Ετικέτες - θέματα

23.7.26

Η Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς 24 Ιουλίου + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κων/νο Οικονόμου

 

  Η Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς 24 Ιουλίου + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κων/νο Οικονόμου



   

Η Αγία Χριστίνα έζησε στους χρόνους του βασιλέως Σεβήρου, περί το έτος 200 μ..Χ. στην Τύρο. Ο πατέρας της, Ουρβανός, ήταν στρατηγός του ρωμαϊκού στρατού. Βλέποντας την υπέροχη ομορφιά της κόρης του και φοβούμενος τους κακούς ανθρώπους έκτισε ψηλό πύργο όπως συνήθιζαν τότε. Σ’ αυτόν έκλεισε τη Χριστίνα με πολλές υπηρέτριες δια να την υπηρετούν και είδωλα για να προσεύχεται σ’ αυτά. Της είχε όλα όσα χρειαζόταν για να μη βγαίνει καθόλου και την βλέπουν άνθρωποι. Ο Χριστός όμως εκεί μέσα την φώτισε με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος οδηγώντας την στη Θεογνωσία. Βλέποντας την ομορφιά της φύσης και τα δημιουργήματα του Θεού συλλογιζόταν, ποιος άραγε ήταν ο Δημιουργός και κυβερνήτης όλων. Και ο Θεός γνωρίζοντας την καλή της προαίρεση, της έστειλε άνθρωπο που της δίδαξε όσα λαχταρούσε να μάθει. Αφού φωτίσθηκε σεβόταν τον αληθινό Θεό και αφιερωνόταν σε προσευχές και νηστείες.

ΟΝΟΜΑΖΟΜΑΙ ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Κάποια ημέρα, που ανεβήκαν οι ειδωλολάτρες γονείς της στον πύργο να την επισκεφθούν, την προσκαλέσαν να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Η Χριστίνα όμως αρνήθηκε χωρίς φόβο για τις συνέπειες. Ο πατέρας της θυμωμένος έφυγε αναλογιζόμενος τις τιμωρίες, που θα της έκανε. Η μητέρα της στενοχωρημένη, προσπαθούσε με λόγια να την πείσει να προσφέρει θυσία στους θεούς. Η Αγία όμως της απάντησε: Μητέρα μου, προτιμώ το φως από το σκοτάδι. Οι θεοί σας είναι δαιμόνια, ενώ ο Κύριός μου δημιούργησε τους ουρανούς και όσα υπάρχουν στη γη. Είμαι δούλη του Χριστού και πήρα το όνομά του. Λέγομαι πια Χριστίνα. Μετά την αναχώρηση των γονέων της, η Αγία φόρεσε καθαρό φόρεμα, ένιψε χέρια και πρόσωπο και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Έπειτα, θύμιασε τον αληθινό Θεό και προσευχήθηκε ζητώντας από τον Κύριο να σταθεί κοντά της στα μαρτύρια, που ανέμενε, και να την βοηθήσει στην ομολογία της. Την ώρα της προσευχής της, εμφανίστηκε ένας Άγγελος που της είπε: Ο Κύριος άκουσε την δέηση σου. Λοιπόν, πάρε δύναμη και ενίσχυση στην καρδιά σου, διότι θα παρουσιασθείς σε τρεις άρχοντες, για να δοξασθεί ο Θεός με σένα. Εκείνη ζήτησε την σφραγίδα του Σωτήρος για να μη φοβηθεί. Ο Άγγελος της έδωσε την εν Χριστώ σφραγίδα, δηλαδή την σταύρωσε, την ευλόγησε και της έδωκε να φάγει ουράνιο άρτο. Η Αγία έφαγε και ευχαρίστησε τον Κύριο.

Την ίδια νύκτα κατέστρεψε τα είδωλα, κατέβηκε από τον πύργο, και μοίρασε το χρυσάφι και το ασήμι του φτωχούς και πάλι ανέβηκε. Το πρωί ο πατέρας της δεν βρήκε τα είδωλα. Όταν ρώτησε τις υπηρέτριες τι είχε συμβεί κι εκείνες του εξήγησαν, εξεμάνη και πρόσταξε να τις αποκεφαλίσουν, ενώ την κόρη του να την δείρουν μέχρι να κουρασθούν. Πράγματι την έδειραν ανηλεώς. Η Αγία όμως, με τη χάρι του Θεού, δυνάμωνε και αποκαλούσε τον πατέρα της τυφλό που δεν βλέπει το πόσο ανίσχυρα είναι τα είδωλά του. Τότε ο Ουρβανός θύμωσε τόσο πολύ, ώστε την έδεσε με αλυσίδα από τον λαιμό και την φυλάκισε. Η γυναίκα του, που άκουσε τα βάσανα της Αγίας, πήγε στη φυλακή, και προσπαθώντας να τη συγκινήσει την παρακαλούσε να ξαναγυρίσει στην ειδωλολατρία. Όμως η Αγία έμενε ακλόνητη στην ομολογία της. Όταν ο πατέρας της έμαθε, ότι είναι σταθερή στην απόφαση της, έστειλε στρατιώτες το πρωί και φέρανε την Αγία στο πραιτώριο όπου της έδωσε μια τελευταία ευκαιρία να ξαναγυρίσει στην ειδωλολατρία. Εκείνη και πάλι γενναία αρνήθηκε κάνοντας τον πατέρα της αιμοβόρο θηρίο. Τότε εκείνος διέταξε να την κρεμάσουν και να ξεσχίζουν τις σάρκες της. Εκείνη όμως χαιρόταν με τα βασανιστήρια και έλεγε: “Σε ευχαριστώ, Θεέ μου επουράνιε, γιατί με αξίωσες να καθαρισθώ, με αυτά τα βασανιστήρια από τον ρύπο της ειδωλολατρίας.” Έπαιρνε κομμάτια από τις σάρκες της, το πετούσε στο πρόσωπο του πατέρα, της και έλεγε: “Επεθύμησες να φας τις σάρκες του παιδιού σου. Φάγε να χορτάσεις”. Τότε ο τύραννος πρόσταξε να τη δέσουν σε τροχό. Άναψαν κατόπιν από κάτω φωτιά, ενώ χύνανε λάδι καυτό για να την βασανίζουν χειρότερα. Μετά από προσευχή στο Χριστό η φωτιά σκορπίστηκε κατακαίοντας πολλούς από τους ειδωλολάτρες. Όταν η Αγία βγήκε από τον τροχό ο τύραννος τη ρώτησε: “ποιος σ’ έμαθε αυτές τις μαγείες και δεν σε καίει η φωτιά;” Η Μάρτυς του απάντησε πως απλώς δεν μπορούσε να δει την αλήθεια. Εν συνεχεία κλείστηκε και πάλι στη φυλακή χωρίς καμιά τροφή για να πεθάνει από την πείνα, όμως ο Κύριος της έστειλε τρεις Αγγέλους που της φέρανε τροφή ενώ ακόμη γιατρέψαν και το καταπληγιασμένο σώμα της. Μια νύχτα, ο πατέρας της έστειλε δούλους, που της δέσαν μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό και την ρίξαν στο πέλαγος. Όμως εκείνη θαυμαστά λύθηκε και σώθηκε. Τότε, ενώ βρισκόταν ακόμη στη θάλασσα, παρακάλεσε τον Κύριο να δεχθεί το Άγιο Βάπτισμα. Μόλις τελείωσε την προσευχή της, ακούσθηκε η φωνή του Ιησού Χριστού που μέσα από φωτεινή νεφέλη της παρουσιάστηκε. Μόλις δε η Αγία αντίκρυσε τον Κύριο, φοβήθηκε αλλά ο Κύριος της είπε: “Εγώ είμαι ο Χριστός, Χριστίνα, που φωτίζω όλους που μ’ επικαλούνται και ήλθα να σε γλυτώσω απ’ την πλάνη των ειδώλων, όπως ζήτησες”. Τότε την κατέδυσε στην θάλασσα λέγοντας: Σε βαπτίζω, Χριστίνα εις το όνομα του Πατρός και εις εμέ τον Υιόν Του και εις το Πνεύμα το Άγιον”. Όταν είπε αυτά ο Δεσπότης την παρέδωσε στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ, ο οποίος την οδήγησέ στην ξηρά. Έτσι η Αγία βρέθηκε στη πόλη της, κοντά στο πατρικό της. Όταν ξημέρωσε, την είδε να προσεύχεται ο τύραννος πατέρας της και νομίζοντας, ότι οι δούλοι του δεν την ρίξανε στη θάλασσα, θέλησε να τους θανατώσει. Εκείνοι, όμως, ομολογήσανε το θαύμα και ο πατέρας της την ρώτησε: “Με ποιες μαγείες νίκησες την θάλασσα;” “Δεν βλέπεις, δύστυχε”, αποκρίθηκε η Χριστίνα, “ότι πήρα χαρά από τον Χριστό μου και ξαναγεννήθηκα”. Τότε εκείνος διέταξε να την φυλακίσουν, για να την αποκεφαλίσει την επομένη. Ενώ ολονυχτίς η Αγία, προσευχόταν, ο αμετανόητος πατέρας της το ξημέρωμα πέθανε. Έτσι, η Χριστίνα έμεινε λίγο καιρό ήσυχη, ευχαριστώντας τον Κύριο. Σε λίγες ημέρες, ανέλαβε την θέση του πατέρα της, καινούργιος άρχοντας, ο Δίων. Αυτός διάβασε όλα τα έγγραφα της Χριστίνας και πρόσταξε να την φέρουν για απολογία. Βλέποντας την ομορφιά της, άρχισε τις κολακείες και ύστερα με φοβέρες προσπάθησε να πείσει την Αγία να γυρίσει στην πλάνη των ειδώλων. Αφού όμως ο τύραννος είδε ότι η Αγία δεν αλλάζει διέταξε να την δείρουν, αλύπητα. Υπέμενε όμως η Αγία με καρτερία τα βασανιστήρια. Εν συνεχεία διέταξε, και φέρανε μια μεταλλική σκάφη γεμάτη πίσσα, ρετσίνι και λάδι. Βάλανε δυνατή φωτιά από κάτω και βάλανε μέσα την Αγία. Τη βράζαν επί ώρες! Η Μάρτυς υπέμενε με γαλήνη και αυτό το φοβερό μαρτύριο, ευχαριστώντας τον Κύριο διότι τη διαφύλαξε αβλαβή. Το θαύμα ήταν ολοφάνερο. Τότε πάλι ο τύραννος τη συμβούλευσε να θυσιάσει στα είδωλα γιατί έλεγε, αυτά τη σώσαν. Κι εκείνη με παρρησία απάντησε: “Τη δύναμη του Χριστού μου αποδίδεις στους σιχαμερούς θεούς σου, αναίσθητε; Πως μπορούν να βοηθήσουν τους ζωντανούς οι τυφλοί και άλαλοι;” Τότε ο τύραννος οργίστηκε και διέταξε να ξυρίσουν το κεφάλι της και να την περιφέρουν γυμνή σ’ όλη την πόλη. Αφού γίναν όλα αυτά τη φυλακίσανε. Την επομένη την ξαναφέραν στο κριτήριο και ο τύραννος της είπε: “Πάμε στο ναό να προσκυνήσεις τον ουράνιο θεό Απόλλωνα”. - Τότε απάντησε η Αγία: “Ναι, θα προσκυνήσω το Θεό τον ουράνιο”. Ο άρχοντας χάρηκε, γιατί νόμισε, ότι θα προσκυνήσει το είδωλο. Την οδηγήσαν στο ναό με τιμή. Η Αγία απευθύνθηκε στο άγαλμα του Απόλλωνα περίπου έτσι:: “Σε διατάσσω, εν ονόματι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, να πέσεις και να γίνεις συντρίμμια”. Αμέσως το είδωλο έπεσε σε κομμάτια. Οι περισσότεροι παριστάμενοι δόξαζαν τον Θεό της Χριστίνας, ενώ πάμπολλοι πιστέψαν σ’ Αυτόν. Ο άρχοντας έμεινε άφωνος από την λύπη του και ξεψύχησε. Ο αντικαταστάτης του φυλάκισε την Αγία, έως ότου ψηφίσουν άλλον άρχοντα. Έπειτα από λίγες ημέρες, ο νέος άρχοντας, Ιουλιανός, διέταξε να την ρίξουν μέσα σε αναμένο καμίνι, όπου και παρέμεινε πέντε μέρες. Η Μάρτυς, από τη θέση αυτή, έψαλλε μαζί με Αγγέλους, δοξάζοντας κι ευχαριστώντας τον Θεό, με μεγάλη φωνή. Οι στρατιώτες, που την φρουρούσαν, ακούγοντας τις ψαλμωδίες, φοβήθηκαν κι αναφέρθηκαν στον τύραννο. Πρόσταξε τότε αυτός να την ανοίξουν την έκτη ημέρα και η Αγία βγήκε από αυτήν ολοζώντανη. Μια μέρα μετά ο Ιουλιανός διέταξε τον φροντιστή των θηρίων, πιο αναίσθητο και από τα θηρία, να φέρει δυο ασπίδες, δύο έχιδνες και δύο άλλα φοβερά φίδια Τα πιο φαρμακερά φίδια τα έφεραν και τα άφησαν δίπλα την Αγία. Λυτά, όχι μονάχα δεν την δάγκωσαν, αλλά έδειξαν προς αυτήν ευσπλαχνία! Ο τύραννος όμως, πιο θηριώδης και από τα θηρία, μάλωνε τον υπηρέτη των θηρίων και του έλεγε να τα ερεθίσει, εναντίον της Αγίας. Τα θηρία εξαγριώθηκαν και επετέθησαν εναντίον του φύλακα, που τον θανατώσαν. Τότε η Αγία προσευχήθηκε στον Κύριο: “Δέσποτα, ζωοδότη, Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που ανέστησες το Λάζαρο, άκουσε και την δούλη σου και ανάστησε αυτόν τον άνθρωπο, για να δοξασθεί το Πανάγιο όνομά σου και να πιστέψουν αυτοί που παρακολουθούν, ότι συ είσαι ο μόνος, που κάνει θαυμάσια”. Έπειτα σφράγισε τον νεκρό η Αγία με το σημείο του σταυρού, λέγοντας: “Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού σήκω!”. Κι ο νεκρός αναστήθηκε δοξάζοντας τον Θεό και την Αγία. Ο τύραννος, νομίζοντας μαγεία το θαύμα, διέταξε να κόψουν τους μαστούς της. Η Χριστίνα υπέμενε καρτερικά και σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό προσευχόμενη. Έπειτα τη φυλάκισαν αιμόφυρτη. Την επισκεφθήκαν όμως πολλές γυναίκες και την παρηγορούσαν με εκδηλώσεις συμπάθειας στους πόνους της. Η Αγία και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές τις δίδασκε και πολλές πιστέψανε στο Χριστό. Το πρωί της άλλης ημέρας διέταξε ο τύραννος και τη φέρανε στο μέσον και της διέταξε να προσκυνήσει τους θεούς. Εκείνη και πάλι αρνήθηκε σθεναρά. Τότε διέταξε τύραννος να κόψουν την γλώσσα της. Όταν της κόψαν τη γλώσσα, την πήρε η Αγία στο δεξί της χέρι και την πέταξε στο πρόσωπο του άρχοντα, που τυφλώθηκε αμέσως. Αλλά και φωνή βγήκε από το στόμα της, που έλεγε στον τύραννο: “Ιουλιανέ άπιστε, επειδή έκοψες την γλώσσα μου, που ευλογεί τον Κύριον, έχασες και συ το φως σου δίκαια, άδικε”. Τότε ο τυφλός διέταξε δύο στρατιώτες να την θανατώσουν. Ο ένας την πλήγωσε στην καρδιά, με το τόξο του και ο άλλος στα πλευρά και έτσι τελείωσε η Αγία. Αλλά ο τύραννος, πηγαίνοντας τυφλός στο σπίτι του, δέχθηκε την οργή του Θεού και πέθανε με φριχτούς πόνους. Η Αγία, παρέδωσε το πνεύμα της την 24ην Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'.
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ, 
ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων,
σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 







Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ

Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε προάστιο της Ρώμης το 117 μ.Χ., επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν οι Έλληνες Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από θερμή προσευχή. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των φτωχών της γειτονιάς της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση, που τη βοήθησε στο ευαγγελικό της έργο. Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία έχασε και τους δύο γονείς της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της, διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποίησε όλη της την περιουσία, αποδίδοντας τα έσοδα σε φτωχούς, χρηματοδότησε την κατασκευή ενός ιδρύματος για άπορες της Ρώμης και αφιέρωσε το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δόθηκε ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκοντας σε σπίτια γυναίκες, παιδιά, διακονώντας αδυνάτους. Μάλιστα με τον καιρό επεξέτεινε τη δράση και σε γειτονικές περιοχές και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Αυτό ακριβώς το ευαγγελικό έργο της Αγίας, έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά εκείνη έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να αποκηρύξει το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε ευκαιρία την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της, ελευθερώνοντάς την από τα δεσμά της. Η Παρασκευή, τις επόμενες μέρες, ενώπιον του Αυτοκράτορα, έμεινε πάλι σταθερή. Ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο: Ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν το πίστεψε και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα, τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Αυτοκράτορα που δεν πίστευε ότι το λάδι ήταν καυτό. Αποτέλεσμα, η τύφλωση του Αντωνίνου. Η Παρασκευή, όμως, με θαυματουργικό τρόπο, άμεσα, θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών, και θεραπεύτρια των οφθαλμολογικών παθήσεων. Γι’ αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε, αλλά και μέχρι τις μέρες μας. Μετά το γεγονός αυτό ο Αντωνίνος απελευθέρωσε την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για την εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». [Αρκετοί μάλιστα ιστορικοί πιθανολογούν ακόμη και τη βάπτισή του.] Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα. Κατά τον συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Αγία Παρασκευή συνέχισε να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός Ιταλίας. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, στην περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, διαδόχου του Αντωνίνου, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο ναός της. Έτσι και οδηγήθηκε, αρχικά στον Ασκληπιό, άρχοντα της Θεσσαλίας, ο οποίος την έρριξε σε λάκο με φίδια. Όμως η Αγία δεν έπαθε το παραμικρό. Τότε ο Ασκληπιός μαθαίνοντας και τη θαυματουργική χάρη που είχε η Αγία μεταξύ των Χριστιανών, αποφάσισε να την ελευθερώσει. Όμως, η Αγία συνελήφθη εκ νέου από άλλον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας. Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Χριστιανοί περιμάζεψαν και κήδεψαν το σεπτό σκήνωμά της. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.

Τὴν σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον, εργασαμένη φερώνυμε, τὴν ομώνυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ αθλοφόρε· όθεν προχέεις ιάματα, καὶ πρεσβεύεις υπὲρ των ψυχών ημών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:



Ο Άγιος Θεόφιλος, ο Ζακυνθινός, νεομάρτυς εν Χίω 24.7 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Θεόφιλος, ο Ζακυνθινός, νεομάρτυς εν Χίω 24.7

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου


 


Ο Άγιος καταγόταν από την Ζάκυνθο και ήταν ναυτικός. Συνέβη κάποτε, κατά διαβολικά συνέργεια, να μαλώσει με τον καπετάνιο του και, ενώ βρισκόντουσαν στην Χίο , να φύγει από το καράβι. Ένας τούρκος καπετάνιος που το έμαθε, ήθελε να τον πάρει στο δικό του καράβι. Όμως ο άγιος με κανένα τρόπο δεν ήθελε να εργαστεί με τούρκο καπετάνιο, διότι τους αποστρεφόταν και αντιδρούσε έντονα στις πιέσεις του. Προσβλήθηκε τότε και οργίστηκε ο τούρκος καπετάνιος και τον συκοφάντησε λέγοντας πώς φορά τούρκικο φέσι ενώ είναι ρωμιός.

Έτσι με άλλους τούρκους τον οδήγησαν μπροστά στον κριτή. Ο δικαστής αποφάσισε πως πρέπει να γίνει μωαμεθανός. Ο άγιος φώναζε : Εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστό μου ποτέ, Αυτόν πιστεύω, Αυτόν ομολογώ . Εκείνοι προσπαθούσαν με κολακείες , με ταξίματα, με φοβέρες να τον καταφέρουν να αλλαξοπιστήσει , χωρίς αποτέλεσμα όμως. Τότε τον έπιασαν και του έκαμαν το ''σουνέτι'' δηλαδή περιτομή δια της βίας. Κάποιος μάλιστα άνθρωπος του Σουλτάνου , που έτυχε να βρίσκεται στην Χίο, τον πήρε μαζί του για να τον κάνει δώρο στον Σουλτάνο , διότι ήταν όμορφος και νέος.

Ο ευλογημένος Θεόφιλος παρακαλούσε με δάκρυα τον Θεό να του δείξει δρόμο να φύγει από τα χέρια τους. Πράγματι κάποια νύχτα που πήγαν στο τζαμί να προσκυνήσουν, τον άφησαν μόνο στο σπίτι. Αρματώνοντας τον εαυτό του με το σημείο του σταυρού, έφυγε και κρύφτηκε κάπου. Μόλις επέστρεψαν και δεν τον βρήκαν, άναψαν φανάρια κι άρχισαν να τον ψάχνουν παντού. Ο Θεός όμως τον σκέπαζε και δεν τον βρήκαν. Μετά από τρεις μέρες πείνασε και βγήκε τα μεσάνυχτα και πήγε στο σπίτι του καπετάνιου του, όπου του έδωσαν τροφή και πάλι κρύφτηκε σε μια εκκλησία. Βρίσκοντας, λίγο αργότερα, μια ευκαιρία διέφυγε στη Σάμο αλλά πάλι επέστρεψε, ζητώντας τον καπετάνιο του για να ταξιδέψει μαζί του. Τον είδαν όμως οι Τούρκοι , όρμησαν, τον άρπαξαν, τον οδήγησαν στον δικαστή και ορκίζονταν πως έγινε μουσουλμάνος. Επειδή ο Άγιος κυριολεκτικά φώναζε : Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω ν’ αποθάνω, ο κριτής τον καταδίκασε στον δια πυράς θάνατο. Φορτωμένο με τα ξύλα της φωτιάς που θα τον έκαιγε τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης. Ακόμα και την τελευταία στιγμή προσπαθούσαν να τον αλλάξουν, ο άγιος όμως φώναζε: Δεν αρνούμαι τον Χριστό μου, Χριστιανός είμαι, Χριστιανός επιθυμώ να αποθάνω, τί χασομεράτε; Τότε άναψαν μια τεράστια φωτιά, για να τον κάψουν. Ο άγιος μάρτυς κάνοντας την προσευχή του και το σημείο του σταυρού και λέγοντας Εις χείρας Σου , Χριστέ μου, παραδίδω την ψυχήν μου, μπήκε μόνος του μέσα στη φωτιά και έτσι τελειώθηκε, σε ηλικία μόλις 18 ετών.

   Όταν έσβησε η φωτιά οι Χριστιανοί ζήτησαν, δίνοντας πολλά χρήματα, να πάρουν όσα λείψανα του αγίου μάρτυρος είχαν μείνει και τα κατέθεσαν στον ναό του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς 24 Ιουλίου + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κων/νο Οικονόμου

    Η Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς 24 Ιουλίου + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κων/νο Οικονόμου     Η Αγία Χριστίνα έζησε στους χρόνους του βασιλέως Σεβ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....