Ετικέτες - θέματα

2.6.26

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  - συγγραφέα



ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Όφις [Λατ. Serpens, συντ. Ser] είναι αστερισμός που καταγράφηκε από τον Πτολεμαίο. Είναι ο μοναδικός αστερισμός που αποτελείται από δύο ξεχωριστά τμήματα που χωρίζονται από τον παρεμβαλλόμενο μεταξύ τους αστερισμό του Οφιούχου. Το δυτικό τμήμα (που ανατέλλει νωρίτερα) είναι η «Κεφαλή» του Όφεως (Serpens Caput), ενώ το ανατολικό είναι η «Ουρά» (Serpens Cauda). Η Κεφαλή συνορεύει με τους αστερισμούς: Βόρειο Στέφανο, Βοώτη, Παρθένο, Ζυγό, Οφιούχο και Ηρακλή. Η Ουρά συνορεύει με τους αστερισμούς: Οφιούχο, Τοξότη, Ασπίδα και Αετό. Η έκταση του αστερισμού είναι 637 τετ. μοίρες [23ος μεγαλύτερος μεταξύ των 88 αστερισμών].Είναι αμφιφανής στην Ελλάδα και γενικα ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 80° Βόρεια – 80° Νότια. Τεμνόμενος από τον ουράνιο ισημερινό, ο Όφις φαίνεται ολόκληρος από την Ελλάδα τις καλοκαιρινές νύχτες.

  ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τον αστερισμό ως Όφις Οφιούχου ή απλώς Όφις, ενώ συχνά μεταξύ του λαού αποκαλούνταν και Ερπετόν ή Έγχέλυς [χέλι]. Οι Ρωμαίοι, εκτός από το Serpens, χρησιμοποιούσαν τα ονόματα Anguilla και Coluber. Σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές ήταν το φίδι είτε του Ασκληπιού, είτε του Γλαύκου, είτε του Λαοκόοντα, είτε του Ηρακλή, ή ακόμη η Λερναία Ύδρα. Στην αναγεννησιακή Ευρώπη ο αστερισμός ονομαζόταν Serpens Alangue, συνδυασμός δηλαδή της λατινική με την παραφθαρμένη σχετική αραβική λέξη. Στους Άραβες ήταν ο Al Hayyah, [το Φίδι], από ελληνική επίδραση, αλλά πριν από αυτή ήταν η Βοσκή (Al Raudah). Αντιθέτως, στους Εβραίους και άλλους σημιτικούς λαούς ήταν ερπετό. Στην αρχαία Μεσοποταμία είχε κοινό όνομα με τον Οφιούχο: Nu-tsir-da [Εικόνα του Ερπετού]. Κατά τις χριστιανικές αναπαραστάσεις των ουράνιων μορφών (17ος αι.) ο Όφις έγινε το φίδι που ξεγέλασε την Εύα, ενώ αργότερα άλλοι παρατηρητές φαντάστηκαν στην Κεφαλή του Όφεως έναν ακόμα ουράνιο Σταυρό, αυτόν του Αγίου Ανδρέα.

Νεφέλωμα Αετός

ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ
: Ο αστερισμός περιλαμβάνει περί τα 80 ορατά σώματα [φαινόμενο μέγεθος < 6,5]. Ο α Όφεως, που είναι ο φωτεινότερος όλων [φ.μ. 2,65], είναι γνωστός με το όνομα Unukalhai. Ο β Όφεως, [Chow για τους Κινέζους], είναι λευκός γίγαντας με φαινόμενο μέγεθος 3,67. Ο γ, είναι ο Ching των Κινέζων. Ο δ, [Tsin των Κινέζων], έχει φ.μ. 3,80. Ο ε, ο Πα στην Κίνα, έχει φ.μ. 3,71. Ο ζ, ονομαζόμενος Tung Hae [Ανατολική Θάλασσα] στην Κίνα, έχει φ.μ. 4,62. Ο θ, είναι διπλός αστέρας γνωστός και ως Άλυα. Ο ξ είναι μεταβλητός αστέρας με φ.μ. 3,54. Οι αστέρες η, κ, λ, μ, ν και ο έχουν φαινόμενο μέγεθος αντίστοιχα 3,26, 4,09, 4,43, 3,53, 4,33, 4,26.

  ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ: Ο αστέρας HD 168443 του αστερισμού, με φαιν.μέγεθος 6,92 και απόσταση από τη Γη 123,6 έτη φωτός, έχει δύο πλανήτες που περιφέρονται γύρω του. Του ενός η περιφορά διαρκεί 57,9 ημέρες [έτος], ενώ του δευτέρου 2137. Η περιφορά τους γίνεται σε μέση απόσταση από τον αστέρα 0,29 και 2,87 αστρονομικές μονάδες [AU] αντιστοίχως, ενώ πρόκειται για τεράστιους σε μάζα πλανήτες καθώς έχουν μάζα επταπλάσια και δεκαεπταπλάσια εκείνης του Δία! Το φωτεινότερο ανοικτό σμήνος του αστερισμού, το IC 4756 [φ.μ. 4,6], είναι ορατό και με γυμνό μάτι από σκοτεινή τοποθεσία. Περιέχει πάνω από 80 αστέρες και απέχει από τη Γη 1300 έτη φωτός. Το σφαιρωτό σμήνος Μ5 (NGC 5904, φ.μ.5,8) περιέχει πάνω από μισό εκατομμύριο αστέρες! Το επίσης σφαιρωτό σμήνος NGC 6539 βρίσκεται μοιρασμένο ανάμεσα στον Όφι (Ουρά) και τον Οφιούχο. Το νεφέλωμα Μ16, είναι το γνωστό από την απεικόνιση του Τηλεσκοπίου Χαμπλ, Νεφέλωμα Αετός. 

   

IC 4756

Ο πάλσαρ PSR B1534+12 είναι διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων. O γαλαξίας Arp 220, στον αστερισμό του όφεως, [φ.μ. 14,0] εμφανίζει διπλό πυρήνα, ως προϊόν αλληλεπιδράσεως δύο παλαιότερων γαλαξιών που ενώθηκαν σε ένα! Η γειτονική ομάδα γαλαξιών «Εξάδα του Σίφερτ» (HCG 79), στον αστερισμό, αποτελείται από 5 αμυδρούς γαλαξίες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, ενώ ο έκτος εμφανιζόμενος, μοιάζει να ανήκει στην ομάδα, αλλά βρίσκεται σε πολύ διαφορετική απόσταση.

TO BINTEO ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=rpeTftYfykw


1.6.26

Ο Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας [8.6.1588] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Ο Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας [8.6.1588] + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου


   Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΑΦΤΗΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΕΙ: Ο Άγιος Θεοφάνης [κατά κόσμον Θεόδωρος] γεννήθηκε στο χωριό Ζαπάντι, [Καλόβρυση], Καλαμάτας, από ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο και την Κύρω. Νέος καθώς βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και μάθαινε τη ραπτική τέχνη από σκληρό αφέντη, ο κατά κόσμον Θεόδωρος, που διακρινόταν για τη σωματική του ωραιότητα παρασύρθηκε, αρνήθηκε τη χριστιανική του πίστη και ασπάσθηκε τον μουσουλμανισμό. Οι μουσουλμάνοι χάρηκαν για την αλλαξοπιστία του και τον περιποιούνταν με πολλές κολακείες και τιμές, διδάσκοντάς τον επί μία εξαετία τα τουρκικά και αραβικά στα βασιλικά ανάκτορα. Όμως, η πολλή μελέτη τον οδήγησε στον Χριστό. Θυμήθηκε την πίστη που αρνήθηκε και με τύψεις και δάκρυα αποφάσισε την επιστροφή του. Προσευχόμενος στην Αγία Τριάδα ενδυναμώθηκε στην απόφαση του.

  ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ: Ο νέος Θεόδωρος περιπλανήθηκε αρκετά σε διάφορους τόπους, για να βρει κατάλληλο άνθρωπο, που θα τον βοηθούσε στη συγχώρεση και τη σωτηρία του. Επισκέφθηκε την Βενετία, όπου αρχιεράτευε ο άγιος μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1577 - 1616). Σημειώνεται επί λέξει στον βίο του: «Τετυχηκώς εγεγόνει θείων τε και θαυμασίων ανδρών. Τούτων δ΄ ην ο τα πρωτεία φέρων και των αρχιερέων τω όντι ακρότης κύριος Γαβριήλ, ο της αγιωτάτης μητροπόλεως Φιλαδελφείας προϊστάμενος, ον δια την ενούσαν αυτώ αρετήν και σοφίαν, των καθ’ ημάς και των θύραθεν, η των Ενετών αριστοκρατία, ως του ελληνικού γένους Κυβερνήτην άριστον δια τιμής άγουσα, ηγούμενον τούτου και οικονόμον απεκατέστησε μάλιστα». Ο άγιος αυτός ιεράρχης τον δίδαξε, τον νουθέτησε, τον στήριξε και τον έκειρε μοναχό, ονομάζοντας τον Θεοφάνη. Τον παρότρυνε προς το μαρτύριο, λέγοντας του πως η ολοκλήρωση της μετανοίας του θα είναι να χύσει το αίμα του για τον Χριστό, τον όποιο είχε αρνηθή. Ο Θεοφάνης έπειτα απ΄αυτά, στερεωμένος με θερμή πίστη, επέστρεψε στην πατρίδα του με σκοπό το Μαρτύριο. Περιπλανήθηκε πάλι πολύ, μέχρι να φθάσει τελικά στο ποθούμενο μαρτύριο. Από την Κωνσταντινούπολη, όπου δεν κατάφερε να μαρτυρήσει, πηγαίνει στην Αθήνα, όπου μετά τριήμερη προσευχή, παρουσιάζεται στον εκεί δικαστή με θάρρος, ομολογώντας δημόσια τη χριστιανική του πίστη και τη λανθασμένη του πρότερη άρνησή της. Δεν καταφέρνει τίποτε και ο δικαστής τον διώχνει. Στη συνέχεια μεταβαίνει στην Εύβοια και από εκεί στην Λάρισα προκαλώντας τους δικαστές να τον οδηγήσουν στο μαρτύριο. Στην Λάρισα ο σκληρός και άγριος δικαστής διατάζει να τον μαστιγώσουν εξακόσιες φορές. Μέσα από τις πληγές του ο άγιος ευχαριστεί τον Θεό που πάσχει και χαίρεται πραγματικά θεωρώντας ότι πάσχει άλλος και όχι ο ίδιος. Προσευχόμενος θεραπεύεται και αναχωρεί για το Άγιον Όρος.
ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Στο Άγιον Όρος συνάντησε ενάρετους μοναχούς και πνευματικούς, τους οποίους συμβουλεύθηκε και οι όποιοι τον στερέωσαν και τον όπλισαν με τις ευχές και ευλογίες τους. Παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου και εκεί συναντήθηκε με τον μελλοντικό βιογράφο-υμνογράφο του, τον λόγιο ιεροδιάκονο Συνέσιο τον Βατοπαιδινό, του οποίου η βιογραφία σώζεται στη μονή.

  ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Ενισχυμένος από το Άγιον Όρος μεταβαίνει πάλι στην Κωνσταντινούπολη για την εκπλήρωση του σκοπού του. Σημαντική ήταν εκεί η γνωριμία του με τον νέο του πνευματικό Ευθύμιο. Αυτός τον προετοίμασε κατάλληλα για το μαρτύριό του, ώστε να μη δειλιάσει και αποκάμει. Μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων και μετά από ολονύκτια, θερμή και μετά δακρύων προσευχή οδηγήθηκε με θάρρος και τόλμη στο δικαστήριο, για να ομολογήσει απτόητα τον σταυρωθέντα και αναστηθέντα Χριστό ως μόνο αληθινό Θεό. Με όλη τη δύναμη της ψυχής του ομολόγησε τον Χριστό θεό αληθινό ενώπιον του δικαστηρίου και δήλωσε τη μετάνοια του για την εκτροπή του στη μουσουλμανική θρησκεία. Θυμωμένος ο δικαστής ζήτησε την άμεση φυλάκισή του, για να σκεφθεί καλύτερα την καλύτερη τιμωρία του. Οι δεσμώτες του ειρωνευόμενοι τον οδηγούσαν στη φυλακή κλωτσώντας και ραπίζοντάς τον σκληρά. Πάλι ο δικαστής τον κάλεσε να απολογηθεί για να δει μήπως ήταν μεθυσμένος η σαλεμένος. Ο άγιος όμως με περισσή λογική, ευφράδεια και αποδείξεις επέμενε ότι αμάρτησε παρασυρόμενος στην ασέβεια, ότι χαίρεται που επέστρεψε στον Χριστό και δεν πτοείται από καμιά τιμωρία. Ο δικαστής διέταξε να τον μαστιγώσουν επτακόσιες φορές, να τον οδηγήσουν δέσμιο στη φυλακή και να τον φυλάγουν.

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ: Κατά τη δεύτερη αυτή φυλάκισή του οι δεσμώτες του τον βασάνιζαν συνέχεια με διάφορα και βαριά βασανιστήρια. Μάλιστα τον ειρωνεύονταν και τον προκαλούσαν να δουν κάποιο θαύμα από αυτόν. Ο άγιος προσευχόταν ατάραχα στο Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο επί τρεις ώρες. Όταν είπε το «αμήν» της προσευχής του, έγινε μεγάλος σεισμός. Συνταράχθηκαν τα θεμέλια της φυλακής, και ενώ ήταν νύχτα έλαμψε όλος ο τόπος από υπερουράνιο φως. Ο άγιος σε στάση προσευχής, λυμένος από τα δεσμά του, φωτεινός και χαρούμενος, δόξαζε τον θεό. Οι διώκτες βασανιστές του είχαν μεταβληθεί από άγρια θηρία σε ήμερα πρόβατα, που ζητούσαν συγχώρεση παρακλητικά, του προσκυνούσαν τα πόδια και τον ικέτευαν να τους ελεήσει για όσα κακά του έκαναν πριν. Μερικοί μάλιστα, ακούοντας την ωραία διδασκαλία του οσιομάρτυρος πίστεψαν στον Χριστό. Όταν οι άρχοντες πληροφορήθηκαν τα γενόμενα, τον κάλεσαν πάλι στο δικαστήριο για απολογία. Ο άγιος προσήλθε άφοβος και παρά τις απειλές για τη ζωή του και τις υποσχέσεις, για μια ζωή πολυτελή και άνετη αν αρνηθεί τον Χριστό, επέμενε υποστηρίζοντας τη χριστιανική πίστη ως μόνη αληθή, διαλύοντας τ΄άσοφα επιχειρήματα των δικαστών και στηλιτεύοντας την πολλή άγνοιά τους. Απογοητεύθηκαν οι δικαστές από την υπομονή και την επιμονή του, όπως και οι βασανιστές του, που τον παρακολουθούσαν παράδοξα να χαίρεται στις τιμωρίες που τον υπέβαλαν. Αποφάσισαν λοιπόν να τον βασανίσουν ακόμη πιο φρικτά και να τον θανατώσουν. Έτσι τον ανασκολοπίζουν, γδέρνουν λωρίδες από το στήθος και την πλάτη του, τον ανεβάζουν σε μουλάρι και τον γυρίζουν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης προς θεατρινισμό και εξευτελισμό του. Κατόπιν τον ρίχνουν σε τσιγγέλια, που διαπερνούν το σώμα του, τον καταξεσκίζουν και τον καταματώνουν.

  ΘΑΥΜΑΣΤΑ: Μέσα σε όλα αυτά τα φρικτά βασανιστήρια και τους μεγάλους πόνους ο άγιος, παρέμενε ατάραχος και θερμά προσευχόμενος. Ευχαριστούσε εγκάρδια την Αγία Τριάδα που τον αξίωσε του ποθούμενου και παρακαλούσε να φανεί σημείο στους άπιστους. Μετά την προσευχή του αγίου κατέβηκε ένα πρωτοφανέρωτο από τον ουρανό ολόλευκο πτηνό σαν περιστέρι. Στη θέα του ο άγιος γέμισε χαρά και ευχαρίστηση, ενώ όλοι οι παρόντες έμειναν απορημένοι και έκπληκτοι. Οι Τούρκοι θαυμάζοντας έλεγαν μεταξύ τους: «Αλήθεια, αληθινός θεός είναι ο Χριστός, που κηρύττεται και δοξάζεται από τον μάρτυρα». Το πτηνό έμεινε εκεί τρεις ώρες και έφυγε. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Ο άγιος φώναξε, όπως ο Χριστός στον σταυρό: «διψώ». Οι δήμιοί του άρπαξαν την ευκαιρία και άρχισαν να τον πειράζουν λέγοντάς του· «γίνε σαν και εμάς και θα σου δώσουμε νερό». Ο άγιος δεν ταράζεται και τους άπαντα πως τον δροσίζει ο Χριστός και διψά μόνο τη σωτηρία του. Μέσα στη νύχτα που ακολούθησε ήλθαν δυνατές βροντές και αστραπές, ενώ ουράνιο φως τύλιξε το καταταλαιπωρημένο σώμα του ένδοξου νεομάρτυρα. Οι παριστάμενοι Τούρκοι με θαυμασμό, ύστερα από όλα τα θαυμάσια που έβλεπαν, διεκήρυτταν πως μία και μόνη των Χριστιανών η ευσέβεια είναι καθαρά αληθινή.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ: Τότε οι δήμιοι φοβήθηκαν ότι θα προσηλυτισθεί ο λαός και παίρνοντας με αγριότητα στα χέρια τους ότι αιχμηρό αντικείμενο έβρισκαν μπροστά τους άρχισαν βάρβαρα να γδέρνουν το πρόσωπό του και του έβγαλαν τα μάτια. Ο άγιος εξέπνευσε και παρέδωσε το πνεύμα στον Πλάστη του, που τόσο αγάπησε και για τον Οποίο τόσο πρόθυμα θυσιάσθηκε. Τότε οι χριστιανοί, δίνοντας δώρα και χρήματα στους δήμιους, πήραν τα τίμια λείψανα του μάρτυρα και μάζεψαν με ευλάβεια το αίμα του. Αυτά έγιναν πηγή θαυμάτων σε χωλούς, λεπρούς, δαιμονισμένους, ανίατα και πολυχρόνια ασθενείς, που με πίστη τα προσκυνούσαν και επικαλούνταν τον άγιο. Όσοι όμως από τους δημίους πρωτοστάτησαν στην κατακρεούργηση του μάρτυρος, είχαν κακό τέλος. Άλλοι τυφλώθηκαν, άλλοι τρελάθηκαν και μανιασμένοι πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλων τα χέρια ξεράθηκαν και ο καθένας απέλαβε τη δίκαιη τιμωρία. Ορισμένοι πάλι μετανόησαν, επικαλέστηκαν τη βοήθεια του αγίου και έγιναν μάρτυρες και κήρυκες των θαυμάτων του και της χριστιανικής πίστης, που αναδεικνύει τέτοιες μορφές, όπως τον ένδοξο μεγαλομάρτυρα, νεομάρτυρα Θεοφάνη. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Ιουνίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το μαρτύριο του αγίου τοποθετείται στις 8 Ιουνίου 1559 μ.Χ. Όλοι βασίζονται στο Νέο Μαρτυρολόγιο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Κατά ορθή όμως παρατήρηση του αγιολόγου καθηγητή κ. Π. Β. Πάσχου το μαρτύριο του αγίου τοποθετείται το 1588 μ.Χ. βάσει του Κώδικος 339 του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη και του Κώδικος 797 της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, όπου τα χρονολογικά στοιχεία με τον αναφερόμενο μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρο (1577 - 1616 μ.Χ.), από τον οποίο εκάρη ο οσιομάρτυς Θεοφάνης στη Βενετία, δεν συμφωνούν με τη μαρτυρική του τελείωση το 1559 μ.Χ.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 








31.5.26

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος [Ασπρόκαστρο (Άκκερμαν) 12.6.1492] + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος [Ασπρόκαστρο (Άκκερμαν) 12.6.1492] + ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου






Δοὺς αἷμα βραχύ, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,
ἐξηγόρασας βασιλείαν τοῦ πόλου.


ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Τραπεζούντα και ήταν ένας πολύ μορφωμένος πρόκριτος αυτής της πόλης. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής. Η εργασία του ήταν το εμπόριο.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΘΩΜΑΝΟ ΠΛΟΙΑΡΧΟ: Κάποτε, επιβιβάσθηκε σ' ένα τούρκικο πλοίο για να συνοδεύσει τα εμπορεύματα του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, η προσευχή, η νηστεία και η ελεημοσύνη που εκδήλωσε ο Ιωάννης, κίνησε τον φθόνο του Τούρκου πλοιάρχου, ο οποίος θέλησε να τον προσηλυτίσει στο Ισλάμ. Έτσι με μακρές συζητήσεις προσπαθούσε να τον πάρει με το μέρος της θρησκείας του. Ο Ιωάννης μορφωμένος καθώς ήταν και, κυρίως, έμπειρος σχετικά με τις Γραφές, νίκησε κατά κράτος με τα επιχειρήματά του τον πλοίαρχο στις θρησκευτικές αυτές συζητήσεις.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ- ΑΠΟΛΟΓΙΑ: Όταν αποβιβάστηκαν στο Άκκερμαν1 (Ασπρόκαστρο) της Βεσσαραβίας στην Ουκρανία, ο πλοίαρχος συκοφάντησε τον Ιωάννη στον εκεί Τούρκο ηγεμόνα, ότι δήθεν έδωσε λόγο να γίνει μωαμεθανός. Μετά από λίγο οδηγούσαν με τιμές τον Ιωάννη, μπροστά στον Οθωμανό ηγεμόνα, ο οποίος με κολακείες και υποσχέσεις προσπαθούσε να επιτύχει τον σκοπό του. Αλλά ο Ιωάννης περίτρανα και θαρραλέα ομολόγησε πώς ήταν, είναι και θα παραμείνει χριστιανός, όσα πλούτη και αξιώματα και αν του προσφέρουν.



Το Ασπρόκαστρο σήμερα

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Θυμωμένος ο ηγεμόνας, διέταξε και τον βασάνισαν τόσο σκληρά, ώστε το αίμα του έτρεχε ποτάμι. Κατόπιν έτσι αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή. Την επόμενη ήμερα, όταν τον ξαναπαρουσίασαν στον ηγεμόνα, ο Ιωάννης ομολόγησε με περισσότερο θάρρος την πίστη του, λέγοντας πως αυτά τα βασανιστήρια που του έκαναν δεν του φάνηκαν τίποτα, προσθέτοντας μάλιστα γενναία πως αν έχουν άλλα καινούργια ας τα εφαρμόσουν. Εξοργισμένος ακόμα περισσότερο από τα λόγια αυτά ο τύραννος, διέταξε και τον μαστίγωσαν τόσο βάρβαρα, ώστε άρχισαν να πέφτουν κομμάτια οι σάρκες του, μέχρι που φάνηκαν τα εντόσθια του, κατά τον Συναξαριστή του Αγίου. Στη συνέχεια τον έδεσαν στην ουρά ενός αγρίου αλόγου, που τον έσερνε μέσα στους δρόμους της πόλης.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τη στιγμή που περνούσε το άλογο με το ανθρώπινο παρελκόμενό του από την εβραϊκή συνοικία, οι Εβραίοι έβριζαν και κακοποιούσαν τον Μάρτυρα. Ένας μάλιστα, πήρε ένα σπαθί και του έκοψε το κεφάλι. Ήταν στις 12 Ιουνίου 14922.
Από τα θαύματα που έκανε το εγκαταλελειμμένο λείψανο του Αγίου, ο ηγεμόνας φοβήθηκε και έδωσε την άδεια στους χριστιανούς να το παραλάβουν και να το κηδεύσουν με τιμές σε κάποιο Ναό, όπου παρέμεινε 70 χρόνια θαυματουργώντας.


ΤΟ ΙΕΡΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
: Αργότερα, με βασιλικές τιμές, το λείψανο του Μάρτυρα μετακομίστηκε στη Σουτζάβα της Μολδαβίας από το βοεβόδα της Μολδαβίας Αλέξανδρο τον Αγαθό. Το 1686 μ.Χ., κατά την εκστρατεία του Πολωνού βασιλιά Ιωάννου Σομπιέσκι κατά των Τούρκων, μεταφέρθηκε στην πόλη Ζιολκίεβ της Πολωνίας. Το 1783 μ.Χ., επανήλθε και πάλι στη Σουτσεάβα με διαταγή του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β'. Ακολουθία του Νεομάρτυρα Ιωάννη εξέδωσε στη Βενετία, το 1752 μ.Χ., ο Ιουστίνος ο Δεκαδύος, ενώ μια άλλη, που συνετέθη από του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Νικηφόρο τον Κρη, εκδόθηκε στο Ιάσιο το 1819.



ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:https://www.youtube.com/watch?v=pThZWal0FiM

1. Η πόλη έγινε μέρος του Πριγκηπάτου της Μολδαβίας το 1359. Το φρούριο της διευρύνθηκε και ξαναχτίστηκε το 1407 από τον Αλέξανδρο τον Παίδα και το 1440 ανήκε στον Στέφεν τον Β΄ της Μολδαβίας.Το 1484 η πόλη κατελήφθη από τους Οθωμανούς. Σήμερα η πόλη ονομάζεται Μπέλγκοροντ-Δνείστερου .

2. Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη το έτος μαρτυρίου του Ιωάννη ήταν το 1642 ή κατά άλλες πηγές το 1330.

Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ (11 Ιουνίου) του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ (11 Ιουνίου)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου



   ΓΕΝΙΚΑ: Ο Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές και Αποστόλους του Κυρίου. Αναφέρεται ως μαθητής από τους τέσσερις ευαγγελιστές (Ματθαίος ι΄ 3, Μάρκος γ΄18, Λουκάς στ΄14, Ιω. α΄ 45-51) και από τις Πράξεις. Οι πληροφορίες για το βίο του Αποστόλου είναι λιγοστές, ενώ κατά την παράδοση ήταν αυτός που μετέφερε το χριστιανισμό στις Ινδίες. Το πρόβλημα σχετικά με την ταυτότητα του Αποστόλου ανάγεται στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Κι αυτό γιατί ενώ από τους συνοπτικούς Ευαγγελιστές ο Απόστολος αναφέρεται ως Βαρθολομαίος, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη αναφέρεται ως Ναθαναήλ. Ακόμη, μερικοί αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, αναφέρουν πως ο Ναθαναήλ δεν ήταν καν μαθητής του Ιησού. Αυτές οι απόψεις οδήγησαν ορισμένους ερευνητές στο να διαχωρίσουν ως δύο διαφορετικά πρόσωπα τους Βαρθολομαίο και Ναθαναήλ. Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει. Αφενός είναι χαρακτηριστική η περιγραφή των τεσσάρων ευαγγελιστών, αφού οι τρεις συνοπτικοί και ο Ιωάννης τον αναφέρουν στην έκτη θέση του αποστολικού κύκλου. Μάλιστα, η διήγηση για την κλήση του Ναθαναήλ από τον Ιωάννη, δηλώνει πως όντως αποτελεί το τρίτο ζευγάρι μαθητών με το Φίλιππο, αφού ο Βαρθολομαίος ήταν στενός φίλος του. Άρα ο Αυγουστίνος λανθάνει σαφώς, αφού αναφέρεται ξεκάθαρα στα ευαγγέλια πως ο Ναθαναήλ ήταν μαθητής του Ιησού (Ιωάν. κα΄ 2). Τέλος, παρά τον περίεργο διαχωρισμό των προσώπων στους κανόνες των Αγίων Αποστόλων, θα πρέπει να τονιστεί πως η εκκλησιαστική παράδοση, αλλά και η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δέχεται Βαρθολομαίο και Ναθαναήλ, ως ένα και το αυτό πρόσωπο.

  Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: Οι πληροφορίες για τον Απόστολο από την Καινή Διαθήκη είναι λιγοστές. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο Ναθαναήλ καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας. Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές του Ιωάννη (α΄ 45-51) για την κλήση του μαθητή αυτού. Την επόμενη ημέρα από την κλήση των τεσσάρων πρώτων μαθητών, ο Ιησούς είχε αποφασίσει να μεταβεί στη Γαλιλαία. Πριν ξεκινήσει βρήκε το Φίλιππο ο οποίος και τον ακολούθησε. Ο Φίλιππος συζήτησε για τον Κύριο στον Ναθαναήλ, ο οποίος κατά το Φίλιππο ήταν αυτός που είχε προαναγγείλει οι προφήτες. Ο Ναθαναήλ ακούγοντας προσεκτικά τον Φίλιππο αναρωτήθηκε αν γίνεται από τη Ναζαρέτ, πόλη καταγωγής του Ιησού, να προέλθει κάτι καλό. Ο Φίλιππος τότε κάλεσε το Ναθαναήλ να πλησιάσει τον Κύριο. Ο Ιησούς, μόλις είδε τον Ναθαναήλ, είπε: "ίδε αληθώς ᾿Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι". Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αγίου Βαρθολομαίου, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, είναι αθωότητα, αγνότητα και καθαρότητα. Ο Απόστολος, δηλάδή, ήταν ανυπόκριτος, ευθύς, τίμιος. Τα λόγια, πού είπε, δεν σημαίνουν απιστία, δείχνουν άνθρωπο πού εξετάζει και έρευνα καλόπιστα μέχρις ότου βεβαιωθεί. Δεν χλευάζει, δεν περιφρονεί. Ενδιαφέρεται με ζήλο για την αλήθεια. Δεν έχει πονηρία και κακότητα. Εν συνεχεία ακολούθησε σύντομος διάλογος μεταξύ Ιησού και Ναθαναήλ, που οδήγησε τον δεύτερο να ενταχθεί στον κύκλο μαθητών του Κυρίου. Το όνομα Βαρθολομαίος σημαίνει γιος του Θολεμά ή Θολομί (Βαρ Τολμαΐ). Όπως διακρίνουμε από τα ευαγγέλια, προφανώς στην περίπτωσή του είχε επικρατήσει το πατρωνυμικό του. Αλλά ο Ιωάννης προτίμησε το Ναθαναήλ το οποίο στα ελληνικά μεταφράζεται ως ο "Θεός δίνει”. Άρα, πιθανότατα, το όνομα του Αποστόλου ήταν Ναθαναήλ ο γιος του Θολομί.

  Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Σύμφωνα με τον Επιφάνιο Κύπρου, ο Ναθαναήλ ήταν το άλλο πρόσωπο δίπλα στον Κλέοπα, όταν εμφανίστηκε ο Ιησούς καθ΄ οδόν προς τους Εμμαούς (Λουκάς κβ΄13εξ). Όλα τα άλλα κείμενα που αναφέρουν τον Απόστολο Βαρθολομαίο και είναι μεταγενέστερης εποχής, είναι ψευδεπίγραφα. Έτσι έχουμε πληροφορία για κάποιο ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου από το οποίο δε διασώθηκε τίποτα. Το έργο αυτό ανήκε πιθανώς στο κύκλο των γνωστικών και δεν σχετίζεται με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον που άφησε στους Ινδούς ο Βαρθολομαίος. Το κείμενο επίσης που αποκαλείται "Ερωτήσεις Βαρθολομαίου" σωσμένο σε διάφορες διαλέκτους, όπως και το "Περί Αναστάσεως του Ιησού Χριστού", που διασώζονται μόνο μικρά τμήματα είναι νόθα. Κατά τον Πάνταινο, ο Βαρθολομαίος κήρυξε το Ευαγγέλιο στις Ινδίες, ενώ κατά συριακές παραδόσεις κήρυξε και στη Συρία και την Αρμενία, όπου και μαρτύρησε στην πόλη Arevbanus περί το 68.

Κοντάκιον: Ώφθης μέγας ήλιος,τη οικουμένη, διδαγμάτων λάμψεσι, και θαυμασίων φοβερών, φωταγωγών τους τιμώντας σε, Βαρθολομαίε, Κυρίου Απόστολε.

konstantikosa.oikonomou@gmail.com

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου


   

   ΓΕΝΙΚΑ
: Στις 19 του μηνός Ιουνίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θεαδέλφου. Τα βιογραφικά του στοιχεία δεν μας διασώζονται με ακρίβεια και συχνά παρουσιάζονται παρόμοια με αυτά του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου, γεγονός όχι περίεργο, αφού και οι δύο Απόστολοι είχαν το ίδιο όνομα, έζησαν δε και κήρυξαν την ίδια εποχή και στην ίδια περιοχή.
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΔΕΛΦΟ: Στην Καινή Διαθήκη συμπεριλαμβάνεται η καθολική Επιστολή που συνέγραψε ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος. Στην αρχή της κατονομάζεται ο ίδιος ως «Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δέ Ιακώβου». Σχετίζεται εμφανώς με τον Ιάκωβο, ο οποίος ήταν γνωστή ηγετική προσωπικότητα της πρώτης Εκκλησίας, και στην υμνολογία της Εκκλησίας προσδιορίζεται ως «Χριστού συγγενής» και «απόστολος θεάδελφος». Του αποδόθηκε λοιπόν η προσωνυμία «θεάδελφος», δηλαδή ένας από τους νομιζόμενους αδελφούς του Κυρίου, ένα από τα τέκνα του Ιωσήφ, τα οποία αυτός είχε αποκτήσει από γάμο του προτού μνηστευθεί την αειπάρθενο Θεοτόκο. Γι' αυτό το Συναξάρι θεωρεί τον εορταζόμενο σήμερα απόστολο Ιούδα «κατά σάρκα» αδελφό του Ιησού Χριστού, όπως και του Ιακώβου (του Αδελφοθέου, πρώτου επισκόπου Ιεροσολύμων). Ο Θεάδελφος Ιούδας, συγγραφέας της ομώνυμης Επιστολής της Καινής Διαθήκης, προστέθηκε στον κύκλο των μαθητών μετά την ανάσταση του Κυρίου.
Ο ΑΛΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ: Διαφορετικό πρόσωπο είναι ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος [21 Αυγ.], ένας από τους δώδεκα Αποστόλους του Κυρίου, ο οποίος στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων ονομάζεται «Ιούδας Ιακώβου», ενώ στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αποκαλείται «Θαδδαίος» (γ΄18) και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο «Λεββαίος ο αποκληθείς Θαδδαίος» (ι΄3 που σημαίνει γενναίος). Ο μαθητής αυτός του Κυρίου, κήρυξε στην Έδεσσα, σε όλη την Συρία, έφθασε ώς τη Βηρυτό της Φοινίκης και είχε ειρηνικό τέλος.
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: O άγιος απόστολος Ιούδας ο θεάδελφος, που εορτάζουμε σήμερα, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία κι έφθασε μέχρι την Περσία. Στην πόλη Έδεσσα της Μεσοποταμίας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια τον τοπάρχη Αύγαρο. Μαρτύρησε στην πόλη Αραρά, όπου οι ειδωλολάτρες της περιοχής τον κρέμασαν και τον φόνευσαν με βέλη.
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ: Όπως προείπαμε, ο Άγιος Θεάδελφος Ιούδας είναι ο συγγραφέας της τελευταίας καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης, που φέρει το όνομά του. Η θεόπνευστη αυτή Επιστολή απευθύνεται προς τους χριστιανούς της Αντιόχειας και πιθανότατα γράφτηκε στα Ιεροσόλυμα γύρω στο 65-70 μ.Χ. Αυτή δεν έχει δογματικό περιεχόμενο, αλλά είναι εξαιρετικά διαφωτιστική και μεστή από μηνύματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σωτηριολογική σημασία. Στην αρχή της Επιστολής του ο Απόστολος Ιούδας αναφέρεται στο τρίπτυχο του ελέους του Θεού, της ειρήνης και της αγάπης, που βοηθά τον χριστιανό να απομακρύνει τη μεμψιμοιρία από τη ζωή του. Στην Επιστολή του ακόμη παρουσιάζεται το δόγμα της πτώσεως του Εωσφόρου και του τάγματος του γράφοντας: “Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον εις κρίσιν μέγαλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν”. Στη συνέχεια καταφέρεται κατά των ψευδοδιδασκάλων και ασεβών, που μετατρέπουν τη χάρη του Θεού σε κάθε είδους ασέλγεια. Γράφει ο Απόστολος γι' αυτούς: “αφόβως, εαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι άνυδροι υπὸ ανέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινὰ άκαρπα, δὶς αποθανόντα, εκριζωθέντα, κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας, αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος του σκότους εις τον αιώνα τετήρηται”. Οι χριστιανοί συνεπώς, οφείλουν να αγωνιστούν για να διατηρήσουν τη σωτήρια πίστη τους καθαρή και ανόθευτη και να θυμούνται πάντα τις αλήθειες των Αποστόλων. Αυτοί είναι που προμήνυσαν τον ερχομό εμπαικτών ανθρώπων, οι οποίοι θα βαδίζουν σύμφωνα με τις δικές τους ασεβείς επιθυμίες. Οι χριστιανοί όμως, πρέπει να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους χωρίς να επηρεάζονται από το πνεύμα της εποχής, βοηθώντας παράλληλα να σωθούν αυτοί που κλονίζονται ή έχουν πέσει σε βαριές αμαρτίες. Το έργο αυτό είναι δύσκολο και επικίνδυνο, αλλά ταυτόχρονα και ένα έργο με ασύγκριτη αξία για την παρούσα ζωή αλλά και με προεκτάσεις στην αιωνιότητα.

30.5.26

Ο καινός άνθρωπος ανάμεσα στον καθρέφτη του και στο κενό μνήμα, Του Κωνσταντίνος Οικονόμου

Ο καινός άνθρωπος ανάμεσα στον καθρέφτη του 

και στο κενό μνήμα Του

Κωνσταντίνος Οικονόμου*




Κάποτε στάθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο στον καθρέφτη.

Είδα στα μάτια του τη φωτιά της κόλασης!

Είδα και το δάκρυ της συνείδησης!

  Κάποτε είδα τα συντρίμμια της αστοχίας, τις βαθιές ουλές από τις κακές αποφάσεις, 

το άχθος της ντροπής και τις αναμνήσεις.

Αυτές τις αναμνήσεις που ο κόσμος δεν σ΄ αφήνει ποτέ να ξεχάσεις!

Βλέπεις οι άνθρωποι θυμούμαστε πάντα ποιος ήταν ο άλλος, 

τι έκανε, που απέτυχε, που αμάρτησε και πόσο βαθιά έπεσε!

  Όμως, οι αιώνιες χριστιανικές διδαχές μας θυμίζουν

μια πιο μεγάλη αλήθεια:

Ότι, ενώ ο άνθρωπος θυμάται το ιστορικό των άλλων,

ο Κύριος θυμάται πώς Εκείνος τον εξαγόρασε.

Μέσα από το Αίμα του Ιησού, το παρελθόν μου δεν είναι

η ταυτότητά μου.

Ο Σταυρός του μαρτυρίου Εκείνου

δεν αρνείται ότι η αμαρτία είναι πραγματική,

διακηρύσσει όμως πως η Χάρη είναι ισχυρότερη!

Αυτό που οι άλλοι χρησιμοποιούν για να σε ορίσουν,

την αστοχία, την αμαρτία ή ακόμη και τη συκοφαντία,

ο Θεός το χρησιμοποιεί για να σε ελεήσει!

    Ο περίγυρος ο εχθρός κι ο μέγας διαβολέας

δείχνει το θάνατο μέσα στο παρελθόν σου, 

μα ο άγιος Τριαδικός Θεός

δείχνει το κενό Μνήμα του Υιού του.

Αν είσαι με τον Χριστό

δεν είσαι ο άνθρωπος που κάποτε ήσουν.

Είσαι συγχωρημένος, είσαι δικαιωμένος

και αγιάζεσαι, ακόμη και μέσα στις θλίψεις, μέρα τη μέρα.

Για τον πιστό, τα κατάστιχα της κοινωνίας γράφουν ''καταδικασμένος'',

μα τα αρχεία του ουρανού γράφουν με το αίμα Του ''εξαγορασμένος''.

Έτσι σήκωσε το κεφάλι σου:

Άφησε του ανθρώπους να τυρβάζουν για το παρελθόν σου,

αν επιτρέπει ο Κύριος, όσο κι αν το ''χρωματίζουν'', κι όσο το θέλουν.

Ο Κύριος ακόμη γράφει τη μαρτυρία σου

κι η Χάρη του έχει την κατακλείδα της πορείας σου!





*Βασισμένο στις σκέψεις του Pr. Stan Perret

pastorstanperret.substack.com



Ο Στάρετς Αλέξιος Μετσώφ [9.6.] + ΒΙΝΤΕΟ (1859 – 9/6/1923) από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Ο Στάρετς Αλέξιος Μετσώφ [9.6.] + ΒΙΝΤΕΟ

(1859 – 9/6/1923)



   ΓΕΝΝΗΣΗ – ΑΝΑΤΡΟΦΗ: Ο στάρετς, Αλέξιος Μετσώφ, γεννήθηκε στη Μόσχα στις 17 Μαρτίου 1859. Όταν ήταν επτά ετών η εκκλησιαστική του ζωή ήταν τόσο έκδηλη, που τον φώναζαν «όσιο Αλιόσενκα», δηλ. όσιο Αλεξάκη!!! Η μητέρα του ιδιαίτερα τον γαλούχησε, κυρίως με το υπόδειγμά της, γι’ αυτό της είχε εμπιστοσύνη. Μεγαλώνοντας φοίτησε στο Θεολογικό Σεμινάριο της Μόσχας, αλλά ήδη είχε εισχωρήσει στην Ορθόδοξη Θεολογία από τις επαφές του με τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης και τον άγιο Θεοφάνη τον έγκλειστο.

ΕΓΓΑΜΟΣ, ΠΟΛΥΤΕΚΝΟΣ ΚΑΙ ΧΗΡΟΣ ΙΕΡΕΑΣ: Το 1884 (25 ετών) νυμφεύτηκε την Άννα και έκαναν μαζί πέντε παιδιά. Το 1892 (33 ετών) μετά και από παρότρυνση και της μητέρας του χειροτονήθηκε. Τοποθετήθηκε Ιερέας στον Ι.Ν. του αγίου Νικολάου, στη Μόσχα. Η ζωή της οικογένειας συνοδευόταν από ανέχεια, αφού η κοινωνική προσφορά του π. Αλέξιου όλο και αναπτυσσόταν. Σε λίγα όμως χρόνια η πρεσβυτέρα Άννα με βαρύ καρδιακό νόσημα, εξαιτίας των αντίξοων συνθηκών διαβίωσης αρρώστησε βαριά. Οι προσευχές του την κρατούσαν στη ζωή, αλλά επειδή αυτή υπέφερε, τον παρακάλεσε να σταματήσει να το ζητά! Έτσι τον Αύγουστο του 1902 την κάλεσε κοντά του ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Ήταν τότε 43 ετών. Κλείστηκε θλιμμένος στο δωμάτιό του για αρκετό καιρό, μα κάποτε φωτίστηκε να επισκεφθεί τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης. Βλέποντάς τον, του είπε: «Ήλθα να μοιραστείτε τον πόνο μου». Ο άγιος του απάντησε: «Δεν θα μοιραστώ τον πόνο σου, πάτερ, αλλά τη χαρά σου! Άφησε το κελί σου και βγες και πάλι στους ανθρώπους. Τώρα αρχίζεις να ζεις. Νομίζεις ότι σ’ όλο τον κόσμο δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ τον δικό σου; Χμ! Στάσου, π. Αλέξιε, δίπλα στον συνάνθρωπο. Μπες μέσα στον πόνο του. Πάρε στους ώμους σου το βάρος του. Τότε θα δεις ότι η δική σου δυστυχία, είναι ελάχιστη απέναντι των άλλων. Έτσι θα νοιώθεις πιο καλά». Του έδειξε το δρόμο της καρτερίας και της θυσίας στο συνάνθρωπο, ενώ συμπλήρωσε προφητικά: «Η προσευχή σου, πάτερ, θα ελαφρώσει το φορτίο της ζωής σου, δίνοντας μεγάλη παρηγοριά στους συνανθρώπους σου…».

  Γ. ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΣΕ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ: Στον στάρετς κατέφευγαν πολλοί απόκληροι της ζωής. Κι εκείνος, όταν δεν είχε κάτι να πει, αγκάλιαζε τον άλλον με το σώμα ή την καρδιά του. Στην πρώτη εργατική επανάσταση του 1805 στη Μόσχα, την ώρα που λειτουργούσε, μπήκαν με άγριες διαθέσεις εναντίον του πολλοί φοιτητές κι αυτό γιατί Εκείνη την εποχή ο κλήρος ήταν συμβιβασμένος και επαγγελματοποιημένος. Ο γέροντας, που δεν ήταν απ’ αυτούς, φέρθηκε ανθρώπινα στους νέους και αυτοί κάθισαν να λειτουργηθούν! Στην περίοδο αυτή των εργατικών εξεγέρσεων, ο στάρετς ήταν ο ποιμένας που ξεχώριζε, θυμίζοντας τους παλαιούς γέροντες της ερήμου. Ατέλειωτες ουρές σχηματίζονταν για εξομολόγηση και συμβουλές. Κατά την αστική επανάσταση της Πετρούπολης του 1917, καταμεσής της μεγάλης Τεσσαρακοστής, οι άνθρωποι που ζούσαν στο λήθαργο της καλοπέρασης, άρχισαν να αφυπνίζονται! Τότε διακόπηκε η «κανονική ζωή» και η πείνα και οι αρρώστιες έπεσαν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις. Η Μόσχα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο στάρετς Αλέξιος ήταν για τους πιστούς ο «απεσταλμένος του Θεού» κι έκανε τα χρόνια αυτά της θλίψης, χρόνια πνευματικής χαράς. Στα χρόνια της εξέγερσης των καταπιεσμένων και απελπισμένων εργατών και αγροτών, απέναντι στην χλιδάτη τσαρική Ρωσία και την “κρατικοποιημένη” Εκκλησία, το μίσος το ζέσταινε σε αγάπη και την αθεΐα, μετασχημάτιζε σε ζώσα πίστη!

  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: Ο στάρετς είχε και πνευματικά παιδιά στην εργατικο-αγροτική επανάσταση, αλλά και πολλούς κοινωνικούς αγωνιστές και φιλοσόφους. Την νύκτα πήγαιναν και τον εύρισκαν, για εξομολόγηση, πολλοί στρατιώτες του «κόκκινου στρατού». Ο ρόλος του όμως παρέμενε αυστηρά πνευματικός και Χριστοκεντρικός. Σε πολλούς έλεγε μδ νόημα: «Δεν πρέπει να υπολογίζουμε σε καμιά στρατιωτική επέμβαση για να ρίξουμε τον μπολσεβικισμό, αλλά μόνο στην πνευματική μεταμόρφωση του ίδιου του Ρώσικου λαού». Τον χειμώνα του 1918 μαζί με την ιστορική αλλαγή, είχαν οι Μοσχοβίτες να αντιμετωπίσουν και την παγωνιά των -25 βαθμών, από το φθινόπωρο. Πολλοί ζητούσαν από τον π. Αλέξιο την ευλογία να φύγουν στο νότο ή στο εξωτερικό. Κι αυτός ευλογώντας τους, έλεγε: «Μη προσπαθήσετε να σώσετε από κει την Ρωσία. Εμείς εδώ οι αμαρτωλοί έχουμε τεράστιες ευθύνες. Εμείς φταίμε για τα δεινά, με τις αμαρτίες μας και τις παραλείψεις μας. Γι’ αυτό δεν έχουμε το δικαίωμα να μη πιούμε το πικρό ποτήρι της δοκιμασίας, πού επέτρεψε για το λαό μας ο Κύριος. Είη το Όνομά Του ευλογημένο». Το 1919 ολόκληρα χωριά λόγω ξηρασίας αποδεκατίζονταν από την πείνα. Οι στρατιώτες έπαιρναν τα λιγοστά τρόφιμα. Οι ευλογημένοι όμως από τον π. Αλέξιο είχαν άλλη μεταχείριση. Γύρω του άρχισαν να συγκεντρώνονται πολλοί, ιδίως νέοι, που έφταναν από μακριά, περπατώντας. Μελετούσαν βίους αγίων και έπαιρναν το μήνυμα της εσωτερικής ζωής και της κοινωνικής ανιδιοτελούς προσφοράς. Ένοιωθαν μαζί του σαν μια αληθινή οικογένεια.

   Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΣΤΑΣΗ: Πολλοί κληρικοί σ’ αυτήν την φάση τον είχαν πνευματικό. Όμως τα πρώτα χρόνια της επανάστασης εμφανίστηκε η “ανανέωση” της εκκλησίας ώστε οι επαγγελματίες κληρικοί να τα έχουν καλά με το νέο καθεστώς. Ο Πατριάρχης Τύχων συχνά συμβουλευόταν τον π. Αλέξιο για το θέμα αυτό, αφού και την προηγούμενη εποχή ήταν της θεολογικής γραμμής: «τα Καίσαρος Καίσαρι και τα Του Θεού τω Θεώ». Μάλιστα του ανέθεσε και την ευθύνη σεμιναρίου για την ομόνοια του κλήρου. Όταν το 1922 θέριζε πάλι η πείνα και η Κυβέρνηση με νόμο ζήτησε όλα τα ιερά σκεύη των ναών, ο ίδιος πρόθυμα του τα έδωσε, παρά την θερμόαιμη αντίδραση του γιου του Σέργιου. Αυτός συνέχιζε στην στρατηγική, να εμψυχώνει τους πιστούς. Κάποιος άπιστος, που άκουγε πολλά για τον στάρετς, είπε μια στιγμή: «Θα πάω να δω τον παπά σας”! Μπήκε στην εκκλησία, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία. Ο γέροντας ευλογούσε τους πιστούς. Αυτός συλλογιζόταν: «Ηλίθιοι, δεν ξέρουν τι τους γίνεται και προσκυνούν…». Εκείνη τη στιγμή ο διορατικός γέροντας σταμάτησε την ευλογία και τον κοίταξε στα μάτια. Στην συνέχεια, κατέβηκε από τον σολέα, πήγε κοντά στον άπιστο, του χαμογέλασε εγκάρδια και τον ευλόγησε. Εκείνος αισθάνθηκε ρίγος στην καρδιά του. Αργότερα, είπε στους δικούς του: «Ναι, πράγματι, ο παπάς αυτός κάτι έχει μέσα του, κάποια μεγάλη δύναμη. Δεν μπορώ να το εξηγήσω επιστημονικά, αλλά είναι γεγονός»!

Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Στην ποιμαντική του δράση διέφερε, ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Σε άλλους ήταν αυστηρός και σε άλλους επιεικής και τρυφερός. Με άλλους συζητούσε απλά και έδινε συνεχώς την συγχώρηση, σε άλλους απαιτούσε μετάνοια και μάλιστα δημόσια. Είχε μεγάλη σοφία! Έλεγε: «Όλες οι σκέψεις, τα αισθήματα και οι επιθυμίες μας πρέπει να υπηρετούν τον Θεό, ν’ αποσκοπούν στο να εφαρμόζουμε το Θέλημά του κάθε φορά. Χαίρεται ο Κύριος όταν εμείς τηρούμε τις εντολές Του. Πρέπει να ζούμε με αυταπάρνηση, για τον άλλο που είναι δίπλα μας. Αυτό που έχει σημασία είναι η πνευματική κατάσταση όλων μας.». Γι’ αυτό είχε προικισθεί με το χάρισμα της διορατικότητας. Όταν μία γυναίκα του είπε: « Πάτερ, ο άνδρας μου με χτυπάει», ο π. Αλέξιος συνοφρυώθηκε και της απάντησε: «Εσένα δέρνει ο άνδρας σου; Έ όχι! Δεν είσαι απ’ αυτές που μπορεί να τις κτυπήσει ο άνδρας τους. Εσύ μπορείς να κτυπήσεις οποιονδήποτε». Άλλοτε, μια όμορφη κοπέλα, η Τατιάνα, του ζήτησε : «Προσευχηθείτε για μένα πάτερ μου. Δεν ξέρω που να πάω, που να σταθώ». Τότε τον άκουσε να της λέει: «Δεν προσεύχεσαι, δεν ζητάς το έλεος του Θεού, γι’ αυτό έχεις αυτό τον εκνευρισμό. Έτσι πλέον, αμαρτάνεις συνεχώς και δυσκολεύεις τη σχέση σου με τον Θεό». Πέφτει στα πόδια του η Τατιάνα και δικαιολογείται: «Συγχωρήστε με πάτερ, δεν το ξανακάνω. Φύγατε εσείς από την περιοχή μας, κι έτσι αισθάνομαι ανίσχυρη». Με ύφος αυστηρό της απάντησε ο στάρετς: «Μα δεν είμαι εγώ η κουβερνάντα σου, Τατιάνα!!! Δεν μπορώ να είμαι συνεχώς δίπλα σου». Μια από τις πνευματικές του θυγατέρες αφηγείται: «Ήταν χειμώνας του 1918-19. Σε τρεις φυλακές της Μόσχας ήταν φυλακισμένοι δεκαπέντε αρχιερείς. Εμείς τους βοηθούσαμε, πηγαίνοντας την αλληλογραφία τους κρυφά. Κάποια μέρα πήγα στον άγιο Νικόλαο της οδού Μιροσέϊκα να γνωρίσω τον στάρετς. Εκεί ήταν πολλοί συγκεντρωμένοι, χωρίς να είναι κάποια γιορτή. Ο στάρετς όμως πάντα λειτουργούσε και υπήρχε πάντα αδιαχώρητο. Όταν έφυγε ο κόσμος και τον πλησίασα, μου είπε, πως έχεις μεγάλη ευλογία να υπηρετείς τους κληρικούς. Να μην πικραίνεσαι για τίποτα. Σε ζηλεύω. Όμως τα αδύναμα πόδια μου δεν μου επιτρέπουν να πηγαίνω στις φυλακές και να βοηθώ».

  ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ: Το 1922, οι μυστικές υπηρεσίες κάλεσαν τον γέροντα (63 ετών) στην ασφάλεια και του απαγόρευσαν να λειτουργεί και να δέχεται κόσμο. Οι άνθρωποι όμως πήγαιναν κρυφά. Για λόγους ασφαλείας έκαψε τα ημερολόγια και τις σημειώσεις του. Την Μ. Σαρακοστή, διαβάζοντας τον κανόνα του αγίου Ανδρέα Κρήτης έλεγε: «εγώ θα φύγω, εσείς να συνεχίσετε. Ξέρετε τον δρόμο…». Την άνοιξη του 1923, επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του και δεχόταν επισκέψεις μόνο στο κρεβάτι. Στις 9 Ιουνίου το βράδυ βρισκόταν σ’ αυτό, ανήμπορος. Η αδελφή του Νίνα περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του: «Ο στάρετς προσευχόταν έντονα, με κλειστά τα μάτια. Ξάφνου μου φάνηκε σαν κάτι να έσπασε. Γύρισα και κοίταξα. Είχε κοιμηθεί!». Στην εξόδιο ακολουθία τον συνόδευσε ο Πατριάρχης Τύχων, που είχε αποφυλακισθεί πριν λίγο καιρό. Μαζί του συμπροσευχήθηκαν 80 κληρικοί. Η κηδεία του άρχισε το πρωί και τέλειωσε το βράδυ. Χιλιάδες λαού τον συνόδευσαν και σήμερα περισσότεροι δεν τον ξεχνούν…



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Μανώλη Μελινού, ΑΝΘΗ ΑΓΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ, 1995. Ν. Μπερδιάγεφ (μετάφρ. Χρ. Μαλεβίτση), ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, ΔΩΔΩΝΗ,1967.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=xO3oyDeV_P8&list=PLH04F-N8L60Fwz_TXFOkpUjKptoz4ppyq&index=3


29.5.26

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ 

του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Δ΄.

     


Οἱ ἀδερφάδες ξαναμείνανε μονάχες στὸν πύργο κ' ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα ξαναβρῆκε τὸν παλιὸ ρυθμό της. Ὁ βρόντος τοῦ ἀργαλιοῦ δὲν εἶναι φόβος τώρα νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ἀκατάπαυτα ἀπὸ τὴν αὐγὴ θαμπὰ ὥς βαθιὰ τὴ νύχτα, ἡ βελόνα τρυπᾷ, μουδιάζει τὰ δάχτυλα κ' ἡ Παναγιούλα ξανάπιασε τὰ τρεξίματα στὴν πόλη. Δὲ ντροπιάζει κανέναν τώρα. Ἡ γενιὰ τοῦ Κρανιᾶ δὲ θέλει νὰ ξέρῃ πιὰ ἀπὸ τὶς νυφάδες τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη καὶ πληγωμένη στοὺς ραγισμένους τοίχους τῆς κούλιας.

Μὰ κ' ἡ ζωὴ ἕνα γῦρο δὲν ἀλλάζει τὸ σκοπό της. Ὁ ἥλιος φέγγει ὅπως πρῶτα πάντα, ἡ ἄνοιξη ἔρχεται καὶ φουντώνει τὸν κάμπο κ' ἰσκιώνει τὸν ὄχτο τοῦ ἀκροπόταμου. Ὁ κόσμος παντρεύεται κι ἀρρεβωνιάζεται. Ἕνας ἀνθυπίατρος ἀπὸ τὸ κάστρο παντρεύτηκε μὲ τὴ δεύτερη τὴ Ζωριοπούλα, ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὸν τόπο ἀρρεβωνιάστηκε τὴν Εὐανθία Τελατίνη. Τὰ μηνύματα φτάνουνε σὰν περιγέλασμα στὴν κούλια.

Ἡ Φρόσω σκύβει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλεῖ, ἡ Μαριὼ ὅμως δὲν τὸ βαστᾷ. Ἡ ὀργή της δὲν ξεσπᾷ μόνο φαρμάκι στὴ γειτονιά, δὲ γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στὴν κούλια, μὰ σκορπίζεται κι ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο. Βουνὰ καὶ κάμπους, οὐρανὸ καὶ γίς· ὅσα βλέπει τὸ μάτι κι ὅσα φανταζεται ὁ νούς. Γυρεύει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μιὰν ἐκδίκηση κ' ἕνα σεισμὸ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς γίς. Κι ὅσο δὲν τὰ λαβαίνει, ἡ ψυχή της διψᾷ νὰ πνίξῃ, νὰ ρημάξῃ, νὰ βουλιάξῃ ἡ ἴδια. Κι ὅσο δὲν τὸ μπορεῖ οὔτε αὐτό, ξεθυμαίνει στὴν ὀρφανὴ τῆς πλύστρας τοῦ πατέρα, ποὺ γυρίζει ἀδειανὴ ἀπὸ τοὺς δικούς, στὴν Κούλα, ποὺ τὰ παρμένα της δὲ δουλεύουνε γλήγορα, κι ἅμα δὲ βρίσκει ἄλλη καμιὰ ἀφορμή, σὲ κατάρες κι ἀναθέματα ἐκεῖνων, ποὺ θὰ χαροῦνε ὅσα πλέκει κι ὅσα ράβει.

«Τὴν ἀδικιά, τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο;» φωνάζει ἀδιάκοπα.

Καὶ σβήνει μπρὸς ἀπὸ τὸ κόνισμα τὸ καντήλι, ποὺ ἀνάβει ἡ Φρόσω, σὰ βρίσκεται μιὰ σταλιὰ λάδι στὸ ροῒ τῆς κούλιας, καὶ στένει καυγά, ὅταν παίρνῃ τὸ μάτι της τὴ λειτουργιά, ποὺ στέλνεται στὴν ἐκκλησιά:

«Δὲν ἔχω κάνα κρῖμα νὰ μοῦ συχωρεθῇ· τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο!»

Ἡ Φρόσω σωπαίνει γιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ ἡ γειτονιὰ καὶ δίνει τοῦ παπᾶ τὸ δίφραγκο μαζὶ μὲ τὸ πουκάμισο τῆς ἀδερφῆς, νὰ τὸ διαβάσῃ στἅγιο Δῆμα· κι ὅταν οἰκονομήσῃ δεύτερο, ἀνοίγει τὴν ἁγιὰ Μαρίνα ὄξω στἀμπέλια, μήπως ἡ χάρη τῆς βοηθήσῃ τὴ συνονόματη.

Κ' ἡ Φρόσω εἶχε χαμένη τὴν ἐλπίδα, ὡστόσο πίστευε στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ πίστευε ἀκόμα καὶ στὸ σόϊ. Ἂν ἔχασε ὁ ἀδερφὸς ἐδῶ, ἡ πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι κι ὁ κόσμος ὅλος κι ὁ φτόνος δὲν εἶναι σ' ὅλον τὸν κόσμο ὁ ἴδιος.

Τὴν ἴδια γνώμη ἔχει κ' ἡ Σακαμπέσαινα, ποὺ ἅμα ξαναφέρνῃ ἡ Παναγιούλα τίποτε ψιλά, βάζει καὶ κείνη τὴν τέχνη της νὰ ξαναφέρῃ τὴ Μαριὼ στὰ σέστα της. Χαρὰ μεγάλη καρτερεῖ τὴν κούλια· τὸ διάβασε στἄστρι τοῦ βραδιοῦ καὶ τὸ κομπόδεσε. Ἢ θησαυρὸ ἢ πλούσια νύφη θὰ βρῇ ὁ Γεσίλας σύντομα στὸν καιρὸ κι ἀλαργινὰ στὸν τόπο. Λίγο ὑπομονὴ μονάχα. Ποιός τοὺς φταίει; Πήγανε καὶ στείλανε τῆς Ζωριοῦς τὴ Χαραλάμπαινα. Δὲν ἐρχόντανε σ' αὐτή, νἄρριχνε τῆς κόρης νἄπαιρνε τὰ σοκάκια γιὰ τὸν καπετάνιο.

Μὰ ἡ Μαριὼ δὲν ἤθελε νἀκούσῃ τίποτε. Ἡ προσβολή, ποὺ ἔγινε στὸ γένος τοῦ Κρανιᾶ ἐδῶ στὸν τόπο, εἶναι ἀνεξιλέωτη. Μόνο σὰν ἔρθῃ κάποτε κανένα δεκάρικο ἀπὸ τὸν ἀδερφό, δὲ σβήνει λίγες μέρες τὸ καντήλι καὶ παγαδιάζει καὶ τὸ ἀνάθεμα σ' ὅλον τὸν κόσμο.

Ἀφοῦ δὲν ξαναφάνηκε ὁ ψάλτης στὸ βελούχι κι ἂς ἔλειψε τὸ σκιάχτρο τοῦ Γεσίλα, ἡ Κούλα ξανάρριξε τὴ ματιὰ στοὺς ὑπαξιωματικούς.

Μὰ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μόνο ἀριὰ καὶ ποῦ καθίζουνε τώρα στὸ βελούχι. Περνοῦν ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθὼς πάντα καὶ στρίβουνε πέρα κατὰ τὶς ἐλιές.

Ὁ Φωτούλας Τυλιγάδας δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξαναμαζέψη. Τὰ βασιλικὰ καὶ τὰ περιπλοκάδια ἀνθοῦνε σὰν πάντα στὴ φρετζάτα ὁλόγυρα, οἱ ἀγγουριὲς καρπίζουνε στὶς βραγιὲς πίσω ἀπὸ τὴν κούλια κ' ἡ ποταμιὰ δὲν ἔπαψε νὰ κατεβάζῃ τὸ μαΐστρο.

«Ἐκεῖ δὲ βλέπεις;» τοῦ λέει ὁ Κελεμένης, ὁ παπατζὴς τοῦ βελουχιοῦ, καὶ δείχνει ἔρημα τὰ παράθυρα τῆς κούλιας.

Ἔρημα ἐκεῖνα, ρημαγμένο καὶ τὸ βελούχι. Τίποτε μαθητούδια ἂν ξεπέφτουν πιὰ νὰ χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι ἀποβραδὶς μοναχὰ οἱ δασκάλοι βγαίνουνε νὰ δροσιστοῦν.

Ὅμως μιὰ νέα γενιὰ δασκάλων. Ὄχι πὼς δὲ μιλοῦνε γιὰ γραμματικὴ κι αὐτοί, ἢ πὼς δὲν ἀναθεματίζουν τὸν Ψυχάρη, μὰ δὲν τὸ θαρροῦν κι ὁλότελας ἀταίριαστο μὲ τὸ σοβαρὸ ἔργο τους νὰ ρίχνουνε καὶ καμιὰ ματιὰ πρὸς τὰ παράθυρα τῆς κούλιας, νὰ τρῶνε στὴν ἀστροφεγγιὰ κάνα κοτόπουλο καὶ νὰ ξεκρεμοῦν καὶ τὸ μπουζούκι κάποτε.

Ἡ Κούλα δυνάμωσε τὸ φτιασίδι στὰ μάγουλα κ' ἔβαλε ὄλη τὴν παλιὰ τέχνη της στὰ σγουρά. Τὴ φορὰ αὐτὴ δὲ θὰ τῆς γλυτώσῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς δασκάλους. Ὅποιος ἀπ' αὐτοὺς, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ρίξῃ τὰ μάτια στὰ παράθυρα. Ἂς εἶναι ἀκόμα καὶ κεῖνος ὁ κοντακιανὸς καὶ κοντολαίμης, ποὺ δὲ βγάζει ἀπὸ ψηλά του τὸ παλτὸ κι ἂς σκάζῃ γάϊδαρος ὄξω στὸν ἥλιο τοῦ Μαγιοῦ. Ἡ γραβάτα του εἶναι ξεφτισμένη καὶ βρώμικη καὶ τὸ καπέλο, ποὺ μιὰ φορὰ εἴτανε σταχτί, τὸ φορεῖ ἀνάποδα πάντα, μὰ σ' ὅλ' αὐτὰ τὸν συμμορφώνει στὸ φτερό, φτάνει μόνο νὰ τονὲ λάβῃ στὰ χέρια της.

Ἐκεῖνα, ποὺ δὲν παίρνουνε συμμόρφωση, εἶναι τὰ μάτια του, ποὺ ἀλληθωρίζουνε, καὶ τὰ κανιά του, ποὺ δὲν εἶναι ὁλόϊσα ὅπως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μὰ κι αὐτὰ εἶναι ψιλοδουλειὲς γιὰ τέτοιες ὥρες, ποὺ ὁ καθρέφτης τοῦ ἐφέδρου ἄρχισε νὰ δείχνῃ καὶ τῆς Κούλας, ὅ,τι τρόμαξε ἄλλοτε καὶ τὴ Μαριώ.

Ἡ Κούλα ρίχνει τὴ ματιὰ στὴ Φρόσω, στὴ Μαριὼ καὶ τρομάζει κι αὐτή, βλέπει τὴν κοιλιασμένη κούλια νὰ φοβερίζῃ νὰ σωριαστῇ ἀποπάνω της κάθε στιγμή, σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀέρα καὶ νοιώθει ρῖγος μέσα της. Ὁ μόνος στοχασμός της εἶναι πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποκάτω, πῶς νὰ βρεθῇ μακριὰ πρὶν ἔρθῃ ἡ ὥρ' αὐτή. Ὁ καιρὸς βιάζει, δὲν εἶναι νὰ χάνῃ οὔτε στιγμή.

Κι ὁ δάσκαλος μὲ τὸ μακρὺ παλτὸ ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάσῃ τὰ παιδιὰ καὶ νάτος, ἴσια στὸ βελούχι. Δὲν ξεκολλᾷ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν κούλια.

Ἡ Κούλα ξανάπιασε τὴ θέση της στὸ μπαλκόνι. Ἡ καρδιά της ξανάβρισκε ὅλη τὴν παλιὰ ὁρμή. Ἡ ἄνοιξη, ποὺ χυνότανε στὴν ἀκροποταμιὰ μὲ τἄνθη στὶς ἐλιές, τοὺς μαβιοὺς ἴσκιους καὶ τὸν κοῦκο, σὰ νὰ ἔβγαινε ὅλη, νὰ χυνόταν ὅλη ἀπομέσα της. Στιγμές, δὲν ἤξερε κι αὐτὴ γιατὶ τῆς φαινότανε πὼς μοιάζει περσότερο μ' ἡλιόγερμα παρὰ μ' ἀπριλιάτικη λαμπράδα· ὡστόσο δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ, τῆς ἄρεσε νὰ πλέῃ γλυκὰ στὸ πλάνεμα καὶ πολεμοῦσε νὰ κρατήσῃ ὅσο μποροῦσε μακρήτερα τὴν ἀνοιξιάτικη λαχτάρα μὲ τὰ τριαντάφυλλα στὸν κῆπο, μὲ τὰ γαρύφαλα καὶ τὰ ζαμπάκια στὸ μπαλκόνι.

Ἔδενε μ' αὐτὰ ἕνα ὁλόδροσο μπουκέτο κάθε πρωῒ κα τὄστελνε τοῦ Τυλιγάδα μὲ τὴν Παναγιούλα. Κ' ἔπειτα τὸ καμάρωνε, ποὺ τὸ ἔβλεπε νὰ ξεχωρίζῃ μέσα στἄλλα μυρουδικά, ποὺ στολίζανε τὰ τραπέζια τοῦ βελουχιοῦ. Περίμενε τὸ δάσκαλο.

Κι ὁ δάσκαλος δὲ χόρταινε νὰ τὸ μυρίζῃ. Κ' ἡ Κούλα ἀπὸ τὸ παράθυρο δὲν μποροῦσε νὰ μὴ σκάζῃ κι αὐτὴ στὰ γέλια σὰν τοὺς συναδέρφους του ἐκεῖ γύρω. Ἡ μύτη τοῦ δασκάλου βαφότανε κίτρινη ἀπὸ τὰ ζαμπάκια καὶ γυρνοῦσε τἀλλήθωρα μάτια μέσα στὶς κόχες τους γιὰ νὰ δῇ τὴ μύτη καὶ νὰ τὴ σκουπίσῃ.

Μὰ ἡ καρδιά του εἴταν ἀνεξίκακη σὰν ὅλων τῶν δασκάλων. Τὰ γέλια δὲν τὸν πειράζανε, μήτε τὰ πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο νὰ κλέψῃ τὴν ὥρα, ποὺ δὲν τὸν κοίταζε κανένας, γιὰ νὰ βγάλῃ ἕνα γαρύφαλο ἢ ἕνα ρόδο ἀπὸ τὸ μπουκέτο καὶ νὰ τὸ βάλῃ στὴν κουμπότρυπα.

«Ψυχή μου νέος!» δὲ βαστιότανε νὰ μὴ στοχαστῇ πολλὲς φορὲς ἡ Κούλα καὶ νὰ βαρυθυμήσῃ μιὰ στιγμὴ μὲ κεῖνο ποὺ ἔβλεπε.

Μὰ πάλι, ὅταν ἐκεῖνος, παραφυλάγοντας ξανὰ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὸν ἔβλεπε κανένας, ἔφερνε πεταχτὰ τὸ ἄνθος στὰ χείλη του, ἐνῷ τὴν ἴδια ὥρα ἔρριχνε κλεφτὴ ματιὰ στὰ παράθυρα τοῦ πύργου, ἡ θλίψη τῆς Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

«Ἀπὸ τὁλότελα καλὸς κι ὁ δάσκαλος», ἔλεγε μέσα της μελαγχολικά.

«Ἀπὸ τὁλόλελα καλὲς καὶ τοῦτες», παρηγοριόταν ἄλλο τόσο μελαγχολικὰ κι ὁ Τυλιγάδας, ἐκεῖ ποὺ μάζευε τὶς μίζερες δεκάρες τῶν δασκάλων.

Κ' οἱ ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

Μὰ ἦρθε ὁ Ἀλωνάρης, ἔκλεισε τὸ σκολειὸ κι ὁ δάσκαλος πάει νὰ ξεκαλοκαιριάσῃ στὸ χωριό του.

Τὸ βελούχι κι ὅλος ὁ κόσμος ρήμαξε γιὰ τὴν Κούλα. Ἡ καρδιά της τρέμει ὅσο νἀρθῇ ὁ Αὔγουστος νὰ μάθῃ, νὰ σιγουρευτῇ πὼς δὲ μεταθέσανε τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν τονὲ μεταθέσανε.

Μὰ ὁ χινόπωρος, ποὺ τὸν ξανάφερε δροσερὸν κ' ἡλιοκαμένον, ἔφερε καὶ τὰ σύννεφα καὶ τὶς βροχές. Καὶ μὲ τὰ πρῶτα βοριαδάκια τὸ βελούχι ἔκλεισε.

Μοναχὴ παρηγοριὰ τῆς Κούλας μένει τὸ πέρασμα τοῦ καλοῦ της ἀπ' τὸ δρόμο. Μὰ πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα μπορεῖ νὰ περνᾷ ὁ δόλιος δάσκαλος; Καὶ μήπως εἶναι κιόλας τόσο εὔκολο τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν κούλια, ὅταν ἀρχίσουν οἱ βροχὲς τοῦ σαραντάμερου κι ἀναγλιτσιάσῃ ὁ ὄχτος τοῦ ἀκροποτάμου;

«Ἀγάπη, ποὺ νὰ σκιάζεται τὶς λάσπες, ποιός τὴν εἶδε, ποιός τὴν ἄκουσε!» θυμώνει μέσα της ἡ Κούλα, ὅταν περνοῦνε μιαδυὸ μέρες κι ὁ δάσκαλος δὲ φαίνεται.

Μὰ ὅταν τὸν ξαγναντίζῃ βουτηγμένον ὣς τὰ γόνατα στὴ λάσπη, πιτσιλισμένο ἴσια μ' ἀπάνω μὲ τοὺς ὤμους τὸ μακρὺ παλτό, ὅταν τὸ βούλιαγμα, ποὺ βλέπει νὰ κάνῃ τὸ πόδι του στὶς λοῦμπες, τὸ σκόντομά του στὸν ὄχτο ἐδῶ, τὸ γλύστρημά του παρακεῖ στὴ γλίνα τῆς βγάζουνε στὸ φόρο πὼς ἡ ματιά του χωριστὰ ἀπὸ ἀλλήθωρη εἶναι κιόλας καὶ κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει τὴν καρδιά της καὶ δὲν ξέρει ποιόν νὰ πρωτοκλάψῃ: τὸ δυστυχισμένον, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ βοῦρκο κάτω στὸ δρόμο, ἢ τὴ δική της μοῖρα, ποὺ τὴν ἔρριξε σ' αὐτόν;

Ἀπελπισμένη, σωριάζεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ κλαίει. Ἡ θυγατέρα τοῦ Θώμου Κρανιᾶ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ Κούλα ἡ ὄμορφη νὰ καταντήσῃ νὰ ξεπέσῃ σὲ κεῖνο τὸ παράλλαμα;

«Ποτέ, ποτέ!» τῆς λέει μιὰ φωνὴ μέσα της, σὰ νὰ ζητᾷ νὰ τὴ βοηθήσῃ νὰ πάρῃ μιὰν ἀπόφαση.

Μὰ ἡ σκεπὴ τῆς κούλιας εἶναι μισοανοιχτὴ ἀποπάνω καὶ κατεβάζει τὴ νοτιὰ φιὸ στὴν πλάτη της· οἱ ὦμοι τουρτουρίζουνε μὲ τὸ μαγνάδι τοῦ τσιτιοῦ, ποὺ εἶναι ντυμένοι, ἡ Φρόσω βήχει κάτω ἀπὸ τὸ κατώγι, ἡ Μαριὼ δέρνει στὴν ἄλλη κάμαρα τὴν Παναγιούλα, ποὺ τὴν ἔπιασε νὰ καίῃ τὸν κλώστη γιὰ νὰ σγουράνῃ καὶ κείνη τώρα τὰ μαλλιὰ μπροστὰ στὸ μέτωπο, κι ὁ Γεσίλας οὔτε γράφει οὔτε ἀκούεται. Δὲν πείσμωσε μόν μὲ τὸ Ζωριὰ καὶ μὲ τὸν Τελατίνη, δὲν ἔρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχὰ στὴν πόλη κοντὰ στὸν ποταμό, μὰ καὶ στὴν κούλια τοῦ πατέρα του.

Χωρὶς νὰ καταλάβῃ κ' ἡ ἴδια, ἡ Κούλα βρέθηκε στὸ παράθυρο κοιτάζοντας ἂν πέφτῃ σὲ ξαστεριὰ ἢ σὲ σύννεφα ὁ ἥλιος, ποὺ ἔρριξε μιὰ λάμψη θλιβερὴ στὴν κάμαρα: Νὰ σταματοῦσε κάνε ἡ βροχή, νὰ στεγνώσῃ ὁ τόπος λίγο καὶ νὰ δῇ τὸ δάσκαλο νὰ περάσῃ σὰν ἄνθρωπος. Ἔτσι νὰ πάρῃ δύναμη νὰ κατεβῇ στὸ δρόμο καὶ νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ τὴν πάρῃ μιὰν ὥρα ἀρχήτερα ἀποδῶ, μακριὰ ἀποδῶ, ὅπου θέλῃ, ἂς εἶναι καὶ στὸ σύνορο τοῦ κόσμου, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς, μόνο μακριὰ ἀποδῶ, ὄξω ἀπὸ τὴν κούλια.

Κι ὅταν τὴν ἄλλη μέρα τονὲ βλέπῃ νὰ ξαναπερνᾷ, κρεμιέται στὸ παράθυρο καὶ τοῦ χαμογελᾷ, κατεβαίνει κάτω στὴν αὐλόπορτα καὶ τοῦ σφυρίζει ἕνα γλυκόλογο, τοῦ νεύει νἀρθῇ πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη.

Μὰ ἐκεῖνος δάσκαλος. Φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του. Δὲν ἀποφασίζει νὰ ζυγώσῃ κι ἂς εἶναι σούρωπο κι ἂς μὴν περνᾷ ψυχὴ στὸ δρόμο. Ὅλο καὶ κοντοστέκεται, μὰ δὲν τολμᾷ νἀρθῇ στὴν πόρτα, ὅλο καὶ ρίχνει φοβισμένες ματιὲς στὸ παράθυρο. Κ' ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα καὶ ξανὰ τὴν ἄλλη, ὅσο ποὺ στὸ τέλος ἔγινε ἄφανατος.

Δὲν ξαναπέρασε.

Ἡ Κούλα πάει νὰ τρελλαθῇ. Μὴν ἀρρώστησε, μὴν τονὲ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ὁ νούς της. Ρώτησε τὰ παιδιά, ποὺ γυρίζαν ἀπὸ τὸ σκολειό. Ἐδῶ 'ναι καὶ στὴν ὑγειά του ὄχι καὶ καλήτερα. Σήμερα ἄργασε τοῦ ἑνοῦ ἀπ' αὐτὰ τὶς ἀπαλάμες μὲ τὴ λούρα.

Ἡ Κούλα ἀπελπίζεται. Ἄλλο δὲν μένει παρὰ νὰ τοῦ γράψῃ μὲ τὴν Παναγιούλα.

«Ἀγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σὲ ἀναμένω καὶ ἀπορῶ τὸ διατὶ διέκοψες…», ἀντίγραψε ἀπὸ τὸ παλιό, χιλιοσκεσμένο ἐπιστολάριο τῆς κούλιας, ἔκλεισε μέσα δυὸ πανσέδες μαζὶ μὲ τὰ δάκρυά της κ' ἔδωσε τὸ γράμμα.

Δὲν εἴταν πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἔκανε καὶ τέτοια ὑπερεσία ἡ Παναγιούλα, μὰ τὴ φορὰ αὐτὴ δὲν τὴ βρῆκε ἡ Κούλα πρόθυμη.

«Δὲν ξέρει», εἶπε, «σὲ ποιὸν ἀπ' τοὺς πολλοὺς δασκάλους νὰ τὸ δώσῃ. Μακρὺ παλτὸ φορούσανε πολλοὶ ἀπὸ δαύτους».

Τῆς Κούλας τῆς ἔπεσε λιγάκι δύσκολο νὰ περιγράψῃ τὰ καθαυτὸ χαραχτηριστικά του.

Τέλος ἡ Παναγιούλα κατάλαβε καὶ δέχτηκε. Κι ἄργησε νὰ γυρίσῃ τὸ βράδι αὐτό, ἀπάντηση ὅμως δὲν ἔφερε.

Τοῦ κάκου στάλθηκε καὶ ξαναστάλθηκε μὲ νέο γράμμα· δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρῇ τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ ἡσυχία κ' ἡ Κούλα, δὲν μπορεῖ νὰ κλείσῃ μάτι. Νευρίκιασε κι αὐτή· δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν γκρίνια τῆς Μαριῶς. Λόγο κι ἀντίλογο. Ἄδικα τὴν παρακαλεῖ ἡ Φρόσω νὰ μὴν τὴ συνερίζεται, γιατὶ δὲν εἶναι στὰ καλά της. Ἴσια τὰ πᾶνε τώρα κι οἱ δυό. Κι ὁ ἄνεμος τῆς ποταμιᾶς τὴν ἀπονευρικιάζει. Τώρα θὰ πέσῃ ἀπάνω της ἡ κούλια καὶ θὰ τὴ θάψῃ. Δὲ βλέπει μέσο λυτρωμοῦ, κάθε δρόμος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν κούλια εἶναι κλειστός.

Μιὰ γνώριμή της κατοικοῦσε κοντὰ στὸ σκολειό. Εἴταν τὸ τελευταῖο βῆμα, λείπαν ὅμως τὰ ποδήματα, ἔλειπε φόρεμα τῆς προκοπῆς. Στὸ τέλος ἄφησε τὴ ντροπὴ στὴν ἄκρη, βρῆκε μιὰ πρόφαση καὶ κίνησε καὶ πῆγε ἕνα δειλινό.

Ἡ γνώριμή της τὴν καλοδέχτηκε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθήσῃ στὸν καναπέ. Ἡ Κούλα προτίμησε ὅμως μιὰ καρέκλα κοντὰ στὸ παράθυρο καὶ κάθησε περιμένοντας.

Νάτος τέλος ὁ φίλος βγῆκε ἀπὸ τὸ σκολειό. Καθὼς τὴν εἶδε ξαφνικά, κοκκίνησε. Ὁ συνάδερφός του, ποὺ περνούσανε μαζί, τῆς χαμογέλασε, μὰ ἐκεῖνος δὲν ξαναγύρισε νὰ κοιτάξῃ.

Ἡ Κούλα φρένιασε. Περίμενε, περίμενε ὅσο ποὺ πῆρε νὰ νυχτώνῃ. Δὲν ξαναπέρασε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δασκάλους.

Γύρισε στὴν κούλια μὲ ἀπελπισιὰ θανατερή:

Τί τοῦ ἔκαμε; σὲ τί τοῦ ἔφταιξε; Ποιά εἶναι ἡ ἀφορμὴ ποὺ τὴν περιφρονᾷ; Δίχως ἄλλο θὰ τονὲ βάλανε στὰ λόγια, θὰ τοῦ τὴν κατηγορέσανε. Σὰν καὶ θἄχῃ νὰ κάμῃ τίποτες ἄλλο ὁ κόσμος! Ποιός νἄναι μόνο, ποιά νἄναι κείνη, νὰ τὴν ἤξερε νὰ τὴν ξεσκίσῃ μὲ τὰ νύχια της!

Μπαίνοντας στὴν αὐλόπορτα τῆς κούλιας, ἀπάντησε τὴν Παναγιούλα. Ξετραχείλωτη, ξυπόλυτη, ἀνασκουμπωμένη πότιζε τὸν κῆπο. Τὰ χείλη, ποὺ ὁ βοριὰς τἀποκοκκίνιζε ἀντὶ νὰ τὰ γαλαζιώνῃ, οἱ καστανὲς πλεξίδες της, ποὺ ζητούσανε νἀγγίξουνε τὶς φτέρνες, τὰ γεμάτα μάγουλα, ποὺ δὲν τὰ σούρωνε ἡ ἀναφαγιά, καὶ τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της, ποὺ ἀστράφτανε σὰν πυρωμένα, φουρκίσανε τὴν Κούλα.

Γιατί; Δὲν τὸ ρωτᾷ. Μανία θολὴ καὶ σκοτεινή, ὁρμὴ τυφλή, καθὼς ἐκείνη ποὺ ἔσπρωχνε μιὰ φορὰ τὴ μεγαλήτερη ἀδερφή της νὰ ξερριζώνῃ τὰ δικά της μαλλιά. Κ' ἡ Παναγιούλα τῆς πάτησε κι αὐτῆς ἀπόψε μὲ τὰ ξερά της μιὰ διπλῆ βιολέτα, ποὺ εἶχε φυτεμένη δίπλα στὸ πηγάδι.

Ἡ ὀρφανὴ τῆς πλύστρας ἀπὸ τὴ λασπόπολη δὲ μιλοῦσε στὶς βρισιές, δὲ μουρμούριζε στοὺς χτύπους. Συνήθισε ἀπὸ μικρή. Ἡ δυστυχία τῶν ἀδερφάδων πάντα σ' αὐτὴ ξεθύμαινε καὶ μάλιστ' ἀπὸ τὸν καιρό, ποὺ πήρανε καὶ στερευόνταν οἱ δικοὶ κ' οἱ φίλοι. Τὰ βραδινὰ τρεχάματα τῆς Παναγιούλας δὲν πάψανε, τώρα μάλιστα τρέχει πιὸ πρόθυμα κι ἀργεῖ περσότερο τὴ νύχτα νὰ γυρίσῃ.

Ἡ Μαριὼ χτυπᾷ καὶ καταριέται, ἡ Κούλα δίνει τώρα χέρι κι αὐτή, μὰ ἡ Παναγιούλα δείχνει μιὰν ἀπάθεια ἀξήγητη. Ἡ μέρα τοῦ θεοῦ ὄξω κ' ἡ ζωὴ μέσα στὴν κούλια σὰ νὰ μὴν ἔχουνε γι' αὐτὴ ὕπαρξη πραματική, ἡ δική της ζωὴ σὰ νἀρχίζῃ μὲ τὸ σούρουπο, σὰ νὰ εἶναι ὁ δρόμος κ' ἡ νυχτιά.

Ἡ κούλια ὑποτάζεται στὸ θέλημά της, γιατὶ κ' ἡ ὕπαρξη τῆς κούλιας ὅσο πάει καὶ δένεται περσότερο καὶ κρέμεται ἀπὸ τοὺς βραδινούς της δρόμους. Ἡ Φρόσω δύσκολα πιὰ μπορεῖ καὶ ρίχνει τὴ σαΐτα, ἡ Μαριὼ ὅλο κι ἀπονευρικιάζει καὶ φτείρεται ντύνοντας τὸν ξένον κόσμο, ἡ Κούλα ἔχασε καὶ κείνη κάθε ἐλπίδα. Πολλὲς φορὲς χτυπᾷ στὸ κάστρο ἡ ἀποχώρηση, κάποτε κιόλας τὸ σιωπητήριο κ' οἱ ἀδερφὲς στὴν κούλια, σκυμμένες στὸ ξεσπιθισμένο τζάκι τους, δὲν εἶναι σίγουρες ἀκόμα πὼς δὲ θὰ πλαγιάσουνε νηστικὲς κι αὐτὴ τὴ νύχτα.

Μιὰ τέτοια νύχτα ἀπὸ τὶς πολλές, κρύα καὶ σκοτεινὴ στὸ δρόμο καὶ στὴν κούλια, ἡ Παναγιούλα δὲ γύρισε κεῖ ὁλότελα. Τὴν ἄλλη μέρα μαθεύτηκε ἀπὸ τὴν πόλη πὼς ἔγινε ἄφαντος κι ὁ δάσκαλος.

Ἡ Κούλα λιποθύμησε.

«Τοὺ σιγαλὸ ποτάμ', ἡ πουμπιεμένη, ἡ μούλα!» φώναξε ἡ Μαριὼ κ' ἔτρεξε γιὰ ξίδι στὴ γειτονιά.

Ἡ Φρόσω μοναχὰ δὲ μίλησε. Ἡ φωνής της εἶχε χάσει ἀπὸ καιρὸ τὴ δύναμη.

Ὁ Γεσίλας, ποὺ κυνηγοῦσε στὸ ἀναμεταξὺ μετρητὲς χιλιάδες σ' ἄλλες φρουρές, βρῆκε τέλος μερικὲς κ' ἦρθε νὰ δείξῃ κι αὐτὲς καὶ τὴ γυναίκα του τῶν ἀδερφάδων καὶ τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Μὰ ἡ Φρόσω εἴτανε πεσμένη πιὰ στὸ στρῶμα μὲ τὸν ἴδιο σφάχτη καὶ τὸ βήχα τοῦ πατέρα.

Οἱ ἀδερφὲς θελήσανε νὰ κρατήσουν τοὺς νιόγαμπρους νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὶ στὴν κούλια. Ἡ νύφη ὅμως τρόμαξε ἀπο τοὺς ραγισμένους τοίχους κι ἀπὸ τὸ βήχα τῆς Φρόσως καὶ βίασε τὸ Γεσίλα καὶ πιάσανε γλήγορα σπίτι ἀλλοῦ, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης. Οἱ ἀντραδέρφες δὲ θἀπαιτούσανε βέβαια νὰ τοὺς ἔρχεται συχνὰ ἀπὸ τόσο μακριά, ἔτσι ὅπως εἴταν κιόλας μὲ τὴν κοιλιὰ στὸ στόμα.

Ἡ Φρόσω ἔλπιζε νὰ δῇ τὸν κληρονόμο τῆς γενιᾶς πρὶ νὰ πεθάνῃ. Νόμιζε μάλιστα πὼς αὐτὸ τῆς κρατοῦσε ἀκόμα τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Καὶ τὴν ἡμέρα, ποὺ χύμησε ἡ Μαριὼ στὴν πόρτα πρωῒ πρωῒ μὲ τὸ μήνυμα πὼς ὁ κληρονόμος ἦρθε ἀρσενικὸς καὶ παχουλός, μπόρεσε κι ἀνακάθησε στὸ στρῶμα κ' ἡ θολὴ ματιά της πῆρε μιὰ λάμψη ξαφνική.

«Ἀντίφκιαστα τὰ μάτια τ' Γισίλα· οὕλου τἀθάρ' τοὺ Κρανέϊκου· δὲν πῆρι τίπουτ' ἀπ' αὐτή».

Ἡ Μαριὼ δὲ μελετοῦσε ποτὲ τὄνομα τῆς νύφης. Ὄχι μόνο ἀπὸ τότε, ποὺ δὲ στρέχτηκε νὰ ξεκαινουργώσουνε τὴν κούλια καὶ νὰ καθήσουνε μαζί, δὲν εἶχε μάτια νὰ τὴ δῇ, μὰ κι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ πάτησε στὴν κούλια, τῆς φάνηκε πὼς μπῆκε μέσα σὰν ἐχτρός.

«Κὶ στοὺ σβιρκάκη τ' ἕνα λόϊδου μαλλιὰ κατσαρουμένα, στριφτά, ἀπαράλλαχτα σὰν τ' πατέρα. Κι ὅπους φταρ'νίσ'κε κεῖ πὄπεσε κὶ τἄφ'σαμι κὶ σ'ναχώθ'κι, γιὰ νὰ σιγυρίσουμ' ἰκείνι π'ρέκαζι, εἶπα κι ἄϊκ'σα τοὺ μακαρίτ'», ξακουλούθησε ἡ Μαριώ.

Ἡ ματιὰ τῆς Φρόσως ξανάλαμψε. Ὄξω ἔλαμπε κι ὁ ἥλιος στὴν ποταμιὰ κ' ἔρριχνε τὸ φέγγος του καὶ μέσα στὴν κάμαρα.

Ἡ Φρόσω τὸν κοίταξε ἄφωνη μιὰ στιγμή. Ἔπειτα κάνοντας νἀνασηκωθῇ καλήτερα μουρμούρισε:

«Τί λές; Δὲ θὰ μπορέσου νὰ βγοῦ; Μέρα θϊοῦ χαρὰ ὄξω».

«Σήκου πρῶτα μέσα σ'ν κάμαρ', κι αὔριου πᾶμι μαζί», τῆς εἶπε ἡ Κούλα, ποὺ δὲ βιαζότανε καὶ τόσο νὰ δῇ τὸν ἀνιψιό.

Κ' ἡ Κούλα εἶχε γελαστῆ στὶς ἐλπίδες της ἀπὸ τὴ νύφη.

Ἡ Φρόσω δοκίμασε ἄδικα νὰ σταθῇ στὰ πόδια της. Τὸ εἶδε κ' ἡ ἴδια πὼς ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ, ὅσο νὰ μπορέσῃ νἀρθῇ ὁ ἀνιψιὸς σ' αὐτή.

Ἅμα σαράντισε, τὸν ἔφερ' ἕνα δειλινὸ ἡ μικρὴ ξυπόλυτη ὑπερέτρια, μὰ ἀποπίσω ἦρθε κ' ἡ μάννα.

Μὲ τὴ βοήθεια τῆς Κούλας μπόρεσε ἡ Φρόσω καὶ τὸν κράτησε λίγες στιγμὲς στὴν ἀγκαλιὰ μισοἀποκοιμισμένον. Στήλωσε τὸ βλέμμα γελούμενο στὸ μικρὸ προσωπάκι καὶ περίμενε νἀνοίξουνε τὰ μάτια, νὰ τὰ δῇ.

Μὰ μόλις μισανοίξανε, τὸ μωρὸ ἔβαλε φωνή.

Ἡ μάννα του ἔτρεξε.

«Μπὰ μπὰ! Ἄκ' ζάβια! Τ' θειὰ σκιάζισι, μουλέ; − Νὰν το χαροῦ!»

Κ' ἡ Φρόσω ἔκαμε νὰ σκύψῃ:

«Σήκουσ' του λίγου, μουρή», εἶπε τῆς Κούλας.

Μὰ ἡ μάννα χύμησε καὶ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ παιδί.

Ἡ Μαριὼ δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθῇ

«Τί θὰ σ' τοὺ φᾶμι, μουρή; Τί ξένες εἴμαστι;» φώναξε κι ὥρμησε ἀπάνω της.

Ἡ νύφη κάτι θέλησε νὰ πῇ, μὰ ἡ Μαριὼ τὴν πῆρε ἀπὸ μπροστά. Τὴν ἔκαμε νἁρπάξῃ τὸ παιδὶ νὰ φύγῃ γλήγορα, ἐνῷ ἡ Μαριὼ φώναξω κατόπι της στὴ σκάλα:

«Δὲ σ' ἔμαθι, μουρή, οὐ ἄντρας σ' ποιές εἴμαστι; Μ' ἂν εἴταν ἄντρας, ἂν εἴταν ἀδιρφός!»

Ἡ Φρόσω ἔγυρε στὸ μαξιλάρι καὶ μισόκλεισε τὰ ματια, σὰ νὰ μὴν ἄκουσε τίποτ' ἀπ' αὐτά. Ἕνα μισὰ πικρό, μισὰ εὐτυχισμένο χαμόγελο σάλεψε γιὰ στιγμὲς στὰ χείλη της.

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ Γεσίλας καὶ βριστήκανε καὶ μαλλώσανε μὲ τὴ Μαριώ. Καὶ δὲν ξαναπάτησε στὴν κούλια.

«Τί κάθεσαι; τί ἀργεῖς;» μουρμούρισε ἀπομέσα ἡ Φρόσω ποὺ τὴ φτάσανε οἱ φωνὲς στὸ στρῶμα της.

Μὰ ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε δὲν ἔφτανε κι ἂς ἀρχίσανε νὰ τὸν κράζουνε μέσα τους κ' οἱ ἀδερφὲς γιὰ νὰ γλυτώσουνε κι αὐτὲς κ' ἡ ἴδια ἡ Φρόσω. Εἶχε φυράνει πιά, εἶχε ἀπομείνει ἕνας ἴσκιος διάφανος, ἀσάλευτος σὲ μιὰν ἄκρη. Μόνο τὰ μάτια φέγγαν ἀσφάλιστες, μελανές, πυρωμένες τρύπες στὸ στεγνωμένο σκέλεθρο.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε ἄργησε νἀρθῇ. Μὰ ὅταν πιὰ τὸν ἔνοιωσε πὼς εἴταν ὄξω ἀπὸ τὴ πόρτα, ζήτησε νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Στείλανε καὶ τὸν φέρανε.

Σὰ μπῆκε, βρῆκε τὴν ἑτοιμοθάνατη γυρτὴ στὴν ἀκαλιὰ τῆς Κούλας καὶ μπροστὰ σκυμμένες τὴ Μαριὼ καὶ μιὰ γειτόνισσα καὶ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια.

Μιὰ δεύτερη γειτόνισσα ἔστεκε στὴν πόρτα.

Ὁ Γεσίλας γονάτισε κεῖ μπροστὰ κι αὐτός.

«Νάτος, ἦρθε», εἶπε τῆς Φρόσως ἡ γειτόνισσα καὶ τῆς ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Ὁ Γεσίλας ἔπιασε τὸ χέρι της κ' ἔτσι μείνανε κρατώντας τὴν ἑτοιμοθάνατη μόνο τὰ τρία ἀδέρφια.

Ἐκείνη μπόρεσε καὶ σήκωσε τὰ μάτια.

«Φρόσω, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Γεσίλας», μίλησε ὁ ἀδερφός.

«Δὲν τονὲ βλέπ'ς; δὲ γνωρίζεις; δὲν ἀκούς; Ἦρθε νὰ σ' σ'χωρεθῇ», ἔβγαλε ἡ Μαριὼ φωνὴ πνιχτή, σὰ νὰ τῆς ἔσφιγγε κάποιος τὸ λάρυγγα.

Μὰ ἡ γειτόνισσα τῆς ἔκλεισε τὸ στόμα. Κ' ἡ Μαριὼ σώπασε.

Τὰ μάτια τῆς Φρόσως μέναν ἀκίνητα, καρφωμένα στὸν ἀδερφό. Σὰ νὰ μὴν τονὲ γνώρισε ἀλήθεια, δὲ δοκίμασε νὰ τοῦ ἁπλώσῃ τὰ χέρια.

Τέλος σὰ νὰ κουραστήκανε τὰ βλέφαρα νὰ μένουν ἀνοιχτά, κάμανε νὰ κλείσουνε. Δὲν μπορέσανε καὶ μόνο τὰ μαυράδια τῶν ματιῶν στρίψανε σὰν ὁλόγυρα ἀπὸ τὶς ἴδιες κόρες τους, στραβώσανε, θολώσανε καὶ μείνανε πάλι ἀσάλευτα. Δὲν ξεχωρίζαν πιά. Τὸ κεφάλι ἔγυρε στὸν ὦμο τῆς Κούλας κι ἄρχισε τὸ στερνὸ ρουχαλητό.

Ἡ Μαριὼ σωριασμένη ἐμπρός της ἔκλαιγε πνιχτά. Τὴν πῆραν ἀποκεῖ κ' ἡ γειτόνισσα, ποὺ ἔστεκε στὴν πόρτα, πῆγε καὶ σήκωσε τὴν Κούλα, ποὺ εἶχε ἀποκάμει νὰ βαστᾷ τὴν ἀδερφή.

Ἡ Μαριὼ συνῆρθε, κράτησε τὰ δάκρυα κ' ἦρθε καὶ ξανάπιασε τὸ χέρι τῆς Φρόσως.

Ξαναπεράσανε πολλὲς στιγμές.

Κρατοῦσε τώρα τὴν ἑτοιμοθάνατη ὁ Γεσίλας, ὅταν τὰ μάτια ξαναδώσανε μιὰ τελευταία ἀναλαμπή. Καρφωθήκαν στὸ ἄδειο, πρὸς τὸ παράθυρο, ἀπόθε χυνότανε τὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ, ποὺ ἔγερνε μελιχρὸ στὴν ποταμιὰ κι ἀντηχοῦσε τὸ βούϊσμα τῶν πουλιῶν, ποὺ τραγουδοῦσαν ἐκεῖ ἀπόξω στὴ μελικοκκιὰ.

Τὰ χείλη τῆς Φρόσως σαλέψανε καὶ ψιθυρίσαν κάτι.

Οἱ ἀδερφές, ποὺ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια, νομίσανε πὼς ξαναζήτησε τὸ Γεσίλα.

Ἡ γειτόνισσα πῆρε τὴ θέση του και κεῖνος ἦρθε κ' ἔσκυψε μπροστά της ἀνάμεσα στὶς δυὸ ἀδερφές.

«Ἐδῶ 'μαι, δές με!» μουρμούρισε καὶ τῆς φίλησε τὸ χέρι.

Μὰ τὰ μάτια τῆς ἀδερφῆς δὲ γυρίσανε πιὰ σ' αὐτόν. Σβήσ... 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=O1vL6firMms


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Αθηνά από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Η Αθηνά από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα     Η γέννηση της πάνοπλης Αθηνάς από την κεφαλή του Διός ΓΕΝΙΚΑ – ΕΤ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....