκετά προσωνύμια. Ένα απ΄ αυτά ήταν το Παλλάς. Ίσως το προσωνύμιο να προέρχεται από τον Γίγαντα Πάλλαντα τον οποίο σκότωσε η Αθηνά στη Γιγαντομαχία ή ίσως, επειδή γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία πάλλοντας το δόρυ της. Πιθανότερο όμως είναι να ονομάστηκε έτσι εξαιτίας του ακούσιου φόνου της αγαπημένης της φίλης Παλλάδος. Η Αθηνά ονομαζόταν ακόμη Γλαυκώπις [Όμηρος]. Έχει την έννοια γαλανομάτα (<γλαυκός+ωψ). Ενδιαφέρον είναι το ότι η γλαυξ [κουκουβάγια], το ιερό πουλί της Αθηνάς, προέρχεται από την ίδια ρίζα. Η Αθηνά ονομαζόταν και Αρεία. Το προσωνύμιο αυτό οφείλεται στην κρίσιμη ψήφο της Αθηνάς υπέρ του Ορέστη στον Άρειο Παγο, με την οποία ο Ορέστης αθωώθηκε. Εργάνη αποκαλείτο ακόμη η Αθηνά καθώς ήταν προστάτιδα των τεχνιτών και της χειροτεχνίας. Άλλα επωνύμιά της ήταν: Ιτωνία [έτσι αποκαλούνταν στη Θεσσαλία, τη Βοιωτία, την Αθήνα και την Αμοργό, Παρθένος, με το επίθετο αυτό λατρευόταν στον Παρθενώνα, Πρόμαχος, επειδή έμπαινε πάνοπλη στη μάχη και Πολιάς, επειδή ήταν προστάτις της πόλης των Αθηναίων. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι σπουδαιότερες εορτές προς τιμήν της Αθηνάς ήταν τα Παναθήναια, τα Παμβοιώτια και τα Χαλκεία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου Ελληνισμού», στο: Συμπόσιο: Οι χρήσεις της αρχαιότητας από το νέο Ελληνισμό, εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα, 2002, σελ.221-240.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Κρατύλος, 407b.

2. Π. Δρανδάκη, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Β΄, λήμμα Αιγίς, σ. 494.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Ήφαιστος, από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου,

  Ο Ήφαιστος από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα       Ήφαιστος και Θέτις [Ασπίς Αχιλλέως]   ΓΕΝΙΚΑ-ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ-Ε...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....