Ετικέτες - θέματα

20.5.26

Ἡ Ξομπλιαστήρα [1906] του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK - διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ἡ Ξομπλιαστήρα [1906] 

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Κείμενο & AUDIOBOOK - διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   


Ὅταν ἐγύριζαν τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν βρύσιν, φορτωμένες τὶς στάμνες των, τὸ Ὀρσάκι, ἡ ὡραία μελαχροινὴ παιδίσκη τοῦ καπετὰν Λιμπέριου καὶ τὸ Μορφούλι, ὁμήλικός της ὀρφανὴ ἐξαδέλφη, τὴν ὁποίαν εἶχαν στὸ σπίτι τους καὶ ἀνέτρεφαν, καὶ τὸ Μονεβασώ, ὡραία γειτονοπούλα, κόρη τοῦ Ἀποστόλη τοῦ πρωτομάστορη, συνήθως μόλις κρατούμεναι καὶ μόλις δυνάμεναι νὰ βαστάζωσι τὶς στάμνες των, ἀπὸ τὰ γέλια, ἔκαμναν καὶ ὅλας τὰς πρεσβυτέρας τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς γειτονιᾶς νὰ ξεκαρδίζωνται μὲ τὰς φαιδρὰς ἱστορίας των.

Διηγοῦντο ὅλα τὰ συναπαντήματα τοῦ δρόμου, τοῦ Λιβαδιοῦ καὶ τῆς Βρύσης, ὅσα τὲς εἶχαν συμβῆ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ εἶχαν ἐκκινήσει ἀπὸ τὸ σπίτι ἕως τὴν στιγμὴν ποὺ ἔφθασαν ἐπιστρέφουσαι ἀπὸ τὴν εὔθυμον ἀγγαρείαν των.

Πῶς εἰς τὸν δρόμον τὸ Μορφάκι μὲ ἓν τολμηρὸν διὰ τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ φῦλόν της κίνημα, ἔτρεψεν εἰς ἄτακτον φυγὴν μίαν ὁλόκληρον συμμορίαν ἀπὸ μάγκες, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ χωρίου, εἰς τὰ Λιβάδια, οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον νὰ τὰς πετροβολοῦν, εὑρίσκοντες διασκέδασιν ἂν ἐκατόρθωναν νὰ σπάσουν τὶς στάμνες των· τότε ἡ μεγαλόσωμος καὶ μόλις ἔφηβος παιδίσκη μὲ τὸν ρωμαλέον βραχίονά της, ἐξάμωνε* κ᾿ ἔπαλλε τὴν στάμναν ἐναντίον των, προσποιουμένη ὅτι τὴν ἐθυσίαζε καὶ ἦτο ἑτοίμη νὰ τὴν ρίψῃ κατὰ τῶν κεφαλῶν των. Ἡ διήγησις ἐφάνη εἰς τὴν γραῖαν Μορισίναν, τὴν μητέρα τῆς Μονεβασῶς, ὡς σύμβολον πράγματι τῆς πρωίμου ἀλκῆς τῆς ὀρφανῆς κόρης ― καὶ ὡς χαρακτηριστικὸν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία τῆς γυναικός, εὔθραυστος ὅπως ἡ στάμνα της, αὐτὴ γίνεται φοβερὸν ὅπλον κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀνδρός, ὅταν ἐκείνη θελήσῃ.

Πῶς εἰς τὴν βρύσιν δύο γυναῖκες, ἐρίζουσαι περὶ τοῦ ποία εἶχε σειρὰν νὰ γεμίσῃ ἀπὸ τὸν ἕνα κρουνὸν τῆς βρύσης, ἐπιάσθηκαν χέρια μὲ χέρια, μαλλιὰ μὲ μαλλιά, μὲ κίνδυνον νὰ σπάσουν καὶ τὶς δύο στάμνες των· τότε, μὲ πλατεῖς γέλωτας, ἐπωφεληθεῖσαι αἱ τρεῖς παιδίσκαι, ἐγέμισαν, χωρὶς νὰ ἔχουν ἀράδα, τὶς στάμνες των, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, κ᾿ ἔφυγον τρέχουσαι.

Πῶς εἰς τὴν ἐπιστροφὴν εἷς ἐρωτοχτυπημένος νέος τὰς παρηκολούθησεν, ἐνῷ ἐνύχτωνεν ἤδη, δεικνύων σημεῖα βαθείας καὶ δειλῆς προσηλώσεως, τίς οἶδε πρὸς ποίαν ἐκ τῶν τριῶν. Τότε τὸ Μονεβασώ, παρά τινα ἐρημικὴν καμπὴν τῆς ὁδοῦ, ἐστράφη ἠρέμα πρὸς τὸ μέρος τοῦ νέου, καὶ μὲ ἓν εἰρωνικὸν ἄχ! πουλάκι μου, τὸν ἔκαμε νὰ χάσῃ ὁ δυστυχὴς τὰ μυαλὰ ἀπὸ τὴν χαράν του.

*
* *

Ἀλλ᾿ ἐξόχως μεγάλην διασκέδασιν εὕρισκον αἱ τρεῖς ζωηραὶ κόραι εἰς τὸ νὰ παρενοχλῶσι πολὺ συχνά, σχεδὸν καθ᾿ ἑκάστην, εἰς τὸ σπιτάκι της μίαν ἐκτάκτως παράξενην γερόντισσαν, τὴν γρια-Καντούσαιναν.

Ἡ γρια-Καντούσαινα, χήρα ἐκ νεότητός της, χωρὶς θυγατέρα, μὲ δύο υἱοὺς ξενιτευμένους ἀπὸ χρόνων εἰς τοὺς ὠκεανούς, οἵτινες πρὸ μακροῦ εἶχον ξεχάσει τὴν μητέρα των ―ἐπῆγαν, ὅπως αὐτὴ ἔλεγε καταρωμένη, «στὴν ἀγυρισιά», καὶ εἶχαν ρίψει πέτρα ὀπίσω των― ἔζη εἰς μικρὰν καλύβην, παρὰ τὴν ἄκρην τοῦ χωρίου, μὲ μίαν αὐτοσχέδιον αὐλὴν ξερολίθι, ἐπαγγελλομένη ἐνίοτε τὴν μαῖαν, εἰς τὰς σπανίας ἐγκύους, ὅσαι ἀπεφάσιζον νὰ τὴν καλέσουν μὴ φοβούμεναι τὴν κακολογίαν της εἰς τὸ ὕστερον (διότι ἐσυνήθιζε νὰ ξαναλέγῃ μεγαλοφώνως ὅλα τὰ ψεγάδια, ὅσα θὰ ἔβλεπε τυχὸν εἰς τὴν λεχὼ καὶ εἰς τὸ περιβάλλον), καὶ ἔργον ἔχουσα ἀπὸ πρωίας μέχρι ἑσπέρας νὰ διώχνῃ μὲ μίαν καλαμιὰν τὶς ξένες κόττες ἀπὸ τὴν αὐλήν της, ἀναθεματίζουσα καὶ καταβλασφημοῦσα ὅλες τὶς γειτόνισσες.

Ἡ καλύβη καὶ ἡ μικρὰ περιοχὴ τῆς Καντούσαινας ἐξεῖχεν ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν γραμμὴν κ᾿ ἔκοπτεν ἀποτόμως τὸν δρόμον, ἀναγκάζουσα τὸν διαβάτην νὰ ἐκτελέσῃ μεγάλην καμπύλην. Τώρα, αἱ τρεῖς κορασίδες, ἡ Ὄρσα, τὸ Μορφούλι, καὶ τὸ Μονεβασώ, ἐπειδὴ ἦτον ὁ δρόμος των, ἠρέσκοντο καὶ αὐταὶ «νὰ κόφτουν δρόμον» καὶ ὅταν ἔβλεπον ὅτι ἡ γραῖα δὲν εὑρίσκετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔξω εἰς τὴν αὐλήν, ἀδιάφορον ἂν ἦτο μέσα εἰς τὴν καλύβην, ὅπως ἀπεδείκνυεν ὁ καπνὸς ὁ ἀνερχόμενος ἀπὸ τὴν μικρὰν καπνοδόχην τῆς στέγης, καὶ ἂς ἦτο καὶ ἡ θύρα τῆς καλύβης ἀνοικτή, ὑπερεπήδων τολμηρῶς τὸν σπιθαμιαῖον τοῖχον τῆς αὐλῆς, διεσκέλιζον τὸν περίβολον, ἐπάτουν ἐπὶ τῆς μικρᾶς πρασιᾶς τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργει ἡ γραῖα ―τὸ Μορφάκι συνήθως ἔκυπτε κ᾿ ἔκοπτε κλωνίον ἀπὸ τὴν πεπερόρριζαν ἢ ἀπὸ τὸν ἡδύοσμον τὸν εὐωδιάζοντα ἐκεῖ εἰς δύο ἢ τρεῖς γάστρες― καὶ μὲ κρότον καὶ μὲ πνιγμένους γέλωτας ἐξήρχοντο ἐν θριάμβῳ διὰ τοῦ ἀντικρινοῦ τοίχου.

*

Λοιπὸν ἡ μικρὰ Μόρφω, ἥτις κατὰ βάθος ὡμοίαζε πολὺ κατὰ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μὲ τὴν γρια-Καντούσαιναν ―τοῦτο ἔμελλε νὰ φανῇ ἂν εἶχε τύχην ἡ κόρη νὰ ζήσῃ καὶ νὰ γηράσῃ ὅπως ἐκείνη― καὶ ἦτον «ξομπλιαστήρα»* ὅσον ἦτο αὐτή, προκειμένου διὰ τὰς μικρὰς ἐλλείψεις τῶν λεχῶν ὅσας εἶχε ξεγεννήσει, ἅμα ἐπέστρεφαν εἰς τὴν οἰκίαν δὲν παρέλειπε ν᾿ ἀναπαριστᾷ ζωντανὰ ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τοὺς κεραυνούς, ὅσους ἐσφενδόνιζε τότε ἡ γρια-Καντούσαινα ἐναντίον των, πῶς ἐξώρμα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς καλύβης, κρατοῦσα πάντοτε τὴν καλαμιάν της ὡς νὰ ἦσαν αὐταὶ κόττες διὰ νὰ τὰς διώξῃ.

― Μωρὴ σεῖς, τρελοξοῦδες*! Μωρή, ξιφοστλιάρες*! Μωρή, μαυραγκαθιές! Ποὺ νὰ κοποῦν τὰ ποδαράκια σας! Ποὺ νὰ πιαστοῦν τὰ χεράκια σας! Μωρή, δὲν ντρέπεσθε νὰ πηδᾶτε μὲς στὴν αὐλή, νὰ μοῦ πατῆτε τὰ χορταράκια, νὰ μοῦ κόβετε τὰ βλασταράκια μου; Ποὺ νὰ κοπῇ ἡ μεσίτσα σας! Ποὺ νὰ πέσουν οἱ ποδιές σας! Ποὺ νὰ καοῦν τὰ φουστανάκια σας! Δὲν ἔχετε πόνο, δὲν ἔχετε αἴστημα, νὰ μὲ συχύζετε, γρια-γυναῖκα; Δὲν ἔχετε ντροπή, κοτζὰμ μαλλιαρομούστακες… πολυποδαροῦσες!

*

Λοιπὸν μετὰ καιρόν, ἡ γρια-Καντούσαινα ἀπεφάσισεν αἴφνης νὰ ἐξοδεύσῃ ὅλον τὸ κομπόδεμά της ―ἀνερχόμενον περίπου εἰς σαράντα ρηγῖνες, ἤτοι γερμανικὰ τάλληρα― διὰ νὰ κτίσῃ ἕνα καλὸν περίβολον γύρω εἰς τὴν αὐλήν της, ὥστε ν᾿ ἀπαλλαγῇ συνάμα ἀπὸ τὶς κόττες καὶ ἀπὸ τὴν καλαμιάν, ἀπὸ τὰς ἔριδας μὲ τὶς γειτόνισσες καὶ ἀπὸ τὰς κατάρας, ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις των μαγκῶν τοῦ δρόμου καὶ ἀπὸ τὰς ἐπεισπηδήσεις τῶν ὑδροφορουσῶν κορασίδων, ὅσαι ἐτόλμων νὰ καταπατῶσι τὴν περιοχήν της.

Μίαν φθινοπωρινὴν ἑσπέραν, τὴν ὥραν ποὺ ἤναπταν τοὺς λύχνους, ἀνέβη μὲ ὅλα τὰ γηράματά της εἰς τὸν Ἐπάνω Μαχαλάν, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Λιμπέριου.

Αἱ δύο παιδίσκαι, ἡ Ὄρσα καὶ τὸ Μορφούλι, ἅμα τὴν εἶδαν ἔξαφνα, ἐνόμισαν ὅτι ἦλθε νὰ τὰς ἐγκαλέσῃ* εἰς τὸν πατέρα των, νὰ παραπονεθῇ διὰ τὰς ἐνοχλήσεις, ὅσας τῆς εἶχαν προξενήσει κατὰ καιροὺς εἰς τὴν αὐλήν της.

Ἡ Ὄρσα κατῆλθε κάτω εἰς τὸ κατῶγι, κ᾿ ἐπροσπάθησε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ δύο πιθάρια ἐλαίου καὶ πλησίον εἰς τὴν καρούταν*, ὅπου ἐπατοῦσαν τὰ σταφύλια εἰς τὸν καιρὸν τοῦ τρύγου. Ἡ Μόρφω ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ μπαλκόνι τὸ βλέπον πρὸς τὸν αἰγιαλόν, ὑπεράνω τοῦ βράχου, ἔκλεισε τὴν θύραν ἔξωθεν, κ᾿ ἔμεινεν ἐμβλέπουσα εἰς τὸ κῦμα καὶ ρεμβάζουσα ― σκεπτομένη ἂν δὲν θὰ ἦτον καλὸν νὰ εἶχαν καὶ αἱ κορασίδες πτερὰ διὰ νὰ πετοῦν, ὅπως οἱ καλλικατζοῦνες, οἱ καρακάξες, οἱ κουκουβάγιες, καὶ τόσα ἄλλα ὄρνεα.

Ἀλλ᾿ ἦσαν πόρρω τῆς ἀληθείας κ᾿ αἱ δύο. Ἡ γρια-Καντούσαινα ἦτο προφανὲς ὅτι δὲν ἤξευρε κἂν τίνος ἦσαν τὰ τρελοκόριτσα ποὺ τὴν ἐνοχλοῦσαν εἰς τὴν αὐλήν της ― οὔτε τὰς εἶχεν ἰδεῖ ποτὲ κατὰ πρόσωπον, κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας τῆς ἀμφιλύκης.

Ἡ Μόρφω ἔτεινε τὰ ὦτα ἔξωθεν τῆς θύρας τοῦ ἐξώστου, καὶ ἤκουσε.

*

Ἡ Σεραϊνώ, χήρα Θεοδώρου Καντούσου, μαῖα τὸ ἐπάγγελμα, εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν καπετὰν Λιμπέριον, ἐπειδὴ καὶ τοῦ περνᾷ ἀπ᾿ τὸ χέρι, ὡς μέλος τῆς Δωδεκάδας ὁποὺ ἦτον, νὰ παρακαλέσῃ πρὸς χάριν της τὸν Δήμαρχον, καὶ ὅλην τὴν δωδεκάδα ―εἶχεν ὑπάγει ἡ ἴδια καὶ εἰς ἄλλους ἐκ τῆς Δωδεκάδος πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν― ὡς χήρα γυναίκα ποὺ ἦτον, καὶ δὲν εἶχε κανένα νὰ τὴν ὑπερασπισθῇ ―ἐπειδὴ ἠθέλησε στὰ τόσα χρόνια νὰ χτίσῃ ἕνα ντουβάρι γύρω στὴν αὐλήν της, διὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ βάσανα καὶ τοὺς μπελάδες τῆς γειτονιᾶς― καὶ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ θυσιάσῃ ὅλον τὸ μικρόν της κομπόδεμα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τώρα λοιπὸν ὅλοι οἱ γειτόνοι κ᾿ οἱ γειτόνισσες ἐσηκώθηκαν στὸ ποδάρι, καὶ ζητοῦν νὰ τὴν πνίξουν, προφάσει ὅτι δὲν εἶναι τάχα δικός της ὁ τόπος τὸν ὁποῖον αὕτη ὡς αὐλήν της διεκδικεῖ· (ποὺ νὰ μὴ βρεθῇ τόπος νὰ τὶς θάψουν!) Καὶ πῶς αὐτή, χήρα γυναίκα, χωρὶς ἄνδρα καὶ ὑπερασπιστήν, θὰ κατεῖχε τόσα χρόνια τὸν τόπον, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ πρόχειρον ξερολίθι ποὺ εἶχε διὰ περίβολον, ἀνίσως ὁ τόπος δὲν ἦτον δικός της!

Ὁ καπετὰν Λιμπέριος ἀπήντησε ὅτι, καθὼς ξέρει καὶ καθὼς ἔμαθε τώρα στὰ τελευταῖα, ποὺ εἶχε πάθει ἀπὸ τοὺς πόδας καὶ ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ ἔξω ἀπὸ τὸ καράβι, καὶ οἱ πατριῶτες τὸν εἶχαν ἐκλέξει δημοτικὸν σύβουλον, αὐτὰ τὰ πράγματα λέγονται δικαστικά, καὶ τὸ Συβούλιο δὲν ἔχει μεγάλην δικαιοδοσίαν εἰς τὰ τοιαῦτα, ἀλλ᾿ ἡ θεια-Σειραϊνώ, ὡς πρωτινὴ* ὁποὺ εἶναι, φαντάζεται ὅτι εἶναι ὅλα τὸ ἴδιο ―δικαστικὰ καὶ διοικητικά― ὅπως ἦτον εἰς τὰ παλαιὰ χρόνια. Μ᾿ ὅλα ταῦτα, ὅ,τι περνᾷ ἀπ᾿ τὰ χέρια τους, θὰ φροντίσουν διὰ τὸ δίκαιόν της, αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι σύβουλοι.

*

Ἡ γρια-Καντούσαινα τοὺς ἐκαληνύχτησε, καὶ κατέβαινε τὴν σκάλαν. Ἡ μικρὰ Μόρφω εἶχεν ἀνοίξει τὴν θύραν τοῦ μπαλκονιοῦ, διῆλθε τὴν σάλαν, κ᾿ ἔφθασε πρὸ αὐτῆς εἰς τὸ κεφαλόσκαλον, ὅπου ἐπῆρε καὶ τὸν λύχνον τοῦ μαγειρείου, διὰ νὰ τῆς φέξῃ. Τότε γελῶσα τῆς εἶπε:

― Μᾶς θυμήθηκες, βλέπω, θεια-Σειραϊνώ, ἡμᾶς τὶς… πολυποδαροῦσες;…

Ἡ γραῖα ἐστάθη χωρὶς νὰ δείξῃ ὅτι ἐκπλήσσεται ἢ πτοεῖται, καὶ ἀπήντησεν:

―Ἄ! ἐσεῖς ἤσαστε, πουλάκια μου, ποὺ περνούσατε ἀπ᾿ τὴν αὐλή;… Δὲν ἔρχεσαι νὰ σὲ φιλέψω ὅσο θέλεις δυόσμο καὶ ταμπαρόρριζα καὶ βασιλικό;… νὰ ζήσῃς, πουλάκι μου!

(1906)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-ΑUDΙΟΒΟΟΚ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:

 https://www.youtube.com/watch?v=hUqVqUpn4b0

19.5.26

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 27.5 +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Ο άγιος της ελληνικής προσφυγιάς του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 27.5 +ΒΙΝΤΕΟ

Ο άγιος της ελληνικής προσφυγιάς

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου


   Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ: Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε το 1690 στη Νότια Ρωσία (σημερινή Ουκρανία). Οι γονείς του, πιστοί χριστιανοί οι ίδιοι, βάπτισαν τον γιο τους χριστιανό και τον μεγάλωσαν με νουθεσία Κυρίου. Έτσι ο Ιωάννης από μικρός έγινε θερμός χριστιανός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο Ιωάννης κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Την εποχή εκείνη, επί τσάρου Πέτρου, μαινόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1711-8). Στις μάχες ανακατάληψης του Αζώφ, αιχμαλωτίστηκε και βρέθηκε στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που ήταν εκπαιδευτής Γενιτσάρων. Ο Τούρκος αξιωματούχος προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος αντιστάθηκε σθεναρά σε κάθε προσπάθεια του Τούρκου.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ – ΠΡΩΤΟ ΘΑΥΜΑ: Καταδικασμένος ψυχολογικά στην περιφρόνηση και το μίσος των Τούρκων, αντιμετωπίζεται ως «κιαφίρ», «άπιστος», που του αξίζουν σκληρά βασανιστήρια: τον χτυπούν με χοντρά ξύλα, τον κλωτσούν, τον φτύνουν, του καίνε μαλλιά και δέρμα με πύρινο τάσι. Τον πετούν στις κοπριές του σταύλου και τον υποχρεώνουν να ζει με τα ζώα των οποίων τη φροντίδα του είχαν αναθέσει. Εκείνος, έτρωγε ελάχιστα, τα ρούχα του ήταν φτωχικά και ήταν αναγκασμένος να περπατά ανυπόδητος. Στο στάβλο, ο Άγιος προσευχόταν διαρκώς, ενώ τα βράδια συχνά επισκεπτόταν μια κοντινή εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Δέχεται ο Όσιος Ιωάννης τους σκληρούς όρους της μαρτυρικής ζωής, τα βασανιστήρια, τη διαμονή με ζώα στο στάβλο που του θύμιζε, όπως έλεγε, το στάβλο της Βηθλεέμ, τις ασκήσεις, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές σε τέτοιο βαθμό, που δαμάσθηκε η θηριωδία των Τούρκων, που έκπληκτοι τον ονομάζουν «βελή», άγιο. Μάλιστα, σε συνεστίαση Τούρκων αξιωματούχων θαυματουργικά έστειλε με Άγγελο Κυρίου φαγητό σε χάλκινο πιάτο από το Προκόπι στην Μέκκα της Αραβίας και ο Τούρκος Αγάς το έφαγε εκεί ζεστό. Επιστρέφοντας έδειξε το πιάτο με το οικόσημο στους αξιωματούχους, τρεις μήνες μετά. Το θαύμα αυτό που έγινε από τον Όσιο κατά παραχώρηση Κυρίου, σταμάτησε το μίσος και τη μανία των βασανιστών του. Η πνευματική και ηθική ακτινοβολία του δάμασε την παροιμιώδη οθωμανική θηριωδία.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο Τούρκος θέλοντας να τιμήσει τον Άγιο προσφέρθηκε να του καλυτερέψει τις συνθήκες διαβίωσης. Ο Άγιος όμως αρνήθηκε και συνέχισε να φροντίζει τα ζώα του αφεντικού του και να μένει στον στάβλο. Δουλεύοντας την ημέρα και προσευχόμενος την νύχτα έζησε ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος τον υπόλοιπο του βίου του Η Θεία Κοινωνία κάθε Σάββατο ήταν η μεγάλη του ξεκούραση και ανάπαυση. Τελευταία ημέρα, 27 Μαΐου 1730, ειδοποίησε τον ιερέα και εκείνος του πήγε τη Θεία Κοινωνία μέσα σε ένα μήλο που το είχε κουφώσει. Κοινώνησε στο στάβλο για τελευταία φορά. Η πρόσκαιρη αιχμαλωσία του, η δεινή κακοπάθεια πήραν τέλος. Ο Όσιος Ιωάννης πέρασε στην αιώνια αγαλλίαση και μακαριότητα, μόλις πήρε τα Άχραντα Μυστήρια σε ηλικία 40 ετών. Το σώμα του παραδόθηκε από το αφεντικό του στους χριστιανούς του Προκοπίου, που το έθαψαν σύμφωνα με τους κανόνες του Χριστιανισμού στο χριστιανικό νεκροταφείο.

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Μετά από τρεισήμισι χρόνια ο Άγιος εμφανίστηκε στον ύπνο του γέροντα ιερέα, που τον κοινωνούσε όσο ζούσε, ζητώντας του να γίνει ανακομιδή του ιερού λειψάνου του. Οι Χριστιανοί έκαναν την ανακομιδή του λειψάνου, που βρέθηκε ακέραιο, αδιάφθορο και μυρωμένο με αυτή τη θεία ευωδία που συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα και το τοποθέτησαν σε λάρνακα κάτω από την Αγία Τράπεζα του Ναού του Αγίου Γεωργίου, στον οποίο προσευχόταν εν ζωή ο Άγιος. Το 1834, όταν κτίστηκε στο Προκόπι ένας μεγάλος Ναός του Μεγάλου Βασιλείου, μεταφέρθηκε εκεί το λείψανό του. Στο ναό έμεινε ο Άγιος μέχρι το 1924.

Ο ΑΓΙΟΣ “ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ” ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ: Με την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας, αμέσως μετά την μικρασιατική καταστροφή, μεταφέρθηκε και το Ιερό Λείψανο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στο Νέο Προκόπι στην Εύβοια, όπου εγκαταστάθηκαν οι ξεριζωμένοι Έλληνες του Προκοπίου της Μικράς Ασίας. Μέσα στη λαίλαπα της καταστροφής οι πρόσφυγες που έχασαν τα πάντα, πήραν το Ιερό Λείψανο, κειμήλια της Εκκλησίας και λιγοστά προσωπικά τους είδη και ξεκίνησαν για το δρόμο της ξενιτειάς. Από την Καισάρεια στη Μερσίνα. Από το λιμάνι της Μερσίνας με το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης», μεταφέρεται στην Χαλκίδα. Παραμένει εκεί ένα χρόνο και το 1925 έφθασε στο σημερινό Νέο Προκόπιο. Το 1930 άρχισε να χτίζεται ναός προς τιμή του Αγίου, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1951. Τότε μεταφέρθηκε ο Άγιος στο νέο Ναό και εκεί βρίσκεται μέχρι τις μέρες μας. Πιστοί από Ελλάδα και εξωτερικό επισκέπτονται τον ναό αυτό και προσκυνούν τον Άγιο. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο με δέος, με κατάνυξη, σιωπηλοί, περνούν μπροστά από το Ιερό του Λείψανο. Σε όλους δίνει την αύρα της χάρης που έλαβε από το Θεό. Μπροστά στην Λάρνακα που είναι το Άγιό του σώμα, παράλυτοι περπατούν, τυφλοί βλέπουν, δαιμόνια φεύγουν, άλλες ανίατες αρρώστιες θεραπεύοντα ακόμη και σήμερα. Την μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου εορτάζουμε στις 27 Μαΐου.

Τω Ιωάννη οι πιστοί νυν προσδράμωμεν, οι εν δεινοίς και συμφοραίς, και προσπέσωμεν, εν ευσέβεια κράζοντες, εκ βάθους ψυχής· Όσιε, βοήθησον, εφ' ημίν σοις ικέταις, πρόφθασον και λύτρωσαι της παρούσης ανάγκης· μη παραβλέψης δέησιν οικτράν των προσφευγόντων τη σκέπη σου, Άγιε.”

Μεγαλυνάριο: “Τους συναθροισθέντας τω σω ναώ, αοράτων πάντας, ορατών τε επιβουλής, ημάς τυραννούντων. δεόμεθα ρυσθήναι, υπό την σην αιγίδα θερμώς προσφεύγοντας.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Βιβλιογραφία: Πρωτοπ. Ιωάννου Βερνέζου, Σύντομος βίος του Οσίου Ιωάννου του Ρώσσου «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ, Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΟ YOUTUBE: 

https://www.youtube.com/watch?v=DaQqX6tEUVs

ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ:

https://www.youtube.com/watch?v=Zt_N5zF8TPs


Το σαράκι Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο ίδιος

 


Το σαράκι

Από μια πραγματική ιστορία νεκροφάνειας! 

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο ίδιος


[Στον αξέχαστο Π.Ζ. Να ' ναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει]




Στον καφενέ της γειτονιάς μου, κοντά στο σπίτι που μένω τα δυο τελευταία χρόνια, πνιγμένον όπως πάντα σε καπνούς και τη μυρουδιά του τσίπουρου, μια παρέα ανθρώπων περασμένης ηλικίας συζητά, με ΄κείνον το απλό τρόπο που άνθρωποι της ηλικίας περνούν τον πλουσιοπάροχα ελεύθερο, πια, χρόνο τους. Κάθισα κοντά τους, σ΄ ένα άδειο, μάλλον βρώμικο, τραπέζι, παρήγγειλα το μέτριο καφεδάκι μου κι αφέθηκα ν΄ ακούω, δείχνοντας επίπλαστη αδιαφορία, την κουβέντα των πλαϊνών μου. Βλέπεις αυτό είναι μια όχι και τόσο διακριτική συνήθεια που φώλιασε μέσα μου από τα χρόνια που δούλευα στη μικρή μας κουτσομπολίστικη εφημερίδα, κάτω στο νησί...

   Ο πιο καρδαμωμένος της παρέας με το στριφτό γκριζοκίτρινο μουστάκι, μ΄ ένα τέτοιο χρώμα που δεν ήξερες αν ήταν ξανθό στα νιάτα του ή κιτρίνισε απ΄ το τσιγάρο, έβγαλε ταμπάκο από τη σακούλα του, έστριψε το καθιερωμένο σαν ιεροτελεστία τσιγάρο του και ρούφηξε ηχηρά μια γουλιά απ΄ τον καφέ του κι άλλη μια απ΄ το σέρτικο. “Πάει κι ο Νικόλας μας!”, μονολόγησε ξαφνικά. Ο διπλανός του σταμάτησε το μονότονο χτύπο του κομπολογιού του και συμπλήρωσε με τη βαριά ντοπιολαλία του: “Αϊ μουρέ τον δύστυχο! Καψάλα! Μπιζιέρσα να τον γλιέπω αγέλαστον! Τον έφαγε το σαράκι”. Ο τρίτος απόμαχος της παρέας ζήτησε να μάθει για ποιον μιλούσαν οι δυο τους και τι εννοούσαν με το “σαράκι” κι έτσι ο πρώτος άρχισε τη διήγησή του, προς τέρψιν εμού του περιέργου:

  “Ο Νικόλας, που λες Γιώργη, ήρθε πριν από καμιά τριανταριά χρόνια απ΄ την Κεφαλλονιά και δούλεψε εργάτης πολλά χρόνια στον ΟΣΕ. Έμενε πάντα μόνος του. Πίναμε κάπου κάπου από κάνα κατοσταράκι και μού 'λεγε συχνά για την πατρίδα του. Εκεί κάτω, που λες, είχε κάποτε κι αυτός οικογένεια. Δούλευε τότε μούτσος σε ένα περαματάρικο στη γραμμή Αργοστόλι-Ληξούρι. Μέχρι πού ήρθε κείνος ο σεισμός του '55... Το σπίτι του, ήταν και το μοναδικό του βιος, κι αυτό ήταν οπού ' χε πάρει προίκα απ΄ την κυρά του, γκρεμίστηκε ολάκερο. Μα δεν ήταν αυτό τίποτε μπροστά σ΄ αυτό που έμαθε σαν γύρισε στη γειτονιά του να δει όλο αγωνία, σαν όλους τους άλλους, το βιος του και τους δικούς του. Οι γειτόνισσες του είπανε ότι η κερά του κι η μοναχοκόρη, βλέπεις δεν έκανε άλλα παιδιά ο δύστυχος, ήταν μες στο σπίτι την ώρα της κοσμαχαλασιάς. Να σκεφτείς, λες κι έπεσε όλο το σπίτι πάνω τους, ότι κάναν μια μέρα να βρούν τα σώματά των δυόνε τους! Μάλιστα, έλεγε ο καϋμένος ότι ο ίδιος πήρε τη μικρή στα χέρια του, όταν τη βρήκε σφηνωμένη κάτω από ΄να αγκωνάρι! Αχ! Έβαλε λέει τ΄ ναυτί του στην καρδιά, μα του κάκου. Το κορμάκι του παγωμένο, τα χέρια μελανιασμένα. Άς τα!”

Vinsent V. Gogh
  Ο γέρο-Γιώργης της συντροφιάς, ταραγμένος απ΄ τη διήγηση, και βλέποντας τον αφηγητή της ιστορίας να 'χει στηλώσει τα μάτια του κάπου στο πουθενά, λες και ζούσε τις περιπέτειες του μακαρίτη, ζήτησε κι αυτός να στρίψει ένα τσιγάρο και είπε όλο κατανόηση: “Τώρα κατάλαβα γιατί τον λέτε δύστυχο! Αυτό ήταν το σαράκι!”

  “Δεν είναι τίποτε αυτά που έγιναν. Κάτσε να δεις παρακάτω...”, πρόσθεσε ο άλλος.

“Στην κηδεία τον κρατούσαν δυο, το μπαρμπα-Νικόλα. Έκλαιγε για βδομάδες! Δεν είναι μικρό να ξεπροβοδάς σύζυγο και κόρη! Τέλος, τρία χρόνια μετά, πήγε στο κοιμητήρι για τις τελευταίες φροντίδες. Έβγαλε τα κόκκαλα της κυράς του, έκανε το σταυρό του και τράβηξε με τον παπά και τους εργάτες στον τάφο της μικρής για το άλλο “ξεσταύρωμα”. Μετά..., μετά δεν ξαναμίλησε, μέχρι που βγήκε απ΄ την κλινική που τον ΄βάλαν τ' αδέλφια του για πέντ΄ έξι χρόνια!”

   

   Και ολοκληρώνοντας το λόγο του εκείνος, ξεσκεπάστηκα, φασαριόζικα μάλιστα, ότι εγώ είχα στήσει αυτί.... Μου΄ πεσε το ποτήρι κι έγινε χίλια κομμάτια, στο άκουσμα των τελευταίων λόγων του γέρου:

    “...βλέπεις η μικρή βρέθηκε να “κοιμάται” στο πλάι!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


TO ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE :  
https://www.youtube.com/watch?v=n_GCVLgnygQ

Η δολοφονία μιας ''ένοχης'' Ιρανής με λιθοβολισμό! Ιράν: γυναίκες ενός κατώτερου θεού! Κων. Αθ. Οικονόμου

 

Η δολοφονία μιας ''ένοχης'' Ιρανής με λιθοβολισμό! Ιράν: γυναίκες ενός κατώτερου θεού!

Κων. Αθ. Οικονόμου


   


   Βρισκόμαστε εδώ και πολλές εβδομάδες μπροστά σε μια πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες συνεπικουρούνται από την πλειοψηφία των αραβικών χωρών της περιοχής. Φυσικά δεν πρόκειται απλά για μια ''ιμπεριαλιστική επίθεση των πλέρια καπιταλιστικών φιλοπόλεμων δυτικών δυνάμεων'' όπως θα έλεγαν κάποιοι του λεγόμενου ''προοδευτικού'' χώρου. Αλλά για μια πάλη δύο αντίθετων κόσμων.

Αγνοούμε μήπως ότι τουλάχιστον 5 εκατομμύρια Ιρανοί έχουν δραπετεύσει από τον ισλαμοφασιστικό καθεστώς της χώρας;

Αγνοούμε ότι το Ιράν ήταν σχεδόν έτοιμο να γίνει η δεύτερη, μετά το Πακιστάν, πυρηνική ισλαμική δύναμη;

Αγνοούμε, και μάλιστα οι διάφοροι φεμινιστικοί δυτικοί σύλλογοι και ομοσπονδίες, τις διώξεις που υφίστανται οι ομόφυλές τους στο Ιράν;΄

Αγνοούμε πόσες δυστυχισμένες υπάρξεις έχουν αυτοκτονήσει, φυλακιστεί ή βασανιστεί για απίθανους λόγους; [όπως φέρ΄ειπείν γιατί μια μπούκλα του μαλλιού μιας νέας ''ξέφυγε΄' από το υποχρεωτικό παντού και πάντα τσαντόρ, πράγμα που επέφερε την άτεγκτη αντιμέτώπισή της από την ... αστυνομία ηθών των πανίσχυρων ''φρουρών της επανάστασης;]

Δεν είναι βυζαντινός αναχρονισμός εικονολατρών, αλλά μια διαδήλωση επωνύμων
''προοδευτικών'' υπέρ των μουλάδων! [Η επιστήμη σηκώνει ψηλά τα χέρια]
  

   Αξίζει εδώ να δούμε μια χαρακτηριστική περίπτωση:

Το 1986 η Σοράγια Μανουτσερί, μια 35χρονή από ένα μικρό χωριό του Ιράν [το Kuhpayeh], κατηγορήθηκε ψευδώς για μοιχεία. Η ποινή που προβλέπονταν και ακόμη προβλέπεται: θάνατος διά λιθοβολισμού!

Τι όμως είχε στην πραγματικότητα συμβεί; Ο σύζυγος της ''κατηγορούμενης'' ήθελε να παντρευτεί μια πιο δροσερή και ''φρέσκια'' σύζυγο, μια ανήλικη 15 ετών, αλλά δεν ήθελε και να συντηρεί δύο οικογένειες ή έστω τουλάχιστον να επιστρέψει την προίκα που είχε λάβει από το γάμο του με την πρώτη σύζυγο. Έτσι κατέφυγε στην εύκολη λύση:

''Η Σοράγια με απάτησε''! Φώναξε με ιερή αγανάκτηση στο ιεροδικείο της επαρχίας του.

''Αποδείξεις''; Ψευδομάρτυρες και οι ''αρχές'' του χωριού! Αυτό έφτανε.

Ετυμηγορία των αδέκαστων ιερών δικαστών: ένοχη!!

Ένας δημοσιογράφος Γαλλοϊρανός, ο Fr. Sahebjam, ασχολήθηκε με το φρικτό εγκληματικό αυτό γεγονός, στο βιβλίο του ''La Femme Lapidee''. Το βιβλίο κυκλοφόρησε και στη Βρετανία με τον τίτλο ''Τhe Stoning of Soraya M.''

Η υπόθεση δραματοποιήθηκε αργότερα σαν ταινία με το ίδιο όνομα.

Τέτοιο είναι το οργουελικό καθεστώς εκεί!

18.5.26

Ο Ερμής από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Ερμής

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

   ΓΕΝΙΚΑ: Ο Ερμής, ένας από τους βασικούς θεούς του δωδεκαθέου είναι ο αγγελιαφόρος των θεών, ο ψυχοπομπός, αυτός δηλαδή που οδηγεί τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, αλλά είναι και προστάτης των κλεφτών[!], των τυχερών παιχνιδιών και του εμπορίου. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, πατέρας του Ερμή ήταν ο Δίας και μητέρα του η Μαία, μία από τις Πλειάδες, τις θυγατέρες του Άτλαντα.

ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΒΡΕΦΙΚΗ “ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ”: Στην Αρκαδία, σε μια σπηλιά του όρους Κυλλήνη, γεννήθηκε ο Ερμής. Από τα πρώτα του βήματα έδειξε αρκετά από τα χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Βρέφος ακόμη, κατάφερε να πηδήξει έξω από την κούνια του και να βγει από την σπηλιά χωρίς να γίνει αντιληπτός. Βγαίνοντας σκόνταψε σε μία χελώνα η οποία του έκανε μεγάλη εντύπωση. Αφού την περιεργάστηκε, εμπνεύστηκε να της αδειάσει το καύκαλο και να το μεταμορφώσει, προσθέτοντας για χορδές κομμάτια από προβατίσια έντερα, σε ένα έγχορδο μουσικό όργανο. Έπειτα, εξαντλημένος και πεινασμένος, αποφάσισε να ταξιδέψει στο βορρά αναζητώντας τροφή. Κατά το ηλιοβασίλεμα έφτασε στην Πιερία[!] και βλέποντας το κοπάδι βοδιών του αδελφού του Απόλλωνα, αποφάσισε να το κλέψει. Σκεπτόμενος όμως ο ευφυής και παμπόνηρος μικρός θεός ότι μπορεί να γίνει αντιληπτός, σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα για να μπερδέψει τον αδελφό του. Ξεχωρίζοντας από το κοπάδι τα 50 καλύτερα ζώα τα έκανε να περπατούν ανάποδα ώστε τα ίχνη τους να οδηγούν στο σημείο από όπου αυτά ξεκίνησαν. Τα οδήγησε έτσι στην Πύλο όπου τα έκρυψε σε έναν στάβλο. Δύο απ' αυτά όμως τα έσφαξε για να χορτάσει την πείνα του. Έπειτα, αθόρυβα, ξάπλωσε στην κούνια του! 

   

Ερμής και Άργος
   Την επόμενη μέρα ο Απόλλων, ως μάντης που ήταν, κατάλαβε το τέχνασμα του αδελφού του και αφού τον ανακάλυψε στο σπήλαιο, τον κατηγόρησε στην μητέρα του. Ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση με τον Ερμή, ο οποίος αρνήθηκε τα πάντα και, μάλιστα, του πρότεινε με θράσος να πάνε στον Όλυμπο να λύση ο Δίας την διαφορά τους! Ο Δίας βλέποντας την ευστροφία και ικανότητα του μικρού του γιου, αλλά και την πονηριά και το θράσος του, ακούγοντας και τα παράπονα του Απόλλωνα κατάφερε να συμφιλιώσει τα δύο αδέλφια και διέταξε το μικρό Ερμή να επιστρέψει τα υπόλοιπα βόδια στον αδελφό του. Επιπλέον για να τον εξευμενίσει πλήρως ο Ερμής τού έπαιξε με την αυτοσχέδια λύρα μουσική. Βλέποντας ο Απόλλων το καταπληκτικό όργανο που κατασκεύασε ο μικρός του αδελφός μαγεύτηκε τόσο, που του το ζήτησε ως δώρο. Ο Ερμής του το έδωσε αφού ο Απόλλων του επέτρεψε να κρατήσει τα βόδια που του είχε κλέψει αρχικά.

Μία από τις Ερμές της αρχαίας Αγοράς
  ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ: Οι ικανότητες του Ερμή αποδείχθηκαν χρήσιμες για όλους σχεδόν τους θεούς οι οποίοι τον θαύμαζαν για την ευστροφία και την πονηριά του και του εμπιστευόντουσαν διάφορες αποστολές. Πρώτος ο Δίας, ο οποίος τον έχρισε κήρυκα και αγγελιοφόρο του, χαρίζοντας του φτερωτά σανδάλια και το κηρύκειον. Με αυτά ο θεός πετούσε πάνω από στεριά και θάλασσα και μετέφερε στον υπόλοιπο κόσμο την θέληση του Δία, ενώ στον Δία επέστρεφε με ειδήσεις από τα μέρη που επισκέπτονταν. Μπορώντας να μεταφέρεται σε ουρανό και γη ο Ερμής ταχύτατα, κατάφερε να αποκτήσει την ικανότητα να ταξιδεύει και στον Κάτω Κόσμο. Ο βασιλιά του Κάτω Κόσμου Άδης εκτιμώντας τις ικανότητες του Ερμή τον ονόμασε συνοδό των νεκρών στον άλλο κόσμο και έκτοτε απέκτησε και την ιδιότητα του ψυχοπομπού.

Η ΧΙΟΝΗ ΚΑΙ Η ΚΑΥΧΗΣΙΑ ΤΗΣ: Με τον Απόλλωνα ο Ερμής μοιράστηκε κάποτε και την ίδια γυναίκα. Ήταν η Χιόνη, κόρη του Δαιδαλίωνα, που το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε και με τους δύο θεούς. Δύο δίδυμα αδέλφια γεννηθήκανε από τη Χιόνη τα οποία είχαν διαφορετικό θεό πατέρα. Ο Φιλήμωνας, μετέπειτα βασιλιάς και μουσικός της Φωκίδας, ήταν ο γιος του Απόλλωνα και ο Αυτόλυκος, που είχε την ικανότητα τα μεταμορφώνει ότι άρπαζε, ήταν ο κλέφτης γιος του Ερμή. Έχοντας κάνει δύο θεούς να την ερωτευτούν μέσα σε μία μέρα η Χιόνη, μην μπορώντας να κρύψει την υπερηφάνεια της, άρχισε να καυχιέται για την ομορφιά και τα προσόντα της τολμώντας να πει ότι είναι ομορφότερη από την θεά Άρτεμη. Ακούγοντάς το αυτό η θεά δεν δίστασε να στείλει τα τρομερά της βέλη να της πάρουν την ζωή.

  ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ: Ο Ερμής είναι ίσως η συμπαθέστερη φιγούρα του ελληνικού δωδεκάθεου, καθώς συνδυάζει τα ανθρώπινα με τα θεϊκά στοιχεία, αλλά και γιατί θεωρείται ουσιαστικά ο πρώτος δάσκαλος του ανθρώπινου γένους. Εκείνος είναι που εισήγαγε τα γράμματα και τις επιστήμες στην ανθρωπότητα, δίδαξε τη χρήση της σκέψης ενώ υπάρχουν μύθοι πoυ αποδίδουν σε αυτόν τη μετάδοση της γνώσης της φωτιάς. Ταυτόχρονα είναι προστάτης του εμπορίου, των θυσιών και της μαγείας. Διαθέτει, επιπλέον, μια περισσότερο ανθρώπινη [σκοτεινή] όψη, καθώς είναι πρώτος στην απατεωνιά, το ψέμα και την κλεψιά. Βασικότερα γνωρίσματά του, ωστόσο, είναι ότι είναι αγγελιαφόρος των θεών, δηλαδή μεσάζων μεταξύ αυτών και των ανθρώπων, ενώ επιτελεί και το λειτούργημα του ψυχοπομπού. Επίσης, είναι από τις θεότητες που για τις δραστηριότητες τους χρησιμοποιούν τη σκοτεινή νύχτα και για αυτό θεωρείται πως έχει σχέση με τη Σελήνη. Μάλιστα αναφέρεται ότι το βράδυ που έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα, η Σελήνη βγήκε δυο φορές, για να τον διευκολύνει στη μετακίνησή του από την Πιερία μέχρι την Πύλο. Σύμβολά του είναι το κηρύκειο, έμβλημα των γοργόφτερων αγγελιοφόρων, και τα φτερωτά σανδάλια.

Ερμής και Ορφέας
  ΚΑΤΑΓΩΓΗ-ΕΞΕΛΙΞΗ: Η καταγωγή του Ερμή είναι μακρινή και συνδέεται με την προϊστορική Ελλάδα, καθώς υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι Ερμές ή Ερμεία, (οι ορθωμένοι λίθοι που χρησιμοποιούνταν για την οριοθέτηση περιοχών και ως οδοδείκτες) ήταν διαδεδομένες στην προϊστορική Κρήτη και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ενώ θεωρείται πως έχουν στενή σχέση με τα πιο αρχέγονα μυστήρια της ελληνικής επικράτειας στην αρχαιότητα, τα Καβείρια. Κατά την πτολεμαϊκή περίοδο η Αλεξάνδρεια κατέστη ξακουστό πνευματικό κέντρο της εποχής, στην οποία συναντώνται και αναμιγνύονται όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα. Από τότε κυρίως που οι Έλληνες ήρθαν σ' επαφή με τον αιγυπτιακό πολιτισμό και θρησκεία, επήλθε μια ταύτιση τού ελληνικού Ερμή και του αιγυπτιακού Θωθ, καθώς διαπίστωσαν ότι υπήρχαν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στις δυο θεότητες. Ωστόσο, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, κυρίως, και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες διαμορφώθηκε μια νέα αρχετυπική μορφή, η οποία δεν ήταν ακριβώς ούτε ο Ερμής ούτε ο Θωθ, αλλά ένας συνδυασμός των χαρακτηριστικών και των δύο, διανθισμένων με επιδράσεις από την ιουδαϊκή παράδοση. Θεωρείται ότι ο Ερμής της ελληνιστικής περιόδου ήταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη κοσμοπολίτικη θεότητα, η οποία μπορούσε να ταυτιστεί με θνητά πρόσωπα. Για παράδειγμα, οι Λυκάονες δεν είχαν καμιά δυσκολία να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Απόστολου Παύλου τον ενσαρκωμένο Ερμή, γιατί ήταν ο πιο ικανός ομιλητής. Και τούτο γιατί ο Ερμής-Θωθ, ως αγγελιοφόρων των θεών, καθιερώθηκε ως το πρόσωπο εκείνου που ερμηνεύει στους ανθρώπους τη θεϊκή θέληση. 

 

  Η Στωική φιλοσοφία απέδωσε στον Ερμή έναν κεντρικότερο ρόλο στη θεολογία, θεωρώντας τον ως Λόγο-Δημιουργό, επηρεασμένοι προφανώς από την αιγυπτιακή αποδοχή του Θωθ ως δημιουργού. Παρ' όλο που στην αρχή οι Ρωμαίοι, σαφώς επηρεασμένοι από το αρχαιοελληνικό πάνθεο, εκρωμάισαν τις ελληνικές θεότητες, στη συνέχεια, η αιγυπτιακή επίδραση είχε ως πρώτο αποτέλεσμα να ταυτίσουν τον Ερμή [Mercurius] με τον Θωθ, αλλά δε στάθηκαν εκεί. Μπήκαν στον πειρασμό να δώσουν μια μυθολογική ερμηνεία της παρουσίας του Ερμή στην Aίγυπτο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κικέρων ονόμασε τουλάχιστον πέντε πρόσωπα που διεκδικούσαν το όνομα Ερμής. Από αυτά το τρίτο ήταν ο γνωστός Ερμής, καρπός της ένωσης του Δία με τη Μαία, ενώ το πέμπτο, που λατρεύτηκε στο Φενεό, λέγεται ότι σκότωσε το φύλακα των κοπαδιών του Απόλλωνα, τον Άργο, και για να αποφύγει τις συνέπειες κατέφυγε στην Aίγυπτο. Αυτός, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, είναι που δίδαξε στους Aιγύπτιους τους νόμους και το αλφάβητό τους και είναι εκείνος που οι Αιγύπτιοι αποκαλούσαν Θωθ.

Ερμής και Πάρις


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Walter Burkert, Greek Religion, 1985 section III.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς [1785], ο εν Σμύρνη τελειωθείς [29.5.1802] + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς [1785],

ο εν Σμύρνη τελειωθείς [29.5.1802] + ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου


Kαι Nάννος ώφθη χαριτώνυμος νέος,
Mάρτυς Kυρίου· ω άκρας ευδοξίας!”


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΦΑ: Ο Νεομάρτυς Νάννος ή Ιωάννης μαρτύρησε στη Σμύρνη στα 1802 σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Μακεδόνες. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Αβρέτ-Ισσάρ, σήμερα παλαιό Γυναικόκαστρο του Κιλκίς, τριάντα χιλιόμετρα βόρεια της Θεσσαλονίκης, στην κοιλάδα του Αξιού, ενώ η μητέρα του από το χωριό Λόκοβι της Χαλκιδικής, [Ταξιάρχης]. Γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσαν, δημιούργησαν οικογένεια κι απέκτησαν δύο αγόρια, τον πρωτότοκο Θεόδωρο και τον Ιωάννη, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Νάννο, για να διακρίνεται από τον ομώνυμο πατέρα του Ιωάννη1

  Οι ευσεβείς και πιστοί στο Χριστό γονείς, μετέδωσαν τη φλόγα της πίστης και στα παιδιά τους. Ο Θεόδωρος ήξερε λίγα γράμματα, ο Νάννος δεν ήξερε. Νωρίς ο πατέρας πήρε τα παιδιά στη δουλειά του και τους έκανε βοηθούς του στο τσαγκάρικό του [κάλφες]. Ήταν η εποχή που ο Νάννος αρεσκόταν να ακούει να του διαβάζει ο Θεόδωρος βίους αγίων, κυρίως νεομαρτύρων, ίσως από το “Νέον Μαρτυρολόγιον”, που είχε εκδόσει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το1794 τυπωμένο στη Βενετία.


ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
: Οι δουλειές του πατέρα στη Θεσσαλονίκη δεν πήγαιναν όμως καλά. Έτσι, πήρε την απόφαση κι έφυγε στη Σμύρνη με τον μεγάλο του γιό, τον Θεόδωρο, κι άνοιξε εκεί τσαγκάρικο. Η μάνα έμεινε με τον Νάννο στη Θεσσαλονίκη, ενώ κατά διαστήματα πατέρας και μεγάλος γιός επισκέπτονταν την οικογένεια στη γενέτειρα των παιδιών. Τελικά στις αρχές του 1802 ο πατέρας πήρε και τον Νάννο στη Σμύρνη για να δουλέψει κι’ αυτός κάλφας στο μαγαζί του πατέρα του.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ: Ο Νάννος, μόλις 17 ετών, όμορφο γεροδεμένο παλικαράκι, αρχίζει να βάζει στο μυαλό του τη σκέψη, την απόφαση καλύτερα, να μαρτυρήσει. Έτσι, το Μάιο της ίδιας χρονιάς, με πλήρη άγνοια των δικών του, αποφασίζει να ασπαστεί τον ισλαμισμό, αμέσως μετά να τον αρνηθεί και ως αρνησίθρησκο οι τουρκικές αρχές να τον οδηγήσουν στο μαρτυρικό θάνατο, αφού θα ομολογούσε πίστη στο Χριστό ο ορθόδοξος στην ουσία Νάννος. Πάει λοιπόν στη δουλειά ενός ομότεχνου Τούρκου και του λέει ότι αρνείται τον χριστιανισμό και ότι θέλει να ασπαστεί την ισλαμική θρησκεία. Έτσι, οι Τούρκοι τον περιτέμνουν, δίνοντάς του το όνομα Μεχμέτ. Ο Νάννος έπειτα άρχισε να δουλεύει ως κάλφας στου Τούρκου το τσαγκάρικο. Οι δικοί του αγωνιούσαν απο την εξαφάνισή του, ώσπου στο τέλος τον ανακάλυψαν στο τσαγκάρικο του Τούρκου ομότεχνου τους. Όμως οι Μωαμεθανοί, με την απειλή ξυλοδαρμού, τους έδιωξαν δηλώνοντας πώς τώρα είναι δικός τους. Ο Ιωάννης, του οποίου η σκέψη από την αρχή ήταν προσηλωμένη στο μαρτύριο, προσπάθησε επανειλημμένα να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στους συγγενείς του, χωρίς όμως να το καταφέρει, αφού αυτοί τον απέφευγαν πια ως αρνησίθρησκο.


ΔΗΛΩΣΗ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ
: Σε λίγες ημέρες, την Κυριακή 25 Μαϊου του 1802, ο Νάννος πήγε στον καδή της Σμύρνης [ανώτερο δικαστή] και του δήλωσε: “Δεν θέλω να ονομάζομαι Μεχμέτης, αλλά Ιωάννης· Ιωάννης είναι το όνομά μου”. Πατέρας και αδελφός μόλις έμαθαν τα νέα, από φόβο, δεν τόλμησαν να τον πλησιάσουν. Απλώς ο πατέρας του, που αντελήφθη εκ των υστέρων, όπως φαίνεται, το σχέδιο του Νάννου, τού έστειλε κρυφά μήνυμα να κρατήσει γερά την πίστη του στο Χριστό. Οι Τούρκοι, στο μεταξύ, του υπόσχονται του κόσμου τα αγαθά, αν μείνει πιστός μουσουλμάνος. Έφθασαν στο σημείο να του προτείνουν απλώς να δηλώσει ενώπιόν τους πως παραμένει Τούρκος και κατόπιν ήταν ελεύθερος να φύγει και να πάει όπου θέλει πιστεύοντας οτιδήποτε ήθελε. Γι' αυτούς αρκούσε μόνο να βγει από την πόρτα του δικαστηρίου ως Μεχμέτης και όχι ως Ιωάννης. Κάποιος αγάς, βλέποντας την υπομονή του Ιωάννου, πρότεινε μια λύση, σύμφωνα με την οποία ο Ιωάννης θα παρέμενε Τούρκος είτε το ήθελε, είτε όχι· πρότεινε λοιπόν να τον στείλουν στο Αλγέρι μ' ένα πλοίο, το πλήρωμα του οποίου αποτελείτο μόνο από Τούρκους. Ο Ιωάννης, ακούγοντας αυτήν την εκδοχή και φοβούμενος μήπως ματαιωθεί το μαρτύριο που τόσο επιθυμούσε, προφασίσθηκε ότι επιθυμεί να του δοθούν δύο ημέρες διορία, για να σκεφθεί τις προτάσεις τους. Οι Τούρκοι, πιστεύοντας πως τελικά θα υποχωρούσε ο Ιωάννης, τού παραχώρησαν την διορία που τους ζήτησε για να αποφασίσει, χωρίς όμως να σκεφθούν ότι έτσι θα έχαναν και την ευκαιρία να τον στείλουν με το πλοίο στο Αλγέρι. Μετά το τέλος της δεύτερης ημέρας τον κάλεσαν να παρουσιασθεί, για να δώσει την τελική απάντηση. Ο Ιωάννης, ο οποίος είχε βεβαιωθεί ήδη για την αναχώρηση του πλοίου, δήλωσε πως όχι μόνο δεν είχε μετανιώσει, αλλά επιθυμούσε ακόμα περισσότερο το μαρτύριο. Μη έχοντας πλέον άλλη εκλογή οι Τούρκοι, αποφάσισαν να τον θανατώσουν. Πριν όμως από αυτό θέλησαν να επιχειρήσουν άλλη μία φορά να τον μεταπείσουν. Γι' αυτό κάλεσαν τον πατέρα του, ο οποίος, πιθανόν επειδή φοβόταν, αρνήθηκε να παρουσιασθεί, λέγοντας πως δεν είχε πλέον καμία σχέση μαζί του.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Νάννος εμμένοντας στην απόφαση να αρνηθεί οριστικά τον Ισλαμισμό κάνει τους Τούρκους να τον οδηγήσουν στο θάνατο. Ορίστηκε η ημέρα και ο τόπος της εκτελέσεως. Οι χριστιανοί της Σμύρνης, αλλά και πολλοί Τούρκοι, Φράγκοι και Αρμένιοι, μαθαίνοντας το σπουδαίο αυτό γεγονός, έσπευσαν να θαυμάσουν το μαρτύριο του νέου και οι πιστοί να πάρουν, αν μπορέσουν, κάτι από το λείψανο του μάρτυρα για φυλαχτό και ευλογία. Ήταν η αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου του 1802, ημέρα Πέμπτη. Ο Μάρτυς του Χριστού οδηγήθηκε στο Σοάν Παζάρι, τόπο των θανατικών εκτελέσεων. Ο δήμιος τον γονάτισε και με το σπαθί τού πήρε το κεφάλι. Τα πλήθη των χριστιανών που παρακολουθούσαν, έτρεξαν κοντά και προσπάθησαν να βάψουν, αν μπορέσουν, έστω ένα κομμάτι βαμβάκι στο αίμα του μάρτυρα.

 


ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ
: Οι Τούρκοι άφησαν τον νεκρό να κείτεται στο χώμα κι έβαλαν φρουρούς να τον φυλάγουν. Και βέβαια κατά την πανάρχαιη συνήθεια των Οθωμανών, οι φρουροί δωροδοκούνταν για να παίρνουν οι χριστιανοί ό,τι μπορούσαν για κειμήλιο και φυλαχτό. Κατ' αυτό τον τρόπο οι Τούρκοι συγκέντρωσαν πάνω από 3.000 γρόσια· οι βάρβαροι Αγαρηνοί έφθασαν μάλιστα στο σημείο να θέλουν να ακρωτηριάσουν τον Μάρτυρα, για να κερδίσουν περισσότερα! Και τότε, ένας ομογενής πλούσιος από τη Ρωσία, ονομαζόμενος Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, πλήρωσε αδρά τον Τούρκο διοικητή της Σμύρνης, παρέλαβε το λείψανο και το κήδεψε με τιμές. Σε λίγες ημέρες μετά το μαρτύριο έγινε το πρώτο θαύμα με το εμποτισμένο με αίμα του νεομάρτυρα βαμβάκι που είχε στην κατοχή του ένας πιστός Σμυρνιώτης: μια ασθενής γυναίκα βρήκε την υγειά της. Στη συνείδηση του λαού ο νεομάρτυς Νάννος αγιοποιήθηκε. Αργότερα η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά του και επίσημα τον εορτάζει την ημέρα του μαρτυρίου του, στις 29 Μαΐου. Το μαρτύριό του καταγράφηκε από τους συγχρόνους του, τον άγιο Μακάριο τον Νοταρά, σχολάζοντα επίσκοπο, τον Νικηφόρο τον Χίο και τον Αθανάσιο τον Πάριο στη συλλογή τους νεομαρτύρων “Νέον Λειμωνάριον” που εκδόθηκε στα 1819.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Διμηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης «Ο Άγιος Νικήτας», Έτος κγ΄, Τεύχος 241, Μάρτιος – Απρίλιος 2012.


1. Έλαβε αυτό το όνομα, διότι γεννήθηκε την παραμονή της εορτής του Γενεθλίου του Τιμίου Προδρόμου [23.6].

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=f7D6lmYU4KU



9.5.26

Ο αστερισμός Μέγας Κύων +ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Μέγας Κύων +ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


   

   ΓΕΝΙΚΑ: Ο Μέγας Κύων [Canis Major, συντ. CMa] σημειώθηκε πρώτη φορά από τον Πτολεμαίο. Βρίσκεται στο Νότιο ουράνιο ημισφαίριο, αλλά είναι γενικά ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 56° Βόρεια έως 90° Νότια. Στην Ελλάδα είναι αμφιφανής. Η έκτασή του είναι 380,1 τετ. μοίρες [43ος σε έκταση μεταξύ των 88 αναγνωρισμένων αστερισμών]. Λέγεται ότι αναπαριστά έναν από τους σκύλους που ακολουθούν τον κυνηγό Ωρίωνα. Ο Μέγας Κύων περιλαμβάνει 147 ορατά [φ.μ. ≤ 6,5] ουράνια σώματα. Σπουδαιότερο μέλος της ομάδας αυτών των αστέρων είναι ο Σείριος, ο λαμπρότερος αστέρα του νυχτερινού ουρανού, ο οποίος αποτελεί μέρος του Χειμερινού Τριγώνου.

  ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ: Ο αστερισμός αυτός ήταν γνωστός στους ανατολικούς λαούς από τα πανάρχαια χρόνια. Στην ελληνική κλασική Αρχαιότητα, ο αστερισμός αναπαριστούσε τον Λαέλαπο, το λαγωνικό του Ακταίωνα, ενώ κάποτε το λαγωνικό της Πρόκριδος, νύμφης της Άρτεμης, ή το λαγωνικό που έδωσε η Ηώς στον Κέφαλο, που ήταν τόσο ξακουστό για την ταχύτητα του, ώστε ο Δίας το ανύψωνε στον ουρανό. Αργότερα, ο Μέγας Κύων “έγινε” το κυνηγόσκυλο του Ωρίωνα, το οποίο καταδιώκει το Λαγό ή βοηθά τον Ωρίωνα στην μάχη του κατά του Ταύρου, όπως αναφέρει ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Οι μύθοι των Ρωμαίων αναφέρονται στον Μέγα Κύνα ως Custos Europae, ο σκύλος, δηλαδή, που φρουρεί την Ευρώπη, αλλά που δεν καταφέρνει να αποτρέψει τη βίαιη απαγωγή της από τον Δία υπό τη μορφή ταύρου. Τον αναφέρουν και ως Janitor Lethaeus, ο κέρβερος της Κόλασης.

Το νεφέλωμα γύρω από τον VY


ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ: Ο Άλφα Μεγάλου Κυνός, γνωστός και σαν Σείριος, είναι ο λαμπρότερος αστέρας, εξαιρουμένου του Ηλίου, για τον παρατηρητή στη Γη. Είναι επίσης ένας από τους πλησιέστερους αστέρες. Το όνομα του αστέρα σημαίνει καυτός, εφόσον ο καλοκαιρινός καύσωνας σημειωνόταν αμέσως μετά την ανατολή του Σείριου σε σύνοδο με τον Ήλιο. Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τέτοιες καλοκαιρινές μέρες κυνικά καύματα, καθώς μόνο οι κύνες, τα σκυλιά, τολμούσαν να βγουν έξω στον καύσωνα, μ' αποτέλεσμα ο Σείριος να ταυτιστεί με κύνες. Ο αστερισμός έτσι έλαβε την ονομασία Μέγας Κύων. Ο β αστέρας του αστερισμού αυτού είναι γνωστός και ως Μουρζίμ [Κήρυξ]. Εξαιτίας της λαμπρής παρουσίας του στο νυχτερινό ουρανό, ο Σείριος έκανε από νωρίς εντύπωση στους πρώτους αστρονόμους και αποτέλεσε κομμάτι της μυθολοφίας αρκετών λαών, ιδιαίτερα των Αρχαίων Αιγυπτίων. Τα άλλα κύρια αστέρια του αστερισμού είναι [σε παρένθεση δίνεται το φαινόμενο μέγεθος: ο ε Μεγάλου Κυνός (1,51) ή Αντχάρα [Παρθένοι], ο δ (1,84) ή Ουέζεν [Βάρος], ο η (2,45) ή Αλάντρα, ο ζ (3,00) ή Φουρούντ και ο γ (4,11) ή Μουλιφέν. Ανάμεσα στα διάφορα άλλα αστέρια που ανήκουν στον αστερισμό, ξεχωρίζει ο VY Μεγάλου Κυνός, που αποτέλει το πιο μεγάλο γνωστό μας αστέρι του Σύμπαντος (2600 ηλιακές ακτίνες!!). Γενικά, σ' αυτή την περιοχή του ουρανού δεν υπάρχουν πολλά λαμπρά αντικείμενα. Το μόνο αντικείμενο του καταλόγου του Messier στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός είναι το ανοικτό σμήνος Μ41, με φ.μ. 4,6, που απέχει σχεδόν 2350 έτη φωτός από τη Γη, περιλαμβάνει περίπου 8000 αστέρες, κι έχει διάμετρο περίπου 24 έτη φωτός. Ακόμη, ο αστερισμός περιλαμβάνει το Νάνο του Μεγάλου Κυνός, έναν πρόσφατα ανακαλυφθέντα νάνο γαλαξία, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από το Γαλαξία μας.

  ΣΕΙΡΙΟΣ: Ο Σείριος είναι το λαμπρότερο άστρο στον νυχτερινό ουρανό με φαινόμενο μέγεθος −1,46. Το όνομά του προέρχεται από το ελληνικό "σείριος" που σημαίνει “καυτός” και "φωτεινός". Βρίσκεται 8,57 έ.φ. από τη Γη και είναι ένα από τα κοντινότερα αστέρια. Ο Σείριος είναι ορατός από σχεδόν όλο το Βόρειο ημισφαίριο τους χειμερινούς μήνες. Μαζί με τον Πρόκυνα και τον Μπετελγκέζ σχηματίζουν ένα φωτεινό τρίγωνο που έχει την ανεπίσημη ονομασία «Χειμερινό τρίγωνο». Το 1844, ο Γερμανός αστρονόμος Friedrich Wilhelm Bessel πρότεινε πως ο Σείριος αποτελεί στην πραγματικότητα ένα «διπλό αστέρα». Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε το 1862, όταν ο αστρονόμος Alvan Graham Clark ανακάλυψε ένα δεύτερο αστέρα, ο οποίος αναφέρεται ως Σείριος B. Ο αστέρας που είναι ορατός από τη Γη αποκαλείται συχνά και Σείριος A. Τα δύο αστέρια βρίσκονται σε τροχιά μεταξύ τους, με περίοδο περίπου 50 έτη και σε μέση απόσταση 20 αστρονομικές μονάδες [AU]. Ο Σείριος Β ήταν ο πρώτος λευκός νάνος που ανακαλύφθηκε [1915]. Η διάμετρος του Σείριου μετρήθηκε πρώτη φορά από τον Robert Hanbury Brown [3,36 ηλιακές ακτίνες].

Konstantinosa.oikonomougmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:
 https://www.youtube.com/watch?v=Y5DjkqCWaw8

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Εστία από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Η Εστία από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Θυσία στην Εστία [Γκόγια]   ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ – ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ : Η Εστία ήταν ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....