Ετικέτες - θέματα

29.5.26

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ 

του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Δ΄.

     


Οἱ ἀδερφάδες ξαναμείνανε μονάχες στὸν πύργο κ' ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα ξαναβρῆκε τὸν παλιὸ ρυθμό της. Ὁ βρόντος τοῦ ἀργαλιοῦ δὲν εἶναι φόβος τώρα νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ἀκατάπαυτα ἀπὸ τὴν αὐγὴ θαμπὰ ὥς βαθιὰ τὴ νύχτα, ἡ βελόνα τρυπᾷ, μουδιάζει τὰ δάχτυλα κ' ἡ Παναγιούλα ξανάπιασε τὰ τρεξίματα στὴν πόλη. Δὲ ντροπιάζει κανέναν τώρα. Ἡ γενιὰ τοῦ Κρανιᾶ δὲ θέλει νὰ ξέρῃ πιὰ ἀπὸ τὶς νυφάδες τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη καὶ πληγωμένη στοὺς ραγισμένους τοίχους τῆς κούλιας.

Μὰ κ' ἡ ζωὴ ἕνα γῦρο δὲν ἀλλάζει τὸ σκοπό της. Ὁ ἥλιος φέγγει ὅπως πρῶτα πάντα, ἡ ἄνοιξη ἔρχεται καὶ φουντώνει τὸν κάμπο κ' ἰσκιώνει τὸν ὄχτο τοῦ ἀκροπόταμου. Ὁ κόσμος παντρεύεται κι ἀρρεβωνιάζεται. Ἕνας ἀνθυπίατρος ἀπὸ τὸ κάστρο παντρεύτηκε μὲ τὴ δεύτερη τὴ Ζωριοπούλα, ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὸν τόπο ἀρρεβωνιάστηκε τὴν Εὐανθία Τελατίνη. Τὰ μηνύματα φτάνουνε σὰν περιγέλασμα στὴν κούλια.

Ἡ Φρόσω σκύβει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλεῖ, ἡ Μαριὼ ὅμως δὲν τὸ βαστᾷ. Ἡ ὀργή της δὲν ξεσπᾷ μόνο φαρμάκι στὴ γειτονιά, δὲ γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στὴν κούλια, μὰ σκορπίζεται κι ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο. Βουνὰ καὶ κάμπους, οὐρανὸ καὶ γίς· ὅσα βλέπει τὸ μάτι κι ὅσα φανταζεται ὁ νούς. Γυρεύει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μιὰν ἐκδίκηση κ' ἕνα σεισμὸ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς γίς. Κι ὅσο δὲν τὰ λαβαίνει, ἡ ψυχή της διψᾷ νὰ πνίξῃ, νὰ ρημάξῃ, νὰ βουλιάξῃ ἡ ἴδια. Κι ὅσο δὲν τὸ μπορεῖ οὔτε αὐτό, ξεθυμαίνει στὴν ὀρφανὴ τῆς πλύστρας τοῦ πατέρα, ποὺ γυρίζει ἀδειανὴ ἀπὸ τοὺς δικούς, στὴν Κούλα, ποὺ τὰ παρμένα της δὲ δουλεύουνε γλήγορα, κι ἅμα δὲ βρίσκει ἄλλη καμιὰ ἀφορμή, σὲ κατάρες κι ἀναθέματα ἐκεῖνων, ποὺ θὰ χαροῦνε ὅσα πλέκει κι ὅσα ράβει.

«Τὴν ἀδικιά, τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο;» φωνάζει ἀδιάκοπα.

Καὶ σβήνει μπρὸς ἀπὸ τὸ κόνισμα τὸ καντήλι, ποὺ ἀνάβει ἡ Φρόσω, σὰ βρίσκεται μιὰ σταλιὰ λάδι στὸ ροῒ τῆς κούλιας, καὶ στένει καυγά, ὅταν παίρνῃ τὸ μάτι της τὴ λειτουργιά, ποὺ στέλνεται στὴν ἐκκλησιά:

«Δὲν ἔχω κάνα κρῖμα νὰ μοῦ συχωρεθῇ· τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο!»

Ἡ Φρόσω σωπαίνει γιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ ἡ γειτονιὰ καὶ δίνει τοῦ παπᾶ τὸ δίφραγκο μαζὶ μὲ τὸ πουκάμισο τῆς ἀδερφῆς, νὰ τὸ διαβάσῃ στἅγιο Δῆμα· κι ὅταν οἰκονομήσῃ δεύτερο, ἀνοίγει τὴν ἁγιὰ Μαρίνα ὄξω στἀμπέλια, μήπως ἡ χάρη τῆς βοηθήσῃ τὴ συνονόματη.

Κ' ἡ Φρόσω εἶχε χαμένη τὴν ἐλπίδα, ὡστόσο πίστευε στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ πίστευε ἀκόμα καὶ στὸ σόϊ. Ἂν ἔχασε ὁ ἀδερφὸς ἐδῶ, ἡ πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι κι ὁ κόσμος ὅλος κι ὁ φτόνος δὲν εἶναι σ' ὅλον τὸν κόσμο ὁ ἴδιος.

Τὴν ἴδια γνώμη ἔχει κ' ἡ Σακαμπέσαινα, ποὺ ἅμα ξαναφέρνῃ ἡ Παναγιούλα τίποτε ψιλά, βάζει καὶ κείνη τὴν τέχνη της νὰ ξαναφέρῃ τὴ Μαριὼ στὰ σέστα της. Χαρὰ μεγάλη καρτερεῖ τὴν κούλια· τὸ διάβασε στἄστρι τοῦ βραδιοῦ καὶ τὸ κομπόδεσε. Ἢ θησαυρὸ ἢ πλούσια νύφη θὰ βρῇ ὁ Γεσίλας σύντομα στὸν καιρὸ κι ἀλαργινὰ στὸν τόπο. Λίγο ὑπομονὴ μονάχα. Ποιός τοὺς φταίει; Πήγανε καὶ στείλανε τῆς Ζωριοῦς τὴ Χαραλάμπαινα. Δὲν ἐρχόντανε σ' αὐτή, νἄρριχνε τῆς κόρης νἄπαιρνε τὰ σοκάκια γιὰ τὸν καπετάνιο.

Μὰ ἡ Μαριὼ δὲν ἤθελε νἀκούσῃ τίποτε. Ἡ προσβολή, ποὺ ἔγινε στὸ γένος τοῦ Κρανιᾶ ἐδῶ στὸν τόπο, εἶναι ἀνεξιλέωτη. Μόνο σὰν ἔρθῃ κάποτε κανένα δεκάρικο ἀπὸ τὸν ἀδερφό, δὲ σβήνει λίγες μέρες τὸ καντήλι καὶ παγαδιάζει καὶ τὸ ἀνάθεμα σ' ὅλον τὸν κόσμο.

Ἀφοῦ δὲν ξαναφάνηκε ὁ ψάλτης στὸ βελούχι κι ἂς ἔλειψε τὸ σκιάχτρο τοῦ Γεσίλα, ἡ Κούλα ξανάρριξε τὴ ματιὰ στοὺς ὑπαξιωματικούς.

Μὰ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μόνο ἀριὰ καὶ ποῦ καθίζουνε τώρα στὸ βελούχι. Περνοῦν ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθὼς πάντα καὶ στρίβουνε πέρα κατὰ τὶς ἐλιές.

Ὁ Φωτούλας Τυλιγάδας δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξαναμαζέψη. Τὰ βασιλικὰ καὶ τὰ περιπλοκάδια ἀνθοῦνε σὰν πάντα στὴ φρετζάτα ὁλόγυρα, οἱ ἀγγουριὲς καρπίζουνε στὶς βραγιὲς πίσω ἀπὸ τὴν κούλια κ' ἡ ποταμιὰ δὲν ἔπαψε νὰ κατεβάζῃ τὸ μαΐστρο.

«Ἐκεῖ δὲ βλέπεις;» τοῦ λέει ὁ Κελεμένης, ὁ παπατζὴς τοῦ βελουχιοῦ, καὶ δείχνει ἔρημα τὰ παράθυρα τῆς κούλιας.

Ἔρημα ἐκεῖνα, ρημαγμένο καὶ τὸ βελούχι. Τίποτε μαθητούδια ἂν ξεπέφτουν πιὰ νὰ χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι ἀποβραδὶς μοναχὰ οἱ δασκάλοι βγαίνουνε νὰ δροσιστοῦν.

Ὅμως μιὰ νέα γενιὰ δασκάλων. Ὄχι πὼς δὲ μιλοῦνε γιὰ γραμματικὴ κι αὐτοί, ἢ πὼς δὲν ἀναθεματίζουν τὸν Ψυχάρη, μὰ δὲν τὸ θαρροῦν κι ὁλότελας ἀταίριαστο μὲ τὸ σοβαρὸ ἔργο τους νὰ ρίχνουνε καὶ καμιὰ ματιὰ πρὸς τὰ παράθυρα τῆς κούλιας, νὰ τρῶνε στὴν ἀστροφεγγιὰ κάνα κοτόπουλο καὶ νὰ ξεκρεμοῦν καὶ τὸ μπουζούκι κάποτε.

Ἡ Κούλα δυνάμωσε τὸ φτιασίδι στὰ μάγουλα κ' ἔβαλε ὄλη τὴν παλιὰ τέχνη της στὰ σγουρά. Τὴ φορὰ αὐτὴ δὲ θὰ τῆς γλυτώσῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς δασκάλους. Ὅποιος ἀπ' αὐτοὺς, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ρίξῃ τὰ μάτια στὰ παράθυρα. Ἂς εἶναι ἀκόμα καὶ κεῖνος ὁ κοντακιανὸς καὶ κοντολαίμης, ποὺ δὲ βγάζει ἀπὸ ψηλά του τὸ παλτὸ κι ἂς σκάζῃ γάϊδαρος ὄξω στὸν ἥλιο τοῦ Μαγιοῦ. Ἡ γραβάτα του εἶναι ξεφτισμένη καὶ βρώμικη καὶ τὸ καπέλο, ποὺ μιὰ φορὰ εἴτανε σταχτί, τὸ φορεῖ ἀνάποδα πάντα, μὰ σ' ὅλ' αὐτὰ τὸν συμμορφώνει στὸ φτερό, φτάνει μόνο νὰ τονὲ λάβῃ στὰ χέρια της.

Ἐκεῖνα, ποὺ δὲν παίρνουνε συμμόρφωση, εἶναι τὰ μάτια του, ποὺ ἀλληθωρίζουνε, καὶ τὰ κανιά του, ποὺ δὲν εἶναι ὁλόϊσα ὅπως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μὰ κι αὐτὰ εἶναι ψιλοδουλειὲς γιὰ τέτοιες ὥρες, ποὺ ὁ καθρέφτης τοῦ ἐφέδρου ἄρχισε νὰ δείχνῃ καὶ τῆς Κούλας, ὅ,τι τρόμαξε ἄλλοτε καὶ τὴ Μαριώ.

Ἡ Κούλα ρίχνει τὴ ματιὰ στὴ Φρόσω, στὴ Μαριὼ καὶ τρομάζει κι αὐτή, βλέπει τὴν κοιλιασμένη κούλια νὰ φοβερίζῃ νὰ σωριαστῇ ἀποπάνω της κάθε στιγμή, σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀέρα καὶ νοιώθει ρῖγος μέσα της. Ὁ μόνος στοχασμός της εἶναι πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποκάτω, πῶς νὰ βρεθῇ μακριὰ πρὶν ἔρθῃ ἡ ὥρ' αὐτή. Ὁ καιρὸς βιάζει, δὲν εἶναι νὰ χάνῃ οὔτε στιγμή.

Κι ὁ δάσκαλος μὲ τὸ μακρὺ παλτὸ ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάσῃ τὰ παιδιὰ καὶ νάτος, ἴσια στὸ βελούχι. Δὲν ξεκολλᾷ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν κούλια.

Ἡ Κούλα ξανάπιασε τὴ θέση της στὸ μπαλκόνι. Ἡ καρδιά της ξανάβρισκε ὅλη τὴν παλιὰ ὁρμή. Ἡ ἄνοιξη, ποὺ χυνότανε στὴν ἀκροποταμιὰ μὲ τἄνθη στὶς ἐλιές, τοὺς μαβιοὺς ἴσκιους καὶ τὸν κοῦκο, σὰ νὰ ἔβγαινε ὅλη, νὰ χυνόταν ὅλη ἀπομέσα της. Στιγμές, δὲν ἤξερε κι αὐτὴ γιατὶ τῆς φαινότανε πὼς μοιάζει περσότερο μ' ἡλιόγερμα παρὰ μ' ἀπριλιάτικη λαμπράδα· ὡστόσο δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ, τῆς ἄρεσε νὰ πλέῃ γλυκὰ στὸ πλάνεμα καὶ πολεμοῦσε νὰ κρατήσῃ ὅσο μποροῦσε μακρήτερα τὴν ἀνοιξιάτικη λαχτάρα μὲ τὰ τριαντάφυλλα στὸν κῆπο, μὲ τὰ γαρύφαλα καὶ τὰ ζαμπάκια στὸ μπαλκόνι.

Ἔδενε μ' αὐτὰ ἕνα ὁλόδροσο μπουκέτο κάθε πρωῒ κα τὄστελνε τοῦ Τυλιγάδα μὲ τὴν Παναγιούλα. Κ' ἔπειτα τὸ καμάρωνε, ποὺ τὸ ἔβλεπε νὰ ξεχωρίζῃ μέσα στἄλλα μυρουδικά, ποὺ στολίζανε τὰ τραπέζια τοῦ βελουχιοῦ. Περίμενε τὸ δάσκαλο.

Κι ὁ δάσκαλος δὲ χόρταινε νὰ τὸ μυρίζῃ. Κ' ἡ Κούλα ἀπὸ τὸ παράθυρο δὲν μποροῦσε νὰ μὴ σκάζῃ κι αὐτὴ στὰ γέλια σὰν τοὺς συναδέρφους του ἐκεῖ γύρω. Ἡ μύτη τοῦ δασκάλου βαφότανε κίτρινη ἀπὸ τὰ ζαμπάκια καὶ γυρνοῦσε τἀλλήθωρα μάτια μέσα στὶς κόχες τους γιὰ νὰ δῇ τὴ μύτη καὶ νὰ τὴ σκουπίσῃ.

Μὰ ἡ καρδιά του εἴταν ἀνεξίκακη σὰν ὅλων τῶν δασκάλων. Τὰ γέλια δὲν τὸν πειράζανε, μήτε τὰ πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο νὰ κλέψῃ τὴν ὥρα, ποὺ δὲν τὸν κοίταζε κανένας, γιὰ νὰ βγάλῃ ἕνα γαρύφαλο ἢ ἕνα ρόδο ἀπὸ τὸ μπουκέτο καὶ νὰ τὸ βάλῃ στὴν κουμπότρυπα.

«Ψυχή μου νέος!» δὲ βαστιότανε νὰ μὴ στοχαστῇ πολλὲς φορὲς ἡ Κούλα καὶ νὰ βαρυθυμήσῃ μιὰ στιγμὴ μὲ κεῖνο ποὺ ἔβλεπε.

Μὰ πάλι, ὅταν ἐκεῖνος, παραφυλάγοντας ξανὰ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὸν ἔβλεπε κανένας, ἔφερνε πεταχτὰ τὸ ἄνθος στὰ χείλη του, ἐνῷ τὴν ἴδια ὥρα ἔρριχνε κλεφτὴ ματιὰ στὰ παράθυρα τοῦ πύργου, ἡ θλίψη τῆς Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

«Ἀπὸ τὁλότελα καλὸς κι ὁ δάσκαλος», ἔλεγε μέσα της μελαγχολικά.

«Ἀπὸ τὁλόλελα καλὲς καὶ τοῦτες», παρηγοριόταν ἄλλο τόσο μελαγχολικὰ κι ὁ Τυλιγάδας, ἐκεῖ ποὺ μάζευε τὶς μίζερες δεκάρες τῶν δασκάλων.

Κ' οἱ ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

Μὰ ἦρθε ὁ Ἀλωνάρης, ἔκλεισε τὸ σκολειὸ κι ὁ δάσκαλος πάει νὰ ξεκαλοκαιριάσῃ στὸ χωριό του.

Τὸ βελούχι κι ὅλος ὁ κόσμος ρήμαξε γιὰ τὴν Κούλα. Ἡ καρδιά της τρέμει ὅσο νἀρθῇ ὁ Αὔγουστος νὰ μάθῃ, νὰ σιγουρευτῇ πὼς δὲ μεταθέσανε τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν τονὲ μεταθέσανε.

Μὰ ὁ χινόπωρος, ποὺ τὸν ξανάφερε δροσερὸν κ' ἡλιοκαμένον, ἔφερε καὶ τὰ σύννεφα καὶ τὶς βροχές. Καὶ μὲ τὰ πρῶτα βοριαδάκια τὸ βελούχι ἔκλεισε.

Μοναχὴ παρηγοριὰ τῆς Κούλας μένει τὸ πέρασμα τοῦ καλοῦ της ἀπ' τὸ δρόμο. Μὰ πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα μπορεῖ νὰ περνᾷ ὁ δόλιος δάσκαλος; Καὶ μήπως εἶναι κιόλας τόσο εὔκολο τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν κούλια, ὅταν ἀρχίσουν οἱ βροχὲς τοῦ σαραντάμερου κι ἀναγλιτσιάσῃ ὁ ὄχτος τοῦ ἀκροποτάμου;

«Ἀγάπη, ποὺ νὰ σκιάζεται τὶς λάσπες, ποιός τὴν εἶδε, ποιός τὴν ἄκουσε!» θυμώνει μέσα της ἡ Κούλα, ὅταν περνοῦνε μιαδυὸ μέρες κι ὁ δάσκαλος δὲ φαίνεται.

Μὰ ὅταν τὸν ξαγναντίζῃ βουτηγμένον ὣς τὰ γόνατα στὴ λάσπη, πιτσιλισμένο ἴσια μ' ἀπάνω μὲ τοὺς ὤμους τὸ μακρὺ παλτό, ὅταν τὸ βούλιαγμα, ποὺ βλέπει νὰ κάνῃ τὸ πόδι του στὶς λοῦμπες, τὸ σκόντομά του στὸν ὄχτο ἐδῶ, τὸ γλύστρημά του παρακεῖ στὴ γλίνα τῆς βγάζουνε στὸ φόρο πὼς ἡ ματιά του χωριστὰ ἀπὸ ἀλλήθωρη εἶναι κιόλας καὶ κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει τὴν καρδιά της καὶ δὲν ξέρει ποιόν νὰ πρωτοκλάψῃ: τὸ δυστυχισμένον, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ βοῦρκο κάτω στὸ δρόμο, ἢ τὴ δική της μοῖρα, ποὺ τὴν ἔρριξε σ' αὐτόν;

Ἀπελπισμένη, σωριάζεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ κλαίει. Ἡ θυγατέρα τοῦ Θώμου Κρανιᾶ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ Κούλα ἡ ὄμορφη νὰ καταντήσῃ νὰ ξεπέσῃ σὲ κεῖνο τὸ παράλλαμα;

«Ποτέ, ποτέ!» τῆς λέει μιὰ φωνὴ μέσα της, σὰ νὰ ζητᾷ νὰ τὴ βοηθήσῃ νὰ πάρῃ μιὰν ἀπόφαση.

Μὰ ἡ σκεπὴ τῆς κούλιας εἶναι μισοανοιχτὴ ἀποπάνω καὶ κατεβάζει τὴ νοτιὰ φιὸ στὴν πλάτη της· οἱ ὦμοι τουρτουρίζουνε μὲ τὸ μαγνάδι τοῦ τσιτιοῦ, ποὺ εἶναι ντυμένοι, ἡ Φρόσω βήχει κάτω ἀπὸ τὸ κατώγι, ἡ Μαριὼ δέρνει στὴν ἄλλη κάμαρα τὴν Παναγιούλα, ποὺ τὴν ἔπιασε νὰ καίῃ τὸν κλώστη γιὰ νὰ σγουράνῃ καὶ κείνη τώρα τὰ μαλλιὰ μπροστὰ στὸ μέτωπο, κι ὁ Γεσίλας οὔτε γράφει οὔτε ἀκούεται. Δὲν πείσμωσε μόν μὲ τὸ Ζωριὰ καὶ μὲ τὸν Τελατίνη, δὲν ἔρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχὰ στὴν πόλη κοντὰ στὸν ποταμό, μὰ καὶ στὴν κούλια τοῦ πατέρα του.

Χωρὶς νὰ καταλάβῃ κ' ἡ ἴδια, ἡ Κούλα βρέθηκε στὸ παράθυρο κοιτάζοντας ἂν πέφτῃ σὲ ξαστεριὰ ἢ σὲ σύννεφα ὁ ἥλιος, ποὺ ἔρριξε μιὰ λάμψη θλιβερὴ στὴν κάμαρα: Νὰ σταματοῦσε κάνε ἡ βροχή, νὰ στεγνώσῃ ὁ τόπος λίγο καὶ νὰ δῇ τὸ δάσκαλο νὰ περάσῃ σὰν ἄνθρωπος. Ἔτσι νὰ πάρῃ δύναμη νὰ κατεβῇ στὸ δρόμο καὶ νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ τὴν πάρῃ μιὰν ὥρα ἀρχήτερα ἀποδῶ, μακριὰ ἀποδῶ, ὅπου θέλῃ, ἂς εἶναι καὶ στὸ σύνορο τοῦ κόσμου, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς, μόνο μακριὰ ἀποδῶ, ὄξω ἀπὸ τὴν κούλια.

Κι ὅταν τὴν ἄλλη μέρα τονὲ βλέπῃ νὰ ξαναπερνᾷ, κρεμιέται στὸ παράθυρο καὶ τοῦ χαμογελᾷ, κατεβαίνει κάτω στὴν αὐλόπορτα καὶ τοῦ σφυρίζει ἕνα γλυκόλογο, τοῦ νεύει νἀρθῇ πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη.

Μὰ ἐκεῖνος δάσκαλος. Φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του. Δὲν ἀποφασίζει νὰ ζυγώσῃ κι ἂς εἶναι σούρωπο κι ἂς μὴν περνᾷ ψυχὴ στὸ δρόμο. Ὅλο καὶ κοντοστέκεται, μὰ δὲν τολμᾷ νἀρθῇ στὴν πόρτα, ὅλο καὶ ρίχνει φοβισμένες ματιὲς στὸ παράθυρο. Κ' ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα καὶ ξανὰ τὴν ἄλλη, ὅσο ποὺ στὸ τέλος ἔγινε ἄφανατος.

Δὲν ξαναπέρασε.

Ἡ Κούλα πάει νὰ τρελλαθῇ. Μὴν ἀρρώστησε, μὴν τονὲ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ὁ νούς της. Ρώτησε τὰ παιδιά, ποὺ γυρίζαν ἀπὸ τὸ σκολειό. Ἐδῶ 'ναι καὶ στὴν ὑγειά του ὄχι καὶ καλήτερα. Σήμερα ἄργασε τοῦ ἑνοῦ ἀπ' αὐτὰ τὶς ἀπαλάμες μὲ τὴ λούρα.

Ἡ Κούλα ἀπελπίζεται. Ἄλλο δὲν μένει παρὰ νὰ τοῦ γράψῃ μὲ τὴν Παναγιούλα.

«Ἀγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σὲ ἀναμένω καὶ ἀπορῶ τὸ διατὶ διέκοψες…», ἀντίγραψε ἀπὸ τὸ παλιό, χιλιοσκεσμένο ἐπιστολάριο τῆς κούλιας, ἔκλεισε μέσα δυὸ πανσέδες μαζὶ μὲ τὰ δάκρυά της κ' ἔδωσε τὸ γράμμα.

Δὲν εἴταν πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἔκανε καὶ τέτοια ὑπερεσία ἡ Παναγιούλα, μὰ τὴ φορὰ αὐτὴ δὲν τὴ βρῆκε ἡ Κούλα πρόθυμη.

«Δὲν ξέρει», εἶπε, «σὲ ποιὸν ἀπ' τοὺς πολλοὺς δασκάλους νὰ τὸ δώσῃ. Μακρὺ παλτὸ φορούσανε πολλοὶ ἀπὸ δαύτους».

Τῆς Κούλας τῆς ἔπεσε λιγάκι δύσκολο νὰ περιγράψῃ τὰ καθαυτὸ χαραχτηριστικά του.

Τέλος ἡ Παναγιούλα κατάλαβε καὶ δέχτηκε. Κι ἄργησε νὰ γυρίσῃ τὸ βράδι αὐτό, ἀπάντηση ὅμως δὲν ἔφερε.

Τοῦ κάκου στάλθηκε καὶ ξαναστάλθηκε μὲ νέο γράμμα· δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρῇ τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ ἡσυχία κ' ἡ Κούλα, δὲν μπορεῖ νὰ κλείσῃ μάτι. Νευρίκιασε κι αὐτή· δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν γκρίνια τῆς Μαριῶς. Λόγο κι ἀντίλογο. Ἄδικα τὴν παρακαλεῖ ἡ Φρόσω νὰ μὴν τὴ συνερίζεται, γιατὶ δὲν εἶναι στὰ καλά της. Ἴσια τὰ πᾶνε τώρα κι οἱ δυό. Κι ὁ ἄνεμος τῆς ποταμιᾶς τὴν ἀπονευρικιάζει. Τώρα θὰ πέσῃ ἀπάνω της ἡ κούλια καὶ θὰ τὴ θάψῃ. Δὲ βλέπει μέσο λυτρωμοῦ, κάθε δρόμος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν κούλια εἶναι κλειστός.

Μιὰ γνώριμή της κατοικοῦσε κοντὰ στὸ σκολειό. Εἴταν τὸ τελευταῖο βῆμα, λείπαν ὅμως τὰ ποδήματα, ἔλειπε φόρεμα τῆς προκοπῆς. Στὸ τέλος ἄφησε τὴ ντροπὴ στὴν ἄκρη, βρῆκε μιὰ πρόφαση καὶ κίνησε καὶ πῆγε ἕνα δειλινό.

Ἡ γνώριμή της τὴν καλοδέχτηκε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθήσῃ στὸν καναπέ. Ἡ Κούλα προτίμησε ὅμως μιὰ καρέκλα κοντὰ στὸ παράθυρο καὶ κάθησε περιμένοντας.

Νάτος τέλος ὁ φίλος βγῆκε ἀπὸ τὸ σκολειό. Καθὼς τὴν εἶδε ξαφνικά, κοκκίνησε. Ὁ συνάδερφός του, ποὺ περνούσανε μαζί, τῆς χαμογέλασε, μὰ ἐκεῖνος δὲν ξαναγύρισε νὰ κοιτάξῃ.

Ἡ Κούλα φρένιασε. Περίμενε, περίμενε ὅσο ποὺ πῆρε νὰ νυχτώνῃ. Δὲν ξαναπέρασε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δασκάλους.

Γύρισε στὴν κούλια μὲ ἀπελπισιὰ θανατερή:

Τί τοῦ ἔκαμε; σὲ τί τοῦ ἔφταιξε; Ποιά εἶναι ἡ ἀφορμὴ ποὺ τὴν περιφρονᾷ; Δίχως ἄλλο θὰ τονὲ βάλανε στὰ λόγια, θὰ τοῦ τὴν κατηγορέσανε. Σὰν καὶ θἄχῃ νὰ κάμῃ τίποτες ἄλλο ὁ κόσμος! Ποιός νἄναι μόνο, ποιά νἄναι κείνη, νὰ τὴν ἤξερε νὰ τὴν ξεσκίσῃ μὲ τὰ νύχια της!

Μπαίνοντας στὴν αὐλόπορτα τῆς κούλιας, ἀπάντησε τὴν Παναγιούλα. Ξετραχείλωτη, ξυπόλυτη, ἀνασκουμπωμένη πότιζε τὸν κῆπο. Τὰ χείλη, ποὺ ὁ βοριὰς τἀποκοκκίνιζε ἀντὶ νὰ τὰ γαλαζιώνῃ, οἱ καστανὲς πλεξίδες της, ποὺ ζητούσανε νἀγγίξουνε τὶς φτέρνες, τὰ γεμάτα μάγουλα, ποὺ δὲν τὰ σούρωνε ἡ ἀναφαγιά, καὶ τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της, ποὺ ἀστράφτανε σὰν πυρωμένα, φουρκίσανε τὴν Κούλα.

Γιατί; Δὲν τὸ ρωτᾷ. Μανία θολὴ καὶ σκοτεινή, ὁρμὴ τυφλή, καθὼς ἐκείνη ποὺ ἔσπρωχνε μιὰ φορὰ τὴ μεγαλήτερη ἀδερφή της νὰ ξερριζώνῃ τὰ δικά της μαλλιά. Κ' ἡ Παναγιούλα τῆς πάτησε κι αὐτῆς ἀπόψε μὲ τὰ ξερά της μιὰ διπλῆ βιολέτα, ποὺ εἶχε φυτεμένη δίπλα στὸ πηγάδι.

Ἡ ὀρφανὴ τῆς πλύστρας ἀπὸ τὴ λασπόπολη δὲ μιλοῦσε στὶς βρισιές, δὲ μουρμούριζε στοὺς χτύπους. Συνήθισε ἀπὸ μικρή. Ἡ δυστυχία τῶν ἀδερφάδων πάντα σ' αὐτὴ ξεθύμαινε καὶ μάλιστ' ἀπὸ τὸν καιρό, ποὺ πήρανε καὶ στερευόνταν οἱ δικοὶ κ' οἱ φίλοι. Τὰ βραδινὰ τρεχάματα τῆς Παναγιούλας δὲν πάψανε, τώρα μάλιστα τρέχει πιὸ πρόθυμα κι ἀργεῖ περσότερο τὴ νύχτα νὰ γυρίσῃ.

Ἡ Μαριὼ χτυπᾷ καὶ καταριέται, ἡ Κούλα δίνει τώρα χέρι κι αὐτή, μὰ ἡ Παναγιούλα δείχνει μιὰν ἀπάθεια ἀξήγητη. Ἡ μέρα τοῦ θεοῦ ὄξω κ' ἡ ζωὴ μέσα στὴν κούλια σὰ νὰ μὴν ἔχουνε γι' αὐτὴ ὕπαρξη πραματική, ἡ δική της ζωὴ σὰ νἀρχίζῃ μὲ τὸ σούρουπο, σὰ νὰ εἶναι ὁ δρόμος κ' ἡ νυχτιά.

Ἡ κούλια ὑποτάζεται στὸ θέλημά της, γιατὶ κ' ἡ ὕπαρξη τῆς κούλιας ὅσο πάει καὶ δένεται περσότερο καὶ κρέμεται ἀπὸ τοὺς βραδινούς της δρόμους. Ἡ Φρόσω δύσκολα πιὰ μπορεῖ καὶ ρίχνει τὴ σαΐτα, ἡ Μαριὼ ὅλο κι ἀπονευρικιάζει καὶ φτείρεται ντύνοντας τὸν ξένον κόσμο, ἡ Κούλα ἔχασε καὶ κείνη κάθε ἐλπίδα. Πολλὲς φορὲς χτυπᾷ στὸ κάστρο ἡ ἀποχώρηση, κάποτε κιόλας τὸ σιωπητήριο κ' οἱ ἀδερφὲς στὴν κούλια, σκυμμένες στὸ ξεσπιθισμένο τζάκι τους, δὲν εἶναι σίγουρες ἀκόμα πὼς δὲ θὰ πλαγιάσουνε νηστικὲς κι αὐτὴ τὴ νύχτα.

Μιὰ τέτοια νύχτα ἀπὸ τὶς πολλές, κρύα καὶ σκοτεινὴ στὸ δρόμο καὶ στὴν κούλια, ἡ Παναγιούλα δὲ γύρισε κεῖ ὁλότελα. Τὴν ἄλλη μέρα μαθεύτηκε ἀπὸ τὴν πόλη πὼς ἔγινε ἄφαντος κι ὁ δάσκαλος.

Ἡ Κούλα λιποθύμησε.

«Τοὺ σιγαλὸ ποτάμ', ἡ πουμπιεμένη, ἡ μούλα!» φώναξε ἡ Μαριὼ κ' ἔτρεξε γιὰ ξίδι στὴ γειτονιά.

Ἡ Φρόσω μοναχὰ δὲ μίλησε. Ἡ φωνής της εἶχε χάσει ἀπὸ καιρὸ τὴ δύναμη.

Ὁ Γεσίλας, ποὺ κυνηγοῦσε στὸ ἀναμεταξὺ μετρητὲς χιλιάδες σ' ἄλλες φρουρές, βρῆκε τέλος μερικὲς κ' ἦρθε νὰ δείξῃ κι αὐτὲς καὶ τὴ γυναίκα του τῶν ἀδερφάδων καὶ τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Μὰ ἡ Φρόσω εἴτανε πεσμένη πιὰ στὸ στρῶμα μὲ τὸν ἴδιο σφάχτη καὶ τὸ βήχα τοῦ πατέρα.

Οἱ ἀδερφὲς θελήσανε νὰ κρατήσουν τοὺς νιόγαμπρους νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὶ στὴν κούλια. Ἡ νύφη ὅμως τρόμαξε ἀπο τοὺς ραγισμένους τοίχους κι ἀπὸ τὸ βήχα τῆς Φρόσως καὶ βίασε τὸ Γεσίλα καὶ πιάσανε γλήγορα σπίτι ἀλλοῦ, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης. Οἱ ἀντραδέρφες δὲ θἀπαιτούσανε βέβαια νὰ τοὺς ἔρχεται συχνὰ ἀπὸ τόσο μακριά, ἔτσι ὅπως εἴταν κιόλας μὲ τὴν κοιλιὰ στὸ στόμα.

Ἡ Φρόσω ἔλπιζε νὰ δῇ τὸν κληρονόμο τῆς γενιᾶς πρὶ νὰ πεθάνῃ. Νόμιζε μάλιστα πὼς αὐτὸ τῆς κρατοῦσε ἀκόμα τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Καὶ τὴν ἡμέρα, ποὺ χύμησε ἡ Μαριὼ στὴν πόρτα πρωῒ πρωῒ μὲ τὸ μήνυμα πὼς ὁ κληρονόμος ἦρθε ἀρσενικὸς καὶ παχουλός, μπόρεσε κι ἀνακάθησε στὸ στρῶμα κ' ἡ θολὴ ματιά της πῆρε μιὰ λάμψη ξαφνική.

«Ἀντίφκιαστα τὰ μάτια τ' Γισίλα· οὕλου τἀθάρ' τοὺ Κρανέϊκου· δὲν πῆρι τίπουτ' ἀπ' αὐτή».

Ἡ Μαριὼ δὲ μελετοῦσε ποτὲ τὄνομα τῆς νύφης. Ὄχι μόνο ἀπὸ τότε, ποὺ δὲ στρέχτηκε νὰ ξεκαινουργώσουνε τὴν κούλια καὶ νὰ καθήσουνε μαζί, δὲν εἶχε μάτια νὰ τὴ δῇ, μὰ κι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ πάτησε στὴν κούλια, τῆς φάνηκε πὼς μπῆκε μέσα σὰν ἐχτρός.

«Κὶ στοὺ σβιρκάκη τ' ἕνα λόϊδου μαλλιὰ κατσαρουμένα, στριφτά, ἀπαράλλαχτα σὰν τ' πατέρα. Κι ὅπους φταρ'νίσ'κε κεῖ πὄπεσε κὶ τἄφ'σαμι κὶ σ'ναχώθ'κι, γιὰ νὰ σιγυρίσουμ' ἰκείνι π'ρέκαζι, εἶπα κι ἄϊκ'σα τοὺ μακαρίτ'», ξακουλούθησε ἡ Μαριώ.

Ἡ ματιὰ τῆς Φρόσως ξανάλαμψε. Ὄξω ἔλαμπε κι ὁ ἥλιος στὴν ποταμιὰ κ' ἔρριχνε τὸ φέγγος του καὶ μέσα στὴν κάμαρα.

Ἡ Φρόσω τὸν κοίταξε ἄφωνη μιὰ στιγμή. Ἔπειτα κάνοντας νἀνασηκωθῇ καλήτερα μουρμούρισε:

«Τί λές; Δὲ θὰ μπορέσου νὰ βγοῦ; Μέρα θϊοῦ χαρὰ ὄξω».

«Σήκου πρῶτα μέσα σ'ν κάμαρ', κι αὔριου πᾶμι μαζί», τῆς εἶπε ἡ Κούλα, ποὺ δὲ βιαζότανε καὶ τόσο νὰ δῇ τὸν ἀνιψιό.

Κ' ἡ Κούλα εἶχε γελαστῆ στὶς ἐλπίδες της ἀπὸ τὴ νύφη.

Ἡ Φρόσω δοκίμασε ἄδικα νὰ σταθῇ στὰ πόδια της. Τὸ εἶδε κ' ἡ ἴδια πὼς ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ, ὅσο νὰ μπορέσῃ νἀρθῇ ὁ ἀνιψιὸς σ' αὐτή.

Ἅμα σαράντισε, τὸν ἔφερ' ἕνα δειλινὸ ἡ μικρὴ ξυπόλυτη ὑπερέτρια, μὰ ἀποπίσω ἦρθε κ' ἡ μάννα.

Μὲ τὴ βοήθεια τῆς Κούλας μπόρεσε ἡ Φρόσω καὶ τὸν κράτησε λίγες στιγμὲς στὴν ἀγκαλιὰ μισοἀποκοιμισμένον. Στήλωσε τὸ βλέμμα γελούμενο στὸ μικρὸ προσωπάκι καὶ περίμενε νἀνοίξουνε τὰ μάτια, νὰ τὰ δῇ.

Μὰ μόλις μισανοίξανε, τὸ μωρὸ ἔβαλε φωνή.

Ἡ μάννα του ἔτρεξε.

«Μπὰ μπὰ! Ἄκ' ζάβια! Τ' θειὰ σκιάζισι, μουλέ; − Νὰν το χαροῦ!»

Κ' ἡ Φρόσω ἔκαμε νὰ σκύψῃ:

«Σήκουσ' του λίγου, μουρή», εἶπε τῆς Κούλας.

Μὰ ἡ μάννα χύμησε καὶ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ παιδί.

Ἡ Μαριὼ δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθῇ

«Τί θὰ σ' τοὺ φᾶμι, μουρή; Τί ξένες εἴμαστι;» φώναξε κι ὥρμησε ἀπάνω της.

Ἡ νύφη κάτι θέλησε νὰ πῇ, μὰ ἡ Μαριὼ τὴν πῆρε ἀπὸ μπροστά. Τὴν ἔκαμε νἁρπάξῃ τὸ παιδὶ νὰ φύγῃ γλήγορα, ἐνῷ ἡ Μαριὼ φώναξω κατόπι της στὴ σκάλα:

«Δὲ σ' ἔμαθι, μουρή, οὐ ἄντρας σ' ποιές εἴμαστι; Μ' ἂν εἴταν ἄντρας, ἂν εἴταν ἀδιρφός!»

Ἡ Φρόσω ἔγυρε στὸ μαξιλάρι καὶ μισόκλεισε τὰ ματια, σὰ νὰ μὴν ἄκουσε τίποτ' ἀπ' αὐτά. Ἕνα μισὰ πικρό, μισὰ εὐτυχισμένο χαμόγελο σάλεψε γιὰ στιγμὲς στὰ χείλη της.

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ Γεσίλας καὶ βριστήκανε καὶ μαλλώσανε μὲ τὴ Μαριώ. Καὶ δὲν ξαναπάτησε στὴν κούλια.

«Τί κάθεσαι; τί ἀργεῖς;» μουρμούρισε ἀπομέσα ἡ Φρόσω ποὺ τὴ φτάσανε οἱ φωνὲς στὸ στρῶμα της.

Μὰ ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε δὲν ἔφτανε κι ἂς ἀρχίσανε νὰ τὸν κράζουνε μέσα τους κ' οἱ ἀδερφὲς γιὰ νὰ γλυτώσουνε κι αὐτὲς κ' ἡ ἴδια ἡ Φρόσω. Εἶχε φυράνει πιά, εἶχε ἀπομείνει ἕνας ἴσκιος διάφανος, ἀσάλευτος σὲ μιὰν ἄκρη. Μόνο τὰ μάτια φέγγαν ἀσφάλιστες, μελανές, πυρωμένες τρύπες στὸ στεγνωμένο σκέλεθρο.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε ἄργησε νἀρθῇ. Μὰ ὅταν πιὰ τὸν ἔνοιωσε πὼς εἴταν ὄξω ἀπὸ τὴ πόρτα, ζήτησε νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Στείλανε καὶ τὸν φέρανε.

Σὰ μπῆκε, βρῆκε τὴν ἑτοιμοθάνατη γυρτὴ στὴν ἀκαλιὰ τῆς Κούλας καὶ μπροστὰ σκυμμένες τὴ Μαριὼ καὶ μιὰ γειτόνισσα καὶ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια.

Μιὰ δεύτερη γειτόνισσα ἔστεκε στὴν πόρτα.

Ὁ Γεσίλας γονάτισε κεῖ μπροστὰ κι αὐτός.

«Νάτος, ἦρθε», εἶπε τῆς Φρόσως ἡ γειτόνισσα καὶ τῆς ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Ὁ Γεσίλας ἔπιασε τὸ χέρι της κ' ἔτσι μείνανε κρατώντας τὴν ἑτοιμοθάνατη μόνο τὰ τρία ἀδέρφια.

Ἐκείνη μπόρεσε καὶ σήκωσε τὰ μάτια.

«Φρόσω, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Γεσίλας», μίλησε ὁ ἀδερφός.

«Δὲν τονὲ βλέπ'ς; δὲ γνωρίζεις; δὲν ἀκούς; Ἦρθε νὰ σ' σ'χωρεθῇ», ἔβγαλε ἡ Μαριὼ φωνὴ πνιχτή, σὰ νὰ τῆς ἔσφιγγε κάποιος τὸ λάρυγγα.

Μὰ ἡ γειτόνισσα τῆς ἔκλεισε τὸ στόμα. Κ' ἡ Μαριὼ σώπασε.

Τὰ μάτια τῆς Φρόσως μέναν ἀκίνητα, καρφωμένα στὸν ἀδερφό. Σὰ νὰ μὴν τονὲ γνώρισε ἀλήθεια, δὲ δοκίμασε νὰ τοῦ ἁπλώσῃ τὰ χέρια.

Τέλος σὰ νὰ κουραστήκανε τὰ βλέφαρα νὰ μένουν ἀνοιχτά, κάμανε νὰ κλείσουνε. Δὲν μπορέσανε καὶ μόνο τὰ μαυράδια τῶν ματιῶν στρίψανε σὰν ὁλόγυρα ἀπὸ τὶς ἴδιες κόρες τους, στραβώσανε, θολώσανε καὶ μείνανε πάλι ἀσάλευτα. Δὲν ξεχωρίζαν πιά. Τὸ κεφάλι ἔγυρε στὸν ὦμο τῆς Κούλας κι ἄρχισε τὸ στερνὸ ρουχαλητό.

Ἡ Μαριὼ σωριασμένη ἐμπρός της ἔκλαιγε πνιχτά. Τὴν πῆραν ἀποκεῖ κ' ἡ γειτόνισσα, ποὺ ἔστεκε στὴν πόρτα, πῆγε καὶ σήκωσε τὴν Κούλα, ποὺ εἶχε ἀποκάμει νὰ βαστᾷ τὴν ἀδερφή.

Ἡ Μαριὼ συνῆρθε, κράτησε τὰ δάκρυα κ' ἦρθε καὶ ξανάπιασε τὸ χέρι τῆς Φρόσως.

Ξαναπεράσανε πολλὲς στιγμές.

Κρατοῦσε τώρα τὴν ἑτοιμοθάνατη ὁ Γεσίλας, ὅταν τὰ μάτια ξαναδώσανε μιὰ τελευταία ἀναλαμπή. Καρφωθήκαν στὸ ἄδειο, πρὸς τὸ παράθυρο, ἀπόθε χυνότανε τὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ, ποὺ ἔγερνε μελιχρὸ στὴν ποταμιὰ κι ἀντηχοῦσε τὸ βούϊσμα τῶν πουλιῶν, ποὺ τραγουδοῦσαν ἐκεῖ ἀπόξω στὴ μελικοκκιὰ.

Τὰ χείλη τῆς Φρόσως σαλέψανε καὶ ψιθυρίσαν κάτι.

Οἱ ἀδερφές, ποὺ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια, νομίσανε πὼς ξαναζήτησε τὸ Γεσίλα.

Ἡ γειτόνισσα πῆρε τὴ θέση του και κεῖνος ἦρθε κ' ἔσκυψε μπροστά της ἀνάμεσα στὶς δυὸ ἀδερφές.

«Ἐδῶ 'μαι, δές με!» μουρμούρισε καὶ τῆς φίλησε τὸ χέρι.

Μὰ τὰ μάτια τῆς ἀδερφῆς δὲ γυρίσανε πιὰ σ' αὐτόν. Σβήσ... 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=O1vL6firMms


28.5.26

Το σκυλί των Μπάσκερβιλ - - Σέρλοκ Χολμς AUDIOBOOK - Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Το σκυλί των Μπάσκερβιλ -

- Σέρλοκ Χολμς

AUDIOBOOK - Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   Ο Σέρλοκ Χoλμς, ο φανταστικός ερευ-νητής του εγκλη-ματος, μαζί με τον βοηθό του δρα Γουότσον έχουν εμπλακεί σε δεκάδες υποθέσεις μυστηρίου. Ζουν μαζί στο διαμέρισμα 221B της οδού Μπέικερ, στο κέντρο του Λονδίνου. Χαρακτηριστικό του Χολμς είναι οι περίεργες μέθοδοι που χρησιμοποιεί, οι οποίες συχνά εντυπωσιάζουν. Υπάρχουν συνολικά 4 μυθιστορήματα και 56 διηγ΄ξματα με ήρωες αυτό το δίδυμο. 

  Ο Σέρλοκ Χολμς δημιουργήθηκε το 1887 από τον Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ, ο οποίος, όπως ο ίδιος ομολόγησε, δημιούργησε τον Χολμς με βάση τον καθηγητή του Τζόζεφ Μπελ. Η πρώτη εμφάνιση του Χολμς γίνεται στο περιοδικό The Strand με το διήγημα A study in Scarlet [Σπουδή στο κόκκινο]. Ο Ντόυλ εισπράττει γι΄αυτό το έργο το μικρό ποσό των 25 λιρών, αλλά η γέννηση ενός ντετέκτιβ, που θα γινόταν θρύλος στο μέλλον, είχε πραγματοιποιηθεί.

    Στο σημερινό μας AUDIOBOOK, όπου μια κατάρα κατατρέχει τον οίκο των Μπάσκερβιλ, η υπόθεση έχει ως εξής:

Ένα πελώριο κυνηγόσκυλο-φάντασμα, με μάτια και στόμα που ξερνούν φωτιά, κυνηγά και σκοτώνει κάθε κληρονόμο που θα τολμήσει να κατοικήσει στον πύργο των Μπάσκερβιλ. Ο δαιμόνιος Σέρλοκ Χολμς αναλαμβάνει να λύσει το πυκνό μυστήριο και να διαλύσει τη σκοτεινή δεισιδαιμονία που ταράζει τον ύπνο των Μπάσκερβιλ και όλης της περιοχής.

  Ο Δρ Τζέιµς Μόρτιµερ ζητάει τη βοήθεια του Σέρλοκ Χολµς µετά τον θάνατο του φίλου του Σερ Τσαρλς Μπάσκερβιλ. Ο Σερ Τσαρλς βρέθηκε νεκρός στα κτήµατά του στο Ντέβονσερ, και αν και ο θάνατός του αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, ο Μόρτιµερ υποψιάζεται εγκληµατική πράξη, λόγω της έκφρασης φρίκης στο πρόσωπο του νεκρού και των αποτυπωµάτων ενός γιγάντιου σκύλου σε µικρή απόσταση από το σηµείο που βρέθηκε.

  Το Σκυλί των Μπάσκερβιλ είναι το τρίτο από τα τέσσερα αστυνοµικά µυθιστορήµατα του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ µε ήρωα τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολµς. Αρχικά δηµοσιεύτηκε σε συνέχειες από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Απρίλιο του 1902 στο περιοδικό Strand. Σε βιβλίο κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον εκδοτικό οίκο George Newnes, εικονογραφημένο από τον Σίντνεϊ Πέιτζετ.

ΤΟ ΑUDΙΟΒΟΟΚ EΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=XMgfryFM4kE

23.5.26

Ο Διόνυσος από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Διόνυσος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Η γέννηση του Διονύσου

ΓΕΝΙΚΑ: Ο Διόνυσος, γιος του Δία, ανήκει στις ελάσσονες αρχικά, πλην όμως σημαντικές στην Ύστερη Αρχαιότητα, θεότητες των αρχαίων Ελλήνων. Παρόλο που δεν ήταν ολύμπιος θεός, μάλιστα ο Όμηρος τον αγνοεί1, από τον 6ο αι. π.Χ., αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους. Ο Διόνυσος δεν είναι ούτε παιδί ούτε άντρας, αλλά ένας αιώνιος έφηβος. Με αυτή τη μορφή, εμφανίζεται ως πνεύμα γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που δεικνύουν είτε “θεϊκή” σοφία ή το αρχέτυπο του παμπόνηρου κατεργάρη. Οι Υάδες έγιναν τροφοί του. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως η ομώνυμη ομάδα-σμήνος αστέρων. Ονομάζεται Πυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας αντιστοίχως την ποιότητα της λίμνης ή του έλους! Ονομάζεται ακόμη Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό. Είναι σαφές ότι ο Διόνυσος συνδέεται με τη γονιμότητα της φύσης γενικά και του ανθρωπίνου είδους ειδικά.

Δίας - Σεμέλη

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ: Γιος του Δία και της Σεμέλης, κόρης του Κάδμου, ο Διόνυσος διασώθηκε από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της, μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο, αφού έτσι ήθελε η δυστυχής Σεμέλη, χάρη στην παρέμβαση της Γαίας, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου διασώζοντας έτσι το βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία, φυσικά, της και πάλι απατημένης, Ήρας και το “γέννησε” όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και επειδή συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του, μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος2. Ο Διόνυσος εν συνεχεία περιπλανήθηκε σε Αίγυπτο και Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύτηκε τελικά από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, ήταν εκείνη που τον δίδαξε την τελετουργική λατρεία και καθόρισε τα ενδύματα του θεού και των Μαινάδων ακολούθων του3. Η ακολουθία του Διονύσου συμπληρώθηκε εν συνεχεία με Σατύρους και Σειληνούς. Ακολούθως ο Διόνυσος δίδαξε τους ανθρώπους τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης, γεγονός που προκάλεσε και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας, είναι αλήθεια αγριότατα, τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό, τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών, του Λυκούργου, βασιλιά της Θράκης, και του Πενθέα, του βασιλιά της Θήβας.

Ο Διόνυσος ένθρονος με τον Θύρσο

ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ: Στην αρχαία Ελλάδα αυτή η στενή σχέση μεταξύ δράματος και μυθολογίας συνοψιζόταν στο προσωπείο, τη μάσκα που συμβόλιζε τον ίδιο τον Διόνυσο και μια διαδικασία ταυτόχρονα μέσω της οποίας οι συμμέτοχοι αντιλαμβάνονταν μια αναλαμπή των άγριων παράδοξων που συσχετίζονταν σε μύθους και θεσπίζονταν ως ιεροτελεστίες ή μυστηριακά δρώμενα. Τέτοιες παραδόσεις ήταν κοινός τόπος στον αρχαίο κόσμο και μερικές διήρκεσαν επί αιώνες. Για τους αρχαίους Έλληνες το προσωπείο [μάσκα] ήταν ένα σύμβολο. Εκείνος που τη φορούσε ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και κάποιος άλλος, ή γινόταν προσωρινά ένας από τους χαρακτήρες του δράματος. Το προσωπείο κρατούσε ενωμένες τις δύο ταυτότητες. Μια τέτοια μετάβαση στη σκιώδη σφαίρα του κάτω κόσμου και του θανάτου είναι το βασικό θέμα της διονυσιακής λατρείας.

Διόνυσος και Αριάδνη

ΛΑΤΡΕΙΑ
: Από πινακίδες4 της Γραμμικής Β΄ υποθέτουμε πως ο Διόνυσος ως αρχαία θεότητα ήταν ήδη γνωστός από τον 12ο αι. π.Χ. Η λατρεία του σχετιζόταν με τους εορτασμούς της βλάστησης, της “ιερής” τρέλας[!] που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας. Κοινό στοιχείο στις λατρευτικές πρακτικές του είναι το στοιχείο της έκστασης, της οργιαστικής φρενίτιδας, που “απελευθέρωνε” από φροντίδες της καθημερινότητας, δίδοντάς του την προσωνυμία Λύσιος. Προς τιμήν του διοργανώνονταν μεγαλοπρεπείς γιορτές, όπως τα Μεγάλα Διονύσια, τα Κατ΄ αγρούς Διονύσια, τα Λήναια και τα Ανθεστήρια. Τρεις είναι οι κύριες μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται ο Διόνυσος στη λατρεία του. Στην πρώτη, εμβλήματά του ο φαλλός, το δέντρο [δενδρίτης] ή ο ταύρος. Στη δεύτερη μορφή του είναι ο ενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τη δάδα, όπως επίσης την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων και των Ληνών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση. Στην τρίτη και αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς (κυνηγός). 

Διόνυσος και Γίγαντας

Στην τρίτη του μορφή είναι γιος του “καταχθόνιου” Δία και της Περσεφόνης. Σε αυτή την τρίτη μορφή η αίρεση των Ορφικών ενσωμάτωσε τον Διόνυσο-Ζαγρέα ως κυριότερη θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, από τον 2. αι. π.Χ., τα Μυστήρια του Διόνυσου, με την ελευθεριότητα και τον οργιαστικό τους χαρακτήρα, εισχώρησαν στην Ιταλία, όπου βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάμεσα στους ελάχιστα ακόμη εκπολιτισμένους ορεινούς πληθυσμούς της Νότιας και Κεντρικής Ιταλίας. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος υποχρεώθηκε να απαγορεύσει το 184 π.Χ. των εορτασμό των Bacchanalia. Παρά ταύτα οι μυστικές αιρέσεις κράτησαν τη διονυσιακή παράδοση.

Διόνυσος και Ώρες

ΘΥΡΣΟΣ: Ο Θύρσος, τελετουργικό εξάρτημα του Διονύσου και της συνοδείας του, ήταν ένα μακρό ευθύγραμμο κλαρί από κάποιο φυτό, ίσως από μάραθο, με φουντωτό άνθος στην κορυφή του. Συχνά απεικονίζεται δεμένος με κορδέλα ή πλεγμένος με αμπελόφυλλα. Στην κορυφή είναι στεφανωμένος με κισσό, αμπελόφυλλα ή με ένα κουκουνάρι από πεύκο. Το μήκος του θύρσου κυμαινόταν από 30 εκατοστά μέχρι δύο μέτρα. Πρώτη φορά συναντούμε την λέξη «θύρσος» στις Βάκχες5 του Ευριπίδη, ενώ μνημονεύεται συχνότερα στην Ελληνιστική Εποχή. Η ρίζα «θυρσ-» συναντάται σε διάφορα φυτά [θυρσίνη, θύρσιο, θυρσίτης]. Επειδή τα φυτά αυτά δεν συγγενεύουν, η ρίζα μάλλον συνδέεται με κάποιο κοινό φυσικό τους γνώρισμα, το οποίο μπορεί να είναι το κοτσάνι. Στην αρχαία τέχνη ο θύρσος παρουσιάζεται από το 530 π.Χ., συχνότατα να συνοδεύει τις Μαινάδες, σπάνια τους Σατύρους και Σιληνούς, τον θεό Διόνυσο ή την σύζυγό του, την Αριάδνη. Συνοδεύει επίσης και άλλες θεότητες, όταν αυτοί παρουσιάζονται ως μέλη του θιάσου του Διόνυσου [Ήφαιστο, Κενταύρους, Πάνα, Έρωτα, θεά Νίκη, κ.α.]. 

   

Διόνυσος και Κωμός [Τραγωδίας όρος]

Ο θύρσος απεικονίζεται να συνοδεύει τους πιστούς στα Διονυσιακά μυστήρια, όπως αναφέρει ο Πλάτων6, ενώ ο Πλούταρχος τον συνδέει με την νιότη. Ο θύρσος, τέλος, είναι συχνά όπλο των Μαινάδων, επειδή καμουφλάρουν την αιχμή του δόρατός τους σε μορφή θύρσου και σκοτώνουν με αυτό τον Πενθέα, γι΄ αυτό και ο Καλλίξεινος ο Ρόδιος τις αποκαλεί “
Μαινάδες θυρσολόγχες”.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
: Danielou, Alain, 1982, Shiva and Dionysus, Inner Traditions International, New York. Godwin, Joscelyn, 1981, Mystery Religions in the Ancient World, Thames and Hudson, London. Harrisson J. E. 2003, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, Ιάμβλιχος, Αθήνα. Κακριδής Ι. Θ. (επιμ.) 1986, Ελληνική μυθολογία, τομ. Β', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα. Otto, Walter F., 1965, Dionysus: Myth and Cult, trans. Robert Palmer, Indiana University Press, Bloomington and London. Segal, Charles 1982, Dionysiac Poetics and Euripides' Bacchae, Princeton University Press, Princeton. Γιάγκος Ανδρεάδης, “Ο Διόνυσος: Ιστορία της λατρείας του Βάκχου”, Τα Ιστορικά, τομ.3, τ/χ.5 (Ιούνιος 1986),σελ.183-195.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Βέβαια, η πρώτη φιλολογική μαρτυρία για τον Διόνυσο προέρχεται από τον Όμηρο, η μοναδικότητα του αποσπάσματος, όμως, οδηγεί τους φιλόλογους στην υποψία ότι είναι μεταγενέστερη προσθήκη [Ιλιάδα, Ζ 129].

2. Ι. Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, [θεοί] σ. 200.

3. Ι. Θ. Κακριδής, ό.π., σ. 202.

4. Ο Διόνυσος πρωτοαναφέρεται σε μυκηναϊκή πινακίδα, γραμμικής B' γραφής ως Divonuso.

5. Ευριπίδης, Βάκχες, 205, 704.

6. Πλάτων, Phaidron 69, Übers. von Schleiermacher.

Τζόνο Λάγκαστερ: Απορρίφθηκε από τους γονείς του αλλά αγκάλιασε τον κόσμο! Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τζόνο Λάνκαστερ: Απορρίφθηκε από τους γονείς του αλλά αγκάλιασε τον κόσμο!

Κωνσταντίνος Οικονόμου



Οι γεννήτορές του [''γονείς''], αποχώρησαν από το νοσοκομείο πριν την συμπλήρωση 48 ωρών από τον τοκετό του. Στο αρχείο γράφτηκε ότι δεν ήταν από εκείνους αποδεκτός! Όμως, μια απλή γυναίκα επέλεξε διαφορετικά. Κι αυτό άλλαξε την ιστορία του γεννημένου παιδιού.

Όταν ο Τζόνο (Λάνκαστερ) είδε το πρώτο φως του κόσμου τούτου, στην Αγγλία, το 1985, η αίθουσα τοκετών βυθίστηκε σε μια παράξενη σιωπή! Ο λόγος ήταν πως το βρέφος γεννήθηκε με το σπάνιο σύνδρομο Τρέατσερ Κόλινς. Όσοι γεννιούνται με αυτό το σύνδρομο έχουν σοβαρό πρόβλημα με την ανάπτυξη οστών και ιστών του προσώπου. Έτσι, το προσωπάκι του Τζόνο δεν έμοιαζε μ΄ αυτό που αναμενόταν από ένα νεογέννητο. Ο πατέρας μαζί με τη μητέρα τον κοίταξαν άπαξ και απομακρύνθηκαν για το θάλαμο αρχικά και την επομένη για το σπίτι τους! Πριν αποχωρήσουν, οριστικά, από το νοσοκομείο, υπέγραψαν την παραίτησή τους από κάθε γονεϊκό δικαίωμα! Στο ιατρικό αρχείο που διασώθηκε περιέχει μία μόνο σημείωση: ''Καμία επαφή από γονείς. Δεν θέλουν να τον δουν''!

Όμως την τρίτη μέρα της αβέβαιας ζωής του μικρού, μια γυναίκα αποφάσισε αλλιώς: Ήταν η Τζιν Λάνκαστερ αρχηγός μιας μονογονεϊκής οικογένειας που είχε μεγαλώσει ήδη τα δικά της παιδιά. Έτσι όταν έμαθε από το προσωπικό του νοσοκομείου για την περίπτωση, ότι δηλαδή ένα νεογέννητο εγκαταλείφθηκε λόγω της εμφάνισή του, το ανέλαβε η ίδια. Τον ανάθρεψε, προσωρινά πίστευε, με αγάπη ενώ έστελνε συνεχώς ενημερώσεις στους βιολογικούς γονείς του. Όμως όλες οι επιστολές σε κείνους γύριζαν πίσω κλειστές, ανέγγιχτες, ως απαράδεκτες! Έτσι στα πέμπτα γενέθλια του μικρού τον υιοθέτησε επίσημα. Η Τζιν αρνήθηκε στον κόσμο να καθορίσει, ξεχωρίζοντας το γιο της, μόνο και μόνο από μια διάγνωση. Τα λόγια της στον μικρό είχαν πάντοτε την επωδό: ''Είσαι τέλειος ακριβώς όπως είσαι''! Αυτές οι λέξεις ήταν το ακλόνητο στήριγμά του σ΄ όλη την ως τώρα ζωή του.

Αλλά η αγάπη από το σπίτι δεν έφτανε! Έξω κυριαρχούσε η ωμότητα. Άγνωστοι, τυχαίοι, τον κοιτούσαν τουλάχιστον με περιφρόνηση και περιέργεια κατάματα στο δρόμο, στα ψώνια, στο αστικό. Μικρά παιδιά κρύβονταν πίσω από τους γονείς τους ενώ άλλα ουρλιαζοκοπούσαν! Οι κλασικοί εκφοβιστές, ''άντρες'' ... άψογης εμφανίσεως, τον στοχοποιούσαν. Την ίδια ώρα που γιατροί και ειδικοί προειδοποιούσαν τη μητέρα του για τις προκλήσεις που θα αντιμετώπιζε ο γιος της, προτείνοντάς της, εξαιτίας αυτού, να μην έχει μεγάλες προσδοκίες από τον Τζόνο.

Ο Τζόνο, μεγαλώνοντας, κουβαλούσε το σταυρό αυτής της συνεχούς αρνητικής προβολής του προσώπου του. Όμως, αυτός ο σταυρός δημιούργησε σαν αντιστάθμισμα κάτι σπουδαιότερο. Την επιμονή του να μην επιτρέψει τα αμήχανα ή και κοροϊδευτικά βλέμματα των άλλων να γίνουν τα όρια του.

Έτσι από την εφηβεία του και την ενηλικίωσή του στράφηκε στην άσκηση. Κι αυτό όχι για να ''διορθωθεί'', αλλά για να αποδείξει στον ίδιο του τον εαυτό την πραγματική του αξία. Συχνά στις προσπάθειες του αυτές αποτύγχανε, μα πάντα συνέχιζε με μεγαλύτερη θέρμη. Έτσι σε ένα σώμα που οι γιατροί αμφισβητούσαν, έκτιζε πραγματική δύναμη, πειθαρχία και την επακόλουθη αυτοπεποίθηση. Έγινε λοιπόν διπλωματούχος γυμναστής, επιλέγοντας, σκόπιμα όπως καταλαβαίνουμε, ένα από τα πιο απαιτητικά, σωματικά τουλάχιστον, επαγγέλματα.

Αυτό το έκανε για να αποδείξει στον ίδιο του τον εαυτό ότι ήταν ικανός για πολλά περισσότερα πράγματα από όσο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει απλώς βλέποντας τον.

Σήμερα, ο Τζόνο έγινε ο ίδιος υπερασπιστής των παιδιών που έχουν το δικό του σύνδρομο. Ταξιδεύει στο εξωτερικό – μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σε είκοσι- πραγματοποιώντας ομιλίες, επισκεπτόμενος σχολεία, νοσοκομεία υπερασπιζόμενος και ενισχύοντας τα παιδιά με το σ. Τρέατσερ Κόλινς, ή άλλες ατέλειες προσώπου. Τους κοιτάζει στα μάτια τελειώνοντας τις ομιλίες τους, κλείνοντας συχνά με την εξής φράση: ''Και εγώ ήμουν ανεπιθύμητος. Και δες με τώρα!'' Αργότερα έγινε συνιδρυτής του Love my face Fountation για περισσότερη ευαισθητοποίηση σχετικά με τις παθήσεις δομών του προσώπου, βοηθώντας οικογένειες που έχουν κάποιο μέλος τους με ανάλογο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν έξοδα θεραπείας και ταξιδίων. Σε γονείς που νιώθουν φόβο, αβεβαιότητα και ανασφάλεια στην ανατροφή ενός τέτοιου παιδιού προσφέρει κάτι πολύ σπουδαίο: Την προσωπική του απόδειξη ότι δεν είναι μόνοι σ΄ αυτήν την προσπάθειά τους.

Ο Τζόνο Λάγκαστερ εγκαταλείφθηκε στο μαιευτήριο επειδή οι άνθρωποι, ακόμη κι οι ''δικοί του'' άνθρωποι δεν μπόρεσαν να δουν πέρα από το πρόσωπό του. Μεγάλωσε μέσα στη στοργή μιας αγάπης για πολλούς ''ανόητης'', μιας μάνας που επέλεξε συνειδητά να δει το παιδί κι όχι την πάθηση. Του λέγαν ότι το σώμα του αναγκαστικά θα περιορίσει τις επιλογές στη ζωή του. Ένα σώμα που ο ίδιος το μετέτρεψε σε πηγή δύναμης και κυνηγό στόχων.

Ήταν εκείνο το μωρό που κανείς δεν ήθελε να δει. Τώρα είναι εκεί, ορατός μπροστά σε κοινό σ΄ όλον τον κόσμο, δυναμώνοντας καρδιές άλλων ανθρώπων με τις ομιλίες του και το παράδειγμά του.

Άλλωστε, συχνά η πιο ισχυρή μεταμόρφωση δεν είναι η αλλαγή εμφάνισης. Είναι η αλλαγή του πόσο βαθιά πιστεύει κανείς ότι μετράει και η άρνηση να αφήσεις το φόβο των άλλων να γράψει τη δική σου ιστορία. Η αλλαγή του να φτιάχνεις μόνος σου τη δική σου ιστορία!

Ο Τζόνο δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει ότι ο ίδιος αξίξει.

Μια γυναίκα επέλεξε την αγάπη διώχνοντας το φόβο. Εκείνος επέλεξε το θάρρος αντί της ντροπής, τη χαρά αντί της πικρίας. Είναι εκείνο το αγόρι που ο κόσμος τότε προσπάθησε να κρύψει και ο άντρας εκείνος σήμερα για τον οποίο ο κόσμος σηκώνεται όρθιος και τον χειροκροτεί. Ας μας παραδειγματίσει!

Σχετικά: -X- Cr.Vibes 4.16.26




Η Εστία από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Εστία

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Θυσία στην Εστία [Γκόγια]

  ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ – ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ
: Η Εστία ήταν η θεά της εστίας, της οικιακής ζωής και της οικογένειας, η οποία λάμβανε πάντα την πρώτη προσφορά σε κάθε θυσία στο σπιτικό, αλλά δεν είχε στην Ελλάδα δημόσια λατρεία. Ήταν δηλαδή οικιακή θεότητα. Στη Ρώμη η αντίστοιχή της Βέστα, που προσωποποιούσε τη δημόσια εστία, έδενε τους Ρωμαίους με μια μορφή εκτεταμένης οικογένειας. Το όνομά της σημαίνει “σπίτι και εστία”, δηλαδή το σπιτικό και τους κατοίκους του [οικογένεια μα και οι δούλοι της]. Η Εστία συμβόλιζε ακόμη τη συμμαχία μεταξύ των αποικιών και των μητροπόλεών τους. Το όνομά της ετυμολογείται από το «εστάναι», ή από το «εύω» (ανάβω), και προέρχεται από πρωτο-ελληνική «εφέστια» θεότητα1 του ολυμπίου πανθέου την ίδια εποχή που στον Ελληνικό κόσμο κορυφώνεται η θεσμική σύνδεση Οίκου και Πόλεως.

Francois-Andre Vincent, Apollo and Vesta, 18ος αιώνας
  ΓΕΝΝΗΣΗ: Η Εστία ήταν η μεγαλύτερη κόρη της Ρέας και του Κρόνου και αδελφή των: Δία, Ήρας, Άδη, Ποσειδώνα και Δήμητρας. Αρχικά εντασσόταν στους Δώδεκα Ολύμπιους, αλλά αργότερα αντικαταστάθηκε από το Διόνυσο. Οι βωμοί της περιελάμβαναν κάθε οικογενειακή εστία. Αμέσως μετά την γέννησή τους, ο Κρόνος κατάπιε την Εστία και τα αδέρφια της εκτός από τον Δία, ο οποίος αργότερα τους διέσωσε και τους οδήγησε σε πόλεμο εναντίον του Κρόνου και των άλλων Τιτάνων. Η Εστία, σαν την Αθηνά και την Άρτεμη, ορκίστηκε να παραμείνει για πάντα παρθένα και αρνήθηκε την αγάπη του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα. Κάποτε κινδύνευσε να βιαστεί από τον Πρίαπο, μια μικρή θεότητα της γονιμότητας, αλλά σώθηκε από το ογκάνισμα ενός γαϊδάρου.

Νόμισμα του Νέρωνα με ανάγλυφο ναό της Εστίας

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
: Η Εστία θεωρήθηκε σεβάσμια «παρθένα» Θεά, η μετέχουσα στην δημιουργία όχι ανθρώπων, αλλά Οίκων ανθρώπων. Εξέφραζε την ευγένεια, την αρμονική συμβίωση, την ανθρώπινη αφιέρωση σε σκοπούς, την οικογένεια, την φροντίδα, την ασυλία και την ελπίδα για συνέχιση των γενεών και τη διαιώνιση των Ελλήνων. Οι ναοί οι αφιερωμένοι στη λατρεία της θεάς ήταν κατά κανόνα κυκλικοί. Η Εστία ήταν προστάτιδα των σπιτικών, γι΄ αυτό και οι επικλήσεις της είναι: «Πατρώα», «Ένοικος», «Σύνοικος», «Εφέστιος», «Πρυτανίτις». Οι οικογένειες γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τής προσέφεραν τις πρώτες σπονδές τους πριν από κάθε άλλο Θεό: “αφ’ Εστίας άρξασθε”. Λατρευόταν ακόμη και στο επίπεδο της Πολιτείας, ως άσβεστη «κοινή των πολιτών» εστία, στο ανά κάθε πόλη «Πρυτανείο», υπό την φροντίδα ειδικών ιερειών, των παρθένων «Εστιάδων». Σ΄ αυτή την “εστία” των σπιτιών ή των πόλεων έπρεπε να βρίσκονται πάντα μερικά αναμμένα κάρβουνα και λίγες στάχτες, ενώ ο ιδιοκτήτης κάθε Οίκου, ή οι «Εστιάδες», αντιστοίχως, είχαν ιερή υποχρέωση να διατηρούν αυτό το πυρ άσβεστο ημέρα και νύχτα, διότι συμφορές αναμένονταν στο σπίτι ή την Πόλη όπου έσβηνε το “ιερό πυρ”. Άλλωστε το ιερό πυρ έπαυε να καίει στους βωμούς του μόνο όταν ολόκληρη η οικογένεια ή η πόλις είχε αφανιστεί.

Η ΕΣΤΙΑ ΣΕ ΥΜΝΟΥΣ: Στον “Ορφικό” ύμνο της θεάς, αυτή χαιρετίζεται ως εξής: “Εστία ευδυνάτοιο, Κρόνου θύγατερ βασίλεια, η μέσον οίκον έχεις πυρός αενάοιο, μεγίστου, τούσδε συ εν τελεταίς οσίους μύστας αναδείξαις, θεισ' αιειθαλέας, πολυόλβους, εύφρονας, αγνούς οίκε Θεών μακάρων, θνητών στήριγμα κραταιόν, αιδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε μειδιόωσα, μάκαιρα, ταδ' ιερά δέξο προθύμως, όλβον επιπνείουσα και ηπιόχειρον υγείαν”. Σε αντίστοιχο “Ομηρικό” ύμνο διακρίνουμε τη σχέση της Εστίας με τον Ερμή, με τον οποιον άλλωστε, κατά τον Παυσανία, μοιραζόταν τμήμα του μεγάλου βωμού στο «Αμφιαράειον» του Ωρωπού: “Εστίη η πάντων εν δώμασιν υψηλοίσιν Αθανάτων τε Θεών χαμαί ερχομένων τ’ ανθρώπων. Έδρην αίδιον έχαλχες πρεσβηίδα τιμήν καλόν έχουσα γέρας και τιμήν. Ου γαρ ατερ σου Ειλαπίναι θνητοίσιν ιν’ ου πρώτη πυμάτη τε Εστίη αρχόμενος σπένδει μελιηδέα οίνον. Και συ μοι Αργειφόντα Διός και Μαιάδος θιέ Άγγελε των μακάρων χρυσόρραπι δώτορ εάων, ναίετε δώματα καλά, φίλα φρεσίν αλλήλοισιν. Ίλαος ως επάρηγε συν αιδοίη τε φίλη τε Εστίη. Αμφότεροι γαρ επιχθονίων ανθρώπων. Ειδότες έργματα καλά νόω θ’ έσπεσθε και ήβη. Χαίρε Κρόνου θύγατερ, συ τε και χρυσόρραπις Ερμής. Αυτάρ εγών υμέων τε και άλλης μνήσομ’ αοιδής”.

Η Εστία και ο Υμέναιος δίπλα στο ζεύγος Άρη και Αφροδίτης
































ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ: Ιερό χρώμα της Θεάς Εστίας ήταν το λευκό και σύμβολά της η οικιακή πυρά «εστία», το άγαλμά της, ο πέπλος, και ο φλεγόμενος κύκλος, που συμβολίζει την αιωνιότητα.

ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: H Θεά Vesta ήταν η ρωμαϊκή θεά της εντοπιότητας, της αφοσίωσης και της οικιακής και λατρευτικής πυράς, αντίστοιχη στην Εστία, στοιχεία της οποίας παρέλαβαν οι Ρωμαίοι μέσω των Ετρούσκων, οι οποίοι λάτρευαν την θεά Esta. Η λατρεία της εισήχθη από το ετρουσκικό Lavinium από τον Νουμά, ο οποίος έκτισε και τον περίφημο κυκλικό Ναό της [Atrium], όπου φυλασσόταν και το “Παλλάδιον”. Η Βέστα ήταν μία από τις δώδεκα μεγάλους θεότητες και θεωρείτο προστάτιδα των σπαρμένων αγρών και της οικογενειακής ζωής, ενώ οι όρκοι στο όνομά της θεωρούντο οι πλέον ισχυροί και απαράβατοι. Στη λατρεία της ήσαν αφιερωμένες αρχικά δύο, και αργότερα έξι παρθένες, οι λεγόμενες «Vestalis» (Εστιάδες), ιέρειες που ήσαν πάντοτε λευκοντυμένες και είχαν μεγάλο κύρος. Ήταν υπεύθυνες για τη διατήρηση της άσβεστης πυράς της Ρώμης στο Ναό της Βέστα. Οι Vestalis απελάμβαναν εξαιρετικών τιμών και προνομίων. Στο πέρασμά τους όφειλαν να παραμερίζουν ακόμη και οι ύπατοι, ενώ στους αγώνες και το θέατρο τούς προσφέρονταν οι πιο τιμητικές θέσεις. Θάβονταν όπως και οι επιφανείς άνδρες μέσα στο Forum, η μαρτυρία τους γινόταν αποδεκτή δίχως όρκο, η απλή παρουσία τους έκανε όποιον συνόδευαν να έχει άσυλο, μάλιστα ακόμη και κατάδικοι απαλλάσσονταν εάν τις αντίκριζαν έστω και συμπτωματικά, ενώ η όποια εναντίον τους προσβολή επέφερε την ποινή του θανάτου. Από την άλλη, η παραβίαση του όρκου παρθενίας τους, ως απειλή για την ασφάλεια της πόλεως, τιμωρείτο με δημόσια μαστίγωση και θάνατο, τόσο της ένοχης ιέρειας όσο και του συνενόχου της. Η θητεία των Vestalis διαρκούσε 30 έτη, μετά από τα οποία είχαν αυτές το πλήρες δικαίωμα γάμου, αφού όμως πρώτα παραιτούντο από το ιερατικό αξίωμα. Κάθε 1η του μηνός Μαρτίου [πρωτοχρονιά], οι ρωμαϊκές οικογένειες είχαν καθήκον να σβήσουν το ιερό τους πυρ και ν’ ανάψουν αμέσως ένα νέο, είτε συγκεντρώνοντας τις ηλιακές ακτίνες σ’ ένα κάτοπτρο, είτε τρίβοντας γρήγορα μεταξύ τους δύο τμήματα ξύλου συγκεκριμένου είδους, κατά κανόνα από οπωροφόρο δένδρο. Η θεά τιμούνταν με θυσίες στις 25 Μαρτίου, αλλά και καθημερινά από τις Vestalis με προσφορά τροφής σε πήλινο πιάτο. Κατά την μεγάλη επώνυμη εορτή της, στις 9 Ιουνίου [τα «Vestalia», ημέρα αργίας για τους αρτοποιούς και τους μυλωνάδες] όλα τα γαϊδούρια, στεφανώνονταν, όπως και οι μύλοι, με άνθη και απαλλάσσονταν από κάθε εργασία. Ιερό ζώο της Βέστα ήταν ο γάιδαρος[!], δείγμα του πανάρχαιου και της εντοπιότητας της λατρείας της στην ιταλική γη2.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
:Giacomo Devoto, Gli Antichi Italici, «Vallecchi», Firenze, 1977. R.L. Farnell, The Cults Of The Greek States, «University of Oxford», Οxford, 1907. Pierre Grimal, Λεξικό Της Ελληνικής Και Ρωμαϊκής Μυθολογίας, «The University Studio Press», Θεσσαλονίκη, 1991. Κωνσταντίνος Κοντογονής, Επιτομή Ελληνικής Μυθολογίας, Αθήνα, 1840. Ηλίας Οικονομόπουλος, Μυθολογία Της Αρχαίας Ελλάδος, «Φέξης», Αθήνα, 1900. Ernst Samter, Die Religion Der Griechen, «B.G. Teubner», Λειψία, 1925. Charles Seltman, The Twelve Olympians And Their Guests, «Max Parrish», London, 1956.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Άλλωστε στην μέση των μυκηναϊκών μεγάρων η Εστία τίθεται στο κέντρο της ανθρώπινής διαμονής.

2. Οβίδιος, Fasti, 6.319 κ.εξ. Αναφορά στην περιπέτεια της Εστίας με τον Πρίαπο, όπου σώθηκε χάρις σ΄έναν όνο.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Αθηνά από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Η Αθηνά από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα     Η γέννηση της πάνοπλης Αθηνάς από την κεφαλή του Διός ΓΕΝΙΚΑ – ΕΤ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....