Ετικέτες - θέματα

23.7.26

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Η Αγία Παρασκευή [26.7] και τα Θεσσαλικά Τέμπη +ΒΙΝΤΕΟ

Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


 

H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε προάστιο της Ρώμης το 117 μ.Χ., επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν οι Έλληνες Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από θερμή προσευχή. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των φτωχών της γειτονιάς της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση, που τη βοήθησε στο ευαγγελικό της έργο. Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία έχασε και τους δύο γονείς της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της, διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποίησε όλη της την περιουσία, αποδίδοντας τα έσοδα σε φτωχούς, χρηματοδότησε την κατασκευή ενός ιδρύματος για άπορες της Ρώμης και αφιέρωσε το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δόθηκε ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκοντας σε σπίτια γυναίκες, παιδιά, διακονώντας αδυνάτους. Μάλιστα με τον καιρό επεξέτεινε τη δράση και σε γειτονικές περιοχές και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Αυτό ακριβώς το ευαγγελικό έργο της Αγίας, έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά εκείνη έμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να αποκηρύξει το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε ευκαιρία την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της, ελευθερώνοντάς την από τα δεσμά της. Η Παρασκευή, τις επόμενες μέρες, ενώπιον του Αυτοκράτορα, έμεινε πάλι σταθερή. Ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο: Ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν το πίστεψε και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα, τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Αυτοκράτορα που δεν πίστευε ότι το λάδι ήταν καυτό. Αποτέλεσμα, η τύφλωση του Αντωνίνου. Η Παρασκευή, όμως, με θαυματουργικό τρόπο, άμεσα, θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών, και θεραπεύτρια των οφθαλμολογικών παθήσεων. Γι’ αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε, αλλά και μέχρι τις μέρες μας. Μετά το γεγονός αυτό ο Αντωνίνος απελευθέρωσε την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για την εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». [Αρκετοί μάλιστα ιστορικοί πιθανολογούν ακόμη και τη βάπτισή του.] Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα. Κατά τον συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η Αγία Παρασκευή συνέχισε να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός Ιταλίας. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, στην περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, διαδόχου του Αντωνίνου, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες, στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο ναός της. Έτσι και οδηγήθηκε, αρχικά στον Ασκληπιό, άρχοντα της Θεσσαλίας, ο οποίος την έρριξε σε λάκο με φίδια. Όμως η Αγία δεν έπαθε το παραμικρό. Τότε ο Ασκληπιός μαθαίνοντας και τη θαυματουργική χάρη που είχε η Αγία μεταξύ των Χριστιανών, αποφάσισε να την ελευθερώσει. Όμως, η Αγία συνελήφθη εκ νέου από άλλον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας. Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Χριστιανοί περιμάζεψαν και κήδεψαν το σεπτό σκήνωμά της. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.

Τὴν σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον, εργασαμένη φερώνυμε, τὴν ομώνυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ αθλοφόρε· όθεν προχέεις ιάματα, καὶ πρεσβεύεις υπὲρ των ψυχών ημών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:



22.7.26

Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 


Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Θησέας και Κένταυροι

Λέγαμε στο προηγούμενο άρθρο μας για τη μυθική Θεσσαλία πως ο Ιξίων  απ’ τη Νεφέλη, το ομοίωμα δηλαδή της Ήρας, γέννησε τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα.

   Οι Κένταυροι κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς: Σύμφωνα μ’ αυτήν, όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισσας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγροτικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόντιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στο μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»), επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων.

 

Κένταυρος Χείρων και Αχιλλέας
   Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μετα-ομηρικής εποχής, τους εντοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο κυνηγημένους από τον Ηρακλή, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα.

   Η Κενταυρομαχία:  Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους. Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, την κόρη του Άτρακα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Αυτός όμως ο γάμος έμελλε να είναι η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου Λαπιθών- Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία. Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους κενταύρους, ο Ευρυτίων, έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς. Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο.

Κενταυρομαχία

 Άλλοι ήρωες της  Κενταυρομαχίας:
Πλησιάζοντας στο τέλος της εποχής των Λαπιθών αξίζει να γίνει μια απλή αναφορά στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές - ήρωες της Κενταυρομαχίας. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος, καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’ τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος, Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.

Κένταυρος Χείρων

 

Ο Χείρων διδάσκων
   Αναφερθήκαμε και πρωτύτερα στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων, σημειώνοντας παράλληλα και την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών.  Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας, Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας. Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως το θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.


Μὲ τὸν πεζόβολο (1907) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης κείμενο- AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Μέ τόν πεζόβολο (1907) Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

κείμενο- AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.

Εἰς ποῖον ἄλλον θὰ ἥρμοζε, καὶ διὰ στόματος τίνος θὰ ἐμέλπετο καταλληλότερον ἡ ἐπῳδὸς αὐτή, παρὰ διὰ στόματος τοῦ φίλου μας Τριαντάφυλλου τοῦ κηπουροῦ; Γυμνόπους καθὼς ἦτον ὅλην τὴν ζωήν του, πότε νὰ φυτεύῃ καὶ νὰ σκαλίζῃ, ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην, μὲ τὸν πεζόβολον* ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβὰν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην… Ἵστατο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐνήδρευε, κατεσκόπευε τὰ κοπάδια τῶν μικρῶν ὀψαρίων νὰ βόσκουν εἰς τὸν πάτον, νὰ πλέουν εἰς τὸν ἀφρόν, κοντὰ εἰς τὴν ἄμμον ἔξω, εἶτα, ὡς ἐπιδέξιος τοξότης, ἔτεινε τὸν πεζόβολον, τὸν ἐξεσφενδόνιζε ταχύς ― καὶ ποῦ νὰ φύγουν τὰ ταλαίπωρα τὰ μικρὰ ψαράκια ἀπὸ τοὺς βρόχους του τοὺς φονικούς;

Εἶτα ἐθαλάσσωνεν ἕως τὸ γόνα, ἔδραχνεν ἠρέμα τὸν πεζόβολον ἀπὸ τὴν κορυφήν, τὸν ἀνέβαζε, τὰ βρόχια μὲ τὰς μολυβήθρας ἔπιπτον κάθετα, τὸν ἔσυρεν ἔξω καὶ τὸν ἐτίναζεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, τρία βήματα ἀπὸ τὸ κῦμα. Ἐπήδων, ἤσπαιρον, ἔστιλβον μὲ λέπια ἀργυρᾶ τὰ καημένα τὰ ψαράκια, καὶ λαχταριστὰ ἀκόμη ὁ Τριαντάφυλλος μὲ τὸν τορβὰν τὰ ἔφερεν εἰς τὸν κῆπόν του. Ἐκεῖ ἤναπτε φωτιάν, καὶ ἀφοῦ ἔρριπτεν ὀλίγον ἅλας, τὰ ἔψηνε· τὰ παιδάριά του τὰ μικρὰ τὰ ἥρπαζον μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, εἶτα ὁ πατὴρ τοὺς τὰ ἐμοίραζεν, ἔδιδε κ᾿ εἰς τὴν ἔγκυον γυναῖκα του, ἔτρωγε κι αὐτός, προσέφερε καὶ εἰς τοὺς παρατυχόντας πελάτας ἢ ἐπισκέπτας τοῦ περιβολίου.

Ἦτο δειλινὸν ἀκόμη. Ὕστερα ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ὀλίγον ἀκόμη, κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ βουνόν, νὰ βασιλέψῃ. Εἶτα ὁ κηπουρὸς ἤντλει νερὸν ἀπὸ τὴν πλατεῖαν γούρναν, τὴν ἀντὶ φρέατος, ἐγέμιζε τὴν στέρναν, τὴν ἀπέφραττεν, ἀπέλυε τὸ νερόν, τὸ ἐμοίραζε στ᾿ αὐλάκια, καθὼς πρὸ μικροῦ εἶχε μοιράσει τὰ μισοψημένα ψαράκια εἰς τὰ τεκνία του. Μὲ τὴν τσάπαν καὶ μὲ τοὺς πόδας τοὺς γυμνούς, μὲ τὰς χεῖρας τὰς τυλώδεις, ἐβάθυνεν, ἔφραττεν, ἄνοιγεν αὐλάκια, κατεύθυνε τὸ νερόν, κ᾿ ἐπότιζεν ὅλα τὰ λάχανα τοῦ κήπου του.

Εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:

Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.

Τὸ δίστιχον αὐτό, τὸ χοριαμβικὸν ἢ χωλιαμβικόν, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα (λ.χ. «Πάπια τοῦ γιαλοῦ, ― μὴν ἀγαπᾷς ἀλλοῦ», καί, Ἄστρο τῆς αὐγῆς ― πῶς ἄργησες νὰ βγῇς»), ἴσως συμπληρώνουν τὸν ρυθμόν, ὅπως καὶ ποικίλλουν τὴν μονοτονίαν, κατόπιν τῆς περιττῆς συλλαβῆς τοῦ πολιτικοῦ στίχου, μετὰ τὸν ὁποῖον ἔρχονται ὡς ἐπῳδός. Πλὴν τί λέγω;

Μήπως ὅλα τὰ λυρικὰ μέτρα δὲν πρέπει νὰ εἶν᾿ ἐλεύθερα, κατὰ συνθήκην ὑπηρετοῦντα τὸ μέλος, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν ἀρχαίαν χορικὴν ᾠδὴν καὶ εἰς τὴν ψαλμῳδίαν τῆς ἐκκλησίας μας ― μὲ τὰς στροφάς, ἀντιστροφὰς ἢ εἱρμοὺς καὶ τροπάρια, καὶ μὲ τὰς ἐπῳδοὺς ἢ καταβασίας;

*
* *

Ὕστερα, ὅταν ὁ ἥλιος εἶχε κρυβῆ ὄπισθεν τοῦ βαθυπρασίνου βουνοῦ ἀντικρύ, φέρων πρόωρον νύκτα εἰς ὅλα τὰ δροσερὰ ἀνθισμένα παράλια, ἤρχοντο εἰς τὸν κῆπον, σχεδὸν τακτικὰ τὴν ὥραν αὐτήν, συνοδεύουσαι τὰ παιδία, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀφελεῖς κι ἀνοιχτόκαρδες, οἱ παραμάννες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον. Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του, σικυοειδῶν ἢ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἐπώλει ἢ προσέφερεν εἰς αὐτάς, φιλεύων ἐλευθερίως τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ὅμως, αὐστηρᾶς ἀνατροφῆς συνήθως, εἶχον διαταγὴν τῶν γονέων νὰ μὴ βάζουν τίποτε εἰς τὸ στόμα των. Οἱ παραμάννες ὅμως δὲν ἦσαν ὑπὸ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Ἤκουον γελῶσαι τοὺς ἀστεϊσμοὺς τοῦ Τριαντάφυλλου, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμίλιας* του ―μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς, σιωπηλῆς― καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο.

Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δεκαπεντοῦτιν, τὴν ἐνουθέτησεν ἐφάπαξ καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς: «Κοίταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, ἔχω ἕνα ἐλάττωμα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα, ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κοίταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπαίνῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί».

Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μακαρία ἡ ὥρα· τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὰ γυναικούλα τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ.

Κατόπιν ἀπὸ τὰς παραπαίδας καὶ τὰ μικρά, συχνὰ ἤρχοντο ζητοῦντες ἀναψυχὴν ἐκεῖ τ᾿ ἀφεντικὰ καὶ οἱ κυράδες, καὶ ὅλους τοὺς ἐπεριποιεῖτο μὲ ἁπλότητα ὁ ἄξιος κηπουρός. Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας, ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερὰ καὶ μυροβόλα.

*
* *

Ἔπειτα, τὰς Κυριακὰς τὸ πρωί, συνήθως ὁ Τριαντάφυλλος ἐφόρτωνε τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ κηπουρικὰ προϊόντα, κ᾿ ἐπήγαινεν εἰς τὸ χωρίον διὰ νὰ πωλήσῃ. Διήρχετο τοὺς πρώτους δρομίσκους μὲ τὰς ἀραιὰς οἰκίας, κ᾿ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀγοράν. Εἰς κάθε δεκάδα κολοκυθιῶν ἢ τριακοντάδα μπαμιῶν, εἰς κάθε μισὴν ὀκὰν τομάτες ποὺ ἐπώλει, ἔρριπτεν ἕνα ἀστεϊσμὸν εἰς τὴν προκύπτουσαν ἀπὸ τὸν χαμηλὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας πελάτιδα, εἰς πᾶσαν δεκάραν τὴν ὁποίαν εἰσέπραττεν, ἐσφενδόνιζεν ἄκακόν τινα βωμολοχίαν πρὸς τὸν ἀγοραστήν.

Εἰς τοὺς κεντρικωτέρους δρομίσκους, γύρω εἰς τὴν ἀγοράν, ἐκεῖ ἀντίκρυζεν ἕνα ἀνταγωνιστὴν εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸν Ἀντώνην τὸν Κανταράκιαν, μὲ τὸν ὄνον του καταφορτωμένον. Εὔθυμος ἐπίσης ἦτο, ἀλλὰ μόνον κάποτε ὀλίγον «ζόρικος». Τὸν γάιδαρόν του τὸν εἶχε μάθει ὑπακοὴν καὶ γυμναστικήν, ἀκόμη καὶ «γνῶσιν», καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος. Ἐπροπορεύετο τὸ ζῷον, ἠκολούθει συνήθως ὁ κύριός του. Εἶτα, ὅταν ἤθελε νὰ τὸ σταματήσῃ, αἴφνης ἔκραζε:

― Βρὲ σύ, στάσου!

Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἵστατο.

Ἄλλοτε, ὅταν μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὄνου, καμμία πελάτις κατερχομένη ἀπὸ οἰκίαν ἐπαρουσιάζετο, ὁ Ἀντώνης ἐφώναζε:

― Βρὲ σύ, μεταβολή! ἔλα δῶ.

Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἐγύριζε, κ᾿ ἤρχετο πίσω.

Ὅταν ὅμως συνέβαινε νὰ προπορεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὄνου, τότε τὸν ἔκραζε:

― Ἔλα γλήορα, βρέ!

Καὶ τὸ ζῷον ἐτάχυνε τὸ βῆμα καὶ τὸν ἔφθανεν.

Ὅλ᾿ αὐτὰ εἶχον κάμει ἀρκετὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ πλῆθος, κι ὁ κὺρ Ἀντωνάκης ὁ Ρήγας, ἔξυπνος δικολάβος τοῦ τόπου, εἶχεν ἀναγγείλει ὅτι ἐπροτίθετο νὰ συντάξῃ ἐγκώμιον εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ ὄνου. Τέλος, ὅταν εἶχε ξεπουλήσει ὁ Κανταράκιας, ἔμβαινεν εἰς καπηλεῖον διὰ νὰ πιῇ, μαζὶ πάντοτε μὲ τὸν ἀνταγωνιστήν του Τριαντάφυλλον καὶ μὲ ἄλλους τριάντα φίλους (καθὼς ἔλεγεν ὁ εἰρημένος κὺρ Ἀντωνάκης) τὰ μισὰ τὰ λεπτὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχεν εἰσπράξει. Τότε ἔδιδεν αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τὸν γάιδαρόν του:

― Νὰ σταθῇς, βρὲ σύ, ἐδῶ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ νὰ μὴν κουνηθῇς. Τ᾿ ἀκοῦς;

Καὶ τὸ ζῷον ἐδείκνυεν ἐν τῷ ἅμα σχῆμα ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς.

―Ὁλόρθα τ᾿ αὐτιά σ᾿! μὴν τὰ κατεβάζῃς.

Ὁ ὄνος ὤρθωνε τὰ ὦτα, κ᾿ ἔμενεν ἐπὶ ὥρας πράγματι ἀκίνητος.

*
* *

Ἄλλος ἀντίζηλος τοῦ Τριαντάφυλλου εἰς τὰ χωρατά, πλὴν μόνον ἐν καιρῷ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἦτον ὁ Γιάννης ὁ Κούκιας. Ὁ δυστυχὴς οὗτος, μὲ τὸ ἕνα χέρι, τὸ ἀριστερόν, ποὺ εἶχεν, ἔκαμνεν ἀρκετὰ καλὰ τὶς δουλειές του. Ἔβοσκε πρόβατα, κ᾿ ἐκαλλιέργει χωράφια. Χηρεύσας μὲ δύο ὀρφανά, εἶχε λάβει δευτέραν γυναῖκα.

Ἐν εἴδει κοσμικῆς πανηγύρεως, καὶ σχεδὸν ὡς ἀποκριάτικη ἑορτή, διεξήγετο ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν εἰς τὸ χωρίον. Τὰ δύο «μπουλούκια» σπανίως ἔφθανον μέχρι τραγικοῦ τόνου εἰς τὰς ἐκδηλώσεις των· συνήθως ἐχόρευον ἀντικρὺ ἀλλήλων εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς ἀγορᾶς, καὶ πότε περιήρχοντο μὲ φωνὰς καὶ μουσικὰ ὄργανα τοὺς μαχαλάδες. Τὸ μόνον στοίχημα ποὺ ἔβαζαν, ἢ μᾶλλον, τὸ τάξιμο ποὺ ἔκαμναν μερικοί, ἦτο, ἂν κερδίσῃ τὸ κόμμα τους, εἰς τὰ ἐπινίκια νὰ χορεύσουν ξυπόλυτοι καὶ ὄχι ὑποδεδεμένοι.

Τώρα, ὁ Κούκιας μὲ τὸν Τριαντάφυλλον συνέπιπτε πάντοτε νὰ εἶναι ἀπὸ δύο κόμματα. Πῶς τοῦτο; Ἴσως, ὅταν τὸ ἓν κόμμα ἐξησφάλιζε τὴν κατοχὴν τοῦ ἑνός, ἄφηνε τὸν ἄλλον νὰ τὸν νέμεται τὸ ἄλλο κόμμα, ἢ ἴσως καὶ αὐτὰ τὰ δύο ἄτομα οὕτω ἤθελον, ἐπειδὴ ἀλλοιῶς «δὲν θὰ εἶχε χάζι». Καὶ τὸ πᾶν ἦτο πῶς «νὰ κάμουν χάζι».

Λοιπὸν ἐχόρευεν ὡς ἀρκούδα ὁ Κούκιας, ἢ ἐφώρμα ὡς καραμάνης* τάχα κατεπάνω εἰς τὸν Τριαντάφυλλον. Ὁ δεύτερος ἀπήντα διὰ κωμικοῦ μορφασμοῦ καὶ γρυλισμοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τόσα «κατσαμάκια»*, ὥστε ὁ πρῶτος δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν φθάσῃ. Τότε ὁ Κούκιας ἐμυκᾶτο τρομακτικὰ ὡς ταῦρος, καὶ ὁ Τριαντάφυλλος ἐσφύριζε τὰ προστάγματα τῶν βουκόλων, δι᾿ ὧν ἐζήτει τάχα νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Κούκιαν εἰς τὴν μάνδραν του. Πλατεῖς γέλωτες διέτρεχον ὅλας τὰς τάξεις ἀπὸ τὰς δύο ὁμάδας, καὶ ὅλοι ἔμενον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν παράστασιν.

*
* *

Καὶ ὅμως, τίς νὰ τὸ ἔλεγε; Αὐτὸς ὁ τόσον εὔθυμος ἄνθρωπος καὶ φαιδρός, ἐπέσυρε τῆς συμφορᾶς τὴν σκληρὰν μάστιγα. Εἶδε τὴν δυστυχίαν, τὴν νόσον καὶ τοὺς θανάτους νὰ πλήττουν τὴν μικρὰν καλιάν του, εἰς τὴν ἀγροτικὴν καλύβην τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει παρὰ τὸν φράκτην εἰς τὴν ἄκρην τοῦ κήπου.

Ἡ φαμίλια του, ἐκείνη ἡ μικρὰ σιωπηλὴ γυναικούλα, ἀφοῦ ἐγέννησεν ἓν ἀκόμη τέκνον, ἀρρώστησε καὶ ἀπέθανεν. Εἶτα τὸ νεογνὸν αὐτὸ ἐπῆγε κατόπιν της, ὡς νὰ ἤλπιζε νὰ εὕρῃ θάλπος εἰς τὰ νεκρωμένα στήθη. Εἶτα δύο ἄλλα παιδία, τὸ ἓν τριῶν ἐτῶν, τὸ ἄλλο πέντε, αὐτὰ ἐκεῖνα ποὺ ἥρπαζαν τὰ ψαράκια μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, ἔπεσαν κι ἀπέθαναν.

Ἄχνη μελαγχολίας ἐπεκάθισεν εἰς τὴν ἡλιοκαῆ ὄψιν τοῦ φαιδροῦ κηπουροῦ, τοῦ πεζοῦ ἁλιέως. Δύο μαῦροι λακκίσκοι ὑγροὶ ἐσκάφησαν ὑπὸ τὰ βλέφαρά του, ἐνῷ δύο ἴχνη γελαστικοῦ μορφασμοῦ ἐφαίνοντο ἀκόμη περὶ τὸ στόμα του.

― Μ᾿ ἐμάδησε ἡ μπόρα, εἶπε, σὰν τριαντάφυλλο ποὺ εἶμαι.

Καὶ μετὰ καιρὸν ὕστερον, εἰς τὰς παρηγορίας τῶν φίλων, ἀπεκρίνετο:

― Μοῦ ἔρριξε ὁ Χάρος τὸν πεζόβολο!

(1907)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ AUDIOBOOK:


21.7.26

Νικητές Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

 Νικητές


Στιγμιότυπο οθόνης (428).jpg

«Φρόνιμα και ταχτικά

πάω μ’ εκείνον που νικά...»

Κώστας Βάρναλης


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


Στις επόμενες εκλογές δεν ξέρω ποια κυβέρνηση θα μαστορέψουμε με την ψήφο μας ούτε πόσα προβλήματα θα λύσουμε ή θα προσθέσουμε στη χώρα μας και στη ζωή μας… Ωστόσο, μέχρι τότε θα γελάσουμε πολλές φορές, θα εξοργιστούμε περισσότερες και στο τέλος είναι βέβαιο ότι θα κλάψουμε για άλλη μια φορά και θα καταριόμαστε την τύχη μας, αφού, ως γνωστόν, οι επιλογές μας είναι πάντοτε σωστές…

  Εδώ και καιρό παρακολουθούμε μια ασυνήθιστη κινητικότητα στην πολιτική ζωή του τόπου. Κόμματα ιδρύονται, κόμματα διαλύονται και δεν ξέρεις με ποιο ρήμα να χαρείς: με το «ιδρύονται» ή με το «διαλύονται»; Χώρια που σε τυραγνάει και μια εύλογη απορία αν υπάρχουν τόσες ιδεολογίες που να δικαιολογούν τη γέννηση ή την ύπαρξη όλων αυτών των κομμάτων. (Όσοι έχετε την ίδια απορία ελάτε να μαζευτούμε να κάνουμε κι εμείς το κόμμα της απορίας… Το χαρτί απορίας μάς το ετοιμάζουν άλλοι…). 

  Ακόμη πιο ασυνήθιστη είναι η κινητικότητα πολιτικών, πολιτευτών και άλλων τινών που αγωνιωδώς αλληλοσπρώχνονται και αλληλοστριμώχνονται, μετατρέποντας την πολιτική ζωή σε πολύβουη εμποροζωοπανήγυρη (ή γομαροπάζαρο…). 

«Αρχινάει στα Τρίκαλα, Λιάκο μ’, το παζάρι…».

Είμαι άξιο στέλεχος, ποιο κόμμα θα με πάρει;

  Ευρωβουλευτής ο άλλος (τον τίμησε το κόμμα του και προπαντός εκείνοι που τον ψήφισαν) και βολιδοσκοπούσε να προσχωρήσει σε νέο, υπό δημιουργία κόμμα. Όταν τον πήραν μυρωδιά (παράγεται μπόχα, πώς να κρύψεις τη μπόχα;) και τον διέγραψαν, προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ και εμφανίστηκε στην τηλεόραση με πράσινη γραβάτα (και χωρίς να κοκκινίζει) να αναπτύσσει τις θέσεις του, δηλαδή πώς θα μας σώσει.

  Τι περιμένεις, έρμε ψηφοφόρε, απ’ αυτό το γελαστό παιδί (ονόματα δε λέμε, Φαραντούρης το επώνυμο), να σε ξαναγελάσει πάλι; 

  Τι θα πεις, ορέ Φαραντούρη, στους ψηφοφόρους σου; Ξέρω τι θα πεις:    

«Τον γκαβό στο στραβοχώρι πρωτομάστορα τον κάνουν». 

  Η Τζάκρη από το ΠΑΣΟΚ πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ, από εκεί στους Δημοκράτες και τώρα, πρασινοφορεμένη πάλι, ετοιμάζεται για το ΠΑΣΟΚ. Λες και είναι φεριμπότ στη γραμμή Ρίο-Αντίρριο… «Δεν έφυγα ποτέ από τη δημοκρατική παράταξη και πάντα υπηρετώ τον πατριωτικό σοσιαλισμό» δήλωσε η ίδια. Θοδώρα, ούτε εγώ έφυγα ποτέ από το Μαρκελέσι Αργιθέας κι ας μην ξέρω ποιον σοσιαλισμό υπηρετώ… Τέλος πάντων, δε βγάζεις άκρη με τη Τζάκρη και με πολλούς άλλους ανάλογης πολιτικής συμπεριφοράς.

  Οι παραπάνω αναφέρονται ενδεικτικά ως παραδείγματα κομματικής μετακίνησης. Ίσως ο Μπίστης να αποτελεί την κορυφαία περίπτωση, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ξέρω πού βρίσκεται κομματικά, ενδεχομένως να μην ξέρει κι ο ίδιος... Πάντως, οι πολιτικοί   

γυρολόγοι αυξήθηκαν επικίνδυνα τελευταία, όπως οι λαγοκέφαλοι στη θάλασσα. Όμως, ακόμη πιο επικίνδυνοι είναι οι μ’σουκέφαλοι στη στεριά (μ’σουκέφαλους είναι ο μισοκέφαλος, δηλαδή ο ανόητος, ο επιπόλαιος, κοινώς το κουτορνίθι). 

  Εκεί  που  δοκιμάζεις  για  τα  καλά τα νεύρα σου  είναι  όταν  ακούς  ή διαβάζεις τις 

δηλώσεις τους (με τις οποίες προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη στάση τους) κι όταν 

βλέπεις να γλείφουν εκεί που έφτυναν. Θα είχε πολλή πλάκα μια ανθολογία με τις δηλώσεις των ποικιλόχρωμων αυτών λουλουδιών της πολιτικής, με την οποία θα έσκαγαν στα γέλια και τα ποικιλόχρωμα (παρδαλά) κατσίκια… 

  Γιατί όλες αυτές οι μετακινήσεις; 

  Πρώτον (και σπουδαιότερον), γιατί θέλουν το βράδυ των εκλογών να είναι νικητές. Δεν τους νοιάζει αν θα έρθει πρώτο το κόμμα με το οποίο θα πολιτευτούν, αρκεί να μπουν στη Βουλή. Για την έδρα τους πρόκειται… Γι’ αυτό, με απόλυτο τακτικισμό, επιλέγουν να πάνε με κόμμα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τους διασφαλίζει αυτή την προοπτική. Είδατε ποτέ κανέναν να πηγαίνει σε παράταξη που φαίνεται ότι μένει εκτός Βουλής; Πάει μ’ εκείνον που νικά… Τα είπε ο Βάρναλης παραπάνω, μην τα ξαναλέμε…

  Δεύτερον (κι ακόμη πιο σπουδαιότερον), έχουν καταλάβει ότι κι εμείς οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε και, αντί να αναζητήσουμε τους έντιμους και συνεπείς πολιτικούς, προτιμάμε τους κάθε λογής σαλτιμπάγκους και καταφερτζήδες. Διότι ο καταφερτζής, λέγω, αφού είναι καταφερτζής, κάτι θα καταφέρει και για εμάς τους αγνούς ψηφοφόρους του… (που ψηφίζουμε φρόνιμα, αλλά χωρίς φρόνηση…).

  Σε μια κατάσταση που δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τις καλές προθέσεις από τις κρυφές υστεροβουλίες, πολύ πιθανόν να αδικώ κάποιους πολιτικούς κι ασφαλώς δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Έχουν τον χρόνο να το απαντήσουν με τα έργα τους. Σε όσους ζορίζονται απ’ αυτά που γράφω, υπενθυμίζω απλώς τη γνωστή φράση:

  «Όποιος δεν αντέχει τη ζέστη να μην μπαίνει στην κουζίνα».

  Ας αφήσουμε τους πολιτικούς (αρκετά ζεμάτισαν τ’ αυτιά τους, είναι και καλοκαίρι) και να πάμε σ’ εμάς τους πολίτες. Μη νομίζετε ότι έχουμε καλύτερη συμπεριφορά. Κι εμείς θέλουμε να είμαστε νικητές ή με τους νικητές, παραβλέποντας ή λησμονώντας  ακόμη και τη βασικότερη αρχή που λέει ότι για να υπάρχουν νικητές πρέπει να υπάρχουν και ηττημένοι. Βέβαια, η νίκη είναι κίνητρο, επιθυμία και σκοπός για τους ανθρώπους. Πουθενά δεν πάμε για να χάσουμε (ούτε στο τάβλι, αν είναι δυνατόν), όμως, δεν υπάρχει κάτι που να το διασφαλίζει απολύτως αυτό. 

  «Εβγήκαν όλοι νικητές και χάσαν’ όλοι οι άλλοι» έλεγε σατιρικά ο Χάρρυ Κλυνν. Επομένως, οι ρόλοι αυτοί δεν είναι μόνιμοι, αλλά μπορούν να εναλλάσσονται κι από νικητές να βρεθούμε χαμένοι. Ας το έχουμε αυτό πάντοτε υπ’ όψιν μας, ώστε σε κάθε  περίπτωση νίκης να ερχόμαστε και στη θέση των ηττημένων, για να μετριάζουμε τους 

πανηγυρισμούς και την αλαζονεία μας. Η προκλητική διαχείριση της νίκης γεννά και γιγαντώνει την έχθρα, η οποία κάποια στιγμή καταλήγει σε σύγκρουση και βία. Σε μια τέτοια κοινωνία «θρήνησε τον νικητή μαζί με τον νικημένο…», όπως έγραφε κι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στους Πεζούς Ρυθμούς του. 

  Ας μην ξεχνάμε ότι 

απ’ το πολύ το ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ

πολλές φορές ΝΕΝΙΚΗΘΗΚΑΜΕΝ


αλλά και να ευχόμαστε

όλοι οι άνθρωποι να είναι νικητές στον αγώνα της ζωής, απέναντι στις αρρώστιες και στις δυσκολίες τους.



20/7/2026


18.7.26

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   


  ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Ο Γύγης, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν γιος του Δασκύλου και υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς της Λυδίας της δυναστείας των Μερμνάδων που βασίλεψε από το 717 ως το 680 π.Χ.

Ο ΓΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Ο Γύγης ήταν φίλος και μέλος της φρουράς του Κανδαύλη, βασιλιά της Λυδίας. Ο Κανδαύλης εκτός από συνηθισμένες συζητήσεις για σημαντικές υποθέσεις, ανάγκαζε τον Γύγη να ακούει τα εγκώμια για την γυναίκα του που θεωρείτο, τουλάχιστον απο το σύζυγό της, ως η πιο όμορφη που υπάρχει. Επειδή υπέθετε πως ο Γύγης δεν τον πίστευε, τού είπε να βρει τρόπο να την δει μόνος του γυμνή και να πειστεί! Ο Γύγης προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά ο βασιλιάς τον ανάγκασε. Ο Κανδαύλης λοιπόν έκρυψε τον Γύγη σ' ένα σημείο του δωματίου, ώστε να μην τον αντιληφθεί η γυναίκα του και έτσι ο Γύγης την είδε γυμνή. Η βασίλισσα τον αντιλήφθηκε και κατάλαβε πως έφταιγε ο άντρας της, όμως δεν πρόδωσε την ντροπή της και αποφάσισε σιωπηλά να πάρει εκδίκηση1. Εκείνη την νύχτα δεν αντέδρασε, αλλά το επόμενο πρωινό η βασίλισσα κάλεσε τον Γύγη. Ο Γύγης δεν υποψιάστηκε τίποτα επειδή δεν ήταν ασυνήθιστο να τον καλεί η βασίλισσα. Όμως, όταν έφτασε, η βασίλισσα του είπε πως έχει δύο επιλογές, ή να δολοφονήσει τον βασιλιά και να πάρει τη θέση του και εκείνη σύζυγό του ή να πεθάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ο Γύγης έμεινε άφωνος, αλλά στην συνέχεια ικέτεψε τη βασίλισσα να το ξανασκεφτεί. Όταν κατάλαβε πως η βασίλισσα ήταν ανένδοτη αποφάσισε να ζήσει. Έτσι δολοφόνησε τον Κανδαύλη μ' ένα μαχαίρι την νύχτα ενώ κοιμόταν και έγινε βασιλιάς. Στην αρχή οι Λυδοί εξοργισμένοι ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν, αλλά ένας χρησμός του Δελφικού Μαντείου τού επικύρωσε την εξουσία. Όταν νομιμοποιήθηκε στην εξουσία ο Γύγης έκανε πολλά δώρα στο μαντείο.


   ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΓΥΓΗΣ: Τον Πλάτωνα απασχολούσαν πάντοτε τα αντικρουόμενα ζεύγη καλού-κακού, ευτυχίας-δυστυχίας, γνώσης-άγνοιας, δικαιοσύνης-αδικίας, γενναιότητας-δειλίας, αρμονίας-δυσαρμονίας, κ.ο.κ., ενώ οραματιζόταν την κυριαρχία του αγαθού σε έναν ευτυχισμένο, αρμονικό κόσμο. Έτσι, ο Πλάτων, στο Β΄ βιβλίο της «Πολιτείας» του και με το στόμα του αδελφού του Γλαύκωνα, επινοεί ένα μύθο, που θυμίζει τον πραγματικό Γύγη και τον περίεργο τρόπο ανάρρησης στο θρόνο της Λυδίας. Ένας βοσκός του βασιλιά της Λυδίας ονόματι Γύγης, βρίσκει τυχαία ένα μαγικό δακτυλίδι μετά από δύο καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, την ώρα που έβοσκε τα πρόβατα του βασιλιά, έπιασε φοβερή καταιγίδα και έγινε τόσο δυνατός σεισμός, ώστε άνοιξε η γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κατέβηκε στο χάσμα που δημιουργήθηκε και εκεί μέσα στα σπλάχνα της γης, είδε ένα μεγάλο χάλκινο κούφιο άλογο. Από κάποια ανοίγματα στα πλευρά του κοίταξε μέσα του και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ξαπλωμένος ένας γιγαντιαίος νεκρός. Και το σημαντικότερο, φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δακτυλίδι. Ο Γύγης το πήρε και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια. Κάποια μέρα διαπίστωσε ότι το πολύτιμο εύρημά του είχε μία αξιοπερίεργη μαγική δυνατότητα. Περιστρέφοντας την πέτρα του [«σφενδόνην»], προς το εσωτερικό της παλάμης του, γινόταν αόρατος και εμφανιζόταν πάλι, γυρίζοντας το δακτυλίδι προς την αντίστροφη φορά! Ο απλοϊκός βοσκός είχε στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο! Μπορούσε να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός και χωρίς να τιμωρείται ή έστω να επιπλήττεται. Έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη κάτοχος μιας παράδοξης και απρόσμενης δύναμης, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, πάντα όμως υπό το βάρος μιας αδικίας, που μπορούσε, αν εκείνος ήθελε, να φτάσει κι ως το έγκλημα. 

 


  00

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ηρόδοτος, Ιστορία 1 Κλειώ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα: Ιούλιος 1994, σσ. 45-53.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Θεωρούνταν, άλλωστε, προσβλητικό ακόμα και για έναν άντρα να τον δουν γυμνό.

15.7.26

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα

κείμενο - AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

  Είχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί άφηναν ελεύθερα στην εξοχή τα ζώα τους να βόσκουν νύχτα μέρα, βόδια και άλογα μαζί.

«Εμείς να μην αφήσομε έξω τη γαϊδουρίτσα μας», είπε η Σμαράγδα στον άντρα της το χαλκιά, το Ζαφείρη τον Τσιρίμπαση.

«Όλος ο κόσμος τ’ αφήνει έξω· γιατί εμείς όχι;»

«Oι άλλοι, αν πάθουν τίποτα, έχουν ν’ αγοράσουν κι άλλα. Εμείς; Πέρσι θυμάσαι που μας ψόφησε το μουλάρι, χρεωθήκαμε για να πάρομε τη γαϊδουρίτσα. Έχει και το πουλαράκι της και δεν κάνει να μείνει έξω. Ποιος ξέρει αν κανένας λύκος δεν τη βρει αδύνατη και μας τη φάει».

«Λύκος!… Πού βρέθηκε λύκος;»

«Ναι· στου Λάλα έκοψε κάμποσα πρόβατα κι έπνιξε μια φοράδα».

«Ε, τόσο μακριά μπορεί· μα στο χωριό μας χρόνια τώρα που δε φάνηκε».

Πού να ήξερε ο Τσιρίμπασης πως ο λύκος μπορεί να βραδιάσει στη Ρούμελη και περνώντας το γεφύρι του Ισθμού να ξημερωθεί στα βουνά του Μοριά!

Αλήθεια, το χωριό που ονόμασε η Σμαράγδα, το ρήμαξαν δυο λύκοι. Είχαν βγει συντροφιά να κυνηγήσουν. Κρύβονταν την ημέρα στο δάσος ή σε καμιά απόμερη σπηλιά και τη νύχτα ρίχνονταν στα κοπάδια. Ώσπου να πουν: «λύκος τριγυρνάει στις στάνες μας», ούτε λύκος φαινόταν ούτε τ’ αχνάρια του.

Σ’ ένα βουνό οι δύο λύκοι την ώρα που σκοτείνιαζε απάντησαν μια αλεπού. Ήταν βιαστική, μα κοντοστάθηκε και τους κοίταξε. Την κοίταξαν κι εκείνοι φιλικά, σαν να της έλεγαν πως είναι ξένοι και δεν ξέρουν πού έχει καλό κυνήγι. Η αλεπού οσμίσθηκε τριγύρω και σταμάτησε κάπου το κεφάλι της, σαν να τους έδειχνε κάτι σπουδαίο. Έπειτα τους έριξε μια ματιά κι έγινε άφαντη. Oι λύκοι κατάλαβαν τι ήθελε να τους πει:

«Πιο εύκολα θα κυνηγήσετε στου Τάση τη στάνη. Σκυλιά δεν έχει, και ο τσοπάνης αγαπά τον ύπνο. Είχε κάμποσες κότες και της πήρα όλες τη μια με την άλλη».

Oι δυο λύκοι προχώρησαν. Πήγαιναν σκυμμένοι στη γη με τα ποδάρια τους ανοιχτά, σα να πηδούσαν κι όχι να περπατούσαν. Τα ρουθούνια τους ήταν υγρά και μύριζαν το χώμα και τον αέρα από μακριά. Τα αυτιά τους άκουαν και τον παραμικρό ήχο· η μακριά και φουντωτή ουρά τους ήταν μισοσηκωμένη, για να μην κάνει θόρυβο στα κλαριά και στα χορτάρια. Όπως ήταν σταχτόμαυρη, μακριά και πυκνή η τρίχα τους, καθένας θα τους έπαιρνε για τσοπανόσκυλα. Έφτασαν έτσι σ’ ένα ψήλωμα και στάθηκαν να ιδούν πριν να βγούνε στ’ ανοιχτά. Αποκεί πότε κοίταζαν γύρω, πότε κοίταζε ο ένας τον άλλο σαν να κρυφομιλούσαν.

Η αστροφεγγιά φώτιζε τη στάνη σαν ημέρα. O ουρανός ήταν βαθιά γαλανός. O γαλαξίας τον εχώριζε τον ουρανό στη μέση σαν απέραντο ασημόστρωτο ποτάμι.

Μέσα στο μαντρί τα πρόβατα πλαγιασμένα καταγής, το ένα κοντά στο άλλο, φαίνονταν σα μεγάλη φλοκάτα απλωμένη στην αστροφεγγιά. Η πόρτα του μαντριού ήταν κλειστή, δεξιά κι αριστερά γυάλιζαν οι μεγάλες πέτρες, που κάθονται οι τσοπάνηδες την αυγή και αρμέγουν. Απάνω στα ξύλα φαίνονταν οι ξύλινες καρδάρες ανάποδα σαν καπέλα στραβοβαλμένα. Παραέξω σε δυο διχαλωτά ξύλα κρεμόταν το μαύρο λεβέτι που έβραζαν το γάλα. Και βαθιά μέσα στο μαντρί ξεχώριζε η καλυβούλα του τσοπάνη με τη στρογγυλή μικρή πορτούλα της, σα μεγάλο μάτι ορθάνοιχτο. Φωνή, μιλιά, τίποτα. Μόνο κάπου κάπου ένα κουδουνάκι ξυπνούσε τη νύχτα με τη φωνίτσα του: ντιν! ντιν! ντιν! …

Τέλος οι δύο λύκοι σηκώθηκαν, οσμίσθηκαν το δρόμο, και πλησίασαν πάλι τα κεφάλια τους να συνεννοηθούν· ήθελαν να ειπούν στη γλώσσα τους να μην έχουν εμπιστοσύνη στα λόγια της αλεπούς, να ριχτεί ο ένας στο μαντρί, και αν τύχει να είναι σκυλιά, να τα βάλει μαζί τους. Έτσι ο άλλος θα κατορθώσει ν’ αρπάξει ένα πρόβατο, θα πάρει τη ρεματιά και θα βγει στο Γεροντόβραχο. Εκεί ν’ ανταμώσουν να το φάνε. Έπεσαν έπειτα χάμω κι άρχισαν να σέρνονται κατά το μαντρί. Τόσο απαλά σέρνονταν, που ούτε λιθάρι κυλούσε, ούτε ξύλο σάλευε στο πέρασμά τους. Μα με όλη την προφύλαξη ακούστηκε κάποιο τρίξιμο στο μαντρί. Εκείνος που προχωρούσε λίγο εμπρός γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά το σύντροφό του. Ήθελε να του ειπεί: «Ψέματα μας είπε η ξαδέρφη μας η αλεπού… Όπως είπαμε».

Και αμέσως τινάχτηκε στα λιγνά ψηλά πόδια του, λύγισε το κορμί του, τέντωσε ίσα εμπρός το λαιμό του και το κεφάλι του χώθηκε σα σφήνα στο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή δύο στρογγυλοί και μαλλιαροί ίσκιοι όρμησαν από το μαντρί και με φοβερά γαβγίσματα ρίχτηκαν απάνω του. Εκείνος το έβαλε στα πόδια.

O άλλος λύκος πήδησε στο μαντρί και πριν καλά να τον νιώσουν τα πρόβατα, άλλου ξέσκισε την κοιλιά, άλλου έσπασε τη ραχοκοκαλιά. Εκείνα πετάχτηκαν από τον ύπνο τρομαγμένα και στριμώχτηκαν το ένα κοντά στο άλλο. Στην άλλη άκρη του μαντριού, όσα μπόρεσαν πήδησαν το φράχτη και σκόρπισαν στο σκοτάδι. Τα περισσότερα στάθηκαν εκεί τρέμοντας, με το κεφάλι κρυμμένο στα πόδια το ένα του άλλου. O λύκος, άμα χόρτασε από αίμα, άρπαξε ένα πρόβατο στα δόντια του, πήδησε το μαντρί και πήρε τη ρεματιά.

Στο μεταξύ ξύπνησε ο βοσκός, άρπαξε τ’ όπλο του και άρχισε να πυροβολεί. Πυροβολούσε στον αέρα και φώναζε δυνατά, για να δώσει είδηση και στ’ άλλα μαντριά. Δεν άργησε ν’ ακουστούν και αποκεί άλλες τουφεκιές, φωνές και γαβγίσματα. Τα βουνά αντιλαλούσαν γύρω.

Καθώς έτρεχε ο λύκος, έξαφνα είδε μαύρον ίσκιο να κατρακυλά από το βουνό κι ένιωσε το ζεστό χνότο ενός σκύλου να του καίει την πλάτη. Χωρίς να θέλει, παράτησε καταγής το πρόβατο κι εξακολούθησε να τρέχει με πιο ανοιχτά πηδήματα. Όσο όμως κι αν έτρεχε δεν άργησε να αισθανθεί στα πίσω πόδια του άγριες δαγκωματιές. Τέλος, έπειτα από πολλά κατόρθωσε να ξεφύγει και να φτάσει στο Γεροντόβραχο. Έμεινε εκεί κάμποσες ημέρες, ώσπου να γιάνουν οι πληγές του. Αναγκάστηκε να τρέφεται με σκουλήκια. Του κάκου περίμενε το σύντροφό του.

Έπειτα, μόλις ένιωσε πως μπορούσε να περπατήσει, βγήκε πάλι στο κυνήγι. Στις ρεματιές έκανε ακόμη ζέστη· άρχισε κι ανέβαινε στα ψηλά. Κάτι όψιμα λαγουδάκια κι ένα κατσικάκι που έμεινε πίσω από τη συντροφιά του, τον έθρεψαν στο δρόμο και τον εδυνάμωσαν. Καθώς βγήκε σε μια ράχη, μύρισε ψοφίμι. Τα όρνια που είδε συναγμένα στο ψήλωμα και τα ρουθούνια του τον οδήγησαν γρήγορα σ’ έναν κέδρο. Τα όρνια πέταξαν σκούζοντας, όταν είδαν να πλησιάζει ο λύκος, σαν να θύμωσαν που τους χάλασε το φαγί τους. Κοιτάζει και τι βλέπει; Το σύντροφό του ελεεινό και άθλιο πτώμα· ούτε ο μισός δεν είχε μείνει.

Έξαφνα βλέπει ένα λαγό. Έτρεξε να τον κυνηγήσει. Τον έπιασε και τον έφαγε.

Από βουνό σε βουνό βρέθηκε μια βραδιά στο λιβάδι που έβοσκαν τα ζώα του χωριού. Το λιβάδι ανέβαινε σιγά σιγά σ’ ένα βουνό, σκεπασμένο μ’ έλατα, με κέδρα και πουρνάρια. Κάπου κάπου φούντωναν και μερικές γέρικες βελανιδιές.

O λύκος, καθώς είδε τόσα ζώα να βόσκουν στη μοναξιά, στάθηκε· του κεντήθηκε η όρεξη να τα βάλει με τα μεγάλα ζώα.

Έπεσε χάμω και άρχισε να σέρνεται απάνω στην ψηλή και δροσερή χλόη. Σερνόταν ήσυχα σα φίδι, μα, όσο προσεχτικά κι αν πλησίαζε, τα ζώα τον ένιωσαν. Τ’ άλογα χλιμίντρισαν ανήσυχα και τα βόδια μούγκρισαν. Και στη στιγμή όλα τ’ άλογα μαζεύτηκαν σ’ ένα μέρος, έσμιξαν τα κεφάλια τους, σα να ήταν όλα δεμένα σ’ ένα στύλο, και με τα κορμιά τους έκαμαν κύκλο. Το ίδιο έκαμαν και τα βόδια. Συνάχτηκαν, έβαλαν στη μέση τα μοσχάρια και τις αδύνατες αγελάδες, κι εκείνα στάθηκαν ολόγυρα με τα κεφάλια σκυμμένα κάτω και τα κέρατα έτοιμα. O λύκος σύρθηκε πρώτα μια δυο φορές γύρω στ’ άλογα και δοκίμασε να πηδήσει στη ράχη κανενός. Μα τ’ άλογα άρχισαν τέτοιες κλοτσιές με τα πίσω πόδια τους, που για πολλήν ώρα δεν έβλεπες παρά ατσαλένιες οπλές μέσα σε ουρές φουντωμένες. Πού να τολμήσει να πλησιάσει ο λύκος! Σύρθηκε έπειτα γύρω στα βόδια και δοκίμασε μ’ ένα πήδημα ν’ ανοίξει το λαιμό κανενός. Μα κάθε φορά που δοκίμαζε, αντί το λαιμό έβρισκε εμπρός του κάτι κέρατα μυτερά και δυνατά, έτοιμα να του σκίσουν την κοιλιά.

Μάκρυνε λοιπόν από κει για να συλλογιστεί καλύτερα τι να κάμει. Έξαφνα βλέπει τη γαϊδουρίτσα του Τσιρίμπαση με το πουλαράκι της. Ήταν ξεχασμένη σε κάποιο ψήλωμα, και τώρα που ένιωσε τον img13_2κίνδυνο έτρεξε τον κατήφορο για να χωθεί ανάμεσα στ’ άλογα. O λύκος έτρεξε να της κόψει το δρόμο.

Ένα σκυλάκι βρέθηκε συμμαζεμένο σε μια κουφάλα πουρναριού κι έτρεμε από το φόβο του. Μα όταν είδε το λύκο να χυθεί απάνω στη γαϊδουρίτσα, βγήκε κι έτρεξε για το χωριό.

O λύκος άρχισε να φέρνει γύρους τη γαϊδουρίτσα, όλο και στενότερους γύρους, να της δείχνει τα δόντια του. Εκείνη στάθηκε απελπισμένη. Έτρεμε ολόκληρη· αδύνατο να φτάσει στ’ άλογα. O λύκος έβαλε σημάδι το πουλαράκι και χύθηκε απάνω του. Μα τώρα ήρθε η σειρά της μάνας. Η γαϊδουρίτσα πήρε θάρρος και μπήκε ανάμεσα στο λύκο και το παιδί της. Με τα πίσω πόδια της άρχισε να κλοτσά και με το στήθος της να σπρώχνει το πουλαράκι της στην κουφάλα ενός έλατου. Μα εκείνο δεν τη βοηθούσε καθόλου· έτρεμε κι έστεκε ακίνητο. Πολλές φορές τέντωνε το κεφάλι του περίεργο να ιδεί τι γίνεται πίσω από τη μάνα του. Τέλος η γαϊδουρίτσα κατάφερε να βάλει μέσα το πουλαράκι, έκλεισε με το στήθος της την κουφάλα και με τα πίσω πόδια της έδινε κλοτσιές αδιάκοπα.

O λύκος άφρισε από τη λύσσα του. Πολλές φορές κατόρθωσε να μπήξει τα δόντια του στ’ αφύλαχτα πλευρά της γαϊδουρίτσας. Μα στο τέλος έπεσε κάτω από τις κλοτσιές της. Τα αίματα έτρεχαν από τα πλευρά της γαϊδουρίτσας· μα δεν έτρεχαν λιγότερα από το κεφάλι του λύκου. Η άμοιρη μάνα προστάτευε και με το αίμα της το παιδί της.

Έξαφνα ακούστηκαν μακριά βραχνά γαβγίσματα· ήταν ο Αράπης του γύφτου, ένα κατάμαυρο μεγάλο μαντρόσκυλο. Το σκυλάκι που έφυγε από το λιβάδι ήρθε λαχανιασμένο στο σπίτι του Τσιρίμπαση και με τα νοήματα έδωσε να καταλάβει πως η γαϊδουρίτσα τους κινδύνευε.

O Τσιρίμπασης κοιμόταν έξω από το σπίτι. O Αράπης τον τράβηξε από τα ρούχα, τον ξύπνησε και του έδειξε πως έπρεπε να πάρει το τουφέκι του και να τον ακολουθήσει. Τον τράβηξε άλλη μια φορά και έτρεξε εμπρός μαζί με το σκυλάκι.

Από τα γαβγίσματα του Αράπη ξύπνησε κι η Σμαράγδα.

«Πάει η γαϊδουρίτσα μου!», είπε.

O λύκος στο μεταξύ είχε καιρό να φύγει. Κατάλαβε πως καθώς ήταν κουρασμένος δύσκολα θα γλίτωνε από τα δόντια του Αράπη. Πήρε λοιπόν τον κατήφορο. Μα κι ο σκύλος τον πήρε από κοντά και τον έριξε στο δρόμο του χωριού. Σε μια στροφή τον αντίκρισε ο Τσιρίμπασης και με μια τουφεκιά τον ξάπλωσε κάτω.

O Αράπης έτρεξε, τον άρπαξε από το λαιμό, τον εσήκωσε ψηλά, τον τίναξε, κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν νεκρός, τον πήρε κι έτρεξε με χαρά στον αφέντη του.

Στο μεταξύ ξημέρωσε. Από τα γαβγίσματα των σκύλων και τις φωνές των τσοπάνηδων οι χωρικοί έμαθαν πως φάνηκε λύκος κι έτρεξαν στα χωράφια να ιδούν τα ζώα τους.

Σε λίγο μαζεύτηκαν γύρω από το έλατο. Η γαϊδουρίτσα ζούσε ακόμη, μα το αίμα έτρεχε από τις πληγές. Αγκομαχούσε τόσο θλιβερά, που ράγιζε του καθενός την καρδιά. Μόλις είδε τον Αράπη να σέρνει το λύκο, χάιδεψε με το κεφάλι της το πουλαράκι, έριξε μια ματιά ευχαριστημένη στο σκύλο και ξεψύχησε. Το πουλαράκι δεν είχε πάθει τίποτα, μα δύσκολα κατόρθωσαν να το βγάλουν αποκεί. Τόσο ήταν τρομαγμένο.

Κάποιος είπε με συγκίνηση:

«Τέτοια μάνα δεν πρέπει να τη φάνε τα κοράκια κι οι αλεπούδες. Λέω να τη θάψομε».

Όλοι το δέχτηκαν, έσκαψαν ένα λάκκο και την έθαψαν εκεί. Από τότε το μέρος εκείνο έμεινε να λέγεται «Το μνήμα της μάνας».

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=KcX1_wICTAc

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Άγιος Χρήστος εκ Πρεβέζης ο Νεομάρτυς 5.8.1668 + ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

  Ο Άγιος Χρήστο ς εκ Πρεβέζης ο Νεομάρτυς 5.8.1668 + ΒΙΝΤΕΟ Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο Μέχρι το 1971 ο άγιος παρέμενε άγ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....