Ετικέτες - θέματα

10.5.25

Υπερκαινοφανείς αστέρες +ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Υπερκαινοφανείς αστέρες +ΒΙΝΤΕΟ

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου 

   

Εικόνα 1: Υπολείμματα από το Σουπερνόβα Kepler, SN 1604.

   Ο όρος υπερκαινοφανείς αστέρες ή σουπερνόβα (supernova) αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγονται εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από την ιονισμένη ύλη πλάσματος και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει, μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες.

ΤΡΟΠΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ: Υπάρχουν δύο διαφορετικοί δρόμοι για αυτή την κατάληξη: είτε όταν ένας αστέρας μεγάλης μάζας παύει να παράγει ενέργεια στον πυρήνα του, οπότε και καταρρέει κάτω από τη δύναμη της ίδιας του της βαρύτητας (περίπτωση υπερκαινοφανούς Τύπου Ib και Τύπου II), είτε όταν ένας λευκός νάνος, που είναι ήδη συρρικνωμένος και παγωμένος αστέρας, απορροφά το υλικό (τη μάζα) από ένα συνοδό αστέρα όταν φτάσει στο κρίσιμο όριο απορόφησης μάζας, το λεγόμενο Όριο Τσαντρασεκάρ (Chandrasekhar), οπότε και θα υποστεί ομοίως θερμοπυρηνική έκρηξη καταρρέοντας κάτω από τη δύναμη της βαρύτητας (περίπτωση υπερκαινοφανούς Τύπου Ia). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις η θερμοπυρηνική έκρηξη εκτινάσσει μεγάλο μέρος του αστρικού υλικού με μεγάλη δύναμη και ταχύτητα που υπερβαίνει τα 3.000 χλμ/δευτερόλεπτο (ή τα 10,8 εκατομμύρια χιλιόμετρα την ώρα!), προς όλες τις κατευθύνσεις. Θεωρείται μάλιστα ότι η λάμψη τέτοιων εκρήξεων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τη συνολική λάμψη ολόκληρου του γαλαξία!

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Οι υπερκαινοφανείς αστέρες Τύπου Ia πιστεύεται ότι έχουν παντού την ίδια μέγιστη απόλυτη λαμπρότητα (απόλυτο μέγεθος), και έτσι χρησιμεύουν ως δείκτες-υπολογιστές τεράστιων (κοσμολογικών) αποστάσεων στο Σύμπαν. Αντίθετα, οι υπερκαινοφανείς Τύπου Ib και II έχουν ποικίλες απόλυτες λαμπρότητες, ανάλογα με τη μάζα του αστέρα που τους παράγει, αυτού που ονομάζεται προγεννήτωρ αστέρας.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ: Η έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς αστέρα δημιουργεί ένα κύμα στον γύρω χώρο, αφήνοντας ένα είδος νεφελώματος που είναι γνωστό ως υπόλειμμα υπερκαινοφανούς. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή όλων των βαρύτερων από το οξυγόνο στοιχείων, και η μοναδική πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όλο το ασβέστιο που έχει ο άνθρωπος στα οστά του αλλά και όλος ο σίδηρος του ανθρώπινου οργανισμού έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και εκατομμύρια χρόνια!! Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στο μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη [αστρική σκόνη] που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών. Αυτή η διαδικασία εμπλουτισμού καθόρισε και τη σύνθεση του Ηλιακού μας Συστήματος πριν από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, και έκανε εφικτή τη χημεία της ζωής στον πλανήτη μας. Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε δημιουργήθηκαν σ' ένα άστρο κι έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς όχι κατά τύχη, αλλά με Δημιουργικό Σκοπό, την εμφάνιση της ζωής. Η έκρηξη υπερκαινοφανούς δημιουργεί ασύλληπτα μεγάλες θερμοκρασίες, και κάτω από ορισμένες συνθήκες, οι πυρηνικές αντιδράσεις σύντηξης που λαμβάνουν χώρα μπορούν να δημιουργήσουν ορισμένα από τα βαρύτερα στοιχεία, όπως το σπανιότατο καλιφόρνιο.  Οι επιπτώσεις, όμως, μιας πολύ κοντινής έκρηξης σουπερνόβα θα ήταν καταστροφικές και όχι, πλέον, χρήσιμες, για τη ζωή πάνω στη Γη. Το ωστικό κύμα μιας τέτοιας έκρηξης θα μπορούσε να καταστρέψει ανεπανόρθωτα το προστατευτικό στρώμα του όζοντος. Χωρίς το όζον όλοι οι έμβιοι οργανισμοί στη στεριά και στα ρηχά νερά θα ήταν εκτεθειμένοι στις υπεριώδεις ακτινοβολίες, οι οποίες θα κατέστρεφαν το DNA οιουδήποτε ζωντανού. Για να γίνει όμως αυτό το εφιαλτικό σενάριο πραγματικότητα θα πρέπει οι αστέρες αυτοί να βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 500 ετών φωτός. Μέχρι στιγμής στην ανθρώπινη ιστορία καμία έκρηξη σουπερνόβα δεν ήταν τόσο κοντινή. Η πιο κοντινή έκρηξη που παρατηρήθηκε στην Ιστορία της ανθρωπότητας σημειώθηκε το 1054 στον αστερισμό του Ταύρου. Τότε ο υπερκαινοφανής αστέρας βρισκόταν σε απόσταση 6.300 ετών φωτός. Στα προϊστορικά χρόνια, η έκρηξη που δημιούργησε τον αστέρα νετρονίων Geminga, στον αστερισμό των Διδύμων, πρέπει να έγινε σε απόσταση περίπου 510 ετών φωτός από τη Γη. Υπολογίζεται πως μετά από 1.000 περίπου χρόνια, κάποια από τα αστέρια που απέχουν μόλις μερικές εκατοντάδες έτη φωτός από τη Γη, όπως ο Betelgeuse [Μπετελγκέζ], που απέχει 427 έτη φωτός από τη Γη, θα εκραγούν πιθανότατα ως υπερκαινοφανείς.

ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ: Nova στη λατινική γλώσσα σημαίνει «νέα» και αναφέρεται σε αυτό που μοιάζει να είναι ένα πολύ φωτεινό νέο αστέρι [το ουσιαστικό stella στη Λατινική, που σημαίνει αστέρας, είναι θηλυκό, γι' αυτό και το επίθετο είναι θηλυκού γένους] στην ουράνια σφαίρα. Οι αστρονόμοι του Μεσαίωνα, μη γνωρίζοντας ότι παρατηρούσαν μια έκρηξη, θεωρούσαν ότι επρόκειτο για την εμφάνιση ενός νέου αστεριού [εξ ου και το όνομα καινοφανής=πρόσφατα εμφανισθείς], που χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τον Τύχο Μπράχε. Το πρόθεμα «υπερ-» ("Super") που τέθηκε για να ξεχωρίσουν κάποιοι απ' αυτούς από τους απλούς Καινοφανείς ή νόβες (novae), ήταν οι αστρικές εκρήξεις οι οποίες επίσης σχετίζονται με την αύξηση της φωτεινότητας ενός είδους διπλού αστέρα. Παρ' όλα αυτά, είναι λάθος να θεωρούμε τη σουπερνόβα ένα νέο αστέρι, επειδή στην πραγματικότητα είναι απλώς ο θάνατος ενός αστέρα, ή η μόνιμη μετατροπή του σε κάτι τελείως διαφορετικό, ένα αστρικό “πτώμα” με το πιο φαντασμαγορικό στο σύμπαν επιθανάτιο ορατό “ρόγχο”!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φαντασμαγορικές φωτογραφίες που δημοσιεύονται σε διάφορα αστρονομικά περιοδικά, άρθρα ή παρουσιάσεις των παραπάνω αστέρων, δεν προέρχονται από μία φωτογραφική μηχανή αλλά αποτελούν σύνθετες φωτογραφίες δύο, τριών ή και περισσοτέρων διαστημομηχανών ή διαστημικών τηλεσκοπίων που το καθένα "κωδικοποιεί" μέρος του φάσματος με συγκεκριμένο χρώμα π.χ. (ενδεικτικά), ο "Χαμπλ" κωδικοποιεί στο πράσινο, ο "Σπίτσερ" στο κόκκινο, ο "Σάντρα" σε γαλάζιο. Από αυτές τις λήψεις προέρχεται η σύνθεση των επιμέρους φωτογραφιών το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτό που βλέπουμε, όπως και στη φωτογραφία που εδώ παρατίθεται.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

9.5.25

Η Ανάληψη του Κυρίου +ΒΙΝΤΕΟ + ΥΜΝΟΙ Μια μάλλον παραγκωνισμένη, σήμερα, μεγάλη δεσποτική εορτή Του Κων/νου Αθ Οικονόμου δασκάλου

 

Η Ανάληψη του Κυρίου +ΒΙΝΤΕΟ

Μια μάλλον παραγκωνισμένη, σήμερα, μεγάλη δεσποτική εορτή


Του Κων/νου Αθ Οικονόμου δασκάλου



   Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Θεανθρώπου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει τη Δεσποτική Εορτή της εις ουρανούς Αναλήψεως του Κυρίου. Πρόκειται για μια εορτή, που επειδή πέφτει πάντοτε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή καθημερινή, δεν έχει ανάλογη της σημασίας της θέση στη συνείδηση του λαού, όπως συμβαίνει με άλλες μεγάλες εορτές, σαν αυτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων, του Ευαγγελισμού, της Αναστάσεως, κ.α. Ακόμη, ειδικά στην εορτή της Αναλήψεως, απέχει ο μαθητόκοσμος, διότι τέτοιες ημέρες έχουν εισέλθει στην εξεταστική περίοδο, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να αδυνατούν να συνοδέψουν τους μαθητές τους για εκκλησιασμό. Ακόμη εμείς οι μεγαλύτεροι, ασκούμενοι καθημερινά με τις βιοτικές μας μέριμνες, ακούμε και μαθαίνουμε για την εορτή αυτή πολλά χρόνια αργότερα, ίσως και δεκαετίες μετά από τα σχολικά μας χρόνια, χωρίς να έχουμε βιώσει λατρευτικά αυτή τη μεγάλη εορτή και πανήγυρη.

Η Ανάληψη ακολουθεί την Ανάσταση. Είναι αμέσως μετά το διάστημα των σαράντα ημερών, που ο Κύριος εμφανιζόταν συχνά στους μαθητές του. Στο διάστημα αυτό ο Κύριος, με τις συνεχείς εμφανίσεις του αλλά και εξαφανίσεις του, πρώτον αποδεικνύει το γεγονός της Αναστάσεως Του και δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει με λίγα λόγια οι μαθητές του Κυρίου και μελλοντικοί Απόστολοι να χειραφετηθούν από τη συνεχή σωματική αίσθηση και αντίληψη του Χριστού. Τους προετοιμάζει, με λίγα λόγια, να Τον επιζητούν με τους πνευματικούς τους οφθαλμούς στο επόμενο διάστημα της δικής τους αποστολής προς τα έθνη. Έτσι η ένσαρκος παρουσία του Κυρίου στη γη που άρχισε με τη γέννησή Του εδώ σταματά. Όμως, ο ένσαρκος Κύριος θα ξαναφανεί. Τότε: “και τότε φανήσεται τὸ σημείον του υιου του ανθρώπου εν τω ουρανώ, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαὶ της γης και οψονται τον υιὸν του ανθρώπου ερχόμενον επὶ των νεφελων του ουρανού μετὰ δυνάμεως και δόξης πολλής.” (Ματθ. κδ΄30) Μέχρι τότε οι πιστοί ανά τους αιώνες μαθαίνουμε να ζούμε με τη διαρκή και αόρατη παρουσία Του, όπως και ο ίδιος το τόνισε: “και ιδοὺ εγὼ μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως η σωματική παρουσία του Κυρίου δεν εξέλειπε εντελώς. Η σωματική Του παρουσία που ακόμη υπάρχει και θα υπάρχει έως της συντελείας του κόσμου είναι στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στον άρτο και τον οίνο, που στα “σα εκ των σων” μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Κυρίου. Έτσι ο πιστός μπορεί να δεχθεί τον Κύριο μέσα του και Εκείνος να εισέλθει μέχρι και το τελευταίο του κύτταρο, να εισδύσει στην ουσία της ύπαρξής του, και εντέλει ο δεχόμενος τον Κύριον να θεωθεί.

  Ανελήφθη, λοιπόν, στους ουρανούς ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος οδήγησε τους μαθητές Του προς το δρόμο της Βηθανίας και το όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού σήκωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε: “Εξήγαγε δε αυτοὺς έξω έως εις Βηθανίαν, και επάρας τὰς χειρας αυτού ευλόγησεν αυτούς.” (Λούκ. κδ΄50) Έτσι, ευλογώντας τους, χωρίστηκε απ' αυτούς και εφέρετο προς τον ουρανό, μέχρι που χάθηκε απ' τα μάτια τους. “και εγένετο εν τω ευλογειν αυτὸν αυτοὺς διέστη απ' αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. και αυτοὶ προσκυνήσαντες αυτὸν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλὴμ μετὰ χαράς μεγάλης” (Λούκ. κδ΄51-51). Αλλά πώς ανελήφθη; Και με την ανθρώπινη Του φύση. Έτσι την ανθρώπινή Του φύση, την ενωμένη με τη Θεία Του υπόσταση, που την ένωσε αχωρίστως, ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιρέτως, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, την πήρε και την τοποθέτησε πάνω από Αγγέλους και Αρχαγγέλους, ψηλότερα από Χερουβίμ και Σεραφίμ, δίπλα στο θρόνο του Θεού Πατέρα. Με απλά λόγια ο Κύριος θέωσε και την ανθρώπινη φύση Του, δίνοντας μας μια ιδέα για το πώς θα είναι τα σώματα των αναστημένων πιστών κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία.

Ακόμη, αξίζει να τονιστεί πως η Ανάληψη, αυτή καθ' αυτή, οδηγεί στην Πεντηκοστή, τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Κύριος είχε υποσχεθεί,πριν την Ανάληψη Του, ότι θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα. Πράγμα που τελικά έγινε δέκα ημέρες αργότερα. “Ο Κύριος Ιησού Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού (Μάρκ. ιστ΄ 19), στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρώπινων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας (Ιωάν. ιε΄26), ο οποίος επεδήμησε (ήρθε και εγκαταστάθηκε) κατά την ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει έως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία των πιστών συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Κυρίου.” (Π. Ευδοκίμωφ).

   

   Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε πριν απ' αυτό το γεγονός, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, (...) εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.

Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε; Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. ξη΄10) (…) Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί ΌΛΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ. Ακόμη προσθέτει ο ίδιος Πατέρας: “Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του», ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά. Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, «έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού· Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω» (Ησαΐας α΄ 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. «Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού» (Παροιμ. στ΄6) (…) Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.” (Χρυσοστόμου, Ι., «Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού», Ε.Π.Ε., 36)

Απολυτίκιο (ήχος δ΄):

Ανελήφθης εν δόξη, Χριστό ο Θεός ημών,

χαροποιήσας τους Μαθητάς,

τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος,

βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας,

ότι Συ ει ο Υιός του Θεού,

ο Λυτρωτής του κόσμου.

1. ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=nhIV44mGivM

2. YMNOI THΣ ΕΟΡΤΗΣ:


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=M6u1Qo_qMcM



8.5.25

Δολοφονήθηκε από σατανιστές μέσα στο Ναό! Ο Άγιος Νεομάρτυς π. Ιωάννης της Σάντα Κρουζ 18.5 - Η ασματική του ακολουθία του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Δολοφονήθηκε από σατανιστές μέσα στο Ναό! Ο Άγιος Νεομάρτυς π. Ιωάννης της Σάντα Κρουζ 18.5 - Η ασματική του ακολουθία 

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου


ΤΟ ΦΤΩΧΟΠΑΙΔΟ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
: Ο Άγιος Νεομάρτυρας πατήρ Ιωάννης της Σάντα Κρούζ γεννήθηκε το 1937 στο χωριό Αποίκια της Άνδρου και λεγόταν Καρασταμάτης. Η ατμόσφαιρα του χωριού ήταν ποτισμένη με τον Ορθόδοξο τρόπο ζωής, μιας που οι κάτοικοι του χωριού ήταν πιστοί κι ακολουθούσαν πάντα το πρόγραμμα της εκκλησίας. Αυτό επηρέαζε βαθύτατα τον νεαρό Ιωάννη που έβλεπε μέσα στην άδολη καρδιά του να ανάβει ο πόθος για τον Θεό. Σαν αγόρι που έζησε τα παιδικά του χρόνια στο νησί της Άνδρου, είδε πολλά θαύματα που ο Θεός έκανε στην καθημερινή ζωή των συγχωριανών του. Είδε την δύναμη της προσευχής και δυνάμωσε την πίστη του στον Θεό. Αν και δεν παρακολούθησε οποιοδήποτε θεολογικό σχολείο, ήθελε από μικρός να γίνει ιερέας. Σε ηλικία 20 ετών πήγε μετανάστης στην Αμερική όπου και δημιούργησε οικογένεια. Συγκεκριμένα, πέντε χρόνια αργότερα παντρεύτηκε μια Ελληνίδα της εκεί κοινότητας, την Αθανασία Ματσέλη. Έγινε σύντομα πατέρας δύο παιδιών, της Μαρίας και του Φωτίου.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΟΣΥΝΗ: Οι πόλεις, όμως, στις Η.Π.Α ήταν σε πλήρη αντίθεση με αυτό που έζησε στο χωριό του τα παιδικά του χρόνια. Όλες αυτές οι αναμνήσεις δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό του στην νέα γη που έζησε. Με την υποστήριξη και την ενθάρρυνση του Ιερέα Γεωργίου Βογδάνου, ενός ιερέα που διείδε στο πρόσωπο του Ιωάννη ακεραιότητα και ζήλο ενός αληθινού ιερουργού χειροτονήθηκε διάκονος το 1971 με την ευλογία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, ο οποίος τον υποστήριξε σε αυτήν του την προσπάθεια. Δεδομένου ότι και η αγάπη του για την εκκλησία και η αγάπη για το ποίμνιο ήταν τόσο προφανείς, μετά από μερικές εβδομάδες χειροτονήθηκε ιερέας από τον επίσκοπο Μελέτιο Χριστινόπολης του Σαν Φρανσίσκο. Εξυπηρέτησε αρχικά την ελληνική Ορθόδοξη κοινότητα στο Anchorage της Αλάσκα, στο έδαφος του Αγίου Γερμανού που ευλαβείτο πολύ. Αργότερα, τοποθετήθηκε στη κοινότητα του ST George του Βανκούβερ, στον Καναδά, και έπειτα σε άλλη κοινότητα, στο Αναχάιμ της Πενσυλβανία. Τελική του τοποθέτηση ήταν η περιοχή της Santa Cruz στην Καλιφόρνια, μια περιοχή που είχε ονομαστεί έτσι από τους Ισπανούς ιεραποστόλους [παπικούς μισσιονάριους].


ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ ΚΡΟΥΖ: Επειδή η ορθόδοξη κοινότητα στη Santa Cruz ήταν πολύ μικρή για να αποκτήσει αμέσως έναν ναό, ο πατήρ Ιωάννης άρχισε να εξυπηρετείται για την θεία λειτουργία σε μια κοντινή πόλη που λέγεται Aptos, στο παρεκκλήσι μιας φτωχής μονής. Οι καλόγριες σε αυτό το μοναστήρι του έδιναν την εκκλησία αργότερα από το κανονικό γιατί την χρησιμοποιούσαν αυτές το πρωί. Οπωσδήποτε ο πατήρ Ιωάννης ήξερε ότι είχε πολλή εργασία να κάνει. Απογοητεύθηκε μερικές φορές από την έλλειψη ενεργού ενδιαφέροντος μεταξύ του ποιμνίου του. Είχε πάντα μια δυνατή πίστη και δεν του άρεσε ποτέ η χλιαρότητα στην καρδιά των πιστών. Έτσι λοιπόν, στόχος του ήταν να αναζωογονήσει αυτήν την πίστη μέσα σε κάθε ένα από τους ενορίτες του, έτσι ώστε οι ίδιοι να αγωνίζονται με ζήλο για τη βασιλεία των Ουρανών. Πίστευε μέσα του ότι αυτό είναι αναγκαίο για κάθε πιστό μέλος της Εκκλησίας. Ήξερε όμως ότι για να πετύχει αυτό τo στόχο έπρεπε να το κάνει σιγά σιγά. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να απαιτήσει πάρα πολλά αμέσως, αλλά έπρεπε να είναι ευγενικός και υπομονετικός, ένας ιερέας όλο αγάπη, κοντά στις αδυναμίες του ποιμνίου του, ώστε αυτοί να μη συντριβούν και αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την Ορθόδοξη πίστη, ακούγοντας τις ποικιλώνυμες σειρήνες της εποχής. Το χάσμα μεταξύ του ποιμένα και των λογικών προβάτων έπρεπε να γεφυρωθεί βαθμιαία, και ο πατήρ Ιωάννης έπρεπε να φέρει θερμή πίστη στις καρδιές του ποιμνίου του με προσευχή και προσοχή. Κάποτε, βέβαια, ο πατήρ Ιωάννης μιλούσε και με τόνο επίπληξης για να αφυπνήσει το εκκλησίασμα από τον πνευματικό ύπνο. Αλλά συνήθως τους ενέπνεε με την πραότητά του και τον ήρεμο χαρακτήρα του.

ΚΤΙΣΙΜΟ ΝΑΟΥ: Σύντομα, ο πατήρ Ιωάννης έφερε στο ποίμνιό του την επιθυμία να κτίσουν τη δική τους εκκλησία. Έτσι, συγκέντρωσαν ένα σεβαστό χρηματικό ποσό και αγόρασαν ένα κτήριο για το σκοπό τους. Αυτό ήταν προηγουμένως ένα ερειπωμένο σπίτι στη Santa Cruz, απέναντι από την δημόσια βιβλιοθήκη και στο καλύτερο μέρος της πόλης για ιεραποστολική δραστηριότητα. Το μεγάλο και ψηλό κτήριο χρειαζόταν πολλή εργασία για να μετατραπεί σε εκκλησία. Ο πατήρ Ιωάννης έκανε ένα μεγάλο μέρος της εσωτερικής εργασίας ο ίδιος. Όταν ολοκληρώθηκε ο ιερός Ναός, στη μνήμη του μεγίστου των Προφητών, του Ηλία, έγινε ένα πνευματικό καταφύγιο, στο κέντρο της πόλης Santa Cruz, ένα κέντρο ορθόδοξης ομολογίας σε μια περιοχή, τυπική του Δυτικού κόσμου, όπου οι άνθρωποι ήταν απομακρυσμένοι από τον Θεό.


   ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ: Ο πατήρ Ιωάννης δεν θέλησε με κανένα τρόπο η Ορθόδοξη κοινότητά του να είναι μια κλειστή κοινότητα που να αναφέρεται μόνο στις λιγοστές [75-80] ελληνικής καταγωγής οικογένειες, άλλα έψαχνε πάντα και χαίρονταν να ανακαλύπτει νέες καρδιές, οποιεσδήποτε ένθερμες νέες ψυχές που έρχονταν σε αναζήτηση του αληθινού χριστιανισμού. Άλλωστε η πόλη αυτή δεν είχε μόνο σκοτεινά στοιχεία αλλά και ιδεαλιστές νέους που επιθυμούσαν κάτι ανώτερο και πνευματικότερο από τις αμερικανικές αξίες του υλισμού και του ανταγωνισμού. Μάλιστα, ώσπου να κτιστεί ο Ιερός Ναός, μια μικρή αλλά σημαντική ʺορθόδοξη μαγιά” είχε αρχίσει ήδη να εμφανίζεται στο εκεί Πανεπιστήμιο. Αυτό ήταν κυρίως αποτέλεσμα της ιεραποστολικής εργασίας, του Ιερομονάχου Αναστασίου πρωτίστως, που θυσίασε αρκετά έτη της ζωής του στο δόσιμο της Ορθοδοξίας στους νέους, αλλά και του πατρός Σεραφείμ. Μέσω αυτών των “σκευών εκλογής” του Κυρίου, πολλοί σπουδαστές στη Santa Cruz αγκάλιασαν την Ορθόδοξη πίστη και αφιέρωσαν τις ζωές τους στην διακονία του Χριστού. Ο πατήρ Αναστάσιος και ο πατήρ Σεραφείμ ζούσαν σε μοναστήρια μακριά από το πανεπιστήμιο και έτσι οι Ορθόδοξοι σπουδαστές πήγαιναν στον πατέρα Ιωάννη και στο Ναό του για να ενισχυθούν πνευματικά. Ο πατήρ Ιωάννης τους χαιρετούσε πάντα με ένα ακτινοβόλο χαμόγελο και με μια θερμή αγάπη, βλέποντας στα νέα πρόσωπά τους τον ενθουσιασμό που θα είχαν για να κρατήσουν την Ορθοδοξία ζωντανή για τις μελλοντικές γενιές. Έτσι αυξήθηκε η πίστη τους, ενώ όλο και περισσότερες νέες ψυχές γνώριζαν την Ορθοδοξία. Δεδομένου, όπως προείπαμε, ότι η εκκλησία του Προφήτη Ηλία ήταν στο κέντρο της πόλης, οι άνθρωποι προσέτρεχαν από παντού γείτε ια να υποβάλουν τις ερωτήσεις τους είτε να προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες. Ο πατήρ Ιωάννης είχε πάντα ανοικτές τις πόρτες και ήταν πάντα διαθέσιμος για κάθε ανάγκη. Οι άνθρωποι της Santa Cruz τον εμπιστεύονταν πλήρως γιατί το μέτρο της αγάπης του αγκάλιαζε τον οποιονδήποτε. Είχε μεγάλη αγάπη για τους φτωχούς, και ήταν χρήσιμος σε όλους όσους του ζητούσαν βοήθεια ανεξάρτητα από την θρησκεία τους. Δεν ήταν σπάνιο να τον ξυπνούν τα άγρια μεσάνυχτα και να ζητήσουν την βοήθεια του άνθρωποι ενδεείς. Κανένα δεν απέρριπτε, τους έδινε πάντα ελεημοσύνη και ένα γεύμα. Μάλιστα πολλές φορές οι δικοί του φοβούνταν τους κακοποιούς της νύχτας και τον συμβούλευαν να προσέχει. Στη Santa Cruz, όπως σε κάθε τυπική πόλη του άκρατου δυτικού οικονομικού ανταγωνισμού, υπήρχαν άνθρωποι που είχαν απωλέσει κάθε ελπίδα, και ζούσαν μια ζωή περιπλάνησης και μοναξιάς. Άνθρωποι περιθωριακοί που στον πατέρα Ιωάννη έβλεπαν το τύπο του Χριστού.

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ: Παρ΄ ότι έζησε χρόνια στην Ελλάδα, δεν ήταν καθόλου εθνοκεντρικός. Έλεγε ότι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός δεν ήταν μόνο για τους Έλληνες αλλά ήταν περισσότερο καθολικός (για όλους). Η αγάπη του για το Θεό τον έκανε να γίνει ένας ενθουσιώδης ιεραπόστολος για όλους τους κατοίκους των διαφόρων εθνοτήτων που ζούσαν εκεί. Έτσι πήγαινε στα δημόσια πάρκα όπου με ομιλίες, με βυζαντινές μελωδίες και συζητήσεις γνώρισε στους Αμερικανούς, κυρίως σε νέα παιδιά, ακόμη και άλλων δογμάτων ή θρησκειών, τις αλήθειες της πίστεως. Στηρίχθηκε σταθερά στην ανόθευτη Ορθόδοξη πίστη και απέρριπτε τις ψεύτικες οικουμενικές κινήσεις των ημερών του [οικουμενισμό και τα τοιαύτα]. Με την ένθερμη ποιμενική του εργασία προσπαθούσε να μετατρέψει πολλούς ανθρώπους που ήταν απλά βαπτισμένοι Ορθόδοξοι χριστιανοί και όπου οι δέσμευση τους με την εκκλησία ήταν τελείως εξωτερική και τυπική να συμμετέχουν ενεργά σε όλες τις δραστηριότητες της. Επειδή ο πατήρ Ιωάννης δεν ήταν ένας τυπικός ιερέας μπόρεσε και κέρδισε το να φέρνει το ποίμνιο του αληθινά κοντά στην εκκλησία. Με την πίστη του κατέδειξε ότι η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα τελετουργικό σύστημα ούτε ένα σύστημα από δόγματα, άλλα μια πράξη ζωής που οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία. Τα κηρύγματα του ήταν πάντοτε πύρινα και απέπνεαν αγάπη προς το Θεό και τους ανθρώπους.

ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ: Ο πατήρ Ιωάννης μιλούσε για την σύγχυση που προκαλείται όταν ξεχνούν οι άνθρωποι το Θεό και ακολουθούν τις φίλαυτες επιθυμίες που πηγάζουν από τον ανθρώπινο εγωισμό. Προέβλεπε τους σπόρους της ερχόμενης καταστροφής τη γενική κατάπτωση των χρόνων μας, τις διαστρεβλώσεις της χριστιανικής αλήθειας, και τον ενθουσιασμό των ανθρώπων στους συνεχώς αυξανόμενους ναούς του Σατανά, που στις Η.Π.Α., δυστυχώς πολλαπλασιάζονται! Οι άοκνες προσπάθειες του πατέρα Ιωάννη άρχισαν να προκαλούν τις κακόβουλες ενέργειες των ανθρώπων που μισούσαν τον Θεό. Ο Κύριος εξάλλου είχε πει: “εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν” (Ιωάν. ιε΄20). Η ανοιχτή και προς όλους ποιμαντική εργασία του πατέρα Ιωάννη και η θέση του Ναού, τον κατέστησε πιο προσιτό όχι μόνο σε εκείνους που είχαν ανάγκη από βοήθεια, αλλά και σε εκείνους που επιθυμούσαν να καταστρέψουν όλη αυτήν την αγία του προσπάθεια. Έτσι, μερικούς μήνες πριν από το θάνατο του στην εκκλησία του άγνωστοι οπαδοί του σατανά, χρωμάτισαν το ʺ666ʺ και το σατανικό αστέρι (πεντάλφα) στη μπροστινή είσοδο του ναού. Όταν η βεβήλωση ανακαλύφθηκε, ο πατήρ Ιωάννης έμεινε απτόητος. Αργότερα έλαβε και ανώνυμες απειλές, αλλά παρέμεινε και πάλι βράχος. Είχε γενναίο φρόνημα και βαθιά πίστη. Δεν ήταν ένας ποιμένας που είδε την ιεροσύνη και την ποιμενική εργασία σαν επαγγελματική αποκατάσταση. Δεν ήταν διατεθειμένος επ΄ ουδενί να φύγει ή να κρυφτεί μπροστά στη θέα των άθεων ʺλύκων.ʺ Μάλλον, αποδείχθηκε πιστός ποιμένας Χριστού, πρόθυμος να θυσιάσει των εαυτό του για το ποίμνιο του και για την αγάπη του γι’ αυτό, δείχνοντας πάλι τύπος Κυρίου.

ΟΙ ΚΡΙΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ: Στην Άνδρο, είναι γνωστό ένα θαύμα που συμβαίνει κάθε χρόνο με τους κρίνους της Παναγίας. Όταν είναι η εποχή ανθοφορίας των κρίνων, πηγαίνουν τα άνθη στην Εικόνα της. Αργότερα, όπως είναι φυσικό, αυτά ξεραίνονται και πέφτουν, ενώ απομένει το ξερό τους κοτσάνι. Οι πιστοί αφήνουν έτσι ξερά τα κοτσάνια στην Εικόνα Της και όταν έρθει η γιορτή της, κάθε χρόνο, (Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος εν Βλαχέρναις) την 2α Ιουλίου, αυτά ανθίζουν και βγάζουν μπουμπούκια! Ο πατήρ Ιωάννης μιας και έζησε μικρός στο νησί γνώριζε το θαύμα αυτό. Ήρθε λοιπόν ένα καλοκαίρι στο νησί, πήγε στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου και ζήτησε από τον Γέροντα Δωρόθεο κρίνους της Παναγίας. Πήρε, λοιπόν, μερικά ξερά κοτσάνια και τα πήγε στην Αμερική. Τα έβαλε στην Εικόνα της Παναγίας και αυτά άνθισαν ξανά. Άρχισε σιγά – σιγά ο κόσμος να θερμαίνεται στην πίστη και να προσκυνούν την χάρη της Παναγίας.

ΤΑ ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ: Ο πατήρ Ιωάννης ήταν γενικά μία ευαίσθητη και όμορφη ψυχή. Συχνά έγραφε και θρησκευτικά ποιήματα, ενώ τον συγκινούσαν τα θαύματα της Παναγίας και οι βίοι των Αγίων. Ζητούσε συχνά από τον Γέροντα Δωρόθεο στην Άνδρο, να του στέλνει βιβλία για να κάνει κηρύγματα. Όταν αργότερα ξαναήρθε στην Άνδρο η πρεσβυτέρα του πήρε κρίνους, τους φύτεψε στην Αμερική και όταν άνθιζαν τους έβαζαν στην Παναγία, και γινόταν και εκεί πάντοτε το ίδιο θαύμα. Ο λευίτης αυτός του Θεού συχνά μιλούσε στο εκκλησίασμά του στην Αμερική για ένα θαύμα που έζησε μικρός στο μοναστήρι του Α. Νικολάου στο νησί του. Εκεί στο Μοναστήρι της ιδιαιτερής του πατρίδας, μία Εικόνα της Παναγίας είχε αρχίσει να ρέει αίμα και μύρο. Ο πατήρ Ιωάννης μιλούσε με θείο ζήλο για το θαύμα αυτό αλλά και άλλα θαύματα της Παναγίας. Άρχισαν τότε να γίνονται Ορθόδοξοι και Αμερικανοί προερχόμενοι από άλλα δόγματα. Κι ενώ οι απειλές για τη ζωή του συνεχίζονταν, εκείνος έγινε πιο φλογερός ακόμη, λέγοντας μάλιστα, όταν διάφοροι τον προειδοποιούσαν: «Όσο τα μάτια μου έχουν νερό εγώ θα κηρύττω τον Χριστό και την Ορθοδοξία». Συνιστούσε στους χριστιανούς να προφυλαχθούν από τις παγίδες του αντιχρίστου και να μην πάρουν το χάραγμα και, τότε, άρχισαν να γίνονται πιο έντονα τα απειλητικά τηλεφωνήματα για την ζωή του, όμως αυτός δεν λογάριαζε τίποτα!


Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
: Την Παρασκευή 17 Μαΐου 1985, το βράδυ, πήρε τηλέφωνο τον Γέροντα Δωρόθεο στην Άνδρο και του ζητούσε πληροφορίες για τα θαύματα της Παναγίας της Μυροβλύτισσας γιατί ήθελε να κάνει ένα σχετικό κήρυγμα την Κυριακή. Την επομένη [18/5] ο πατήρ Ιωάννης ήταν μόνος του στο σπίτι μαζί με τον γιο του Φώτιο. Η πρεσβυτέρα είχε πάει στο σπίτι της κόρης τους Μαρίας, η οποία εκείνες τις μέρες είχε γεννήσει. Το αγόρι βγήκε για λίγο έξω με τους φίλους του και ο πατήρ Ιωάννης πήγε στην Εκκλησία να την ετοιμάσει για την επομένη και να συντάξει το κήρυγμα. Το αγόρι γύρισε αργά στο σπίτι, είδε ότι ο πατέρας του έλειπε και πήγε ανήσυχο να τον βρει στην Εκκλησία. Και τότε αντίκρισε το φοβερό θέαμα: Ο πατέρας του ήταν κατακρεουργημένος και αγνώριστος. Τον είχαν βρει μόνο του και τον βασάνισαν χτυπώντας τον στο κεφάλι με σφυρί, ενώ το σώμα του το κατακρεούργησαν με μαχαίρι. Του είχαν μάλιστα κόψει τα δάκτυλα των χεριών του! Και όπως διαπίστωσε η αστυνομία, όταν εκείνος σπαρταρούσε, πήραν τον σταυρό του με την αλυσίδα και τον έπνιξαν. Το μαρτυρικό του αίμα, που χύθηκε από τις πληγές του και πλημμύρισε το δάπεδο του Ιερού Ναού, το χρησιμοποίησαν για να γράψουν δικά τους συνθήματα στους τοίχους του Ιερού Ναού και τα σύμβολα του σατανά. Ήταν σατανιστές! Κατά την κηδεία του π. Ιωάννη, επειδή το λείψανο του Αγίου ήταν παραμορφωμένο και το πρόσωπό του δεν μπορούσαν να το αντικρίσουν, αφού του φορέσανε την καλή του χρυσοκέντητη στολή, σφραγίσαν και το φέρετρο.

ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ: Ο Άγιος ιερέας μαρτύρησε στο σημείο που φωτογραφήθηκε με τον σταυρό στο χέρι. Κι αυτό δείχνει σαν προορατικό θαύμα για το τι θα επρόκειτο να επακολουθήσει [Θα ήταν σύντομα "Νεκρός": η στάση του σ' αυτή τη φωτογραφία, με το σταυρό στο χέρι και μπροστά στο στήθος του, είναι πανομοιότυπη με τη στάση που έχουν συνήθως στις ορθόδοξες εικόνες οι μάρτυρες]. Όμως, πριν το μαρτυρικό θαύματα του αγίου αυτού λειτουργού του Υψίστου, συνέβησαν τρία ακόμη θαυμαστά γεγονότα: Πρώτα, οι ανθισμένοι κρίνοι της Παναγίας, μία βδομάδα πριν μαρτυρήσει, πέσαν όλοι ξαφνικά και από τότε δεν έχουν ξανανθίσει! Έπειτα, η εικόνα της Θεοτόκου δάκρυσε και το δάκρυ υπάρχει ακόμα και σήμερα πάνω στην εικόνα. Τέλος, επί τρεις συνεχείς Κυριακές προ του μαρτυρίου του, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, έλαμπε το πρόσωπό του και σκορπούσε αχτίνες ενώ το παιδί, το “παπαδάκι”, που του έδινε το ζέον και είδε το παράδοξο αυτό φαινόμενο, επιτιμήθηκε αυστηρά για να μην φανερώσει τίποτα.

ΟΙ ΦΟΝΕΙΣ: Η αστυνομία ερεύνησε για τους φονείς του Αγίου και βρήκαν τρία άτομα ένα ανδρόγυνο και τον γιο του άνδρα από άλλη γυναίκα. Ήταν “ιερείς” του σατανά και, όταν τους συνέλαβαν, ήπιαν δηλητήριο [από κόμπρα] και οι δύο πέθαναν, ενώ ο τρίτος, που “σώθηκε” από το θάνατο, έχασε τα λογικά του και δεν μπορούσε κανείς να συνεννοηθεί μαζί του.

ΤΑ ΑΜΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Όταν έμαθε ο Γέροντας Δωρόθεος για τον μαρτυρικό θάνατο του πατρός Ιωάννη, έγραψε στην πρεσβυτέρα του κοιμηθέντος να του στείλει στην Άνδρο τ’ άμφια του Αγίου, συγκεκριμένα αυτά που φορούσε όταν είχαν συλλειτουργήσει στο Μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δωροθέου το 1981. Πέρασε καιρός, όμως απάντηση δεν έλαβε. Στις 4 Ιουλίου 1986 στο Μοναστήρι της Άνδρου τελείτο Θεία Λειτουργία, ενώ παρευρίσκοντο και πολλοί εκδρομείς από την Αθήνα. Μάλιστα, οι μοναχοί περίμεναν το μεσημέρι με το καράβι ένα πούλμαν με προσκυνητές για την αγρυπνία που θα τελείτο το βράδυ για την εορτή του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου της επομένης [Σάββατο 5/7]. Μόλις λοιπόν τελείωσε η λειτουργία, άρχισαν μόνες τους να χτυπούνε οι καμπάνες πανηγυρικά, και όλοι μοναχοί κια προσκυνητές κατελήφθησαν από φόβο και δέος. Σταμάτησαν για λίγο οι καμπάνες και άρχισαν πάλι να χτυπούνε τόσο αρμονικά που όλοι έμειναν άφωνοι. Αμέσως μετά από αυτό, έκαναν παράκληση στον Άγιο Νικόλαο, ενώ περίμεναν να φανερωθεί κάτι θαυμαστό. Ήρθαν και οι προσκυνητές με το πούλμαν και τους είπαν για το θαυμαστό αυτό γεγονός. Το απόγευμα πήρε τηλέφωνο τον Γέροντα Δωρόθεο η κόρη του πατρός Ιωάννη, η Μαρία, που είχε έρθει στην Άνδρο, ειδικά για να φέρει τ’ άμφια του πατέρα της. Τα έφερε στο Μοναστήρι και τα υποδέχτηκαν με χαρά όλοι οι προσκυνητές, τέλεσαν και αγρυπνία το βράδυ και τα έφεραν σε προσκύνηση. Οι καμπάνες χτυπούσαν στο Μοναστήρι το πρωί ακριβώς την ώρα που έμπαινε στο λιμάνι το καράβι με τ’ άμφια του Νεομάρτυρα!!

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ: Οι εμφανίσεις του ιερομάρτυρος Ιωάννου μετά τον θάνατό του είναι πάρα πολλές. Έτσι, τις παραμονές του Αγίου Νικολάου του 1986, ο Γέροντας Δωρόθεος ετοίμαζε το Μοναστήρι μαζί με μερικές γυναίκες που τον βοηθούσαν από το κοντινό χωριό. Κάποια στιγμή είδαν τον μακαριστό Ιωάννη να περπατά στην αυλή και να έρχεται προς το μέρος τους από την ανοιχτή πόρτα στην τράπεζα! Έβαλαν όλοι τις φωνές γιατί όλοι τον ήξεραν στο χωριό και τον έλεγαν: παπά – Γιάννη. Και τότε χάθηκε από μπροστά τους. Ώσπου να συνέλθουν από το ξάφνιασμα ήρθε ο ταχυδρόμος μ’ ένα δέμα από την Ελβετία το οποίο περιείχε μία εικόνα του Αγίου σκαλιστή σε ξύλο από Ορθόδοξους Ρώσους που τον τιμούν ως Άγιο. Ο πατήρ Ιωάννης είχε ζητήσει να μοιραστεί παντού η Εικόνα Του και να γίνει γνωστό το μαρτύριό του, η Ορθόδοξη ομολογία του. Το Φεβρουάριο του 1987, ο Γέροντας Δωρόθεος πήγε στην Ελβετία για εγχείρηση. Ενώ μιλούσε με τους πιστούς εκεί για τον Άγιο και το μαρτύριό του, τον είδαν να τους ευλογεί και να χάνεται. Όταν είχαν λειτουργήσει μαζί με τον Γέροντα Δωρόθεο και όταν εξομολογήθηκε ο πατήρ Ιωάννης, δώρισε το πετραχήλι του εκεί στο Μοναστήρι. Όταν πήγε στην Ελβετία ο Γέροντας Δωρόθεος ένα τμήμα από το πετραχήλι του Αγίου, που είχε μαζί του, σκόρπιζε άρρητη ευωδία στους εκεί παρευρισκομένους Στην Άνδρο, ζει ο αδελφός του Αγίου με την οικογένειά του και η γερόντισσα μητέρα του. Στην Αμερική και στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς τιμάται ως Άγιος και έχουν εκδώσει και ειδική ασματική ακολουθία στον Άγιο. Τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου του τ’ ανέφερε όλα στον Γέροντα Δωρόθεο η κόρη του Μαρία.

Η ΙΕΡΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΗ: Η μνήμη του τιμάται στις 19 Μαΐου, την παραμονή δηλαδή της εορτής της ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου. Έτσι, θα συνεορτάζεται μαζί με τον Άγιο Νικόλαο που από παιδί ο Ιωάννης αγαπούσε ξεχωριστά. Την Ευλογία Του να έχουμε όλοι μας. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: περιοδικό: Ο Οσιος Φιλοθεος της Παρου, Τευχος 17. Μάιος-Αύγουστος 2006 Θεσ/νίκη. THE ORTHODOX WORD, MAY- JUNE 1985.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com



Ασματική Ακουλουθία Αγίου Ιωάννη της Σάντα Κρούζ.
Ἐν τῷ Ἑσπερινῷ

Ἦχος α΄.

Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.

Ἐν μέσῳ ἔαρος ὤφθη, ἡ σή πανήγυρις,

ἱερομάρτυς μύροις, συγκαλοῦσα πρός ὕμνον, ἔθνη ὀρθοδόξων πάσης τῆς γῆς, Ἰωάννη ἀπόστολε. Καί γάρ ἐσφάγης ἐσχάτοις ἐν τοῖς καιροῖς, κατασφάττων τόν ἀλάστορα.

Νυμφοστολίσας σοῖς πόνοις, τήν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, ἐν τῇ μονῇ Ἁγίου Νικολάου ἐφάνης, θερμός σύ ἀντιλήπτωρ, ὡς νεωστί, ἐναθλήσας στερρότατα, ὦ Ἰωάννη τῆς Ἄνδρου γόνε λαμπρέ, καί ἐν θαύμασι περίδοξε.

Ἀκούτισόν μοι φωνήν σου, τήν ἐξελαύνουσαν, λαούς ἐξ ἀπιστίας, πολυθέου τε πλάνης, δεῖξόν μοι σήν ὄψιν ἐν σταλαγμοῖς, καλλυνθεῖσαν αἱμάτων σου, ὦ Ἰωάννη, τῆς Ἄνδρου ὁ γλυκασμός, ὀρθοδόξων σφῦρα ἔνθεος.

Πρό τῆς θυσίας σου ἄφνω, τῆς Θεομήτορος, ἀνθοφοροῦντες κρίνοι, ἐμαάνθησαν, πάτερ, ὡς μέλλοντες ἀνθίζειν στέφει τῷ σᾦ, εἰς μαρτύρων ὁμήγυριν. Ὅθεν μή παύσῃ πρεσβεύων ὑπέρ ἡμῶν, Ἰωάννη θεοδόξαστε.

Δόξα.Ἦχος ΄ β.

Τά τῶν ἀρετῶν σου ὑψώματα, ἱερομάρτυς Ἰωάννη τοῦ Σάντα Κρούζ, πρός τό ὕψος τῶν ἀγγέλων ἀναδεδρούμενα, ἡμᾶς εὐφραίνουσι. Τῶν μαρτυρικῶν δέ ἄθλων σου ὁ κόσμος, ὡς υεθηλότα ἄνθη, τῷ ἡρεμαίῳ πνεύματι τῆς θυσίας, γλαφυρῶς τοῖς κλάδοις ἐπισειόμενα, μυρίζει τά πέρατα. Τῇ τοῦ ἀρχετύπου οὖν κάλλους, ὁμοιότητι στίλβων, ἱκέτευε Χριστόν τόν Θεόν, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Καί νῦν. Τῆς ἑορτῆς.

Ἀπόστιχα.

Ἦχος πλ.α΄ . Χαίροις ἀσκητικῶν.

Χαίροις ὁ ἐν τοῖς πλάνοις λαοῖς, ἱερουργήσας τῷ Χριστοῦ Εὐαγγέλιον, ὁμόζηλος ἀποστόλων, ὦ Ἰωάννη φανείς, Βαβυλῶνος μέσῳ, νέοις ἔτεσι. Σατάν γάρ ἐστόμωσας πλημμυρίδα πανώλεθρον, τῶν σῶν ρευμάτων, ἐν τοῖς αἵμασι Ἅγιε, σφυρηλάτησιν διά πίστιν δεξάμενος. Φάνηθι οὖν χριστόθυμε, προστάτης θερμότατος, ἐν εὐμενεῖ σου προσώπῳ καί ἱλαρότητι τρόπων σου, παρέχων γλυκεῖαν, τήν ὀδύνην μετανοίας καί μέγα ἔλεος.

Στίχ. Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ.

Χαίροις ὁ λαοξόος ψυχῶν, ὁ ἐγχαράξας ἐν αὐταῖς θεῖα λόγια, ἐν χρόνοις τοῖς ἡμετέροις, ἀπονευρώσας ἰσχύν, πᾶσαν ἀντιθέων ρείθροις αἵματος. Χριστοῦ γάς ἀπόλαυσις, ἐν σοί πόθου ἐγένετο, αἰτία Πάτερ, ὁλοκλήρου μεθέξεως, ἀντιδόντος σοι, ἀγαπῶντι ἀγάπησιν. Ὅθεν ἐν σοί τόν λάμποντα, μιμούμενος ἔλαμψας, ὦ Ἰωάννη τῆς Ἄνδρου, πολυτελές νεοδώρημα, πιστοῖς ὀρθοδόξοις, ὁ παρέχων κοινωνίαν, Χριστοῦ τήν ἄληκτον.

Στίχ. Οἱ ἱερεῖς σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην καί οἱ ὅσιοί σου ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται.

Χαίροις ὁ ἡμετέροις καιροῖς, συγκαλεσάμενος ὀρθόδοξον σύνταγμα, πρός ὕμνησιν τῶν σῶν ἄθλων, ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς, Θεοτόκου μύστα ἱερώτατε. Τοῦ Πνεύματος μάχαιραν, ἐζωσμένος γάρ ἔτεμες, σατάν τήν πλάνην, φαρμαχθεῖσαν δι᾿ ὄφεως, τῷ σῷ αἵματι, ἐπιγράψας ἀνάστασιν. Ὅθεν πρό τῆς θυσίας σου, ἐξαίφνης ἐξήρανται, τῆς Ὑπεράγνου οἱ κρίνοι, ὡς ἐν τῷ στέφει σου μέλλοντες, ἀνθίζειν ἀξίως, Ἰωάννη διό αἴτει, ἡμῖν τό ἔλεος.

Δόξα. Ἦχος πλ.δ΄.

Ὦ καλῶν τραυμάτων καί γλυκυτάτων πληγῶν, δι᾿ ὧν ἡ χωή ἐπί τά ἐντός διαδύεται, ὥσπερ τινά θύραν ὑπανοίξασα, τήν ἐκ τοῦ βέλους τῆς θείας ἀγάπης διαίρεσιν. Καί γάρ δεχθείς, ἱερομάρτυς ἰωάννη, τριπλήν τῆς ἀκίδος ἀκμήν, τοῦ ἐκλεκτοῦ βέλους, τοῦ μονογενοῦς Θεοῦ, καί περιχρώσας σῷ αἵματι, συνεδέξω μετά τοῦ βέλους καί τόν τοξότην. Ὅτι ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἐλευσόμεθα, φησίν, καί μονήν παρ᾿ αὐτῷ ποιησώμεθα. Ὅθεν ὁ πρό ὀλίγου στόχος γενόμενος τοῦ βέλους, νῦν ἑαυτόν ἀντί βέλους ἐν ταῖς χερσί τοῦ τοξότου παρέχει, ἡμῶν τάς καρδίας καταπλήττων καί αἰτούμενος ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Και νῦν. Τῆς ἑορτῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Νέου Κόσμου τό φέγγος καί τῆς Ἄνδρου τό βλάστημα, Ἱερομαρτύρων τήν δόξαν, Ἰωάννην τιμήσωμεν. Σφαγείς γάρ τῷ Ναῷ ὑπέρ Χριστοῦ, ἀρτίως καταυγάζει Σάντα Κρούζ, καί συνάγει ὀρθοδόξους, ἁπανταχόθεν ἀνακράζοντας: Δόδα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σέ προστάτην θαυμαστόν, τοῖς ἔθνεσι δείξαντι.

Καί νῦν Ἑορτῆς.

Ο Ρ Θ Ρ Ο Σ

Καθίσμα. Ἦχος α΄. Τόν τάφον σου Σωτήρ.

Ἐν κόσμῳ νυμφικῷ, ἀνελήλυθας Πάτερ, σκηνῶν μαρτυρικῶν τῆς νυκτός ἐν εκάσι, λαμπρύνας σόν μέτωπον, ἐν στεφάνῳ ὦ ἔστεψε, τοῦ Νυμφίου σου, ὁ ὑπερέξοχος ἔρως, ὅν ἱκέτευε, ὦ ἰωάννη θεόφρον, ὑπέρ τῶν τιμώντων σε.

Δόξα, καί νῦν τῆς ἑορτῆς.

Β΄. στιχολογία. Κάθισμα.

Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.

Εἰς ὀσμήν τῶν ἰχνῶν σου Πάτερ προσέδραμον, πρός ζωηφόρους κοιλάδας τῶν ἀφωτίστων φυλαί, καί γάρ ἔσταξεν ἐκ σῶν, πόνων πανθαύμαστε, μελιτώδης γλυκασμός, ὡς ἐκ πέτρας ζωηρᾶς, ὦ ἰωάννη θεόφρον, τοῦ Νέου Κόσμου προστάτης, καί τῆς Ἑλλάδος πλοῦτος ἄφθορος.

Δόξα καί νῦν. Τῆς ἑορτῆς.

Μετά τόν Πολυέλεον. Κάθισμα.

Ἦχος πλ.δ΄. Τήν σοφίαν καί λόγον.

Ἀφανίσας τῆς πλάνης τόν συρφετόν, ὡς νεβρός τῶν ἐλάφων θηρομαχῶν, τό γένος τοῦ ὄφεως, τῇ σφαγῇ ἐξηνάλωσας, ἀποστόλων τῇ ζήλῳ, ὦ Πάτερ κοσμούμενος, καί πληθύν ἀπιστούντων, συνάπτων τῷ κτίσαντι. Ὅθεν τῆς Παρθένου δεδεγμένος τά μῦρα, Νυμφίον ἠγάπησας, ὑπέρ πᾶσαν ἀπόλαυσιν, Ἰωάννη ὑπέρφωτε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τήν ἁγίαν μνήμην σου.

Δόξα, Καί νῦν. Τῆς ἑορτῆς.

Οἱ Ἀναβαθμοί. Τό α΄. ἀντίφωνο τοῦ δ΄. ἤχου καί τό προκείμενον. Οἱ ἱερεῖς σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην...

Εὐαγγέλιον. Ὁ Ν΄. ψαλμός.

Δόξα: Ταῖς τοῦ ἀθλοφόρου πρεσβείαις....

Καί νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις...

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός... Ἦχος πλ. β΄.

Χριστοῦ τῆς ἐγέρσεως τῷ φωτί, ἡ μνήμη σου συνεξέλαμψεν Ἰωάννη παμμακάριστε. Πυρωθείς γάρ τήν ψυχήν, τῷ πυρί , ὅ ἦλθε βαλεῖν ὁ Χριστός ἐπί τῆς γῆς, ἐπιπαφλάζουσαν κάμινον τῶν θηριογνώμων ἀντιθέων κατέσβεσας. Ἑλκύσας τοίνυν ὄμμα Τριάδος ἀγαπητικόν, μαρτυρίῳ σου χρώμενος, ὧσπερ ἅρματι πυρίνῳ Ἠλιοῦ τοῦ Προφήτου ἀνέπτης εἰς παγχαρμόσυνον ἡμέραν, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κανόνες: Τῆς ἑορτῆς

καί τοῦ Ἁγίου.

Ὠδή α΄. Ἦχος α΄. Ἀναστάσεως ἡμέρα.

Ἰωάννη μυστιπόλε, δωρεῶν τοῦ Χριστοῦ, Ἄνδρου τό νέον θαῦμα, δίδου μοι φῶς ἐν τῷ νοΐ, ἐκ πηγῆς τῶν ἀγαθῶν, ἐν πόθῳ ψυχῆς, ὡς ἄσω τά θεῖα σου, ἀθλοφόρε παλαίσματα.

Ὡς ὀφθείς τοῦ Νέου Κόσμου, σελασφόρος ποιμήν, ἔφανας τοῖς ἐν σκότει, πεπλανημένοις καί φλογμόν, ἰνδαλμάτων τοῦ Σατάν, αἱμάτων βαφαῖς, ἠφάνισας τέλεον, Ἰωάννη ἀρτίθυτε.

Ἀναστάσεως τῷ φέγγει, καταυγάζεις ἡμᾶς, θείῳ σου μαρτυρίῳ, ὅθεν ἐν κρίνοις τῶν ὠδῶν, στέφομέν σε εὐλαβῶς, τόν πάντας εἰς ἕν, συνάξαντα χάριτι, ὀρθοδόξους πρός ὕμνησιν.

Θεοτοκίον

Ναρδοπνόοις σου ρανίσι, ἑλκυσθείς ὁ Χριστός, ἥνωσε τῇ γαστρί σου, φύσεις τάς δύο ὑπέρ νοῦν, ἀπορήτων σαρκωθείς, Παρθένε Ἁγνή, διό σέ δοξάζομεν, ὡσεί κρίνον χριστόμυρον.

Ὠδή γ΄. Δεῦτε πόμα πίωμεν.

Νέκρωσιν τυπῶν τήν τοῦ Χριστοῦ, δι᾿ ἁλύσσου σόν τράχηλον τέμνει πάγχρηστε, τοῦ σοῦ σταυροῦ κοσμηθείς, ὁρμίσκοις ἐναίμου χαρμονῆς, δι᾿ ἧς ἡμᾶς λεύκανον.

Ἤνεσας Παρθένου μυρισμούς, Ἰωάννη καί θαύματα ἀνεκύρηξας, διό Υἱοῦ σε αὐτῆς, τοῦ πάθους παρέσχε κοινωνόν, ἀκάνθαις στεφόμενον.

Νέμεις δωρεῶν μαρμαρυγάς, ἐμφανείας σου ξέναις παρέχων ἴασιν, ὦ Ἰωάννη κλεινέ, ὡς κρούεις τούς κώδωνας μηνῶν, χαράν ἀναστάσιμον.

Θεοτοκίον.

Μῦρον ὡς γεννήσασα ζωῆς, ἐν τοῖς μύροις σου Μῆτερ τῶν κρίνων ἔπνευσας, τῶν σῶν θαυμάτων ὀσμάς, δι᾿ ὧν Ἰωάννης Σάντα Κρούζ, ἐνθέως ἐμέθυσε.

Κάθισμα. Ἦχος δ΄.

Κατεπλάγη Ἰωσήφ.

Ἀκαθέκτῳ τῇ ὁρμῇ, θείας ἀγάπης ἐν σιγῇ, ἀμερίστως μερισθείς, ὤφθης θυσία λογική, ὦ Ἰωάννη θεράπον τῆς Θεοτόκου. Ὅθεν καί στεφθείς, κρίνοις αἰνέσεως, σφύραις ὡς τμηθείς, τήν κάραν πάνσεπτον, σφυρηλατεῖς τήν πίστιν τήν ὀρθόδοξον, εἰς Βαβυλῶνα ἀντίθεον. Καί νῦν δυσώπει Ἱερομάρτυς, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Καί τό τῆς ἑορτῆς.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄.

Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ἱερουργήσας τήν θυσίαν χριστομίμητον, ὦ Ἰωάννη ὤφθης Ἄνδρου ἐγκαλλώπισμα, τῆς Ἀλάσκας τε ἀπόστολος θεηγόρος. Ἀλλ᾿ ὡς ἔθυσας ψυχήν ὑπέρ προβάτων σου, νῦν παρέχεις σῶν θαυμάτων τά δωρήματα, τοῖς κραυγάζουσι, χαίροις μάρτυς πανόλβιε.

Οἶκος.

Ἀϋλων χοροστασίαι ἀνυμνοῦσιν ἐν πόθῳ, τόν μύστην Ἰωάννη τῆς Ἄνδρου. Καί γάρ διά Χριστόν σφαγιασθείς, τήν Ἐκκλησίαν λαμπρύνει ἐν θαύμασι, περέχων ταῖς λιταῖς αὐτοῦ χαρίσματα τοῖς βοῶσι:

Χαῖρε, φανέρωσις συγκράσεως θείας

Χαῖρε, ἐνστάλαξις μυστικῆς καινουργίας

Χαῖρε, τῶν σῶν φίλων ἐπακούων ἐν τάχει

Χαῖρε, σούς ἱκέτας ἐνισχύων ἐν θάλπει

Χαῖρε ἡ μυρίπνοος συστάς κρινανθέων

Χαῖρε, αἰθροβάτα ἀναβάσεων νέων

Χαῖρε, σκεῦος χρυσόνουν εὐχαριστίας

Χαῖρε, στέφος νεόπλοκον μαρτυρίας

Χαῖρε, παμποίκιλε ὠτειλαῖς θεουργίας

Χαῖρε, κατάρρυτε ραντισμοῖς εὐστοργίας

Χαῖρε, νεαφόρε καρδία εὐθεῖα

Χαῖρε, ἐξεικόνισμα θείας θυσίας

Χαῖρε, Μάρτυς νεόθυτε.

Συναξάριον.

Τῇ 19ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου νέου ἱερομάρτυρος Ἰωάννου, τοῦ θαυματουργοῦ, μαρτυρήσαντος εἰς τήν πόλιν Σάντα Κρούζ τοῦ Νέου Κόσμου, ἐν ἔτει 1985.

Καί τό λοιπόν συναξάριον ἐκ τοῦ μηναίου.

Ἐξαποστειλάριον.

Ἦχος β΄. Σαρκί ὑπνώσας.

Ἀλάσκας θεῖον φωτιστήν, ἐσχάτως ἐναθλήσαντα, τῆς Σάντα Κρούζ Ἰωάννην, νῦν ἀνυμνήσωμεν πιστοί. Καί γάρ τῆς ἀναστάσεως, τῷ φέγγει συνεξαστράπτει, τῆς Ἄνδρου τό καύχημα.

Καί τῆς τυχούσης ἑορτῆς.

Αἶνοι

Ἱστῶμεν στίχους δ΄. καί ψάλλομεν τά προσόμοια:

Ἦχος α΄. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.

Ἡ νῆσος Ἄνδρος ἀπόδος, Χριστῷ τήν αἴνεσιν, ὡς τεθηλός γάρ κρίνον, ἐν σοί ἐκχεῖται τά μῦρα. Θεῖος Ἰωάννης τῆς Σάντα Κρούζ, ἀναστάσεως ἔαρι, εἰς νέαν γῆν χρηματίσας ἐγκαινισμός, ὀρθοδόξου ἐναθλήσεως.

Ὁ τῆς καρδίας σου οἶνος σβενύων δίψησιν, τῶν ἀλλοπίστων, Πάτερ, δι᾿ ὀρθοδοξον πίστιν. Ἐκκέχυται ὡς αἷμα ἐκ σταφυλῆς, Ἐκκλησίας τήν ἄμπελον. Ἑλισσομένης ἐν ἕλιξι θεουργοῖς, Ἰωάννη Ἄνδρου γέννημα.

Τῆς ἀληθείας τόν λόγον, σφραγίσας αἵματι, ὡς πορφυρᾷ μελάνῃ, ἐναπέγραψας Πάτερ, ἀνάστασιν Κυρίου ἐν ταῖς ψυχαῖς, καί Σταυροῦ ὡραιότητα. Ὅθεν ἀξίως ἐκλάμπεις τῆς Σάντα Κρούς, ὡς ποιμήν θεοειδέστατος.

Κατατρυφήσας τοῦ θείου, Πάτερ φιλήματος, ὑπερνεφής ἐγένου, εἰς μετέωρον δόξαν, ἐν κρίνοις τῆς Παρθένου δρέπων ὀσμάς, χαρισμάτων τοῦ Πνεύνατος. Διό ἀχύμων ἐκ κλάδων ἀνθοφορεῖς, Ἰωάννη τοῖς ὑμνοῦσί σε.

Δόξα. Ἦχος πλ΄.α.

Ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν νῦν ἐν σοί, τῇ ἀναστασίμῳ χαρᾷ, ἱερομάρτυς Ἰωάννη τῆς Σάντα Κρούζ. Κοινή γάρ ἡμῶν, τῶν ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξων, ἐστί χαρά, τό σόν ἀγαλλίαμα. Τίς τοίνυν ἡ γινομένη διά τῆς νυκτός ταύτης μυσταγωγία; Εἵλκυσας γάρ πρός σεαυτόν, τοῦ ἀφθάρτου Νυμφίου τόν πόθον, τοῦ εἰπόνοτος, ὅτι ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ. Ἀνάγκη δέ τῷ ἀγαπωμένῳ ἀποκαλύπτειν τό ἑαυτοῦ μυστήριον τῷ ἀγαπῶντι.Ὅθεν ὁμοιωθείς τῷ Δεσπότῃ ἐν τῷ πάθει, ὡμοιώθης καί τῇ δόξῃ. Πρέσβευε οὖν, ὡς ἐπιστηθίοις πτυχαῖς τοῦ Χριστοῦ ἡμᾶς ἑστιῶν, εὑρεῖν πάντας ἔλεος.

Καί νῦν. Τῆς ἑορτῆς.

Δοξολογία μεγάλη.

Εἰς τήν Λειτουργίαν κοινωνικόν:

Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν.

7.5.25

Επικήδειος του Ιωάννη Κονδυλάκη: Κείμενο – AUDIOBΟOK Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 

Επικήδειος

του Ιωάννη Κονδυλάκη

Κείμενο – Ηχοβιβλίο-AUDIOBΟOK

Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου


 

   Ήμεθα τότε μια εύθυμη συντροφιά νέων εις τα Χανιά, που είχαμε κοινήν την αγάπην προς την ιππασίαν. Εις την είσοδον της πόλεως ένας Τούρκος, ο Τζανερίκος, έδιδεν άλογα με νοίκι. Επαίρναμε από ένα κ’ ετραβούσαμε στα περίχωρα. Τι υπέφεραν εκείνα τα άλογα από τη νεανική μας τρέλα δεν περιγράφεται. Ετρέχαμε σα δαιμονισμένοι και τ’ αναγκάζαμε να υπερπηδούν κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε, είτε τοίχος ήτο, είτε χαντάκι. Μάλιστα άμα μεθούσαμε, δεν είχαμε πια κανένα οίκτον δι’ αυτά τα ζώα. Τα σπιρούνια εχώνοντο βαθιά στα πλευρά των και οι βίτσες αυλάκωναν το δέρμα των. Και εμεθούσαμε τακτικά εις τις εκδρομές εκείνες. Σε κάθε χωριό που περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ή φίλους που μας έπαιρναν στα σπίτια των· και το βράδυ-βράδυ όταν εφθάναμε στη Σούδα, είμεθα Ρούσοι μεθυσμένοι. Και καμιά φορά, όπως ήσαν αφρισμένα τ’ άλογα, τ’ αναγκάζαμε να προχωρήσουν στη θάλασσα κι εκάναμε τα λουτρά των Κενταύρων, όπως ελέγαμε το έφιππον εκείνο κολύμπημα. Έπειτα μουσκεμένοι, καθώς ήμεθα, εγυρίζαμε στα Χανιά και παραδίδαμε στο Καλέ-καπισί, ξεθεωμένα τα άλογα.

Όσες φορές στις εκδρομές εκείνες επερνούσαμε από ένα χωριό του κάμπου μάς έπαιρνε στο σπίτι του ο γέρο-Καμαριανός. Μας ήτο αδύνατον ν’ αποφύγομε. Ήμεθα φίλοι και συνομήλικοι του γιου του Αλεξάνδρου, ο οποίος εσπούδαζεν ιατρικήν εις τας Αθήνας και ο γέρο-Καμαριανός μας έλεγεν ότι δεν μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε στον πατέρα του φίλου μας, ο οποίος κάθε που μας έβλεπε νόμιζε πως έβλεπε και το γιο του μαζί. Θα το θεωρούσε προσβολή και θα του ’κανε μεγάλη λύπη. Αλλ’ ήτο και καλός και εύθυμος άνθρωπος, μ’ όλα του τα εξήντα χρόνια, κι είχε κι εξαίρετο κρασί. Μπορούσαμε λοιπόν να του αρνηθούμε;
Αλλ’ ενώ ήτο ευχάριστος άνθρωπος, είχε και μια δυσάρεστη συνήθεια, την οποίαν εφοβούμεθα. Άμα έπινε κι έφθανε στον ενθουσιασμό της μέθης, εκατάφερνε γροθιές στα μαλλιαρά του στήθη, που τα ’χε ανοικτά, όπως τα ’χαν ακόμη τότε οι γεροντότεροι χωρικοί της Κρήτης. Και όταν παραενθουσιάζετο, δεν περιορίζετο να κτυπιέται αλλ’ αφού έδιδε μια στο στήθος του, έδινε και άλλη στο στήθος του διπλανού του κ' εφώναζε: «Στήθος μάρμαρο!» Αλλά τα στήθια τα δικά μας δεν ήσαν από μάρμαρο κι επιανόταν η αναπνοή μας. Εκινδυνεύαμε να πάθουμε αιμοπτυσία.

Μια μέρα έρχεται είδησις ότι ο Καμαριανός απέθανε ξαφνικά. Μαζευόμεθα όλοι οι φίλοι του Κένταυροι και αποφασίζομε να πάμε στην κηδεία του. Το χωριό δεν ήταν μακριά κ' εξεκινήσαμε πεζοί. Μαζί μας ήρθε κι ο φαρμακοποιός Ζαμαλής. Ο Ζαμαλής θα ήτον εξηντάρης, αλλ’ είχαμε μαζί του θάρρος, σαν να ’τονε της ηλικίας μας, γιατί από τα μαλλιά και τα μουστάκια του, που διετηρούντο κατάξανθα, τον επαίρναμε για νεώτερο απ’ ό,τι ήτο.
Στο δρόμο δεν ξέρω σε ποιόν ήλθεν η ιδέα ότι ήτο απαραίτητον να βγάλομε λόγο του μακαρίτη του φίλου μας. Και όλοι εσυμφώνησαν ότι ο καταλληλότερος δια ν’ αυτοσχεδιάσω και εκφωνήσω τον επικήδειον ήμουν εγώ. Του κάκου επροσπάθησα ν’ αποφύγω αυτήν την προτίμησιν.

«Μα πώς είμαι ο καταλληλότερος, έλεγα, αφού δεν εξεφώνησα ποτέ μου λόγο;»
«Μήπως εμείς εξεφωνήσαμε;» «Μα τι να του πω; Ήταν ένας γεωργός αγράμματος, που δεν μπορείς να του πεις παρά μόνον πως ήτο καλός άνθρωπος.» «Αυτά να του πης», είπεν ο Ζαμαλής. «Μα αυτά δε φθάνουνε για να γεμίσουν ένα επικήδειο. Αν ήξερα τουλάχιστον πως επολέμησε…» «Θα ’χει πολεμήσει· αμφιβάλλεις; είπε ένας από τους φίλους μου. Λες πως επολέμησε στα '66 ή ότι ανδραγάθησε στην επανάστασι του Μαυρογένη». «Δηλαδή τότε που δεν έγινε τίποτα», είπε κι εγέλα ο Ζαμαλής. Δεν το ξέρετε πως η επανάστασι του Μαυρογένη επέρασε χωρίς να ανοίξη μύτη;» «Τέλος πάντων ας πη πως επολέμησε στα '66 και φτάνει. Και θά ’χη πολεμήσει· δεν μπορεί. Εμείς στον Πειραιά εβγάλαμε αγωνιστή του 21 ένα γέρο, που δεν ήξερε πώς πιάνουν το τουφέκι». Ο νέος εκείνος είχε κάμει το γυμνάσιον στον Πειραιά. Και μας διηγήθη ότι όταν απέθανε ο γέρος επιστάτης του γυμνασίου, το βρήκαν πρόφασι για να μη κάμουν μάθημα. Είπαν λοιπόν στους καθηγητάς ότι ήθελαν ν’ ακολουθήσουν την κηδεία του καημένου του μπάρμπα Τάσου. Ο γυμνασιάρχης έδωκε την άδειαν, ένας δε από τους μαθητάς ανέλαβε να εκφωνήσει ποίημα· και για να έχει τι να πει, εχειροτόνησε τον επιστάτην λείψανον του Ιερού Αγώνος. Και έλεγε το ποίημα:

Ιδού και άλλο λείψανο του Ιερού Αγώνα Όπου εις Τούρκων καύκαλα το ξίφος του ακόνα.

«Και το μόνον όπλον που είχε ίσως πιάσει στα χέρια του ο καημένος ο μπάρμπα Τάσος», είπεν ο διηγούμενος, «θα ήτο το σκουπόξυλο». Η ομιλία εκείνη και το ανέκδοτο του γέρο Τάσου μας εκίνησε τόση ευθυμία και τόσα γέλια εκάμαμε, ώστε ο Ζαμαλής μας είπε:
«Μα σε κηδεία πάτε, μωρέ παιδιά, ή σε γάμο;» «Τί θέλεις, να κλαίμε από τώρα;» του είπε ένας από τους φίλους μου. « Έχομε καιρό να κλάψωμε όταν θ’ ακούσωμε τον ρήτορα να εξυμνεί τα πολεμικά ανδραγαθήματα του καπετάν Καμαριανού». Εγέλασε τότε μαζί μας και ο Ζαμαλής δια τον τίτλον του καπετάνιου.

Όταν εφθάσαμε στο χωριό, έβγαζαν από το σπίτι τον νεκρόν. Ακολουθούσαν οι δικοί του με κλάματα και οι χωριανοί. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Αλλά είχαμε κάνει τόσο κέφι στο δρόμο, που έπρεπε να βάλωμε προσπάθεια για να πάρομε το σοβαρό και λυπητερό ήθος που ταίριαζε στην περίσταση. Εγώ είχα αρχίσει να σκέπτομαι το λόγο και να φοβούμαι ότι δεν θα τα κατάφερνα. Έστιβα το μυαλό μου, αναζητούσα στη μνήμη μου φράσεις έτοιμες από τους επικηδείους που είχα ακούσει, αλλά δεν εύρισκα παρά μικρά πράγματα, που δεν αρκούσαν για να γίνει ένας λόγος δέκα λεπτών. Αλλά εκείνο που φοβόμουνα περισσότερο ήτο άλλο. Αισθανόμουν ότι η εύθυμη διάθεσις που είχα πιέσει μέσα μου δεν είχε πνιγεί ολότελα. Και όσο ήθελα να φαίνομαι λυπημένος, τόσο μου φαινόνταν όλα αστεία, ακόμη και τα θρηνολογήματα της χήρας και των άλλων συγγενών του νεκρού. Δεν έφευγεν από το νου μου ο επιστάτης που ακονούσε το ξίφος του εις των Τούρκων τα καύκαλα και ο τίτλος του καπετάνιου που εδόθη εις τον Καμαριανόν. Και ως να μ’ εγαργαλούσαν, έπρεπε να σφίγγωμαι και να προσέχω όλη την ώρα για να μη μου φύγη κανένα γέλιο.
«Δε θα βγάλω εγώ λόγο», είπα σιγά στους φίλους που πήγαιναν μαζί μου. «Δεν μπορώ. Ας μιλήση κανείς άλλος ή ας μη μιλήση κανείς». «Τώρα που το ’παμε στην οικογένεια;
«Είπατε στην οικογένεια πως θα βγάλω λόγο εγώ;» είπα με απελπισίαν.
«Αφού είχε αποφασισθή;… Ας το ’λεγες καθαρά πως δε θες αλλά τ’ αφήκες έτσι κι έτσι». «Ας είναι, μ’ επήρατε στο λαιμό σας. «Μα γιατί; Είσαι ανόητος. Μήπως πρόκειται να βγάλης λόγο στα Χανιά; Σ’ ένα χωριό θα μιλήσεις και θα σ’ ακούσουν χωριάτες αγράμματοι. Δε λες ό,τι θες; Ποιος θα καταλάβη; Λόγια μόνο ν’ αραδιάσης και σα βαρεθής λες ένα "αιωνία του η μνήμη" και τελειώνεις. «Καλά λοιπόν. Αλλ’ αφήστε με να συγκεντρώσω τις ιδέες μου».

Η εκκλησία όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία, ήταν έξω από το χωριό. Δεν παρατήρησα, αλλ’ ίσως θα ήταν η εκκλησία του νεκροταφείου. Ήτο δε τόσο μικρή, ώστε εσφιχτήκαμε σαν σαρδέλες γύρω στον πεθαμένο. Με δυσκολία έκαμαν θέση στο ρήτορα να πλησιάση. Οι χωρικοί είχαν μάθει ότι θα βγάλω λόγο και με παρατηρούσαν με περιέργεια και θαυμασμό. Πρώτη φορά θ’ ακουγότανε λόγος στο χωριό των. Ο δάσκαλος του χωριού, χωρικός και αυτός με βράκες, έψαλλε και μ’ εκοίταζε με φθόνο. Και η μεγάλη σημασία που εφαίνοντο ότι έδιδαν οι χωρικοί εις το πρωτάκουστον γεγονός που επεριμένετο μ’ έκαμε να αισθάνομαι βαρυτέραν την ευθύνην που ανέλαβα. Ο νεκρός ήτο μπροστά μου και τον παρετήρουν. Ήτο σαν ζωντανός. Όπως του ’ρθε ξαφνικός ο θάνατος δεν τον είχε σχεδόν αλλάξει. Αλλ’ ενώ τον έβλεπα, άρχισε πάλι ο Σατανάς να με γαργαλά. Και μου εψιθύρισε: «Γιά φαντάσου» έτσι που ’χει τα χέρια σταυρωμένα αν έξαφνα αρχίσει να κτυπά γροθιές στο στήθος του και να φωνάζει: "Στήθος μάρμαρο!" Γιά φαντάσου!» Κύμα από γέλιο εσηκώθη μέσα μου και με δυσκολία το κράτησα.

Έστρεψα αλλού το βλέμμα μου κι εσυνάντησα τα πρόσωπα δύο φίλων μου και δεν ξέρω γιατί και αυτά έδωκαν άλλο ανατίναγμα εις το γέλιο που με δυσκολία τόση εσυγκρατούσα. Μου φάνηκε ότι τα μάτια των γελούσαν, ότι έκαναν την ίδια σκέψη για τον πεθαμένο και ότι, όπως εγώ, κρατούσαν με τα δόντια τη σοβαρότητά των. Εδάγκωσα τα χείλη μου. Ήθελα να τα ματώσω, να πονέσω για ν’ απομακρύνω την προσοχή μου από τον πειρασμό που γελούσε στη φαντασία μου. Επάνω σ’ αυτά ήκουσα να μου λέγουν ορίστε. Ήτο καιρός ν’ αρχίσω. Είχα κάτι φράσεις συναθροίσει στο μυαλό μου, αλλ’ όταν μου ’παν ν’ αρχίσω, σκορπίσθηκαν διά μιας κι έμεινε αδειανό το κεφάλι μου. Δεν έμεινε παρά μόνο σκοτάδι. Ακόμη και τα μάτια μου είχαν θολώσει και δεν καλόβλεπα. Έμεινα άφωνος κάμποσα λεπτά, που μου φάνηκαν αιώνες. Και, ως μου ’παν έπειτα οι άλλοι, μια στιγμή άπλωσα τα χέρια μου, σαν άνθρωπος που πνίγεται και θέλει από κάπου να πιαστή. Επί τέλους κάτι βρήκα. Άρπαξα μια φράση έτοιμη κι επήρα κατήφορο. «Θλιβερόν καθήκον μας συνεκέντρωσεν εις τον οίκον τούτον του Θεού…» «Αλλά είναι πολύ στενάχωρος και θα σκάσωμε», εμουρμούρισε δίπλα μου ένας από τους συντρόφους μου. Η διακοπή εκείνη όχι μόνον μου ’κοψε το νήμα, αλλά και έδωκε νέαν ευκαιρίαν εις τον πειρασμόν που ήθελε και καλά να με καταστρέψει. Εδάγκωσα και πάλιν τα χείλη μου. Έπειτα άρχισα να ξεροβήχω και ν’ αναζητώ συγχρόνως το νήμα που ’χασα. Και αφού πέρασα άλλην αγωνίαν, εξηκολούθησα: «Ο προκείμενος νεκρός υπήρξεν ανδρείος δια την πατρίδα του, φιλόστορφος δια την οικογένειάν του, ευγενής και αγαθός δια τους φίλους του. Τα όρη τα οποία υψούνται υπέρ τας κεφαλάς μας, τα Λευκά όρη λέγω, διηγούνται τας ηρωικάς αυτού πράξεις κατά τον τριετή Κρητικόν αγώνα και κατά την τελευταίαν επανάστασιν, ήτις ηνάγκασε τον Σουλτάνον να συνθηκολογήση με την μικράν αλλά μεγαλόψυχον Κρήτην. Ανήκεις εις γενεάν γιγάντων και ημιθέων. Το όνομά σου υπήρξε τόσον σεβαστόν και τιμημένον μεταξύ των ομοεθνών σου, όσον υπήρξε φοβερόν εις τους εχθρούς. Οι Τούρκοι σ’ έτρεμαν…» Εδώ άλλη διακοπή. «Τα παραφουσκώνεις», μου εψιθύρισεν η φωνή ενός από τους φίλους μου, ο οποίος εστέκετο δίπλα μου.

Παρά τρίχα να του φωνάξω «σκασμός!» ή κάτι τέτοιο. Επήγαινα τόσο ωραία. Είχα πάρει τον αέρα τού… ας πούμε του βήματος και οι ακροαταί μου, χωρίς να νοιώθουν μεγάλα πράγματα απ’ όσα έλεγα, εκρέμοντο από τα χείλη μου. Και ήμουν ικανός να τραβήξω μακριά στο δρόμο που ’χα πάρει, αλλά η κακόβουλη εκείνη διακοπή μου τα χάλασε πάλι. Πώς να ξαναγυρίσω εις το εγκώμιο των ηρωισμών του μακαρίτη; Έπρεπε να περάσω εις άλλα προτερήματά του. Αλλά με την ταραχή που μου ’φερεν η διακοπή η στροφή δεν ήτο εύκολη. Ξεροβήχοντος έλεγα κι εξανάλεγα: «Ο προκείμενος νεκρός…» Έπειτα μου ’ρθε μια ιδέα που να μη μου’ ρχότανε· να μιλήσω για το γιο του τον Αλέξανδρο. Και ήρχισα να πλέκω το εγκώμιο του φίλου μας. Έπειτα είπα: «Ποία οδύνη θα διαπεράσει, ως φάσγανον, την καρδίαν του προσφιλεστάτου υιού σου Αλεξάνδρου, όταν μακράν σου ευρισκόμενος, θα μάθη τον θάνατόν σου! Διατί να μη ευρίσκεται πλησίον σου να γλυκάνη τας τελευταίας σου στιγμάς; Ίσως δε και η επιστήμη του ομού με την θερμότητα της υιικής του αγάπης θα κατόρθωναν να σε αποσπάσουν από τους όνυχας του αδυσωπήτου θανάτου…» Τότε ένας χωρικός, συγγενής, φαίνεται, της οικογενείας, ο οποίος έστεκε πίσω μου, έριξε στο σβέρκο μου μια φράση: «Πε πράμμα και για τ’ άλλα παιδιά.

Πώς δεν τρελάθηκα, Θεέ μου, κείνη τη στιγμή! Αλλά κατάφερα να γυρίσω πίσω το γέλιο που μ’ ανέβηκε σα λόξυγγας στο λαιμό. Από την αγωνία και τη ζέστη έτρεχεν ο ιδρώτας ποτάμι από το μέτωπό μου. Εσώπασα πάλι κι εξεροκατάπινα. Να πω και για τ’ άλλα παιδιά; Αλλά τί να πω, δι’ όνομα Θεού! Μήπως τα ’ξερα καλά καλά; Στρέφομαι λιγάκι και λέγω χαμηλόφωνα στο χωρικό: «Πώς τα λένε;» «Ο Αντρουλιός…» «Ο Αντρουλιός», εξηκολούθησα, ο φημισμένος σκοπευτής, ο οποίος ανυπομονεί να συνεχίση τους ηρωικούς άθλους του γενναίου πατρός του… «Η Μαρία», μου ψιθύρισε ο υποβολεύς.
«Η Μαρία, το κόσμημα του οίκου σου, η σεμνή και ενάρετος Μαρία…» Εις το άκουσμα του ονόματός της η Μαρία έβαλε φωνή μεγάλη: «Μπαμπά μου και πώς θα μπαίνω στο έρμο το σπίτι να μη σε θωρώ μπλειό!» Αισθανόμουν ότι δεν άντεχα πια, ότι η δύναμη της αντιστάσεώς μου ήταν στο τέλος της. Τι μαρτύριο ήταν αυτό, να έχω μια τόσο ακράτητη ορμή να γελάσω, να ξεκαρδιστώ στα γέλια και να με πνίγη αγωνία! Και ο υποβολέας το σκοπό του: «Ο Νικόλας… η Γαρουφαλιά…» Το βλέμμα μου έπεσε πάλι για μια στιγμή στον πεθαμένο· και μου φάνηκε πως ήμουν πιο αξιοθρήνητος και απ’ αυτόν. «Και τί να είπω δια τον Νικόλαον…» Δεν είχα τίποτε να είπω δια τον Νικόλαον, αλλά ούτε και μ’ αφήκαν. Από το απέναντι μέρος, όπου εστέκοντο δύο φίλοι μου, ήλθε ένα φύσημα μύτης, ένα γέλιο που ξέφυγε από τη μύτη, γιατί το στόμα ήταν φραγμένο με μαντήλι. Το φύσημα εκείνο και το μαντήλι που είδα στο στόμα κάτω από ένα μέτωπο χαμηλωμένο, με αποτέλειωσε. Θύελλα από γέλια ξέσπασε από το στήθος μου. Και σαν άρχισα, ήταν αδύνατο πια να κρατηθώ. Ήθελα να πω: «Γαίαν έχοις ελαφράν»· αλλά μόνο η πρώτη συλλαβή έβγαινε από το στόμα μου κι ετελείωνε σε σπασμό γέλιου.

Στρέφομαι γύρω με απελπισία και ζητώ μια πρόφαση για να δικαιολογήσω την ασεβή παραφροσύνη μου. Άλλοι με κοιτάζουν με απορία και άλλοι με θυμό· και μόνον οι φίλοι μου δεν με κοιτάζουν γιατ’ είχαν κρυφτή. Το βλέμμα μου φτάνει στο φαρμακοποιό και στα μούτρα του βρίσκω την πρόφαση που ζητούσα. Ο Ζαμαλής βαφότανε κι από τη ζέστη η βαφή είχεν αναλιγώσει και με τον ιδρώτα σχημάτιζε κιτρινωπά ρυάκια στο πρόσωπό του.
«Μωρέ, βάφεσαι;» του λέω για να δείξω τάχα ότι γι’ αυτή την ανακάλυψη γελούσα.
«Δε μου λες πως είσαι για δέσιμο; αποκρίνεται ο Ζαμαλής και σκουπίζεται με μεγάλο χρωματιστό μαντήλι. Δια να σκεπάση το σκάνδαλο ο παπάς άρχισε να ψάλλει. Την ίδια στιγμή δύο χέρια μ’ έσπρωξαν προς τα έξω· ήταν ο χωρικός που μου’ λεγε τα ονόματα· και στην πόρτα της εκκλησιάς μού λέγει:

«Το καλό που σου θέλω, φύγε, φύγε γλήγορα!»




ΤΟ AUDIOBOOK EΔΩ




Ο Άγιος Νεομάρτυρας Νικόλαος εκ Μετσόβου1 (Τρίκαλα 16/5/1617) από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

 
    Ο Άγιος Νεομάρτυρας Νικόλαος εκ Μετσόβου1

(Τρίκαλα 16/5/1617)

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


Ο ΕΞΩΜΟΤΗΣ: Ο Άγιος Νικόλαος καταγόταν από το Μέτσοβο, αλλά στη νεανική του ηλικία εγκαταστάθηκε στα Τρίκαλα και εργαζόταν σ΄ ένα αρτοπωλείο. Δυο-τρία έτη αργότερα πείστηκε από κάποιους Οθωμανούς που έκανε παρέα να αρνηθεί του Χριστό και να γίνει Μουσουλμάνος. Όμως σύντομα κατάλαβε το λάθος του, μετάνιωσε και επέστρεψε στο Μέτσοβο ζώντας πια χριστιανική ζωή. Κάποτε, μαζί με κάποιους συμπατριώτες του, φόρτωσαν τα άλογά τους με δαδί και μετέβησαν στα Τρίκαλα για να πουλήσουν το φορτίο. Εκεί όμως τον αναγνώρισε ένας Τούρκος κουρέας2 και άρχισε να τον κατηγορεί. Φοβισμένος ο Νικόλαος, του χάρισε το φορτίο του δαδιού, παρακαλώντας τον να μην τον καταδώσει. Εκείνος πήρε το φορτίο και του υποσχέθηκε να μην τον φανερώσει ποτέ, υπό την προϋπόθεση να του φέρνει κάθε χρόνο ένα φόρτωμα δαδιού, εξασφαλίζοντας έτσι την εχεμύθειά του.

  ΜΕΤΑΝΟΙΑ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Όμως ο Νικόλαος μετανόησε για την υπόσχεσή του αυτή προς τον Οθωμανό και ζήτησε τη βοήθεια του πνευματικού του. Ο Άγιος εξομολογήθηκε το αμάρτημά του και, παρά τις αντιρρήσεις του γέροντά του, εξασφάλισε την ευχή του για το μαρτύριο. Επέστρεψε στα Τρίκαλα και παρουσιάστηκε στον κουρέα ο οποίος μεγαλόφωνα και παρουσία μεγάλου πλήθους Οθωμανών, τον κατήγγειλε ότι εγκατέλειψε το Μωαμεθανισμό. Οι Οθωμανοί τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στο δικαστή. Εκεί, στη σχετική ερώτηση του δικαστή, ο μάρτυς απάντησε γενναία ότι ήταν Χριστιανός και Χριστιανός σκόπευε να πεθάνει. Μετά από τις συνηθισμένες κολακείες, υποσχέσεις και απειλές, με διαταγή του δικαστή, ραβδίστηκε άγρια και ρίχτηκε στη φυλακή. Εκεί τον τυραννούσαν με το μαρτύριο της δίψας και της πείνας. Έπειτα από λίγες ημέρες ο δικαστής διέταξε να τον φέρουν πάλι στο δικαστήριο. Εκεί ο Νικόλαος έμεινε αμετάθετος στην ορθή πίστη παρά τις απειλές των Οθωμανών. Τότε ο δικαστής διέταξε να ανάψουν μεγάλη φωτιά στο κέντρο της αγοράς των Τρικάλων και να ρίξουν μέσα σ΄ αυτή τον Άγιο. Έτσι την 16η Μαϊου του 1617 ο Άγιος Νικόλαος χαρούμενος, προφέροντας δοξολογίες, παρέδωσε την αγία του ψυχή.

  Η ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ – ΘΑΥΜΑΤΑ: Ένας Χριστιανός αγγειοπλάστης, ευλαβούμενος τον Άγιο, έδωσε λίγα χρήματα σε κάποιους Τούρκους και πήρε την κάρα του Αγίου και την έκρυψε σε τοίχο του σπιτιού του. Χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του αγγειοπλάστη, κι ενώ κάτοχος του σπιτιού ήταν ένας Χριστιανός ονόματι Μέλανδρος, την ημέρα της μνήμης του Αγίου είδε ένα λαμπρό φως σ΄ έναν από τους τοίχους του σπιτιού του. Σκάβοντας τον τοίχο, βρήκε την τίμια κάρα και την παρέδωσε στην Ι. Μ. Βαρλαάμ των Μετεώρων. Μεταξύ των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου αναφέρεται η λύτρωση από το θανατικό που μάστιζε τη Δεσκάτη, η ελευθέρωση των Καλαρρύτων από κάποια λοιμική ασθένεια, κ. α.

Ιν΄ εκφύγης πυρ της γεέννης, παμμάκαρ, το πυρ υπέστης,

Νικόλαε ευθύφρον.”

1. Μτθ. Λαγγής, ό. π., τ. Ε΄, σ. 447-450.

2. Οι κουρείς των Οθωμανών συνήθιζαν να κάνουν εκείνην την εποχή και τις περιτομές. Είναι λοιπόν πιθανόν γι' αυτό το λόγο να τον γνώριζε.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα: Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ

  Ο τραγουδισμένος άγνωστος στην Ελλάδα:  Ο αστερισμός Νότιος Σταυρός [Σταυρός του Νότου] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....