Ετικέτες - θέματα

17.7.25

Με τα ρούχα μου μαλώνω, τα ξισκιώ κι τα μπαλώνω…Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 3

 Με τα ρούχα μου μαλώνω, τα ξισκιώ κι τα μπαλώνω…


Στιγμιότυπο οθόνης (740).jpg

Ρούχα μου, καλά μου ρούχα,

τι τρανούς μπελάδες που ’χα!

(καφετζής)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  3


  «Αδελφοί αναγνώστες!

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου… σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρει γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά…».

  Αυτά γράφει στον συγκλονιστικό πρόλογο των Απομνημονευμάτων ο αθάνατος Μακρυγιάννης.

  Επειδή έλαβα κι εγώ την αδυναμία να σας βαρύνω με αυτά που γράφω, θέλω να ξέρετε γιατί γράφω και με ποιον τρόπο, ή τουλάχιστον προσπαθώ να γράφω.

  Πρώτα θέλω να σας κάνω να γελάσετε. Το γέλιο είναι αλάτι που νοστιμίζει τη ζωή μας. Τα ατομικά και συλλογικά μας λάθη και παθήματα δε θα γίνουν ποτέ μαθήματα, αν δεν τα κατανοήσουμε και δεν τα παραδεχτούμε. Ας υποστούμε την ταπείνωση του σαρκασμού των λαθών και συμπεριφορών μας, άλλωστε γνωρίζουμε πως δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος αλάνθαστος και τέλειος. Τότε κερδίζουμε την πρώτη μάχη, στην απόφαση και την προσπάθεια να μην ξανακάνουμε τα ίδια. 

  Γράφω με μια βασική αρχή: Το πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι ιερό (ως εικόνα Θεού), ακόμη κι αν οι πράξεις του δεν είναι πάντα ιερές.

  Τήρησα ως τώρα και κάτι ακόμη: Δεν έγραψα ποτέ εναντίον κανενός Αργιθεάτη. Τα γραπτά μένουν. Δε λύνουν κανένα πρόβλημα, όταν κηρύττουν το μίσος και δηλητηριάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην προφορική αντιπαράθεση, πολλές φορές υπήρξα σκληρός, και άδικος μερικές φορές, το αναγνωρίζω. Θα παρακαλούσα, όμως, να μπει ως προβληματισμός σε όλους εκείνους που γράφουν, για να διπλοσκέφτονται αυτά που γράφουν. Η αντίληψη «ή εμείς ή εσείς» είναι πόλεμος κι όχι δημοκρατία. Δημοκρατία είναι «και εμείς και εσείς». Άρχει η επικρατούσα άποψη, αλλά δε δυναστεύει. Φυσικά, πρέπει να υπάρχει αντιπαράθεση και διαφορά απόψεων. Μπορεί, ωστόσο, να γίνεται με σεβασμό, με ήθος και δημοκρατικούς κανόνες.   

  Προσπαθώ, επίσης, να γράφω στοιχεία της παράδοσής μας, της σοφίας του λαού μας, να θυμίζω τη ντοπιολαλιά μας, άγνωστα γεγονότα που έφτασαν σ’ εμάς από διηγήσεις παλιότερων, αλλά και να σατιρίζω καταστάσεις του παρελθόντος. Τα παλιά δεν ήταν όλα σωστά. Για παράδειγμα, γράφω στο «γαμπροί και σώγαμπροι» (στο 2ο Καφενείο): καλό κορίτσι (απροίκιωτο, βέβαια). Δε μείωνε απλώς αυτή η αντίληψη την αξία του προσώπου, την εκμηδένιζε και ακύρωνε τα καλά του χαρακτηριστικά.

  Αυτά που γράφω, ασφαλώς είναι και μέρος της πολιτικής μου θέσης και αντίληψης για τον τόπο μου. Είμαι πολίτης της Αργιθέας, έχω για τον εαυτό μου την ιδέα πως υπήρξα ΠΟΛΙΤΗΣ – ΟΠΛΙΤΗΣ αυτού του τόπου, και πάντα έλεγα  και θα λέω την άποψή μου, χωρίς να με ενδιαφέρει πώς με ερμηνεύει ο καθένας.                                          

«Αυτά στη γλώσσα τη δική μου.

Κι άλλοι  άλλα σ’ άλλες».

Οδυσσέας Ελύτης


Πολύ το βάρυνα, δε βγαίνει έτσι μεροκάματο…

  Το Καφενείο δεν απευθύνεται, λοιπόν, σ’ αυτούς που δεν έχουν στοιχειώδη αντίληψη του χιούμορ, σε κομματικούς σανοφάγους όλων των αποχρώσεων και σ’ αυτούς που μυγιάζονται (έχουν, δεν έχουν μύγα).

  Το Καφενείο θα τοποθετήσει δυο κυτία παραπόνων. Ένα στην Τσουκνίδα, για τα χωριά της Ανατολικής. Σιγά που θα τολμήσει κανένας να σταθεί για παράπονο εκεί. Πότε χιονοστιβάδες, πότε στούρνες, καταλαβαίνετε γιατί επιλέχτηκε αυτό το μέρος, άσε που δεν πρόκειται να ξαναξεκινήσει το αυτοκίνητο σ’ αυτή την ανηφόρα… Το δεύτερο στην κορφή της Μιρμιτζάλας. Αποκλείεται ν’ ανεβεί Βραγκιανίτης ή Αργυροσελιπιανίτης σε τέτοια υψόμετρα, για να υποβάλει παράπονο. Στο πρώτο καφενείο που θα βρουν μπροστά τους, θα μπουν μέσα, θα βαρέσουν τις τσιπουρίνες τους και θα ξεχάσουν και το παράπονο… Τα υπόλοιπα χωριά Λιασκοβοπαλιοχώρια, Μπουκοβιτσογλουγουβίτσες και Κνισοβομεσοβουνοτριζόλια θα πηγαίνουν στο ΚΕΠ Αργυρίου, γιατί μας τελείωσαν τα κυτία, αν και η αρχική μας θέση ήταν να έχουν παράπονα, αλλά να μη δικαιούνται να τα εκφράσουν.

  Τέλος, όποιος έχει πολλά παράπονα υπάρχουν κι άλλα καφενεία…


Δύο ΝΝ σε τιμή του ενός

  Οριστικοποιείται η ταμπέλα στο Καφενείο. Από τώρα και πέρα δυο τα ν του Γιάννη. Η πρώτη αντίδραση ήρθε από το υπουργείο Παιδείας. Δεν μπορεί, κύριε, μου είπαν, να γράφεις τόσο ανορθόγραφα ακόμη και το όνομά σου, ενώ εμείς σε πληρώναμε για δάσκαλο. Μην κοιτάς τον Βαρουφάκη! Αυτός είναι απ’ τους 45 Γιάνηδες.

  Η δεύτερη ήρθε από Αργιθεάτες: «Ποιος σο’ ’δουκι του δικαίουμα να γράφ’ς έτσι για τουν θ’κό μας του Γιάνη; Ήθιλις να σι κάνει ου Θιός σαν αυτόν;». Κι άλλα πολλά. Πού να ξέρου ιγώ πως έχει συγγενήδις σ’ν Αργιθέα αυτό του παραϊλό;


Ρίχνουμε φως (και λάδι) στη φωτιά που άναψε η φωτογραφία

  Διαμαρτύρομαι! Κουκουμπλιόμι από αγανάκτηση! Στη δεύτερη φορά Καφενείο, μου κότσιασαν (οι αγωιάτες ξέρουν, οι άλλοι απ’δάτε το «κότσιασαν» και τραβάτε παρακάτ’!) και μια φωτογραφία. Στην αρχή λέω: Πού τουν ξέρου αυτόν, πού τουν ξέρου;… Βάνου δυο τρία ζιουβγάρια γυαλιά, είδα ότι είμαι εγώ. Φωτογραφία δεν έστειλα. ΄Ηξερα, βέβαια, ότι με κυνηγάνε πάντα οι παπαράτσι (και οι δανειστές μου).

Μπήκα σε σκέψεις: Με έδωσε η αστυνομία; Μπα, γιατί να με δώσει, εγώ πάντα ήμουν εθνικόφρων. Με έδωσε η Νικολούλη; Μπορεί καμιά φορά να με πέτυχε στα τούνελ στον  Ντρασκό κι επειδή εκεί δεν υπάρχει φωτισμός (γιατί δεν μπορούν να κοιμηθούν τα γίδια μέσα με αναμμένα φώτα) ανάβω το φακό για να περάσω, οπότε: ΦΩΣ ΣΤΟ ΤΟΥΝΕΛ, είπε η Αγγελική, με φωτογράφισε… είναι και ξανθιά…

  Το πιθανότερο είναι να μ’ έδωσε ο Μενέλαος, ή ο Λευτέρης Κάμπας, ή ο Δημήτρης Γρίβας, ή ο Θανάσης Καραγιώργος και πέμπτος ύποπτος ο Κώστας Τσιάκαλος. Αυτά γκιζιράν’ με τη φωτογραφική μηχανή στον ώμο. Δεν περνάει άνθρωπος στην Αργιθέα και να μην τον φωτογραφίσει κάποιος απ’ αυτούς. Δια ταύτα:

  Ενίσταμαι: Αν είχα εγώ φάτσα για φωτογραφία, θα σας την έστελνα μόνος μου. Δε λέω πως είμαι και σαν τον Καρανίκα, αλλά μια εβδομαδιαία φωτογραφία θα περιόριζε αρκετά τις ατέλειες, άσε που μπορούσατε να μου βάλετε και λίγα μαλλιά.

  Ενημερώνω: Είμαι καλύτερος απ’ ό,τι δείχνει η φωτογραφία, η οποία πιθανόν να πειράχτηκε σε κάποια μονταζιέρα αντιπάλων μου, αν και δεν έχω αντιπάλους. 

  Δεν έχουμε αντίπαλο, λέμεεε!…

  Υπόσχομαι: Θα γίνω ακόμη καλύτερος! Θα κάψω καρδιές… Και σπλήνες… Καταλάβατε, πάει το σπληνάντερο… το ’καψα … 


Πέτρες, πολλές πέτρες…

  Μη μου πείτε ότι δε σας έτυχε.

Κάθεσαι σ’ ένα καφενείο, οπουδήποτε στην Αργιθέα, έρχεται κι ο μια φορά τον χρόνο για μια βδομάδα μόνο απόδημος Αργιθεάτης και στη δεύτερη παράγραφο του προφορικού του λόγου (τώρα, είπες χαζαμάρα, μου σφυρίζει διακριτικά ένας φιλόλογος, αν και το παραδέχομαι πως θέλω και φιλολογική υποστήριξη) λέει: 

Καλά, ρε παιδιά, τι πέτρες βρήκα στον δρόμο! Δεν έβαζαν ένα μηχάνημα να τον καθαρίσει! Τι τους ψηφίζετε αυτούς εδώ; Πού είναι ο δήμαρχος; (δε βολεύεται με κατώτερο). Λέει και καμπόσα «πρέπει» κι άλλα τόσα «χρειάζεται» (απρόσωπα ρήματα μου ξανασφυρίζει ο φιλόλογος, λες κι εγώ δεν ξέρω, μα επειδή είναι απρόσωπα δεν ξέρουμε ποιο πρόσωπο πρέπει να κάνει αυτά που πρέπει) και κάποια στιγμή σταματάει, αφού τα ’πε και ξαλάφρωσε…  

  Τι του απαντάς τώρα; Και σάμπως είναι ίδιες όλες οι περιπτώσεις; Ως παλιός καφετζής, που είδαν πολλά τα μάτια μου, έχω έτοιμες απαντήσεις, όπως έχουν τα κινητά τηλέφωνα σύντομα μηνύματα, και ανάλογα λέω:

  • Στην Αργιθέα ήρθες, πατριώτη.  Πέτρες θα έβρισκες.  Τι ήθελες να βρεις στον 

δρόμο, καρπούζια; Πού σ’ έχω; Στον δρόμο Παλαμά – Σοφάδες, που περνάν’ οι γύφτοι κατσιούλα τα αγροτικά και πέφτει από κανένα; Εδώ, έχουμε ολόκληρο χωριό που το λέμε Πετροχώρι. 

  • Δεν ήρθες με τη γυναίκα σου; Ο άνθρωπος για πέντε ευκολίες παντρεύεται. Η

μία είναι να σου πετάει τις πέτρες στον δρόμο. Αδειάζει ο δήμαρχος να έρθει; Έχει έναν μήνα στη βούλια τη στεφανιώτικη. Τον ζόρισαν οι Μαρκελεσιώτες να ξαναπάει τις πέτρες απάν’ στο στεφάνι απ’ όπου ξεκόλλησαν, για να καθαρίσει ο δρόμος εκεί να μπορέσει ο εργολάβος να μπλαθουριάσει λίγη άσφαλτο. 

  • Αυτά τα λες, γιατί κινείσαι από στείρα αντιπολιτευτική διάθεση και εμπάθεια. 

Τα λ’θάρια κι οι στούρνες δε σταματάν’ στ’ν Αργιθέα. Αγριόγουρ’νου, ζαρκάδι, γίδι, τσιουπελάγα, μυρμήγκι να πιράσει, κινάει ου χαλιάς κάτ’. Θα τα βάλουμι τώρα μι τα ζ’λάπια; Ιμείς τα αγαπάμι ούλα τα ζώα κι του δήμαρχου.   

  • Προυβουκάτσια! Ναι, είναι ολοφάνερα ενέργεια του Χασιώτη. Αυτός κινείται 

από Σκάλες τριζολιώτικες ως τη Σκάλα Ανθηρού και πετάει πέτρες για να φθείρει τον δήμαρχο, αλλά ο δήμαρχος φθείρεται και μόνος του, δεν έχει ανάγκη το Χασιώτη.  

  • Του δίκτυου τ’ Μήτσιου!... Τόσα δίκτυα έχει ου Μήτσιους, όθι να ρασέψ’ς  σι

κάποιου θα σι πιάσει!... Έχει άτουμα στου Μπζάκι κι τουν ειδουποιούν για κάθι έναν  π’ πιρνάει γι’ απάν’. Αυτός βγάνει τα διφτέρια τ’ κι τ’ράει ποιος τουν ψήφ’σι κι ποιος δεν τουν ψή’φσι. Στέλνει κουντά άλλα άτουμα στου Καρφί κι μέχρι του μύλου του σ’κιώτ’κου (έχει ουλούθι άτουμα σας λέου) κι ανάλουγα ποιος έρχιτι καθαρίζουν του δρόμου ή τουν γιουμώνουν πέτρις.

  Από το Καρφί και κάτω (προς την… πεδινή Αργιθέα) δεν υπάρχουν πέτρες. Μόνο κουρνιαχτό έχει. Φράζει ο δρόμος με κουρνιαχτό; Ευτυχώς που κατεβάζουν τα ρέματα καμιά φορά (φέρνουν λιθάρια ριζιμιά) και βρίσκουν οι Βραγκιανίτες για κάναν τοίχο κι να πιτρουβουλάν’ κάνα σκ’λί. Πέτρες αλλού έχει μόνο στον Άσπρο, αλλά φέτος δεν άνοιξε τον δρόμο ο Γιάννης Τσιάκαλος, πώς να ’ρθουν οι πέτρες απάν’… Όποιος θέλει πάει με τα ποδάρια στο ποτάμι και παίρνει το πολύ κάνα τριφτάρι, για να τρίβει αλάτι. Τίποτε άλλο, κουβαλιόνται  τα κοτρόνια; 

  Και για να κλείσει το θέμα. Η μάνα του Νταβέλη δεν είχε ψυχή; Τι λέει, όμως, το τραγούδι; «…πέτρα την πέτρα περπατεί λιθάρι το λιθάρι…». Έβαζε ποτέ κάναν δήμαρχο να καθαρίσει; Όχι! Τον γιο της έβαζε.

Είχι μπουλντόζα ου Νταβέλ’ς, με ρωτάει κάποιος

Όχι, μωρέ, δεν καθάριζε τον δρόμο ο γιος της, τον δήμαρχο καθάριζε. Ου Καμζέλ’ς

έχει μπουλντόζα, όχι ου Νταβέλ’ς…


Οι πέτρες φταίνε

  Καλά, γιατί δεν πέρασε ο πρωθυπουργός απ’ την κοιλάδα του Αχελώου, πηγαίνοντας προς την Ιθάκη για το διάγγελμα; Και πώς θα μάθουν οι Κουσσ’φακαίοι στην Πέρδικα, οι Αυλακιώτες, οι Βρουβιανίτες, οι Σακαρετσιάνοι και τα όρνια τ’ς Κανάλας, λίγο πριν τον Εμπεσό, ότι βγήκαμε απ’ τα μνημόνια; 

  Οι πέτρες φταίνε κι εδώ. Ου Μήτσιους ήξερε πως οι τσιπραίοι δεν τουν ψήφ’σαν, τα άλλα σας τα εξήγησα παραπάνω. Παραδοσιακός ψηφοφόρος τ’ Μήτσιου είναι ου (δε θέλω ου!)  Σημήτσιους, ο Σημίτης ντε, τα μπέρδεψα. Δεν τον θυμάστε; Καλύτερα, δε χάνετε και τίποτε σημαντικό!... 

  Η αλήθεια είναι πως ο Τσίπρας γι’ αλλού ξεκίνησε κι αλλού βρέθηκε, χωρίς να φταίει ο ίδιος.  Έχει έναν γεωγράφο σύμβουλο, που του λες να σε πάει στο Αργύρι κι αυτός σε πάει από πέρα στα Τσαπίσματα. Αρχικά, είχαν τη σκέψη να επιλέξουν ή τη Λέσβο ή τη Μυτιλήνη. Η Μυτιλήνη έχει και δύσκολη ορθογραφία (μόνο στ’ Αγγλικά θα πετύχαιναν να τη γράψουν mitilini, όλα με γιώτα), το ακύρωσαν. Σκέφτηκαν τότε να πάνε στο αντίθετο από το Καστελόριζο άκρο της χώρας. Είχαν έναν χάρτη εκεί, τον κράταγαν κι ανάποδα, κάποτε ξιφλαμπούρ’σι το μυαλό τ’ Φλαμπουράρη και είπε: «Νοτιοανατολικά θα πάμε, οι Οθωνοί είναι αυτό που ψάχνουμε».

  Σημείωσε βιαστικά ο γεωγράφος, αντί ΟΘ έγραψε ΙΘ και μετά ιθ, ιθ, ιθ, να το εδώ είναι, παραλίγο να πάνε και στην Ιθώμη (Πύργο Ιθώμης που λέμε), με τα πολλά κάποτε έφτασαν και στην Ιθάκη. Εκφωνήθηκε το διάγγελμα, ανακατεύτηκαν ιστορίες, μυθολογίες, λωτοφάγοι, μνηστήρες, πράσινοι, βένετοι, γαύροι, βαζέλες,  ώστε να απειλούν πεθαμένοι ιστορικοί πως θα αναστηθούν, για να αυτοκτονήσουν… 

  Ξεχάστε στο εξής τις γραμμές Πάτρα – Αγκόνα και Ηγουμενίτσα – Πρίντεζι. (σταμάτα, γαύρε, που άκουσες Πρίντεζι κι άρχισες να φωνάζεις: Γιώργου, ψυχάρα, ουλυμπιακάρα!)… Καστελόριζο (θα μπαίνουμε) – Οθωνοί ( θα βγαίνουμε)…


Διάγγελμα!

  Θα δεις Αγγέλω μ’ θάματα, δεσπότη να π’λεί κρεμμύδια!...


  Στις 21 Αυγούστου σας έβγαλαν απ’ τα μνημόνια. Στις 31 Αυγούστου θα σας βγάλω κι εγώ από τον Αύγουστο, αλλά δεν μπορώ να σας βγάλω χωρίς άλλο ένα διάγγελμα:


  Η τραγωδία βρίσκει τη λύση της στον από μηχανής θεό. Η Ελλάδα, ως τραγωδία, επιβιώνει και πορεύεται, προσδοκώντας τον από μηχανής θεό, που σχεδόν πάντα αυτός είναι ο λαός της, ο ενωμένος λαός της, με τον πολιτισμό του και τον αγώνα του και  φωτισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι δε λησμονούν τον τρόπο της ψυχής της…

  Αυτός ο τόπος, ο ποτισμένος με αίμα και δάκρυ και ιδρώτα, πολλές φορές βρέθηκε γονατισμένος, μα ποτέ προσκυνημένος. Αυτός ο τόπος, εκτός από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά, κρύβει και κόκαλα εκείνων που ξεκίνησαν για να τον κατακτήσουν… imagesCADKK1VH

  Αυτός ο τόπος δεν κατακτιέται, μόνο κατακτά! 

  Με όλα τα ωραία και τα μεγάλα που γεννήθηκαν εδώ… 


                                                                       28/8/2018imagesCADKK1VHimagesCADKK1VH

       


11.7.25

Ο Έρως του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου - συγγραφέα

 

Ο Έρως

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου - συγγραφέα


   

Έρως: Τοιχογραφία από την Πομπηία
   “Έρως ανίκητε μάχαν”, διαβάζουμε στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Ο ανκατανίκητος, λοιπόν, Έρως, ήταν ο φτερωτός θεός της αγάπης, που συχνά συσχετιζόταν με την Αφροδίτη. Όταν, ο Έρωτας χτυπούσε με τα βέλη του δύο ανθρώπους, αυτοί ερωτεύονταν παράφορα!

   ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ: Ο Ησίοδος, στη “Θεογονια” του, αναφέρει πως ο Έρωτας προήλθε από το Χάος και τη Γαία, δυο στοιχεία-θεότητες που δεν είχαν γεννήτορες. Πολύ αργότερα, οι Ορφικοί “διασαφήνισαν” με τη διδασκαλία τους την προέλευση του Έρωτα, κάνοντας λόγο για ένα «κοσμικό αυγό» που άφησε η Νύχτα στην αγκαλιά του Ερέβους, απ' όπου και Ξεπήδησε ο Έρως. Κάτι ανάλογο έλεγε και ο Αριστοφάνης στις “Όρνιθές” του. Συνεπώς η θεότητα αυτή θεωρείτο κοσμογονικής καταγωγής. Στην εξέλιξη της Μυθολογίας, μετά τον 7ο π.Χ. αιώνα, αναφέρονται και άλλοι γεννήτορες του Έρωτα. Σύμφωνα με τη Σαπφώ, ο Έρως είναι γιος της Αφροδίτης και του Ουρανού, ενώ ένας άλλος λυρικός ποιητής, ο Σιμωνίδης ο Κείος ισχυρίζετια ότι είναι γιος της Αφροδίτης και του Άρη. Συχνά ο ρόλος του προσδιορίζεται συνοδευτικός της, νεότερης χρονολογικώς, ερωτικής θεότητας, της Αφροδίτης. Ο Αλκαίος, ένας άλλος ποιητής, αναφέρει ότι ο Έρωτας ήταν γιος της Ίριδας και του Ζέφυρου, ενώ αλλού διαβάζουμε ότι πατέρας του ήταν ο Ήφαιστος. Πάντως, θεωρούνταν πανέμορφος στην όψη, αλλά και “μπελαλής” ακόμη και για τους θεούς. Κάποιο μύθοι παρουσιάζουν τον Έρωτα να αρνείται τις παρακλήσεις της μητέρας του και άλλων θεών να επέμβει στις ζωές των θνητών.

Έρως και Ρέα. Ρούμπενς
   ΔΙΠΛΟ ΣΥΜΒΟΛΟ: Από τους τραγικούς ποιητές, ιδιαίτερη σημασία στον θεό Έρωτα αποδίδει ο Ευριπίδης. Μάλιστα αυτός διαχωρίζει τον έρωτα σε μια διττή και αμφίσημη δύναμη. Η πρώτη δύναμη του Έρωτα δυνητικά οδηγεί στην Αρετή, ενώ, στον αντίποδα, ή άλλη του μορφή μπορεί να οδηγήσει σε αθλιότητα [ακολασία, εμπάθεια, κ.ά.]. Κάτι ανάλογο διακρίνεται και στην Πλατωνική Διδασκαλία. Για παράδειγμα διαβάζουμε στο “Συμπόσιο” για τον τον καλό, ανώτερο, πνευματικό Έρωτα, εκείνον που είναι γιος της Αφροδίτης της “Ουρανίας”, όπως αποκαλείται, και τον κακό, γήινο, τυχάρπαστο Έρωτα που είναι γιος της Πανδήμου Αφροδίτης.

Έρως και Ψυχή 1.
   Ο ΕΡΩΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: Μέχρι τις μέρες μας δεν έχουν αποκαλυφθεί αναπαραστάσεις του θεού που να χρονολογούνται πριν από τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι πιο παλαιές παραστάσεις του Έρωτα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Ακροπόλεως, στην Αθήνα. Στην πρώτη απ' αυτές, η θεά Αφροδίτη φαίνεται να κρατά στο χέρι της ένα αγόρι [580 π.Χ.]. Πρόκειται για ζωγραφική πάνω σε μελανόμορφο αγγείο. Η δεύτερη (570 π.Χ.), είναι σε ένα μελανόμορφο πλακίδιο, όπου πάλι η Αφροδίτη κρατά δύο αγόρια, τον Έρωτα και τον Ίμερο1. Από τις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, ο Έρωτας εμφανίζεται “ανεξάρτητος” από άλλες θεότητες. Άλλοτε φαίνεται να πετάει, άλλοτε κοιμάται, άλλοτε ιππεύει ένα δελφίνι, κ.ά. Σε άλλες παραστάσεις ο Έρωτας εικονίζεται να βοηθά τη μητέρα του ή άλλες γυναίκες, μιας και θεωρείτο συνοδός της Αφροδίτης. Από τον επόμενο αιώνα [4ος π.Χ.], και για ολόκληρη την Ελληνιστική Εποχή, ο Έρωτας συμπεριλαμβάνεται και στον βακχικό κύκλο, ως ακόλουθος του Διονύσου. Η παράδοση αυτή συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια αυτής της Περιόδου. Πολλές απεικονίσεις του Έρωτα έχουν ανακαλυφθεί στη σκεπασμένη από τις τέφρες του Βεζούβιου, Πομπηία. Ανάμεσα στα έργα που ξεχωρίζουν είναι αυτά της «πώλησης Ερώτων», της τιμωρίας του Έρωτα και του Έρωτα ως μεταφορέα των όπλων του θεού Άρη.

Έρως και Ψυχή 2. Αντόνιο Κανόβα

Ο ΕΡΩΣ ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
: Στα τελευταία ελληνιστικά, αλλά και στα ρωμαϊκά χρόνια, ο Έρωτας συχνά ταυτίζεται με το Πένθος ή τον Θάνατο(!). Εμφανίζεται να κρατάει δάδα, συνήθως στραμμένη προς το έδαφος. Πρόκειται για μία απεικόνιση που σχετίζεται με τη θέση του θεού στο βακχικό κύκλο. Την ίδια περίοδο ξεκινούν την εμφάνισή τους αναπαραστάσεις του Έρωτα, με τον Ηρακλή και την υποτιθέμενη επικράτηση του φτερωτού θεού. Στη ρωμαϊκή τέχνη, η εικόνα του Έρωτα χρησιμοποιείται τις περισσότερες φορές με τη μορφή μικρού παιδιού.

 

Έρως, Φαρνέζε-Νάπολι
   ΣΗΜΑΣΙΑ -ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΕΡΩΤΟΣ: Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Έρως ήταν ο θεός που ευθυνόταν για τον πόθο, την αγάπη και τη σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ λατρευόταν και ως θεός της γονιμότητας. Μάλιστα, συχνά τον αναφέρουν ως «ελευθέριο», όπως και το Διόνυσο. Στην ελληνική Μυθολογία υπάρχουν δύο βασικές υποστάσεις του Έρωτα: η παλαιότερη θεότητα ήταν αυτή που ενσάρκωνε τη δύναμη της ερωτικής αγάπης αλλά και τη δημιουργική δύναμη της φύσης, που ευθύνεται για την ύπαρξη και την τάξη όλων των πραγμάτων στον Σύμπαν. Γι' αυτό και ο Ησίοδος παρουσιάζει τον Έρωτα να έχει γεννηθεί πριν από τους ολύμπιους θεούς. Έτσι, και στα Ελευσίνια Μυστήρια, ο Έρως λατρευόταν ως “Πρωτόγονος”, αυτός δηλαδή που γεννήθηκε πρώτος. Αργότερα ο Έρωτας προέκυψε ως γιος της Αφροδίτης και με αυτή τη μορφή του, δάμαζε την πρωταρχική δύναμη της αγάπης και την κατεύθυνε κατά τη θέλησή του προς τους θνητούς, ενώνοντας τα ανόμοια. Ένας ρόλος που συμβολίζεται από τους νέους γονείς του Έρωτα: την Αφροδίτη-Αγάπη και τον Άρη-Πόλεμο [είτε με τη «Φωτιά» Ήφαιστος].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:Connolly David, «Τα φτερά του έρωτα ή ο έρως ως παρόρμηση για μάθηση», Εἰσηγήσεις σεμιναρίου Πλατωνικῆς Φιλοσοφίας, Έρωτας, Παιδεία καὶ Φιλοσοφία, Αθήνα, 1989, σσ. 67-82.

konstantnosa.oikonomou@gmail.com 


1.Ο Ίμερος είναι η προσωποποίηση της σφοδρής ερωτικής επιθυμίας, του ερωτικού πόθου. Θεωρείτο αδελφός του Έρωτα.

9.7.25

Τυφώνες [γενικά στοιχεία]+ ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Τυφώνες [γενικά στοιχεία]+ ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Ένα μετεωρολογικό φαινόμενο ιδιαίτερα φοβερό στις τροπικές ζώνες, ο τυφώνας, είναι ένας μηχανισμός της φύσης ασύλληπτης δύναμης. Οι άνεμοι πού τον συνοδεύουν μπορούν να ξεπερνούν τΑ 300 χιλιόμετρα την ώρα, οπότε κατανοούμε το μέγεθος των δυνάμεων πού ασκεί στο διάβα του και τα δυνητικά καταστροφικά αποτελέσματα. Άλλωστε και το όνομά του, «τυφών», δανεισμένο από την ελληνική μυθολογία αντικατοπτρίζει τις φοβερές ιδιότητές του. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Τυφών, γιος της Γαίας και του Ταρτάρου και σύντροφος της Έχιδνας, ήταν τέρας με μορφή ανθρώπου και θηρίου μαζί. Είχε 100 κεφάλια και γλώσσες. Φωτιά εκτοξευόταν απ’ τα μάτια του ενώ φοβερές κραυγές βγαίναν απ' τα σωθικά του. Ο τυφών, για να επανέλθουμε στη Μετεωρολογία, είναι τύπος τροπικού κυκλώνα (χαμηλό βαρομετρικό), ειδικού δηλαδή καιρικού συστήματος με έντονες καταιγίδες και καθορισμένη επιφανειακή κυκλοφορία, με φορά σύμφωνη με την κίνηση των δεικτών του ρολογιού. Γεννιέται συνήθως στις τροπικές περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου [Νότια του Ισημερινού και Βόρεια του τροπικού του Αιγόκερω].


ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ
: Οι τυφώνες ταξινομούνται σε 5 κατηγορίες, ανάλογα με τις ταχύτητες των ανέμων που τους συνοδεύουν, με την κατηγορία 1 να έχει τους ασθενέστερους ανέμους (74-95 μίλια την ώρα) και την κατηγορία 5 τους ισχυρότερους (πάνω από 155 μίλια την ώρα). Όταν η ταχύτητα των ανέμων ξεπερνά τα 39 μίλια την ώρα στον κυκλώνα αποδίδουν ένα όνομα πού περιλαμβάνεται σε 6 καταλόγους ονομάτων πού συντάσσει Διεθνές Συνέδριο Μετεωρολόγων. Παλαιότερα για την απόδοση ονόματος χρησιμοποιούσαν την ημέρα πού συνέβαινε. Π.χ. ο τυφών που κτύπησε το Πουέρτο Ρίκο στις 13/9/1876 πήρε το όνομα του εορτάζοντος αγίου της μέρας, Σαν Φελίπε. Αργότερα, στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθιερώθηκαν μόνο γυναικεία ονόματα. Από το 1978 όμως καθιερώθηκαν νέοι κατάλογοι πού περιλαμβάνουν και αρσενικά ονόματα.


  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
: Συνήθως οι τυφώνες δημιουργούνται καλοκαίρι – φθινόπωρο για τις τροπικές περιοχές του Ατλαντικού ωκεανού, με κορύφωση τα μέσα Αυγούστου έως τέλη Οκτωβρίου. Προηγούνται των τυφώνων πάντα ατμοσφαιρικές διαταραχές πάνω από θερμά νερά, πού οφείλονται σε τροπικά κύματα πού έρχονται από τις ακτές της Αφρικής και στην σύγκρουση ανέμων πού πνέουν από αντίθετες κατευθύνσεις προσδίδοντας περιστροφική και ανοδική κίνηση στον αέρα. Αλλά και ψυχρά μέτωπα υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορούν να προκαλέσουν τυφώνα. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Τα θερμά επιφανειακά νερά του ωκεανού [τουλάχιστον 26 βαθμοί Κελσίου μέχρι βάθους 50 μέτρων] τροφοδοτούν με θερμότητα και υγρασία τον αέρα της περιοχής που έχει συνήθως χαμηλές πιέσεις και γενικότερη αστάθεια. Ο αέρας με τη σειρά του αρχίζει να ανεβαίνει. Καθώς η υγρασία συμπυκνώνεται σε σταγόνες, πρόσθετη ενέργεια εκλύεται, πού ενισχύει την ανάπτυξη κατακόρυφης ανάπτυξης νεφών. Οι κορυφές των καταιγιδοφόρων αυτών νεφών ανυψώνονται περισσότερο στην ατμόσφαιρα με αυξανόμενη ταχύτητα.


 Η ανοδική αυτή κίνηση του αέρα μοιάζει με καμινάδα πού «ρουφά» τον αέρα στο εσωτερικό της και τον σπρώχνει προς τα πάνω. Οι ασθενείς άνεμοι που επικρατούν ψηλά δεν διαλύουν τις καταιγίδες αλλά διευκολύνουν την ενίσχυσή τους. Οι άνεμοι κοντά στην επιφάνεια, υποβοηθούμενοι από την περιστροφή της Γης, παίρνουν μορφή έλικας και, όπως στις τουρμπίνες η στροβίλωση του αέρα επιταχύνει την κίνησή του, έτσι και στο εσωτερικό της «καμινάδας», επιταχύνεται η ανοδική κίνηση. Τότε περισσότεροι υδρατμοί προσροφούνται και ωθούνται προς τα πάνω με νέα έκλυση θερμικής ενέργειας και περαιτέρω ενίσχυση της βιαιότητας των ανέμων. Έτσι, καθώς εξελίσσεται το φαινόμενο, η δύναμή του αυξάνει ραγδαία, καθώς τροφοδοτείται συνεχώς με υδρατμούς ενώ η εξασθένησή του αρχίζει, όταν σταματήσει αυτή η τροφοδοσία. Αυτό θα συμβεί όταν ο τυφώνας μετακινηθεί σε ψυχρά νερά ή εγκαταλείψει την θάλασσα και διασχίσει ηπειρωτικές περιοχές. Η ξηρά, εκτός του ότι στερεί τον τυφώνα από τά “καύσιμά” του δηλαδή τους υδρατμούς, επί πλέον του περιορίζει την επιφανειακή κυκλοφορία με το φαινόμενο της τριβής. Τα στάδια του τυφώνα κατά σειρά είναι: α΄το χαμηλό βαρομετρικό (tropical depression), β΄ η τροπική θύελλα (tropical Storm Fran) και γ΄ ο τυφώνας (Hurricane). Η θύελλα γίνεται τυφώνας όταν οι συνοδοί άνεμοι ξεπεράσουν τά 74 μίλια την ώρα [119 χλμ/ώ]. Σ’ αυτή τη φάση σχηματίζεται και το περίφημο «μάτι του κυκλώνα». Επειδή στο κέντρο του συστήματος ο αέρας βυθίζεται γρήγορα, στεγνώνει από τους συμπυκνωμένους υδρατμούς, ξηραίνεται και θερμαίνει την περιοχή. Έτσι, έχουμε το εξής παράδοξο: ενώ η ευρύτερη περιοχή μαίνεται από λυσσώδεις ανέμους που μπορούν να ξεπερνούν τα 360 χιλιόμετρα την ώρα, ξεσηκώνοντας γιγαντιαία κύματα, ενώ σφοδρότατη βροχόπτωση μαστιγώνει ανελέητα την αγριεμένη θάλασσα, στο κέντρο αυτής της «κόλασης», μια μικρή ζώνη απολαμβάνει ανέφελη ηρεμία, υπό το φύσημα μιας μικρής αύρας! Αυτό είναι το «μάτι του κυκλώνα» διαμέτρου 35 – 75 χιλιόμετρων!

  ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΩΝΑ: Επεκτείνοντας την ανατομία ενός τυφώνα, εκτός από το μάτι, διακρίνουμε τις ζώνες βροχόπτωσης (rainbands) και την περιοχή-τοίχο (eyewall) μεταξύ ματιού και ζωνών βροχόπτωσης. Ο αέρας κινείται ελικοειδώς, χαμηλά αριστερόστροφα ενώ στις πάνω περιοχές δεξιόστροφα. Στο καθαυτό κέντρο, όπως αναφέραμε, ο αέρας βυθίζεται σχηματίζοντας το μάτι. Η περιοχή πού περιβάλλει το μάτι μοιάζει με πυκνό στερεό τοίχο (Eyewall) και απαρτίζεται από πυκνά νέφη. Στα σημεία αυτά του τοίχου εμφανίζονται οι ισχυρότεροι άνεμοι του συστήματος. Οι ζώνες βροχόπτωσης εκτείνονται σε εκατοντάδες χιλιόμετρα από το κέντρο. Στον τυφώνα Andrew's, για παράδειγμα, [1992], έφτασε μόνο τα 185 χιλιόμετρα ενώ στον τυφώνα Gilbert [1988] ξεπέρασε τα 900 χιλιόμετρα! Δηλαδή ένας τυφώνας μπορεί να εκτείνεται σε περιοχή πού φτάνει ή ξεπερνά τα 1000 χιλιόμετρα. Η ζωή του μπορεί να διαρκεί περισσότερο από δύο εβδομάδες πάνω απ’ τον ωκεανό, ενώ μπορεί να “ταξιδέψει” σε ολόκληρη την ακτή του Ατλαντικού. Όμως, η έκταση πού καταλαμβάνει δεν είναι ασφαλές κριτήριο για την ένταση ενός τυφώνα. Έτσι ο τυφώνας Andrew, πού ήταν ο καταστρεπτικότερος τυφώνας του 20ου αιώνα, καταλάμβανε μικρή σχετικά έκταση. Η ταχύτητα και η διαδρομή πού ακολουθεί ο τυφώνας εξαρτάται από τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις του ωκεανού με την ατμόσφαιρα καθώς και τις αλληλεπιδράσεις με άλλα καιρικά συστήματα πού υπάρχουν στην περιοχή καθιστώντας δύσκολη κάθε πρόβλεψη. Η ταχύτητα μετακίνησής του πάντως είναι τάξης πολλών δεκάδων χιλιομέτρων την ώρα. Σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ακόμη ότι η δεξιά πλευρά του τυφώνα, καθώς αυτός κινείται, είναι η πλέον επικίνδυνη λόγω της ενίσχυσης των ανέμων από την ατμοσφαιρική κυκλοφορία. Έτσι, στη δεξιά πλευρά του τυφώνα καθώς αυτός κινείται, οι άνεμοι έχουν σχεδόν διπλάσια ταχύτητα.

  ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ-ΜΕΛΕΤΗ: Οι τυφώνες παρακολουθούνται με διάφορα μέσα, όπως δορυφόρους, πλοία, αεροπλάνα, ραδιοβολίδες, ραντάρ και επίγειους σταθμούς παρατήρησης. Όλες οι συλλεγόμενες πληροφορίες, οδηγούνται σε μεγάλους υπολογιστές όπου διαμορφώνονται μαθηματικά μοντέλα εξομοίωσης του τυφώνα, για περαιτέρω μελέτη αυτών με σκοπό την αύξηση των επιστημονικών γνώσεων, αλλά και για την πρόβλεψη της γέννησης και της πορείας τυφώνων. Με τις μελέτες αυτές δεν έχει διαπιστωθεί περιοδικότητα των τυφώνων, ούτε έχουν επινοηθεί τρόποι μακροχρόνιας πρόβλεψης, δηλαδή πού και πότε θα κτυπήσει τυφώνας. Επομένως οι περιοχές πού συνήθως πλήττονται θα εξακολουθούν να υφίστανται τις συνέπειες που εκδηλώνονται με θύελλες, ισχυρούς ανέμους, κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, πλημμύρες και ανεμοστροβίλους. Τά συνήθη αποτελέσματα, βέβαια, είναι εκτεταμένες καταστροφές σε περιουσιακά στοιχεία αλλά και ανθρώπινες απώλειες, ανάλογα με την κατηγορία του τυφώνα αλλά και με την περιοχή πού τον υφίσταται, αφού ελευθερώνεται ενέργεια ισοδύναμη έκρηξης πολλών ατομικών βομβών. Οι περισσότερες ανθρώπινες απώλειες οφείλονται στην τεράστια ποσότητα υδάτων που πέφτουν στις παράκτιες περιοχές ωθούμενες από τους ανέμους. Ο φονικότερος τυφώνας ήταν του 1970 στο δέλτα του Γάγγη στο Μπαγκλαντές, όπου 1.000.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Η ίδια περιοχή επλήγη ξανά το 1991 με 138.000 νεκρούς. Ακολουθεί πίνακας με την ταξινόμηση των τυφώνων σύμφωνα με την κλίμακα Saffir/Simpson.

Κατηγορία 1: Άνεμοι: 74-95 μίλια/ώρα [119-152 χλμ/ώ.]. Καμμιά ζημιά στις οικοδομές. Μικροζημιές σε μη στερεωμένα κινητά σπίτια, θάμνους και δέντρα, μικροπλημμύρες σε παράκτιες περιοχές με μικρές ζημιές.

Κατηγορία 2: Άνεμοι: 96-110 μίλ./ώ [153-176 χλμ/ώ]. Ζημιές σε υλικά οροφών, πόρτες και παράθυρα. Σημαντικές ζημιές σε βλάστηση, κινητά σπίτια, κλπ. Ζημιές από πλημμύρες σε αποβάθρες.

Κατηγορία 3: Άνεμοι: 111-130 μίλ./ώ [177-210 χλμ/ω.]. Μερικές ζημιές στη δομή μικρών κατοικιών και βοηθητικές εγκαταστάσεις. Η παράκτια πλημμύρα καταστρέφει μικρές κατασκευές και τα επιπλέοντα συντρίμμια καταστρέφουν μεγαλύτερες. Μπορεί να υπάρξουν εκτεταμένες ζημίες και στην ενδοχώρα.

Κατηγορία 4: Άνεμοι: 131-155 μίλ./ώ [211-243 χλμ/ώ.]. Περισσότερες ζημιές με πιθανές καταρρεύσεις μικρών κατοικιών. Μεγαλύτερες καταστροφές στις παραλίες. Πλημμύρες εκτεταμένες.

Κατηγορία 5: Άνεμοι: από 155 μίλ./ώ και πάνω [πάνω από 244 χλμ/ώ]. Πλήρεις καταστροφές σε κατοικίες και βιομηχανικά κτίρια. Μεγάλες καταστροφές από πλημμύρες κυρίως σε χαμηλά σπίτια. Η εκκένωση περιοχών είναι πολύ πιθανή.


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 




8.7.25

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑνΗ 2 Ντομάτες και γιαούρτια

 Γλώσσα, καυτερή μου γλώσσα, άνοιξε πες μας καμπόσα…
Και προσοχή, μη ρίξετε στη γλώσσα μου πιπέρι!
Θα γίνει καυτερότερη, κανέναν δε συμφέρει…
(καφετζής)
Γράφει ο Γιάννης Φρύδας
ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑνΗ 2
Ντομάτες και γιαούρτια

Η υποδοχή την οποία έτυχε το πρώτο μακροσκελές και κουραστικό κείμενο, που
φιλοξενήθηκε στο Katafylli.gr, ήταν κάτι που δεν περίμενα. Με συγκίνησε, αλλά και
με φόβισε. Γιατί με φόβισε; Γιατί έφταναν αυθορμήτως οι θιγόμενοι κι άλλος πέταγε
ντομάτες, άλλος γιαούρτι, κιότεψα… Είκοσι εφτά κιλά σάλτσα έβγαλα κι από
γιαούρτι ούτε στη στάνη του Μαλαμούλη δεν είχαν τόσο. Πέταγαν και λεμόνια αλλά
στυμμένα. Το πετάει ο άλλος το λεμόνι άστιφτο; Δυόμισι ευρώ κάνει το κιλό. Είναι
απ’ την Αργεντινή, σου λέει ο μανάβης. (Ε, καλά, με τόσα λεφτά αγοράζω και παίχτη
απ’ την Αργεντινή, φτηνότερα θα μου έρθει.
Άλλοι με έπαιρναν τηλέφωνο και με απειλούσαν: «Δε θα σε τρακάρουμε πουθενά;»
μου έλεγαν, «θα σε ξεμεσιάζουμε…». Παραιτήθηκε και ο Τόσκας τώρα, ποιος θα με
προστατέψει;
Άρχισα κι εγώ τα γνωστά… Δεν ήθελα να πω αυτό. Δεν το καταλάβατε καλά. Ο
δαίμων του Καταφυλλίου φταίει. Και κάτι γενόσημα χάπια που παίρνω με πείραξαν,
γιατί ήταν ληγμένα. Να τα μπαλώσω όπως όπως, καταλαβαίνετε…
Επαναφέρω την πρότασή μου: Πόσα δίνετε να μην ξαναγράψω; Το χρέος της
πατρίδας δεν πληρώνεται, μην κρατάτε τα λεφτά σας γι’ αυτό, δώστε τίποτε
τουλάχιστον να πληρώσετε το δικό μου χρέος και… σαουριάζω, δε σας ξαναενοχλώ.
Ένα ν μικρό και πολύ σου πέφτει…
Όσοι διαβάσατε το προηγούμενο Καφενείο, θυμάστε που βρήκα και κράτησα το Ν
του Βαρουφάκη. Την άλλη μέρα, είδα έναν φάκελο κάτω απ’ την πόρτα. Αμάν, λέω,
κι άλλος λογαριασμός… Ανοίγω, βρίσκω ένα σημείωμα μέσα. Έγραφε: «Ο δικός σου
εγκέφαλος είναι τόσο λίγος που δεν χρειάζεται τρία Ν για να οξυγονώνεται. Ένα ν
μικρό και πολύ σου πέφτει» και αντί για υπογραφή ένα ΟΜΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ και
τίποτε άλλο…
Ου ένφιας κι ου φιπιάς
Ο Οδυσσέας πέρασε, λέει, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Σιγά το κατόρθωμα!... Δεν
είδε θηρία σαν τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦιΠιΑ. Και να τα περνάς κάθε μέρα!... Αυτός νια
βουλά πέρασε και το ’κανε θέμα. Κι αν δεν ήταν Αύγουστος, που είχε ξεμείνει ο
Όμηρος από ειδήσεις, ούτε στα ψιλά της εφημερίδας του δε θα το έβαζε.
Λωτοφάγοι…

Ο Όμηρος, άνθρωπος του συστήματος, μενουμευρωπαίος και εθνίκι (κατά πώς λέει
ο Καρανίκας τουλάχιστον), έγραφε αυτά και μόνον αυτά που εξυπηρετούσαν το
σύστημα. Έτσι, ενώ περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την επιστροφή του Οδυσσέα
(πού πήγε, σε ποια ξενοδοχεία έμενε, τις μουσικές του προτιμήσεις, το αγαπημένο
του πρωινό), κουβέντα για το τι απέγιναν οι λωτοφάγοι σύντροφοί του. Σήμερα το
Καφενείο, μετά από ενδελεχή και εμπεριστατωμένη (προσέξτε τις λέξεις, αλλά μη με
ρωτήσετε τι σημαίνουν, γιατί δεν ξέρω) και με βάση την εξελικτική θεωρία του
Δαρβίνου (σαρακατσάνος που γεννήθηκε στο Μεσοβούνι) αποκαλύπτει:
Οι λωτοφάγοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Απόγονοί τους οι σημερινοί Έλληνες.
Γι’ αυτό: ξεχνάμε τι ψηφίζουμε και ξαναψηφίζουμε αυτούς που καταψηφίζουμε
ξεχνάμε να υποβάλουμε δηλώσεις και να πληρώσουμε εφορία
ξεχνάμε να πληρώσουμε τέλη κυκλοφορίας, λογαριασμούς, δάνεια και
ξεχνάμε ότι ξεχνάμε (κι άλλα ήθελα να γράψω, αλλά τα ξέχασα)…
Γι’ αυτό κάποιοι μας δουλεύουν λέγοντας: «οι Έλληνες έχουν και μνήμη και κρίση».
Λάθος!... Οι Έλληνες έχουν κρίση (αξιών, οικονομική), γιατί δεν έχουν μνήμη…
Αλλά τι φταίμε; Η κληρονομικότητα… Τα γονίδια… Απόγονοι λωτοφάγων!
Και μια απορία: Οι σύντροφοι, λέει, του Οδυσσέα… Γιατί να τ’ς έλιγι έτσι,
κουμμουνιστής ήταν; Κι πώς γένιτι, κουμμουνιστής μι ατράνταχτη πιριουσία σ’ν
Ιθάκη; Τέτιου Ε9 ούτε ου Κυριάκους δεν έχει…
Πηνελόπη
Στον Δήμο Αργιθέας μαζεύτηκαν πολλοί μνηστήρες. Ούτε Πηνελόπη να ήταν!...
Περιφέρονται, λοιπόν, καιρό τώρα και περιμένουν την απόφασή της, για το ποιον θα
πάρει. Ένα τραγούδι έχουν στο στόμα τους: «αυτά τα μάτια, Δήμο μ’, τα ’μορφα, τα
φρύδια σ’ τα γραμμένα…». Άμα ακούσετε κανέναν να το τραγουδάει να ξέρετε,
μνηστήρας… Πολλή Οδύσσεια παίζει σήμερα!
Θα σας δώσω τώρα τα ονόματα κάποιων μνηστήρων της Ιθάκης κι εσείς κολλάτε τα
σε όποιον μνηστήρα της Αργιθέας θέλετε. Να σας βάλω στον ντορό θέλω μόνο…
ΑΝΤΙ-ΝΟΟΣ: Είναι η αντι-νόηση, η οποία θολώνει την πραγματικότητα, για να μη
σκεφτόμαστε καθαρά. Έτσι, οδηγούμαστε στην υποταγή και κάθε είδους δουλεία.
ΕΥΡΥ-ΜΑΧΟΣ: Αυτός που μάχεται με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον, ο αδίστακτος
μαχητής.
ΑΜΦΙ-ΝΟΜΟΣ: Αυτός που διαστρεβλώνει τον νόμο και την τάξη των πραγμάτων.
ΑΓΕ-ΛΑΟΣ: Αυτός που άγει τον λαό, που τον παρασύρει με τη βοήθεια του
Αντίνοου.
Άντε τώρα ο Τσιβόλας, που έχει τον ρόλο του Οδυσσέα, να τα βγάλει πέρα, όταν
δεν έχει τσακώσει ποτέ τόξο στα χέρια του. Ένα ριχτάρι ήξερε να ρίχνει, απ’ τον
μύλο τ’ Παληαντώνη ως το Μεζήλο. Πιάνονται οι μνηστήρες με το ριχτάρι; Τι είναι,
ασπρίτσες; Για τρανύτερα ψάρια, όμως, φκιάνει σιλπί, απ’ ό,τι μαθαίνω.
Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης…
Βάρεσα παράνομα ένα αγριογούρουνο, πήγα αυτόφωρο και το μισό μού το πήρε ο
δικαστής, για να κάνει δεκτή την απολογία μου και να με αθωώσει (αθιώσι είναι
κανονικά).
Απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης:
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Γιατί το βάρεσες το αγριογούρουνο;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ήμουν εν βρασμώ ψυχής… Και του δείχνω με τρόπο ότι θα του δώσω
δυο βρασιές.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αποκλείεται! Στη φύση ο άνθρωπος ηρεμεί, δε βράζει, μου λέει.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Βρισκόμουν σε νόμιμη άμυνα... Ταυτοχρόνως, διπλασιάζω τις βρασιές,
πάει το μπροστινό κομμάτι…
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αλλού αυτά! Τα αγριογούρουνα είναι άκακα ζώα. Πιο πολύ θα με
έπειθες, αν μου έλεγες ότι σου επιτέθηκε ένα αρνί, μου απαντάει.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Τόσου ξέρ’ς, τόσου λες, είπα μέσα μ’. Κόταγα να του που δυνατά; Μι
πρόσβαλι του γ’ρούνι, λέω σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γλυτώσω κι αβγατίζω τις
βρασιές, πάει και το ψαρονέφρι…
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τι σου είπε;
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Μου είπε: «Εσείς οι άνθρωποι είστε πιο γ’ρούνια απ’ τα γ’ρούνια. Όθε
περνάτε, το κάνετε σκουπιδαριό». Με τρόπο πάλι του δίνω να καταλάβει ότι θα του
δώσω και το μπούτι. Πάει το μισό! Αν συνεχίσει κι άλλες ερωτήσεις, σκέφτομαι, θα
περάσουμε απέναντι στο άλλο μισό.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Έχ’ς δίκιου! Αθώος! Αθώος!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Ευχαριστώ πουλύ, κυρ’ δικαστή μ’!... Η δικιουσύνη έλαμψι!... Έτσι
και δεν έλαμπε, το τομάρι θα μου έμενε στο τέλος. Τι να το κάνει το τομάρι ο
δικαστής, γουρ’νουτσάρ’χα; Αρέ, αυτοίνοι έχουν λιφτά, αγουράζουν ό,τι παπούτσι
θέλουν. Μην τ’ράτι ιμείς πο’ ’χουμε τα καβουτσούκια για του παν’γύρι.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Πρόσεξε μόνο μη γίνεις υπότροπος και ξανανταμώσουμε!
ΚΑΦΕΤΖΗΣ: Δε γένουμι, δε μι ματαγλέπ’ς ιδώ!... Τώρα, τι είναι αυτός ο υπότροπος,
θα ρωτήσω τον Μπάμπη και θα σας πω.
«Από όλα τα επίγεια αγαθά προτιμήσαμε τη δικαιοσύνη. Μόνο αν φέρουμε αυτή
κοντά στο λαό θα μπορέσει η αυτοκρατορία να αποκρούσει τους εχθρούς της».
Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος
Ποιος ξέρει κι αυτός για να παινάει τ’ δικιουσύνη, μι κάνα γ’ρούνι τουν τσάκουσαν.
Γαμπροί και σώγαμπροι
Αν πεις το πράσο για φαΐ και το γομάρι για πράμα κι το γαμπρό για συγγενή…
(παροιμία)
Στη Στεφανιάδα τους γαμπρούς δεν τους έχουν σε υπόληψη. Οι περισσότεροι
έρχονταν για να γίνουν σώγαμπροι, γιατί είχε καλόν τόπο για κτηνοτροφία (για τ’ς
Στεφαννιώτ’σις νομίζετε έρχονταν;)… Αυτό γράφει στο βιβλίο του «Από τ’ Άγραφα»
και ο αείμνηστος παπα-Γιώργης Στάθης. Κι αν λέω εγώ ψέματα, ο παπάς δε λέει.
Λένε οι παπάδες ψέματα; Ποτέ! Εκτός και τους πειράζει η αλήθεια. Ελπίζω να μη
φτάσει αυτό ως τον Αμβρόσιο και φάω κανέναν αφορισμό, πάνω που άρχισα να
πηγαίνω για ψ’χή... (Άμα του πω ότι δεν ψήφισα Τσίπρα, θα τη γλυτώσω, αλλά απ’
τον Τσίπρα δε γλυτώνεις, ψήφισες δεν ψήφισες…).
Γαμπρός να γέν’ς στ’ Λιουντίτ’!... Και καλά κορίτσια οι Λεοντίτ’σσις και... θυσία οι
Λεοντίτις. Αν ήξεραν οι γαμπροί τη δύναμή τους, θα έβαζαν τους ντόπιους να κάνουν
κουλουτούμπις απ’ κάτ’ στουν πλάτανου... (αμ, γιατί την έφκιασε την πλατεία ο
Τσιβόλας;)...
Κάποτε μου έταζαν μία εκεί, καλό κορίτσι (απροίκιωτο, βέβαια), αλλά δίστασα.
Ζιρβό τ’ Μαρκιλέσι, ζιρβό κι τ’ Λιουντίτ’ πού να πας!... Κιο άμα είνι να μη γλέπ’ς
ήλιου πουτέ, πας κι στα Ραγάζια απ’ κάτ’ στα Σπ’τάκια, που θα ’χ’ς κι γείτουνα
χρυσόν άνθρωπου, τουν Κώστα Καζιακούρα.
Η προξενήτρα επέμενε: «Θα πιρά’εις καλά στ’ Λιουντίτ’. Θα βουσκάς στου Μέγα
Στανό, Νιάλις, Βρυσούλις, Μπαλτινήσι κι να γείρουν πίσου κα’ τη Μπλια, δε σ’
κραίνουν ισένα οι Στιφανιώτις. Κι του λιβάδι σ’ ισένα θα του δίνουν, δε του
ματαβαρούν θιρμουκρασία». (Δημουπρασία ήθελι να πει, του κατάλαβα ιγώ.
Πιάνουμι π’λια στουν αέρα ιμείς οι Μαρκιλισιώτις).
Έλεγα κι μι του νου μ’, είχα κι τ’ς ανθιβουλίις μ’. Είνι τόσου απιλπισμένου, π’ δέχιτι
να πάρει ιμένα; Χάλασι η δ’λειά. Καλύτιρα, είχι τυχερό του κουρίτσι…
Αργότιρα μο’ ’ταζαν μία στ’ Τριζόλ, αλλά τότι μο’ ’κοβι πιρ’σσότιρου του κιφάλι κι
αρνήθ’κα. Πάεινα ιγώ στ’ Τριζόλ να γκριμ’στού; Προυσήλιου του χουριό, αλλά
πουλύ κακουτρέπιλους τόπους, τσακ’στό ντιπ… Για να φκιά’εις ένα μέτρου ίσιουμα
θέλ’ς τρία μέτρα τοίχου απ’ κάτ’…
Πήδ’σαν απάν’, έβαλαν κι πουλιτικό μέσου του Θόδωρου Κατσίκη (Θεός
σχωρέσ’ τον!), τότι έστρουσαν κι του δρόμου άσφαλτου για να μι καταφέρουν, βάρ’
του, χάλασ’ του, ξιχούρδισα κι απού κει… Πού να ’ξιραν οι υπόλοιποι Τριζουλιώτις,
γιατί έπισι άσφαλτους στου χουριό τ’ς κι ότι του χρουστάν σ’ ιμένα…
Η τρίτη περίπτωση ήταν στα Βραγκιανά... Κι οι Βραγκιανίτ’σσις καλές κι έξυπνες,
γι’ αυτό οι περισσότερες παντρεύονταν Στεφανιώτες. Γάλατα, τυριά, τσιαλαφούτια
και βούτυρα είχαμε μπόλικα, το κρέας δε μας έλειπε ποτέ (έκλιβαμαν εμείς) και καλό
κρέας (ήξιραμαν, τι έκλιβαμαν). Έτσι, έρχουνταν απάν’ κι αλλαξουφάιζαν. Απ’ του
φασούλι κι τουν πλαστό, στου σπληνάντιρου κι στα χουχλίγκια…
Όμως, ούτε αυτή η περίπτωση προχώρησε, γιατί άμα ήθελε το κορίτσι να πνιγεί
πήδαγε στον Μπρίτσιο όταν ήταν κατεβασμένος ή σ’ έναν βίραγκα στον Άσπρο, δεν
ήταν ανάγκη να παντρευτεί… Βέβαια, είχε πλεονεκτήματα να πας σώγαμπρος εκεί.
Κεφαλοχώρι τα Βραγκιανά, τα χωριά και οι μαχαλάδες γύρω δορυφόροι ουσιαστικά
(είναι πόλος, καλά λέει ο Μήτσιος), άνοιγαν πολλές προοπτικές. Ν’ ανοίξεις μαγαζί
με κλιματιστικά (πώληση – συντήρηση – επισκευή), να βγάζεις τσίπουρο, να πουλάς
μιλίστα, μέχρι και για δήμαρχος μπορούσες να πας, με τόσον λαό που έχουν αυτές οι
πατωσιές (θυμηθείτε του χρόνου ποιοι θα βγάλουν δήμαρχο…).
Το αρνητικό είναι πως το καλοκαίρι καλά είναι ν’ αναμεράς από τα Βραγκιανά για
δυο τρεις μήνες, για να αποφεύγεις τη ζέστη. Καλύτερα να ξεκαλοκαιριάζεις στη
Λάρισα.
Γαμπρός ή σώγαμπρος, εκτός απ’ τ’ Λιουντίτ’, καλά είναι και στη Νέα Δημοκρατία.
Πήγε ο Μητσοτάκης και μέχρι πρωθυπουργό τον έκαναν. Εκεί έχουν και καπιτάλια,
καημένε!… Τι νομίζετε, τ’φικαλεύριδις κι αλουγουσύρτις είνι οι αλουγουσκούφ’δις;
Στον Σύριζα, τι να πας… Αυτοί έκαναν σώγαμπρο μέχρι και τον Κουρουμπλή.
Ποιος να κάτσει μ’ αυτούς; Γι’ αυτό έφκιασαν αυτά τα σύμφωνα συμβίωσης. Σε λίγο
δε θα παντρεύεσαι. Θα ρογιάζεσαι με το ’ξάμηνο. Από καβαλάρη σε καβαλάρη. Απ’
τ’ Αϊ-Δημητριού ως τ’ Αϊ-Γιωργιού. Θα παίρν’ς τ’ ρόγα σ’ κι θα φεύγ’ς…
Να σου ’διναν εκείνη την Τασία, μάλιστα! Να την πάρεις!... Θα γλύτωνες και τον
Δρίτσα.
Παντρεύτηκε η Ζωή, την είχαν και Πρόεδρο Βουλής τότε (καλή θεσούλα είχε το
κορίτσι) και μόλις τελείωσε ο γάμος (ποιος γάμος, οι υπογραφές να λες) μπάρκαρε ο
άνθρωπος και δε ματαζύγωσε στη στεριά. Ναυάγησε μετά από καιρό (εδώ ναυάγησε
στη στεριά!), βγήκε σε ένα ξερονήσι και κάθεται εκεί. Κοντά του ο Ντάνιελ Ντεφόε,
ξαναγράφει νέο μυθιστόρημα: «Ροβινσώνας Κρούσος, ο Έλλην, ο ΖΩΗρός».
Στο Κίνημα Αλλαγής (τι πρωτότυπο!) δε συζητάμε για γάμους. Αυτοί είναι μόνιμα
στα βαφτίσια. Αλλάζουν ονόματα συνέχεια. Αν ξαναλλάξουν, τους προτείνω να το
πουν «Κίνησαν τα Τζαμόπουλα», αφού όλο φεύγουν, φεύγουν και δεν ξέρουν που
πηγαίνουν…
Στο ΚΚε (με τη δύναμη που έχουν, δεν τα δικαιούνται όλα κεφαλαία) παντρευτούν
δεν παντρευτούν, δε σώνονται. Εκεί, ξεχάστηκες και είπες τη γυναίκα σου με τ’
όνομά της και δεν την είπες συντρόφισσα, σε τραβάει καταγγελία στην κόβα και σου
κόβουν εισιτήριο για Σιβηρία. Ποιος πάει να τσακώσει μπελά στα καλά καθούμενα…
Άνεργοι κι ανύπαντροι…
Είπαμε για γαμπρούς στ’ Λιουντίτ’, αλλά πόσοι να χωρέσουν εκεί; Γι’ αυτό οι
περισσότεροι νέοι είναι σήμερα ανύπαντροι. Και άνεργοι. Τώρα και να εργάζεται
κάποιος, άμα είναι παντρεμένος, δεν έχει διάφορο. Τα μισά λεφτά τα παίρνει ο
Τσακαλώτος και τα άλλα μισά η γυναίκα του, οπότε, σου λέει, καλύτερα άνεργος να
’μαι και ξιαπόστατος.
Η νέα σκέφτεται ανάλογα: Είναι ο πατέρας μου φτωχός, ε, έτυχε τι να κάνουμε…
Αν είναι κι ο πεθερός μου φτωχός, έ, όχι δεν είμαι και κορόιδο να ζαρώσουν τα χέρια
μου πλένοντας σκάλες.
Πριν μέρες, εκεί που περπατούσα και σκέφτομαν σε ποια τράπεζα συμφέρει να
καταθέσω τα λεφτά μου, βλέπω έναν νέο, πέρασε τρέχοντας απέναντι που ήταν ένας
παπάς, έσκυψε, του φίλησε το χέρι κι ακούστε διάλογο:
─ Πάτερ, την ευχή σας! Θαυμάζω το κοινωνικό σας έργο! Τι φαγητό έχετε σήμερα
στα συσσίτια της ενορίας σας;
─ Κάμνομεν ό,τι δυνάμεθα, τέκνον μου… Νομίζω, φακάς έχομεν. Να έλθεις
ευχαρίστως στην τράπεζά μας.
Καλά, έχουν και οι παπάδες τράπεζα; Και πώς δεν την ξέρω εγώ; Μετά κατάλαβα το
μπέρδεμά μου. Στην καθαρεύουσα το τραπέζι λέγεται τράπεζα. Όπως: Πετρίλον στην
καθαρεύουσα, Πετρίλια στη δημοτική, Σχηματάρι στην καθομιλουμένηνννννννν, με
τόσα ν όσοι κι οι μαχαλάδες (ζερβό, προσήλιο) και για να οξυγονώνεται ο εγκέφαλος,
μην το ξεχνάμε
─ Πάτερ, θα ρωτήσω σε κάνα δυο ακόμη ενορίες και θα αποφασίσω.
─ Τέκνον μου, λάβε υπ’ όψιν ότι ο ιδικός μας μάγειρος (να, γιατί μου ήρθαν στο
μυαλό τα Πετρίλια…) ήτο μαθητής του Μαμαλάκη (ένας Μάμαλης από το Βλάσι,
παντρεύτηκε στην Κρήτη και γράφτηκε Μαμαλάκης), ο βοηθός του έφθασεν έως τον
τελικόν του μάστερ σεφ, εκάστην δε Τετάρτην που έχομεν γεμιστά και ελαίας,
μαγειρεύει η ερίτιμος κυρία Θεανώ Φωτίου.
Καλύτερα να γνωρίζεις παπά σήμερα παρά υπουργό. Πεινάς; Θα σου βρει φαγητό ο
παπάς. Πέθανες απ’ την πείνα; Κανένα πρόβλημα. Θα σε θάψει ο παπάς. Σιγά μην
κάτσει υπουργός να θάβει. Μόνο ο Πολάκης θάβει, αλλά σε βάνει βαθιά. Τρία μέτρα
κάτ’. Πού να ξαναβγείς…
Στις εκκλησίες πια δε χρειάζονται μόνο ψάλτη και νεωκόρο αλλά και μάγειρα,
τραπεζοκόμο, οινοχόον και αρχιτρίκλινον (φτύστε με, ρε, μη με ματιάσετε, τι λέξεις
σας κέρασα σήμερα!). Ανάμεσα δε στα ιερά βιβλία η συλλογή της Βέφας Αλεξιάδου,
η μαγειρική Σκούρα (μάλλον απ’ του Κνίσιβου ήταν αυτός), Χρύσας Παραδείση και
ο Τσελεμεντές οπωσδήποτεν. Αυτή η λέξη δε θέλει ν, αλλά ξέμεινα από οξυγόνο.
Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα, ανεμογεννήτριες κι ανιμουστρόφ’λας
Ο Αίολος έδωσε το βουβαλοτόμαρο με κλεισμένους μέσα τους ανέμους, πλην του
ζέφυρου, γιατί με βάση το ντζι πι ες αυτός θα πήγαινε το καράβι του Οδυσσέα στην
Ιθάκη. Όμως, φαίνεται έχανε η βαλβίδα κι οι αέρηδες πετάχτηκαν έξω και έγινε... της
κακομοίρας (όπως γίνεται στον Τύμπανο τον χειμώνα). Ο Οδυσσεύς προσπαθούσε με
ανάποδα τιμόνια και χειρόφρενο να κουμαντάρει το καράβι, ικέτευε τους θεούς να
βοηθήσουν, αλλά τίποτε... Το καράβι πήγαινε σαν την Ελλάδα, στα βράχια... Άρχισε,
λοιπόν, να βλαστημάει (δε σας λέω τις βρισιές, γιατί ο Κώστας Τσιάκαλος είναι
σοβαρός άνθρωπος και θα με κόψει). Τότε, οι θεοί σταμάτησαν τη μπιρίμπα και
συνεδρίασαν, για να δουν τι θα κάνουν. Οι θεές (εκτός της Αφροδίτης, ξέρετε εσείς)
διαμαρτύρονταν έντονα (κι αυτό το ξέρετε, όσοι είστε παντρεμένοι τουλάχιστον, πώς
διαμαρτύρονται οι γυναίκες) λέγοντας: «Δεν μπορεί ο πάσα ένας να βρίζει και να λέει
όσα σέρνει η σκούπα, μας προσβάλλει να ακούμε αυτές τις σάχλες».
Παλιά και μέχρι πριν λίγα χρόνια, ήταν ανεπίτρεπτο να χυδαιολογεί κάποιος
μπροστά σε παιδιά και γυναίκες. Μην κοιτάτε σήμερα που έχει εκτροχιαστεί το
σύστημα αξιών το οποίο καθοδηγούσε την κοινωνία.
Οι θεοί, λοιπόν, έστυβαν το μυαλό τους να βρουν λύση (όπως κάνει για παράδειγμα
το δημοτικό μας συμβούλιο), ρώτησαν τον Ήφαιστο, τους είπε: «Τεχνίτης είμαι, αλλά
δεν έχω και βουλκανιζατέρ να διορθώσω τη βλάβη».
«Κάποιος πρέπει να πάει» είπε ο Απόλλων. Για την ακρίβεια δεν το είπε, στη λύρα
το ’παιξε, αλλά το κατάλαβαν, όπως εμείς όταν ακούμε την εισαγωγή «θέλω ν’ ανέβω
στ’ Άγραφα» κι άλλος λέει είναι «η στρομπούλω», άλλος «η μαυριδερούλα» κι
άλλος «Γρίβα μ’, σε θέλει ο βασιλιάς»…
Να πάει, αλλά ποιος να πάει; Κάποιοι θεοί είχαν λερωμένη τη φωλιά τους, γιατί
πήγαν με τον συνδυασμό των Τρώων στον πόλεμο. Κι ο Οδυσσέας δεν ήταν κάνα
παιδάκι εύκολο, ούτε κουτορνίθι να το ξεγελάσει όποιος κι όποιος, όπως προσπαθούν
να ξεγελάσουν εμάς κάποιοι υποψήφιοι που λένε: «θα πνεύσει νέος άνεμος».
Τελικά πήγε η Αθηνά. Τα παρακάτω τα ξέρετε, όσοι δεν τα ξέρετε, ρωτάτε να σας
τα πουν αυτοί που τα ξέρουν (να γίνει και κάνα κουτσομπολιό χρήσιμο) ή ψάξτε για
την Οδύσσεια. Όλο και θα βρίσκεται καμία σε κάνα χατίλι.
Από τότε οι αέρηδες κυκλοφορούν ελεύθεροι. Φυσάνε πότε προς τα εδώ, πότε προς
τα εκεί, μέχρι και ανθρώπους εν-έπνευσαν και δημιούργησαν το γνωστό κόμμα ΟΦΑ
(Όπου Φυσάει ο Άνεμος).
Έγιναν τραγούδια: «…φύσα αεράκι, φύσα με!», «Δεληβοριάς εφύσηξε και λέει των
καραβιώνε…», «…άσ’ τα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά!» (ημών των φαλακρών
ουδέποτε ανεμίζουν, ανεξαρτήτως ποίος αήρ πνέει). Κι ένα ακόμη θα σας θυμίσω:
Απόψε η μάνα του γαμπρού κι η πεθερά της νύφης,
με τους αέρες μάλωνε… (να το ακούς απ’ τον αθάνατο Στέργιο Βλαχογιάννη!).
Τόσα είπαμε για τους γαμπρούς, να μη βάλουμε κι ένα τραγούδι; Κι η πεθερά που
μάλωνε με τον Βοριά, για να φέρουν τη νύφη της γρηγορότερα; Συγκλονιστικό! Σου
λέει η γριά: Άμα έρθει η νύφη μ’, θα’ χου να τσακώνουμι, δε θα υπουχριόνουμι στουν
αέρα.
Τέλος, ο αέρας μάς ξανάγινε μπελάς. Ακούστηκε μια λέξη «ανεμογεννήτριες» και
σηκώθηκε ανιμουστρόφ’λας (ανεμοστρόβιλος είναι, άντε, να σας μαρτυρήσω κι ένα,
μη σας βάνω να π’λαλείτε συνέχεια στα λεξικά). Όλα τα ’χαμε οι Αργιθεάτες, οι
αερομαχίες μας έλειπαν…
Ο Λάμπρος είπε ΟΧΙ. Ο Μήτσιος είπε ΝΑΙ. Εγώ συμφωνώ και με τους δυο κι ο
κόσμος είπε ότι είμαι διχασμένη προσωπικότητα, αφού δε γίνεται να ’χουν κι οι δυο
δίκιο. Δίκιο έχετε κι εσείς απάντησα στον κόσμο… Δεν είναι καιρός τώρα να
δυσαρεστείς πελάτες.
Όμως, πατριώτες, πρέπει κάποτε να καθόμαστε και να συζητάμε. Ας ενημερωθούμε,
ας λάβουμε υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα που έχουμε κι όσα μπορούμε να προβλέψουμε.
Μετά ας διαφωνήσουμε ή ας συμφωνήσουμε. Δε με νοιάζει με ποια θέση είστε.
Αρκεί αυτή να είναι αποτέλεσμα σκέψης και γνώσης, όσης τουλάχιστον μπορούμε να
έχουμε, γιατί είναι πολύπλοκα τα θέματα.
Κι εμένα δε μου αρέσουν οι ανεμογεννήτριες. Αλλά δε θα σταθώ έτσι αβασάνιστα
στο ΟΧΙ ή στο ΝΑΙ. Κάποια στιγμή θα ήθελα να θέσω και διάφορα ερωτήματα, να
κοινοποιήσω τους προβληματισμούς μου… Όσα μου κόβει το κεφάλι…
Αργιθεάτικα βουνά
Ευχαριστώ τον Θεό που γεννήθηκα στα «αετόμορφα» βουνά των Αγράφων.
Ευχαριστώ τον Έκτορα που μου ’δειξε τις στράτες και τα μονοπάτια τους. Που τα
περπατήσαμε όλα πολλές φορές και δε χορτάσαμε ποτέ το ανέβασμα προς τις κορφές
τους.
Στον Έκτορα αφιερώνω και το παρακάτω κείμενο, το οποίο έβαλα ως συνοδευτικό
σε βίντεο αναρτημένο στο you tube, στο κανάλι Γιάννης Φρύδας.
Αμ, τι νομίσατε, μόνο το Καφενείο έχω;
Τα βουνά της Αργιθέας είναι πανέμορφα. Είναι τα δικά μας βουνά, τα βουνά της
γενέθλιας γης των Αγράφων. Όταν ανεβαίνεις προς τις κορφές τους, περνώντας σε
λόγγους κι ελατιάδες, σε λάκκες κι ορθοπλαγιές, καταλαβαίνεις το νοσταλγικό
παρακάλι του Κώστα Κρυστάλλη στον σταυραετό: «πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα
με φάει ο κάμπος!». Ερημωμένα πια, όπως και τα χωριά της μικρής μας πατρίδας,
στέκουν περήφανα κι ασάλευτα να διηγούνται ιστορίες σ’ όσους ακόμη τα περπατούν
και μπορούν να διαβάζουν τους παλιούς καιρούς στις ρημαγμένες στρουγκοκαλύβες,
στους πέτρινους οβολιούς, στα ανάραχα και στα καραούλια, στα ρέματα και τις
κρυφόβρυσες. Σ’ όσους ακόμη μπορούν να ακούνε τους εναρμόνιους ήχους της
σιωπής και του αέρα, τα κυπροκούδουνα των κοπαδιών που δεν υπάρχουν πια. Σ’
όσους ακόμη σηκώνουν το κεφάλι για του φεγγαριού τη γιόμιση και τη χάση, για τις
ελπιδοφόρες ανατολές και τα γαλήνια ηλιοβασιλέματα… Τα βουνά της Αργιθέας
είναι εδώ και σε περιμένουν. Θα τα χαρούν όσοι τα αναζητούν και πιστεύουν πως
υπάρχει και κούραση που σε ξεκουράζει…
Καλές διαδρομές!
21/8/2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου       Ε ίχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....