Ετικέτες - θέματα

18.3.26

Ο πλανήτης Γη + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου -συγγραφέα

 

Ο πλανήτης Γη + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου -συγγραφέα


Η Γη από τον Απόλλων 17

Η Γη είναι ο μοναδικός πλανήτης στον οποίον κατοικούν οι άνθρωποι και εκατομμύρια άλλα είδη του φυτικού και του ζωικού βασιλείου. Είναι ο τρίτος σε απόσταση πλανήτης από τον Ήλιο, ο πέμπτος μεγαλύτερος σε μάζα στο Ηλιακό Σύστημα και ο μεγαλύτερος μεταξύ των τεσσάρων πλανητών που διαθέτουν στερεό φλοιό. Έχει στον ισημερινό ακτίνα 6.378,1 χλμ. και περιφέρεια 40.075,017 χλμ., εμβαδόν επιφανείας 148.940.000 τ.χλμ., όγκο 1,08 τρις κυβικά χιλιόμετρα και μάζα 5.973.600.000.000.000.000.000 [περίπου 6 εξάκις εκατομμύρια] τόνους. Ο πλανήτης σχηματίστηκε πριν από 4,5 δισεκατομμύρια έτη και έχει φυσικό δορυφόρο τη Σελήνη. Η λέξη Γη προέρχεται από το όνομα της πρώιμης αρχαιοελληνικής θεάς με το όνομα Γαία.

ΔΟΜΗ: Το εσωτερικό της Γης είναι διαχωρισμένο σε ένα πυριτικό εξωτερικό συμπαγή φλοιό, έναν ημίρρευστο μανδύα, έναν ρευστό εξωτερικό πυρήνα ο οποίος είναι αρκετά πιο ιξώδης [κολλώδης] από τον μανδύα, καθώς και έναν στερεό εσωτερικό πυρήνα. Ο ρευστός εξωτερικός πυρήνας δημιουργεί ένα ασθενές μαγνητικό πεδίο, λόγω της θερμικής μεταφοράς του ηλεκτρικά αγώγιμου υλικού του. Οι θερμοκρασίες στο εσωτερικό της Γης υπερβαίνου τους 5.000 βαθμού Κελσίου. Η εσωτερική θέρμανση του πλανήτη ξεκίνησε με τη διαδικασία της συσσωμάτωσής του, έπειτα συνεχίστηκε μέσω της διάσπασης των ραδιενεργών στοιχείων [ουράνιο, θόριο, κάλιο]. Η ροή θερμότητας από το εσωτερικό του πλανήτη προς την επιφάνεια ισούται μόνο με το 0,005% της ενέργειας που λαμβάνεται από τον Ήλιο. Παρόλ' αυτά, αυτή η εσωτερική θερμότητα είναι αρκετή ώστε να λιώσει το υλικό το οποίο αναβλύζει συνεχώς στην επιφάνεια της Γης από το εσωτερικό, μέσω ηφαιστείων και ρωγμών στις μεσοωκεάνειες ράχες με τη μορφή μάγματος. Το μεγαλύτερο μέρος του γήινου φλοιού είναι νεότερο των 100 εκατομμύριων ετών [όπως το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης – εξαίρεση ο Όλυμπος]. Τα αρχαιότερα τμήματα του φλοιού είναι περίπου 4,4 δισεκατομμύριων ετών! Ο πλανήτης μας χωρίζεται κατά βάθος στα εξής τμήματα: Α΄ 0–60 χλμ. Λιθόσφαιρα, εκ τω οποίων: στα πρώτα 30 χιλιόμετρα ο Φλοιός και από 30-60 χλμ το άνω τμήμα του Μανδύα. Β΄ 35-2.890 χλμ. Μανδύας, Γ΄ 2890-5.100 χλμ. Εξωτερικός πυρήνας, Δ΄ 5.100-6.368 χλμ. Εσωτερικός πυρήνας. Συνολικά, η σύσταση της Γης κατά μάζα είναι: 33,1% σίδηρος, 27,2% οξυγόνο, 17,2% πυρίτιο, 15,9% μαγνήσιο, 1,6% νικέλιο, 1,6% ασβέστιο, 1,5% αργίλιο, 0,7% θείο, 0,25% νάτριο, 0,071% τιτάνιο, 0,019% κάλιο, 0,86% άλλα στοιχεία


ΠΥΡΗΝΑΣ
: Η μέση πυκνότητα της Γης είναι 5.515 κ/κ.μ. [ο πυκνότερος πλανήτης του ηλιακού συστήματος]. Η πυκνότητα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυξημένη στον πυρήνα. Στα πρώτα στάδια της δημιουργίας του πλανήτη, πριν 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, η Γη, ενώ ήταν σε ρευστή κατάσταση, λόγω της βαρύτητας, πυκνότερα υλικά έρρευσαν προς το κέντρο στη διάρκεια μίας διαδικασίας που καλείται διαφοροποίηση, ενώ τα λιγότερο πυκνά υλικά έμειναν στην επιφάνεια. Ως αποτέλεσμα, ο πυρήνας αποτελείται κυρίως από σίδηρο (80%), νικέλιο και πυρίτιο. Άλλα πυκνότερα υλικά όπως το ουράνιο και ο μόλυβδος, είναι είτε σπάνια, είτε έχουν την ιδιότητα να προσκολλώνται σε ελαφρότερα υλικά και γι' αυτό βρίσκονται κυρίως στον φλοιό. Ο πυρήνας χωρίζεται σε έναν στερεό εσωτερικό πυρήνα ακτίνας γύρω στα 1.250 χλμ. και έναν ρευστό εξωτερικό πυρήνα ακτίνας γύρω στα 3.500 χλμ. Ο εσωτερικός πυρήνας πιστεύεται πως είναι στερεός και πως αποτελείται κυρίως από σίδηρο και νικέλιο. Ο εξωτερικός πυρήνας εκτιμάται πως αποτελείται από κράμα ρευστού σιδήρου, νικελίου και ιχνών ελαφρότερων στοιχείων. Η θερμική μεταφορά στον εξωτερικό πυρήνα σε συνδυασμό με την διέγερση από την περιστροφή της Γης [η λεγόμενη δύναμη Coriolis] προκαλεί το γήινο μαγνητικό πεδίο. Κατά μία άλλη θεωρία, ο γήινος πυρήνας αποτελείται από υδρογόνο και ήλιο, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτήν του Ηλίου. Στον πυρήνα συμβαίνουν παρόμοιες πυρηνικές αντιδράσεις, όπως στον Ήλιο, γι' αυτό και παραμένει σε ρευστή κατάσταση, χωρίς να έχει ψυχθεί. Σύμφωνα με τελευταίες μελέτες, εικάζεται πως ο εσωτερικός πυρήνας της Γης περιστρέφεται ελαφρώς ταχύτερα από τον υπόλοιπο πλανήτη [2°/έτος]. Και οι δύο θεωρίες, ενώ προσπαθούν να εξηγήσουν τα φαινόμενα που παρατηρούνται στην γήινη επιφάνεια, παραμένουν απλώς στο επίπεδο της θεωρίας, χωρίς να έχει υπάρξει απόδειξη για καμία.

ΜΑΝΔΥΑΣ: Ο γήινος μανδύας εκτείνεται σε ένα βάθος 2.890 χλμ.. Η πίεση στην βάση του μανδύα είναι 1,4 εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη της ατμοσφαιρικής πίεσης(!), πράγμα που θα έκανε κάτι παρά πάνω από αδύνατο ένα ταξίδι στο κέντρο της Γης, που τόσο ήθελε ο Ι. Βερν! Αποτελείται κατά μεγάλο μέρος από υλικά πλούσια σε σίδηρο και μαγνήσιο. Το σημείο τήξεως ενός υλικού εξαρτάται από την πίεση. Εφόσον η πίεση αυξάνει αρκετά κατά βάθος, το χαμηλότερο τμήμα είναι σχεδόν στερεό ενώ το ανώτερο τμήμα είναι ημιτηγμένο. Έτσι ο ανώτερος μανδύας μπορεί να ρεύσει αρκετά αργά. Η εξήγηση του γεγονότος πως ενώ ο εξωτερικός πυρήνας είναι ρευστός, ο κατώτερος μανδύας είναι στερεός, βρίσκεται στο ανώτερο σημείο τήξεως των πλούσιων σε σίδηρο κραμάτων του μανδύα από τον σχεδόν καθαρό σίδηρο του πυρήνα. Ο δε εσωτερικός πυρήνας είναι στερεός λόγω της εξαιρετικά μεγάλης πίεσης κοντά στο κέντρο του πλανήτη. Ο μανδύας αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος του όγκου της Γης [83%].

Η Γη τη νύχτα

ΦΛΟΙΟΣ
: Τα λεπτότερα τμήματα του φλοιού [5 χλμ.] είναι κάτω από τους ωκεανούς και αποτελούνται από πυκνά πετρώματα μαγνησίου, σιδήρου και πυριτίου. Τα παχύτερα τμήματα του φλοιού [έως 70 χλμ.] είναι τα ηπειρωτικά που είναι λιγότερο πυκνά και αποτελούνται από πετρώματα νατρίου, αλουμινίου και πυριτίου. Ο γήινος φλοιός είναι πλούσιος σε φυσικούς πόρους [κοιτάσματα άνθρακα, πετρελαίου, φυσικού αερίου, μεθανίου]. Αυτά τα κοιτάσματα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενέργειας καθώς και για την δημιουργία συνθετικών υλικών. Κατά τις τεκτονικές διαδικασίες στον γήινο φλοιό, σχηματίστηκαν μεταλλευτικά κοιτάσματα. Τα κοιτάσματα αυτά μας παρέχουν μέταλλα και άλλα χρήσιμα χημικά στοιχεία (όπως το ορυκτό αλάτι). Σε αυτά μπορεί να συνυπολογιστεί και η λεγόμενη βιομάζα που παρέχει ξυλεία και τροφή.

ΥΔΡΟΣΦΑΙΡΑ: Η Γη είναι ο μόνος πλανήτης που στην επιφάνειά της κυριαρχεί το υγρό στοιχείο. Το νερό καλύπτει το 71% της γήινης επιφάνειας [97% θαλάσσιο και 3% γλυκό νερό] και την χωρίζει σε ωκεανούς και ηπείρους. Η τροχιά της Γης, η ηφαιστειακή δραστηριότητα, η βαρύτητα, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, το μαγνητικό πεδίο και η πλούσια σε οξυγόνο ατμόσφαιρα είναι οι βασικές αιτίες που κάνουν τη Γη πλανήτη του νερού. Αν και η τροχιά της Γης είναι αρκετά απομακρυσμένη ώστε να διατηρεί υγρό νερό, το φαινόμενο του θερμοκηπίου αποτρέπει το νερό από το να παγώσει, διατηρώντας την μέση γήινη θερμοκρασία στους 15 βαθμούς Κελσίου [πάνω από το σημείο πήξης]. Παλαιοντολογικές ενδείξεις δείχνουν πως κάποια στιγμή μετά την αποίκηση των ωκεανών από τα πρώτα βακτήρια, πριν 600 εκατομμύρια χρόνια, το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατέρρευσε, με αποτέλεσμα την ολική ψύξη της Γης και την πιθανή πήξη όλων των ωκεανών για μία περίοδο από 10 - 100 εκατομμύρια χρόνια. Σε άλλους πλανήτες, όπως στην Αφροδίτη, ο ατμός καταστρέφεται από την ηλιακή υπεριώδη ακτινοβολία, ενώ το υδρογόνο ιονίζεται και απομακρύνεται από τον πλανήτη μέσω του ηλιακού ανέμου. Στην ατμόσφαιρα της Γης, ένα στρώμα όζοντος στη στρατόσφαιρα, απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής υπεριώδους ακτινοβολίας, αποτρέποντας την αποσύνθεση του νερού. Επιπλέον, η μαγνητόσφαιρα, αποτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ των στοιχείων της ατμόσφαιρας και του ηλιακού ανέμου. Ακόμη τα ηφαίστεια εκπέμπουν συνεχώς ατμούς από το εσωτερικό, ενώ οι μετακινούμενες πλάκες ανακυκλώνουν τον άνθρακα και το νερό, καθώς οι ασβεστόλιθοι εισέρχονται στον μανδύα και εξέρχονται μέσω των ηφαιστείων ως ατμός και διοξείδιο του άνθρακα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα συστατικά του μανδύα περιέχουν 10 φορές την ποσότητα του νερού των ωκεανών [το μεγαλύτερο μέρος είναι παγιδευμένο].

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ: Η Γη έχει μία πυκνή ατμόσφαιρα αποτελούμενη από 78% άζωτο, 21% οξυγόνο, 0,9% αργό, 1% υδρατμούς, 0,04 διοξείδιο του άνθρακα, και ίχνη από άλλα αέρια. Η σύσταση της γήινης ατμόσφαιρας είναι ασταθής, αλλά η ισορροπία διατηρείται από την βιόσφαιρα. Τα στρώματα της ατμόσφαιρας [τροπόσφαιρα, στρατόσφαιρα, μεσόσφαιρα, θερμόσφαιρα, εξώσφαιρα] μεταβάλλονται από τόπο σε τόπο και εξαρτώνται και από εποχιακές μεταβολές. Θεωρείται ότι η παρούσα σύσταση της ατμόσφαιρας είναι αποτέλεσμα της δράσης ζώντων οργανισμών. Ο εμπλουτισμός της γήινης ατμόσφαιρας της Γης με οξυγόνο άρχισε πριν 2,45 δις χρόνια. Μια μελέτη πετρωμάτων από τη Νότια Αφρική, ηλικίας 2,5 δις χρόνων έδειξε ότι ένα υπόστρωμα μικροοργανισμών παρήγαγε οξυγόνο. Τότε η σύσταση της ατμόσφαιρας δεν ήταν σταθερή και ανά περιόδους γινόταν πλούσια σε υδρογονάνθρακες, που έκαναν την ατμόσφαιρα ομιχλώδη, όπως είναι η σημερινή ατμόσφαιρα του Τιτάνα. Η αιτία των αυξομειώσεων ήταν η βιοσύνθεση μεθανίου.

Η διαμόρφωση των εποχών

ΚΛΙΜΑ
: Οι δύο μεγάλες περιοχές πολικού κλίματος, διαχωρίζονται με δύο, εύκρατες ζώνες και μία πλατιά ισημερινή ζώνη τροπικού και υποτροπικού κλίματος. Ανάλογα την περιοχή, έντονες διακυμάνσεις παρατηρούνται στα μετεωρολογικά δεδομένα, όπως στην ετήσια βροχόπτωση η οποία μπορεί να κυμαίνεται από αρκετά μέτρα βροχής [εποχή βροχών στην Κ. Αφρική] έως σχεδόν μηδενικές τιμές [κεντρική Σαχάρα]. Οι ακραίες θερμοκρασίες που έχουν καταγραφεί στον Πλανήτη είναι +58,8°C (υπό σκιά) στην Λιβύη και -89,2°C στον Ρωσικό σταθμό Βοστόκ στην Ανταρκτική.

ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΗΣ: Ο Πλανήτης Γη πραγματοποιεί τέσσερις κινήσεις: την περιστροφή γύρω από τον άξονά της, την περιφορά γύρω από τον Ήλιο, την ηλιακή μεταβατική περιφορά [που πραγματοποιεί ακολουθώντας την περιστροφή του Ηλιακού Συστήματος] και τη γαλαξιακή μεταβατική περιφορά, που πραγματοποιεί ακολουθώντας την περιστροφή του Γαλαξία.

Η ΓΗ ΣΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Η περίοδος περιστροφής της γης περί τον άξονα της είναι 23 ώρες, 56 λεπτά και 4.09 δευτερόλεπτα (μία αστρική ημέρα). Έτσι παρατηρώντας από την γη τα ουράνια σώματα, η κύρια φαινόμενη κίνησή τους είναι από τα ανατολικά προς τα δυτικά με μία ταχύτητα 15°/ώρα, π.χ. μία ηλιακή ή σεληνιακή διάμετρο ανά δύο λεπτά. Η περιφορά της Γης, με μέση ταχύτητα 107.000 χλμ./ώρα, γύρω από τον Ήλιο διαρκεί 365,2564 μέσες ηλιακές ημέρες (ή ένα αστρικό έτος). Η απόσταση από τον Ήλιο κυμαίνεται μεταξύ 152,1 εκατομ. χλμ. [αφήλιο], έως 147,1 εκατομ. χλμ. [περιήλιο]. Παρατηρώντας από τη Γη, έχουμε μία φαινόμενη κίνηση του Ήλιου ως προς τα αστέρια 1°/ημέρα ή μία ηλιακή ή σεληνιακή διάμετρο κάθε 12 ώρες, σε αντίθετη διεύθυνση από την κύρια φαινόμενη κίνηση (λόγω περιστροφής). Η Γη έχει έναν δορυφόρο, τη Σελήνη, η οποία περιφέρεται γύρω από την γη κάθε 27,3 ημέρες (αστρικός μήνας). Παρατηρώντας από την γη την κίνηση, φαίνεται να κινείται με 12 °/ημέρα, σε αντίθετη διεύθυνση από την κύρια φαινόμενη κίνηση. Λόγω της συνδυασμένης περιφοράς γύρω από τον ήλιο, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ δύο ίδιων φάσεων της σελήνης (π.χ. από πανσέληνο σε πανσέληνο) διαρκεί λίγο περισσότερο, για την ακρίβεια 29,54 ημέρες - η περίοδος αυτή ονομάζεται συνοδικός μήνας [αυτός ήταν και ο αρχαίος σεληνιακός μήνας]. Με σημείο αναφοράς τον Βόρειο Πόλο της Γης, η κίνηση της Γης, της Σελήνης και της αξονικής περιστροφής, είναι όλες αντίθετα στην φορά των δεικτών του ρολογιού. Το τροχιακό επίπεδο Γης-Ηλίου ή αλλιώς Εκλειπτική (23,5°, η κλίση αυτή είναι η αιτία των εποχών του έτους) και το τροχιακό επίπεδο Γης-Σελήνης, σχηματίζουν γωνία 5° [αν ήταν απόλυτα ευθυγραμμισμένα, θα είχαμε μία έκλειψη Ηλίου ή Σελήνης κάθε μήνα].


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΓΗΣ
: Το βιολογικό και γεωλογικό μέλλον της Γης εξαρτάται από τη χημεία στην επιφάνεια της Γης, το ρυθμό της ψύξης του εσωτερικού του πλανήτη, τις βαρυτικές αλληλεπιδράσεις με άλλα αντικείμενα του Ηλιακού Συστήματος και την αύξηση της φωτεινότητας του Ήλιου. Ένα αβέβαιο στοιχείο προβλέψεως είναι η συνεχιζόμενη επιρροή της τεχνολογίας που έχει εισαχθεί από τον άνθρωπο, όπως η γεωμηχανική, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές στον πλανήτη. Ο ίδιος ο άνθρωπος, πάντως, μπορεί ακόμη και με την τεχνολογία να οδηγήσει στην εξαφάνιση της ανθρωπότητας, αφήνοντας τον πλανήτη να επανέλθει σταδιακά σε έναν αργό ρυθμό εξέλιξης που εξαρτάται μόνο από μακροπρόθεσμες φυσικές διεργασίες. Κατά διαστήματα εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών, τυχαία ουράνια γεγονότα θέτουν ένα παγκόσμιο κίνδυνο για τη βιόσφαιρα, που μπορεί να οδηγήσει σε μαζικές εξαφανίσεις, όπως προσκρούσεις κομητών ή αστεροειδών με διάμετρο 5-10 χιλιόμετρα, ή μια μεγάλη αστρική έκρηξη, που ονομάζεται σουπερνόβα, μέσα σε μια ακτίνα 100 ετών φωτός. Άλλα μεγάλης κλίμακας γεωλογικά γεγονότα είναι πιο προβλέψιμα. Η θεωρία Μιλάνκοβιτς προβλέπει ότι ο πλανήτης θα συνεχίσει να παρουσιάζει περιόδους παγετώνων, τουλάχιστον μέχρι η περίοδος των τεταρτογενών παγετώνων να φτάσει στο τέλος της. Αυτές οι περίοδοι που προκαλούνται από την κλίση του άξονα περιστροφής και τη μετάπτωση της τροχιάς της Γης. Ακόμη, είναι πιθανό, οι τεκτονικές πλάκες να οδηγήσουν σε μια υπερήπειρο [σαν την αρχική Παγγαία] σε 250 έως 350 εκατομ. χρόνια. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τεσσάρων δισεκατομμυρίων χρόνων, η φωτεινότητα του Ήλιου θα αυξηθεί σταθερά, με αποτέλεσμα τη δραματική αύξηση της ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στη Γη. Αυτό θα προκαλέσει μεγαλύτερη διάβρωση των πυριτικών ορυκτών, η οποία θα προκαλέσει μία μείωση στα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Σε περίπου 600 εκατομμύρια χρόνια, το επίπεδο των εκπομπών CO2 θα πέσει κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για τη διατήρηση της φωτοσύνθεσης που χρησιμοποιείται από τα δέντρα με μακροπρόθεσμη τάση να εξαφανιστούν εντελώς. Η επακόλουθη απώλεια του μηχανισμού αναπλήρωσης του οξυγόνου θα προκαλέσει την εξαφάνιση της πανίδας μερικά εκατομμύρια χρόνια αργότερα. Σε περίπου 1,1 δισεκατομμύρια χρόνια, η ηλιακή φωτεινότητα θα είναι 10% υψηλότερη από ό, τι σήμερα. Αυτό θα κάνει την ατμόσφαιρα να γίνει ένα «υγρό θερμοκήπιο», με αποτέλεσμα την εξάτμιση των ωκεανών. Ως πιθανή συνέπεια, η τεκτονική των πλακών θα σταματήσει. Μετά από αυτό το γεγονός, θα φθαρεί και η γήινη μαγνητόσφαιρα, γεγονός που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μια γρήγορη απώλεια των πτητικών ουσιών από την εξωτερική ατμόσφαιρα. Σε τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια από τώρα, η αύξηση της θερμοκρασίας στην επιφάνεια της Γης θα προκαλέσει ένα ανεξέλεγκτο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Τότε οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι οργανισμοί στην επιφάνεια θα έχουν εξαφανιστεί. Η πιο πιθανή μοίρα του πλανήτη είναι η απορρόφηση από τον Ήλιο σε περίπου 5-6 δισεκατομμύρια χρόνια, όταν το αστέρι θα εισέλθει στη φάση του ερυθρού γίγαντα και θα επεκταθεί τόσο ώστε να «καταπιεί» την τροχιά του πλανήτη, μαζί τον πλανήτη, με αποτέλεσμα την καταστροφή του. Βεβαίως αυτή είναι η επιστημονική θεώρηση. Αγνοούμε όμως το σχέδιο του Δημιουργικού Αιτίου του Σύμπαντος, τον ίδιο το Θεό.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 




17.3.26

Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά (1892) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο - ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 

Στην Ἁγι-Ἀναστασά (1892)

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 
Κείμενο - ΑUDIOBOOK
διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

   Πέντε ἄνδρες εἶχον κατέλθει εἰς τὸ Πρυΐ, μίαν Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1875, καὶ ἐκ τῶν πέντε τούτων οἱ τρεῖς ἦσαν ἀρχαιολόγοι μὲ δίοπτρα. Ἀλλ᾽ ἐκ τῶν τριῶν, ὁ πρῶτος ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ σωζόμενον ἐκεῖ ἐρείπιον ἦτο ναὸς εἰδωλολατρικός, ὁ δεύτερος ἰσχυρίζετο ὅτι ἦτο χριστιανικὴ ἐκκλησία, ἂν δὲν ἦτο βαλανεῖον ρωμαϊκόν, καὶ ὁ τρίτος ἐπέμενεν ὅτι ἦτο, τὸ πολύ, ἀρχοντικὸν μέγαρον, ἤτοι πύργος βενετικός, ἐπικαλούμενος ὑπὲρ τῆς γνώμης του καὶ τὸ ὄνομα Πρυΐ, ὅπερ ἔλεγε σχηματισθὲν ἐκ τοῦ Πυργί, κατὰ μετάθεσιν γραμμάτων. Τοῦ τελευταίου τὴν γνώμην ἠσπάζετο ἀπροκαλύπτως, μετέχων τῆς ἐκδρομῆς, καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου, ὅστις εἶχεν ἀνεγνωρισμένην εἰδικότητα εἰς τὴν ἐτυμολογίαν. «Τὸ ἄιντε εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἄγε δή, τὸ ἀρή, κλητικὸν ἐπιφώνημα τῶν γυναικῶν τοῦ τόπου, εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἀρίστη, τὸ βρὲ εἶναι ἀπ᾽ τὸ μῶρε - (μωρὲ - μ᾽ρὲ - μβρὲ - μπρὲ) βρέ». Κ᾽ ἐξετόξευε κεραυνοὺς ἀγανακτήσεως κατ᾽ ἐκείνων οἵτινες ζητοῦσι τουρκικὴν παραγωγὴν διὰ τὰς λέξεις, ἐνῷ εἶναι τόσον εὔκολον, ἔλεγε, ν᾽ ἀνευρίσκωμεν παντοῦ ρίζαν ἑλληνικήν.

Ἰδοὺ πῶς συνέβη τὸ πρᾶγμα. Ὁ δήμαρχος τῆς πολίχνης, τὸ δεύτερον πρὸ ἔτους ἐκλεχθείς, εἶχε φιλοτιμηθῆ νὰ καλέσῃ εἰς ἑστίασιν, ἐπάνω, εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν, τοὺς τρεῖς ἀρχαιολόγους, μετ᾽ αὐτῶν δὲ καί τινας ἄλλους φίλους του. Ἡ συνοδία εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ ὀναρίων, ἀπὸ τῆς αὐγῆς, τὸν μέγαν ἀνήφορον, εἰς ἑκατοντάδων τινῶν μέτρων ὕψος, ὅστις ἐφαίνετο εἰς τοὺς ἀγαθοὺς νησιώτας τόσον ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Κίσσαβος. Ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀφοῦ ἐδροσίσθησαν ὑπὸ τὴν ἐξαίσιον φυλλάδα τῶν μεγαλοπρεπῶν πλατάνων, κ᾽ ἔπιον ὕδωρ ἐκ τῆς ἀμφιλαφοῦς κρήνης, τῆς προχεούσης εἰς ὅλην τὴν μαγευτικὴν κοιλάδα τὰ διαυγῆ της νάματα, οἱ μὲν ἄλλοι ἐστρώθησαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, καὶ παρηκολούθουν μὲ βλέμμα θωπευτικὸν τὸ ὁλονὲν ροδίζον ἀρνὶ εἰς τὴν σούβλαν, περιμένοντες ὅσον οὔπω ν᾽ ἀπολαύσωσιν ὡς «προφταστήρα»* τὸ ὀρεκτικὸν κοκορέτσι, οἱ δὲ πέντε ἐκ τῆς συνοδίας ἐπέβησαν ἐκ νέου εἰς τὰ ὀνάριά των καὶ διευθύνθησαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἀνέβησαν εἰς τὸ ψήλωμα τοῦ βουνοῦ, ἐκεῖθεν ἐκατηφόρισαν δεξιά, διέτρεξαν τὴν θέσιν τὴν καλουμένην «τ᾽ Μανώλ᾽ ἡ σουφριά*», καὶ μετὰ πορείαν μιᾶς ὥρας ἔφθασαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἐστράφησαν δυτικώτερον πρὸς τὰ ἀριστερά, ὁδεύοντες εἰς σύσκιον δρομίσκον ὑπὸ ἀδελφωμένας δρῦς καὶ πτελέας, καὶ τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ παλαιὸν ἐρείπιον.

Ὁ συνοδίτης τῶν τριῶν ἀρχαιολόγων καὶ τοῦ δημοδιδασκάλου, ὁ πέμπτος, νεανίας εἰκοσαέτης, εἶχε κατὰ τὸ φαινόμενον, τὸ ἀξιώτερον ὑποζύγιον ὑπὲρ πάντας τοὺς λοιπούς, ὑψηλὸν ὄνον, εὔρωστον, πλατυκόκκαλον, καὶ ὑποκοκκινίζοντα τὸ τεφρὸν τρίχωμα. Καὶ ὅμως, ἀντὶ νὰ τρέχῃ πρῶτος, ἤρχετο τελευταῖος πάντων τῶν συνοδοιπόρων. Ὁ ὄνος ἐφαίνετο ἀναίσθητος εἰς ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ ἔδιδεν εἰς τὰ νῶτα ὁ ἀναβάτης, μὲ τὴν ράβδον του πρῶτον, εἶτα μὲ αὐτὸ τὸ σχοινίον τοῦ καπιστρίου. Ἐφαίνετο ὅτι δὲν εἶχε φάγει καλὰ τὸ χόρτον του ἢ τὸ ἄχυρόν του, ἢ ὅτι ἦτο ἀποφασισμένος νὰ πεισμώσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὸν ἀναβάτην. Ὅσον οὗτος ἐκτύπα, τόσον ὀκνότερος ἐγίνετο ἐκεῖνος. Ἐνίοτε ἐδοκίμαζε νὰ τὸν ἐρεθίσῃ ὑπὸ τὴν κοιλίαν διὰ τῶν ὑποδημάτων του. Ὅλα εἰς μάτην. Καὶ ἦτο θαῦμα πῶς κατώρθωσε νὰ μὴ χάνῃ ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοὺς πολλὰ βήματα προπορευομένους αὐτοῦ τέσσαρας ἄνδρας, ὧν οἱ δύο εἶχον ἀκολουθοῦντας καὶ τοὺς ἀγωγιάτας των. Οὗτοι δ᾽ ἔβλεπον ἀδιάφοροι τὴν βάσανον τοῦ τελευταίου ἀναβάτου, ὅστις ἄλλως δὲν κατεδέχετο νὰ κράξῃ αὐτοὺς εἰς βοήθειαν. Τέλος ἔφθασε καὶ οὗτος εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο τὸ σωζόμενον ἐρείπιον.

Μετὰ τὴν γενομένην ἐπίσκεψιν καὶ τὰς εἰκασίας, ἃς ἐξέφεραν οἱ τρεῖς σοφοὶ περὶ τοῦ τί νὰ ἦτο καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν νὰ εἶχε κτισθῆ τὸ ἐρείπιον, οἰκτείραντες καὶ τοὺς ἁρμοδίους διατί νὰ μὴ διατάξωσι ν᾽ ἀνασκαφῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος, ἡ μικρὰ συνοδία ἐξεκίνησεν, ἐπιστρέφουσα πρὸς συνάντησιν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐξοχικῆς ἐκδρομῆς. Ἀλλ᾽ οἱ τρεῖς ἀρχαιολόγοι καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶχαν φθάσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, καὶ εἶχαν φάγει τὸ κοκορέτσι, καὶ εἶχαν πίει ἀνὰ δύο μαστίχας, καὶ ἤδη μετέβησαν εἰς τὸ σπληνάντερον (ἦτο ἑνδεκάτη ὥρα πρὸ τῆς μεσημβρίας), ὁ δὲ πέμπτος συνοδίτης, μείνας πολὺ ὀπίσω δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη. Παρῆλθε δὲ μία ὥρα, καὶ εἶχαν στείλει τοὺς δύο ἀγωγιάτας ὀπίσω, πρὸς ἀναζήτησίν του, ὅταν αἴφνης τὸν βλέπουσι θριαμβευτικῶς ἐλαύνοντα ἐπὶ τοῦ ὄνου του, ὅστις ἔτρεχεν ὡς ἀτμάμαξα τὴν φορὰν ταύτην, καὶ ἐρχόμενον ὄχι ἐκ δυσμῶν, ἀπ᾽ ἐκεῖ ὁποὺ τὸν ἐπερίμεναν ὅλοι νὰ ἐμφανισθῇ, ἀλλ᾽ ἐξ ἀνατολῶν, ἀπὸ τὸ ἀντίθετον μέρος, ὡς νὰ ἤρχετο δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην.

Οὐδὲν ἀπιθανώτερον τῆς ἁπλῆς ἀληθείας. Ὅλη ἡ συνοδία τότε δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔκαμεν ἐπίτηδες, διὰ νὰ τοὺς ἐκπλήξῃ. Καὶ ὅμως ἰδοὺ τί εἶχε συμβῆ. Ὁ εὔρωστος ὄνος, ἐννοήσας, φαίνεται, τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀναβάτου, τὸ εἶχε παρακάμει τὴν φορὰν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ἦτο καὶ ἀνήφορος εἰς τὴν ἐπιστροφήν. Δὲν ἤθελεν ἀπολύτως νὰ βαδίσῃ. Ἐπήγαινε μὲ βραδύτητα χελώνης. Οἱ τέσσαρες λόγιοι εἶχαν προπορευθῆ τόσον, ὥστε ὁ πέμπτος συνοδίτης τοὺς ἔχασε, καὶ δὲν τοὺς ἔβλεπε πλέον οὔτε τοὺς ἤκουε. Πολὺ δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶχε χάσει τὸν δρόμον, καὶ εἶχε στραφῆ, αὐτὸς ἢ ὁ ὄνος του, ἀνατολικώτερον, πρὸς βαθὺ ρεῦμα, ὑγρόν, σύνδενδρον, σκιερόν, ἀναμέσον δύο ὑψηλῶν κορυφῶν. Ἐκεῖ ἀνεγνώρισε τὸ μέρος. Ἦτο τὸ «Κρύο Πηγάδι». Βαρυνθεὶς νὰ κτυπᾷ ἀνωφελῶς τὸν ὄνον, μὲ τοὺς μηροὺς αἱμωδιῶντας, ἐπέζευσε, καὶ κρατῶν τὸ καπίστρι μὲ τὴν ἀριστεράν, τὸ ραβδίον μὲ τὴν δεξιάν, ἐδοκίμασεν ἂν θὰ ἠνάγκαζε τὸν ὄνον νὰ βαδίσῃ ἐλαύνων ὄπισθεν. Ἐκεῖ, μὲ τὸ λεπτὸν ραβδίον του, ρεμβός, χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῇ, ἐκέντησε τὸ ζῷον ὑπὸ τὸ σάγμα ὄπισθεν, εἰς τὰ νεφρά. Τότε διὰ μιᾶς ὁ ὄνος ἔλαβε τοιοῦτον ἀπίστευτον δρόμον, ὥστε ὁ νέος ἐξαφνίσθη, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τοῦ φύγῃ τὸ καπίστρι ἀπὸ τὴν χεῖρα. Τότε λοιπὸν ηὗρε «τὸν σφυγμὸν» τοῦ ὀναρίου. Ἐπέβη ἐκ νέου, καὶ «ποῦ σὲ σφάζ᾽, ποῦ σ᾽ πονεῖ;» ἤρχισε νὰ κεντᾷ, ἀλύπητα· τὸ ὀνάριον ἔτρεχεν ὡς βαποράκι. Ἀναγνωρίσας δὲ τὸν δρόμον, ὁ ἀναβάτης ἐστράφη δεξιά, καὶ ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν, ἀπὸ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους, ἔφθασε καλπάζων εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν· ἔφθασε δὲ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης περιτέχνως λίαν ἐλιάνιζε τὸ ψητό, κ᾽ ἐστρώνετο ὑπὸ τὰ πελώρια δένδρα ἡ ἀπὸ φτέρες καὶ φυλλάδες πλατάνου εὐώδης τράπεζα.

Ἀλλ᾽ ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης δὲν ἤξευρε μόνον νὰ ψήνῃ εἰς τὴν σούβλαν καὶ νὰ λιανίζῃ τὸ σφαχτό· ἤξευρε νὰ διηγῆται καὶ χρονικά τινα ἐκ τοῦ βίου τῶν ποιμένων καὶ τῶν αἰπόλων κατὰ τὸ Πρυΐ, ὅπου ἐγγὺς εἶχεν ἀνατραφῆ καὶ αὐτός.

* * *

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὑψηλός, τεσσαρακοντούτης, ἄτριχος τὸ πρόσωπον, ἀρχίζων ἤδη νὰ ρυτιδοῦται, ὅμοιος μὲ γριάν, εἶχε συλλάβει τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἤτοι πρὸ δύο σχεδὸν μηνῶν), διὰ τὸ Πάσχα, τολμηρὸν σχέδιον. Οἱ ποιμένες τῶν Καλυβιῶν, ὁλόκληρον συνοικίαν ἀποτελοῦντες, ἐκκλησιάζοντο εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, οἱ αἰπόλοι τῶν Καμπιῶν, τῆς Μυγδαλιᾶς καὶ τοῦ Κουρούπη, ἐλειτουργοῦντο εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον. Οἱ ἄμοιροι βοσκοὶ τῆς Κεχρεᾶς, τ᾽ Ἁι-Κωνσταντίνου, τ᾽ Ἁι-Θανασιοῦ, τῶν Μποστανιῶν καὶ ἄλλων μερῶν, ἦσαν σκόρπιοι «σὰν τοῦ λαγοῦ τὰ τέκνα». Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅστις ἐπεκαλεῖτο καὶ «Γιάννης ἡ Γριά»1, ἐζήλευε πολὺ τὸν δεύτερον ἐξάδελφόν του, Γιάννην τὸν Λαδίκαν, ὅστις ἔκαμνε τὸν ἐπίτροπον εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια ὅπου ἐτελοῦντο πανηγύρεις, ἁρπάζων ἀπὸ τὰ μανουάλια τὰ συνημμένα εἰς ὀγκώδεις δέσμας ἡμίκαυστα κηρία, πατῶν αὐτὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ, κάτω εἰς τὰς πλάκας τοῦ ἐδάφους τοῦ ναοῦ, προφασιζόμενος ὅτι ἦτο φόβος μὴ λαμπαδιάσουν, ἂν τὰ ἄφηνε ν᾽ ἀποκαῶσι. Ὁ ἴδιος προέτεινε κ᾽ ἔκτακτον δίσκον, περιερχόμενος τὰς τάξεις τῶν πανηγυριστῶν, συλλέγων ἐράνους «γιὰ νὰ φτιαστοῦν οἱ ἐκκλησιές». «Ἦταν τάχα, Θεὸς νὰ μᾶς σχωρέσῃ, καὶ παστρικὰ τὰ χέρια του;» Ὅλα ταῦτα ἐκίνουν τὴν ἀντιζηλίαν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη. Ἀπὸ τὴν καθαρὰν ἑβδομάδα τοῦ εἶχεν ἔλθει ἡ ἰδέα, καὶ καθ᾽ ὅλην τὴν τεσσαρακοστὴν τὴν ἐπῴαζεν. Ἐμελέτα ν᾽ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ Ἁγ. Χαραλάμπους τὸν Γιώργη τὸν Τρυγολόγο, μὲ τὴν φαμίλιαν του, τοὺς Μιχαλογιανναίους, πατέρα καὶ υἱόν, καὶ τοὺς Μαυροδημαίους, τέσσαρας ἀδελφοὺς μὲ τὰς γυναῖκας, καὶ τὰ τέκνα των, ὅπως τοὺς σύρῃ πρὸς τὸ Πρυΐ, εἰς τὸ κατάμερον* τὸ ἰδικόν του, κ᾽ ἐκεῖ μετὰ τῶν ὑπαρχόντων τριῶν ἢ τεσσάρων ἄλλων αἰπόλων, νὰ καλέσωσιν ἱερέα, ὅπως ἑορτάσωσι κατ᾽ ἰδίαν τὸ Πάσχα.

* * *

Ὅσον δυνατὸς καὶ ἂν ἦτο εἰς τὴν ἐτυμολογίαν ὁ διδάσκαλος, περὶ οὗ ἐμνήσθημεν ἐν ἀρχῇ, ἓν πρᾶγμα παραδόξως ἐλησμόνει, ὅτι τὸ ἐρείπιον ἐκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ Ἁγία Ἀναστασιά. Ἀνατολικὸν ἦτο τὸ σωζόμενον τμῆμα τοῦ τοίχου, καμπύλον πρὸς τὰ ἔξω, καὶ φυσικὰ τὸ ἐξελάμβανέ τις ὡς χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος βυζαντινοῦ ναοῦ. Μόνον ὅτι ἦτο ἐκ λίθων μεγάλων, ὅγκων μαρμάρου ὀρθογωνίου σχήματος, λευκῶν, ὁμαλῶς εἰργασμένων, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα ὡμοίαζε μὲ τὰ λείψανα τῶν πελασγικῶν τειχῶν. Τὸ τειχίον τοῦτο, ὑψηλὸν ὡς ἀνάστημα ἀνδρός, ἵστατο ὄρθιον ἀκόμη. Ἄλλα λείψανα τοῦ κτιρίου δὲν ἐφαίνοντο, καὶ δυσκόλως ἠδύνατό τις νὰ εἰκάσῃ τὸ σχῆμα, τὸ μέγεθος καὶ τὸν προορισμὸν τῆς οἰκοδομῆς. Ἐν τοσούτῳ ἐκαλεῖτο Ἁγία Ἀναστασιά.

Ἔσωθεν τοῦ μικροῦ τείχους δὲν ἐφαίνετο θυσιαστήριον. Δὲν ὑπῆρχεν ἴχνος ἐπιχρίσματος ἢ τοιχογραφίας ἢ ἄλλο γνώρισμα. Ἀλλ᾽ ἐντεῦθεν, ἴσως, πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα αἰώνων, ν᾽ ἀνεπέμπετο εἰς τὸν θρόνον τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ὁ καπνὸς τοῦ θυμιάματος, καὶ ἴσως νὰ προσεφέρετο ἐπὶ βωμοῦ μὴ σωζομένου, ἡ λογικὴ καὶ ἄχραντος θυσία, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ὅστις ἱερεὺς ὢν τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου «ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον», ὡς λέγει ἡ Γραφή.

Ἁγία Ἀναστασιὰ ἐκαλεῖτο. Ἴσως τὸ πάλαι νὰ ἦτο ναὸς τῆς Κόρης τῆς ἐξ ᾍδου ἢ τῆς Ἑκάτης τῆς φαρμακίδος, καὶ οἱ χριστιανοί, οἱ φυσικοὶ κληρονόμοι τῆς θανούσης εἰδωλολατρίας, τὸν ἐβάπτισαν μετονομάσαντες ναὸν τῆς Φαρμακολυτρίας, κατ᾽ ἀντίφρασιν, ἢ τῆς Ρωμαίας, ἁπλῶς κατὰ σχέσιν ἐτυμολογικήν. Καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ὃν εἶχε παρακαλέσει ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης νὰ ὑπάγῃ νὰ τοὺς λειτουργήσῃ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἠγνόει εἰς ποτέραν τῶν δύο ὁμωνύμων ἦτο καθιερωμένος τὸ πάλαι ὁ ναός. Διότι ὑπάρχουσι δύο Ἅγιαι Ἀναστασίαι, ἡ Ρωμαία καὶ ἡ Φαρμακολύτρια.

Ἀλλὰ μὴ βλέπων θυσιαστήριον οὔτε κανδήλας οὔτε εἰκόνας, καὶ μὴ γνωρίζων ὑπαίθριον λειτουργίαν (τόλμημα τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἁπλῆ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν ἐπάνοδος), ἐζήτησε δι᾽ ἀφελοῦς σοφίσματος νὰ πείσῃ τοὺς ἀξέστους αἰπόλους, ὅτι τὸ καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ὑπάγουν νὰ λειτουργήσωσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, μικρὸν ἀπέχουσαν. «Κ᾽ ἡ Ἁγία Ἄννα, εἶπεν, εἶναι μισὴ Ἁγία Ἀναστασιά». Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πονηρὸς σπανός, τοῦ ἀπήντησεν ὅτι αὐτοὶ «δὲν ἤθελαν νὰ κάμουν μισὴ Ἀνάσταση, ἀλλ᾽ Ἀνάσταση σωστή».

Οἱ αἰπόλοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Ἁγία Ἀναστασιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἀνάστασις. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι εὐμαθέστεροι τοῦ γέροντος ἐκείνου ἱερέως, ὅστις, ἐρωτηθεὶς πρὸ χρόνων ἂν ἡ Ἁγία Κυριακὴ ἢ ἡ Μεταμόρφωσις εἶναι μεγαλυτέρα, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὅτι «ἡ Ἁγία Κυριακὴ εἶναι μεγαλύτερη, διότι ἑορτάζεται καθ᾽ ἑβδομάδα, ἐνῷ ἡ Μεταμόρφωσις μόνον μιὰ φορὰ τὸν χρόνον εἶναι». Καὶ μήπως πλεῖστοι, ἀκόμη καὶ σήμερον, δὲν νομίζουν ὅτι ὁ περίκλυτος ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι εἰς τιμὴν τῆς μεγαλομάρτυρος Ἁγίας τῆς ΙΖ´ Σεπτεμβρίου;

* * *

Ὁ Γιάννης ἡ Γριὰ δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν, εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀλλ᾽ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῇ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά. Ἀφοῦ τὸ πάλαι ἦτο ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ χῶρος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ, διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται; Μάτην ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐξώδευεν ὅλην τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του διὰ νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἐζήτει παράλογα. Ὁ αἰπόλος ἔμεινεν ἀμετάπειστος.

― Πῶς θὰ λειτουργήσω, βλοημένε, σὲ ξεσκέπαστο μέρος; τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία ἀποκάτ᾽ ἀπ᾽ τ᾽ ἀστέρια;

― Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο; ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. Ἔχουν, ἂς ποῦμε, ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες, μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια, καὶ βγαίνουν, κατάλαβες, ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση· κ᾽ ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ᾽ ἐκκλησιά, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε, κατάλαβες, νὰ κάμουμ᾽ Ἀνάσταση σ᾽ ἕνα ξέσκεπο μέρος, ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρό, κατὰ πῶς λένε, ἐκκλησιά;

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν, εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη, ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα, καὶ εἶπε:

― Κάμνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ᾽ τὶς ἐκκλησιές, ναί· μὰ λειτουργία;… Πῶς θὰ λειτουργήσουμε;

― Ἀπάνου στὰ μάρμαρα, ποὺ ἦταν μιὰ τ᾽ ἁι-δῆμα, ἂς ποῦμε.

― Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη.

― Τὸν παλαιὸ καιρό, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει, κατάλαβες, δὲν ἦταν συνγκαινιασμένη;

― Τὸ Πηδάλιο λέει ὅταν βεβηλωθῇ μία ἐκκλησία, νὰ μὴ λειτουργιέται, ἂν δὲν ξανακτισθῇ κ᾽ ἐγκαινιασθῇ πάλι.

Ἐπὶ τέλους ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἴσως θὰ τὸν ἔπειθε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, ἥτις δὲν ἀπεῖχε πολύ, καὶ ἦτο κι αὐτή, κατὰ δεύτερον λόγον, γειτόνισσά του, ὅπως ἐκαυχᾶτο ὁ αἰπόλος λέγων ὅτι τὴν Ἁγία Ἀναστασιὰ «τὴν εἶχε γειτόνισσα». Ἀλλ᾽ ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς δὲν ἔπειθεν ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἠδύνατο ἀκατακρίτως νὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν. Ὁ ναΐσκος εἶχε τὴν στέγην του, τὸ θυσιαστήριον εἰσέχον ἔγκτιστον εἰς τὸν τοῖχον, καὶ ἡ Πρόθεσις, ἐκαλύπτοντο ἀπὸ δύο σπιθαμὰς χώματος καὶ λίθων, πεσόντων ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς χιβάδος, τὸ εἰκονοστάσιον ἦτο ὀρθὸν ἀκόμη, ἀλλ᾽ αἱ θυρίδες του ἔχασκον ἔρημοι εἰκόνων, καὶ τὰ δύο παράθυρα τοῦ βορείου καὶ τοῦ νοτίου τοίχου ἔφεγγον καὶ αὐτὰ ἄφρακτα, καὶ ὁ ἄνεμος ἐβόιζεν εἰσπνέων δι᾿ αὐτῶν καὶ ἐκπνέων. Ὡμοίαζε μὲ γραῖαν νωδήν, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀμμάτων, μὲ τὰ ὦτα βομβοῦντα ἀπὸ ἤχους φαιδρῶν φωνῶν παιδίων, χλευαζόντων σκληρῶς τὴν ἀδυναμίαν της. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κανδήλιον εὐσεβῶς ἀναφθὲν ἐκ ταξίματος εὐλαβοῦς προσκυνητρίας οὔτε μανουάλιον διαχέον παρήγορον φῶς εἰς τὰς ἠμαυρωμένας μορφὰς τῶν ἠκρωτηριασμένων εἰς τοὺς τοίχους ὀλίγων ἁγίων. Τὸ παρεκκλήσιον ἦτο ἀφιερωμένον ποτὲ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, κ᾽ ἐκαλεῖτο συνήθως Παναγίτσα, ὑπ᾽ ἄλλων δὲ Ἁγία Ἄννα. Ἀλλ᾽ ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐδίσταζεν ἄν, καὶ μὲ ἀλλαχόθεν δανειζομένας εἰκόνας, καὶ μὲ ἀναρτώμενα προχείρως κανδήλια, ἐπετρέπετο νὰ τελέσῃ λειτουργίαν ἐκεῖ.

Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον, καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην.

― Ἂς εἶναι, μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά, εἶπε, καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ πράγματά σας, καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες, καὶ πηγαίνομεν κάτου στὴν Παναγία 〈τὴν〉 Δομάν, καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ.

― Στὴν Παναγιὰ τὴν Δομά;… μὰ εἶναι μακριά.

―Ὣς πόσο;… Σὲ μισὴ ὥρα φθάνουμε.

― Εἶναι, νά ᾽χω τ᾽ν εὐκή σ᾽, παπά, παραπάν᾽ ἀπὸ μιὰ ὥρα.

― Δὲν θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τρία τέταρτα. Ὅλ᾽ ἡ νύχτα δική μας εἶναι. Ἔχουμε καιρὸ νὰ φθάσουμε.

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε, μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι, καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀναγινώσκῃ τὴν παννυχίδα καὶ τὸ Κύματι θαλάσσης, ὅλα διαβαστά. Εἶτα ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον, ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους, καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν, ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι, ἐφόρεσεν ἄλλο ἰόχρουν μεταξωτὸν καὶ λευκὸν φαιλόνιον (ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήγαγεν ἀπὸ τὸ δισάκκιον τὸ περικλεῖον τὰ ἱερά του), καὶ ἀνάψας λαμπάδα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μελῳδικῶς τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς, μεθ᾽ ὃ ἔψαλε, Τὴν Ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ.

Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι, ἀναγνοὺς τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἤρχισε μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῇ φωνῇ νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του, παιδίου δωδεκαετοῦς, ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν. Ὡραία δὲ καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνή, ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν ὄψιν, ἀγλαϊζομένου ἀπὸ τὸ τρέμον, ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς, φῶς πεντήκοντα λαμπάδων, σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά, διαυγὴς καὶ μυστηριώδης, ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνους τοὺς εἰς διαδήματα κορυφουμένους κραταιοὺς κλῶνας, μὲ τὰ φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα ὡς χρυσαῖ φολίδες, ὑπὸ τὴν λαμπηδόνα τῶν πυρσῶν, μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα ἀόρατα πνεύματα, ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ, Δρυάδες εὔσωμοι καὶ Ὀρεστιάδες ραδιναί, ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνὰ τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας, καὶ σήμερον μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια, καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων λαμπάδων· ἀναθαρρήσασαι πρὸς καιρὸν ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ καλλιμαρμάρου ἱδρύματος, καὶ τώρα μετὰ θάμβους βλέπουσαι τὴν ἀναζωπύρησιν τῶν πασχαλίων πυρσῶν καὶ ὀσφραινόμεναι τὴν ὀσμὴν τοῦ χριστιανικοῦ μοσχολιβάνου εἰς τὰ βάθη τοῦ δρυμῶνος.

* * *

Ἐνῷ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν ὁμαλῇ τῇ φωνῇ τὰ εἰρηνικά, καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἐκκλησιῶν, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς, κτλ., ὄπισθεν τοῦ πρώτου πελωρίου κορμοῦ τῆς χιλιετοῦς δρυός, ὃν τρεῖς ἄνδρες συνάπτοντες τὰς ὀργυιάς, μόλις ἠδύναντο ν᾽ ἀγκαλιάσωσιν, ἠκούετο βραχὺς διάλογος, οἷος ὁ ἑξῆς, μεταξὺ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰπόλων, ὧν ὁ πρῶτος, 〈ὁ〉 Γιάννης ὁ Κούτρης, ἔλυεν ἀπαντῶν τὰς ἀπορίας τῶν ἄλλων:

― Ντουγρού, ντουγρού*;

― Ταμάιμα*.

― Μονοκοπανιά;

― Τὰ ἴσα, ζέρ*.

― Σ᾽μ Παναϊὰ τ᾽ Ντομάν;

― Ντούρμα*, παπὰς ἔτσ᾽ εἶπε.

― Τοὺ ρέμα-ρέμα;

― Δὲ-θὲ-πᾶμι;

― Θὲ-πᾶμι, ζέρ!

Ἀλλ᾽ ὁ διάλογος οὗτος διεκόπη ὑπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἱερέως, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια, κ᾽ ἔκραξεν εἰς τὸ ποίμνιόν του.

«Εἶστ᾽ ἕτοιμοι; Πᾶμε!» Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων τὰ περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια, εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι πεζοί, οἱ μὲν κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας, μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες, μὲ τὴν δεξιάν, νὰ σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς καὶ τοὺς ἀμολγοὺς τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον, βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς ἐφ᾽ ἧς δὲν θ᾽ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον, τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν ὡς ἔμψυχα δίκρανα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ἢ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι, μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων, ἄγοντες τὰ αἰπόλιά των, μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των, βελάζοντα ἐρωτηματικῶς, εἰς ἃ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν. Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, 〈πότε〉 ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας. Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς Ἀνοίξεως ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῇ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ᾽ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους, καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν λιγυρὰν ἀδελφήν του, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του.

* * *

Εἶχαν κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν ὀθόνην, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης. Ἠκούσθη δὲ μετ᾽ ὀλίγον βαθὺς παφλασμὸς ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός, μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς ἐπιαίνοντο ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμά του. Ἐκεῖ ἀντικρύ, προέκυπτεν ἐπ᾽ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτό ποτε κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους.

Ἦτο ἤδη ὣς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ᾽ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλῶνάς των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος. Ἦτο δὲ ἓν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσώζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι, ἐντὸς τῆς κοιλάδος τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι ἕως τέσσαρες δωδεκάδες. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια. Ἡ Παναγία τοῦ Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της, ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, κ᾽ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!»

Ἡ εὐσεβὴς τάσις τοῦ λαοῦ, ζητοῦντος, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐξωκκλησίων ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας, νὰ παρηγορηθῇ διὰ τὴν στέρησιν τῶν τόσων τὸ πάλαι ἱερῶν καὶ βωμῶν του, λησμονοῦντος τοὺς παλαιοὺς θεούς του χάριν τῶν νέων ἁγίων του, κατίσχυσε τῆς αὐστηροτέρας καὶ δογματικωτέρας θεωρίας, καθ᾽ ἣν ἀπηγορεύοντο εἰς τοὺς χριστιανοὺς οἱ ἀγροτικοί ναοί. Ἀκριβέστεροι δέ τινες ἑρμηνεῖς τοῦ γράμματος, ἱερομόναχοι καὶ ἀσκητικοὶ ἄνδρες, ἠρνοῦντο καὶ νὰ λειτουργῶσιν εἰς ἐξωκκλήσια. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας, καὶ ὁ λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, ἀγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατὰ κώμας καὶ χωρία, μὴ ἔχων πόρους νὰ κτίσῃ μεγάλας καὶ λαμπρὰς ἐκκλησίας, ἔκτισε πολλὰς καὶ πενιχράς. Ὁ δὲ Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος τῶν ἐπισήμων ἐπὶ γῆς διερμηνευτῶν του, «μνημονεύων τῶν ἐπὶ γῆς διατριβῶν», καθὼς εἶπεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνθυμούμενος τὴν πενιχρὰν προσφορὰν τῆς χήρας, ἐδέχετο καὶ τοῦ πένητος λαοῦ του τὸν εὐσεβῆ φόρον, καθὼς ἐδέχθη ἐκείνης τὰ δύο λεπτά.

* * *

Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐφωταγωγήθη τὸ παρεκκλήσιον, καὶ αἱ ποιμενίδες ἤναψαν πάμπολλα κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια, καὶ ἀνάψασαι πῦρ εἰς τὸ ὑπήνεμον, ἔξω τῆς θύρας, στήσασαι μεγάλην χύτραν, παρεσκεύαζον τὴν σούπαν. Δύο ἐξ αὐτῶν νεόνυμφοι ἐφόρεσαν τὰ κόκκινα φουστάνια των, καὶ τὰ βαβουκλιά* των μὲ τὰ κεντητὰ προμάνικα* καὶ τὰ τ᾽λουπάνιά των τὰ λευκά. Καὶ ὁ ἱερεύς, λαβὼν καιρόν*, ἐφόρεσεν ὅλην τὴν ἱερατικήν του στολήν, καὶ ὁ υἱός του, ὁ συλλειτουργός, ἔψαλλε τὸν κανόνα. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πραγματοποιήσας τὸ ὄνειρόν του, τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὡς ἐπίτροπος, ἐπρωτοστάτει εἰς τὸ ἄναμμα καὶ σβήσιμον τῶν κηρίων, πατῶν αὐτά, ἐνίοτε μὲ τὸ τσαρούχι του, μιμούμενος τὸν ἐξάδελφόν του τὸν Γιάννην τὸν Λαδίκαν, καὶ [ὅστις] ἵστατο δεξιόθεν εἰς τὸν χορὸν ὡς προεστὼς μὲ τόσην σοβαρότητα, ὥστε βλέπων τις αὐτὸν θὰ τὸν ἐνόμιζε ψάλτην, ἐξ ἰδιοτροπίας σιωπῶντα. Τὴν στιγμὴν δ᾽ ἐκείνην εἰσελθοῦσα εἰς τὸν ναΐσκον ἡ δωδεκαέτις κόρη του, τὸ Κουμπώ, ἱσταμένη τέως ἔξω παρὰ τὸν παραστάτην, ἐπιστατοῦσα εἰς τὸ κάχλασμα τῆς χύτρας, τοῦ λέγει εἰς τὸ οὖς:

― Ἀφέντ᾽, ἔρχουντι κόσμους.

― Ποιοὶ καὶ ποιοί; εἶπεν ἐξαφνισθεὶς ὁ Κούτρης.

―Ἔρχουντι ὁ Δημητράκης τς Κώτσινας, μαζὶ μὲ τὴ γυναῖκά τ᾽ Ἀσ᾽μηνιώ, καὶ ὁ Γιάννης τς Κ᾽στάλους κι ὁ μπαρμπα-Γιώργης…

― Ποιὸς μπάρμπας Γιώργης;

―Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽.

Ὡς κεραυνὸς ἔπεσε τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὴν ἀκοὴν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη.

―Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽! ἐπανέλαβε μηχανικῶς, κ᾽ ἐξηκολούθησεν, ἐρωτῶν τὴν θυγατέρα του, ὡς ἐὰν ἤξευρεν αὕτη:

― Τί, δὲν κάμανε Ἀνάστασ᾽ στοὺν Ἁι-Χαράλαμπου;

Διότι ἠπόρει πῶς ἐξέπεσε πρὸς τὰ ἐδῶ, ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽. Αὐτὸς ἔκαμνεν αὐτοδικαίως τὸν προεστὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, τί νὰ συνέβη τάχα, καὶ διατί δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου; Μήπως τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ προεστ᾽λίκι ἀπ᾽ ἐκεῖ;

Αὐτός, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, διατί ἴσα-ἴσα ἔβαλε τὰ δυνατά του, ἀποφασίσας νὰ κάμῃ ἐφέτος χωριστὴν Ἀνάστασιν μὲ τοὺς γείτονάς του, εἰς τὸ κατάμερον τὸ ἰδικόν του; Διὰ ν᾽ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὸ φορτικὸν θέαμα τοῦ δευτέρου ἐξαδέλφου του, τοῦ Γιάννη Λαδίκα, εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, ἢ αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς τὸν Ἁι-Χαράλαμπον, οἵτινες ἔκαμαν καὶ οἱ δύο τὸν προεστὸν καὶ τὸν ἐπίτροπον, ἑκάτερος εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀνάπτοντες καὶ σβήνοντες τὰ κηρία, ψιθυρίζοντες ἐπιδεικτικῶς εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερέως παρὰ τὴν βορείαν θύραν τοῦ ἱεροῦ βήματος, περιφέροντες ἐλευθέρως δίσκον, μὲ τὴν ἐπῳδὸν «Τὸ λάδι τῆς ἐκκλησίας, χριστιανοί!» καὶ κάμνοντες «κ᾽μάντο, σὲ οὗλα τὰ πάντα», ἐντὸς κ᾽ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ. Καὶ τώρα, ἀφοῦ κατώρθωσε νὰ ψαλῇ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀφοῦ ἀπέσπασε τόσους βοσκοὺς ἀπὸ τὰ κατάμερα τὰ ἄλλα, ἀφοῦ τοὺς ἐκουβάλησε μεσάνυχτα, ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἀναστασὰ εἰς τὴν Παναγίαν Δομάν, μὲ τὰς γυναῖκάς των, μὲ τὰ παιδιά των, μὲ τὰ κοπάδια των, μὲ τὰ κατσικάκια, βελάζοντα σπαρακτικῶς περὶ τὰς αἶγας, ἔμελλε πάλιν νὰ καταδικασθῇ νὰ ὑποστῇ τὴν πρωτοκαθεδρίαν αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς γεροντοτέρου, ὡς ἔχοντος τάχα δικαιώματα. Ποῖα δικαιώματα;

Ἂς ἔβγαζε τὲς μπολέτες* του νὰ τὲς διαβάσουν! Κ᾽ οἱ δύο, τάχα, ἂς ποῦμε, γράμματα δὲν ἤξευραν, ἀλλ᾽ ἦτον ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐκεῖ, νά ᾽χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ θὰ τὲς ἐδιάβαζε… Ἡ δουλειά του ἦτον νὰ διαβάζῃ… Ἀλλ᾽ ὄχι! δὲν παρεχώρει τὰ πρωτεῖα. Θὰ ἔκαμνε πὼς δὲν τὸν εἶδε, καὶ θὰ ἐκοίταζε, ντουγρού*, πρὸς τὸ ἅγιον βῆμα, χωρὶς νὰ στραφῇ ἐπὶ στιγμὴν πρὸς δυσμάς, ὡσὰν θεοφοβούμενος ποὺ ἦτον, ν᾽ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν λειτουργίαν του. Ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ του, εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του… Ἀλλ᾽ ἐνταῦθα ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἐπάγωσεν, ὁ παλμὸς ἐσταμάτησε πρὸς στιγμήν. Δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του! Τοὐναντίον, εἶχε πατήσει τὰ σύνορα, εἶχε μεταβῆ εἰς ξένον κατάμερον… Ἄ! κι αὐτὸς ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ποὺ ἐπέμενε μὴ θέλων νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά… Ἐκεῖ, ἀδιαφιλονικήτως, ὁ Κούτρης θὰ ἦτο εἰς τὸ κατάμερόν του. Ἀλλ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομὰν εὑρίσκετο ἀκριβῶς, εἰς τὸ κατάμερον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τ᾽ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽!

Τί νὰ κάμῃ; Καὶ αὐτὸς «ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽», κατάλαβες, δὲν ἦτον κανεὶς τυχαῖος, ἐξήσκει ἰσχὺν καὶ γοητείαν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν αἰγοβοσκῶν καὶ τῶν ποιμένων. Καὶ ἰδού, εἰσῆλθεν ἤδη εἰς τὸ παρεκκλήσιον. Ἦτο ὑψηλός, εὔσωμος, ὡραῖος ἀνήρ, μὲ εὔγραμμον τὸ πρόσωπον καὶ μὲ κανονικοὺς χαρακτῆρας. Ἦτο ὡς ἑξῆντα ἐτῶν, ἀλλὰ μόλις ἤρχιζαν, εἰς τὴν πλουσίαν μέλαιναν κόμην του, τρίχες τινὲς νὰ λευκάζωσιν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Εἶχε φθάσει τὴν πρώτην ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος ἐξέγερσιν, τὴν τοῦ 1808. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Σταθᾶν, εἶχε προσφέρει μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας κοκορέτσι εἰς τὸν Βλαχάβαν, εἶχε στρατευθῆ ὑπὸ τὸν Νικοτσάραν. Καὶ ὅλον τὸ ἦθός του, ἡ ὄψις του, οἱ τρόποι του, αἱ κινήσεις του, καὶ τώρα ἀκόμη μετὰ σαράντα ἔτη, καθ᾽ ἣν στιγμὴν εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον ἐφαίνετο ὅτι ἦτο εἰς νεύματα καὶ χειρονομίας μετάφρασις ἢ μιμικὴ παράστασις τοῦ παλαιοῦ διστίχου:

Στὸ Σκιάθο καὶ στὸ Σκόπελο ποτὲ κατὴς δὲν κρένει,
γιατὶ εἶν᾽ λημέρι τοῦ Σταθᾶ, βίγλα τοῦ Νικοτσάρα.

Ὁ Κούτρης, αἰσθανθεὶς αὐτὸν ὅτι εἰσήρχετο, διιδὼν τὸν διακαμόν* του εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναΐσκον, μὲ ὅλην τὴν ἀπόφασιν ἣν εἶχε νὰ μὴ στραφῇ νὰ τὸν ἴδῃ, ἔστρεψεν ἀκουσίως τὴν κεφαλήν, καὶ τὰ βλέμματά των συνηντήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας, ἦλθε κ᾽ ἐστάθη ὄπισθεν τοῦ Κούτρη, ὅστις δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ προσποιηθῇ ὅτι δὲν τὸν εἶδεν. Ἄλλως ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ δὲν τοῦ ἔδωσε καιρὸν νὰ σκεφθῇ, διότι κύψας εἰς τὸ οὖς του ἤρχισε μὲ πονηρὸν μειδίαμα νὰ τοῦ λέγῃ:

― Μ᾽ πῆρις ἀπ᾽ τοὺ κατάμερου τοὺ Γιώργη τοὺν Τρυουλόου, μ᾽ πῆρις κὶ τς Μιχουγιανναῖοι, πατέρα κὶ γυιό, μ᾽ πῆρις κὶ τς τέσσιρις Μαυρουδ᾽μαῖοι, κὶ ἀπουμείναμι λιουστοὶ στοὺν ἁι-Χαράλαμπου. Ἱ παπὰς ἱ ἁιχαραλαμπίτ᾽ς λείπ᾽, ξέρ᾽ς, εἶναι στοὺν Κουτσκιᾶ μέσα, στὰ χουριά. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ μ Παναϊά, κάτου στὴ χώρα, δὲ θέλησε νὰ ᾽ρθῇ, γιατ᾽ εἴμαστι λίοι, κὶ δὲ μαζουνώμαστι πουλλοί, γιὰ νὰ βγάλῃ τοὺν κόπου τ᾽, ἂς ποῦμε. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ τοὺν Ἁι-Γιάννη τς Τρεῖς Ἱεράρχοι, ἱ ἄλλους, εἶναι φημέριους, γιατὶ τοὺν παπ᾽ Ἀγγιλή, πού ᾽ταν ἀπ᾽ ὄξου, μᾶς τούνε πῆρις. Κουντέψαμι ν᾽ ἀπουμείνουμι ἀλειτρούητοι, τέτοια μέρα, γιατὶ δὲ ξέραμι σὲ ποιὰ ἐκκλησὰ θελὰ-πᾶτι ν᾽ ἀναστήσιτι. Τότις κ᾽ ἐγὼ εἶπα, ἂς σ᾽κουθῶ νὰ πάου πίσου, ζ᾽ Κιχριά, μπέλες* κὶ τς βρῶ π᾽θινά, σὶ κανένα ξουκκλήσ᾽, κὶ πιρνώντας ἀπ᾽ ν Δουμάν, σὰ ξαγναντήσου τοὺ Κάστρου, θὲ καταλάβου, μαθέ, σὰ διῶ π᾽θινὰ φέξου* ἀνισῶς κ᾽ εἶναι σὶ κανένα ρημουκκλήσ᾽ τ᾽ Καστριοῦ κι ἀνασταίνουνε. Μὰ δὲν τό ᾽λπιζα, ἀλήθεια, πὼς θελὰ-ρθῆτε σ᾽ Δουμάν, μὲς στοὺ κατάμερό* μ!

Ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης ἐνόησεν, ὀλίγον ἀργά, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅτι μὲ ὅλα τὰ σχέδιά του καὶ τὰς ἐνεργείας του, ὅσον μακρύτερα ἔφευγε τὸν Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ τὴν προεστοσύνην του, τόσον σιμότερα ἐπήγαινε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ κατάμερόν του. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ φεύγῃ τις, πρέπει καὶ νὰ μὴ καταδιώκεται, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἠξεύρῃ πρὸς ποῖον μέρος νὰ κατευθυνθῇ.

Δὲν εἶχεν ἢ νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὰ πρωτεῖα, κ᾽ ἐκεῖνος ἄλλως τοῦ τὰ ἐπῆρε, πρὶν οὗτος τοῦ τὰ παραχωρήσῃ.

* * *

Περὶ τὸ λυκαυγές, ἔληξεν ἡ λειτουργία, καὶ ὁ οὐρανὸς πορφυρίζων ἐκεῖ πρὸς ἀνατολὰς ἔσμιγε μὲ τὴν θάλασσαν κυανῆν ἁπλουμένην κάτω, ἡ δὲ σελήνη ὠχρίασε καὶ τὰ ὀλίγα ἄστρα ἀνὰ ἓν ἔσβηναν τρέμοντα εἰς τὸν αἰθέρα. Καὶ ἡ Ἠὼς ἀνέτειλε μὲ ὅλην τὴν πορφυρᾶν αἴγλην καλλωπίζουσα μὲ γλυκὺ ἐρύθημα βουνά, κοιλάδας καὶ δάση. Ἐφάνη δὲ τότε, ἀποβαλοῦσα τὴν μυστηριώδη τῆς νυκτὸς περιβολήν, ἐν ὅλῃ τῇ καλλονῇ της, ἡ μαγευτικὴ θέσις τῆς Παναγίας Δομάν. Δεξιὰ τὸ ὑψηλόν, βραχῶδες καὶ τεμνόμενον ἀπὸ εὐθαλεῖς χαράδρας βουνόν, τὸ ἀπολῆγον εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. Ἀριστερὰ λόφοι, κοιλάδες, καὶ δάση γραφικῶς ἐναλλάσσονται εἰς τὸ βλέμμα. Ἀντικρὺ ὁ γυμνὸς καὶ ἄγριον μεγαλεῖον ἀποπνέων βράχος τοῦ Κάστρου, μὲ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ πετρώδη νησίδια, καὶ πέραν πέλαγος ἀχανές, φωσφορίζον εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ὑποφώσκοντος ἡλίου· καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς βορρᾶν ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τοὺς τρεῖς λαιμούς της, ὑπὲρ οὓς ἐξέχει ὡς βαθμὶς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος πρὸς ἀνάβασιν εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ λευκόφαιος κῶνος τοῦ Ἄθω μὲ τὴν κορυφὴν εἰς τὰ σύννεφα· πρὸς δυσμὰς τὸ Πήλιον μὲ τὰς ἀναριθμήτους κοιλάδας του καὶ μὲ τὴν θεσπεσίαν του βλάστην, καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ κορυφὴ τοῦ Κισσάβου, ὡς κεφαλὴ ἐμπηγμένη ἐπὶ κορμοῦ ξένου. Καὶ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομὰν δὲν κατεφέρετο πλέον ὡς πρὶν μετὰ βαθέος παφλασμοῦ εἰς τὴν βραχώδη κοιλάδα, ἀλλ᾽ ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς ἡμέρας τὸ νερὸν ἔρρεε μορμυρίζον, μαλακῶς κυλιόμενον ἐπάνω εἰς τὰ βρύα καὶ εἰς τὰ ἀγριοσέλινα, διότι ἐξύπνησαν τῆς ἡμέρας οἱ πολλοὶ καὶ προσφιλεῖς κρότοι.

Τέλος ἐφάνη τοῦ ἡλίου ἡ πρώτη ἀκτίς, καὶ ἀνέθορεν ἀπὸ τῆς θαλάσσης μία πυρίνη παμφαὴς γραμμὴ τοῦ πανεκλάμπρου φωστῆρος. Καὶ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη πρώτη μεγάλη κ᾽ ἐπιβλητικὴ φωνή, ὁ κλαγγασμὸς τοῦ ἀετοῦ, χαιρετίσαντος τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, ἀπὸ τῆς ἀφθάστου καὶ ἀπατήτου ἐπὶ τῶν ἀπορρώγων βράχων καλιᾶς του. Καὶ δευτέρα χαιρετιστήριος φωνὴ ἠκούσθη †ὁ κακκαβισμὸς τοῦ ἱέρακος,† ὁ κρωγμὸς τοῦ ἱέρακος ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, εἰς μίαν ὑψηλὴν χαράδραν τοῦ ἰλιγγιώδους βουνοῦ τοῦ Κουρούπη, ἐκεῖ ἐπάνω. Καὶ τρίτη φωνὴ κλιμακηδὸν ἐχαιρέτισε τὸ παμφαὲς ἄστρον τῆς ἡμέρας, ὁ τιτυβισμὸς τῆς πέρδικος καὶ τῆς τρυγόνος εἰς τὸ μεσοϋψὲς τῆς κοιλάδος. Καὶ τελευταία ἀμέσως ἐχαιρέτισε διὰ τοῦ μινυρισμοῦ της τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἡ γλυκεῖα χελιδών, ἡ ἐπανευροῦσα κ᾽ ἐφέτος τὴν φωλεάν της ἄθικτον εἰς τὰ ἱερὰ σκηνώματα, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ εἰς τὰ καλύβια τῶν χωρικῶν, καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τῆς πόλεως. Καὶ ἀκροτελεύτιοι δειλοὶ μινυρισμοὶ ἠκούσθησαν τῶν μικρῶν στρουθίων ἐπὶ τῶν θάμνων, ὧν τὸ ἕν, μόλις ὑποψελλίζον, ἵστατο ἀποφασιστικῶς προσκολλημένον μὲ τοὺς λεπτοὺς πόδας του ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ἐνῷ τὸ ἄλλο, ψάλλον πρὸς αὐτὸ τὸν ἔρωτά του, ἐπέτα ὁλόγυρά του, ἵστατο πρὸς στιγμὴν ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ὥρμα πρὸς αὐτό, τὸ ἐφίλει, τὸ παρεκάλει, κελαδοῦν, ἐκλιπαροῦν καὶ πάλιν κελαδοῦν.

Τότε καὶ τὰ κατσικάκια, αἰσθανθέντα τὸ θάλπος τῆς ἡμέρας, ἤρχισαν τὰ σκιρτήματά των, εὐφραινόμενα εἰς τὴν ἐπαφὴν τοῦ χόρτου, προσπαίζοντα περὶ τὰς μητέρας των, ὑποβάλλοντα τὸ μικκύλον ρύγχος εἰς τὸν μαστόν ― καὶ δὲν ἤξευρον, ὅτι ἡ λεπὶς τοῦ σφαγέως ἔστιλβε καὶ αὐτὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον…

* * *

Ἐκεῖ, ὑπὸ τὰ ὑψηλὰ δένδρα τῶν ὁποίων οἱ κλῶνοι, μὲ βόμβυκας καὶ μὲ θυσάνους τριχοειδῶν φύλλων κοσμούμενοι, ἐσείοντο ὑπὸ τῆς πρωινῆς αὔρας, ἄνω τοῦ ρεύματος, τοῦ κυλίοντος μετὰ ψιθύρου τὸ διαυγὲς νᾶμά του κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, ἐκάθισαν ἡδονικῶς ὅλοι οἱ βοσκοὶ μὲ τὰς ποιμενίδας καὶ τὰς βοσκοπούλας των, στρώσαντες ἀφθόνους πτέρεις καὶ παχείας φυλλάδας, καὶ ἤρχισαν νὰ διαμελίζωσι τὰ εὐωδιάζοντα ἐπὶ τῆς σούβλας ἀρνία καὶ τὰ ἐρίφια. Ἔφαγον καὶ ηὐφράνθησαν ὅλοι καὶ ἀφοῦ ὁ 〈παπ᾽〉 Ἀγγελὴς εὐλόγησεν, ὡς ἔδει, τὴν φλάσκαν, τὴν μετεβίβασε, μεγάλην, ὑπόχλωρον ἀκόμη, δι᾽ ἐρυθρᾶς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν καὶ φυσῶσαν ἀκαταλήπτους ἤχους ἔνδοθεν, εἰς χεῖρας τοῦ ἐκ δεξιῶν του καθημένου προεστῶτος τῆς ὁμάδος, τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὅστις ἐγερθεὶς προσηγόρευσε διὰ μακρῶν τὴν ὁμήγυριν:

― Κ᾽στὸς ἀνέστ᾽, βρὲ παιδιά! Ἀληθ᾽νὸς οὑ Κύριους! Ζῇ κὶ βασιλεύει! ― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφουρου*! καλὴ καρδιά! καλὴ γερουσύνη, ὅλοι μας! Χρόνους πολλούς! Κὶ τ᾽ χρόν νά ᾽μαστι καλά. Καλὴ χρονιά σας! Πολλὰ τὰ ἔτ᾽! Παπά μ᾽! νὰ χαίρισι τὸ πετραχήλι σ᾽! Εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὸν Κούτρην:

― Γιάννη, πάντα καλῶς νὰ σᾶς βρίσκου.

Ἴσως ἡ φράσις αὕτη ἦτο ὑπαινιγμὸς πρὸς τὰ προηγούμενα συμβάντα. Ἀλλ᾽ ὁ Κούτρης ἀπήντησε μεθ᾽ ἑτοιμότητος:

― Κὶ πάντα καλῶς νά ᾽ρχισι, μπαρμπα-Γιώργη!

Ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ γελάσῃ, καὶ οἱ ἄλλοι τὸν ἐμιμήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ μετεβίβασε τὴν φλάσκαν εἰς τὸν ἀντικρύ του καθήμενον, τὸν Κούτρην, καὶ οὗτος ἔπιε χαιρετίσας διὰ βραχέων. Μετὰ τὴν τρίτην δὲ περίοδον τῆς φλάσκας, οὐδεμίαν πλέον ᾐσθάνετο ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν Γιώργην, ἀλλ᾽ ἠδελφώθησαν ὅλοι των. Καὶ ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς ὃν αἱ πολεμικαὶ ἀναμνήσεις ἐπανήρχοντο ἐναργέστεραι μετὰ τὸ γεῦμα, ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὴν ὁμήγυριν τὸν ἡρωικὸν θάνατον τοῦ Νικοτσάρα.

«Τρία καράβια ἤτανε στὰ νερὰ τῆς Κασσάνδρας μὲ τὰ φουσᾶτα τοῦ Νικοτσάρα καὶ τοῦ Σταθᾶ. Τοῦ Σταθᾶ τὸ καράβι ἦτον ὁλόμαυρο, μαῦρες οἱ πάντες, μαῦρα τὰ ξάρτια, μαῦρα τὰ πανιά, τὸ εἶχε τάξιμο, νὰ μὴν τ᾽ ἀσπρίσῃ, πρὶν ἐμβῇ νικητὴς μέσα στὴ Σαλονίκη. Ὅλη μέρα ἦταν μπονάτσα καραντί*, τὰ τρία καράβια δὲν μποροῦσαν οὔτε μπρὸς νὰ πᾶν, οὔτε πίσου νὰ γυρίσουν γιὰ ν᾽ ἀράξουνε. Ἡ ἀρμάδα ἡ τούρκικη ηὗρε τὸ ρέμα τῆς θάλασσας, καὶ τὸ ρέμα-ρέμα, δῶ τοὺς εἶχε, κεῖ τοὺς εἶχε, τοὺς ἔφτασε ἀπ᾽ τὸ πλάι. Ὣς τόσο οἱ καπεταναῖοι οἱ δυό τους ἀντρειώθησαν. Ἦταν παλληκάρια, ποὺ δὲν πιστεύω νὰ ἐστάθησαν ἄλλοι, τοὺς ἐγνώρισα ἐγὼ πολὺ καλά. Ὁ καπετὰν Σταθᾶς μοῦ ἐχάρισε ἕνα μαμὲ* κεχριμπαρένιο νὰ φουμάρω τὸ τσιμπ᾽κάκι μου, γιὰ νὰ τὸν θυμῶμαι καμμιὰ φορά, κι ὁ καπετὰν Νικοτσάρας, μιὰ φορὰ ποὺ τοῦ ἔδωκα κοκορέτσι, μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια φτιασμένο, τοῦ ἄρεσε τόσο, ποὺ πολλοὺς μῆνες ὕστερα ὅπου μ᾽ εὕρισκε, μὄλεγε: “Τί ἔχουμε, ὠρὲ Γιώργη, δὲν ἔχεις τίποτε κοκορέτσι;” “Ὄρεξη νά ᾽χῃς, καπετάνε μου, τὄλεγα ἐγώ· θέλεις νὰ σοῦ φτιάσω;” Καὶ τρεῖς φορές, ἐθυσίασα τρία πρόβατα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοῦ φτιάσω κοκορέτσι. Ὕστερα, σὰν ἐβγήκανε νὰ πᾶνε κατὰ τὴν Κασσάνδρα, οἱ ἄλλοι σύντροφοί τους, γιατὶ ἤτανε πολλὰ καράβια, μ᾽ ἑφτὰ καπεταναίους πολεμάρχους, ἔλειπαν, εἶχαν μιλημένα νὰ πᾶν ὕστερα νὰ τοὺς βροῦνε. Καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ τοὺς ἔφτασε ἡ ἀρμάδα μὲ τὸ τούρκικο τ᾽ ἀσκέρι ἦταν μοναχοὶ ὁ Νικοτσάρας κι ὁ Σταθᾶς. Καὶ σὰν τοὺς ἔρριξαν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς κανονιές, ἄναψε τὸ τουφέκι, κι ἄρχισε τὸ τόπι νὰ δουλεύῃ, τὸ καράβι τοῦ Νικοτσάρα ἐπιάστηκε μὲ τὴν τούρκικη φεργάδα ξάρτια μὲ ξάρτια, σὰν δυὸ κακὲς γειτόνισσες ποὺ μαλώνουν, καὶ πιάνονται μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Μὰ ὁ Νικοτσάρας μὲ τὸν μπαλτὰ τοῦ ἔσπασε τοὺς γάντζους κ᾽ ἔκοψε τὰ μπαστούνια τοῦ Τούρκου, κ᾽ ἐγλύτωσε τὸ καράβι του ἀπ᾽ τὰ δόντια τοῦ θεριοῦ. Μὰ τὴν τελευταία στιγμή, ἐκεῖ ποὺ νικοῦσαν οἱ δικοί μας, καὶ τὸ μπουλούκι τὸ ρωμαίικο ἐφώναξε βρίζοντας τὴν πίστη τῶν Τούρκων, ἕνα βόλι τοῦ ἦρθε τοῦ Νικοτσάρα, κ᾽ ἐχώθηκε στὴν κοιλιά του, καὶ τὸν ἐλάβωσε βαθιά. Μὰ τὸ παλληκάρι τὸ καλό, εἶναι παλληκάρι καὶ στὸ θάνατό του. “Μ᾽ ἔφαγαν τὰ σκυλιά”, εἶπε μιά, καὶ σφίγγοντας τὰ δόντια, βαστώντας μὲ τὸ χέρι τὰ σωθικά του, ποὺ ἐχυνόντανε ἀπ᾽ τὴν κοιλιά, βαστώντας μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του, ποὺ τοῦ ἔφευγε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἐπρόφτασε κ᾽ εἶπε: “Συντρόφια! πιάστε με καὶ καθίστε με ἀπάνω ἐκεῖ στὰ σκοινιά, κι ἀκουμπῆστέ με ἀπάνω στὸ κατάρτι… γιὰ νὰ μὴν τὸ καταλάβουν τὰ σκυλιὰ πὼς μὲ σκότωσαν καὶ πάρουν θάρρος… γιὰ νὰ μὴν τὸ μάθουν κ᾽ οἱ δικοί μας καὶ δειλιάσουνε”. Καθὼς τοὺς εἶπε, τὸ κάμανε, καὶ τὸν ἀκούμπησαν μισαποθαμένον στὸ κατάρτι… κ᾽ οἱ Τοῦρκοι βλέποντας ἀπ᾽ ἀντίκρυ, ἐτρόμαζαν κ᾽ ἐλέγανε: “Τσάρας ρεΐζ! Τσάρας ρεΐζ!” Ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! Κ᾽ οἱ δικοί μας, ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλα τὰ καράβια, δὲν τὸ πῆραν μυρουδιὰ κ᾽ ἐστάθησαν ἀνδρειωμένοι, κ᾽ ἔδιωξαν τὴν τούρκικη ἀρμάδα. Κι ὅταν ἡ ἀρμάδα ἔγινε ἄφαντη, τότε τὸ ἔμαθαν, κ᾽ ἐγύρισαν πίσου στὸ νησί μας, γιὰ νὰ θάψουν τὸ Νικοτσάρα, ποὺ πέθανε κρατώντας μὲ τὰ χέρια τ᾽ ἄντερά του γιὰ νὰ μὴ χυθοῦν, μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του γιὰ νὰ μὴ φύγῃ. Κ᾽ ἦρθαν καὶ τὸν ἔθαψαν, κάτου στὸ Λεχούνι κοντὰ στὴν ἄμμο, στὸ γιαλό, καὶ τότες τοῦ βγάλανε καὶ τραγούδι:

… Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ φοβέριζε καὶ ὅλοι τὸν ἐτρέμαν,
ἐπῆγαν καὶ τὸν θάψανε στοῦ Λεχουνιοῦ τὸ ρέμα.»

Τοιαῦτα τινά, ἀλλὰ μὲ πολλὰς τροπὰς φωνηέντων καὶ συγκοπὰς συλλαβῶν διηγήθη, ὡς εἶχεν ἐξ ἀκοῆς, ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ μετὰ βαθέος στεναγμοῦ κατέστρεψε τὸν λόγον. Καὶ οἱ αἰπόλοι τὸν ἤκουον μετὰ θαυμασμοῦ, καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ἀκούων μετὰ συντόνου προσοχῆς, ᾐσθάνθη δάκρυ ὑγραῖνον τὴν παρειάν του.

* * *

Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὡς διὰ νὰ παρηγορήσῃ τὸν μπαρμπα-Γιώργην, καθ᾽ οὗ δὲν ἐμνησικάκει πλέον, διότι τοῦ ἐπῆρε τὰ πρωτεῖα, ἠγέρθη καὶ λύσας τὸ ὀνάριόν του, τὸ ὁποῖον ἔβοσκεν ἡσύχως εἰς τὸ λιβάδιον, ἤρχισε νὰ κάμνῃ κάτι παιγνίδια ἰδικά του. Συγχρόνως δὲ ὁ υἱός του ὁ Θοδωρής, δεκαπεντούτης, ὡς διὰ νὰ συνοδεύσῃ μὲ μουσικὴν τοὺς ἀγῶνας τοῦ πατρός του, ἔλαβε τὸ σουραύλι του, καὶ ἤρχισε νὰ συρίζῃ ἁπλοῦν καὶ μονότονον ἦχον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης εἶχεν ἀναβῆ ἐπὶ τοῦ ὄνου ὑποβαλὼν σάγισμα ἀντὶ σέλλας καὶ βαίνων ἀργά, δῆθεν μετὰ σοβαρότητος, ἐπέβαλλεν εἰς τὸ ζῷον νὰ κάμνῃ κάτι βηματισμούς, κατὰ μίμησιν καὶ παρῳδίαν τῶν πολεμικῶν ἵππων. Καὶ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης πότε ἵστατο γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ σαγίσματος, πότε ὑπτιάζετο ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου, πότε ἐκρατεῖτο ἐκ τῆς χαίτης μὲ τὸν ἕνα πόδα ἐπάνω, μὲ τὸν ἄλλον κάτω εἰς τὴν γῆν, πότε ἐχάνετο ὑπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ ζῴου, πότε ἔπιπτε ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι γονάτων μεταξὺ τῶν τεσσάρων ποδῶν τοῦ ὄνου, κ᾽ ἐνῷ ἔλεγες ὅτι τώρα ἔπεσε, καὶ ὅτι ὁ ὄνος θὰ τὸν πατήσῃ, αἴφνης, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, εὑρίσκετο πάλιν ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου. Τοιούτους τινὰς μιμικοὺς ἀγῶνας ἤξευρε νὰ ἐκτελῇ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης. Τίποτε περισσότερον δὲν ἐχρειάζετο διὰ νὰ καγχάζῃ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐν εὐθυμίᾳ ἡ ὁμήγυρις ὅλη.

* * *

Τέλος ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀφῆκε τὸν ὄνον του ἥσυχον, καὶ ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν μιμικόν, ἐξέφερε πρὸς αὐτὸν ἰδίως ἀποτεινόμενος, πρὸς ἐπισφράγισιν τοῦ συμποσίου, τὴν τελευταίαν τῆς ἡμέρας πρόποσίν του, ἥτις ἤχησεν ὑπόκωφος, ὡς νὰ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν πάτον τῆς φλάσκας, 〈ἥτις ἤρχισε〉 πλέον νὰ κλώζῃ καὶ νὰ φυσᾷ.

― Κὶ τ᾽ χρόν᾽ μὶ τοὺ καλὸ νὰ σᾶς βρῶ!

Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀπήντησε:

― Καλῶς νὰ ᾽ρθῇς, μπαρμπα-Γιώργη μ᾽!

(1892)

 

  1. Κούτρης (ἤτοι κέσφος = κεφαλάς), καλεῖται παρ᾽ ἡμῖν τὸ ἀβάπτιστον ἄρρεν, Κοσσοὺ δὲ τὸ θῆλυ. Δράκος καὶ Δρακούλα, καλοῦνται τὰ βαπτισμένα βρέφη, κατόπιν δυσχεροῦς τινος ἢ ἐπιφόβου καὶ ἀντιπαθοῦς νόσου, οἷον σπασμῶν, ἐπιληψίας, κτλ. λαμβάνοντα τὴν προσηγορίαν ταύτην ὡς ἀλεξητήριον καὶ φυλακτικὸν κατὰ πάσης βασκανίας. Ἐν τῷ κειμένῳ ὁ Κούτρης = σπανός.
  2. ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 
  3. ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
  4. https://www.youtube.com/watch?v=FCT4l7Qx2ls

Ο αστερισμός Καμηλοπάρδαλις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Καμηλοπάρδαλις + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

   ΓΕΝΙΚΑ: Η Καμηλοπάρδαλις, [συντ.: Cam] είναι αστερισμός του Βόρειου ημισφαιρίου που καταγράφηκε πρώτη φορά το 1624 και είναι ενταγμένος στους 88 επίσημους αστερισμούς. Έχει έκταση 756,8 τετ. μοίρες [18ος μεγαλύτερος αστερισμός] και είναι πλήρως ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 90° Βόρεια έως 3° Νότια.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Αυτή η μεγάλη περιοχή που εκτείνεται μεταξύ του Πολικού Αστέρα και του αστερισμού του Ηνιόχου, δεν έχει κάποιο σημαντικό αστέρα, γεγονός που εξηγεί το λόγο για τον οποίο, αν και είναι ορατή όλο το χρόνο, σημειώθηκε για πρώτη φορά μόλις το 1624 από τον Γερμανό μαθηματικό Jakob Bartsch, συγγενή του Γιοχάνες Κέπλερ. Το όνομα του αστερισμού είναι άμεσα συνυφασμένο με το σχήμα του: μακρύ και λεπτό σαν το λαιμό μιας καμηλοπάρδαλης.


  ΚΥΡΙΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ: Ο αστερισμός συμπερλαμβάνει 152 ορατά ουράνια σώματα [≤ 6,5]. Κανένας αστέρας εδώ δεν φέρει κύριο όνομα και μόνο τρεις διαθέτουν ονομασία με ελληνικό γράμμα. Ο πιο λαμπρός αστέρας, ο β Καμηλοπάρδαλης, έχει φαινόμενο μέγεθος 4,03 αλλά είναι ελάχιστα φωτεινός επειδή απέχει πολύ από τη Γη [1000 έ.φ.]. Ο αστέρας αυτός είναι ένας γαλάζιος υπεργίγαντας, 32 φορές πιο ογκώδης από τον Ήλιο, ενώ έχει μάζα 7 φορές μεγαλύτερη από την ηλιακή. Αποτελεί τριπλό αστέρα γιατί σε απόσταση 25.000 αστρονομικών μονάδων [Αu] από το κύριο μέλος περιφέρεται - κάθε ένα εκατομμύριο έτη - ένα ζεύγος δυο άλλων αστέρων. Ο α Καμηλοπάρδαλης, παρά το όνομα του, δεν είναι ο λαμπρότερος αστέρας του αστερισμού, ούτε καν. Με φαινόμενο μέγεθος 4,26, είναι ο τρίτος πιο λαμπρός του αστερισμού. Αυτός ο αστέρας φαίνεται σε μας τόσο ελάχιστα φωτεινός, επειδή απέχει πολύ από το ηλιακό μας σύστημα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του δορυφόρου Hipparcos [Ίππαρχος], απέχει 6.940 έτη φωτός, αλλά σε αυτή την απόσταση, οι υπολογισμοί έχουν μεγάλο περιθώριο λάθου. Ο α Καμηλοπάρδαλης είναι ένας γαλάζιος-λευκός υπεργίγαντας, με μάζα τουλάχιστον 25 φορές μεγαλύτερη από του Ήλιου και που, αν ήταν στο δικό μας Σύστημα, θα εκτεινόταν πέρα από την τροχιά της Γής! Χάνει, όμως, συνεχώς μάζα, γεγονός που εκδηλώνεται με σημαντικό αστρικό άνεμο, και στο τέλος της ζωής του θα μετατραπεί σε υπερνόβα1 (hypernova).

ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ: Η Καμηλοπάρδαλις περιλαμβάνει το ανοιχτό σμήνος NGC1502 και τον σπειροειδή γαλαξία NGC 1502. Στον αστερισμό, ο αστέρας U Καμηλοπάρδαλης είναι αστέρας άνθρακα [φ.μ. 7,35]. Ο αστέρας βρίσκεται στα τελευταία στάδια της ζωής του και αποβάλλει κελύφη αερίων, τα οποία σχηματίσαν ένα τέλεια σφαιρικό νεφέλωμα. Αξίζει, τέλος, να αναφέρουμε πως το διαστημικό όχημα Βόγιατζερ 1 κατευθύνεται προς τον αστερισμό της Καμηλοπάρδαλης.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


1. Υπερνόβα είναι ένας θεωρητικός τύπος Σουπερνόβα που προκύπτει όταν ένας αστέρας εξαιρετικά μεγάλης μάζας καταρρέει στο τέλος της ζωής του. Σε ένα υπερνόβα, ο πυρήνας του αστέρα καταρρέει για να μετατραπεί απευθείας σε μαύρη τρύπα, ενώ δυο πίδακες πλάσματος εξαιρετικά ενεργειακοί εκπέμπονται κατά μήκος του άξονα περιστροφής του αστέρα με ταχύτητα που προσεγγίζει αυτήν του φωτός. Αυτοί οι πίδακες εκπέμπουν έντονες ακτίνες γ.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η προς Εβραίους Επιστολή του Αποστ. Παύλου AUDIOBOOK [ΒΙΝΤΕΟ] κείμενο-ερμηνευτικά διαβ. ο Κων/νος Οικονόμου

 Η προς Εβραίους Επιστολή του Αποστ. Παύλου AUDIOBOOK [ΒΙΝΤΕΟ] κείμενο-ερμηνευτικά διαβ. ο Κων/νος Οικονόμου Papyrus 13 - British Library Pa...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....