Ετικέτες - θέματα

24.5.26

Ο καινός άνθρωπος ανάμεσα στον καθρέφτη του και στο κενό μνήμα, Του Κωνσταντίνος Οικονόμου

Ο καινός άνθρωπος ανάμεσα στον καθρέφτη του 

και στο κενό μνήμα Του

Κωνσταντίνος Οικονόμου*




Κάποτε στάθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο στον καθρέφτη.

Είδα στα μάτια του τη φωτιά της κόλασης!

Είδα και το δάκρυ της συνείδησης!

  Κάποτε είδα τα συντρίμμια της αστοχίας, τις βαθιές ουλές από τις κακές αποφάσεις, 

το άχθος της ντροπής και τις αναμνήσεις.

Αυτές τις αναμνήσεις που ο κόσμος δεν σ΄ αφήνει ποτέ να ξεχάσεις!

Βλέπεις οι άνθρωποι θυμούμαστε πάντα ποιος ήταν ο άλλος, 

τι έκανε, που απέτυχε, που αμάρτησε και πόσο βαθιά έπεσε!

  Όμως, οι αιώνιες χριστιανικές διδαχές μας θυμίζουν

μια πιο μεγάλη αλήθεια:

Ότι, ενώ ο άνθρωπος θυμάται το ιστορικό των άλλων,

ο Κύριος θυμάται πώς Εκείνος τον εξαγόρασε.

Μέσα από το Αίμα του Ιησού, το παρελθόν μου δεν είναι

η ταυτότητά μου.

Ο Σταυρός του μαρτυρίου Εκείνου

δεν αρνείται ότι η αμαρτία είναι πραγματική,

διακηρύσσει όμως πως η Χάρη είναι ισχυρότερη!

Αυτό που οι άλλοι χρησιμοποιούν για να σε ορίσουν,

την αστοχία, την αμαρτία ή ακόμη και τη συκοφαντία,

ο Θεός το χρησιμοποιεί για να σε ελεήσει!

    Ο περίγυρος ο εχθρός κι ο μέγας διαβολέας

δείχνει το θάνατο μέσα στο παρελθόν σου, 

μα ο άγιος Τριαδικός Θεός

δείχνει το κενό Μνήμα του Υιού του.

Αν είσαι με τον Χριστό

δεν είσαι ο άνθρωπος που κάποτε ήσουν.

Είσαι συγχωρημένος, είσαι δικαιωμένος

και αγιάζεσαι, ακόμη και μέσα στις θλίψεις, μέρα τη μέρα.

Για τον πιστό, τα κατάστιχα της κοινωνίας γράφουν ''καταδικασμένος'',

μα τα αρχεία του ουρανού γράφουν με το αίμα Του ''εξαγορασμένος''.

Έτσι σήκωσε το κεφάλι σου:

Άφησε του ανθρώπους να τυρβάζουν για το παρελθόν σου,

αν επιτρέπει ο Κύριος, όσο κι αν το ''χρωματίζουν'', κι όσο το θέλουν.

Ο Κύριος ακόμη γράφει τη μαρτυρία σου

κι η Χάρη του έχει την κατακλείδα της πορείας σου!





*Βασισμένο στις σκέψεις του Pr. Stan Perret

pastorstanperret.substack.com



Ο Στάρετς Αλέξιος Μετσώφ [9.6.] + ΒΙΝΤΕΟ (1859 – 9/6/1923) από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Ο Στάρετς Αλέξιος Μετσώφ [9.6.] + ΒΙΝΤΕΟ

(1859 – 9/6/1923)



   ΓΕΝΝΗΣΗ – ΑΝΑΤΡΟΦΗ: Ο στάρετς, Αλέξιος Μετσώφ, γεννήθηκε στη Μόσχα στις 17 Μαρτίου 1859. Όταν ήταν επτά ετών η εκκλησιαστική του ζωή ήταν τόσο έκδηλη, που τον φώναζαν «όσιο Αλιόσενκα», δηλ. όσιο Αλεξάκη!!! Η μητέρα του ιδιαίτερα τον γαλούχησε, κυρίως με το υπόδειγμά της, γι’ αυτό της είχε εμπιστοσύνη. Μεγαλώνοντας φοίτησε στο Θεολογικό Σεμινάριο της Μόσχας, αλλά ήδη είχε εισχωρήσει στην Ορθόδοξη Θεολογία από τις επαφές του με τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης και τον άγιο Θεοφάνη τον έγκλειστο.

ΕΓΓΑΜΟΣ, ΠΟΛΥΤΕΚΝΟΣ ΚΑΙ ΧΗΡΟΣ ΙΕΡΕΑΣ: Το 1884 (25 ετών) νυμφεύτηκε την Άννα και έκαναν μαζί πέντε παιδιά. Το 1892 (33 ετών) μετά και από παρότρυνση και της μητέρας του χειροτονήθηκε. Τοποθετήθηκε Ιερέας στον Ι.Ν. του αγίου Νικολάου, στη Μόσχα. Η ζωή της οικογένειας συνοδευόταν από ανέχεια, αφού η κοινωνική προσφορά του π. Αλέξιου όλο και αναπτυσσόταν. Σε λίγα όμως χρόνια η πρεσβυτέρα Άννα με βαρύ καρδιακό νόσημα, εξαιτίας των αντίξοων συνθηκών διαβίωσης αρρώστησε βαριά. Οι προσευχές του την κρατούσαν στη ζωή, αλλά επειδή αυτή υπέφερε, τον παρακάλεσε να σταματήσει να το ζητά! Έτσι τον Αύγουστο του 1902 την κάλεσε κοντά του ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Ήταν τότε 43 ετών. Κλείστηκε θλιμμένος στο δωμάτιό του για αρκετό καιρό, μα κάποτε φωτίστηκε να επισκεφθεί τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης. Βλέποντάς τον, του είπε: «Ήλθα να μοιραστείτε τον πόνο μου». Ο άγιος του απάντησε: «Δεν θα μοιραστώ τον πόνο σου, πάτερ, αλλά τη χαρά σου! Άφησε το κελί σου και βγες και πάλι στους ανθρώπους. Τώρα αρχίζεις να ζεις. Νομίζεις ότι σ’ όλο τον κόσμο δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ τον δικό σου; Χμ! Στάσου, π. Αλέξιε, δίπλα στον συνάνθρωπο. Μπες μέσα στον πόνο του. Πάρε στους ώμους σου το βάρος του. Τότε θα δεις ότι η δική σου δυστυχία, είναι ελάχιστη απέναντι των άλλων. Έτσι θα νοιώθεις πιο καλά». Του έδειξε το δρόμο της καρτερίας και της θυσίας στο συνάνθρωπο, ενώ συμπλήρωσε προφητικά: «Η προσευχή σου, πάτερ, θα ελαφρώσει το φορτίο της ζωής σου, δίνοντας μεγάλη παρηγοριά στους συνανθρώπους σου…».

  Γ. ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΣΕ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ: Στον στάρετς κατέφευγαν πολλοί απόκληροι της ζωής. Κι εκείνος, όταν δεν είχε κάτι να πει, αγκάλιαζε τον άλλον με το σώμα ή την καρδιά του. Στην πρώτη εργατική επανάσταση του 1805 στη Μόσχα, την ώρα που λειτουργούσε, μπήκαν με άγριες διαθέσεις εναντίον του πολλοί φοιτητές κι αυτό γιατί Εκείνη την εποχή ο κλήρος ήταν συμβιβασμένος και επαγγελματοποιημένος. Ο γέροντας, που δεν ήταν απ’ αυτούς, φέρθηκε ανθρώπινα στους νέους και αυτοί κάθισαν να λειτουργηθούν! Στην περίοδο αυτή των εργατικών εξεγέρσεων, ο στάρετς ήταν ο ποιμένας που ξεχώριζε, θυμίζοντας τους παλαιούς γέροντες της ερήμου. Ατέλειωτες ουρές σχηματίζονταν για εξομολόγηση και συμβουλές. Κατά την αστική επανάσταση της Πετρούπολης του 1917, καταμεσής της μεγάλης Τεσσαρακοστής, οι άνθρωποι που ζούσαν στο λήθαργο της καλοπέρασης, άρχισαν να αφυπνίζονται! Τότε διακόπηκε η «κανονική ζωή» και η πείνα και οι αρρώστιες έπεσαν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις. Η Μόσχα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο στάρετς Αλέξιος ήταν για τους πιστούς ο «απεσταλμένος του Θεού» κι έκανε τα χρόνια αυτά της θλίψης, χρόνια πνευματικής χαράς. Στα χρόνια της εξέγερσης των καταπιεσμένων και απελπισμένων εργατών και αγροτών, απέναντι στην χλιδάτη τσαρική Ρωσία και την “κρατικοποιημένη” Εκκλησία, το μίσος το ζέσταινε σε αγάπη και την αθεΐα, μετασχημάτιζε σε ζώσα πίστη!

  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: Ο στάρετς είχε και πνευματικά παιδιά στην εργατικο-αγροτική επανάσταση, αλλά και πολλούς κοινωνικούς αγωνιστές και φιλοσόφους. Την νύκτα πήγαιναν και τον εύρισκαν, για εξομολόγηση, πολλοί στρατιώτες του «κόκκινου στρατού». Ο ρόλος του όμως παρέμενε αυστηρά πνευματικός και Χριστοκεντρικός. Σε πολλούς έλεγε μδ νόημα: «Δεν πρέπει να υπολογίζουμε σε καμιά στρατιωτική επέμβαση για να ρίξουμε τον μπολσεβικισμό, αλλά μόνο στην πνευματική μεταμόρφωση του ίδιου του Ρώσικου λαού». Τον χειμώνα του 1918 μαζί με την ιστορική αλλαγή, είχαν οι Μοσχοβίτες να αντιμετωπίσουν και την παγωνιά των -25 βαθμών, από το φθινόπωρο. Πολλοί ζητούσαν από τον π. Αλέξιο την ευλογία να φύγουν στο νότο ή στο εξωτερικό. Κι αυτός ευλογώντας τους, έλεγε: «Μη προσπαθήσετε να σώσετε από κει την Ρωσία. Εμείς εδώ οι αμαρτωλοί έχουμε τεράστιες ευθύνες. Εμείς φταίμε για τα δεινά, με τις αμαρτίες μας και τις παραλείψεις μας. Γι’ αυτό δεν έχουμε το δικαίωμα να μη πιούμε το πικρό ποτήρι της δοκιμασίας, πού επέτρεψε για το λαό μας ο Κύριος. Είη το Όνομά Του ευλογημένο». Το 1919 ολόκληρα χωριά λόγω ξηρασίας αποδεκατίζονταν από την πείνα. Οι στρατιώτες έπαιρναν τα λιγοστά τρόφιμα. Οι ευλογημένοι όμως από τον π. Αλέξιο είχαν άλλη μεταχείριση. Γύρω του άρχισαν να συγκεντρώνονται πολλοί, ιδίως νέοι, που έφταναν από μακριά, περπατώντας. Μελετούσαν βίους αγίων και έπαιρναν το μήνυμα της εσωτερικής ζωής και της κοινωνικής ανιδιοτελούς προσφοράς. Ένοιωθαν μαζί του σαν μια αληθινή οικογένεια.

   Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΣΤΑΣΗ: Πολλοί κληρικοί σ’ αυτήν την φάση τον είχαν πνευματικό. Όμως τα πρώτα χρόνια της επανάστασης εμφανίστηκε η “ανανέωση” της εκκλησίας ώστε οι επαγγελματίες κληρικοί να τα έχουν καλά με το νέο καθεστώς. Ο Πατριάρχης Τύχων συχνά συμβουλευόταν τον π. Αλέξιο για το θέμα αυτό, αφού και την προηγούμενη εποχή ήταν της θεολογικής γραμμής: «τα Καίσαρος Καίσαρι και τα Του Θεού τω Θεώ». Μάλιστα του ανέθεσε και την ευθύνη σεμιναρίου για την ομόνοια του κλήρου. Όταν το 1922 θέριζε πάλι η πείνα και η Κυβέρνηση με νόμο ζήτησε όλα τα ιερά σκεύη των ναών, ο ίδιος πρόθυμα του τα έδωσε, παρά την θερμόαιμη αντίδραση του γιου του Σέργιου. Αυτός συνέχιζε στην στρατηγική, να εμψυχώνει τους πιστούς. Κάποιος άπιστος, που άκουγε πολλά για τον στάρετς, είπε μια στιγμή: «Θα πάω να δω τον παπά σας”! Μπήκε στην εκκλησία, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία. Ο γέροντας ευλογούσε τους πιστούς. Αυτός συλλογιζόταν: «Ηλίθιοι, δεν ξέρουν τι τους γίνεται και προσκυνούν…». Εκείνη τη στιγμή ο διορατικός γέροντας σταμάτησε την ευλογία και τον κοίταξε στα μάτια. Στην συνέχεια, κατέβηκε από τον σολέα, πήγε κοντά στον άπιστο, του χαμογέλασε εγκάρδια και τον ευλόγησε. Εκείνος αισθάνθηκε ρίγος στην καρδιά του. Αργότερα, είπε στους δικούς του: «Ναι, πράγματι, ο παπάς αυτός κάτι έχει μέσα του, κάποια μεγάλη δύναμη. Δεν μπορώ να το εξηγήσω επιστημονικά, αλλά είναι γεγονός»!

Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Στην ποιμαντική του δράση διέφερε, ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Σε άλλους ήταν αυστηρός και σε άλλους επιεικής και τρυφερός. Με άλλους συζητούσε απλά και έδινε συνεχώς την συγχώρηση, σε άλλους απαιτούσε μετάνοια και μάλιστα δημόσια. Είχε μεγάλη σοφία! Έλεγε: «Όλες οι σκέψεις, τα αισθήματα και οι επιθυμίες μας πρέπει να υπηρετούν τον Θεό, ν’ αποσκοπούν στο να εφαρμόζουμε το Θέλημά του κάθε φορά. Χαίρεται ο Κύριος όταν εμείς τηρούμε τις εντολές Του. Πρέπει να ζούμε με αυταπάρνηση, για τον άλλο που είναι δίπλα μας. Αυτό που έχει σημασία είναι η πνευματική κατάσταση όλων μας.». Γι’ αυτό είχε προικισθεί με το χάρισμα της διορατικότητας. Όταν μία γυναίκα του είπε: « Πάτερ, ο άνδρας μου με χτυπάει», ο π. Αλέξιος συνοφρυώθηκε και της απάντησε: «Εσένα δέρνει ο άνδρας σου; Έ όχι! Δεν είσαι απ’ αυτές που μπορεί να τις κτυπήσει ο άνδρας τους. Εσύ μπορείς να κτυπήσεις οποιονδήποτε». Άλλοτε, μια όμορφη κοπέλα, η Τατιάνα, του ζήτησε : «Προσευχηθείτε για μένα πάτερ μου. Δεν ξέρω που να πάω, που να σταθώ». Τότε τον άκουσε να της λέει: «Δεν προσεύχεσαι, δεν ζητάς το έλεος του Θεού, γι’ αυτό έχεις αυτό τον εκνευρισμό. Έτσι πλέον, αμαρτάνεις συνεχώς και δυσκολεύεις τη σχέση σου με τον Θεό». Πέφτει στα πόδια του η Τατιάνα και δικαιολογείται: «Συγχωρήστε με πάτερ, δεν το ξανακάνω. Φύγατε εσείς από την περιοχή μας, κι έτσι αισθάνομαι ανίσχυρη». Με ύφος αυστηρό της απάντησε ο στάρετς: «Μα δεν είμαι εγώ η κουβερνάντα σου, Τατιάνα!!! Δεν μπορώ να είμαι συνεχώς δίπλα σου». Μια από τις πνευματικές του θυγατέρες αφηγείται: «Ήταν χειμώνας του 1918-19. Σε τρεις φυλακές της Μόσχας ήταν φυλακισμένοι δεκαπέντε αρχιερείς. Εμείς τους βοηθούσαμε, πηγαίνοντας την αλληλογραφία τους κρυφά. Κάποια μέρα πήγα στον άγιο Νικόλαο της οδού Μιροσέϊκα να γνωρίσω τον στάρετς. Εκεί ήταν πολλοί συγκεντρωμένοι, χωρίς να είναι κάποια γιορτή. Ο στάρετς όμως πάντα λειτουργούσε και υπήρχε πάντα αδιαχώρητο. Όταν έφυγε ο κόσμος και τον πλησίασα, μου είπε, πως έχεις μεγάλη ευλογία να υπηρετείς τους κληρικούς. Να μην πικραίνεσαι για τίποτα. Σε ζηλεύω. Όμως τα αδύναμα πόδια μου δεν μου επιτρέπουν να πηγαίνω στις φυλακές και να βοηθώ».

  ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ: Το 1922, οι μυστικές υπηρεσίες κάλεσαν τον γέροντα (63 ετών) στην ασφάλεια και του απαγόρευσαν να λειτουργεί και να δέχεται κόσμο. Οι άνθρωποι όμως πήγαιναν κρυφά. Για λόγους ασφαλείας έκαψε τα ημερολόγια και τις σημειώσεις του. Την Μ. Σαρακοστή, διαβάζοντας τον κανόνα του αγίου Ανδρέα Κρήτης έλεγε: «εγώ θα φύγω, εσείς να συνεχίσετε. Ξέρετε τον δρόμο…». Την άνοιξη του 1923, επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του και δεχόταν επισκέψεις μόνο στο κρεβάτι. Στις 9 Ιουνίου το βράδυ βρισκόταν σ’ αυτό, ανήμπορος. Η αδελφή του Νίνα περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του: «Ο στάρετς προσευχόταν έντονα, με κλειστά τα μάτια. Ξάφνου μου φάνηκε σαν κάτι να έσπασε. Γύρισα και κοίταξα. Είχε κοιμηθεί!». Στην εξόδιο ακολουθία τον συνόδευσε ο Πατριάρχης Τύχων, που είχε αποφυλακισθεί πριν λίγο καιρό. Μαζί του συμπροσευχήθηκαν 80 κληρικοί. Η κηδεία του άρχισε το πρωί και τέλειωσε το βράδυ. Χιλιάδες λαού τον συνόδευσαν και σήμερα περισσότεροι δεν τον ξεχνούν…



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Μανώλη Μελινού, ΑΝΘΗ ΑΓΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ, 1995. Ν. Μπερδιάγεφ (μετάφρ. Χρ. Μαλεβίτση), ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, ΔΩΔΩΝΗ,1967.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=xO3oyDeV_P8&list=PLH04F-N8L60Fwz_TXFOkpUjKptoz4ppyq&index=3


Ο Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας [8.6.1588] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Ο Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας [8.6.1588] + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου


   Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΑΦΤΗΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΕΙ: Ο Άγιος Θεοφάνης [κατά κόσμον Θεόδωρος] γεννήθηκε στο χωριό Ζαπάντι, [Καλόβρυση], Καλαμάτας, από ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο και την Κύρω. Νέος καθώς βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και μάθαινε τη ραπτική τέχνη από σκληρό αφέντη, ο κατά κόσμον Θεόδωρος, που διακρινόταν για τη σωματική του ωραιότητα παρασύρθηκε, αρνήθηκε τη χριστιανική του πίστη και ασπάσθηκε τον μουσουλμανισμό. Οι μουσουλμάνοι χάρηκαν για την αλλαξοπιστία του και τον περιποιούνταν με πολλές κολακείες και τιμές, διδάσκοντάς τον επί μία εξαετία τα τουρκικά και αραβικά στα βασιλικά ανάκτορα. Όμως, η πολλή μελέτη τον οδήγησε στον Χριστό. Θυμήθηκε την πίστη που αρνήθηκε και με τύψεις και δάκρυα αποφάσισε την επιστροφή του. Προσευχόμενος στην Αγία Τριάδα ενδυναμώθηκε στην απόφαση του.

  ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ: Ο νέος Θεόδωρος περιπλανήθηκε αρκετά σε διάφορους τόπους, για να βρει κατάλληλο άνθρωπο, που θα τον βοηθούσε στη συγχώρεση και τη σωτηρία του. Επισκέφθηκε την Βενετία, όπου αρχιεράτευε ο άγιος μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1577 - 1616). Σημειώνεται επί λέξει στον βίο του: «Τετυχηκώς εγεγόνει θείων τε και θαυμασίων ανδρών. Τούτων δ΄ ην ο τα πρωτεία φέρων και των αρχιερέων τω όντι ακρότης κύριος Γαβριήλ, ο της αγιωτάτης μητροπόλεως Φιλαδελφείας προϊστάμενος, ον δια την ενούσαν αυτώ αρετήν και σοφίαν, των καθ’ ημάς και των θύραθεν, η των Ενετών αριστοκρατία, ως του ελληνικού γένους Κυβερνήτην άριστον δια τιμής άγουσα, ηγούμενον τούτου και οικονόμον απεκατέστησε μάλιστα». Ο άγιος αυτός ιεράρχης τον δίδαξε, τον νουθέτησε, τον στήριξε και τον έκειρε μοναχό, ονομάζοντας τον Θεοφάνη. Τον παρότρυνε προς το μαρτύριο, λέγοντας του πως η ολοκλήρωση της μετανοίας του θα είναι να χύσει το αίμα του για τον Χριστό, τον όποιο είχε αρνηθή. Ο Θεοφάνης έπειτα απ΄αυτά, στερεωμένος με θερμή πίστη, επέστρεψε στην πατρίδα του με σκοπό το Μαρτύριο. Περιπλανήθηκε πάλι πολύ, μέχρι να φθάσει τελικά στο ποθούμενο μαρτύριο. Από την Κωνσταντινούπολη, όπου δεν κατάφερε να μαρτυρήσει, πηγαίνει στην Αθήνα, όπου μετά τριήμερη προσευχή, παρουσιάζεται στον εκεί δικαστή με θάρρος, ομολογώντας δημόσια τη χριστιανική του πίστη και τη λανθασμένη του πρότερη άρνησή της. Δεν καταφέρνει τίποτε και ο δικαστής τον διώχνει. Στη συνέχεια μεταβαίνει στην Εύβοια και από εκεί στην Λάρισα προκαλώντας τους δικαστές να τον οδηγήσουν στο μαρτύριο. Στην Λάρισα ο σκληρός και άγριος δικαστής διατάζει να τον μαστιγώσουν εξακόσιες φορές. Μέσα από τις πληγές του ο άγιος ευχαριστεί τον Θεό που πάσχει και χαίρεται πραγματικά θεωρώντας ότι πάσχει άλλος και όχι ο ίδιος. Προσευχόμενος θεραπεύεται και αναχωρεί για το Άγιον Όρος.
ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Στο Άγιον Όρος συνάντησε ενάρετους μοναχούς και πνευματικούς, τους οποίους συμβουλεύθηκε και οι όποιοι τον στερέωσαν και τον όπλισαν με τις ευχές και ευλογίες τους. Παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου και εκεί συναντήθηκε με τον μελλοντικό βιογράφο-υμνογράφο του, τον λόγιο ιεροδιάκονο Συνέσιο τον Βατοπαιδινό, του οποίου η βιογραφία σώζεται στη μονή.

  ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Ενισχυμένος από το Άγιον Όρος μεταβαίνει πάλι στην Κωνσταντινούπολη για την εκπλήρωση του σκοπού του. Σημαντική ήταν εκεί η γνωριμία του με τον νέο του πνευματικό Ευθύμιο. Αυτός τον προετοίμασε κατάλληλα για το μαρτύριό του, ώστε να μη δειλιάσει και αποκάμει. Μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων και μετά από ολονύκτια, θερμή και μετά δακρύων προσευχή οδηγήθηκε με θάρρος και τόλμη στο δικαστήριο, για να ομολογήσει απτόητα τον σταυρωθέντα και αναστηθέντα Χριστό ως μόνο αληθινό Θεό. Με όλη τη δύναμη της ψυχής του ομολόγησε τον Χριστό θεό αληθινό ενώπιον του δικαστηρίου και δήλωσε τη μετάνοια του για την εκτροπή του στη μουσουλμανική θρησκεία. Θυμωμένος ο δικαστής ζήτησε την άμεση φυλάκισή του, για να σκεφθεί καλύτερα την καλύτερη τιμωρία του. Οι δεσμώτες του ειρωνευόμενοι τον οδηγούσαν στη φυλακή κλωτσώντας και ραπίζοντάς τον σκληρά. Πάλι ο δικαστής τον κάλεσε να απολογηθεί για να δει μήπως ήταν μεθυσμένος η σαλεμένος. Ο άγιος όμως με περισσή λογική, ευφράδεια και αποδείξεις επέμενε ότι αμάρτησε παρασυρόμενος στην ασέβεια, ότι χαίρεται που επέστρεψε στον Χριστό και δεν πτοείται από καμιά τιμωρία. Ο δικαστής διέταξε να τον μαστιγώσουν επτακόσιες φορές, να τον οδηγήσουν δέσμιο στη φυλακή και να τον φυλάγουν.

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ: Κατά τη δεύτερη αυτή φυλάκισή του οι δεσμώτες του τον βασάνιζαν συνέχεια με διάφορα και βαριά βασανιστήρια. Μάλιστα τον ειρωνεύονταν και τον προκαλούσαν να δουν κάποιο θαύμα από αυτόν. Ο άγιος προσευχόταν ατάραχα στο Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο επί τρεις ώρες. Όταν είπε το «αμήν» της προσευχής του, έγινε μεγάλος σεισμός. Συνταράχθηκαν τα θεμέλια της φυλακής, και ενώ ήταν νύχτα έλαμψε όλος ο τόπος από υπερουράνιο φως. Ο άγιος σε στάση προσευχής, λυμένος από τα δεσμά του, φωτεινός και χαρούμενος, δόξαζε τον θεό. Οι διώκτες βασανιστές του είχαν μεταβληθεί από άγρια θηρία σε ήμερα πρόβατα, που ζητούσαν συγχώρεση παρακλητικά, του προσκυνούσαν τα πόδια και τον ικέτευαν να τους ελεήσει για όσα κακά του έκαναν πριν. Μερικοί μάλιστα, ακούοντας την ωραία διδασκαλία του οσιομάρτυρος πίστεψαν στον Χριστό. Όταν οι άρχοντες πληροφορήθηκαν τα γενόμενα, τον κάλεσαν πάλι στο δικαστήριο για απολογία. Ο άγιος προσήλθε άφοβος και παρά τις απειλές για τη ζωή του και τις υποσχέσεις, για μια ζωή πολυτελή και άνετη αν αρνηθεί τον Χριστό, επέμενε υποστηρίζοντας τη χριστιανική πίστη ως μόνη αληθή, διαλύοντας τ΄άσοφα επιχειρήματα των δικαστών και στηλιτεύοντας την πολλή άγνοιά τους. Απογοητεύθηκαν οι δικαστές από την υπομονή και την επιμονή του, όπως και οι βασανιστές του, που τον παρακολουθούσαν παράδοξα να χαίρεται στις τιμωρίες που τον υπέβαλαν. Αποφάσισαν λοιπόν να τον βασανίσουν ακόμη πιο φρικτά και να τον θανατώσουν. Έτσι τον ανασκολοπίζουν, γδέρνουν λωρίδες από το στήθος και την πλάτη του, τον ανεβάζουν σε μουλάρι και τον γυρίζουν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης προς θεατρινισμό και εξευτελισμό του. Κατόπιν τον ρίχνουν σε τσιγγέλια, που διαπερνούν το σώμα του, τον καταξεσκίζουν και τον καταματώνουν.

  ΘΑΥΜΑΣΤΑ: Μέσα σε όλα αυτά τα φρικτά βασανιστήρια και τους μεγάλους πόνους ο άγιος, παρέμενε ατάραχος και θερμά προσευχόμενος. Ευχαριστούσε εγκάρδια την Αγία Τριάδα που τον αξίωσε του ποθούμενου και παρακαλούσε να φανεί σημείο στους άπιστους. Μετά την προσευχή του αγίου κατέβηκε ένα πρωτοφανέρωτο από τον ουρανό ολόλευκο πτηνό σαν περιστέρι. Στη θέα του ο άγιος γέμισε χαρά και ευχαρίστηση, ενώ όλοι οι παρόντες έμειναν απορημένοι και έκπληκτοι. Οι Τούρκοι θαυμάζοντας έλεγαν μεταξύ τους: «Αλήθεια, αληθινός θεός είναι ο Χριστός, που κηρύττεται και δοξάζεται από τον μάρτυρα». Το πτηνό έμεινε εκεί τρεις ώρες και έφυγε. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Ο άγιος φώναξε, όπως ο Χριστός στον σταυρό: «διψώ». Οι δήμιοί του άρπαξαν την ευκαιρία και άρχισαν να τον πειράζουν λέγοντάς του· «γίνε σαν και εμάς και θα σου δώσουμε νερό». Ο άγιος δεν ταράζεται και τους άπαντα πως τον δροσίζει ο Χριστός και διψά μόνο τη σωτηρία του. Μέσα στη νύχτα που ακολούθησε ήλθαν δυνατές βροντές και αστραπές, ενώ ουράνιο φως τύλιξε το καταταλαιπωρημένο σώμα του ένδοξου νεομάρτυρα. Οι παριστάμενοι Τούρκοι με θαυμασμό, ύστερα από όλα τα θαυμάσια που έβλεπαν, διεκήρυτταν πως μία και μόνη των Χριστιανών η ευσέβεια είναι καθαρά αληθινή.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ: Τότε οι δήμιοι φοβήθηκαν ότι θα προσηλυτισθεί ο λαός και παίρνοντας με αγριότητα στα χέρια τους ότι αιχμηρό αντικείμενο έβρισκαν μπροστά τους άρχισαν βάρβαρα να γδέρνουν το πρόσωπό του και του έβγαλαν τα μάτια. Ο άγιος εξέπνευσε και παρέδωσε το πνεύμα στον Πλάστη του, που τόσο αγάπησε και για τον Οποίο τόσο πρόθυμα θυσιάσθηκε. Τότε οι χριστιανοί, δίνοντας δώρα και χρήματα στους δήμιους, πήραν τα τίμια λείψανα του μάρτυρα και μάζεψαν με ευλάβεια το αίμα του. Αυτά έγιναν πηγή θαυμάτων σε χωλούς, λεπρούς, δαιμονισμένους, ανίατα και πολυχρόνια ασθενείς, που με πίστη τα προσκυνούσαν και επικαλούνταν τον άγιο. Όσοι όμως από τους δημίους πρωτοστάτησαν στην κατακρεούργηση του μάρτυρος, είχαν κακό τέλος. Άλλοι τυφλώθηκαν, άλλοι τρελάθηκαν και μανιασμένοι πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλων τα χέρια ξεράθηκαν και ο καθένας απέλαβε τη δίκαιη τιμωρία. Ορισμένοι πάλι μετανόησαν, επικαλέστηκαν τη βοήθεια του αγίου και έγιναν μάρτυρες και κήρυκες των θαυμάτων του και της χριστιανικής πίστης, που αναδεικνύει τέτοιες μορφές, όπως τον ένδοξο μεγαλομάρτυρα, νεομάρτυρα Θεοφάνη. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Ιουνίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το μαρτύριο του αγίου τοποθετείται στις 8 Ιουνίου 1559 μ.Χ. Όλοι βασίζονται στο Νέο Μαρτυρολόγιο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Κατά ορθή όμως παρατήρηση του αγιολόγου καθηγητή κ. Π. Β. Πάσχου το μαρτύριο του αγίου τοποθετείται το 1588 μ.Χ. βάσει του Κώδικος 339 του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη και του Κώδικος 797 της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, όπου τα χρονολογικά στοιχεία με τον αναφερόμενο μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρο (1577 - 1616 μ.Χ.), από τον οποίο εκάρη ο οσιομάρτυς Θεοφάνης στη Βενετία, δεν συμφωνούν με τη μαρτυρική του τελείωση το 1559 μ.Χ.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 








Η Κυριακή των Αγίων Πάντων 7.6.26 + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 


Η Κυριακή των Αγίων Πάντων + ΒΙΝΤΕΟ 7.6

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου


    ΓΕΝΙΚΑ: Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η τελευταία Κυριακή του «Πεντηκοσταρίου». Με αυτήν τελειώνει ο κινητός κύκλος των εορτών που άρχισε από την Α΄Κυριακή του Τριωδίου (Τελώνου και Φαρισαίου). Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η σφραγίδα της εορταστικής αυτής περιόδου, που μας παρουσιάζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους Αγίους Πάντες. Είναι απόδειξη του έργου της Εκκλησίας και παρουσιάζει όσους αγαθά αγίασε το Πνεύμα το Άγιο στον κόσμο.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Η Εορτή των Αγίων Πάντων τους πρώτους αιώνες ήταν εορτή μόνο των Μαρτύρων. Το Τυπικό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Ι' αιώνα, προβλέπει σύναξη και παννυχίδα στη Μεγάλη Εκκλησία, και στο ναό των Αγίων Μαρτύρων. Η εορτή ονομάζεται “των Αγίων Πάντων” και το συναξάρι επισημαίνει ότι κατ' αυτήν επιτελείται η μνήμη «των αγίων και καλλινίκων μαρτύρων των εν πάση τη οικουμένη κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων υπέρ του ονόματος του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού». Η Εορτή των Αγίων Πάντων θεσπίσθηκε επί Λέοντος του Σοφού. Μετά το θάνατο της ευλαβούς συζύγου του Θεοφανούς, έκτισε ναό με σκοπό να τον τιμήσει στο όνομά της. Όταν ανακοίνωσε στην Εκκλησία το σκοπό του, του υποδείχθηκε ότι πρέπει να περάσει χρόνος για να αποκτήσει αυτή το «τίμιον και σεβάσμιον». Ο Βασιλεύς υποτάχθηκε και αφιέρωσε το ναό στη μνήμη και τιμή πάντων των Αγίων των απανταχού της γης.

ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ: Έστω κι αν η εορτή ξεκίνησε για τους Αγίους Μάρτυρες και επεκτάθηκε στη συνέχεια για Πάντες τους Αγίους, οι Άγιοι Πατέρες θέσπισαν τη συλλογική αυτή εορτή για να μας δείξουν ότι κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα στον κόσμο και ανεβαίνει στον ουρανό ο χοϊκός άνθρωπος. Οι πριν αποξενωμένοι από το Θεό γίνονται “ένα” με αυτόν, έχοντας τη δυνατότητα να γίνουν Άγιοι. Και έτσι η ανθρωπότητα διά των Αγίων Πάντων αναπλήρωνει το πεπτωκός εκείνο τάγμα των Αγγέλων. Ακόμη, επειδή υπάρχουν πολλοί άγνωστοι και αφανείς άγιοι, γνωστοί στο Θεό, «νέφος μαρτύρων», αυτούς τους αγνώστους τιμά η Εκκλησία. Είναι, θα λέγαμε, το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη της Ορθοδοξίας η παρούσα εορτή. Η εορτή καθιερώθηκε ακόμη διότι κρίθηκε επιβεβλημένο να συναθροισθούν όλοι οι γνωστοί και άγνωστοι Άγιοι σε μια κοινή εορτή για να υπογραμμισθεί μ' αυτόν τον τρόπο ότι όλοι μαζί αγωνίσθηκαν για ένα Χριστό, σε ένα κοινό στάδιο της αρετής και υπό ενός Τριαδικού Θεού στεφανώθηκαν και συνέστησαν την «μίαν Εκκλησίαν», προτρέποντας και εμάς να αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις «τον ίσον αγώνα» με αυτούς, ώστε και εμείς να μπορέσουμε να συναριθμηθούμε μετά των Αγίων του. Τέλος η εορτή συνεστήθη ακόμη για τους “επιγενησομένους αγίους”, αυτούς δηλαδή που θα γίνουν στη συνέχεια άγιοι. Θα λέγαμε ότι η εορτή έχει και προληπτικό χαρακτήρα εφόσον υπάρχει η δυνατότητα να περιλαμβάνει κάθε πιστό του σήμερα και του αύριο.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Μάρτυρες του Χριστού και Άγιοι δεν είναι μόνο εκείνοι που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού. Μάρτυρες είναι όλοι όσοι αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται τον αγώνα της Χριστιανικής ζωής με ακρίβεια και συνέπεια. Είναι αυτοί που αναδεικνύουν το μαρτύριο του πνεύματος, αυτοί που καθημερινά βιώνουν τη χαρμολύπη του λόγου του Σταυρού, αυτοί που σταυρώνουν τα πάθη τους και την κακία τους.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα, η Εκκλησία σου στολισαμένη, δι' αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός. Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην εικόνα της σύναξης των Αγίων Πάντων, το άνω τμήμα το καταλαμβάνει σε κυκλική διάταξη η δόξα του Χριστού στο κέντρο, και γύρω οι χοροί των δικαίων. Η Ετοιμασία του θρόνου βρίσκεται πάνω από τη δόξα και οι δύο προφήτες Δαβίδ και Σολομών παρουσιάζονται γονατιστοί με ανοιχτά ειλητάρια. Κάτω εικονίζεται ο παράδεισος και οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ καθισμένοι σε θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο ληστής, ντυμένος μόνο με περίζωμα και κρατώντας το σταυρό. Δηλαδή, γυμνός από αρετές, αλλά πρώτος στο παράδεισο.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:





23.5.26

Η Εστία από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Εστία

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Θυσία στην Εστία [Γκόγια]

  ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ – ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ
: Η Εστία ήταν η θεά της εστίας, της οικιακής ζωής και της οικογένειας, η οποία λάμβανε πάντα την πρώτη προσφορά σε κάθε θυσία στο σπιτικό, αλλά δεν είχε στην Ελλάδα δημόσια λατρεία. Ήταν δηλαδή οικιακή θεότητα. Στη Ρώμη η αντίστοιχή της Βέστα, που προσωποποιούσε τη δημόσια εστία, έδενε τους Ρωμαίους με μια μορφή εκτεταμένης οικογένειας. Το όνομά της σημαίνει “σπίτι και εστία”, δηλαδή το σπιτικό και τους κατοίκους του [οικογένεια μα και οι δούλοι της]. Η Εστία συμβόλιζε ακόμη τη συμμαχία μεταξύ των αποικιών και των μητροπόλεών τους. Το όνομά της ετυμολογείται από το «εστάναι», ή από το «εύω» (ανάβω), και προέρχεται από πρωτο-ελληνική «εφέστια» θεότητα1 του ολυμπίου πανθέου την ίδια εποχή που στον Ελληνικό κόσμο κορυφώνεται η θεσμική σύνδεση Οίκου και Πόλεως.

Francois-Andre Vincent, Apollo and Vesta, 18ος αιώνας
  ΓΕΝΝΗΣΗ: Η Εστία ήταν η μεγαλύτερη κόρη της Ρέας και του Κρόνου και αδελφή των: Δία, Ήρας, Άδη, Ποσειδώνα και Δήμητρας. Αρχικά εντασσόταν στους Δώδεκα Ολύμπιους, αλλά αργότερα αντικαταστάθηκε από το Διόνυσο. Οι βωμοί της περιελάμβαναν κάθε οικογενειακή εστία. Αμέσως μετά την γέννησή τους, ο Κρόνος κατάπιε την Εστία και τα αδέρφια της εκτός από τον Δία, ο οποίος αργότερα τους διέσωσε και τους οδήγησε σε πόλεμο εναντίον του Κρόνου και των άλλων Τιτάνων. Η Εστία, σαν την Αθηνά και την Άρτεμη, ορκίστηκε να παραμείνει για πάντα παρθένα και αρνήθηκε την αγάπη του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα. Κάποτε κινδύνευσε να βιαστεί από τον Πρίαπο, μια μικρή θεότητα της γονιμότητας, αλλά σώθηκε από το ογκάνισμα ενός γαϊδάρου.

Νόμισμα του Νέρωνα με ανάγλυφο ναό της Εστίας

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
: Η Εστία θεωρήθηκε σεβάσμια «παρθένα» Θεά, η μετέχουσα στην δημιουργία όχι ανθρώπων, αλλά Οίκων ανθρώπων. Εξέφραζε την ευγένεια, την αρμονική συμβίωση, την ανθρώπινη αφιέρωση σε σκοπούς, την οικογένεια, την φροντίδα, την ασυλία και την ελπίδα για συνέχιση των γενεών και τη διαιώνιση των Ελλήνων. Οι ναοί οι αφιερωμένοι στη λατρεία της θεάς ήταν κατά κανόνα κυκλικοί. Η Εστία ήταν προστάτιδα των σπιτικών, γι΄ αυτό και οι επικλήσεις της είναι: «Πατρώα», «Ένοικος», «Σύνοικος», «Εφέστιος», «Πρυτανίτις». Οι οικογένειες γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τής προσέφεραν τις πρώτες σπονδές τους πριν από κάθε άλλο Θεό: “αφ’ Εστίας άρξασθε”. Λατρευόταν ακόμη και στο επίπεδο της Πολιτείας, ως άσβεστη «κοινή των πολιτών» εστία, στο ανά κάθε πόλη «Πρυτανείο», υπό την φροντίδα ειδικών ιερειών, των παρθένων «Εστιάδων». Σ΄ αυτή την “εστία” των σπιτιών ή των πόλεων έπρεπε να βρίσκονται πάντα μερικά αναμμένα κάρβουνα και λίγες στάχτες, ενώ ο ιδιοκτήτης κάθε Οίκου, ή οι «Εστιάδες», αντιστοίχως, είχαν ιερή υποχρέωση να διατηρούν αυτό το πυρ άσβεστο ημέρα και νύχτα, διότι συμφορές αναμένονταν στο σπίτι ή την Πόλη όπου έσβηνε το “ιερό πυρ”. Άλλωστε το ιερό πυρ έπαυε να καίει στους βωμούς του μόνο όταν ολόκληρη η οικογένεια ή η πόλις είχε αφανιστεί.

Η ΕΣΤΙΑ ΣΕ ΥΜΝΟΥΣ: Στον “Ορφικό” ύμνο της θεάς, αυτή χαιρετίζεται ως εξής: “Εστία ευδυνάτοιο, Κρόνου θύγατερ βασίλεια, η μέσον οίκον έχεις πυρός αενάοιο, μεγίστου, τούσδε συ εν τελεταίς οσίους μύστας αναδείξαις, θεισ' αιειθαλέας, πολυόλβους, εύφρονας, αγνούς οίκε Θεών μακάρων, θνητών στήριγμα κραταιόν, αιδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε μειδιόωσα, μάκαιρα, ταδ' ιερά δέξο προθύμως, όλβον επιπνείουσα και ηπιόχειρον υγείαν”. Σε αντίστοιχο “Ομηρικό” ύμνο διακρίνουμε τη σχέση της Εστίας με τον Ερμή, με τον οποιον άλλωστε, κατά τον Παυσανία, μοιραζόταν τμήμα του μεγάλου βωμού στο «Αμφιαράειον» του Ωρωπού: “Εστίη η πάντων εν δώμασιν υψηλοίσιν Αθανάτων τε Θεών χαμαί ερχομένων τ’ ανθρώπων. Έδρην αίδιον έχαλχες πρεσβηίδα τιμήν καλόν έχουσα γέρας και τιμήν. Ου γαρ ατερ σου Ειλαπίναι θνητοίσιν ιν’ ου πρώτη πυμάτη τε Εστίη αρχόμενος σπένδει μελιηδέα οίνον. Και συ μοι Αργειφόντα Διός και Μαιάδος θιέ Άγγελε των μακάρων χρυσόρραπι δώτορ εάων, ναίετε δώματα καλά, φίλα φρεσίν αλλήλοισιν. Ίλαος ως επάρηγε συν αιδοίη τε φίλη τε Εστίη. Αμφότεροι γαρ επιχθονίων ανθρώπων. Ειδότες έργματα καλά νόω θ’ έσπεσθε και ήβη. Χαίρε Κρόνου θύγατερ, συ τε και χρυσόρραπις Ερμής. Αυτάρ εγών υμέων τε και άλλης μνήσομ’ αοιδής”.

Η Εστία και ο Υμέναιος δίπλα στο ζεύγος Άρη και Αφροδίτης
































ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ: Ιερό χρώμα της Θεάς Εστίας ήταν το λευκό και σύμβολά της η οικιακή πυρά «εστία», το άγαλμά της, ο πέπλος, και ο φλεγόμενος κύκλος, που συμβολίζει την αιωνιότητα.

ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: H Θεά Vesta ήταν η ρωμαϊκή θεά της εντοπιότητας, της αφοσίωσης και της οικιακής και λατρευτικής πυράς, αντίστοιχη στην Εστία, στοιχεία της οποίας παρέλαβαν οι Ρωμαίοι μέσω των Ετρούσκων, οι οποίοι λάτρευαν την θεά Esta. Η λατρεία της εισήχθη από το ετρουσκικό Lavinium από τον Νουμά, ο οποίος έκτισε και τον περίφημο κυκλικό Ναό της [Atrium], όπου φυλασσόταν και το “Παλλάδιον”. Η Βέστα ήταν μία από τις δώδεκα μεγάλους θεότητες και θεωρείτο προστάτιδα των σπαρμένων αγρών και της οικογενειακής ζωής, ενώ οι όρκοι στο όνομά της θεωρούντο οι πλέον ισχυροί και απαράβατοι. Στη λατρεία της ήσαν αφιερωμένες αρχικά δύο, και αργότερα έξι παρθένες, οι λεγόμενες «Vestalis» (Εστιάδες), ιέρειες που ήσαν πάντοτε λευκοντυμένες και είχαν μεγάλο κύρος. Ήταν υπεύθυνες για τη διατήρηση της άσβεστης πυράς της Ρώμης στο Ναό της Βέστα. Οι Vestalis απελάμβαναν εξαιρετικών τιμών και προνομίων. Στο πέρασμά τους όφειλαν να παραμερίζουν ακόμη και οι ύπατοι, ενώ στους αγώνες και το θέατρο τούς προσφέρονταν οι πιο τιμητικές θέσεις. Θάβονταν όπως και οι επιφανείς άνδρες μέσα στο Forum, η μαρτυρία τους γινόταν αποδεκτή δίχως όρκο, η απλή παρουσία τους έκανε όποιον συνόδευαν να έχει άσυλο, μάλιστα ακόμη και κατάδικοι απαλλάσσονταν εάν τις αντίκριζαν έστω και συμπτωματικά, ενώ η όποια εναντίον τους προσβολή επέφερε την ποινή του θανάτου. Από την άλλη, η παραβίαση του όρκου παρθενίας τους, ως απειλή για την ασφάλεια της πόλεως, τιμωρείτο με δημόσια μαστίγωση και θάνατο, τόσο της ένοχης ιέρειας όσο και του συνενόχου της. Η θητεία των Vestalis διαρκούσε 30 έτη, μετά από τα οποία είχαν αυτές το πλήρες δικαίωμα γάμου, αφού όμως πρώτα παραιτούντο από το ιερατικό αξίωμα. Κάθε 1η του μηνός Μαρτίου [πρωτοχρονιά], οι ρωμαϊκές οικογένειες είχαν καθήκον να σβήσουν το ιερό τους πυρ και ν’ ανάψουν αμέσως ένα νέο, είτε συγκεντρώνοντας τις ηλιακές ακτίνες σ’ ένα κάτοπτρο, είτε τρίβοντας γρήγορα μεταξύ τους δύο τμήματα ξύλου συγκεκριμένου είδους, κατά κανόνα από οπωροφόρο δένδρο. Η θεά τιμούνταν με θυσίες στις 25 Μαρτίου, αλλά και καθημερινά από τις Vestalis με προσφορά τροφής σε πήλινο πιάτο. Κατά την μεγάλη επώνυμη εορτή της, στις 9 Ιουνίου [τα «Vestalia», ημέρα αργίας για τους αρτοποιούς και τους μυλωνάδες] όλα τα γαϊδούρια, στεφανώνονταν, όπως και οι μύλοι, με άνθη και απαλλάσσονταν από κάθε εργασία. Ιερό ζώο της Βέστα ήταν ο γάιδαρος[!], δείγμα του πανάρχαιου και της εντοπιότητας της λατρείας της στην ιταλική γη2.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
:Giacomo Devoto, Gli Antichi Italici, «Vallecchi», Firenze, 1977. R.L. Farnell, The Cults Of The Greek States, «University of Oxford», Οxford, 1907. Pierre Grimal, Λεξικό Της Ελληνικής Και Ρωμαϊκής Μυθολογίας, «The University Studio Press», Θεσσαλονίκη, 1991. Κωνσταντίνος Κοντογονής, Επιτομή Ελληνικής Μυθολογίας, Αθήνα, 1840. Ηλίας Οικονομόπουλος, Μυθολογία Της Αρχαίας Ελλάδος, «Φέξης», Αθήνα, 1900. Ernst Samter, Die Religion Der Griechen, «B.G. Teubner», Λειψία, 1925. Charles Seltman, The Twelve Olympians And Their Guests, «Max Parrish», London, 1956.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Άλλωστε στην μέση των μυκηναϊκών μεγάρων η Εστία τίθεται στο κέντρο της ανθρώπινής διαμονής.

2. Οβίδιος, Fasti, 6.319 κ.εξ. Αναφορά στην περιπέτεια της Εστίας με τον Πρίαπο, όπου σώθηκε χάρις σ΄έναν όνο.

20.5.26

Ἡ Ξομπλιαστήρα [1906] του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK - διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ἡ Ξομπλιαστήρα [1906] 

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Κείμενο & AUDIOBOOK - διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   


Ὅταν ἐγύριζαν τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν βρύσιν, φορτωμένες τὶς στάμνες των, τὸ Ὀρσάκι, ἡ ὡραία μελαχροινὴ παιδίσκη τοῦ καπετὰν Λιμπέριου καὶ τὸ Μορφούλι, ὁμήλικός της ὀρφανὴ ἐξαδέλφη, τὴν ὁποίαν εἶχαν στὸ σπίτι τους καὶ ἀνέτρεφαν, καὶ τὸ Μονεβασώ, ὡραία γειτονοπούλα, κόρη τοῦ Ἀποστόλη τοῦ πρωτομάστορη, συνήθως μόλις κρατούμεναι καὶ μόλις δυνάμεναι νὰ βαστάζωσι τὶς στάμνες των, ἀπὸ τὰ γέλια, ἔκαμναν καὶ ὅλας τὰς πρεσβυτέρας τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς γειτονιᾶς νὰ ξεκαρδίζωνται μὲ τὰς φαιδρὰς ἱστορίας των.

Διηγοῦντο ὅλα τὰ συναπαντήματα τοῦ δρόμου, τοῦ Λιβαδιοῦ καὶ τῆς Βρύσης, ὅσα τὲς εἶχαν συμβῆ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ εἶχαν ἐκκινήσει ἀπὸ τὸ σπίτι ἕως τὴν στιγμὴν ποὺ ἔφθασαν ἐπιστρέφουσαι ἀπὸ τὴν εὔθυμον ἀγγαρείαν των.

Πῶς εἰς τὸν δρόμον τὸ Μορφάκι μὲ ἓν τολμηρὸν διὰ τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ φῦλόν της κίνημα, ἔτρεψεν εἰς ἄτακτον φυγὴν μίαν ὁλόκληρον συμμορίαν ἀπὸ μάγκες, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ χωρίου, εἰς τὰ Λιβάδια, οἱ ὁποῖοι ἐπέμενον νὰ τὰς πετροβολοῦν, εὑρίσκοντες διασκέδασιν ἂν ἐκατόρθωναν νὰ σπάσουν τὶς στάμνες των· τότε ἡ μεγαλόσωμος καὶ μόλις ἔφηβος παιδίσκη μὲ τὸν ρωμαλέον βραχίονά της, ἐξάμωνε* κ᾿ ἔπαλλε τὴν στάμναν ἐναντίον των, προσποιουμένη ὅτι τὴν ἐθυσίαζε καὶ ἦτο ἑτοίμη νὰ τὴν ρίψῃ κατὰ τῶν κεφαλῶν των. Ἡ διήγησις ἐφάνη εἰς τὴν γραῖαν Μορισίναν, τὴν μητέρα τῆς Μονεβασῶς, ὡς σύμβολον πράγματι τῆς πρωίμου ἀλκῆς τῆς ὀρφανῆς κόρης ― καὶ ὡς χαρακτηριστικὸν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία τῆς γυναικός, εὔθραυστος ὅπως ἡ στάμνα της, αὐτὴ γίνεται φοβερὸν ὅπλον κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀνδρός, ὅταν ἐκείνη θελήσῃ.

Πῶς εἰς τὴν βρύσιν δύο γυναῖκες, ἐρίζουσαι περὶ τοῦ ποία εἶχε σειρὰν νὰ γεμίσῃ ἀπὸ τὸν ἕνα κρουνὸν τῆς βρύσης, ἐπιάσθηκαν χέρια μὲ χέρια, μαλλιὰ μὲ μαλλιά, μὲ κίνδυνον νὰ σπάσουν καὶ τὶς δύο στάμνες των· τότε, μὲ πλατεῖς γέλωτας, ἐπωφεληθεῖσαι αἱ τρεῖς παιδίσκαι, ἐγέμισαν, χωρὶς νὰ ἔχουν ἀράδα, τὶς στάμνες των, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, κ᾿ ἔφυγον τρέχουσαι.

Πῶς εἰς τὴν ἐπιστροφὴν εἷς ἐρωτοχτυπημένος νέος τὰς παρηκολούθησεν, ἐνῷ ἐνύχτωνεν ἤδη, δεικνύων σημεῖα βαθείας καὶ δειλῆς προσηλώσεως, τίς οἶδε πρὸς ποίαν ἐκ τῶν τριῶν. Τότε τὸ Μονεβασώ, παρά τινα ἐρημικὴν καμπὴν τῆς ὁδοῦ, ἐστράφη ἠρέμα πρὸς τὸ μέρος τοῦ νέου, καὶ μὲ ἓν εἰρωνικὸν ἄχ! πουλάκι μου, τὸν ἔκαμε νὰ χάσῃ ὁ δυστυχὴς τὰ μυαλὰ ἀπὸ τὴν χαράν του.

*
* *

Ἀλλ᾿ ἐξόχως μεγάλην διασκέδασιν εὕρισκον αἱ τρεῖς ζωηραὶ κόραι εἰς τὸ νὰ παρενοχλῶσι πολὺ συχνά, σχεδὸν καθ᾿ ἑκάστην, εἰς τὸ σπιτάκι της μίαν ἐκτάκτως παράξενην γερόντισσαν, τὴν γρια-Καντούσαιναν.

Ἡ γρια-Καντούσαινα, χήρα ἐκ νεότητός της, χωρὶς θυγατέρα, μὲ δύο υἱοὺς ξενιτευμένους ἀπὸ χρόνων εἰς τοὺς ὠκεανούς, οἵτινες πρὸ μακροῦ εἶχον ξεχάσει τὴν μητέρα των ―ἐπῆγαν, ὅπως αὐτὴ ἔλεγε καταρωμένη, «στὴν ἀγυρισιά», καὶ εἶχαν ρίψει πέτρα ὀπίσω των― ἔζη εἰς μικρὰν καλύβην, παρὰ τὴν ἄκρην τοῦ χωρίου, μὲ μίαν αὐτοσχέδιον αὐλὴν ξερολίθι, ἐπαγγελλομένη ἐνίοτε τὴν μαῖαν, εἰς τὰς σπανίας ἐγκύους, ὅσαι ἀπεφάσιζον νὰ τὴν καλέσουν μὴ φοβούμεναι τὴν κακολογίαν της εἰς τὸ ὕστερον (διότι ἐσυνήθιζε νὰ ξαναλέγῃ μεγαλοφώνως ὅλα τὰ ψεγάδια, ὅσα θὰ ἔβλεπε τυχὸν εἰς τὴν λεχὼ καὶ εἰς τὸ περιβάλλον), καὶ ἔργον ἔχουσα ἀπὸ πρωίας μέχρι ἑσπέρας νὰ διώχνῃ μὲ μίαν καλαμιὰν τὶς ξένες κόττες ἀπὸ τὴν αὐλήν της, ἀναθεματίζουσα καὶ καταβλασφημοῦσα ὅλες τὶς γειτόνισσες.

Ἡ καλύβη καὶ ἡ μικρὰ περιοχὴ τῆς Καντούσαινας ἐξεῖχεν ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν γραμμὴν κ᾿ ἔκοπτεν ἀποτόμως τὸν δρόμον, ἀναγκάζουσα τὸν διαβάτην νὰ ἐκτελέσῃ μεγάλην καμπύλην. Τώρα, αἱ τρεῖς κορασίδες, ἡ Ὄρσα, τὸ Μορφούλι, καὶ τὸ Μονεβασώ, ἐπειδὴ ἦτον ὁ δρόμος των, ἠρέσκοντο καὶ αὐταὶ «νὰ κόφτουν δρόμον» καὶ ὅταν ἔβλεπον ὅτι ἡ γραῖα δὲν εὑρίσκετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔξω εἰς τὴν αὐλήν, ἀδιάφορον ἂν ἦτο μέσα εἰς τὴν καλύβην, ὅπως ἀπεδείκνυεν ὁ καπνὸς ὁ ἀνερχόμενος ἀπὸ τὴν μικρὰν καπνοδόχην τῆς στέγης, καὶ ἂς ἦτο καὶ ἡ θύρα τῆς καλύβης ἀνοικτή, ὑπερεπήδων τολμηρῶς τὸν σπιθαμιαῖον τοῖχον τῆς αὐλῆς, διεσκέλιζον τὸν περίβολον, ἐπάτουν ἐπὶ τῆς μικρᾶς πρασιᾶς τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργει ἡ γραῖα ―τὸ Μορφάκι συνήθως ἔκυπτε κ᾿ ἔκοπτε κλωνίον ἀπὸ τὴν πεπερόρριζαν ἢ ἀπὸ τὸν ἡδύοσμον τὸν εὐωδιάζοντα ἐκεῖ εἰς δύο ἢ τρεῖς γάστρες― καὶ μὲ κρότον καὶ μὲ πνιγμένους γέλωτας ἐξήρχοντο ἐν θριάμβῳ διὰ τοῦ ἀντικρινοῦ τοίχου.

*

Λοιπὸν ἡ μικρὰ Μόρφω, ἥτις κατὰ βάθος ὡμοίαζε πολὺ κατὰ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μὲ τὴν γρια-Καντούσαιναν ―τοῦτο ἔμελλε νὰ φανῇ ἂν εἶχε τύχην ἡ κόρη νὰ ζήσῃ καὶ νὰ γηράσῃ ὅπως ἐκείνη― καὶ ἦτον «ξομπλιαστήρα»* ὅσον ἦτο αὐτή, προκειμένου διὰ τὰς μικρὰς ἐλλείψεις τῶν λεχῶν ὅσας εἶχε ξεγεννήσει, ἅμα ἐπέστρεφαν εἰς τὴν οἰκίαν δὲν παρέλειπε ν᾿ ἀναπαριστᾷ ζωντανὰ ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τοὺς κεραυνούς, ὅσους ἐσφενδόνιζε τότε ἡ γρια-Καντούσαινα ἐναντίον των, πῶς ἐξώρμα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς καλύβης, κρατοῦσα πάντοτε τὴν καλαμιάν της ὡς νὰ ἦσαν αὐταὶ κόττες διὰ νὰ τὰς διώξῃ.

― Μωρὴ σεῖς, τρελοξοῦδες*! Μωρή, ξιφοστλιάρες*! Μωρή, μαυραγκαθιές! Ποὺ νὰ κοποῦν τὰ ποδαράκια σας! Ποὺ νὰ πιαστοῦν τὰ χεράκια σας! Μωρή, δὲν ντρέπεσθε νὰ πηδᾶτε μὲς στὴν αὐλή, νὰ μοῦ πατῆτε τὰ χορταράκια, νὰ μοῦ κόβετε τὰ βλασταράκια μου; Ποὺ νὰ κοπῇ ἡ μεσίτσα σας! Ποὺ νὰ πέσουν οἱ ποδιές σας! Ποὺ νὰ καοῦν τὰ φουστανάκια σας! Δὲν ἔχετε πόνο, δὲν ἔχετε αἴστημα, νὰ μὲ συχύζετε, γρια-γυναῖκα; Δὲν ἔχετε ντροπή, κοτζὰμ μαλλιαρομούστακες… πολυποδαροῦσες!

*

Λοιπὸν μετὰ καιρόν, ἡ γρια-Καντούσαινα ἀπεφάσισεν αἴφνης νὰ ἐξοδεύσῃ ὅλον τὸ κομπόδεμά της ―ἀνερχόμενον περίπου εἰς σαράντα ρηγῖνες, ἤτοι γερμανικὰ τάλληρα― διὰ νὰ κτίσῃ ἕνα καλὸν περίβολον γύρω εἰς τὴν αὐλήν της, ὥστε ν᾿ ἀπαλλαγῇ συνάμα ἀπὸ τὶς κόττες καὶ ἀπὸ τὴν καλαμιάν, ἀπὸ τὰς ἔριδας μὲ τὶς γειτόνισσες καὶ ἀπὸ τὰς κατάρας, ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις των μαγκῶν τοῦ δρόμου καὶ ἀπὸ τὰς ἐπεισπηδήσεις τῶν ὑδροφορουσῶν κορασίδων, ὅσαι ἐτόλμων νὰ καταπατῶσι τὴν περιοχήν της.

Μίαν φθινοπωρινὴν ἑσπέραν, τὴν ὥραν ποὺ ἤναπταν τοὺς λύχνους, ἀνέβη μὲ ὅλα τὰ γηράματά της εἰς τὸν Ἐπάνω Μαχαλάν, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Λιμπέριου.

Αἱ δύο παιδίσκαι, ἡ Ὄρσα καὶ τὸ Μορφούλι, ἅμα τὴν εἶδαν ἔξαφνα, ἐνόμισαν ὅτι ἦλθε νὰ τὰς ἐγκαλέσῃ* εἰς τὸν πατέρα των, νὰ παραπονεθῇ διὰ τὰς ἐνοχλήσεις, ὅσας τῆς εἶχαν προξενήσει κατὰ καιροὺς εἰς τὴν αὐλήν της.

Ἡ Ὄρσα κατῆλθε κάτω εἰς τὸ κατῶγι, κ᾿ ἐπροσπάθησε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ δύο πιθάρια ἐλαίου καὶ πλησίον εἰς τὴν καρούταν*, ὅπου ἐπατοῦσαν τὰ σταφύλια εἰς τὸν καιρὸν τοῦ τρύγου. Ἡ Μόρφω ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ μπαλκόνι τὸ βλέπον πρὸς τὸν αἰγιαλόν, ὑπεράνω τοῦ βράχου, ἔκλεισε τὴν θύραν ἔξωθεν, κ᾿ ἔμεινεν ἐμβλέπουσα εἰς τὸ κῦμα καὶ ρεμβάζουσα ― σκεπτομένη ἂν δὲν θὰ ἦτον καλὸν νὰ εἶχαν καὶ αἱ κορασίδες πτερὰ διὰ νὰ πετοῦν, ὅπως οἱ καλλικατζοῦνες, οἱ καρακάξες, οἱ κουκουβάγιες, καὶ τόσα ἄλλα ὄρνεα.

Ἀλλ᾿ ἦσαν πόρρω τῆς ἀληθείας κ᾿ αἱ δύο. Ἡ γρια-Καντούσαινα ἦτο προφανὲς ὅτι δὲν ἤξευρε κἂν τίνος ἦσαν τὰ τρελοκόριτσα ποὺ τὴν ἐνοχλοῦσαν εἰς τὴν αὐλήν της ― οὔτε τὰς εἶχεν ἰδεῖ ποτὲ κατὰ πρόσωπον, κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας τῆς ἀμφιλύκης.

Ἡ Μόρφω ἔτεινε τὰ ὦτα ἔξωθεν τῆς θύρας τοῦ ἐξώστου, καὶ ἤκουσε.

*

Ἡ Σεραϊνώ, χήρα Θεοδώρου Καντούσου, μαῖα τὸ ἐπάγγελμα, εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ παρακαλέσῃ τὸν καπετὰν Λιμπέριον, ἐπειδὴ καὶ τοῦ περνᾷ ἀπ᾿ τὸ χέρι, ὡς μέλος τῆς Δωδεκάδας ὁποὺ ἦτον, νὰ παρακαλέσῃ πρὸς χάριν της τὸν Δήμαρχον, καὶ ὅλην τὴν δωδεκάδα ―εἶχεν ὑπάγει ἡ ἴδια καὶ εἰς ἄλλους ἐκ τῆς Δωδεκάδος πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν― ὡς χήρα γυναίκα ποὺ ἦτον, καὶ δὲν εἶχε κανένα νὰ τὴν ὑπερασπισθῇ ―ἐπειδὴ ἠθέλησε στὰ τόσα χρόνια νὰ χτίσῃ ἕνα ντουβάρι γύρω στὴν αὐλήν της, διὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ βάσανα καὶ τοὺς μπελάδες τῆς γειτονιᾶς― καὶ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ θυσιάσῃ ὅλον τὸ μικρόν της κομπόδεμα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τώρα λοιπὸν ὅλοι οἱ γειτόνοι κ᾿ οἱ γειτόνισσες ἐσηκώθηκαν στὸ ποδάρι, καὶ ζητοῦν νὰ τὴν πνίξουν, προφάσει ὅτι δὲν εἶναι τάχα δικός της ὁ τόπος τὸν ὁποῖον αὕτη ὡς αὐλήν της διεκδικεῖ· (ποὺ νὰ μὴ βρεθῇ τόπος νὰ τὶς θάψουν!) Καὶ πῶς αὐτή, χήρα γυναίκα, χωρὶς ἄνδρα καὶ ὑπερασπιστήν, θὰ κατεῖχε τόσα χρόνια τὸν τόπον, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ πρόχειρον ξερολίθι ποὺ εἶχε διὰ περίβολον, ἀνίσως ὁ τόπος δὲν ἦτον δικός της!

Ὁ καπετὰν Λιμπέριος ἀπήντησε ὅτι, καθὼς ξέρει καὶ καθὼς ἔμαθε τώρα στὰ τελευταῖα, ποὺ εἶχε πάθει ἀπὸ τοὺς πόδας καὶ ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ ἔξω ἀπὸ τὸ καράβι, καὶ οἱ πατριῶτες τὸν εἶχαν ἐκλέξει δημοτικὸν σύβουλον, αὐτὰ τὰ πράγματα λέγονται δικαστικά, καὶ τὸ Συβούλιο δὲν ἔχει μεγάλην δικαιοδοσίαν εἰς τὰ τοιαῦτα, ἀλλ᾿ ἡ θεια-Σειραϊνώ, ὡς πρωτινὴ* ὁποὺ εἶναι, φαντάζεται ὅτι εἶναι ὅλα τὸ ἴδιο ―δικαστικὰ καὶ διοικητικά― ὅπως ἦτον εἰς τὰ παλαιὰ χρόνια. Μ᾿ ὅλα ταῦτα, ὅ,τι περνᾷ ἀπ᾿ τὰ χέρια τους, θὰ φροντίσουν διὰ τὸ δίκαιόν της, αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι σύβουλοι.

*

Ἡ γρια-Καντούσαινα τοὺς ἐκαληνύχτησε, καὶ κατέβαινε τὴν σκάλαν. Ἡ μικρὰ Μόρφω εἶχεν ἀνοίξει τὴν θύραν τοῦ μπαλκονιοῦ, διῆλθε τὴν σάλαν, κ᾿ ἔφθασε πρὸ αὐτῆς εἰς τὸ κεφαλόσκαλον, ὅπου ἐπῆρε καὶ τὸν λύχνον τοῦ μαγειρείου, διὰ νὰ τῆς φέξῃ. Τότε γελῶσα τῆς εἶπε:

― Μᾶς θυμήθηκες, βλέπω, θεια-Σειραϊνώ, ἡμᾶς τὶς… πολυποδαροῦσες;…

Ἡ γραῖα ἐστάθη χωρὶς νὰ δείξῃ ὅτι ἐκπλήσσεται ἢ πτοεῖται, καὶ ἀπήντησεν:

―Ἄ! ἐσεῖς ἤσαστε, πουλάκια μου, ποὺ περνούσατε ἀπ᾿ τὴν αὐλή;… Δὲν ἔρχεσαι νὰ σὲ φιλέψω ὅσο θέλεις δυόσμο καὶ ταμπαρόρριζα καὶ βασιλικό;… νὰ ζήσῃς, πουλάκι μου!

(1906)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-ΑUDΙΟΒΟΟΚ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:

 https://www.youtube.com/watch?v=hUqVqUpn4b0

19.5.26

Το σαράκι Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο ίδιος

 


Το σαράκι

Από μια πραγματική ιστορία νεκροφάνειας! 

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο ίδιος


[Στον αξέχαστο Π.Ζ. Να ' ναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει]




Στον καφενέ της γειτονιάς μου, κοντά στο σπίτι που μένω τα δυο τελευταία χρόνια, πνιγμένον όπως πάντα σε καπνούς και τη μυρουδιά του τσίπουρου, μια παρέα ανθρώπων περασμένης ηλικίας συζητά, με ΄κείνον το απλό τρόπο που άνθρωποι της ηλικίας περνούν τον πλουσιοπάροχα ελεύθερο, πια, χρόνο τους. Κάθισα κοντά τους, σ΄ ένα άδειο, μάλλον βρώμικο, τραπέζι, παρήγγειλα το μέτριο καφεδάκι μου κι αφέθηκα ν΄ ακούω, δείχνοντας επίπλαστη αδιαφορία, την κουβέντα των πλαϊνών μου. Βλέπεις αυτό είναι μια όχι και τόσο διακριτική συνήθεια που φώλιασε μέσα μου από τα χρόνια που δούλευα στη μικρή μας κουτσομπολίστικη εφημερίδα, κάτω στο νησί...

   Ο πιο καρδαμωμένος της παρέας με το στριφτό γκριζοκίτρινο μουστάκι, μ΄ ένα τέτοιο χρώμα που δεν ήξερες αν ήταν ξανθό στα νιάτα του ή κιτρίνισε απ΄ το τσιγάρο, έβγαλε ταμπάκο από τη σακούλα του, έστριψε το καθιερωμένο σαν ιεροτελεστία τσιγάρο του και ρούφηξε ηχηρά μια γουλιά απ΄ τον καφέ του κι άλλη μια απ΄ το σέρτικο. “Πάει κι ο Νικόλας μας!”, μονολόγησε ξαφνικά. Ο διπλανός του σταμάτησε το μονότονο χτύπο του κομπολογιού του και συμπλήρωσε με τη βαριά ντοπιολαλία του: “Αϊ μουρέ τον δύστυχο! Καψάλα! Μπιζιέρσα να τον γλιέπω αγέλαστον! Τον έφαγε το σαράκι”. Ο τρίτος απόμαχος της παρέας ζήτησε να μάθει για ποιον μιλούσαν οι δυο τους και τι εννοούσαν με το “σαράκι” κι έτσι ο πρώτος άρχισε τη διήγησή του, προς τέρψιν εμού του περιέργου:

  “Ο Νικόλας, που λες Γιώργη, ήρθε πριν από καμιά τριανταριά χρόνια απ΄ την Κεφαλλονιά και δούλεψε εργάτης πολλά χρόνια στον ΟΣΕ. Έμενε πάντα μόνος του. Πίναμε κάπου κάπου από κάνα κατοσταράκι και μού 'λεγε συχνά για την πατρίδα του. Εκεί κάτω, που λες, είχε κάποτε κι αυτός οικογένεια. Δούλευε τότε μούτσος σε ένα περαματάρικο στη γραμμή Αργοστόλι-Ληξούρι. Μέχρι πού ήρθε κείνος ο σεισμός του '55... Το σπίτι του, ήταν και το μοναδικό του βιος, κι αυτό ήταν οπού ' χε πάρει προίκα απ΄ την κυρά του, γκρεμίστηκε ολάκερο. Μα δεν ήταν αυτό τίποτε μπροστά σ΄ αυτό που έμαθε σαν γύρισε στη γειτονιά του να δει όλο αγωνία, σαν όλους τους άλλους, το βιος του και τους δικούς του. Οι γειτόνισσες του είπανε ότι η κερά του κι η μοναχοκόρη, βλέπεις δεν έκανε άλλα παιδιά ο δύστυχος, ήταν μες στο σπίτι την ώρα της κοσμαχαλασιάς. Να σκεφτείς, λες κι έπεσε όλο το σπίτι πάνω τους, ότι κάναν μια μέρα να βρούν τα σώματά των δυόνε τους! Μάλιστα, έλεγε ο καϋμένος ότι ο ίδιος πήρε τη μικρή στα χέρια του, όταν τη βρήκε σφηνωμένη κάτω από ΄να αγκωνάρι! Αχ! Έβαλε λέει τ΄ ναυτί του στην καρδιά, μα του κάκου. Το κορμάκι του παγωμένο, τα χέρια μελανιασμένα. Άς τα!”

Vinsent V. Gogh
  Ο γέρο-Γιώργης της συντροφιάς, ταραγμένος απ΄ τη διήγηση, και βλέποντας τον αφηγητή της ιστορίας να 'χει στηλώσει τα μάτια του κάπου στο πουθενά, λες και ζούσε τις περιπέτειες του μακαρίτη, ζήτησε κι αυτός να στρίψει ένα τσιγάρο και είπε όλο κατανόηση: “Τώρα κατάλαβα γιατί τον λέτε δύστυχο! Αυτό ήταν το σαράκι!”

  “Δεν είναι τίποτε αυτά που έγιναν. Κάτσε να δεις παρακάτω...”, πρόσθεσε ο άλλος.

“Στην κηδεία τον κρατούσαν δυο, το μπαρμπα-Νικόλα. Έκλαιγε για βδομάδες! Δεν είναι μικρό να ξεπροβοδάς σύζυγο και κόρη! Τέλος, τρία χρόνια μετά, πήγε στο κοιμητήρι για τις τελευταίες φροντίδες. Έβγαλε τα κόκκαλα της κυράς του, έκανε το σταυρό του και τράβηξε με τον παπά και τους εργάτες στον τάφο της μικρής για το άλλο “ξεσταύρωμα”. Μετά..., μετά δεν ξαναμίλησε, μέχρι που βγήκε απ΄ την κλινική που τον ΄βάλαν τ' αδέλφια του για πέντ΄ έξι χρόνια!”

   

   Και ολοκληρώνοντας το λόγο του εκείνος, ξεσκεπάστηκα, φασαριόζικα μάλιστα, ότι εγώ είχα στήσει αυτί.... Μου΄ πεσε το ποτήρι κι έγινε χίλια κομμάτια, στο άκουσμα των τελευταίων λόγων του γέρου:

    “...βλέπεις η μικρή βρέθηκε να “κοιμάται” στο πλάι!”.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


TO ΑUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE :  
https://www.youtube.com/watch?v=n_GCVLgnygQ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 27.5 +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Ο άγιος της ελληνικής προσφυγιάς του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

  Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 27.5 +ΒΙΝΤΕΟ Ο άγιος της ελληνικής προσφυγιάς του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου    Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ : Ο Άγιος Ιωάνν...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....