Ετικέτες - θέματα

27.6.25

Ο Οσιομάρτυς Γεράσιμος ο Ευρυτάν [3.7. 1812] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Οσιομάρτυς Γεράσιμος ο Ευρυτάν [3.7. 1812]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


 


ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ: Ο Άγιος Γεράσιμος ο νέος ο Καρπενησιώτης καταγόταν από το Μεγάλο [Τρανό] Χωριό του Καρπενησίου και ονομαζόταν Γεώργιος. Οι γονείς του, που ήταν ευσεβείς χριστιανοί, κατάγονταν απὸ τα Δολιανά (τώρα έρημο χωριό, που ονομάζεται και Στουρνάρα, στις νότιες πλαγιὲς του όρους Καλλιακούδα). Ένδεκα χρονών, πήγε με τον αδελφό του, Αθανάσιο, στην Κωνσταντινούπολη και παρέμεινε εργαζόμενος κοντά σ' έναν παντοπώλη πατριώτη του. Το μπακάλικο βρισκόταν στην άκρη του Κερατίου Κόλπου. Η ζωή του μικρού Γεωργίου, ήταν δύσκολη. Δουλειὰ βαρειὰ, ιδιαίτερα για μικρὸ παιδί. Απὸ το χάραμα ως τα βαθειὰ μεσάνυχτα. Φαΐ, με οικονομία. Ύπνος, ίσως σε κανένα πατάρι του μπακάλικου. Μισθός, ελάχιστος. Στην αρχή, μέχρι να μάθει τη δουλειά, τίποτε. Μόνο το φαγητό. Και τα λίγα που μάζευε απὸ φιλοδωρήματα τα έδινε στο αφεντικό, να μαζευτούν κάμποσα να στείλει στους φτωχούς γονείς του.

ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ: Κάποια μέρα, ο μικροκαμωμένος Γιώργος μετέφερε πάνω στο κεφάλι του έναν τεράστιο χάλκινο δίσκο, που είχε γιαούρτι σε πήλινα δοχεία. Ήσαν παραγγελίες των αρχόντων κι έπρεπε να πάνε απὸ σπίτι σε σπίτι. Σε κάποια στιγμή όμως γλίστρησε, του έπεσε ο δίσκος με τα δοχεία και του έσπασαν όλα. Και ενώ έκλαιγε μέσα στο δρόμο, αναλογιζόμενος το τι θα του ΄κανε τ΄αφεντικό, από ένα γειτονικό τουρκόσπιτο βγήκε μια επίσημη Οθωμανίδα κυρία η οποία τον πήρε κοντά της και τον παρηγόρησε. Με χάδια, με κεράσματα, τον έπεισε να μείνει. Και εκείνος έμεινε μαζί της. Πάνω στην απελπισία του, βρήκε την πρότασή της σανίδα σωτηρίας. Και μετὰ απὸ δύο μήνες, δυστυχώς, υποβλήθηκε μαζὶ με τα δύο παιδιὰ της τουρκάλας σε περιτομή! Ντύνεται λοιπόν σαν τούρκος, μιλάει τούρκικα, προσκυνάει στὸ τζαμί. Ο διάβολος είχε κάνει τη δουλειά του.

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑ: Όταν ο Γεώργιος μεγάλωσε, ο σύζυγος της Τουρκάλας υποπτεύθηκε έρωτα της συζύγου του με τον όμορφο εξομώτη. Έτσι, τον έδιωξε στέλνοντάς τον ως υπηρέτη στο σπίτι ενός αγά. Αυτός τον έπαιρνε μαζί του στις συχνές περιοδείες που έκανε στε διάφορες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όμως, η θεία Χάρη δεν εγκατέλειψε τον Γεώργιο. Έτσι, οι έλεγχοι από τη συνείδησή του για το αμάρτημα της προδοσίας της πίστης του έγιναν συνεχείς κι επίμονοι. Σιγὰ-σιγά, ο έλεγχος αυτός στην ψυχή του οδηγεί σε στεναγμούς και θρήνους. Συναισθάνεται το λάθος του. Μια μέρα λοιπόν, δραπετεύει, βγάζει την τούρκικη ενδυμασία κι επιστρέφει στη γενέτειρά του. Νηστεύει, αγρυπνεί, προσεύχετα και δε δίνει σημασία στις παρακλήσεις της μητέρας του να νυμφευθεί, να κάνει οικογένεια, να ξεχάσει το λάθος του, να ηρεμήσει. Ο Γεώργιος έμενε ξένος προς όλα τα γήινα και πρόσκαιρα. Έτσι, πηγαίνει στο Άγιο Όρος. Ήθελε να συναντήσει έναν φημισμένο πνευματικό, απὸ τη γειτονική Καστανιὰ Προυσσού, για τον οποίο είχε ακούσει πολλά και σπουδαία. Ο φημισμένος αυτός γέροντας ήταν ο Κύριλλος Καστανοφύλλης, που ασκήτευε σε μια σκήτη της Ι. Μονής Κουτλουμουσίου1. Ο Κύριλλος δέχθηκε τον Γεώργιο με πολλή αγάπη. Τον κατήχησε στη χριστιανικὴ πίστη, και προσπάθησε να τον παρηγορήσει για το μεγάλο του λάθος. Μετὰ απὸ ένα έτος εκάρη μοναχός με το όνομα Γεράσιμος. Δεν πέρασαν τρεις μέρες απὸ την κουρά και ο Γεράσιμος άρχισε να ζητά απὸ το Γέροντά του να του επιτρέψει να μαρτυρήσει. Ο συνετός πνευματικός του πατέρας όμως τον εμπόδιζε. Του 'λεγε πως ο καλὸς υποτακτικὸς λαμβάνει στέφανο από τον Κύριο και λογίζεται ως Μάρτυς. Του έλεγε αυτά ο Γέροντας γιατί φοβόταν μήπως πηγαίνοντας για μαρτύριο ο Γεράσιμος δειλιάσει και γίνει η δεύτερη πλάνη του χειρότερη κι απ΄την πρώτη. Οι τύψεις όμως δεν άφηναν τον Γεράσιμο. Λόγω της λύπης του, η μορφή του αλλοιωνόταν μέρα με τη μέρα. Τὸ μυαλό του ασχολούνταν συνεχώς με το πώς να πάρει ευλογία από το Γέροντά του, έστω και με πλάγιο τρόπο. Έτσι, κάποια μ4έρα λέει στο Γέροντά του: “Σε παρακαλώ, δος μου την ευλογία σου να πάω στην πατρίδα να δω τη μάνα μου, τους συγγενείς και φίλους μου και ελπίζω στο Θεό, να μη σε λυπήσω γι΄ αυτή μου την αναχώρηση. Έτσι, πείστηκε ο Γέροντας και του έδωσε την ευχή του. Δεν υποψιάστηκε ότι ο Γεράσιμος “πατρίδα” εννούσε την άνω Ιερουσαλήμ, “μητέρα” τη Θεοτόκο, “συγγενείς” τους Μάρτυρες, και “φίλους” όλους τους Αγίους... Φεύγει ο Άγιος μετά απ΄αυτά και κατευθύνθηκε στην Κωνσταντινούπολη, τον τόπο της άρνησής του. Απὸ εκεί έστειλε επιστολὴ στο Γέροντά του να ψάλει παράκληση στην Παναγία γι΄ αυτόν, γιατὶ ετοιμαζόταν να μαρτυρήσει.

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Έπειτα παρουσιάστηκε στον πρώτο τούρκο κύριό του. Ο Οθωμανός, χωρίς να καταλάβει ποιος κρύβεται πίσω από τα ράσα και τα γένια, ζήτησε να μάθει το όνομά του και το σκοπό της επίσκεψής του. Ο βιογράφος του αγίου λέει πως ο Γεράσιμος του είπε τότε θαρρετά: “Ἐγὼ εἶμαι, ὁ ἄκακος ἐκεῖνος μικρὸς Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἀπατήθηκα ἀπὸ τοὺς φθονεροὺς λόγους τῆς γυναίκας σου καὶ δέχθηκα νὰ γίνω τοῦρκος. Καὶ τότε ἐξαπατήθηκα γιατὶ ἤμουν μικρὸ καὶ ἄμυαλο ἀγόρι. Τώρα ὅμως ἦλθα νὰ ὁμολογήσω ἐνώπιόν σας τὴν ἀλήθεια. Τότε σὰν μικρός, δὲν καταλάβαινα καὶ πολλὰ πράγματα. Τώρα ὅμως γνώρισα τὸ φῶς καὶ ὁμολογῶ: Χριστιανὸς εἶμαι, καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω”. Ο Οθωμανός έμεινε άφωνος στην αρχή αλλά έπειτα άρχισε να τον “συμβουλεύει” για να τον επαφέρει στην πίστη του Ισλάμ. Παρά τις προσπάθειες του Τούρκου, όμως, ο Γεράσιμος έμεινε σταθερός, κι ακλόνητος.

ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μετά από αυτές τις προσπάθειες του Οθωμανού, παραδόθηκε από εκείνον στο χότζα που κάποτε του έκανε την περιτομή. Ακολούθησαν νέες προσπάθειες για να επιστρέψει ο Μάρτυρας στο Μωαμεθανισμό. Και πάλι όμως η γενναία ομολογία του Γερασίμου έφερε οργή κι αγανάκτηση. Ὁ Χότζας τον παρέδωσε εν συνεχεία στον υπουργὸ στρατιωτικών της Πύλης. Κι εκείνος υπέβαλε τον Άγιο σε φρικτὰ βασανιστήρια επὶ δεκαπέντε μερόνυχτα. Έπειτα ακολούθησε η απόφαση: Καταδίκη εις θάνατον δι᾿ αποκεφαλισμού. Έτσι, ο Άγιος οδηγήθηκε στην περιοχή Μπαμπὰ Χουμαΐ, κοντὰ στην Αγια-Σοφιά. Ο δήμιος διέταξε τον Άγιο να γονατίσει. Αυτὸς ήταν όλος χαρά επειδή αξιώθηκε να μαρτυρήσει γι΄ Αυτὸν που κάποτε είχε απαρνηθει. Γονάτισε στραμμένος προς την Ανατολή ψυθιρίζοντας: “Μνήσθητί μου Κύριε ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου”. Τελειώνοντας τη φράση τελειώνει και η επὶ γης ζωή του. Τὸ ξίφος έπεσε βαρύ, και το κεφάλι χωρίσθηκε απὸ το σώμα. Ήταν 3 Ιουλίου 1812 μ.Χ. Ο Μάρτυς Γεράσιμος ήταν μόλις 25 χρονών.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ – ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ: Μέγα πλήθος χριστιανών συγκεντρώθηκε στον τόπο του μαρτυρίου. Οι τούρκοι επειδή ήξεραν ότι τα λείψανα των Αγίων ήταν πολύτιμα για τοὺς χριστιανούς, παρίσταναν, ότι απαγόρευαν την ταφή. Έτσι είχαν κέρδος διπλό. Για μέρες το λείψανο γινόταν παραδειγματισμὸς για όποιον σκεφτόταν να αμφισβητήσει τη δύναμη των Οθωμανών και επιπλέον εισέπρατταν πολλὰ χρήματα απὸ τους χριστιανούς, για να χορηγήσουν άδεια ταφής. Πλήρωσαν λοιπὸν και τώρα πλουσιοπάροχα οι χριστιανοί και πήραν το σώμα και την κεφαλή. Με βάρκα τα πήγαν στὰ Πριγκηπόνησα, συγκεκριμένα στην νήσο Πρώτη, που κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες. Εκεί ενταφιάστηκε αρχικά ο Μάρτυς Γεράσιμος και συγκεκριμένα στον περίβολο του ναού της πατριαρχικής Μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που δεσπόζει μέχρι σήμερα στην κορυφὴ του νησιού. Μεταφέρθηκε τρία χρόνια αργότερα, από τον Γέροντά του, Κύριλλο, ηγούμενο πλέον στην Ι. Μονή Προυσσού, στην ίδια Ιερά Μονή, και από εκεί το 1971 μ.Χ. μεγάλο τμήμα του τιμίου λειψάνου μεταφέρθηκε στον ομώνυμο μεγαλοπρεπή ναό του χωριού του, τον οποίον έκτισαν οι απανταχού Μεγαλοχωρίτες και το 1971 εγκαινιάσαν. Στο κελλὶ που ασκήτεψε, στην Κουτλουμουσιανὴ Σκήτη, δημιουργήθηκε παρεκκλήσιο προς τιμή του. Ο Γέροντάς του Κύριλλος έγραψε Ιερὰ Ακολουθία και Παρακλητικὸ Κανόνα για τον Άγιο Μάρτυρα. Η Κάρα και οι βραχίονες του Αγίου βρίσκονται σήμερα στη Μονή Προυσού Ευρυτανίας. Τα λοιπά Λείψανα του Αγίου βρίσκονται στον ομώνυμο Ναό Μεγ. Χωριού Ευρυτανίας. Τρεις σπόνδυλοι του Αγίου βρίσκονται στο Κυριακό της Σκήτης Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους.

Δολιανά ή Στουρνάρα, το χωριό του Αγίου

Απολυτίκιο
χος γ’]: “Μέγαν εὔρατο ὲν τοῖς κινδύνοις. Γέρας τίμιον τῆς ᾿Εκκλησίας, σέλας ἔνθεον Εὐρυτανίας, νεομαρτύρων νεώτερον καύχημα, ἐν τῇ ἀσκήσει Χριστὸν ἐπεπόθησας καὶ μαρτυρίῳ Θεὸν ὡμολόγησας. Αὐτόν, ἅγιε ὁσιομάρτυς Γεράσιμε, πρεσβείαις τῆς Θεομήτορος, ἱκέτευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.Μεγαλυνάριο: “Χωρίου Μεγάλου τὸν πρεσβευτὴν καὶ Νεομαρτύρων τὸν νεώτατον ἀθλητήν, τὸν ἐν τῇ ἀσκήσει καὶ τῇ ὁμολογίᾳ Χριστὸν δοξολογοῦντα, ὕμνοις τιμήσωμεν”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου: Οι Αγιοί μας. Ι. Μ. Τατάρνης Ευρυτανίας, έκδοσις γ´, σελ.138-148.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Αυτός αργότερα έγινε ηγούμενος στην Ι. Μ. Προυσσού.

25.6.25

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός [30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς ο Κηπουρός

[30 Ιουνίου ή 9 Ιουλίου 1770 (ή 1771)] +ΒΙΝΤΕΟ + Παράκληση

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο




  ΑΠΟ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΦΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ: Ο άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ γεννήθηκε, στην Αθήνα από φτωχούς, μα ευσεβείς γονείς, γύρω στο 1750. Ζούσε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να μάθει γράμματα κι έτσι, αγράμματος κι απλοϊκός, με πολλή όμως πίστη στο Χριστο, μεγάλωνε ο Μιχαήλ κοντά στους ευλογημένους γονείς του. Όταν έγινε έφηβος, ο πατέρας του τον πήρε κοντά του να τον βοηθάει στους κήπους, όπου δούλευε. Δούλεψε κάμποσα χρόνια έτσι, δίπλα στον πατέρα του. Μετά, σαν έχασε τον πατέρα του, αγόρασε ένα γαϊδουράκι και μ’ αύτό έβγαινε στα γύρω χωριά, και κουβαλούσε κοπριά για τους κήπους, που καλλιεργούσε παλιότερα ο πατέρας του. Καμμιά φορά ψώνιζε απ’ την πολιτεία πράγματα που δεν είχαν οι χωρικοί στον τόπο τους, κι όταν πήγαινε στα χωριά τους τα πουλούσε. Κάπως έτσι ήταν η ζωή του Μιχαήλ, με πολύν κόπο και ίδρωτα, πότε στους κήπους των πλουσίων Αθηναίων, πότε στα δύσβατα τότε χωριά γύρω απ’ την Αθήνα, δοξάζοντας το Θεό που τον φύλαγε πιστό ορθόδοξο χριστιανό, ανάμεσα στους άπιστους αγαρηνούς, στους οποίους τότε ήταν σκλάβοι οι Έλληνες.

 

  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ: Μια μέρα, όμως, καθώς γυρνούσε από τα χωριά, στην είσοδο της Αθήνας, συνάντησε τους φύλακες της χώρας, που ήταν άνθρωποι του Βοεβόδα της πόλης, Μωαμεθανοί κι αυτοί. Από καιρό τον είχαν βάλει στο μάτι, και καθώς τον έβλεπαν απλοϊκό κι αγράμματο, νόμιζαν πως θα τον έκαμναν ν’ αλλαξοπιστήσει. Και γι’ αυτό τον συκοφάντησαν κατηγορώντας τον πως πήγε μπαρούτι στους κλέφτες, τους αρματωμένους Έλληνες, που ήταν πάνω στα βουνά, και τον φυλάκισαν. Έτσι οι Αγαρηνοί έρχονταν καθημερινά και τον ανάγκαζαν με χίλιους τρόπους να τουρκέψει, δηλαδή ν’ αλλάξει την πίστη του. Μα αυτός, παρόλο που δεν ήξερε και πολλά γράμματα, δεν ήθελε ν’ αφήσει το Χριστό και να προσκυνήσει ψευδοπροφήτες, δεν θα άφηνε το άγιο Ευαγγέλιο, για χάρη του Κορανίου. Η Ορθοδοξία των πατέρων του είχε χαράξει πολύ βαθιά την πίστη μέσα του, και τίποτα μπορούσε να την ξεριζώσει.

 

   ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ: Πέρασε κάμποσος καιρός, χωρίς να φέρουνε αποτέλεσμα οι πιέσεις των Οθωμανών. Όταν πια τελείωσε η υπομονή τους, άρχισαν να τον φοβερίζουν πως, αν δεν αλλάξει την πίστη του, έχουν απόφαση και διαταγή να τον θανατώσουν. Αυτή την απόφαση την άκουσε κ’ ένας ζηλωτής ορθόδοξος, ονόματι Γεώργιος, και φοβήθηκε μήπως ο ευλογημένος Μιχαήλ, που ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, νέος πολύ για να μη λογαριάζει τη ζωή και τις χαρές της, κλονιστεί και αλλαξοπιστήσει. Πάει λοιπόν στη φυλακή, δίνει με τρόπο «άσπρα» στους φύλακες, για να τον αφήσουν να δεί τον Μιχαήλ. Τον βρήκε να προσεύχεται γονατιστός, με δάκρυα στα μάτια. Έμειναν οι δυο τους ώρα πολλή μαζί, πότε κάνοντας προσευχή και πότε ψέλνοντας τροπάρια της Εκκλησίας. Ύστερα προσπάθησε, με όση δύναμη έχουν τα λόγια ενός πιστού, να τον στερεώσει στην πίστη του Χρίστου και να τον ενθαρρύνει στο δρόμο του μαρτυρίου, που ανοίγονταν ήδη μπροστά του. Ύστερα σηκώθηκε, αγκάλιασε το Μιχαήλ, τον ασπάστηκε κ’ έφυγε ψιθυρίζοντας λόγια προσευχής.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΕΒΟΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ: Τα βασανιστήρια του Μιχαήλ συνεχιζότανε άπ’ τους απίστους ασταμάτητα. Όμως, όσο τον βασανίζανε, τόσο εκείνος γίνονταν πιο σταθερός στην άρνηση του: “δεν τουρκίζω· είμαι χριστιανός!”, έλεγε συνέχεια. Κάποτε, τον έβγαλαν απ’ τη φυλακή και τον παρουσίασαν στο Βοεβόδα, ελπίζοντας πως με κολακείες και ταξίματα (φορέματα, χτήματα, πλούτη), θα λύγιζε τον άγιο. Ο Νεομάρτυς όμως έμενε ασάλευτος στην πίστη του Χριστού. Ο Βοεβόδας τότε άρχισε τις απειλές για τα ερχόμενα μαρτύρια λέγοντάς του πως στο τέλος θα τον θανατώσει αν δεν αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος έλεγε και ξανάλεγε τις δυο λέξεις (δεν τουρκεύω), δίχως να λιποψυχήσει. Τότε ο Βοεβόδας τον έστειλε στον ονομαστό Καλοπασσιά από τα Γιάννενα, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα. Έλπιζε πως εκείνος, φόβος και τρόμος καθώς ήταν για τα μέσα που χρησιμοποιούσε σ’ όλους τους φυλακισμένους, θα γύριζε τον Μιχαήλ στην πίστη τους. Μα κι ο Καλοπασσιάς, μ’ ό,τι κι αν του ‘ταξε και μ’ όσες απειλές και βάσανα κι αν τον φοβέρισε τον Μιχαήλ, δεν κατάφερε να πάρει άλλη λέξη απ’ το στόμα του, εκτός από το: «δεν τουρκίζω»! Τότε ο Καλοπασσιάς του λέει με πονηριά: “Μπρέ λωλέ, άρνήσου κατά το παρόν την πίστη σου, για να γλυτώσεις τη ζωή σου, κι ύστερα πήγαινε σ’ άλλον τόπο, και έχε πάλι την πίστη σου”. Αλλά ο Μάρτυς δεν πειθόταν με κανέναν τρόπο, αλλά φώναζε ακατάπαυστα: “δεν τουρκίζω, δεν τουρκίζω”. Βλέποντας λοιπόν τον άγιο Μιχαήλ ο φοβερός Καλοπασσιάς ασάλευτο στην πίστη του, τον έστειλε στο δικαστή πια για να τον δικάσει. Κι εκείνος, βέβαια, πάσχισε να τον αλλαξοπιστήσει με τους δικούς του τρόπους, πριν να τον δικάσει, αλλά είχε κι αυτός το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος του πετούσε κατάμουτρα το “δεν τουρκίζω”. Τότες θύμωσε και εκείνος, κι έβγαλε την απόφαση για να τον αποκεφαλίσουν.

 

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος ατάραχος άκουσε την καταδίκη του και ακολούθησε τους οπλισμένους υπηρέτες, που τον πήγαιναν στον τόπο της καταδίκης. Δέσμιος, βασανισμένος κι εξουθενωμένος απο τα μαρτύρια, ο Άγιος δεν δείλιαζε, παρά έτρεχε με προθυμία στο μαρτύριο. Κι όταν στο δρόμο που περνούσαν απαντούσε χριστιανούς, φώναζε παρακλητικά: “συγχωρέστε με, αδέλφια, κι ο Θεός να σας συγχώρεσει”! Σαν έφτασε στον ορισμένο τόπο, γονάτισε, έκαμε την προσευχή του, κι έσκυψε το κεφάλι του με χαρά, σα να περίμενε ζωή απ’ το σπαθί, και όχι θάνατο. Ο αγαρηνός τον έπιασε απ’ τα μαλλιά και τον εχτύπησε με το σπαθί στο λαιμό, μα διπλαριστά κι όχι με την κόψη, για να τον κάνει να δειλιάσει και ν’ αρνηθεί το Χριστό. Μα ο άγιος με θάρρος του έλεγε: “Χτύπα για την πίστη”! Ο φονιάς τότε γύρισε τη μαχαίρα του από το κοφτερό μέρος, κι άρχισε να του κόβει το λαιμό λίγο-λίγο, για να προλάβει, αν πονέσει, να μετανιώσει και ν’ αλλοξοπιστήσει, αλλά μάταια, γιατί ο άγιος ολοένα και δυνατώτερα φώναζε: “κτύπα, για την πίστη”! Τότε ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με όλη του τη δύναμη κ’ έκοψε την τίμια κεφαλή του, ενώ η ψυχή του, στεφανωμένη μέσα στο αίμα του μαρτυρίου, ανέβαινε ν’ αναπαυθεί στις αιώνιες σκηνές των δικαίων του Θεού1.

ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΥΡΑ: Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Το μοναδικό παρεκκλήσι σ’ όλη την Πρωτεύουσα αφιερωμένο στον Άγιο νεομάρτυρα Μιχαήλ βρίσκεται στον Ιερό Ναό Αναλήψεως Κυρίου Νέου Κόσμου (Λαγουμιτζή και Ντελακρουά), όπου κατά την παράδοση στην περιοχή αυτή βρισκόταν οι κήποι του Αγίου. Το 2003 ο Μιχαήλ ο Κηπουρός ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Προς τιμήν του, ένας από τους κεντρικότερους δρόμος στη συνοικία της Αθήνας «Νέος Κόσμος» φέρει το όνομά του (Οδός Μπακνανά), καθώς και η παρακείμενη στάση του τραμ.

Ἀπολυτίκιο [Ἦχος α']: “Τοῦ δολίου πατήσας εὐθαρσῶς τὰ φρυάγματα ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, μάκαρ, Ἰησοῦν ὡμολόγησας, αἱμάτων σου δὲ ῥείθροις, Μιχαήλ, ἡγίασας τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν καί ὑπόδειγμα ἐδείχθης ἅπασιν εὐσεβέσι, πίστει κράζουσι· Δόξᾳ τῷ ποιητῇ σου καί Θεῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ποδηγέτην σέ στεῤῥόν ἡμῖν δωρήσαντι.” Κοντάκιο [Ἦχος δ’]: “Εὐσεβείας ἤθεσι κεκοσμημένος, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸ θεῖον σκάμμα Μιχαήλ, καὶ ἐκ χειρὸς τοῦ Παντάνακτος, τὸν τῆς ἀθλήσεως στέφανον εἴληφας”. Μεγαλυνάριον: “Χαίροις Ἀθηναίων εὖχος σεμνόν, Μιχαὴλ θεόφρον, Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, Ὃν ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων, τὴν μνήμην σου τὴν θείαν, καὶ εὐφημούντων σε”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Π.Β. Πάσχου, «Έρως Ορθοδοξίας», Εκδ. Αποστ. Διακονίας, Αθήνα, 1984.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ήταν είτε στις 6 ή στις 30 Ιουνίου, είτε στις 9 Ιουλίου, του 1770 ή 71, αναλόγως των πληροφοριών των διαφόρων πηγών.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

 https://www.youtube.com/watch?v=En4NbFhZyno&list=PLH04F-N8L60Fwz_TXFOkpUjKptoz4ppyq&index=10

και εδώ: 


Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΔΩ: 

  https://www.youtube.com/watch?v=anAdEw-lWgk

24.6.25

Σίφωνες στην Ελλάδα + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

Σίφωνες στην Ελλάδα + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

   Η Ελλάδα δεν θεωρείται γενικά ως μία από τις χώρες με την συχνότερη παρουσία σιφώνων. Όμως, εξαίρεση αποτελούν οι θαλάσσιοι σίφωνες, που έχουν μεγάλη συχνότητα εμφάνισης, κυρίως λόγω του ότι πρόκειται για τη χώρα με το μεγαλύτερο μήκος ακτογραμμών στην Ευρώπη [μήκος ακτών πάνω από 15.000 χιλιόμετρα].

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ: Σύμφωνα με έρευνα του μετεωρολόγου Μιχάλη Σιούτα [Κέντρο Μετεωρολογικών Εφαρμογών ΕΛΓΑ, Έλληνας εκπρόσωπος στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό TORRO], η οποία δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Atmospheric Research [2003], στην Ελλάδα σημειώνονται συχνά επικίνδυνοι σίφωνες σε αρκετές περιοχές. Έτσι στο διάστημα των τριών χρόνων που κράτησε η έρευνα αυτή, σημειώθηκαν κατά μέσο όρο 8 σίφωνες ξηράς και 10 σίφωνες θάλασσας το χρόνο! Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, η έντασή τους και η τάση εμφάνισής τους είναι έντονα αυξητική. Έτσι, ενώ τη δεκαετία του ΄80 καταγράφονταν κατά μ.ο. μόλις 5 σίφωνες ετησίως, αντιθέτως, στο διάστημα των ετών 1998-2008, ο αριθμός των ισχυρών σιφώνων ξηράς και θαλάσσης που πλήττουν τον Ελλαδικό χώρο έχει φτάσει κατά μέσο όρο στους 20 σίφωνες/έτος!

Σίφωνας μεταξύ Μυκόνου-Σύρου

ΑΚΡΑΙΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ: Το 2002 σημειώθηκε ρεκόρ σιφώνων ξηράς και θαλάσσης στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα καταγράφηκαν 13 σίφωνες ξηράς και 27 σίφωνες θαλάσσης, σε διάφορες περιοχές, ενώ παρατηρήθηκε μία ιδιαίτερα μεγάλη οικογένεια τυφώνων [tornado family] και ένα τεράστιο ξέσπασμα τυφώνων [tornado outbreak]. Η λεγόμενη tornado family σημειώθηκε στις 27 Ιουλίου 2002 και προκλήθηκε από ένα εξαιρετικά μεγάλο σύστημα καταιγίδας. Μέσα σε λίγες ώρες, καταγράφηκαν 5 σίφωνες ξηράς και 7 σίφωνες θαλάσσης, σε διάφορες περιοχές στην κεντρική και νότια Ελλάδα, καθώς και στις νησιωτικές περιοχές του Σαρωνικού και των Κυκλάδων. Ένας από τους σίφωνες ξηράς χτύπησε το αεροδρόμιο “Ελευθέριος Βενιζέλος”, πλήττοντας κυρίως την πίστα του αεροδρομίου, την ώρα που επρόκειτο να αποβιβαστούν επιβάτες από αεροπλάνο και είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση του εμπρόσθιου μέρους του αεροσκάφους, την βίαιη απομάκρυνση της σκάλας αποβίβασης και τον ελαφρύ τραυματισμό ενός επιβάτη. Από τον σίφωνα, διαρκείας μόλις 2 λεπτών, υπέστησαν μικρές υλικές ζημιές το αεροπλάνο και ένα λεωφορείο. Το λεγόμενο tornado outbreak συνέβη στις 5 Σεπτεμβρίου 2002, όπου σε διάστημα 90 λεπτών καταγράφηκαν 14 θαλάσσιοι σίφωνες στο Κρητικό πέλαγος, βορείως των ακτών του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου. Ακόμη, στις 21 Σεπτεμβρίου 2006, καταγράφηκαν στο Κρητικό πέλαγος 30 σίφωνες θαλάσσης, πράγμα που χαρακτηρίστηκε ως μεγάλο ξέσπασμα σιφώνων, ακόμα και για τα δεδομένα των ΗΠΑ! Μέχρι σήμερα, ο πιο καταστρεπτικός σίφωνας στην Ελλάδα συνέβη στις 18/10/1934 στη θαλάσσια περιοχή της Ιθάκης, όταν ένας τεράστιος σίφωνας εισχώρησε στην Αιτωλοακαρνανία, χτυπώντας την περιοχή του Αστακού και προκαλώντας το θάνατο τριών ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 40.


   ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ: Η πλειοψηφία σιφώνων εμφανίζεται στη Δυτική Ελλάδα, στο παράλια του Ιονίου, ενώ πολύ μικρότερη είναι η συχνότητά τους στις ηπειρωτικές περιοχές. Το μέγιστο της συχνότητάς τους για τον Ελλαδικό χώρο έχει προσδιορισθεί στην περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Οι σίφωνες θαλάσσης, ακόμη και οικογένειες σιφώνων, εμφανίζονται τόσο στο Ιόνιο, όσο και στο Αιγαίο. Οι σίφωνες ξηράς παραδοσιακά παρατηρούνται κυρίως το καλοκαίρι, αλλά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται δραστηριότητα και νωρίτερα, την άνοιξη. Οι σίφωνες θαλάσσης σημειώνονται κυρίως το φθινόπωρο. Στη Δυτική και την Νότια Ελλάδα εμφανίζονται κυρίως από τον Σεπτέμβριο μέχρι την άνοιξη, ενώ στην Βόρεια Ελλάδα, από το τέλος της άνοιξης μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Ο πιο επικίνδυνος μήνας εμφάνισης σιφώνων στη Βόρεια Ελλάδα είναι κυρίως ο Ιούλιος, ενώ για την Νότια Ελλάδα κυρίως ο Σεπτέμβριος, ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΛΑΤΟΣ, ΕΝΤΑΣΗ: Στατιστικά, η διάρκεια ζωής των σιφώνων που καταγράφονται στην Ελλάδα φτάνει έως τα 15 και σπάνια τα 30 λεπτά, ενώ η απόσταση που διανύουν είναι συνήθως 5 με 10 χιλιόμετρα. Το μέγιστο πλάτος τους δεν υπερβαίνει τα 100 με 150 μέτρα, αν και συνήθως είναι μόλις 20 - 30 μέτρα. Οι ισχυρότεροι σίφωνες φτάνουν έως και το επίπεδο έντασης Τ6 [260-300 χιλιόμετρα/ω] ή αντίστοιχα στις κλίμακες Φουτζίτα F3 και ΕF4. Το ανησυχητικό στην περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι κατά μέσο όρο οι σίφωνες έχουν μεγάλη ένταση, καθώς το 63% είναι «ισχυροί σίφωνες» έντασης Τ4 – Τ6 [κλίμακα TORRO] και μόνο το 27% είναι «ασθενείς σίφωνες» Τ0 - Τ3. Προς το παρόν «βίαιοι ή σφοδροί σίφωνες», Τ8 και άνω, δεν έχουν καταγραφεί, αλλά εκφράζονται φόβοι ότι στο άμεσο μέλλον η χώρα θα μπει στην λεγόμενη «λίστα» των χωρών που διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο!

   ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Δυστυχώς όλα δείχνουν ότι τα επόμενα χρόνια οι σίφωνες στην Ελλάδα θα έχουν καταστροφικότερη δύναμη. Οι μετεωρολόγοι-περιβαλλοντολόγοι προβλέπουν ότι η παγκόσμια θέρμανση και η κλιματική αλλαγή που οφείλεται στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, θα δημιουργήσει συνθήκες ατμοσφαιρικής αστάθειας στην τροπόσφαιρα πάνω από τη χώρα μας στο άμεσο μέλλον και οι σίφωνες που θα δημιουργούνται θα είναι περισσότεροι και ισχυρότεροι. Άλλωστε, από το σύνολο των επιστημονικών μελετών, μεταξύ των ετών 1998-2008, προκύπτει ότι ο αριθμός των ισχυρών σιφώνων που εκδηλώνονται στην ξηρά και τη θάλασσα κυμαίνεται κατά μέσο όρο στους 20 σίφωνες/έτος, με διαρκώς αυξητικές τάσεις. Μέχρι πρόσφατα, η κοινή γνώμη στην Ελλάδα πίστευε ότι όλα αυτά αφορούν ακραία καιρικά φαινόμενα που προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές σε άλλες ηπείρους ή στους τροπικούς. Όμως η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική, γι΄αυτό και χρειάζεται επαγρύπνιση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: http://www.greenagenda.gr/tornedo.html Σίφωνες στην Ελλάδα / συχνότητα / περιοχές εμφάνισης / Κλίμακα TORRO

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

23.6.25

Η Αδικία + ΒΙΝΤΕΟ “Μάλλον αδικείσθαι ή αδικείν” (Πλάτων) του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Η Αδικία + ΒΙΝΤΕΟ

Μάλλον αδικείσθαι ή αδικείν” (Πλάτων)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


 

    ΓΕΝΙΚΑ: Για πολλούς αδικία είναι: οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, το να είμαι άνεργος, άστεγος, άρρωστος, ο θάνατος του παιδιού μου, οι άθλιες συνθήκες ζωής, η περιφρόνηση, η συκοφαντία, ο πόλεμος, η μοναξιά, η έλλειψη κατανόησης και τόσα άλλα αγκάθια στις ατραπούς της ζωής μας. Κανείς δεν ευχαριστείται όταν αδικείται. Διότι το αίσθημα της δικαιοσύνης είναι έμφυτο στον άνθρωπο. Μετά, όμως, από την απομάκρυνσή μας από το Θεό, εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος, εισέβαλε και η αδικία στη ζωή μας. Αδικούμε “λόγοις και έργοις”. Αδικίες συχνά προκαλούνται από θέματα κληρονομικά, κι έτσι συγγενείς αποξενώνονται για «δύο μέτρα γης». Ο άνθρωπος όμως νομίζει ότι θα πλουτίσει αδικώντας. Και αρχικά τον βοηθάει ο “αρχέκακος υποβολέας πλάνης” και προοδεύει. Συχνά όμως αποκαλύπτονται οι αδικίες και εξευτελίζεται χάνοντας τα πάντα.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ: Ο Αριστοτέλης πίστευε πως η αδικία δεν είναι τυχαία, λέγοντας: “Εν τη προαιρέσει η μοχθηρία και το αδικείν”. Ο Δημόκριτος έλεγε: “Αγαθόν ού το μη αδικείν, αλλά το μηδέν θέλειν”, διακρίνοντας αίτιο αδικίας την επιθυμία, ενώ ο Σωκράτης προτείνει, στο πνεύμα του χριστιανισμού που δεν γνώρισε: “Ουδαμού αδικείν. Ουδ’ αδικούμενον αντιδικείν”. Ο συγγραφέας Louis Dumur έδειχνε αίτιο αδικίας την υποκρισία: “Μια αδικία από την οποία κερδίζουμε εμείς, ονομάζεται τύχη. Μια αδικία από την οποία επωφελείται κάποιος άλλος, ονομάζεται σκάνδαλο”.


Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
: Ο λόγος του Θεού είναι επιτιμητικός για τους αδίκους. Διαβάζουμε: “Όστις καταθλίβει τον πτωχόν διά να αυξήση τα πλούτη αυτού, (...) θέλει ελθεί βεβαίως εις ένδειαν”. (Παρ. κβ΄16) και Ουκ αδικήσεις τον πλησίον” (Λευϊτ. ιθ' 13). Αλλού διαβάζουμε: “Ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει, εν μέτροις και εν σταθμοίς και εν ζυγοίς.” (Λευϊτ. ιθ' 35). Ο Απόστολος δηλώνει ξεκάθαρα: “Άδικοι βασιλείαν Θεού ού κληρονομήσουσι” (Α' Κορ. στ' 9). Ο προφήτης Ησαϊας λέει: “Απέχου από αδίκου και ου μη φοβηθήση, και τρόμος ουκ εγγιεί σοι” (Ησ. νδ' 14). Όμως, η κάθε εις βάρος μας αδικία, δεν βλάπτει ουσιαστικά την ψυχή μας. Σπουδαίο παράδειγμα αντιμετώπισης της αδικίας αναδεικνύεται ο Ιώβ ο πολύαθλος, που από πλούσιος γίνεται φτωχός κι από πολύτεκνος άτεκνος, μέσα σε λίγες ώρες. Επιπλέον η λέπρα τον τυραννά, ενώ μένει ανέστιος, αυτοεξοριζόμενος σε μέρη “κοπρίας”. Οι φίλοι τον αδικούν, λέγοντάς του ότι πάσχει από τα αμαρτήματά του. Η ίδια η σύζυγός του, τον προτρέπει να βλασφημήσει κι ας πεθάνει. Όμως αυτά δεν βλάπτουν την ψυχή του. Αντιθέτως, εκείνος δοξολογεί: “Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον”. Ανάλογο παράδειγμα είναι ο Ιωσήφ ο γιος του Ιακώβ. Τα αδέλφια του, από φθόνο, τον πουλούν ως δούλο μακριά από την πατρίδα του. Στην Αίγυπτο συκοφαντείται και φυλακίζεται. Κι όμως η αρετή του έμεινε αλέκιαστη, κι ο Θεός τον ανταμείβει. Στην Καινή Διαθήκη έχουμε το παράδειγμα του Λαζάρου της παραβολής. Υποφέρει από πείνα, αρρώστια, έλκη, αδικία, βλέποντας τον πλούσιο να ζει πολυτελώς. Τελικά η υπομονή του τον έβαλε στις “αγκάλες Αβραάμ”. Συνεπώς, οποιαδήποτε αδικία, εναντίον μας, όχι μόνο δεν μας αδικεί, αν η ψυχή μένει στέρρεα στην ορθή πίστη και πράξη, αλλά αντιθέτως μας στεφανώνει και καταξιώνει. Πραγματική αδικία φαίνεται πως είναι η εκούσια αμαρτία, με την οποία αυτοζημιώνουμε την ψυχή μας. Αλλιώς δεν πρόκειται για πραγματική αδικία, αλλά για οδύνη ή δοκιμασία του ανθρώπου, που αναδεικνύει το ποιόν του. Αυτό ενστερνίζεται ο Ιερός Χρυσόστομος: “πάντα κόνις, καπνός και μύθος, καν επιβουλάς είπης, καν συκοφαντίας, καν λοιδορίας, καν εξορίας, καν ξίφη ηκονημένα”, τονίζοντας: “τον εαυτόν μη αδικούντα ουδείς παραβλάψαι δύναται”. Οι άνθρωποι είμαστε κυρίως: “η ψυχή και ο νους, που έχουν πλαστεί κατ’ εικόνα Θεού” (Μ. Βασίλειος), οπότε αδικία είναι μόνο αυτό που προξενεί βλάβη στα ψυχικά κατορθώματά.

 


ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ
: Για την αντιμετώπιση της αδικίας παραδειγματιζόμαστε από ένα περιστατικό της ζωής του Προφητάνακτα Δαβίδ (Β΄Βασ. ιστ' 5-14). Ο Δαβίδ κυνηγημένος από τον επαναστάτη γιό του, Αβεσσαλώμ, κατευθύνεται σε πολίχνη, κοντά στην Ιερουσαλήμ. Τον συνοδεύουν στρατός και λαός. Τότε παρουσιαστηκε ο Σεμεϊ, συγγενής του προηγουμένου βασιλιά Σαούλ, και ενώπιον όλων, έβριζε, καταριόταν και προσπαθούσε να πετροβολήσει το Δαβίδ κατακλείοντας το παραλήρημά του με τη φράση: “Ο Κύριος έριξε πάνω σου όλα τα αίματα των φόνων που διέπραξες στην οικογένεια του Σαούλ (...). Τώρα που παίρνει την εξουσία ο Αβεσσαλώμ, θα πληρώσεις.” Μεγάλη δοκιμασία για το Δαβίδ, που έχοντας τον πόνο από την επανάσταση του γυιου του, τώρα δεχόταν μία άδικη προσβολή! Άδικη γιατί ο Δαβίδ έδειξε αγάπη και συγχωρητικότητα στο Σαούλ. Κι όμως, παρά την αδικία, ο Δαβίδ παρέμενε ατάραχος, μη επιτρέποντας στους σωματοφύλακές του να τον χτυπήσουν. Μόνο είπε: “Αφήστε τον, μήπως ό Κύριος προσέξει τον εξευτελισμό μου και με λυπηθεί και μου αποδώσει αγαθά και ευλογίες αντί των κακών πού υπέμεινα σήμερα”. Συχνά στη ζωή μας αντιμετωπίζουμε ανάλογες περιστάσεις. Τότε το σημαντικότερο είναι να δείχνουμε πραότητα διατηρώντας ψυχραιμία μπροστά στην αδικία. Με ΠΡΑΟΤΗΤΑ και ανεξικακία ειρηνεύουμε μέσα και γύρω μας. Ο Δαβίδ δεν ευθυνόταν για το φόνο του Σαούλ, όπως άδικα κατηγορήθηκε, ήταν όμως ένοχος για το φόνο του αξιωματικού Ουρία. Έτσι θεωρεί ότι, για τις αμαρτίες του, τού αξίζει κάθε άδικη προσβολή. Οι αρχαίοι έλεγαν: “Εν άλλοις πταίομεν και εν άλλοις απολαμβάνομεν”. Τέτοια θεώρηση της αδικίας μάς διατηρεί στην ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ βοηθώντας να δεχόμαστε πιο εύκολα την αδικία. Όπλο για την αντιμετώπιση της αδικίας είναι και η ΥΠΟΜΟΝΗ. Ο Δαβίδ έδειξε υπομονή αφήνοντας την ανταπόδοση στον Κύριο. Ο Ίδιος ο Κύριος αυτό μας ζητά: “Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται” (Ματθ. γ΄ 22). Όταν λοιπόν αδικούμαστε, ας θυμόμαστε τις αρετές του Δαβίδ, αλλά κυρίως τον Κύριο Ιησού Χριστό, που τέλειος και αναμάρτητος ών, δέχθηκε τη μεγαλύτερη αδικία: “λοιδορούμενος ούκ άντελοιδόρει, πάσχων ουκ ήπείλει” (Α' Πέτρ. β' 23). Μια σύγχρονη οσιακή μορφή ο Παϊσιος ο Αγιορείτης παρηγορεί τους αδικημένους. Να βλέπουμε, έλεγε, αυτόν που μας αδικεί: “Σαν ευεργέτη, που μας κάνει καταθέσεις στο Ταμιευτήριο του Θεού, πλουτίζοντάς μας αιώνια.”!

Ο ΑΔΙΚΩΝ: Οι αδικούντες άγχονται διαρκώς μήπως αποκαλυφθούν οι ανομίες τους, ταλαιπωρούμενοι από την συνείδησή τους και την αγανάκτηση του αδικημένου. “Όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήσει, ο άδικος βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνω-κάτω! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής από την συνείδηση. Την βασανίζει με το σαράκι σ’ ετούτη την ζωή και θα την τρώει στην άλλη ζωή, την αιώνια, “ο ακοίμητος σκώληξ”, αν δεν μετανοήσει.” (π. Παϊσιος). Κι εδώ έρχεται στο νου μας η καλή προαίρεση του τελώνη Ζακχαίου, που μετά τη συνάντηση με τον Κύριο, επέστρεψε διπλά και τρίδιπλα όσα έκλεψε αδικώντας τους συνανθρώπους του. Ο αδικών ας θυμάται πως το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο είναι να έχει την ευλογία του Θεού. Διότι μόνο ό,τι είναι ευλογημένο απ' Αυτόν δεν γκρεμίζεται. Έλεγε ακόμη ο πατήρ Παϊσιος: “Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει, μαζεύει οργή Θεού. Αυτοί που αδικούν (...) δίνουν δικαιώματα στο διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες, κ.ά., και σου λένε: Κάνε προσευχή να γίνω καλά”.


ΕΠΙΜΥΘΙΟ
: Κατά τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες, τέσσερα στάδια-σκαλιά υπάρχουν στην αντιμετώπιση της αδικίας. Αν ο αδικούμενος βρίσκεσαι στο πρώτο στάδιο, το ανταποδίδει, αν στο δεύτερο, νιώθει ταραχή, άλλα συγκρατείται. Στο τρίτο στάδιο μένει ατάραχος. Αλλά στο τέταρτο νιώθει πνευματική χαρά. Ας κλείσουμε με τα λόγια του πατρός Παϊσίου: “Όταν αδικείται κάποιος και αποδεικνύει ότι δε φταίει, δικαιώνεται καί ικανοποιείται. Τότε νιώθει κοσμική χαρά. Αν όμως αντιμετωπίζει την αδικία πνευματικά, και δε φροντίζει να αποδείξει την αθωότητά του, αισθάνεται πνευματική χαρά. Δηλαδή έχει μέσα του τη θεϊκή παρηγοριά και κινείται στον χώρο της δοξολογίας.

Βιβλιογραφία: Παϊσιος ο Αγιορείτης, Η αδικία.

http://www.gnomikologikon.gr/catquotes.php?categ=1595#ixzz2NA2Bb6pO

 http://www.xfd.gr/?p=681 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:


21.6.25

Η Ίρις από τον Κωνσταντίνο θ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Ίρις

από τον Κωνσταντίνο θ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


    

 

   Η Ίρις ήταν μια δευτερεύουσα θεότητα του Ολύμπου κατατασσόμενη στις Άρπυιες. Παρά την καταγωγή της, δεν ακολούθησε το φρικτό και τερατώδη προορισμό των αδελφών της, αλλά ανήκε στην ακολουθία των θεών με καθήκοντα αγγελιαφόρου όμοια με εκείνα του Ερμή.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ: Ήταν κόρη του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας, κατά τον Ησίοδο, και αδελφή των Αρπυιών Ωκυπέτης και Αελλούς, ή κατ΄ άλλη εκδοχή της Άρκης, την οποία τιμώρησε ο Δίας γιατί είχε συμμαχήσει με τους Τιτάνες κατά την Τιτανομαχία. Οι αρχαίοι Έλληνες φαντάζονταν και εικόνιζαν την Ίριδα περίπου όπως αγιογραφούνται σήμερα από τη χριστιανική Εκκλησία οι αρχάγγελοι. Έτσι παρουσιάζεται πάντα νέα με πλούσιο βραχύ χιτώνα, έχοντας μεγάλες πτέρυγες στους ώμους και χρυσά φτερωτά σανδάλια. Στα χέρια της συνήθως κρατάει το κηρύκειο, όπως ο Ερμής. Περιγράφεται φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα. Γενικά είναι γνωστή στην Ελληνική Μυθολογία ως πιστή και γοργοπόδαρη αγγελιαφόρος των θεών.

Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ: Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό για να μεταφέρει από τηη πηγή της Στυγός σε χρυσή υδροχόη, το “ιερό ύδωρ” για τον όρκο των θεών, χαρασσόταν επτάχρωμος. Συνεπώς με κάθε εμφάνιση του ουρανίου τόξου οι αρχαίοι πίστευαν ότι η Ίριδα εκτελεί κάποιο “δρομολόγιο” από τη Στύγα στον Όλυμπο κι αντιστρόφως. Με την ορμή της βροχής έφθανε αρκετές φορές από τον Όλυμπο στη γη ή στη θάλασσα για να παρακολουθήσει και να βοηθήσει την επίτοκο Λητώ, όταν κατά την επιθυμία της ζηλότυπης Ήρας “ουδείς τόπος φωτιζόμενος από τον Ήλιο” τη δεχόταν. Άλλοτε έσπευσε να παραλάβει τη Θέτιδα ως νυμφαγωγός και να τη φέρει στον Πηλέα. Είχε όμως και άλλες υπηρεσίες ιδίως κοντά στην Ήρα. Αυτή έστρωνε το κρεβάτι της, τη βοηθούσε στον καλλωπισμό της, για να της είναι πάντα πιστός ο σύζυγός της[!] ή άλειφε με «ιερά μύρα» τα “θεία” μέλη της. Κι επειδή είπαμε ότι η Ίριδα έμοοιαζε στα καθήκοντα με τον Ερμή, είναι φυσικό να παίξει και κάποιο ρόλο στο θάνατο! Αυτή, συγκεκριμένα, κατά διαταγή της Ήρας έσπευδε στις μελλοθάνατες γυναίκες, όταν αυτές βασανίζονταν επί μακρόν, και επιτάχυνε το τέλος των βασάνων τους με τη κοπή των μετωπιαίων τριχών! Δεν απαξιούσε όμως να εκτελέσει παραγγελίες ακόμη και θνητών όπως την παρουσιάζει η ομηρική Ιλιάδα, όπου σπεύδει κατά παράκληση του Αχιλλέα να ζητήσει από τον Βορρέα και τον Ζέφυρο να δυναμώσει την νεκρική πυρά του Πατρόκλου. Επίσης, στην Ιλιάδα και πάλι, πείθει τον Αχιλλέα να ξαναμπεί στη μάχη, μόλις σκοτώνεται ο φίλος του Πάτροκλος κι ο Έκτορας θέλει να πάρει το πτώμα του ήρωα.


ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
: Γενικά από όλες τις μυθολογικές ιστορίες φαίνεται καθαρά πως η Ίρις ήταν η ιδεατή ανθρωπόμορφη ιπτάμενη θεότητα-αλληγορία της έννοιας του ατμοσφαιρικού φαινομένου του ουράνιου τόξου. Γι΄ αυτό και η στενή σχέση με την Ήρα (που σύμφωνα με ειδικούς δεν είναι τίποτα άλλο από αναγραμματισμός της λέξης Αήρ), θεότητα του αέρα και των καιρικών φαινομένων.

ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: Από τις γνωστές παραστάσεις της γνωστότερη είναι αυτή στο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα, όπου μαζί με τον Ερμή περιμένει το αποτέλεσμα του αγώνα για την Αθήνα μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα. Περίφημη επίσης είναι εκείνη στο αγγείο Φρανσουά, όπου με το Χείρωνα οδηγεί την πομπή στη παραλαβή της Θέτιδας προκειμένου να την οδηγήσει στον ορισθέντα από τους θεούς σύζυγό της, Πηλέα.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης 26.6. από τον Κων/νο Οικονόμου

 Ο Όσιος Δαβίδ Θεσσαλονίκης 26.6.

από τον Κων/νο Οικονόμου

Δαυῒδ συνήφθης τῷ πάλαι Δαυῒδ νέε,
Ἄλλον Γολιὰθ σαρκικά κτείνας πάθη.
Ἕκτῃ ἐξεπέρησε πύλας βίου εἰκάδι Δαυΐδ.


Ο Όσιος Δαβίδ γεννήθηκε περίπου το 450 μ.Χ. στη Βόρεια Μεσοποταμία. Για λόγους που δεν αναφέρονται ήλθε στη Θεσσαλονίκη μαζί με το μοναχό Αδολά. Κατά το βιογράφο τους ο Όσιος εισήλθε αρχικά στη μονή των Αγίων Μαρτύρων Θεοδώρου και Μερκουρίου, [Κουκουλλιατών], της οποίας η τοποθεσία προσδιορίζεται βόρεια της Θεσσαλονίκης  [«ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων»]. Το προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» δηλώνει τους μοναχούς που έφεραν κουκούλιο, σαν αυτό με το οποίο εικονίζεται ο όσιος, έχοντάς το ριγμένο στους ώμους. 

Τα παραδείγματα των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαιτέρως του Προφήτου και βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ώθησαν τον Όσιο Δαβίδ να αποφασίσει να καθίσει πάνω σε μια αμυγδαλιά  μέχρι ο Κύριος να του αποκαλύψει το θέλημά Του και να του χαρίσει σύνεση και ταπείνωση. Στο τέλος της τριετίας εμφανίσθηκε στον Όσιο Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και η δοκιμασία του ως δενδρίτου ασκητού έληξε. Ο Άγγελος του είπε να κατέλθει από το δένδρο και να συνεχίσει τον ασκητικό του βίο σε κελί δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό. Ο Όσιος κοινοποίησε την οπτασία αυτή στους μαθητές του, ζητώντας τη βοήθειά τους για την κατασκευή του κελιού. Η είδηση γρήγορα έφθασε στον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο και σε όλη την πόλη.

Όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11, του 535 μ.Χ., απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες περιοχές του Ιλλυρικού και ανύψωσε την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ήταν ο Αριστείδης. Ενώ η διάσπαση της εκκλησιαστικής διοικήσεως δεν μείωνε την αξία της Θεσσαλονίκης, η μετάθεση της έδρας της υπαρχίας συνιστούσε σοβαρό υποβιβασμό της πόλεως. Το αίτημα λοιπόν των Θεσσαλονικέων, καθώς και η επιθυμία του υπάρχου Δομνίκου, ήταν η επαναφορά της έδρας στη Θεσσαλονίκη, ιδέα που ενστερνίσθηκε με ενθουσιασμό ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης. Στο σημείο αυτό ζητήθηκε η βοήθεια του Οσίου Δαβίδ για τη μεταφορά του αιτήματος στον Ιουστινιανό, διότι ο Αρχιεπίσκοπος, δεν μπορούσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός των άλλων όμως, η προτίμηση του Οσίου Δαβίδ δείχνει τη βαρύτητα, αλλά και τις δυσχέρειες που προβλεπόταν ότι θα συναντούσε ένα παρόμοιο αίτημα στον Ιουστινιανό, ο οποίος προσφάτως είχε τιμήσει την ιδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη Ιουστινιανή, με τις έδρες της νέας Αρχιεπισκοπής και της υπαρχίας. Μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού ο Όσιος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στο φως του ήλιου. Η μορφή του είχε αλλάξει. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει μέχρι την οσφύ αυτού και τα γένια του μέχρι τους πόδες του, το δε άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τις ακτίνες του ήλιου. Συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και τον Δημήτριο, απέπλευσε προς τη Βασιλεύουσα. Η φήμη όμως του Οσίου είχε προτρέξει. Έτσι, όταν έφθασε εκεί, όλη η Πόλη τον υποδέχθηκε. Η υποδοχή του από τη Θεοδώρα, σύζυγο του Ιουστινιανού, καθώς και οι τιμές και ο σεβασμός της προς το πρόσωπο του Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων των παρισταμένων. Η Θεοδώρα κινήθηκε δραστήρια• έτσι, όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, ο οποίος απουσίαζε σε επίσημες υποχρεώσεις, φρόντισε να προκαταλάβει τη γνώμη του θετικά υπέρ του Οσίου Δαβίδ, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να προσκαλέσει τον Όσιο ενώπιον της συγκλήτου. Ο Όσιος παρουσιάσθηκε στη σύγκλητο κατά τρόπο θεαματικό κρατώντας στα χέρια του φωτιά με θυμίαμα που δεν κατέκαιγε τη σάρκα του. Το παράστημα του Οσίου καθώς και το προφανές θαύμα επέβαλε σε όλους κλίμα δέους και κατανύξεως, ώστε ο βασιλέας πρόθυμα ικανοποίησε το αίτημά του με σπουδή.

Φέρνοντας τα άριστα νέα ο Όσιος απέπλευσε για τη Θεσσαλονίκη, την οποία όμως έμελλε μόνο από μακριά να ξαναδεί, διότι μόλις το πλοίο παρέκαμψε το ακρωτήριο [Καραμπουρνού] εκείνος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Το γεγονός συνέβη μεταξύ των ετών 535 – 541 μ.Χ.

Η είδηση της αφίξεως του ιερού λειψάνου του Οσίου κάτω από τις συνθήκες αυτές συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το σκήνωμα του Οσίου Δαβίδ αρχικά κατατέθηκε στον τόπο, όπου είχαν αποτεθεί παλαιότερα τα ιερά λείψανα των Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος, στα δυτικά του λιμανιού. Ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης με πολλή θλίψη όρισε πάνδημη κηδεία. Το λείψανο του Οσίου ενταφιάσθηκε στη μονή του, των Απροΐτων, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου, περί το 685 – 690 μ.Χ., έγινε μία προσπάθεια για τη διάνοιξη του τάφου, όταν ο ηγούμενος της μονής των Απροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου». Μόλις όμως ξεκίνησε η εργασία αυτή, η πλάκα που κάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό θεωρήθηκε ως φανέρωση του θελήματος του Οσίου να μη θιγεί. Το ιερό λείψανο παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του μομφερρατικού οίκου στη Θεσσαλονίκη (1204 – 1222 μ.Χ.), το ιερό λείψανο εκλάπη και μεταφέρθηκε από τους παπικούς στην Ιταλία και το 1236 μ.Χ. αρχικάι στην Παβία, κι έπειτα μεταφέρθηκε στο Μιλάνο [1967].

Τελικά, το σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ επεστράφη στην πατρίδα των ασκητικών τοπυ αγώνων,στη Θεσσαλονίκη και κατατέθηκε στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1978 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. 
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος, ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοὶς ὀσίοις σου πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σέ, θερμὸν πρὸς τὸν Κύριον.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ·...



19.6.25

Απορπισμένη* του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ Κείμενο, ΑUDIOBOOK-ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Απορπισμένη* του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ

Κείμενο, ΑUDIOBOOK-ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Το διήγημα στη συλλογή ΝΕΟΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΔΙΑΛΕΧΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.  Μ. Σαλίβερος -1926.


     
   ΑΥΤΟ το παιδί είχε κι η Κωσταντινιά η Ζήναινα, η χήρα μάνα. Άλλη γέννα δεν έκανε από το Στεφανή της. Τον βύζαξε, τον κανάκεψε, τον βαργόμησε, τον ανάστησε, τον μεγάλωσε, τον έκαμε δώδεκα χρονών παλικαράκι μια χαρά. Πήγαινε στο σκολειό του Διονυσιάδη, πρώτος και καλύτερος· έλεγε στη Φανερωμένη το κυριελέησον με μια γλυκιά φωνή σαν του αγγέλου· έπαιζε με τα γειτονόπουλα στο πλάτωμα φρόνιμα, χωρίς να μαλώνει με κανένα, ενώ η μάνα του, πλέκοντας το σκαρτσούνι της, τον καμάρωνε από το παραθύρι. Κι όλοι είχαν να κάνουν με την προκοπή, τη φρονιμάδα, τη γλύκα και την ομορφιά αυτού του παιδιού.
― Να σου ζήσει, κυρα-Κωσταντινιά, ο Στεφανής σου, της έλεγαν, να σου κάμει τα καλά γεράματα.
― Αμήν, να δώσει ο Θεός, απαντούσε κείνη.
     Μα ήταν τόσο σίγουρη πως ο Στεφανής θα της ζούσε! Αν μπορούσε ποτές, στασίου κόσμου που λένε, να πάθει τίποτα ένα παιδί που δεν του πόνεσε μια φορά ούτε το κεφάλι! Φτου, φτου, να μη βασκαθεί! τι γερό, τι ύγιο που ήτανε!
     Κι άξαφνα να της αρρωστήσει. Μα έτσι στα καλά καθούμενα. Χωρίς να ψυχρωθεί, χωρίς να ζεσταθεί, χωρίς να φάει τίποτα ενάντιο, χωρίς να κάμει ή να λάβει το παραμικρό. Κοιμήθηκε, που λες, καλά καλούτσικα, ―ένα Σαββατόβραδο, προπαραμονή του Αγίου Λουκός,― και ξύπνησε με κάψα. Ούτε να σηκώσει κεφάλι, τέτοιο κακό! Στέρνει αμέσως η μάνα του για το γιατρό το Στουπάθη. «Πλευρίτης» της λέει. «Πλευρίτης;! έτσι μονοκοπανιά;! Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! σταυροκοπιέται.» «Ε, καμιά βολά υποβόσκει» της κάνει ο γιατρός. «Συμφορά μου! Αμή τώρα;»
     Ε, τώρα τίποτα. Μην κάνεις έτσι, θα τον γιάνουν. Δεν ήταν πάλι του θανατά από έναν πλευρίτη! Μια, δυο βδομάδες και θα σηκωθεί. Δε βαριέσαι, σ’ αυτή την ηλικία! Περδίκι θα ‘ναι σε δυο βδομάδες. Μπα, και σε λιγότερο.
     Η μάνα, μες την αγωνιά της, χαμογελάει. Το πιστεύει. Μπορεί ποτές να πάθει τίποτα ο Στεφανής από έναν πλευρίτη; Περιπλεμονία είχε ο Νταντής της κυρα-Στάθαινας, εκείνο το χλωμό κι αδύνατο παιδάκι, η τσίγγλα, κι έγινε καλά σε λίγες μέρες. Όχι ο Στεφανής, ο παίδαρος, ο σιδερένιος!
     Μα πού! Πριν περάσουν οι δυο βδομάδες, ο πλευρίτης τον έριξε κι αυτόν σε περιπλεμονία. Και πέρασαν μήνες χωρίς να γίνει καλά. Τι κι αν δεν πέθανε, τι κι αν ψευτοσηκώθηκε από το κρεβάτι, κι αν κατέβηκε μια μέρα και στο πλάτωμα ή πήγε μιαν άλλη και στην εκκλησιά; Ούτε να φάει ούτε να παίξει, ούτε να μιλήσει, ούτε να τραγουδήσει ούτε να ψάλει, ούτε να διαβάσει δεν είχε πια όρεξη. Του έμεινε μια λιμόκαψα, μια κρυφοδαγιανιάρα, που τον έτρωγε νύχτα μέρα, τον έλιωνε, του ‘κοβε τα ήπατα, το χρώμα, τη χαρά, όλα!… Ύστερα, η λιμόκαψα δυνάμωσε κι ο Στεφανής, ο μισός απ’ την αδυναμία, ξανάπεσε. Ήταν φανερό, το ‘βλεπαν και το κρυφόλεγαν όλοι: η περιπλεμονία εκείνη τον έριξε σε φτίση. Τόσο που κι ο γιατρός αναγκάστηκε να το πει της μάνας του:
― Ζήναινά μου, το παιδί σου δεν είναι χαλά. Πρέπει ν’ αλλάξει αέρα.
     Το παιδί της, καλέ, το παιδί της;… Τι της έλεγαν τώρα;
     Είδε κι έπαθε να το πιστέψει, να το παραδεχτεί, να αποφασίσει. Ε, δεν ήταν και τόσο εύκολο για μια γυναίκα μονάχη, για μια χήρα όπως να πεις φτωχιά, που δεν είχε άλλο εισόδημα από κάτι λίγα νοίκια. Τι να κάμει όμως, τ’ αποφάσισε· και ξεσηκώθηκε, και κουκούλωσε το Στεφανή, και τον έβαλε σε μια καρότσα, και τον πήγε στο χωριό, το Καταστάρι, σ’ ένα σπιτάκι που της παραχώρησε ο κυρ-Λίγερος, ο κουμπάρος της.
     
     ***
     
     Τίποτα του κάκου!
     Όλο και χειρότερα το παιδί, όλο και χειρότερα.
     Στενοχωριόταν κιόλα στο χωριό, στην ερημιά, στη νέκρα. Καλύτερα στη χώρα. Έχει η μάνα του του έσερνε το κρεβάτι κοντά στο κλειστό παράθυρο και μπορούσε απ’ τα τζάμια να βλέπει το πλάτωμα, τα γειτονόπουλα που έπαιζαν, τους διαβάτες, τ’ άλογα και πέρα τ’ ακρογιάλι, το λιμάνι, τα βαπόρια και τα καράβια που μπαινόβγαιναν, τις βάρκες που βολτάριζαν και τη θάλασσα που απλωνόταν γαλάζια ως τ’ αντικρινά βουνά.
― Μάνα! πάμε στη χώρα! πάμε στο σπιτάκι μας! Εδώ δε μπορώ. Θα πεθάνω!
― Χριστός και Παναγία!… Καλά, παιδάκι μου, πάμε…
     Κι άμα είδε κι απόειδε, η Κωσταντινιά παρακάλεσε τον κουμπάρο να της στείλει από τη χώρα την καρότσα.
     Και να! Τόση χαρά αιστάνθηκε ο Στεφανής, όταν ξαναβρήκε όσα ήξερε και νοσταλγούσε, που αμέσως ξεγύρισε και, για δυο τρεις μέρες, ήταν σαν καλά. Έπειτα όμως ξανακύλησε και χειροτέρεψε. Η μάνα φώναξε πάλι το Στουπάθη. Κι ο γιατρός σήκωσε τους ώμους του σκληρά:
―Τι να σου κάμω τώρα;… Γιατί δεν ακούς; Έπρεπε να τον αφήσεις στο χωριό.
― Θα πέθαινε, ντετόρο μου, θα μου πέθαινε κει πέρα!…
―Και σου φαίνεται πως εδώ θα ζήσει;
―Ας πεθάνει!… Θα πεθάνει κάνε στο σπίτι του. Όχι σ’ ένα ξένο καλυβόσπιτο, στην ερημιά!…
     Έτσι το είπε. Από τη φούρκα της που θύμωσε ο γιατρός γιατί τον παράκουσε. Ειδεμή κάθε άλλο πίστευε παρά πως μπορούσε να πεθάνει ο Στεφανής της από μια λιμόκαψα ή και μια κάψα… Ήταν, καλέ, από τη μεγάλη αρρώστια. Τη γλύτωσε, μα του είχε μείνει αυτή η ντεμπολέτσα, αυτή η αδυναμία. Ε, θα δυνάμωνε. Ούτε θέρμη είχε, ούτε φτίση, δόξα σοι ο Θεός. Τηχτικιάρης ο Στεφανής της; να η ώρα!
     Και τον είχε στο κρεβάτι του, το ‘σπρωχνε την ημέρα κοντά στο κλειστό παραθύρι, και περίμενε υπομονετικά να της «δυναμώσει».
     Μα πού! Ο Στεφανής όλο κι αδυνάτιζε… Είχε περάσει ο χειμώνας, είχε περάσει και το καλοκαίρι, είχαν αρχίσει τα πρωτοβρόχια, πλησίαζε και του αγίου Λουκός. Κι ο Στεφανής στο κρεβάτι, να βλέπει το πλάτωμα και τη θάλασσα και να ρέβει, να λιώνει από μέρα σε μέρα.
     Κι ήρθε καιρός που η δόλια μάνα το πίστεψε για δυνατό και το φοβήθηκε.
     «Αλήθεια; έλεγε. Αλήθεια, θα μου πεθάνει;»
     Κι έγινε τότε σαν τρελή.
     Έκραξε όλους τους γιατρούς της χώρας και τις γιάτρισσες και τους κομπογιαννίτες και τις μάϊσσες ακόμα. Έκανε χίλια γιατρικά, γιατροσόφια, ξόρκια και μάγια. Τον ίδιο καιρό έκανε και θεοτικά κι ύστερα, απελπισμένη από τ’ άλλα ―απορπισμένη όπως το ‘λεγε,― αφοσιώθηκε σ’ αυτά και μόνο. Ό,τι έκανε ο Θεός! Έφερε στο σπίτι του Αγίου το Χέρι, έφερε φυλαχτά και λείψανα, το Τίμιο Ξύλο, ως και το δάχτυλο του άη-Γιάννη του Προδρόμου, που είχε ο παπα-Σαράντης. Έκαμε τάματα σε δέκα εκκλησίες και σε δέκα θαματουργές εικόνες: λαμπάδες ίσαμε το μπόι του παιδιού, κι ασημένια καντήλια ακοίμητα, με το λάδι της χρονιάς τους. Πήγε ξυπόλυτη στο μακρινό ξωκλήσι του Άγιου Στέφανου, να παρακαλέσει τη χάρη του μηνίπως κι έκανε το θάμα για το μικρό συνονόματο. Και μέρα παρά μέρα καλούσε τον παπά της Φανερωμένης, τον ενορίτη, να τον διαβάζει να τον σταυρώνει, να τον αγιάζει.
     Ο παπάς ήταν πια ο γιατρός. Ο Στουπάθης κι οι άλλοι ντετόροι είχαν πάψει τις βίζιτές τους. Ο παπάς τις είχε πολυστέψει. Και συχνά, αφού τέλειωνε τον αγιασμό, την παράκληση, την ευχή, κι ο μικρός άρρωστος, ναρκωμένος από το λιβάνι, κοιμόταν, η κυρα-Κωσταντινιά τον έπαιρνε στην τραπεζαρία να του δώσει τον καφέ. Εκεί ο γιατρός γινόταν πνεματικός. Κλαίγοντας η μάνα του ‘λεγε τον πόνο, το φόβο και την ορπίδα της: Τι άλλο είχε κι αυτή στον κόσμο από κείνο το παιδί; Γι’ αυτό δεν πίστευε ποτέ πως ο Θεός, ο μεγάλος και δίκαιος, θα ‘κανε το άδικο να της το πάρει. Ω, ποτέ! Αν δεν μπορούσαν οι γιατροί, μπορούσε Αυτός. Οι Αγιοί του, οι Ιερείς του, δεν έκαναν άλλο παρά να του το θυμίζουν και να τον παρακαλούν. Πώς μπορούσε το λοιπόν να μην ακούσει;
     Μα ο παπάς που ήξερε καλά την κατάσταση του παιδιού και, μολονότι με τις ευχές του τα ζητούσε κάθε μέρα, δεν πίστευε πολύ στα θάματα ήθελε να προετοιμάσει τη δόλια μάνα για κάθε ενδεχόμενο. Και της έλεγε τα συνηθισμένα:
― Ανεξιχνίαστοι αι βουλαί του Υψίστου, κυρα-Κωσταντινιά μου! Που θα πει πως κρεμόμαστε από το Θεό και πρέπει να υποταζόμασθε με υπομονή στα θελήματά του.
     Η μάνα που καταλάβαινε, θύμωνε τότες, αγρίευε:
―Παπα-Στέλιο! του φώναζε, παπα-Στέλιο! Αν μου πεθάνει τούτο το παιδί, δεν υπάρχει Θεός! Είναι
     ψέματα ούλα!
― Ευλογημένη μου… δοκίμαζε να τη μερώσει ο παπάς.
     Τον έκοβε πιο άγρια:
―Ακούς τι σου λέω; Αν πεθάνει ο Στεφανής, δε ματαπιστεύω ούτε σε Θεό ούτε σε τίποτα! Ψέματα ούλα!… Να κλείσετε τις εκκλησίες σας και να πάτε να γίνετε σκαφτιάδες, ψαράδες, φάβροι, μακελαραίοι, ό,τι θέλετε! Και να μας αφήσετε ήσυχους να γεννιόμαστε, να ζούμε, να παντρευόμαστε και να πεθαίνουμε χωρίς τις βοήθειές σας!
― Μη βλαστημάς, ευλογημένη!…
― Εκείνο που σου λέω! Αν μου πεθάνει τούτο το παιδί, δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει τίποτα!
     
     ***
     
     Κι έτσι κάθε μέρα. Του ‘λεγε τον πόνο της και την ορπίδα της δακρυσμένη. Κι έπειτα, ―πολλές φορές πριν την εξερεθίσει ο παπάς με κανένα παρηγορητικό, προειδοποιητικό, αδάκρυτη κι αγριεμένη του φώναζε:
― Αν μου πεθάνει τούτο το παιδί, δεν υπάρχει Θεός!
     Τρελαινόταν η δόλια μάνα και μόνο με την ιδέα πως μπορούσε να χάσει το μονάκριβό της φως. Γιατί
     το ‘παμε: Τώρα το πίστευε κι αυτή και το φοβόταν…
     Κι ήρθε μέρα,―συφορά της και μαυρίλα της,― που το είδε με τα μάτια της.
     Σχεδόν στο χρόνο, ανήμερα του Αη-Λουκός, ο Στεφανής ξεψύχησε στην αγκαλιά της σαν το πουλάκι.
     Κι η δόλια μάνα… κράτησε το λόγο της:
     Έπαψε να πιστεύει πως υπάρχει Θεός.
     Ούτε σ’ εκκλησιά ξαναπάτησε, ούτε παπά ξαναφώναξε στο σπίτι της, ούτε τάμα έκανε, ούτε παράκληση, ούτε αγιασμό, ούτε προσευχή. Ένα μνημόσυνο μόνο για τον τύπο και για τον κόσμο, κι έπειτα τίποτα…
     Κι ο παπα-Στέλιος;
     Τη φοβήθηκε! Ναι, ο παπα-Στέλιος φοβήθηκε αυτή τη μάνα που ο Θεός, ο Θεός του, της είχε κάνει τέτοιο άδικο. Τη φοβήθηκε σα να ‘φταιγε και λίγο ο ίδιος. Δεν είχε μούτρα να την ιδεί, δεν είχε στόμα να της μιλήσει. Και την απόφευγε κι αυτός όπως τον απόφευγε κι εκείνη.
     «Άσ’ τη τη δυστυχισμένη, άσ’ τη!…»
     Κι ύστερα από την κηδεία που την είδε και της μίλησε, μα που δεν έλαβε απάντηση, ―η κυρά-Κωσταντινιά λες κι είχε πάθει αφασία,― κι ύστερ’ από το μνημόσυνο, που το ίδιο έμειναν χωρίς απάντηση τα παρηγορητικά του μισόλογα, αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν ξαναϊδωθήκανε. Η μάνα είχε κλειστεί στο μαύρο της σπίτι. Δεν έβλεπε δε δεχόταν, δε μιλούσε με κανένα. Και με τον επιστάτη ακόμα, ―ένα γέρο που της μάζευε τα νοίκια και της έκανε τα ψώνια,― συναγροικιόταν με γνεψίματα.
     Μαυροντυμένη, μπαμπουλωμένη, χλωμή, βουβή, αδάκρυτη, τριγύριζε το μαύρο σπίτι σαν ίσκιος, σα στοιχειό. Μονάχη, ολομόναχη.
     Έτσι πέρασαν μήνες.
     Κι ήρθε η παραμονή των Φώτων κι ο παπα-Στέλιος βγήκε με την αγιαστήρα του.
     «Θα κάμω το ατζάρντο να πάω και στη Ζήναινα, μου φαίνεται πως είναι καιρός», έλεγε στον εαυτό του.
     Μπήκε στο σπίτι. Άγιασε πρώτα στο κάτου, που καθόταν άλλη οικογένεια κι από κει, με φόβο και με τρόμο, τράβηξε προς τη σκάλα του απάνου.
     Τον άκουσε η κυρα-Κωσταντινιά και πετάχτηκε στο κεφαλόσκαλο. Μαυροντυμένη, μπαμπουλωμένη, αδάκρυτη, πιο χλωμή κι από το συνηθισμένο, μα όχι πια βουβά:
― Ποιος είναι; ρώτησε δυνατά, άγρια.
― Αγιασμός! αποκρίθηκε γλυκά ο παπάς από τα πρώτα σκαλιά.
     Είχε σταματήσει. Πίσω του το παπαδοπαίδι, με τον ασημένιο σίγγλο, γεμάτον αγίασμα κι ασημένια λεφτά που κολυμπούσαν.
― Α! έκαμε η κυρα-Κωσταντινιά σαν να ξαφνιάστηκε. Του λόγου σου είσαι, παπα-Στέλιο; Μου κακοφαίνεται πολύ, μα… ξαστόχησες πως έχω κορέτο;
― Δεν έχει να κάμει… ο αγιασμός,… πράγμα του Θεού…
― Όχι, να σε χαρώ κι εγώ… Δε δέχουμαι, δεν αγιάζω…. Είμαι απορπισμένη!
― Μα γιατί, κυρα-Κωσταντινιά μου, γιατί;… Το παιδί σου βρίσκεται ολοένα ψηλά…
― Έννοια σου κι εγώ το ξέρω πού βρίσκεται το παιδί μου! Άσε το παιδί μου εκεί που βρίσκεται κι άσε με και μένα εδώ πα που βρίσκουμαι, έρμη κι απορπισμένη!…
― Το παιδί σου είναι τώρα άγγελος στον παράδεισο!….
― Αλλού, παπά μου, εφτούνα!… Δε ματαπιστεύω γιατρό, δε ματαπιστεύω παπά, δε ματαπιστεύω Θεό! Δε σου είπα πως αν μου πεθάνει το παιδί μου δεν υπάρχει Θεός; Λοιπόν μου πέθανε! Θεός δεν υπάρχει! Παπάς κι αγιασμός δε μου χρειάζεται! Άμε στο καλό!
     Τα είπε δυνατά, στριγκά, με μια φωνή ξεκούρδιστη, από τον καιρό, θα ‘λεγες, που ‘χε να τη μεταχειριστεί. Και με το τελευταίο λόγο, μπήκε μέσα και βρόντηξε την πόρτα.
     Ο παπάς σήκωσε τους ώμους και σταυροκοπήθηκε.
― Πάμε! είπε σιγά στο παπαδοπαίδι.
     Καθώς γύρισε να κατεβεί, είδε τη νοικοκυρά του κάτου και την κόρη της, που άκουσαν τις φωνές και βγήκανε στην πόρτα τους.
― Βουρλίστηκε η κακομοίρα η Ζήναινα, είπε με οίχτο βαθύ. Ε, δεν έχει κι άδικο… Για φαντάσου;
     Και φεύγοντας ο διωγμένος,―σκυφτό, ταπεινωμένο κι αυτό, ακολουθούσε το παπαδοπαίδι με το σίγγλο,― μουρμούρισε για μια ικανοποίηση μπροστά στον κόσμο:
―Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού ουκ έστι Θεός….
     
 
     
     Οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν.
     «Άσ’ τη τη δυστυχισμένη, άσ’ τη την απορπισμένη!…» έλεγε ο παπα-Στέλιος στον εαυτό του κάθε φορά που το θυμόταν.
     Κι η απορπισμένη ζούσε πάντα κατάκλειστη στο μαύρο της το σπίτι, μονάχη, ολομόναχη, χωρίς παπά, χωρίς γιατρό, χωρίς Θεό…

*Απορπισμένη= απελπισμένη

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΑUDIOBOOK ΕΔΩ:


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Δυο αδερφάδες, διήγημα του Αργ. Εφταλιώτη AUDIOBOOK, Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Δυο αδερφάδες,   διήγημα του Αργ. Εφταλιώτη AUDIOBOOK, Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου   Το διήγημα «Δύο Αδερφάδες» ανήκει στη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....