Ετικέτες - θέματα

7.6.26

Θα σας εξαφανίσομεν… Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 40

 Θα σας εξαφανίσομεν…

                                                                                40 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg

Οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί,

γιατί δεν θα έχουν αγάπη στα δένδρα.

Άγιος Κοσμάς, ο Αιτωλός


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  40


…για να σας αναπτύξομεν     

Μην περιμένετε στην Αργιθέα επενδυτές!

Αυτοί που θα ’ρθουνε θα ’ναι κατακτητές…                                                     

  Κάθε φορά που ακούω, αορίστως, για ανάπτυξη στην Αργιθέα, ο νους μου πάει στην επιστολή – απάντηση του ινδιάνου αρχηγού, του Σιάτλ (αναζητήστε την ολόκληρη στο διαδίκτυο), την οποία έστειλε στα 1855  στον τότε  αμερικανό πρόεδρο, όταν εκείνος ζήτησε από τους ινδιάνους να πουλήσουν τη γη τους και να φύγουν, ακολουθώντας το πικρό «μονοπάτι των δακρύων».

  Η επιστολή είναι αληθινός ύμνος στη φύση από έναν άνθρωπο της φύσης. Γνωρίζει ο ινδιάνος ότι σ’ αυτή τη φύση έχει για τις ανάγκες του το δικαίωμα της χρήσης της, αλλά όχι της κτήσης της. Δεν κατανοεί την κατακτητική μανία των λευκών, η οποία  ορίζεται μόνο από το υλικό κέρδος.

  Το κείμενο αυτό, αν και τόσο παλιό, παραμένει στις μέρες μας δραματικά επίκαιρο. Η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων του πλανήτη με αλόγιστο τρόπο, τον απειλεί με καταστροφή. Αυτονόητο έγινε πια το παράλογο! Όλα θυσία για το κέρδος! Απέναντι πάντα και μόνο ο συνετός λόγος…

  Ας θυμηθούμε ξανά λίγα αποσπάσματα αυτής της επιστολής:

  «Πώς μπορείτε ν’ αγοράσετε ή να πουλήσετε τον ουρανό ή τη ζεστασιά της γης; Η ιδέα μας φαίνεται περίεργη. Επειδή ακριβώς δε μας ανήκουν η δροσιά του αέρα και η

διαύγεια του νερού, πώς είναι δυνατόν να τα αγοράσετε;

  Κάθε μέρος της γης αυτής είναι ιερό για τον λαό μου. 

  Ξέρουμε ότι ο λευκός άνθρωπος δεν καταλαβαίνει τα ήθη μας. Ένα κομμάτι γης μοιάζει γι’ αυτόν μ’ ένα οποιοδήποτε άλλο κομμάτι, γιατί είναι ένας ξένος που έρχεται μες στη νύχτα και παίρνει από τη γη αυτό που έχει ανάγκη. Η γη δεν είναι ο αδερφός του, αλλά εχθρός του, και μόλις την κυριεύσει πηγαίνει μακρύτερα.

  Η απληστία του θα καταβροχθίσει τη γη και δε θ’ αφήσει πίσω της παρά μια έρημο.

  Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό: η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο, ο άνθρωπος ανήκει στη γη.

  Αυτή η γη είναι πολύτιμη για τον άνθρωπο και όταν τη βλάπτει είναι σαν να δείχνει περιφρόνηση στον Δημιουργό…».


  Αυτά έγραφε ο άγριος. Ας πάμε τώρα και στους ήμερους!

  Κάθε φορά που ακούω, αορίστως, για ανάπτυξη στην Αργιθέα, δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Βέβαια, δε λέει και κανένας καθαρά πώς εννοεί την ανάπτυξη.  

    Ανάπτυξη μπορεί να γίνει σ’ έναν τόπο, όταν υπάρχουν ή δημιουργηθούν συνθήκες και υποδομές που διευκολύνουν την επίλυση των βασικών αναγκών των ανθρώπων του και διασφαλίζουν τους απαραίτητους όρους διαμονής και διαβίωσης για όλους. Ανάπτυξη ενός τόπου δε γίνεται ερήμην των ανθρώπων του. Ποιος θα αναπτυχθεί τότε και τι θα αναπτύξει; 

  Τότε έρχονται τα συμφέροντα των «κατακτητών». Να κυριεύσουν, να αρπάξουν, να καταστρέψουν… Προηγούνται τα παπαγαλάκια τους που στρώνουν το έδαφος. Μιλούν για επενδύσεις (ποιες και τι είδους;), για θέσεις εργασίας (πόσες, για ποιους  και για πόσο;), για αντισταθμιστικά! Θα έχει, σου λένε, έσοδα ο δήμος. Ωραία! Και τι θα τα κάνει; Με λίγες απλές υπογραφές, μπορούν  να περάσουν μέσω αναθέσεων σε κάποιους εμπειροτέχνες, κουτσοεργολάβους ή άλλους επαγγελματίες (βάλτε εσείς ονόματα) για τις προσφιλείς χαλικοστρώσεις και για διάφορες προμήθειες και δαπάνες σε σκούφιες και σε μπερέδες. 

  Τα συμφέροντα αυτά έρχονται πολύ καλά προστατευμένα, με φωτογραφικές νομοθετικές ρυθμίσεις στην τσέπη, με προθυμότατες και εξυπηρετικότατες υπηρεσίες (που μπορούν  να ταλαιπωρούν άγρια τους άλλους πολίτες), δυστυχώς, ακόμη και με τη συνδρομή αποφάσεων της δικαιοσύνης που προκαλούν ερωτηματικά. Πώς είναι δυνατόν να παρανομεί ένας πολίτης που μαζεύει ρίγανη για το σπίτι του και να μην παρανομεί ένας που έρχεται και αλλοιώνει το φυσικό περιβάλλον ενός τόπου, το υποβαθμίζει και το καθιστά ακατάλληλο για άλλες χρήσεις πραγματικής αειφορίας; Ποιος είναι αυτός και με ποιο δικαίωμα υποθηκεύει το μέλλον της επόμενης και των επόμενων γενεών; 

  Είναι η λογική του «κατακτητή», εκείνου που δεν έχει κανέναν συναισθηματισμό απέναντι σε τόπους, ιστορίες και μνημεία, εκείνου που διαβαίνει και λαφυραγωγεί βανδαλίζοντας, που βάζει τα πάντα στον στόχο του κέρδους του.

  Η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που ανοίγει συνοπτικά τον δρόμο για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών παντού, για την κτηνωδία στα Άγραφα, όπως έγραψε πρόσφατα ο Διονύσης Χαριτόπουλος, είναι η αιτία αυτού του σημειώματος και η αιτία κάποιων σχετικών σκέψεων – ερωτημάτων:


  Πώς το ΣτΕ σταμάτησε πολλές φορές τα έργα εκτροπής του Αχελώου επικαλούμενο οικολογική καταστροφή και δε βλέπει τον ίδιο κίνδυνο με την ανάπτυξη ανεμογεννητριών σ’ όλη την ελληνική ύπαιθρο;  

  Γιατί σε τόπους που υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι παραγωγής ρεύματος, όπως στη 

δική μας Συκιά με το προβλεπόμενο φράγμα και υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, θα πρέπει να γεμίσουμε τις κορφές φτερωτές;

  Πώς μια κυβέρνηση «αριστεράς και οικολογίας», που έλεγε κάποτε, υπέγραψε τα πάντα για τις ανεμογεννήτριες (γεια σου, σύντροφε Σταθάκη) και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έδινε πρόσφατα διαβεβαιώσεις ότι όλα θα προχωρήσουν;  

  Ποιος τους είπε ότι όλες οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι και οικολογικές. Και η πυρηνική ενέργεια είναι ΑΠΕ. Γιατί δε φκιάνουμε ένα εργοστάσιο τέτοιο στο στεφάνι το τριζολιώτικο;

  Γιατί δε ρωτάνε τις τοπικές κοινωνίες να πουν τις γνώμες και τις προτάσεις τους;

  Γιατί τώρα που είναι προεκλογική περίοδος δεν επιδιώκονται δεσμεύσεις από τα κόμματα ή να ξέρουμε τουλάχιστον τις θέσεις τους; Τόσο πολύ αδυνάτισε στον τόπο μας το κόμμα Καναβός – Περαταριά; Πού είναι οι φορείς μας;

  Καλά, έχουμε τόσους φορείς. Δε βρέθηκε ένας να προβληματιστεί, να ενημερώσει, να αρθρογραφήσει και να προκαλέσει συζήτηση; Η ιστορία είναι παλιά. Αν θυμάμαι καλά, το «φρούτο» αυτό  έφτασε  στην περιοχή  μας το 2002.  Βρίσκεις  ποιος ήταν ο αρχιερατεύων, ποιος ο δημαρχεύων και ποιος σήμερα ο κοροϊδεύων… 

  Η άσφαλτος που έπεσε ως τώρα ή που ετοιμάζεται να πέσει, έχει σκοπό να διευκολύνει αυτά τα συμφέροντα, τις ανάγκες των ανθρώπων ή και τα δυο; Οι πολιτικοί όλων των βαθμίδων μπορούν να απαντούν για περισσότερη σαφήνεια με μακ μουκ ή με το ντιρλαντά… 


  Το τελευταίο ερώτημα είναι αν πρέπει να κάνουμε τέτοια ερωτήματα στη «χώρα των παράλληλων μονολόγων», στη χώρα της αυθαιρεσίας (που επιτρέπει πρώτα την αυθαιρεσία κι έρχεται ύστερα και την νομιμοποιεί), στη χώρα που αλωνίζουν οι  προβατόσχημοι λύκοι και την κατασπαράζουν κάθε λογής αρπακτικά…

  Ας τους αφιερώσουμε λίγους στίχους από το ποίημα «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης» του Νίκου Γκάτσου, έστω και με λίγο  παραλλαγμένο ρεφραίν…

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο,
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα…


Κοιμήσου, Περσεφόνη, στην αγκαλιά της γης
και στα βουνά, αετέ μου, ποτέ μην ξαναβγείς.


Αποκαΐδια

  Δύσκολα να γελάσετε με το σημερινό Καφενείο. Πολλούς πικρούς καφέδες έχει σερβίρει μέχρι στιγμής, αλλά μην απελπίζεστε!... Ειδικά τώρα που φεύγει η ελπίδα…

  Ξέρω, έχετε τη στεναχώρια σας που φεύγει ο Αλέξης ή που έρχεται ο Κυριάκος. Όμως, οι μεγάλες λύπες είναι άλλες… Προβληματίζομαι αν πρέπει να τις αναφέρω, αλλά, επειδή υποθέτω ότι φάγατε το μεσημεριανό σας και δε θα μου μείνετε νηστικοί, θα σας τις πω, γιατί είναι μια πραγματικότητα και η φυγή απ’ την πραγματικότητα δεν αλλάζει την πραγματικότητα…

  Λύπη 1: Φεύγει ο Καμμένος! Ενός λεπτού κλάμα!... Στύψτε τα μαντήλια σας κι απλώστε τα να στεγνώσουν!

  Ενώ διασκορπίστηκε ο τυχοδιωκτικός εσμός που συγκροτούσε την κοινοβουλευτική του ομάδα, ήθελε  και  το φτύσιμο στις ευρωεκλογές, για να καταλάβει ο Καμμένος ότι κάηκε (ολοσχερώς) πια ως πολιτικός αυτού του δύσμοιρου τόπου. Αλλά και που το κατάλαβε, δε θέλει να το παραδεχτεί, γι’ αυτό, παρότι αποσύρεται, υπόσχεται (μας απειλεί ακόμη, δηλαδή) ότι θα παραμείνει ενεργός, ότι θα συνεχίσει να υπηρετεί τον ελληνικό λαό (απέλυσα κι εγώ τους υπηρέτες μου. Τι τους ήθελα, αφού θα με υπηρετεί ο Πάνος) και ότι θα εργαστεί με άλλες πατριωτικές δυνάμεις  αδιάκοπης διαρκούς αλλαγής (δε φταίου ιγώ, ου Πάνους του ’πι…) να βάλουν την Ελλάδα μπροστά… (με λίγο σπρώξιμο ή σε κάναν κατήφορο κάπως θα πάρει μπροστά).

  Μας υπενθύμισε ότι μας κράτησε στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι θα μας κρατήσει και στον χορό, αν μας βρει σε κανένα πανηγύρι…

  Πάνο, βρες πάλι τον Αλέξη να παίζεις με το τρενάκι από εδώ και πέρα. Πιο συνεπής στον λόγο του ήταν ο Παναγής απ’ τα Μέγαρα. Εξουσία απόλαυσες, ήρθε καιρός τώρα και για άλλες απολαβές… Για την αποχώρησή σου λυπάται και η υποναύαρχος Μπουμπουλίνα (άσχετα αν οι Ρώσοι την είχαν κάνει ναύαρχο). Αν έμενες κάναν χρόνο ακόμη, μπορεί να την έφκιανες και λοστρόμο…

  Λύπη 2: Φεύγει κι ο Θεοδωράκης. Ξαναπιάστε τα μαντήλια! Το Ποτάμι έπεσε στη θάλασσα κι άμα πέσει το ποτάμι στη θάλασσα, πνίγεται…  Αποχαιρετά την πολιτική, όπως λέει, πολιτικά ηττημένος, ανθρώπινα θλιμμένος, αλλά τελικά περήφανος για την προσφορά στην πατρίδα και αισιόδοξος ότι ο σπόρος που έριξε θα φυτρώσει ξανά.

  Μεγάλη απώλεια! Καλύτερα να έχανα πέντε ζυγούρια, παρά που θα χάσω τον Σταύρο. Σταθερή αξία στο Καφενείο κι αυτός… Σταύρο, το ότι ήσουν στην πολιτική, προσωπικά αισθάνομαι κι εγώ ηττημένος, θλιμμένος και τώρα που φεύγεις ανακουφισμένος που η πατρίδα θα γλυτώσει την προσφορά σου. Σταύρο, μείνε ήσυχος! Ο σπόρος σου είναι περιζήτητος. Στα μισά χωράφια στις Πρέσπες ήδη παράτησαν τα φασόλια και φυτεύουν τον δικό σου περονόσπορο. Δεν τον έφκιανες παπαδέλις (ποπ κορν για τους Αργιθεάτες), τι το ’θελες το φύτεμα; Η πατρίς ευγνωμονούσα, Σταύρο, θα σε συμπεριλάβει κι εσένα στις κατάλληλες της ιστορίας της σελίδες. 

  Λύπη 3: Εδώ δεν πρόκειται περί απλής λύπης. Εδώ σε κόβει η νίλα! Είχε κι αυτός ένα κοπαδάκι, αλλά το έχασε και τώρα πήρε ένα κατσίκι και προσπαθεί να ξανακάνει κοπάδι. Θα συνεργαστεί, λέει, και με το Πράσινο Κίνημα. Λεβέντη μου, ακόμη και με το Πράσινο Ακρωτήριο να συνεργαστείς, δε γίνεται τίποτε. Το κατσίκι δε βόσκει πράσινα κινήματα. Θέλει κλαρί, ασφέντουμα, γαυρουμέραντζου κι ξο… Ισύ, Βασίλη μ’, δεν είσι τώρα για κλάρου, στόμουσαν κι τα τσικούρια σ’. Φκιάσι κότις καλύτιρα ή τίπουτα κ’νέλια, άφ’σι τα κουπάδια!  

  Λύπη 4: Δε θα είναι υποψήφιος ο Κοτζιάς με την πολιτική του κίνηση «Πράττω». Με τόσα που έπραξε καλά πράττει και δεν κατεβαίνει (αν κι ως μεταπράτης τα πήγε θαυμάσια) κι άντε τώρα να ψάχνει ο Σύριζα ποιος θα οργανώνει τα γενέθλια του Νίμιτς… 

  Πώς να μην είστε χαρούμενοι μετά από τόσες και τέτοιες λύπες;


 Σαράντα καφενεία και… καλά σαράντα

  Σαράντα τα Καφενεία… Με τους πελάτες να λιγοστεύουν ολοένα, είναι περίεργο πώς καταφέρνει και επιβιώνει αυτή η επιχείρηση! Θα πεις, εδώ αντέχει ακόμη και επιβιώνει η Ελλάδα της δεκαετούς χρεωκοπίας, δε θα αντέξει το Καφενείο; 

  Πλησιάζει τον έναν χρόνο λειτουργίας του, χωρίς καν να βγάζει τα λειτουργικά του έξοδα. Οι λογιστές που απευθύνομαι κάνουν συνεχώς τον σταυρό τους κι όταν τους ρωτάω αν υπάρχει ελπίδα, κουνάνε αρνητικά το κεφάλι τους και τραγουδάνε με νόημα: Δεν το ’λπιζα, ρε Γιάννη, κορόιδο να πιαστείς,

             το Καφενείο να κλείσεις, στη φυλακή να μπεις.

  Πτωχοί λογισταί!... Δεν πτοούμεθα!... Και θα αντέξομεν και θα αναπτυχθώμεν! Αγνοείτε την νέαν οικονομικήν μέθοδον, η οποία εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία… Είναι ο βερεσές… Βερεσέ πίνουν καφέ οι πελάτες, βερεσέ αγοράζω κι εγώ τις καφοζάχαρες απ’ τους προμηθευτές, βερεσέ παντού κι οι προμηθευτές την οποιαδήποτε συναλλαγή τους. Όλοι χρωστάμε σε όλους και πορευόμαστε αμέριμνοι (ξισ’λλόιαστοι), ευχόμενοι να είναι καλά οι οφειλέτες μας (για τους πιστωτές μας δε μας νοιάζει και τόσο).

  Τελικά, το πρόβλημά μας είναι λογιστικό και μόνο οι λογιστές το επισημαίνουν. Έχει δίκιο ο φίλος μου, ο Στέργιος ο Παλάσκας, που λέει: «Είναι ανυπολόγιστη η ωφέλεια των υπολογιστών και ανυπολόγιστη η ζημιά των λογιστών». Λογισταί δεν ήτο ο Αλογοσκούφιος και ο αΧρηστοδουλάκης; Τις είδατε τις προκοπές μας! Σάμπως κι ο σημερινός, ο Ευκλείδης, δεν τα ξεκλείδωσε τα μπαούλα μας (παίρνοντας ό,τι είχαμε αναμερίσει) και δεν έδωσε τα κλειδιά της χώρας στους δανειστές; Είμαστε κοντά στο να αντικαταστήσουμε τη γαλανόλευκη σημαία μας και να ορίσουμε μόνιμα εκείνη του Τρικούπη που έλεγε «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»… 

  Ας χρωστάμε! Μη σκανιάζετε! Όλα τα κράτη χρωστάνε. Χρωστάνε στις αγορές. Τώρα, ποιες είναι αυτές οι αγορές που έχουν οικονομικά υπουδουλωμένα όλα τα κράτη κι αυτά τα κράτη δεν αντιδρούν, δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά. Ένα μόνο κράτος αντέδρασε κι αυτό ήταν το δικό μας. Εμείς αποκαλύψαμε ποιες είναι αυτές οι αγορές. Είναι αυτές που χορεύουν, όταν τους παίζεις τα νταούλια. 

  Λογικό είναι. Όταν έρχονταν εδώ εκπρόσωποί τους, πότε στα κλαρίνα, πότε στα μπουζούκια, δεν τους αφήναμε αγλέντιστους κι αχόρευτους, δεν το επέτρεπε η πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία μας. Κι ύστερα τους ξεπροβοδίζαμε μ’ εκείνο το  αρχαιοελληνικό (ολίγον αλλαγμένο) «ουκ αν λάβετε παρά του μη έχοντος» ενώ μέσα μας λέγαμε: αφού ξέρατε ότι θα τα φάμε, γιατί μας τα δίνατε, ρε κερατάδες;  


  Το σαράντα, το σαράντα δύο, το σαράντα πέντε είναι αγαπητοί αριθμοί και τους συναντάμε συχνά στην παράδοση του λαού μας (δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, παραμύθια, εκφράσεις, συμφράσεις).    


Σαραντάημερο

Σαράντα κύματα

Σαράντα μήλα κόκκινα

Σαράντα χρόνια στο κλαρί

Σαράντα τ’ άλογο κι εξήντα το σαμάρι

Σαράντα χρόνια μάστορας και μάστορα γυρεύω.

Σαράντα μέρες περπατώ να βρω… σωστό πολιτικό… (αντί παπά πνευματικό).


  Σας παραθέτω και μια παραλλαγή της γνωστής παραλογής:

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες,

ξεμείνανε από δουλειές, πέσανε σ’ ανεργία.

Κάθονται λέν’ τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους, 

όση μερούλα έχει ο Θεός, μέσα στα καφενεία.

Αλίμονο στα τσιόκια μας, αλί και στα μ’στριά μας, 

που τα ’φαγε κακιά σκουριά από την αχρησία.

Πόσο να παίξεις δηλωτή ή τάβλι ή μπιρίμπα;

Πότε θα ’ρθει η ανάπτυξη, τι λέν’ τα υπουργεία;

…………………………………………………….

  Το άνω δημώδες τραγούδι διακόπτεται, γιατί ο Κώστας Τσιάκαλος κι ο Θανάσης Καραγιώργος δεν ήθελαν με τίποτε να δημοσιεύσουν στις ιστοσελίδες τους αυτά που είπαν τα υπουργεία και προπαντός αυτά που είπαν μετά τα μαστόρια και τα καλφούδια τους για τα υπουργεία. (Συμπληρώστε το μόνοι σας με στίχους δεκαπεντασύλλαβους ή στίχους δεκαπέντε εκατοστών!...). 

  Τα πιο ήπια που είπαν ήταν: σαράντα να ’νι οι ώρις σας, θα σας γείρουμι σαράντα ράχις, άιτι κι καλά σαράντα… 


  Με την ευκαιρία καλά σαράντα επίσης:

Στους ΑΝΕΛ (τα ’παμε και παραπάνω), στους Ποταμίσιους, στους Δημαρίσιους (κακώς γίνεται χρήση πληθυντικού εδώ για έναν μόνο Θανάση) και μετά τας εκλογάς να δούμε και ποιων άλλων θα κλάψουν οι μανούλες… Τους ξέρουμε, αλλά δε λέμε.

  

  Το τριαντάφυλλο έγινε σαραντάφυλλο, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τον αγαπημένο αριθμό. Οφείλεται καθαρά στον ΦΠΑ η αύξηση των φύλλων του…


  Κι αφού το ’φερε η κουβέντα στις αυξήσεις, να ξέρετε ότι αυξάνονται και τα κόμματα. Μπορεί να περάσουν τα σαράντα. Γι’ αυτό η δημοκρατία μας σέρνεται, είναι σαν τη σαρανταποδαρούσα…

  Προσοχή ιδιαίτερη στο ΜέΡΑ 25 του Βαρουφάκη, παρακαλώ! Αυτός θα αυξήσει τη μέρα κατά μία ώρα, αστοχάτε το εικοσιτετράωρο! Για τέτοια είμαστε τώρα; Αντέχει κανένας άλλες αυξήσεις; Προεκλογικό σύνθημα: Είδες ΜέΡΑ, αναμέρα!


  Και για να κλείσω το παρόν περί του σαράντα, ενθουσιωδώς, αναφωνώ:

Ζήτω το ΟΧΙ του σαράντα!

Ζήτω το ΝΑΙ που λέμε σαράντα φορές τη μέρα, σ’ αυτούς που είπαμε το ΟΧΙ το σαράντα! 


Θερίζουμε ό,τι σπέρνουμε…

  Ιούνιος μήνας, ο Θεριστής (Θιρ’τής που έλεγαν παλιά). Ο θερισμός των σιταριών. Όλοι στα χωράφια! Θέρος, τρύγος, πόλεμος… Κι αν δεν μπορείς να θερίσεις, δέσε και κουβάλα! Ο πίνακας «θέρος» του αείμνηστου Καρδιτσιώτη ζωγράφου, Δημήτρη Γιολδάση, μας ταξιδεύει νοσταλγικά στα μακρινά περασμένα χρόνια και σε ανάλογες εικόνες που εμείς οι παλιότεροι έχουμε στη θύμησή μας. Τα ιδρωμένα πρόσωπα των θεριστάδων δεν άφηναν καμιά αμφιβολία και αποτύπωναν κάθε χρόνο την απαρασάλευτη παραδοχή – εντολή: το ψωμί να το βγάζεις με τον ιδρώτα σου! 

  Σήμερα οι μηχανές απάλλαξαν τον άνθρωπο απ’ αυτές τις βαριές δουλειές. Όμως, απ’ τον καιρό του θερισμού, ας κρατήσουμε στην καθημερινότητά μας μια, επίσης, απαρασάλευτη γνώση:  Ό,τι σπέρνουμε, θερίζουμε…

                                    

  40 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg



                                                                



15/6/2019




2.6.26

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  - συγγραφέα



ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Όφις [Λατ. Serpens, συντ. Ser] είναι αστερισμός που καταγράφηκε από τον Πτολεμαίο. Είναι ο μοναδικός αστερισμός που αποτελείται από δύο ξεχωριστά τμήματα που χωρίζονται από τον παρεμβαλλόμενο μεταξύ τους αστερισμό του Οφιούχου. Το δυτικό τμήμα (που ανατέλλει νωρίτερα) είναι η «Κεφαλή» του Όφεως (Serpens Caput), ενώ το ανατολικό είναι η «Ουρά» (Serpens Cauda). Η Κεφαλή συνορεύει με τους αστερισμούς: Βόρειο Στέφανο, Βοώτη, Παρθένο, Ζυγό, Οφιούχο και Ηρακλή. Η Ουρά συνορεύει με τους αστερισμούς: Οφιούχο, Τοξότη, Ασπίδα και Αετό. Η έκταση του αστερισμού είναι 637 τετ. μοίρες [23ος μεγαλύτερος μεταξύ των 88 αστερισμών].Είναι αμφιφανής στην Ελλάδα και γενικα ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 80° Βόρεια – 80° Νότια. Τεμνόμενος από τον ουράνιο ισημερινό, ο Όφις φαίνεται ολόκληρος από την Ελλάδα τις καλοκαιρινές νύχτες.

  ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τον αστερισμό ως Όφις Οφιούχου ή απλώς Όφις, ενώ συχνά μεταξύ του λαού αποκαλούνταν και Ερπετόν ή Έγχέλυς [χέλι]. Οι Ρωμαίοι, εκτός από το Serpens, χρησιμοποιούσαν τα ονόματα Anguilla και Coluber. Σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές ήταν το φίδι είτε του Ασκληπιού, είτε του Γλαύκου, είτε του Λαοκόοντα, είτε του Ηρακλή, ή ακόμη η Λερναία Ύδρα. Στην αναγεννησιακή Ευρώπη ο αστερισμός ονομαζόταν Serpens Alangue, συνδυασμός δηλαδή της λατινική με την παραφθαρμένη σχετική αραβική λέξη. Στους Άραβες ήταν ο Al Hayyah, [το Φίδι], από ελληνική επίδραση, αλλά πριν από αυτή ήταν η Βοσκή (Al Raudah). Αντιθέτως, στους Εβραίους και άλλους σημιτικούς λαούς ήταν ερπετό. Στην αρχαία Μεσοποταμία είχε κοινό όνομα με τον Οφιούχο: Nu-tsir-da [Εικόνα του Ερπετού]. Κατά τις χριστιανικές αναπαραστάσεις των ουράνιων μορφών (17ος αι.) ο Όφις έγινε το φίδι που ξεγέλασε την Εύα, ενώ αργότερα άλλοι παρατηρητές φαντάστηκαν στην Κεφαλή του Όφεως έναν ακόμα ουράνιο Σταυρό, αυτόν του Αγίου Ανδρέα.

Νεφέλωμα Αετός

ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ
: Ο αστερισμός περιλαμβάνει περί τα 80 ορατά σώματα [φαινόμενο μέγεθος < 6,5]. Ο α Όφεως, που είναι ο φωτεινότερος όλων [φ.μ. 2,65], είναι γνωστός με το όνομα Unukalhai. Ο β Όφεως, [Chow για τους Κινέζους], είναι λευκός γίγαντας με φαινόμενο μέγεθος 3,67. Ο γ, είναι ο Ching των Κινέζων. Ο δ, [Tsin των Κινέζων], έχει φ.μ. 3,80. Ο ε, ο Πα στην Κίνα, έχει φ.μ. 3,71. Ο ζ, ονομαζόμενος Tung Hae [Ανατολική Θάλασσα] στην Κίνα, έχει φ.μ. 4,62. Ο θ, είναι διπλός αστέρας γνωστός και ως Άλυα. Ο ξ είναι μεταβλητός αστέρας με φ.μ. 3,54. Οι αστέρες η, κ, λ, μ, ν και ο έχουν φαινόμενο μέγεθος αντίστοιχα 3,26, 4,09, 4,43, 3,53, 4,33, 4,26.

  ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ: Ο αστέρας HD 168443 του αστερισμού, με φαιν.μέγεθος 6,92 και απόσταση από τη Γη 123,6 έτη φωτός, έχει δύο πλανήτες που περιφέρονται γύρω του. Του ενός η περιφορά διαρκεί 57,9 ημέρες [έτος], ενώ του δευτέρου 2137. Η περιφορά τους γίνεται σε μέση απόσταση από τον αστέρα 0,29 και 2,87 αστρονομικές μονάδες [AU] αντιστοίχως, ενώ πρόκειται για τεράστιους σε μάζα πλανήτες καθώς έχουν μάζα επταπλάσια και δεκαεπταπλάσια εκείνης του Δία! Το φωτεινότερο ανοικτό σμήνος του αστερισμού, το IC 4756 [φ.μ. 4,6], είναι ορατό και με γυμνό μάτι από σκοτεινή τοποθεσία. Περιέχει πάνω από 80 αστέρες και απέχει από τη Γη 1300 έτη φωτός. Το σφαιρωτό σμήνος Μ5 (NGC 5904, φ.μ.5,8) περιέχει πάνω από μισό εκατομμύριο αστέρες! Το επίσης σφαιρωτό σμήνος NGC 6539 βρίσκεται μοιρασμένο ανάμεσα στον Όφι (Ουρά) και τον Οφιούχο. Το νεφέλωμα Μ16, είναι το γνωστό από την απεικόνιση του Τηλεσκοπίου Χαμπλ, Νεφέλωμα Αετός. 

   

IC 4756

Ο πάλσαρ PSR B1534+12 είναι διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων. O γαλαξίας Arp 220, στον αστερισμό του όφεως, [φ.μ. 14,0] εμφανίζει διπλό πυρήνα, ως προϊόν αλληλεπιδράσεως δύο παλαιότερων γαλαξιών που ενώθηκαν σε ένα! Η γειτονική ομάδα γαλαξιών «Εξάδα του Σίφερτ» (HCG 79), στον αστερισμό, αποτελείται από 5 αμυδρούς γαλαξίες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, ενώ ο έκτος εμφανιζόμενος, μοιάζει να ανήκει στην ομάδα, αλλά βρίσκεται σε πολύ διαφορετική απόσταση.

TO BINTEO ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=rpeTftYfykw


30.5.26

Ο καινός άνθρωπος ανάμεσα στον καθρέφτη του και στο κενό μνήμα, Του Κωνσταντίνος Οικονόμου

Ο καινός άνθρωπος ανάμεσα στον καθρέφτη του 

και στο κενό μνήμα Του

Κωνσταντίνος Οικονόμου*




Κάποτε στάθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο στον καθρέφτη.

Είδα στα μάτια του τη φωτιά της κόλασης!

Είδα και το δάκρυ της συνείδησης!

  Κάποτε είδα τα συντρίμμια της αστοχίας, τις βαθιές ουλές από τις κακές αποφάσεις, 

το άχθος της ντροπής και τις αναμνήσεις.

Αυτές τις αναμνήσεις που ο κόσμος δεν σ΄ αφήνει ποτέ να ξεχάσεις!

Βλέπεις οι άνθρωποι θυμούμαστε πάντα ποιος ήταν ο άλλος, 

τι έκανε, που απέτυχε, που αμάρτησε και πόσο βαθιά έπεσε!

  Όμως, οι αιώνιες χριστιανικές διδαχές μας θυμίζουν

μια πιο μεγάλη αλήθεια:

Ότι, ενώ ο άνθρωπος θυμάται το ιστορικό των άλλων,

ο Κύριος θυμάται πώς Εκείνος τον εξαγόρασε.

Μέσα από το Αίμα του Ιησού, το παρελθόν μου δεν είναι

η ταυτότητά μου.

Ο Σταυρός του μαρτυρίου Εκείνου

δεν αρνείται ότι η αμαρτία είναι πραγματική,

διακηρύσσει όμως πως η Χάρη είναι ισχυρότερη!

Αυτό που οι άλλοι χρησιμοποιούν για να σε ορίσουν,

την αστοχία, την αμαρτία ή ακόμη και τη συκοφαντία,

ο Θεός το χρησιμοποιεί για να σε ελεήσει!

    Ο περίγυρος ο εχθρός κι ο μέγας διαβολέας

δείχνει το θάνατο μέσα στο παρελθόν σου, 

μα ο άγιος Τριαδικός Θεός

δείχνει το κενό Μνήμα του Υιού του.

Αν είσαι με τον Χριστό

δεν είσαι ο άνθρωπος που κάποτε ήσουν.

Είσαι συγχωρημένος, είσαι δικαιωμένος

και αγιάζεσαι, ακόμη και μέσα στις θλίψεις, μέρα τη μέρα.

Για τον πιστό, τα κατάστιχα της κοινωνίας γράφουν ''καταδικασμένος'',

μα τα αρχεία του ουρανού γράφουν με το αίμα Του ''εξαγορασμένος''.

Έτσι σήκωσε το κεφάλι σου:

Άφησε του ανθρώπους να τυρβάζουν για το παρελθόν σου,

αν επιτρέπει ο Κύριος, όσο κι αν το ''χρωματίζουν'', κι όσο το θέλουν.

Ο Κύριος ακόμη γράφει τη μαρτυρία σου

κι η Χάρη του έχει την κατακλείδα της πορείας σου!





*Βασισμένο στις σκέψεις του Pr. Stan Perret

pastorstanperret.substack.com



29.5.26

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ 

του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Δ΄.

     


Οἱ ἀδερφάδες ξαναμείνανε μονάχες στὸν πύργο κ' ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα ξαναβρῆκε τὸν παλιὸ ρυθμό της. Ὁ βρόντος τοῦ ἀργαλιοῦ δὲν εἶναι φόβος τώρα νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ἀκατάπαυτα ἀπὸ τὴν αὐγὴ θαμπὰ ὥς βαθιὰ τὴ νύχτα, ἡ βελόνα τρυπᾷ, μουδιάζει τὰ δάχτυλα κ' ἡ Παναγιούλα ξανάπιασε τὰ τρεξίματα στὴν πόλη. Δὲ ντροπιάζει κανέναν τώρα. Ἡ γενιὰ τοῦ Κρανιᾶ δὲ θέλει νὰ ξέρῃ πιὰ ἀπὸ τὶς νυφάδες τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη καὶ πληγωμένη στοὺς ραγισμένους τοίχους τῆς κούλιας.

Μὰ κ' ἡ ζωὴ ἕνα γῦρο δὲν ἀλλάζει τὸ σκοπό της. Ὁ ἥλιος φέγγει ὅπως πρῶτα πάντα, ἡ ἄνοιξη ἔρχεται καὶ φουντώνει τὸν κάμπο κ' ἰσκιώνει τὸν ὄχτο τοῦ ἀκροπόταμου. Ὁ κόσμος παντρεύεται κι ἀρρεβωνιάζεται. Ἕνας ἀνθυπίατρος ἀπὸ τὸ κάστρο παντρεύτηκε μὲ τὴ δεύτερη τὴ Ζωριοπούλα, ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὸν τόπο ἀρρεβωνιάστηκε τὴν Εὐανθία Τελατίνη. Τὰ μηνύματα φτάνουνε σὰν περιγέλασμα στὴν κούλια.

Ἡ Φρόσω σκύβει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλεῖ, ἡ Μαριὼ ὅμως δὲν τὸ βαστᾷ. Ἡ ὀργή της δὲν ξεσπᾷ μόνο φαρμάκι στὴ γειτονιά, δὲ γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στὴν κούλια, μὰ σκορπίζεται κι ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο. Βουνὰ καὶ κάμπους, οὐρανὸ καὶ γίς· ὅσα βλέπει τὸ μάτι κι ὅσα φανταζεται ὁ νούς. Γυρεύει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μιὰν ἐκδίκηση κ' ἕνα σεισμὸ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς γίς. Κι ὅσο δὲν τὰ λαβαίνει, ἡ ψυχή της διψᾷ νὰ πνίξῃ, νὰ ρημάξῃ, νὰ βουλιάξῃ ἡ ἴδια. Κι ὅσο δὲν τὸ μπορεῖ οὔτε αὐτό, ξεθυμαίνει στὴν ὀρφανὴ τῆς πλύστρας τοῦ πατέρα, ποὺ γυρίζει ἀδειανὴ ἀπὸ τοὺς δικούς, στὴν Κούλα, ποὺ τὰ παρμένα της δὲ δουλεύουνε γλήγορα, κι ἅμα δὲ βρίσκει ἄλλη καμιὰ ἀφορμή, σὲ κατάρες κι ἀναθέματα ἐκεῖνων, ποὺ θὰ χαροῦνε ὅσα πλέκει κι ὅσα ράβει.

«Τὴν ἀδικιά, τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο;» φωνάζει ἀδιάκοπα.

Καὶ σβήνει μπρὸς ἀπὸ τὸ κόνισμα τὸ καντήλι, ποὺ ἀνάβει ἡ Φρόσω, σὰ βρίσκεται μιὰ σταλιὰ λάδι στὸ ροῒ τῆς κούλιας, καὶ στένει καυγά, ὅταν παίρνῃ τὸ μάτι της τὴ λειτουργιά, ποὺ στέλνεται στὴν ἐκκλησιά:

«Δὲν ἔχω κάνα κρῖμα νὰ μοῦ συχωρεθῇ· τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο!»

Ἡ Φρόσω σωπαίνει γιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ ἡ γειτονιὰ καὶ δίνει τοῦ παπᾶ τὸ δίφραγκο μαζὶ μὲ τὸ πουκάμισο τῆς ἀδερφῆς, νὰ τὸ διαβάσῃ στἅγιο Δῆμα· κι ὅταν οἰκονομήσῃ δεύτερο, ἀνοίγει τὴν ἁγιὰ Μαρίνα ὄξω στἀμπέλια, μήπως ἡ χάρη τῆς βοηθήσῃ τὴ συνονόματη.

Κ' ἡ Φρόσω εἶχε χαμένη τὴν ἐλπίδα, ὡστόσο πίστευε στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ πίστευε ἀκόμα καὶ στὸ σόϊ. Ἂν ἔχασε ὁ ἀδερφὸς ἐδῶ, ἡ πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι κι ὁ κόσμος ὅλος κι ὁ φτόνος δὲν εἶναι σ' ὅλον τὸν κόσμο ὁ ἴδιος.

Τὴν ἴδια γνώμη ἔχει κ' ἡ Σακαμπέσαινα, ποὺ ἅμα ξαναφέρνῃ ἡ Παναγιούλα τίποτε ψιλά, βάζει καὶ κείνη τὴν τέχνη της νὰ ξαναφέρῃ τὴ Μαριὼ στὰ σέστα της. Χαρὰ μεγάλη καρτερεῖ τὴν κούλια· τὸ διάβασε στἄστρι τοῦ βραδιοῦ καὶ τὸ κομπόδεσε. Ἢ θησαυρὸ ἢ πλούσια νύφη θὰ βρῇ ὁ Γεσίλας σύντομα στὸν καιρὸ κι ἀλαργινὰ στὸν τόπο. Λίγο ὑπομονὴ μονάχα. Ποιός τοὺς φταίει; Πήγανε καὶ στείλανε τῆς Ζωριοῦς τὴ Χαραλάμπαινα. Δὲν ἐρχόντανε σ' αὐτή, νἄρριχνε τῆς κόρης νἄπαιρνε τὰ σοκάκια γιὰ τὸν καπετάνιο.

Μὰ ἡ Μαριὼ δὲν ἤθελε νἀκούσῃ τίποτε. Ἡ προσβολή, ποὺ ἔγινε στὸ γένος τοῦ Κρανιᾶ ἐδῶ στὸν τόπο, εἶναι ἀνεξιλέωτη. Μόνο σὰν ἔρθῃ κάποτε κανένα δεκάρικο ἀπὸ τὸν ἀδερφό, δὲ σβήνει λίγες μέρες τὸ καντήλι καὶ παγαδιάζει καὶ τὸ ἀνάθεμα σ' ὅλον τὸν κόσμο.

Ἀφοῦ δὲν ξαναφάνηκε ὁ ψάλτης στὸ βελούχι κι ἂς ἔλειψε τὸ σκιάχτρο τοῦ Γεσίλα, ἡ Κούλα ξανάρριξε τὴ ματιὰ στοὺς ὑπαξιωματικούς.

Μὰ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μόνο ἀριὰ καὶ ποῦ καθίζουνε τώρα στὸ βελούχι. Περνοῦν ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθὼς πάντα καὶ στρίβουνε πέρα κατὰ τὶς ἐλιές.

Ὁ Φωτούλας Τυλιγάδας δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξαναμαζέψη. Τὰ βασιλικὰ καὶ τὰ περιπλοκάδια ἀνθοῦνε σὰν πάντα στὴ φρετζάτα ὁλόγυρα, οἱ ἀγγουριὲς καρπίζουνε στὶς βραγιὲς πίσω ἀπὸ τὴν κούλια κ' ἡ ποταμιὰ δὲν ἔπαψε νὰ κατεβάζῃ τὸ μαΐστρο.

«Ἐκεῖ δὲ βλέπεις;» τοῦ λέει ὁ Κελεμένης, ὁ παπατζὴς τοῦ βελουχιοῦ, καὶ δείχνει ἔρημα τὰ παράθυρα τῆς κούλιας.

Ἔρημα ἐκεῖνα, ρημαγμένο καὶ τὸ βελούχι. Τίποτε μαθητούδια ἂν ξεπέφτουν πιὰ νὰ χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι ἀποβραδὶς μοναχὰ οἱ δασκάλοι βγαίνουνε νὰ δροσιστοῦν.

Ὅμως μιὰ νέα γενιὰ δασκάλων. Ὄχι πὼς δὲ μιλοῦνε γιὰ γραμματικὴ κι αὐτοί, ἢ πὼς δὲν ἀναθεματίζουν τὸν Ψυχάρη, μὰ δὲν τὸ θαρροῦν κι ὁλότελας ἀταίριαστο μὲ τὸ σοβαρὸ ἔργο τους νὰ ρίχνουνε καὶ καμιὰ ματιὰ πρὸς τὰ παράθυρα τῆς κούλιας, νὰ τρῶνε στὴν ἀστροφεγγιὰ κάνα κοτόπουλο καὶ νὰ ξεκρεμοῦν καὶ τὸ μπουζούκι κάποτε.

Ἡ Κούλα δυνάμωσε τὸ φτιασίδι στὰ μάγουλα κ' ἔβαλε ὄλη τὴν παλιὰ τέχνη της στὰ σγουρά. Τὴ φορὰ αὐτὴ δὲ θὰ τῆς γλυτώσῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς δασκάλους. Ὅποιος ἀπ' αὐτοὺς, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ρίξῃ τὰ μάτια στὰ παράθυρα. Ἂς εἶναι ἀκόμα καὶ κεῖνος ὁ κοντακιανὸς καὶ κοντολαίμης, ποὺ δὲ βγάζει ἀπὸ ψηλά του τὸ παλτὸ κι ἂς σκάζῃ γάϊδαρος ὄξω στὸν ἥλιο τοῦ Μαγιοῦ. Ἡ γραβάτα του εἶναι ξεφτισμένη καὶ βρώμικη καὶ τὸ καπέλο, ποὺ μιὰ φορὰ εἴτανε σταχτί, τὸ φορεῖ ἀνάποδα πάντα, μὰ σ' ὅλ' αὐτὰ τὸν συμμορφώνει στὸ φτερό, φτάνει μόνο νὰ τονὲ λάβῃ στὰ χέρια της.

Ἐκεῖνα, ποὺ δὲν παίρνουνε συμμόρφωση, εἶναι τὰ μάτια του, ποὺ ἀλληθωρίζουνε, καὶ τὰ κανιά του, ποὺ δὲν εἶναι ὁλόϊσα ὅπως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μὰ κι αὐτὰ εἶναι ψιλοδουλειὲς γιὰ τέτοιες ὥρες, ποὺ ὁ καθρέφτης τοῦ ἐφέδρου ἄρχισε νὰ δείχνῃ καὶ τῆς Κούλας, ὅ,τι τρόμαξε ἄλλοτε καὶ τὴ Μαριώ.

Ἡ Κούλα ρίχνει τὴ ματιὰ στὴ Φρόσω, στὴ Μαριὼ καὶ τρομάζει κι αὐτή, βλέπει τὴν κοιλιασμένη κούλια νὰ φοβερίζῃ νὰ σωριαστῇ ἀποπάνω της κάθε στιγμή, σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀέρα καὶ νοιώθει ρῖγος μέσα της. Ὁ μόνος στοχασμός της εἶναι πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποκάτω, πῶς νὰ βρεθῇ μακριὰ πρὶν ἔρθῃ ἡ ὥρ' αὐτή. Ὁ καιρὸς βιάζει, δὲν εἶναι νὰ χάνῃ οὔτε στιγμή.

Κι ὁ δάσκαλος μὲ τὸ μακρὺ παλτὸ ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάσῃ τὰ παιδιὰ καὶ νάτος, ἴσια στὸ βελούχι. Δὲν ξεκολλᾷ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν κούλια.

Ἡ Κούλα ξανάπιασε τὴ θέση της στὸ μπαλκόνι. Ἡ καρδιά της ξανάβρισκε ὅλη τὴν παλιὰ ὁρμή. Ἡ ἄνοιξη, ποὺ χυνότανε στὴν ἀκροποταμιὰ μὲ τἄνθη στὶς ἐλιές, τοὺς μαβιοὺς ἴσκιους καὶ τὸν κοῦκο, σὰ νὰ ἔβγαινε ὅλη, νὰ χυνόταν ὅλη ἀπομέσα της. Στιγμές, δὲν ἤξερε κι αὐτὴ γιατὶ τῆς φαινότανε πὼς μοιάζει περσότερο μ' ἡλιόγερμα παρὰ μ' ἀπριλιάτικη λαμπράδα· ὡστόσο δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ, τῆς ἄρεσε νὰ πλέῃ γλυκὰ στὸ πλάνεμα καὶ πολεμοῦσε νὰ κρατήσῃ ὅσο μποροῦσε μακρήτερα τὴν ἀνοιξιάτικη λαχτάρα μὲ τὰ τριαντάφυλλα στὸν κῆπο, μὲ τὰ γαρύφαλα καὶ τὰ ζαμπάκια στὸ μπαλκόνι.

Ἔδενε μ' αὐτὰ ἕνα ὁλόδροσο μπουκέτο κάθε πρωῒ κα τὄστελνε τοῦ Τυλιγάδα μὲ τὴν Παναγιούλα. Κ' ἔπειτα τὸ καμάρωνε, ποὺ τὸ ἔβλεπε νὰ ξεχωρίζῃ μέσα στἄλλα μυρουδικά, ποὺ στολίζανε τὰ τραπέζια τοῦ βελουχιοῦ. Περίμενε τὸ δάσκαλο.

Κι ὁ δάσκαλος δὲ χόρταινε νὰ τὸ μυρίζῃ. Κ' ἡ Κούλα ἀπὸ τὸ παράθυρο δὲν μποροῦσε νὰ μὴ σκάζῃ κι αὐτὴ στὰ γέλια σὰν τοὺς συναδέρφους του ἐκεῖ γύρω. Ἡ μύτη τοῦ δασκάλου βαφότανε κίτρινη ἀπὸ τὰ ζαμπάκια καὶ γυρνοῦσε τἀλλήθωρα μάτια μέσα στὶς κόχες τους γιὰ νὰ δῇ τὴ μύτη καὶ νὰ τὴ σκουπίσῃ.

Μὰ ἡ καρδιά του εἴταν ἀνεξίκακη σὰν ὅλων τῶν δασκάλων. Τὰ γέλια δὲν τὸν πειράζανε, μήτε τὰ πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο νὰ κλέψῃ τὴν ὥρα, ποὺ δὲν τὸν κοίταζε κανένας, γιὰ νὰ βγάλῃ ἕνα γαρύφαλο ἢ ἕνα ρόδο ἀπὸ τὸ μπουκέτο καὶ νὰ τὸ βάλῃ στὴν κουμπότρυπα.

«Ψυχή μου νέος!» δὲ βαστιότανε νὰ μὴ στοχαστῇ πολλὲς φορὲς ἡ Κούλα καὶ νὰ βαρυθυμήσῃ μιὰ στιγμὴ μὲ κεῖνο ποὺ ἔβλεπε.

Μὰ πάλι, ὅταν ἐκεῖνος, παραφυλάγοντας ξανὰ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὸν ἔβλεπε κανένας, ἔφερνε πεταχτὰ τὸ ἄνθος στὰ χείλη του, ἐνῷ τὴν ἴδια ὥρα ἔρριχνε κλεφτὴ ματιὰ στὰ παράθυρα τοῦ πύργου, ἡ θλίψη τῆς Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

«Ἀπὸ τὁλότελα καλὸς κι ὁ δάσκαλος», ἔλεγε μέσα της μελαγχολικά.

«Ἀπὸ τὁλόλελα καλὲς καὶ τοῦτες», παρηγοριόταν ἄλλο τόσο μελαγχολικὰ κι ὁ Τυλιγάδας, ἐκεῖ ποὺ μάζευε τὶς μίζερες δεκάρες τῶν δασκάλων.

Κ' οἱ ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

Μὰ ἦρθε ὁ Ἀλωνάρης, ἔκλεισε τὸ σκολειὸ κι ὁ δάσκαλος πάει νὰ ξεκαλοκαιριάσῃ στὸ χωριό του.

Τὸ βελούχι κι ὅλος ὁ κόσμος ρήμαξε γιὰ τὴν Κούλα. Ἡ καρδιά της τρέμει ὅσο νἀρθῇ ὁ Αὔγουστος νὰ μάθῃ, νὰ σιγουρευτῇ πὼς δὲ μεταθέσανε τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν τονὲ μεταθέσανε.

Μὰ ὁ χινόπωρος, ποὺ τὸν ξανάφερε δροσερὸν κ' ἡλιοκαμένον, ἔφερε καὶ τὰ σύννεφα καὶ τὶς βροχές. Καὶ μὲ τὰ πρῶτα βοριαδάκια τὸ βελούχι ἔκλεισε.

Μοναχὴ παρηγοριὰ τῆς Κούλας μένει τὸ πέρασμα τοῦ καλοῦ της ἀπ' τὸ δρόμο. Μὰ πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα μπορεῖ νὰ περνᾷ ὁ δόλιος δάσκαλος; Καὶ μήπως εἶναι κιόλας τόσο εὔκολο τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν κούλια, ὅταν ἀρχίσουν οἱ βροχὲς τοῦ σαραντάμερου κι ἀναγλιτσιάσῃ ὁ ὄχτος τοῦ ἀκροποτάμου;

«Ἀγάπη, ποὺ νὰ σκιάζεται τὶς λάσπες, ποιός τὴν εἶδε, ποιός τὴν ἄκουσε!» θυμώνει μέσα της ἡ Κούλα, ὅταν περνοῦνε μιαδυὸ μέρες κι ὁ δάσκαλος δὲ φαίνεται.

Μὰ ὅταν τὸν ξαγναντίζῃ βουτηγμένον ὣς τὰ γόνατα στὴ λάσπη, πιτσιλισμένο ἴσια μ' ἀπάνω μὲ τοὺς ὤμους τὸ μακρὺ παλτό, ὅταν τὸ βούλιαγμα, ποὺ βλέπει νὰ κάνῃ τὸ πόδι του στὶς λοῦμπες, τὸ σκόντομά του στὸν ὄχτο ἐδῶ, τὸ γλύστρημά του παρακεῖ στὴ γλίνα τῆς βγάζουνε στὸ φόρο πὼς ἡ ματιά του χωριστὰ ἀπὸ ἀλλήθωρη εἶναι κιόλας καὶ κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει τὴν καρδιά της καὶ δὲν ξέρει ποιόν νὰ πρωτοκλάψῃ: τὸ δυστυχισμένον, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ βοῦρκο κάτω στὸ δρόμο, ἢ τὴ δική της μοῖρα, ποὺ τὴν ἔρριξε σ' αὐτόν;

Ἀπελπισμένη, σωριάζεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ κλαίει. Ἡ θυγατέρα τοῦ Θώμου Κρανιᾶ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ Κούλα ἡ ὄμορφη νὰ καταντήσῃ νὰ ξεπέσῃ σὲ κεῖνο τὸ παράλλαμα;

«Ποτέ, ποτέ!» τῆς λέει μιὰ φωνὴ μέσα της, σὰ νὰ ζητᾷ νὰ τὴ βοηθήσῃ νὰ πάρῃ μιὰν ἀπόφαση.

Μὰ ἡ σκεπὴ τῆς κούλιας εἶναι μισοανοιχτὴ ἀποπάνω καὶ κατεβάζει τὴ νοτιὰ φιὸ στὴν πλάτη της· οἱ ὦμοι τουρτουρίζουνε μὲ τὸ μαγνάδι τοῦ τσιτιοῦ, ποὺ εἶναι ντυμένοι, ἡ Φρόσω βήχει κάτω ἀπὸ τὸ κατώγι, ἡ Μαριὼ δέρνει στὴν ἄλλη κάμαρα τὴν Παναγιούλα, ποὺ τὴν ἔπιασε νὰ καίῃ τὸν κλώστη γιὰ νὰ σγουράνῃ καὶ κείνη τώρα τὰ μαλλιὰ μπροστὰ στὸ μέτωπο, κι ὁ Γεσίλας οὔτε γράφει οὔτε ἀκούεται. Δὲν πείσμωσε μόν μὲ τὸ Ζωριὰ καὶ μὲ τὸν Τελατίνη, δὲν ἔρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχὰ στὴν πόλη κοντὰ στὸν ποταμό, μὰ καὶ στὴν κούλια τοῦ πατέρα του.

Χωρὶς νὰ καταλάβῃ κ' ἡ ἴδια, ἡ Κούλα βρέθηκε στὸ παράθυρο κοιτάζοντας ἂν πέφτῃ σὲ ξαστεριὰ ἢ σὲ σύννεφα ὁ ἥλιος, ποὺ ἔρριξε μιὰ λάμψη θλιβερὴ στὴν κάμαρα: Νὰ σταματοῦσε κάνε ἡ βροχή, νὰ στεγνώσῃ ὁ τόπος λίγο καὶ νὰ δῇ τὸ δάσκαλο νὰ περάσῃ σὰν ἄνθρωπος. Ἔτσι νὰ πάρῃ δύναμη νὰ κατεβῇ στὸ δρόμο καὶ νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ τὴν πάρῃ μιὰν ὥρα ἀρχήτερα ἀποδῶ, μακριὰ ἀποδῶ, ὅπου θέλῃ, ἂς εἶναι καὶ στὸ σύνορο τοῦ κόσμου, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς, μόνο μακριὰ ἀποδῶ, ὄξω ἀπὸ τὴν κούλια.

Κι ὅταν τὴν ἄλλη μέρα τονὲ βλέπῃ νὰ ξαναπερνᾷ, κρεμιέται στὸ παράθυρο καὶ τοῦ χαμογελᾷ, κατεβαίνει κάτω στὴν αὐλόπορτα καὶ τοῦ σφυρίζει ἕνα γλυκόλογο, τοῦ νεύει νἀρθῇ πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη.

Μὰ ἐκεῖνος δάσκαλος. Φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του. Δὲν ἀποφασίζει νὰ ζυγώσῃ κι ἂς εἶναι σούρωπο κι ἂς μὴν περνᾷ ψυχὴ στὸ δρόμο. Ὅλο καὶ κοντοστέκεται, μὰ δὲν τολμᾷ νἀρθῇ στὴν πόρτα, ὅλο καὶ ρίχνει φοβισμένες ματιὲς στὸ παράθυρο. Κ' ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα καὶ ξανὰ τὴν ἄλλη, ὅσο ποὺ στὸ τέλος ἔγινε ἄφανατος.

Δὲν ξαναπέρασε.

Ἡ Κούλα πάει νὰ τρελλαθῇ. Μὴν ἀρρώστησε, μὴν τονὲ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ὁ νούς της. Ρώτησε τὰ παιδιά, ποὺ γυρίζαν ἀπὸ τὸ σκολειό. Ἐδῶ 'ναι καὶ στὴν ὑγειά του ὄχι καὶ καλήτερα. Σήμερα ἄργασε τοῦ ἑνοῦ ἀπ' αὐτὰ τὶς ἀπαλάμες μὲ τὴ λούρα.

Ἡ Κούλα ἀπελπίζεται. Ἄλλο δὲν μένει παρὰ νὰ τοῦ γράψῃ μὲ τὴν Παναγιούλα.

«Ἀγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σὲ ἀναμένω καὶ ἀπορῶ τὸ διατὶ διέκοψες…», ἀντίγραψε ἀπὸ τὸ παλιό, χιλιοσκεσμένο ἐπιστολάριο τῆς κούλιας, ἔκλεισε μέσα δυὸ πανσέδες μαζὶ μὲ τὰ δάκρυά της κ' ἔδωσε τὸ γράμμα.

Δὲν εἴταν πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἔκανε καὶ τέτοια ὑπερεσία ἡ Παναγιούλα, μὰ τὴ φορὰ αὐτὴ δὲν τὴ βρῆκε ἡ Κούλα πρόθυμη.

«Δὲν ξέρει», εἶπε, «σὲ ποιὸν ἀπ' τοὺς πολλοὺς δασκάλους νὰ τὸ δώσῃ. Μακρὺ παλτὸ φορούσανε πολλοὶ ἀπὸ δαύτους».

Τῆς Κούλας τῆς ἔπεσε λιγάκι δύσκολο νὰ περιγράψῃ τὰ καθαυτὸ χαραχτηριστικά του.

Τέλος ἡ Παναγιούλα κατάλαβε καὶ δέχτηκε. Κι ἄργησε νὰ γυρίσῃ τὸ βράδι αὐτό, ἀπάντηση ὅμως δὲν ἔφερε.

Τοῦ κάκου στάλθηκε καὶ ξαναστάλθηκε μὲ νέο γράμμα· δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρῇ τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ ἡσυχία κ' ἡ Κούλα, δὲν μπορεῖ νὰ κλείσῃ μάτι. Νευρίκιασε κι αὐτή· δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν γκρίνια τῆς Μαριῶς. Λόγο κι ἀντίλογο. Ἄδικα τὴν παρακαλεῖ ἡ Φρόσω νὰ μὴν τὴ συνερίζεται, γιατὶ δὲν εἶναι στὰ καλά της. Ἴσια τὰ πᾶνε τώρα κι οἱ δυό. Κι ὁ ἄνεμος τῆς ποταμιᾶς τὴν ἀπονευρικιάζει. Τώρα θὰ πέσῃ ἀπάνω της ἡ κούλια καὶ θὰ τὴ θάψῃ. Δὲ βλέπει μέσο λυτρωμοῦ, κάθε δρόμος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν κούλια εἶναι κλειστός.

Μιὰ γνώριμή της κατοικοῦσε κοντὰ στὸ σκολειό. Εἴταν τὸ τελευταῖο βῆμα, λείπαν ὅμως τὰ ποδήματα, ἔλειπε φόρεμα τῆς προκοπῆς. Στὸ τέλος ἄφησε τὴ ντροπὴ στὴν ἄκρη, βρῆκε μιὰ πρόφαση καὶ κίνησε καὶ πῆγε ἕνα δειλινό.

Ἡ γνώριμή της τὴν καλοδέχτηκε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθήσῃ στὸν καναπέ. Ἡ Κούλα προτίμησε ὅμως μιὰ καρέκλα κοντὰ στὸ παράθυρο καὶ κάθησε περιμένοντας.

Νάτος τέλος ὁ φίλος βγῆκε ἀπὸ τὸ σκολειό. Καθὼς τὴν εἶδε ξαφνικά, κοκκίνησε. Ὁ συνάδερφός του, ποὺ περνούσανε μαζί, τῆς χαμογέλασε, μὰ ἐκεῖνος δὲν ξαναγύρισε νὰ κοιτάξῃ.

Ἡ Κούλα φρένιασε. Περίμενε, περίμενε ὅσο ποὺ πῆρε νὰ νυχτώνῃ. Δὲν ξαναπέρασε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δασκάλους.

Γύρισε στὴν κούλια μὲ ἀπελπισιὰ θανατερή:

Τί τοῦ ἔκαμε; σὲ τί τοῦ ἔφταιξε; Ποιά εἶναι ἡ ἀφορμὴ ποὺ τὴν περιφρονᾷ; Δίχως ἄλλο θὰ τονὲ βάλανε στὰ λόγια, θὰ τοῦ τὴν κατηγορέσανε. Σὰν καὶ θἄχῃ νὰ κάμῃ τίποτες ἄλλο ὁ κόσμος! Ποιός νἄναι μόνο, ποιά νἄναι κείνη, νὰ τὴν ἤξερε νὰ τὴν ξεσκίσῃ μὲ τὰ νύχια της!

Μπαίνοντας στὴν αὐλόπορτα τῆς κούλιας, ἀπάντησε τὴν Παναγιούλα. Ξετραχείλωτη, ξυπόλυτη, ἀνασκουμπωμένη πότιζε τὸν κῆπο. Τὰ χείλη, ποὺ ὁ βοριὰς τἀποκοκκίνιζε ἀντὶ νὰ τὰ γαλαζιώνῃ, οἱ καστανὲς πλεξίδες της, ποὺ ζητούσανε νἀγγίξουνε τὶς φτέρνες, τὰ γεμάτα μάγουλα, ποὺ δὲν τὰ σούρωνε ἡ ἀναφαγιά, καὶ τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της, ποὺ ἀστράφτανε σὰν πυρωμένα, φουρκίσανε τὴν Κούλα.

Γιατί; Δὲν τὸ ρωτᾷ. Μανία θολὴ καὶ σκοτεινή, ὁρμὴ τυφλή, καθὼς ἐκείνη ποὺ ἔσπρωχνε μιὰ φορὰ τὴ μεγαλήτερη ἀδερφή της νὰ ξερριζώνῃ τὰ δικά της μαλλιά. Κ' ἡ Παναγιούλα τῆς πάτησε κι αὐτῆς ἀπόψε μὲ τὰ ξερά της μιὰ διπλῆ βιολέτα, ποὺ εἶχε φυτεμένη δίπλα στὸ πηγάδι.

Ἡ ὀρφανὴ τῆς πλύστρας ἀπὸ τὴ λασπόπολη δὲ μιλοῦσε στὶς βρισιές, δὲ μουρμούριζε στοὺς χτύπους. Συνήθισε ἀπὸ μικρή. Ἡ δυστυχία τῶν ἀδερφάδων πάντα σ' αὐτὴ ξεθύμαινε καὶ μάλιστ' ἀπὸ τὸν καιρό, ποὺ πήρανε καὶ στερευόνταν οἱ δικοὶ κ' οἱ φίλοι. Τὰ βραδινὰ τρεχάματα τῆς Παναγιούλας δὲν πάψανε, τώρα μάλιστα τρέχει πιὸ πρόθυμα κι ἀργεῖ περσότερο τὴ νύχτα νὰ γυρίσῃ.

Ἡ Μαριὼ χτυπᾷ καὶ καταριέται, ἡ Κούλα δίνει τώρα χέρι κι αὐτή, μὰ ἡ Παναγιούλα δείχνει μιὰν ἀπάθεια ἀξήγητη. Ἡ μέρα τοῦ θεοῦ ὄξω κ' ἡ ζωὴ μέσα στὴν κούλια σὰ νὰ μὴν ἔχουνε γι' αὐτὴ ὕπαρξη πραματική, ἡ δική της ζωὴ σὰ νἀρχίζῃ μὲ τὸ σούρουπο, σὰ νὰ εἶναι ὁ δρόμος κ' ἡ νυχτιά.

Ἡ κούλια ὑποτάζεται στὸ θέλημά της, γιατὶ κ' ἡ ὕπαρξη τῆς κούλιας ὅσο πάει καὶ δένεται περσότερο καὶ κρέμεται ἀπὸ τοὺς βραδινούς της δρόμους. Ἡ Φρόσω δύσκολα πιὰ μπορεῖ καὶ ρίχνει τὴ σαΐτα, ἡ Μαριὼ ὅλο κι ἀπονευρικιάζει καὶ φτείρεται ντύνοντας τὸν ξένον κόσμο, ἡ Κούλα ἔχασε καὶ κείνη κάθε ἐλπίδα. Πολλὲς φορὲς χτυπᾷ στὸ κάστρο ἡ ἀποχώρηση, κάποτε κιόλας τὸ σιωπητήριο κ' οἱ ἀδερφὲς στὴν κούλια, σκυμμένες στὸ ξεσπιθισμένο τζάκι τους, δὲν εἶναι σίγουρες ἀκόμα πὼς δὲ θὰ πλαγιάσουνε νηστικὲς κι αὐτὴ τὴ νύχτα.

Μιὰ τέτοια νύχτα ἀπὸ τὶς πολλές, κρύα καὶ σκοτεινὴ στὸ δρόμο καὶ στὴν κούλια, ἡ Παναγιούλα δὲ γύρισε κεῖ ὁλότελα. Τὴν ἄλλη μέρα μαθεύτηκε ἀπὸ τὴν πόλη πὼς ἔγινε ἄφαντος κι ὁ δάσκαλος.

Ἡ Κούλα λιποθύμησε.

«Τοὺ σιγαλὸ ποτάμ', ἡ πουμπιεμένη, ἡ μούλα!» φώναξε ἡ Μαριὼ κ' ἔτρεξε γιὰ ξίδι στὴ γειτονιά.

Ἡ Φρόσω μοναχὰ δὲ μίλησε. Ἡ φωνής της εἶχε χάσει ἀπὸ καιρὸ τὴ δύναμη.

Ὁ Γεσίλας, ποὺ κυνηγοῦσε στὸ ἀναμεταξὺ μετρητὲς χιλιάδες σ' ἄλλες φρουρές, βρῆκε τέλος μερικὲς κ' ἦρθε νὰ δείξῃ κι αὐτὲς καὶ τὴ γυναίκα του τῶν ἀδερφάδων καὶ τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Μὰ ἡ Φρόσω εἴτανε πεσμένη πιὰ στὸ στρῶμα μὲ τὸν ἴδιο σφάχτη καὶ τὸ βήχα τοῦ πατέρα.

Οἱ ἀδερφὲς θελήσανε νὰ κρατήσουν τοὺς νιόγαμπρους νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὶ στὴν κούλια. Ἡ νύφη ὅμως τρόμαξε ἀπο τοὺς ραγισμένους τοίχους κι ἀπὸ τὸ βήχα τῆς Φρόσως καὶ βίασε τὸ Γεσίλα καὶ πιάσανε γλήγορα σπίτι ἀλλοῦ, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης. Οἱ ἀντραδέρφες δὲ θἀπαιτούσανε βέβαια νὰ τοὺς ἔρχεται συχνὰ ἀπὸ τόσο μακριά, ἔτσι ὅπως εἴταν κιόλας μὲ τὴν κοιλιὰ στὸ στόμα.

Ἡ Φρόσω ἔλπιζε νὰ δῇ τὸν κληρονόμο τῆς γενιᾶς πρὶ νὰ πεθάνῃ. Νόμιζε μάλιστα πὼς αὐτὸ τῆς κρατοῦσε ἀκόμα τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Καὶ τὴν ἡμέρα, ποὺ χύμησε ἡ Μαριὼ στὴν πόρτα πρωῒ πρωῒ μὲ τὸ μήνυμα πὼς ὁ κληρονόμος ἦρθε ἀρσενικὸς καὶ παχουλός, μπόρεσε κι ἀνακάθησε στὸ στρῶμα κ' ἡ θολὴ ματιά της πῆρε μιὰ λάμψη ξαφνική.

«Ἀντίφκιαστα τὰ μάτια τ' Γισίλα· οὕλου τἀθάρ' τοὺ Κρανέϊκου· δὲν πῆρι τίπουτ' ἀπ' αὐτή».

Ἡ Μαριὼ δὲ μελετοῦσε ποτὲ τὄνομα τῆς νύφης. Ὄχι μόνο ἀπὸ τότε, ποὺ δὲ στρέχτηκε νὰ ξεκαινουργώσουνε τὴν κούλια καὶ νὰ καθήσουνε μαζί, δὲν εἶχε μάτια νὰ τὴ δῇ, μὰ κι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ πάτησε στὴν κούλια, τῆς φάνηκε πὼς μπῆκε μέσα σὰν ἐχτρός.

«Κὶ στοὺ σβιρκάκη τ' ἕνα λόϊδου μαλλιὰ κατσαρουμένα, στριφτά, ἀπαράλλαχτα σὰν τ' πατέρα. Κι ὅπους φταρ'νίσ'κε κεῖ πὄπεσε κὶ τἄφ'σαμι κὶ σ'ναχώθ'κι, γιὰ νὰ σιγυρίσουμ' ἰκείνι π'ρέκαζι, εἶπα κι ἄϊκ'σα τοὺ μακαρίτ'», ξακουλούθησε ἡ Μαριώ.

Ἡ ματιὰ τῆς Φρόσως ξανάλαμψε. Ὄξω ἔλαμπε κι ὁ ἥλιος στὴν ποταμιὰ κ' ἔρριχνε τὸ φέγγος του καὶ μέσα στὴν κάμαρα.

Ἡ Φρόσω τὸν κοίταξε ἄφωνη μιὰ στιγμή. Ἔπειτα κάνοντας νἀνασηκωθῇ καλήτερα μουρμούρισε:

«Τί λές; Δὲ θὰ μπορέσου νὰ βγοῦ; Μέρα θϊοῦ χαρὰ ὄξω».

«Σήκου πρῶτα μέσα σ'ν κάμαρ', κι αὔριου πᾶμι μαζί», τῆς εἶπε ἡ Κούλα, ποὺ δὲ βιαζότανε καὶ τόσο νὰ δῇ τὸν ἀνιψιό.

Κ' ἡ Κούλα εἶχε γελαστῆ στὶς ἐλπίδες της ἀπὸ τὴ νύφη.

Ἡ Φρόσω δοκίμασε ἄδικα νὰ σταθῇ στὰ πόδια της. Τὸ εἶδε κ' ἡ ἴδια πὼς ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ, ὅσο νὰ μπορέσῃ νἀρθῇ ὁ ἀνιψιὸς σ' αὐτή.

Ἅμα σαράντισε, τὸν ἔφερ' ἕνα δειλινὸ ἡ μικρὴ ξυπόλυτη ὑπερέτρια, μὰ ἀποπίσω ἦρθε κ' ἡ μάννα.

Μὲ τὴ βοήθεια τῆς Κούλας μπόρεσε ἡ Φρόσω καὶ τὸν κράτησε λίγες στιγμὲς στὴν ἀγκαλιὰ μισοἀποκοιμισμένον. Στήλωσε τὸ βλέμμα γελούμενο στὸ μικρὸ προσωπάκι καὶ περίμενε νἀνοίξουνε τὰ μάτια, νὰ τὰ δῇ.

Μὰ μόλις μισανοίξανε, τὸ μωρὸ ἔβαλε φωνή.

Ἡ μάννα του ἔτρεξε.

«Μπὰ μπὰ! Ἄκ' ζάβια! Τ' θειὰ σκιάζισι, μουλέ; − Νὰν το χαροῦ!»

Κ' ἡ Φρόσω ἔκαμε νὰ σκύψῃ:

«Σήκουσ' του λίγου, μουρή», εἶπε τῆς Κούλας.

Μὰ ἡ μάννα χύμησε καὶ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ παιδί.

Ἡ Μαριὼ δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθῇ

«Τί θὰ σ' τοὺ φᾶμι, μουρή; Τί ξένες εἴμαστι;» φώναξε κι ὥρμησε ἀπάνω της.

Ἡ νύφη κάτι θέλησε νὰ πῇ, μὰ ἡ Μαριὼ τὴν πῆρε ἀπὸ μπροστά. Τὴν ἔκαμε νἁρπάξῃ τὸ παιδὶ νὰ φύγῃ γλήγορα, ἐνῷ ἡ Μαριὼ φώναξω κατόπι της στὴ σκάλα:

«Δὲ σ' ἔμαθι, μουρή, οὐ ἄντρας σ' ποιές εἴμαστι; Μ' ἂν εἴταν ἄντρας, ἂν εἴταν ἀδιρφός!»

Ἡ Φρόσω ἔγυρε στὸ μαξιλάρι καὶ μισόκλεισε τὰ ματια, σὰ νὰ μὴν ἄκουσε τίποτ' ἀπ' αὐτά. Ἕνα μισὰ πικρό, μισὰ εὐτυχισμένο χαμόγελο σάλεψε γιὰ στιγμὲς στὰ χείλη της.

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ Γεσίλας καὶ βριστήκανε καὶ μαλλώσανε μὲ τὴ Μαριώ. Καὶ δὲν ξαναπάτησε στὴν κούλια.

«Τί κάθεσαι; τί ἀργεῖς;» μουρμούρισε ἀπομέσα ἡ Φρόσω ποὺ τὴ φτάσανε οἱ φωνὲς στὸ στρῶμα της.

Μὰ ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε δὲν ἔφτανε κι ἂς ἀρχίσανε νὰ τὸν κράζουνε μέσα τους κ' οἱ ἀδερφὲς γιὰ νὰ γλυτώσουνε κι αὐτὲς κ' ἡ ἴδια ἡ Φρόσω. Εἶχε φυράνει πιά, εἶχε ἀπομείνει ἕνας ἴσκιος διάφανος, ἀσάλευτος σὲ μιὰν ἄκρη. Μόνο τὰ μάτια φέγγαν ἀσφάλιστες, μελανές, πυρωμένες τρύπες στὸ στεγνωμένο σκέλεθρο.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε ἄργησε νἀρθῇ. Μὰ ὅταν πιὰ τὸν ἔνοιωσε πὼς εἴταν ὄξω ἀπὸ τὴ πόρτα, ζήτησε νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Στείλανε καὶ τὸν φέρανε.

Σὰ μπῆκε, βρῆκε τὴν ἑτοιμοθάνατη γυρτὴ στὴν ἀκαλιὰ τῆς Κούλας καὶ μπροστὰ σκυμμένες τὴ Μαριὼ καὶ μιὰ γειτόνισσα καὶ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια.

Μιὰ δεύτερη γειτόνισσα ἔστεκε στὴν πόρτα.

Ὁ Γεσίλας γονάτισε κεῖ μπροστὰ κι αὐτός.

«Νάτος, ἦρθε», εἶπε τῆς Φρόσως ἡ γειτόνισσα καὶ τῆς ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Ὁ Γεσίλας ἔπιασε τὸ χέρι της κ' ἔτσι μείνανε κρατώντας τὴν ἑτοιμοθάνατη μόνο τὰ τρία ἀδέρφια.

Ἐκείνη μπόρεσε καὶ σήκωσε τὰ μάτια.

«Φρόσω, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Γεσίλας», μίλησε ὁ ἀδερφός.

«Δὲν τονὲ βλέπ'ς; δὲ γνωρίζεις; δὲν ἀκούς; Ἦρθε νὰ σ' σ'χωρεθῇ», ἔβγαλε ἡ Μαριὼ φωνὴ πνιχτή, σὰ νὰ τῆς ἔσφιγγε κάποιος τὸ λάρυγγα.

Μὰ ἡ γειτόνισσα τῆς ἔκλεισε τὸ στόμα. Κ' ἡ Μαριὼ σώπασε.

Τὰ μάτια τῆς Φρόσως μέναν ἀκίνητα, καρφωμένα στὸν ἀδερφό. Σὰ νὰ μὴν τονὲ γνώρισε ἀλήθεια, δὲ δοκίμασε νὰ τοῦ ἁπλώσῃ τὰ χέρια.

Τέλος σὰ νὰ κουραστήκανε τὰ βλέφαρα νὰ μένουν ἀνοιχτά, κάμανε νὰ κλείσουνε. Δὲν μπορέσανε καὶ μόνο τὰ μαυράδια τῶν ματιῶν στρίψανε σὰν ὁλόγυρα ἀπὸ τὶς ἴδιες κόρες τους, στραβώσανε, θολώσανε καὶ μείνανε πάλι ἀσάλευτα. Δὲν ξεχωρίζαν πιά. Τὸ κεφάλι ἔγυρε στὸν ὦμο τῆς Κούλας κι ἄρχισε τὸ στερνὸ ρουχαλητό.

Ἡ Μαριὼ σωριασμένη ἐμπρός της ἔκλαιγε πνιχτά. Τὴν πῆραν ἀποκεῖ κ' ἡ γειτόνισσα, ποὺ ἔστεκε στὴν πόρτα, πῆγε καὶ σήκωσε τὴν Κούλα, ποὺ εἶχε ἀποκάμει νὰ βαστᾷ τὴν ἀδερφή.

Ἡ Μαριὼ συνῆρθε, κράτησε τὰ δάκρυα κ' ἦρθε καὶ ξανάπιασε τὸ χέρι τῆς Φρόσως.

Ξαναπεράσανε πολλὲς στιγμές.

Κρατοῦσε τώρα τὴν ἑτοιμοθάνατη ὁ Γεσίλας, ὅταν τὰ μάτια ξαναδώσανε μιὰ τελευταία ἀναλαμπή. Καρφωθήκαν στὸ ἄδειο, πρὸς τὸ παράθυρο, ἀπόθε χυνότανε τὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ, ποὺ ἔγερνε μελιχρὸ στὴν ποταμιὰ κι ἀντηχοῦσε τὸ βούϊσμα τῶν πουλιῶν, ποὺ τραγουδοῦσαν ἐκεῖ ἀπόξω στὴ μελικοκκιὰ.

Τὰ χείλη τῆς Φρόσως σαλέψανε καὶ ψιθυρίσαν κάτι.

Οἱ ἀδερφές, ποὺ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια, νομίσανε πὼς ξαναζήτησε τὸ Γεσίλα.

Ἡ γειτόνισσα πῆρε τὴ θέση του και κεῖνος ἦρθε κ' ἔσκυψε μπροστά της ἀνάμεσα στὶς δυὸ ἀδερφές.

«Ἐδῶ 'μαι, δές με!» μουρμούρισε καὶ τῆς φίλησε τὸ χέρι.

Μὰ τὰ μάτια τῆς ἀδερφῆς δὲ γυρίσανε πιὰ σ' αὐτόν. Σβήσ... 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=O1vL6firMms


28.5.26

Το σκυλί των Μπάσκερβιλ - - Σέρλοκ Χολμς AUDIOBOOK - Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Το σκυλί των Μπάσκερβιλ -

- Σέρλοκ Χολμς

AUDIOBOOK - Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   Ο Σέρλοκ Χoλμς, ο φανταστικός ερευ-νητής του εγκλη-ματος, μαζί με τον βοηθό του δρα Γουότσον έχουν εμπλακεί σε δεκάδες υποθέσεις μυστηρίου. Ζουν μαζί στο διαμέρισμα 221B της οδού Μπέικερ, στο κέντρο του Λονδίνου. Χαρακτηριστικό του Χολμς είναι οι περίεργες μέθοδοι που χρησιμοποιεί, οι οποίες συχνά εντυπωσιάζουν. Υπάρχουν συνολικά 4 μυθιστορήματα και 56 διηγ΄ξματα με ήρωες αυτό το δίδυμο. 

  Ο Σέρλοκ Χολμς δημιουργήθηκε το 1887 από τον Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ, ο οποίος, όπως ο ίδιος ομολόγησε, δημιούργησε τον Χολμς με βάση τον καθηγητή του Τζόζεφ Μπελ. Η πρώτη εμφάνιση του Χολμς γίνεται στο περιοδικό The Strand με το διήγημα A study in Scarlet [Σπουδή στο κόκκινο]. Ο Ντόυλ εισπράττει γι΄αυτό το έργο το μικρό ποσό των 25 λιρών, αλλά η γέννηση ενός ντετέκτιβ, που θα γινόταν θρύλος στο μέλλον, είχε πραγματοιποιηθεί.

    Στο σημερινό μας AUDIOBOOK, όπου μια κατάρα κατατρέχει τον οίκο των Μπάσκερβιλ, η υπόθεση έχει ως εξής:

Ένα πελώριο κυνηγόσκυλο-φάντασμα, με μάτια και στόμα που ξερνούν φωτιά, κυνηγά και σκοτώνει κάθε κληρονόμο που θα τολμήσει να κατοικήσει στον πύργο των Μπάσκερβιλ. Ο δαιμόνιος Σέρλοκ Χολμς αναλαμβάνει να λύσει το πυκνό μυστήριο και να διαλύσει τη σκοτεινή δεισιδαιμονία που ταράζει τον ύπνο των Μπάσκερβιλ και όλης της περιοχής.

  Ο Δρ Τζέιµς Μόρτιµερ ζητάει τη βοήθεια του Σέρλοκ Χολµς µετά τον θάνατο του φίλου του Σερ Τσαρλς Μπάσκερβιλ. Ο Σερ Τσαρλς βρέθηκε νεκρός στα κτήµατά του στο Ντέβονσερ, και αν και ο θάνατός του αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, ο Μόρτιµερ υποψιάζεται εγκληµατική πράξη, λόγω της έκφρασης φρίκης στο πρόσωπο του νεκρού και των αποτυπωµάτων ενός γιγάντιου σκύλου σε µικρή απόσταση από το σηµείο που βρέθηκε.

  Το Σκυλί των Μπάσκερβιλ είναι το τρίτο από τα τέσσερα αστυνοµικά µυθιστορήµατα του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ µε ήρωα τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολµς. Αρχικά δηµοσιεύτηκε σε συνέχειες από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Απρίλιο του 1902 στο περιοδικό Strand. Σε βιβλίο κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον εκδοτικό οίκο George Newnes, εικονογραφημένο από τον Σίντνεϊ Πέιτζετ.

ΤΟ ΑUDΙΟΒΟΟΚ EΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=XMgfryFM4kE

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Ηρ [ένας ακόμη Μύθος του Πλάτωνα] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Ο Ηρ [ένας ακόμη Μύθος του Πλάτωνα] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ : Ο Πλάτων κλείνει την « Πο...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....