Ετικέτες - θέματα

11.5.25

Ο αστερισμός Κύκνος + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Ο αστερισμός Κύκνος + ΒΙΝΤΕΟ

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου


  ΓΕΝΙΚΑ: Ο Κύκνος [Cygnus, συντομογρ. Cyg] είναι αναγνωρισμένος αστερισμός, που αναφέρεται και στα γραπτά του αρχαίου αλεξανδρινού γεωγράφου Πτολεμαίου. Έχει έκταση 804 τετ. μοίρες και είναι ο 16ος μεγαλύτερος αστερισμός. Ο Κύκνος βρίσκεται ολόκληρος στο βόρειο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας αλλά δεν είναι πάντοτε ορατός στην Ελλάδα [αμφιφανής]. Γενικά είναι ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 90° Βόρεια – 28° Νότια. Συνορεύει με έξι αστερισμούς. [Κηφέας, Δράκοντας, Λύρα, Αλωπηξ, Πήγασος, Σαύρα].

ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ονομασία Κύκνος οφείλεται στον Ερατοσθένη. Όμως, οι υπόλοιποι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τον αστερισμό Όρνις. Ο Άρατος τον χαρακτηρίζει αιόλον [γοργόφτερο πτηνό], χαρακτηρισμός που ταιριάζει στον κύκνο. 

  Πριν την ελληνιστική εποχή συγκεκριμενοποιήθηκε ως το μυθικό πρόσωπο Κύκνος, γιος του θεού Άρη, αλλά και ως ο κύκνος στον οποίο μεταμορφώθηκε ο Δίας για να ζευγαρώσει με τη Λήδα, από την οποία γεννήθηκαν οι δίδυμοι Κάστορας και Πολυδεύκης καθώς και η Ωραία Ελένη. Από ορισμένους αρχαίους συγγραφείς θεωρήθηκε πως ο αστερισμός του Κύκνου ήταν ο Ορφέας, που τον βάλαν εκεί οι θεοί, δίπλα στην αγαπημένη του Λύρα [και τον ομώνυμο αστερισμό]. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τα ονόματα Volucris, Ales και Avis, ενώ το Olor(=κύκνος) ήταν σε χρήση ως τον 19ο αιώνα. Στους Άραβες, ο Κύκνος ήταν συνήθως γνωστός ως Al Dajajah, δηλαδή η κότα. Εξαιτίας της ομοιότητας του σχήματος που διαμορφώνουν τα φωτεινότερα άστρα του Κύκνου με σταυρό, διαδεδομένη είναι και η ονομασία Βόρειος Σταυρός. [Υπάρχει και ο Σταυρός του Νότου, στο Ν. Ημισφαίριο]. Για τον ίδιο λόγο, πολλοί Χριστιανοί τον ταύτισαν με τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού. Οι αστέρες α, γ, η και β του Κύκνου σχηματίζουν την κάθετη (μεγαλύτερη) κεραία του σταυρού (μήκους άνω των 20 μοιρών), ενώ οι ζ, ε, γ και δ την οριζόντια κεραία του.

  ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ: Οι μεγαλύτεροι αστέρες της Λύρας [μέγεθος ≤ 6,5] είναι 262. Λογικό είναι οι κυριότεροι αστέρες του μεγάλου αυτού αστερισμού, που βρίσκεται στον Γαλαξία μας, να είναι αρκετά φωτεινοί ώστε να έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα. Ο αστέρας α Κύκνου είναι και ο φωτεινότερος του αστερισμού [φαινόμενο μέγεθος 1,25]. Είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Ντενέμπ. Αυτός βρίσκεται στην ουρά του αστερισμού. Ο αστέρας β Κύκνου είναι διπλός αστέρας [ένας γαλάζιος γίγαντας και ένας μικρότερος συνοδός], γνωστός με το όνομα Albireo. Αυτός σηματοδοτεί τη κεφαλή του αστερισμού. Ο αστέρας γ, δεύτερος σε φωτεινότητα του Κύκνου, είναι ο Sadr. Ο δ Κύκνου [φ.μ. 2,87] έχει έναν αμυδρό συνοδό. Ο ε είναι γνωστός ως Τζιενά. Οι αστέρες γ, δ, και ε σηματοδοτούν τα ανοιγμένα φτερά του αστερισμού. Οι ζ, η, ι, κ, και ν, έχουν φαινόμενο μέγεθος 3,20, 3,89, 3,79, 3,77 και 3,94 αντίστοιχα. Ο κόκκινος χ του Κύκνου είναι μεταβλητός αστέρας [φ.μ. 5,2] συνήθως ορατός και με μικρά κιάλια. Ο αστέρας 16 Κύκνου B, που βρίσκεται σε απόσταση από τη Γη 70,52 έτη φωτός, έχει έναν πλανήτη που περιφέρεται γύρω του μία φορά κάθε 804 και ο οποίος έχει μάζα 500πλάσια της μάζας της Γης. Είναι ένας από τους πρώτους εξωηλιακούς πλανήτες που ανακαλύφθηκαν. Αστέρας και πλανήτης πλησιάζουν το Ηλιακό Σύστημα με ταχύτητα 98 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα. Ο αστέρας 61 Κύκνου, αποτελεί τριπλό σύστημα από δύο κόκκινους γίγαντες και ένα μικρότερο συνοδό, είναι ο 16ος και ο 17ος κοντινότεροι αστέρες στη Γη ανάμεσα στα εκατομμύρια του νυκτερινού ουρανού. Το τριπλό αυτό σύστημα βρέθηκε ν΄ απέχει από τη Γη περίπου 11,1 έτη φωτός. Ο αστέρας 34 Κύκνου, ανήκει στην κατηγορία των «λαμπρών κυανών μεταβλητών». Το φαιν. μέγεθός του κυμαίνεται από 3 ως 5, αλλά στην πραγματικότητα, ενώ βρίσκεται σε απόσταση 6 χιλιάδων ετών φωτός από τη Γη, έχει φωτιστική ισχύ 700.000 φορές μεγαλύτερη εκείνης του Ήλιου! 

  Ο μεταβλητός SS Κύκνου είναι ένας νάνος καινοφανής αστέρας, ενώ ο V404 Κύκνου αντιστοιχεί σε μαύρη τρύπα. Πρόσφατα [1978], ένας άλλος καινοφανής αστέρας εξερράγη στον Κύκνο, ο μεταβλητός V1668 Κύκνου.


ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΥ
: Διασχιζόμενος διαγωνίως από το γαλαξιακό επίπεδο, ο αστερισμός αυτός είναι πολύ πλούσιος σε σώματα του δικού μας Γαλαξία, όπως νεφελώματα1, ανοικτά αστρικά σμήνη, κλπ. Για παράδειγμα το αστρικό σμήνος NGC 6913 έχει διάμετρο 8 έτη φωτός, φαιν. μέγεθος 6,6 και απόσταση από τη Γη περίπου 4.000 έτη φωτός. To NGC 7092 έχει πάνω από 30 αστέρες, διάμετρο 8 έτη φωτός, φαιν. μέγεθος 4,6 και απόσταση από τη Γη περί τα 900 έτη φωτός. Επειδή ο Κύκνος περιέχει πολλά πυκνά αστρικά πεδία, εύκολα ανιχνεύονται σκοτεινά νεφελώματα ως περιοχές χωρίς αστέρες: Στον Κύκνο αρχίζει η σκοτεινή ταινία "Great Rift", που εκτείνεται κατά μήκος της λωρίδας του Γαλαξία μέχρι τον αστερισμό του Κενταύρου, ενώ υπάρχουν επίσης τα σκοτεινά νεφελώματα Barnard 146, 147, 168, 352 και 361. Το σύνολο νεφελωμάτων του γ Κύκνου εκτείνεται 2 μοίρες και εμπλέκεται με το νεφέλωμα IC 1318 ή «Νεφέλωμα της Πεταλούδας». 

   Η κυκλική νεφέλωση που αποτελείται από τα NGC 6960 και NGC 6992-5, είναι γνωστή και ως «Βρόχος του Κύκνου» ("Cygnus Loop")», και είναι ουσιαστικά υπόλειμμα σουπερνόβα, ηλικίας 5.000 ως 10.000 ετών. Απέχει από τη Γη 1.440 έτη φωτός.




   



    Το νεφέλωμα εκπομπής NGS 7000, ονομάζεται και «Νεφέλωμα Βόρειος Αμερική», εξαιτίας του σχήματός του. Απέχει 1.500 έτη φωτός από τη Γη.

   ΠΗΓEΣ ΑΚΤΙΝΩΝ Χ: Η πηγή Cyg Χ-1 είναι διπλό σύστημα, 2 αστέρες δηλαδή που περιφέρονται γύρω από το κοινό τους κέντρο μάζας. Ο ένας έχει καταρρεύσει σε μαύρη τρύπα μάζας περίπου 15 ηλιακών μαζών. Ο άλλος αστέρας είναι ο κυανός υπεργίγαντας ενάτου μεγέθους, που “τρέφει” με το υλικό του τη μαύρη τρύπα. Το υλικό υπερθερμαίνεται καθώς στροβιλίζεται γύρω από την τρύπα κι έτσι εκπέμπει τις ακτίνες Χ. Η πηγή Cyg Χ-3 είναι παρόμοιας δομής με την προηγούμενη. Τέλος η πηγή Cygnus A ταυτίζεται με μακρινό γαλαξία. Πρόκειται για έναν απόμακρο ελλειπτικό γαλαξία σε απόσταση ως 700 εκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη, πράγμα που τον καθιστά τον κοντινότερο ισχυρό ραδιογαλαξία2.

1. Νεφελώματα ονομάζονται φωτεινές επιφάνειες στόν ουρανό, οι οποίες με γυμνό μάτι φαίνονται σα μια θολή κηλίδα. Επίσης τα νεφελώματα είναι χώρος γέννησης άστρων. Οι κλασσικοί τύποι νεφελωμάτων είναι: διάχυτο νεφέλωμα, νεφέλωμα εκπομπής και σκοτεινό νεφέλωμα.

2. Οι ραδιογαλαξίες είναι τύποι ενεργών γαλαξιών που είναι πολύ λαμπροί στα ραδιοκύματα μεταξύ 10 MHz και 100 GHz. Η παρατηρούμενη δομή στην εκπομπή ραδιοκυμάτων καθορίζεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ δύο πιδάκων υλικού και το εξωτερικό ενδιάμεσο, που παραμορφώνεται από τις επιδράσεις της σχετικής ακτινοβολίας. Ο γαλαξίες που τους φιλοξενούν είναι σχεδόν αποκλειστικά μεγάλοι ελλειπτικοί.


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 



10.5.25

Ο Άγιος Αχίλλιος (15 Μαϊου) Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΑΓΙΩΝ

Ο Άγιος Αχίλλιος (15 Μαϊου)

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου



     Ο Άγιος Αχίλλιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία πριν το τέλος του 3ου αιώνα, από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Αυτοί τον ανέθρεψαν χριστιανικά και τον μόρφωσαν πλουσιοπάροχα. Μετά το θάνατο των γονέων του, μοίρασε την περιουσία τους στους φτωχούς και πήγε στους Αγίους Τόπους. Κατόπιν επισκέφτηκε διάφορα ασκητήρια όπου ασκήθηκε με νηστεία, προσευχή, αγρυπνία και άλλες χριστιανικές αρετές. Ύστερα πήγε στη Ρώμη και στη Θεσσαλία, όπου κήρυξε το Χριστό και έκανε πολλά θαύματα. Έτσι διαδόθηκε πολύ η φήμη του και όταν χήρευσε ο θρόνος της Λαρίσης, αναδείχτηκε Αρχιεπίσκοπος της (315 περίπου). Ο Άγιος έλαβε μέρος μαζί με τον Οικουμένιο Τρίκκης και το Ρηγίνο Σκοπέλου, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325, στην οποία καταδικάστηκε η αίρεση του Αρείου. Εκεί ο Άγιος θαυματούργησε, αναδεικνύοντας τη δύναμη της ορθής πίστης. Διαβάζουμε κατά λέξη σε κώδικα της Μονής Βαρλάαμ των Μετεώρων: «Τον Θεόν επικαλεσάμενος και έλαιον δι’ ευχής βλύσαι ποιεί (την πέτρα)». Μετά το πέρας της Συνόδου ο Μ. Κων/νος οδήγησε όλους τους ιεράρχες στη νέα πόλη που έκτιζε (Κωνσταντινούπολη). Εκείνοι προσευχήθηκαν στον Κύριο για να μείνει η πόλη στέρεα, ασάλευτη και ανίκητη. Ο αυτοκράτορας προέπεμψε τον Άγιο στη Λάρισα με πλούσια δώρα για ανεγέρσεις ναών και φιλανθρωπίες. Πριν αναχωρήσει ο Αχίλλιος από τη Βασιλεύουσα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μητροφάνης, που δεν παρευρέθη λόγω ασθενείας στη Σύνοδο, ακούγοντας τα κατορθώματα του Αχιλλίου ζήτησε να τον δει και όταν αυτός τον επισκέφθηκε τον τίμησε και τον μακάρισε. Όταν επέστρεψε στη Λάρισα, του ετοιμάστηκε υποδοχή στην είσοδο της πόλης από ιερείς, μοναχούς και πλήθη πιστών. Μόλις ο Άγιος έφτασε, έπεφταν στα πόδια του και ασπάζονταν τα άκρα των ιματίων του. Το ποιμαντικό του έργο συνεχίστηκε μέχρι το θάνατό του, περίπου το 350, ως τα πέρατα της Ελλάδας. Έτσι ο Α. Αχίλλιος θεωρείται δίκαια Ισαπόστολος, φωτισμένος, χαρισματικός, ένθεος κήρυκας του Ευαγγελίου. Ακόμα τα συναξάρια τον χαρακτηρίζουν υπερασπιστή φτωχών, πατέρα ορφανών, ευεργέτη και πρόμαχο κάθε ανάγκης1. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η υψοποιός ταπείνωση, πράγμα που επιβεβαιώνεται με το ακόλουθο περιστατικό. Προσκλήθηκε κάποτε ο Αγ. Αχίλλιος σε μια θεσσαλική πόλη για κάποια ανάγκη της τοπικής τους Εκκλησίας. Οι κάτοικοι έκαναν μεγάλη προετοιμασία, αντάξια ενός επισκόπου, περιμένοντάς τον. Αφού ευπρέπισαν χώρους φιλοξενίας, καθάρισαν δρόμους, ετοίμασαν φαγητά, περίμεναν τον ερχομό του, που τον φαντάζονταν πάνω σε κάποιο άλογο με κουστωδία συνοδών, έναν δηλαδή ερχομό αντάξιο του αξιώματός του. Όμως, αντ' αυτών, είδαν δυο κληρικούς που έρχονταν πεζή. Οι ντόπιοι, νομίζοντας ότι ήταν προπομποί του Επισκόπου, ρώτησαν αν ο Άγιος ήταν κοντά. Όταν ο ένας από τους δυο κληρικούς είπε ότι αυτός είναι ο Επίσκοπός τους, οι απλοϊκοί κάτοικοι το εξέλαβαν ως ειρωνεία. Μετά από λίγο, κι αφού επέμεναν ρωτώντας και ακούγοντας τα ταπεινά, γλυκά του λόγια, πείστηκαν ότι αυτός ήταν ο αρχιερέας τους και θαύμασαν την ταπείνωσή του.

Όταν κατάλαβε ότι πλησίαζε η μέρα της εκδημίας του, ζήτησε να κατασκευαστεί ο τάφος του. Κάλεσε τότε κλήρο και πιστούς, τους το ανακοίνωσε και τους έδωσε τις ύστατες συμβουλές. Λίγες μέρες αργότερα, γύρω στο 350, κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίδοντας την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού. Οι Λαρισαίοι τον θρήνησαν πολύ και τον κήδεψαν με μεγαλοπρέπεια. Λαός και κλήρος έθαψαν το άγιο του λείψανο στον ήδη ετοιμασμένο τάφο του. Επειδή εκείνα τα πρώτα χριστιανικά χρόνια δεν συνηθίζονταν η ανακομιδή λειψάνων κι επειδή πέρασαν πολλά έτη, ενώ μεσολάβησαν βαρβαρικές επιδρομές, έμεινε ο τάφος του Αγίου άγνωστος. Όμως ο Κύριος με θαύμα του, τριακόσια περίπου έτη αργότερα, την 10η του Φεβρουαρίου, φανέρωσε το λείψανο του εκλεκτού του Αγίου. Έτσι για τα επόμενα χρόνια, μέχρι την άλωση της πόλης απ’ τους Βουλγάρους, το λείψανο και ο τάφος του Αγίου ήταν πηγή θαυμάτων στους προστρέχοντες στη μεσιτεία του. Πάνω από τον τάφο του κτίστηκε και ιερός ναός, πιθανότατα αυτός που βλέπουμε ανεβαίνοντας στο λόφο του Φρουρίου2, νότια από την οθωμανική σκεπαστή αγορά.

   

Ερείπια του ναού του Αγίου Αχιλλίου στην Μικ. Πρέσπα [ν. α. Αχιλλίου

Στα χρόνια της βουλγαρικής ακμής, το 986, ο τσάρος Σαμουήλ άρπαξε το λείψανο του Αγίου και το τοποθέτησε σε λάρνακα στο νησάκι του Αγίου Αχιλλίου της Μικρής Πρέσπας, δημιουργώντας ένα προσκυνηματικό κέντρο για το βασίλειό του, δίνοντας συγχρόνως κύρος στην εξουσία του. Στο ίδιο νησάκι ο Σαμουήλ ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό, του οποίου σήμερα σώζονται τα ερείπια. Ο Βυζαντινος χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός γράφει για την αρπαγή του αγίου λειψάνου: «Μετήγαγε δε (ο Σαμουήλ) και το λείψανον του Αγίου Αχιλλείου επισκόπου Λαρίσης χρηματίσαντος επί Κωνσταντίνου του μεγάλου, τη μεγάλη και πρώτη Συνόδω παρόντος, (...) και εις Πρέσπαν απέθετο, ένθα ήσαν αυτώ τα βασίλεια, οίκον κάλλιστον και μέγιστον επί τω ονόματι αυτού δομησάμενος». Από το 1981 το λείψανο του Αγίου βρίσκεται ξανά στη Λάρισα, στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου.

«Χαίροις της εώας αστήρ λαμπρός, και των Λαρισαίων λαμπαδούχος και οδηγός, χαίροις ευσεβείας, λειμών ο ανθηφόρος, Αχίλλιε παμμάκαρ, Τριάδος σκήνωμα.»


1 Ματθαίος Λαγγής, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ε΄ έκδοση, τόμος Ε΄ ,1996, σ. 428.

2 Αποκαλύφθηκε το 1978. Σχετικά: Κ. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσαλική Ιστορία, γ΄τόμος (Λάρισα 2008).

Υπερκαινοφανείς αστέρες +ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Υπερκαινοφανείς αστέρες +ΒΙΝΤΕΟ

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου 

   

Εικόνα 1: Υπολείμματα από το Σουπερνόβα Kepler, SN 1604.

   Ο όρος υπερκαινοφανείς αστέρες ή σουπερνόβα (supernova) αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγονται εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από την ιονισμένη ύλη πλάσματος και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει, μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες.

ΤΡΟΠΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ: Υπάρχουν δύο διαφορετικοί δρόμοι για αυτή την κατάληξη: είτε όταν ένας αστέρας μεγάλης μάζας παύει να παράγει ενέργεια στον πυρήνα του, οπότε και καταρρέει κάτω από τη δύναμη της ίδιας του της βαρύτητας (περίπτωση υπερκαινοφανούς Τύπου Ib και Τύπου II), είτε όταν ένας λευκός νάνος, που είναι ήδη συρρικνωμένος και παγωμένος αστέρας, απορροφά το υλικό (τη μάζα) από ένα συνοδό αστέρα όταν φτάσει στο κρίσιμο όριο απορόφησης μάζας, το λεγόμενο Όριο Τσαντρασεκάρ (Chandrasekhar), οπότε και θα υποστεί ομοίως θερμοπυρηνική έκρηξη καταρρέοντας κάτω από τη δύναμη της βαρύτητας (περίπτωση υπερκαινοφανούς Τύπου Ia). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις η θερμοπυρηνική έκρηξη εκτινάσσει μεγάλο μέρος του αστρικού υλικού με μεγάλη δύναμη και ταχύτητα που υπερβαίνει τα 3.000 χλμ/δευτερόλεπτο (ή τα 10,8 εκατομμύρια χιλιόμετρα την ώρα!), προς όλες τις κατευθύνσεις. Θεωρείται μάλιστα ότι η λάμψη τέτοιων εκρήξεων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τη συνολική λάμψη ολόκληρου του γαλαξία!

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Οι υπερκαινοφανείς αστέρες Τύπου Ia πιστεύεται ότι έχουν παντού την ίδια μέγιστη απόλυτη λαμπρότητα (απόλυτο μέγεθος), και έτσι χρησιμεύουν ως δείκτες-υπολογιστές τεράστιων (κοσμολογικών) αποστάσεων στο Σύμπαν. Αντίθετα, οι υπερκαινοφανείς Τύπου Ib και II έχουν ποικίλες απόλυτες λαμπρότητες, ανάλογα με τη μάζα του αστέρα που τους παράγει, αυτού που ονομάζεται προγεννήτωρ αστέρας.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ: Η έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς αστέρα δημιουργεί ένα κύμα στον γύρω χώρο, αφήνοντας ένα είδος νεφελώματος που είναι γνωστό ως υπόλειμμα υπερκαινοφανούς. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή όλων των βαρύτερων από το οξυγόνο στοιχείων, και η μοναδική πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όλο το ασβέστιο που έχει ο άνθρωπος στα οστά του αλλά και όλος ο σίδηρος του ανθρώπινου οργανισμού έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και εκατομμύρια χρόνια!! Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στο μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη [αστρική σκόνη] που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών. Αυτή η διαδικασία εμπλουτισμού καθόρισε και τη σύνθεση του Ηλιακού μας Συστήματος πριν από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, και έκανε εφικτή τη χημεία της ζωής στον πλανήτη μας. Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε δημιουργήθηκαν σ' ένα άστρο κι έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς όχι κατά τύχη, αλλά με Δημιουργικό Σκοπό, την εμφάνιση της ζωής. Η έκρηξη υπερκαινοφανούς δημιουργεί ασύλληπτα μεγάλες θερμοκρασίες, και κάτω από ορισμένες συνθήκες, οι πυρηνικές αντιδράσεις σύντηξης που λαμβάνουν χώρα μπορούν να δημιουργήσουν ορισμένα από τα βαρύτερα στοιχεία, όπως το σπανιότατο καλιφόρνιο.  Οι επιπτώσεις, όμως, μιας πολύ κοντινής έκρηξης σουπερνόβα θα ήταν καταστροφικές και όχι, πλέον, χρήσιμες, για τη ζωή πάνω στη Γη. Το ωστικό κύμα μιας τέτοιας έκρηξης θα μπορούσε να καταστρέψει ανεπανόρθωτα το προστατευτικό στρώμα του όζοντος. Χωρίς το όζον όλοι οι έμβιοι οργανισμοί στη στεριά και στα ρηχά νερά θα ήταν εκτεθειμένοι στις υπεριώδεις ακτινοβολίες, οι οποίες θα κατέστρεφαν το DNA οιουδήποτε ζωντανού. Για να γίνει όμως αυτό το εφιαλτικό σενάριο πραγματικότητα θα πρέπει οι αστέρες αυτοί να βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 500 ετών φωτός. Μέχρι στιγμής στην ανθρώπινη ιστορία καμία έκρηξη σουπερνόβα δεν ήταν τόσο κοντινή. Η πιο κοντινή έκρηξη που παρατηρήθηκε στην Ιστορία της ανθρωπότητας σημειώθηκε το 1054 στον αστερισμό του Ταύρου. Τότε ο υπερκαινοφανής αστέρας βρισκόταν σε απόσταση 6.300 ετών φωτός. Στα προϊστορικά χρόνια, η έκρηξη που δημιούργησε τον αστέρα νετρονίων Geminga, στον αστερισμό των Διδύμων, πρέπει να έγινε σε απόσταση περίπου 510 ετών φωτός από τη Γη. Υπολογίζεται πως μετά από 1.000 περίπου χρόνια, κάποια από τα αστέρια που απέχουν μόλις μερικές εκατοντάδες έτη φωτός από τη Γη, όπως ο Betelgeuse [Μπετελγκέζ], που απέχει 427 έτη φωτός από τη Γη, θα εκραγούν πιθανότατα ως υπερκαινοφανείς.

ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ: Nova στη λατινική γλώσσα σημαίνει «νέα» και αναφέρεται σε αυτό που μοιάζει να είναι ένα πολύ φωτεινό νέο αστέρι [το ουσιαστικό stella στη Λατινική, που σημαίνει αστέρας, είναι θηλυκό, γι' αυτό και το επίθετο είναι θηλυκού γένους] στην ουράνια σφαίρα. Οι αστρονόμοι του Μεσαίωνα, μη γνωρίζοντας ότι παρατηρούσαν μια έκρηξη, θεωρούσαν ότι επρόκειτο για την εμφάνιση ενός νέου αστεριού [εξ ου και το όνομα καινοφανής=πρόσφατα εμφανισθείς], που χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τον Τύχο Μπράχε. Το πρόθεμα «υπερ-» ("Super") που τέθηκε για να ξεχωρίσουν κάποιοι απ' αυτούς από τους απλούς Καινοφανείς ή νόβες (novae), ήταν οι αστρικές εκρήξεις οι οποίες επίσης σχετίζονται με την αύξηση της φωτεινότητας ενός είδους διπλού αστέρα. Παρ' όλα αυτά, είναι λάθος να θεωρούμε τη σουπερνόβα ένα νέο αστέρι, επειδή στην πραγματικότητα είναι απλώς ο θάνατος ενός αστέρα, ή η μόνιμη μετατροπή του σε κάτι τελείως διαφορετικό, ένα αστρικό “πτώμα” με το πιο φαντασμαγορικό στο σύμπαν επιθανάτιο ορατό “ρόγχο”!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φαντασμαγορικές φωτογραφίες που δημοσιεύονται σε διάφορα αστρονομικά περιοδικά, άρθρα ή παρουσιάσεις των παραπάνω αστέρων, δεν προέρχονται από μία φωτογραφική μηχανή αλλά αποτελούν σύνθετες φωτογραφίες δύο, τριών ή και περισσοτέρων διαστημομηχανών ή διαστημικών τηλεσκοπίων που το καθένα "κωδικοποιεί" μέρος του φάσματος με συγκεκριμένο χρώμα π.χ. (ενδεικτικά), ο "Χαμπλ" κωδικοποιεί στο πράσινο, ο "Σπίτσερ" στο κόκκινο, ο "Σάντρα" σε γαλάζιο. Από αυτές τις λήψεις προέρχεται η σύνθεση των επιμέρους φωτογραφιών το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτό που βλέπουμε, όπως και στη φωτογραφία που εδώ παρατίθεται.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

7.5.25

Επικήδειος του Ιωάννη Κονδυλάκη: Κείμενο – AUDIOBΟOK Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 

Επικήδειος

του Ιωάννη Κονδυλάκη

Κείμενο – Ηχοβιβλίο-AUDIOBΟOK

Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου


 

   Ήμεθα τότε μια εύθυμη συντροφιά νέων εις τα Χανιά, που είχαμε κοινήν την αγάπην προς την ιππασίαν. Εις την είσοδον της πόλεως ένας Τούρκος, ο Τζανερίκος, έδιδεν άλογα με νοίκι. Επαίρναμε από ένα κ’ ετραβούσαμε στα περίχωρα. Τι υπέφεραν εκείνα τα άλογα από τη νεανική μας τρέλα δεν περιγράφεται. Ετρέχαμε σα δαιμονισμένοι και τ’ αναγκάζαμε να υπερπηδούν κάθε εμπόδιο που συναντούσαμε, είτε τοίχος ήτο, είτε χαντάκι. Μάλιστα άμα μεθούσαμε, δεν είχαμε πια κανένα οίκτον δι’ αυτά τα ζώα. Τα σπιρούνια εχώνοντο βαθιά στα πλευρά των και οι βίτσες αυλάκωναν το δέρμα των. Και εμεθούσαμε τακτικά εις τις εκδρομές εκείνες. Σε κάθε χωριό που περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ή φίλους που μας έπαιρναν στα σπίτια των· και το βράδυ-βράδυ όταν εφθάναμε στη Σούδα, είμεθα Ρούσοι μεθυσμένοι. Και καμιά φορά, όπως ήσαν αφρισμένα τ’ άλογα, τ’ αναγκάζαμε να προχωρήσουν στη θάλασσα κι εκάναμε τα λουτρά των Κενταύρων, όπως ελέγαμε το έφιππον εκείνο κολύμπημα. Έπειτα μουσκεμένοι, καθώς ήμεθα, εγυρίζαμε στα Χανιά και παραδίδαμε στο Καλέ-καπισί, ξεθεωμένα τα άλογα.

Όσες φορές στις εκδρομές εκείνες επερνούσαμε από ένα χωριό του κάμπου μάς έπαιρνε στο σπίτι του ο γέρο-Καμαριανός. Μας ήτο αδύνατον ν’ αποφύγομε. Ήμεθα φίλοι και συνομήλικοι του γιου του Αλεξάνδρου, ο οποίος εσπούδαζεν ιατρικήν εις τας Αθήνας και ο γέρο-Καμαριανός μας έλεγεν ότι δεν μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε στον πατέρα του φίλου μας, ο οποίος κάθε που μας έβλεπε νόμιζε πως έβλεπε και το γιο του μαζί. Θα το θεωρούσε προσβολή και θα του ’κανε μεγάλη λύπη. Αλλ’ ήτο και καλός και εύθυμος άνθρωπος, μ’ όλα του τα εξήντα χρόνια, κι είχε κι εξαίρετο κρασί. Μπορούσαμε λοιπόν να του αρνηθούμε;
Αλλ’ ενώ ήτο ευχάριστος άνθρωπος, είχε και μια δυσάρεστη συνήθεια, την οποίαν εφοβούμεθα. Άμα έπινε κι έφθανε στον ενθουσιασμό της μέθης, εκατάφερνε γροθιές στα μαλλιαρά του στήθη, που τα ’χε ανοικτά, όπως τα ’χαν ακόμη τότε οι γεροντότεροι χωρικοί της Κρήτης. Και όταν παραενθουσιάζετο, δεν περιορίζετο να κτυπιέται αλλ’ αφού έδιδε μια στο στήθος του, έδινε και άλλη στο στήθος του διπλανού του κ' εφώναζε: «Στήθος μάρμαρο!» Αλλά τα στήθια τα δικά μας δεν ήσαν από μάρμαρο κι επιανόταν η αναπνοή μας. Εκινδυνεύαμε να πάθουμε αιμοπτυσία.

Μια μέρα έρχεται είδησις ότι ο Καμαριανός απέθανε ξαφνικά. Μαζευόμεθα όλοι οι φίλοι του Κένταυροι και αποφασίζομε να πάμε στην κηδεία του. Το χωριό δεν ήταν μακριά κ' εξεκινήσαμε πεζοί. Μαζί μας ήρθε κι ο φαρμακοποιός Ζαμαλής. Ο Ζαμαλής θα ήτον εξηντάρης, αλλ’ είχαμε μαζί του θάρρος, σαν να ’τονε της ηλικίας μας, γιατί από τα μαλλιά και τα μουστάκια του, που διετηρούντο κατάξανθα, τον επαίρναμε για νεώτερο απ’ ό,τι ήτο.
Στο δρόμο δεν ξέρω σε ποιόν ήλθεν η ιδέα ότι ήτο απαραίτητον να βγάλομε λόγο του μακαρίτη του φίλου μας. Και όλοι εσυμφώνησαν ότι ο καταλληλότερος δια ν’ αυτοσχεδιάσω και εκφωνήσω τον επικήδειον ήμουν εγώ. Του κάκου επροσπάθησα ν’ αποφύγω αυτήν την προτίμησιν.

«Μα πώς είμαι ο καταλληλότερος, έλεγα, αφού δεν εξεφώνησα ποτέ μου λόγο;»
«Μήπως εμείς εξεφωνήσαμε;» «Μα τι να του πω; Ήταν ένας γεωργός αγράμματος, που δεν μπορείς να του πεις παρά μόνον πως ήτο καλός άνθρωπος.» «Αυτά να του πης», είπεν ο Ζαμαλής. «Μα αυτά δε φθάνουνε για να γεμίσουν ένα επικήδειο. Αν ήξερα τουλάχιστον πως επολέμησε…» «Θα ’χει πολεμήσει· αμφιβάλλεις; είπε ένας από τους φίλους μου. Λες πως επολέμησε στα '66 ή ότι ανδραγάθησε στην επανάστασι του Μαυρογένη». «Δηλαδή τότε που δεν έγινε τίποτα», είπε κι εγέλα ο Ζαμαλής. Δεν το ξέρετε πως η επανάστασι του Μαυρογένη επέρασε χωρίς να ανοίξη μύτη;» «Τέλος πάντων ας πη πως επολέμησε στα '66 και φτάνει. Και θά ’χη πολεμήσει· δεν μπορεί. Εμείς στον Πειραιά εβγάλαμε αγωνιστή του 21 ένα γέρο, που δεν ήξερε πώς πιάνουν το τουφέκι». Ο νέος εκείνος είχε κάμει το γυμνάσιον στον Πειραιά. Και μας διηγήθη ότι όταν απέθανε ο γέρος επιστάτης του γυμνασίου, το βρήκαν πρόφασι για να μη κάμουν μάθημα. Είπαν λοιπόν στους καθηγητάς ότι ήθελαν ν’ ακολουθήσουν την κηδεία του καημένου του μπάρμπα Τάσου. Ο γυμνασιάρχης έδωκε την άδειαν, ένας δε από τους μαθητάς ανέλαβε να εκφωνήσει ποίημα· και για να έχει τι να πει, εχειροτόνησε τον επιστάτην λείψανον του Ιερού Αγώνος. Και έλεγε το ποίημα:

Ιδού και άλλο λείψανο του Ιερού Αγώνα Όπου εις Τούρκων καύκαλα το ξίφος του ακόνα.

«Και το μόνον όπλον που είχε ίσως πιάσει στα χέρια του ο καημένος ο μπάρμπα Τάσος», είπεν ο διηγούμενος, «θα ήτο το σκουπόξυλο». Η ομιλία εκείνη και το ανέκδοτο του γέρο Τάσου μας εκίνησε τόση ευθυμία και τόσα γέλια εκάμαμε, ώστε ο Ζαμαλής μας είπε:
«Μα σε κηδεία πάτε, μωρέ παιδιά, ή σε γάμο;» «Τί θέλεις, να κλαίμε από τώρα;» του είπε ένας από τους φίλους μου. « Έχομε καιρό να κλάψωμε όταν θ’ ακούσωμε τον ρήτορα να εξυμνεί τα πολεμικά ανδραγαθήματα του καπετάν Καμαριανού». Εγέλασε τότε μαζί μας και ο Ζαμαλής δια τον τίτλον του καπετάνιου.

Όταν εφθάσαμε στο χωριό, έβγαζαν από το σπίτι τον νεκρόν. Ακολουθούσαν οι δικοί του με κλάματα και οι χωριανοί. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Αλλά είχαμε κάνει τόσο κέφι στο δρόμο, που έπρεπε να βάλωμε προσπάθεια για να πάρομε το σοβαρό και λυπητερό ήθος που ταίριαζε στην περίσταση. Εγώ είχα αρχίσει να σκέπτομαι το λόγο και να φοβούμαι ότι δεν θα τα κατάφερνα. Έστιβα το μυαλό μου, αναζητούσα στη μνήμη μου φράσεις έτοιμες από τους επικηδείους που είχα ακούσει, αλλά δεν εύρισκα παρά μικρά πράγματα, που δεν αρκούσαν για να γίνει ένας λόγος δέκα λεπτών. Αλλά εκείνο που φοβόμουνα περισσότερο ήτο άλλο. Αισθανόμουν ότι η εύθυμη διάθεσις που είχα πιέσει μέσα μου δεν είχε πνιγεί ολότελα. Και όσο ήθελα να φαίνομαι λυπημένος, τόσο μου φαινόνταν όλα αστεία, ακόμη και τα θρηνολογήματα της χήρας και των άλλων συγγενών του νεκρού. Δεν έφευγεν από το νου μου ο επιστάτης που ακονούσε το ξίφος του εις των Τούρκων τα καύκαλα και ο τίτλος του καπετάνιου που εδόθη εις τον Καμαριανόν. Και ως να μ’ εγαργαλούσαν, έπρεπε να σφίγγωμαι και να προσέχω όλη την ώρα για να μη μου φύγη κανένα γέλιο.
«Δε θα βγάλω εγώ λόγο», είπα σιγά στους φίλους που πήγαιναν μαζί μου. «Δεν μπορώ. Ας μιλήση κανείς άλλος ή ας μη μιλήση κανείς». «Τώρα που το ’παμε στην οικογένεια;
«Είπατε στην οικογένεια πως θα βγάλω λόγο εγώ;» είπα με απελπισίαν.
«Αφού είχε αποφασισθή;… Ας το ’λεγες καθαρά πως δε θες αλλά τ’ αφήκες έτσι κι έτσι». «Ας είναι, μ’ επήρατε στο λαιμό σας. «Μα γιατί; Είσαι ανόητος. Μήπως πρόκειται να βγάλης λόγο στα Χανιά; Σ’ ένα χωριό θα μιλήσεις και θα σ’ ακούσουν χωριάτες αγράμματοι. Δε λες ό,τι θες; Ποιος θα καταλάβη; Λόγια μόνο ν’ αραδιάσης και σα βαρεθής λες ένα "αιωνία του η μνήμη" και τελειώνεις. «Καλά λοιπόν. Αλλ’ αφήστε με να συγκεντρώσω τις ιδέες μου».

Η εκκλησία όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία, ήταν έξω από το χωριό. Δεν παρατήρησα, αλλ’ ίσως θα ήταν η εκκλησία του νεκροταφείου. Ήτο δε τόσο μικρή, ώστε εσφιχτήκαμε σαν σαρδέλες γύρω στον πεθαμένο. Με δυσκολία έκαμαν θέση στο ρήτορα να πλησιάση. Οι χωρικοί είχαν μάθει ότι θα βγάλω λόγο και με παρατηρούσαν με περιέργεια και θαυμασμό. Πρώτη φορά θ’ ακουγότανε λόγος στο χωριό των. Ο δάσκαλος του χωριού, χωρικός και αυτός με βράκες, έψαλλε και μ’ εκοίταζε με φθόνο. Και η μεγάλη σημασία που εφαίνοντο ότι έδιδαν οι χωρικοί εις το πρωτάκουστον γεγονός που επεριμένετο μ’ έκαμε να αισθάνομαι βαρυτέραν την ευθύνην που ανέλαβα. Ο νεκρός ήτο μπροστά μου και τον παρετήρουν. Ήτο σαν ζωντανός. Όπως του ’ρθε ξαφνικός ο θάνατος δεν τον είχε σχεδόν αλλάξει. Αλλ’ ενώ τον έβλεπα, άρχισε πάλι ο Σατανάς να με γαργαλά. Και μου εψιθύρισε: «Γιά φαντάσου» έτσι που ’χει τα χέρια σταυρωμένα αν έξαφνα αρχίσει να κτυπά γροθιές στο στήθος του και να φωνάζει: "Στήθος μάρμαρο!" Γιά φαντάσου!» Κύμα από γέλιο εσηκώθη μέσα μου και με δυσκολία το κράτησα.

Έστρεψα αλλού το βλέμμα μου κι εσυνάντησα τα πρόσωπα δύο φίλων μου και δεν ξέρω γιατί και αυτά έδωκαν άλλο ανατίναγμα εις το γέλιο που με δυσκολία τόση εσυγκρατούσα. Μου φάνηκε ότι τα μάτια των γελούσαν, ότι έκαναν την ίδια σκέψη για τον πεθαμένο και ότι, όπως εγώ, κρατούσαν με τα δόντια τη σοβαρότητά των. Εδάγκωσα τα χείλη μου. Ήθελα να τα ματώσω, να πονέσω για ν’ απομακρύνω την προσοχή μου από τον πειρασμό που γελούσε στη φαντασία μου. Επάνω σ’ αυτά ήκουσα να μου λέγουν ορίστε. Ήτο καιρός ν’ αρχίσω. Είχα κάτι φράσεις συναθροίσει στο μυαλό μου, αλλ’ όταν μου ’παν ν’ αρχίσω, σκορπίσθηκαν διά μιας κι έμεινε αδειανό το κεφάλι μου. Δεν έμεινε παρά μόνο σκοτάδι. Ακόμη και τα μάτια μου είχαν θολώσει και δεν καλόβλεπα. Έμεινα άφωνος κάμποσα λεπτά, που μου φάνηκαν αιώνες. Και, ως μου ’παν έπειτα οι άλλοι, μια στιγμή άπλωσα τα χέρια μου, σαν άνθρωπος που πνίγεται και θέλει από κάπου να πιαστή. Επί τέλους κάτι βρήκα. Άρπαξα μια φράση έτοιμη κι επήρα κατήφορο. «Θλιβερόν καθήκον μας συνεκέντρωσεν εις τον οίκον τούτον του Θεού…» «Αλλά είναι πολύ στενάχωρος και θα σκάσωμε», εμουρμούρισε δίπλα μου ένας από τους συντρόφους μου. Η διακοπή εκείνη όχι μόνον μου ’κοψε το νήμα, αλλά και έδωκε νέαν ευκαιρίαν εις τον πειρασμόν που ήθελε και καλά να με καταστρέψει. Εδάγκωσα και πάλιν τα χείλη μου. Έπειτα άρχισα να ξεροβήχω και ν’ αναζητώ συγχρόνως το νήμα που ’χασα. Και αφού πέρασα άλλην αγωνίαν, εξηκολούθησα: «Ο προκείμενος νεκρός υπήρξεν ανδρείος δια την πατρίδα του, φιλόστορφος δια την οικογένειάν του, ευγενής και αγαθός δια τους φίλους του. Τα όρη τα οποία υψούνται υπέρ τας κεφαλάς μας, τα Λευκά όρη λέγω, διηγούνται τας ηρωικάς αυτού πράξεις κατά τον τριετή Κρητικόν αγώνα και κατά την τελευταίαν επανάστασιν, ήτις ηνάγκασε τον Σουλτάνον να συνθηκολογήση με την μικράν αλλά μεγαλόψυχον Κρήτην. Ανήκεις εις γενεάν γιγάντων και ημιθέων. Το όνομά σου υπήρξε τόσον σεβαστόν και τιμημένον μεταξύ των ομοεθνών σου, όσον υπήρξε φοβερόν εις τους εχθρούς. Οι Τούρκοι σ’ έτρεμαν…» Εδώ άλλη διακοπή. «Τα παραφουσκώνεις», μου εψιθύρισεν η φωνή ενός από τους φίλους μου, ο οποίος εστέκετο δίπλα μου.

Παρά τρίχα να του φωνάξω «σκασμός!» ή κάτι τέτοιο. Επήγαινα τόσο ωραία. Είχα πάρει τον αέρα τού… ας πούμε του βήματος και οι ακροαταί μου, χωρίς να νοιώθουν μεγάλα πράγματα απ’ όσα έλεγα, εκρέμοντο από τα χείλη μου. Και ήμουν ικανός να τραβήξω μακριά στο δρόμο που ’χα πάρει, αλλά η κακόβουλη εκείνη διακοπή μου τα χάλασε πάλι. Πώς να ξαναγυρίσω εις το εγκώμιο των ηρωισμών του μακαρίτη; Έπρεπε να περάσω εις άλλα προτερήματά του. Αλλά με την ταραχή που μου ’φερεν η διακοπή η στροφή δεν ήτο εύκολη. Ξεροβήχοντος έλεγα κι εξανάλεγα: «Ο προκείμενος νεκρός…» Έπειτα μου ’ρθε μια ιδέα που να μη μου’ ρχότανε· να μιλήσω για το γιο του τον Αλέξανδρο. Και ήρχισα να πλέκω το εγκώμιο του φίλου μας. Έπειτα είπα: «Ποία οδύνη θα διαπεράσει, ως φάσγανον, την καρδίαν του προσφιλεστάτου υιού σου Αλεξάνδρου, όταν μακράν σου ευρισκόμενος, θα μάθη τον θάνατόν σου! Διατί να μη ευρίσκεται πλησίον σου να γλυκάνη τας τελευταίας σου στιγμάς; Ίσως δε και η επιστήμη του ομού με την θερμότητα της υιικής του αγάπης θα κατόρθωναν να σε αποσπάσουν από τους όνυχας του αδυσωπήτου θανάτου…» Τότε ένας χωρικός, συγγενής, φαίνεται, της οικογενείας, ο οποίος έστεκε πίσω μου, έριξε στο σβέρκο μου μια φράση: «Πε πράμμα και για τ’ άλλα παιδιά.

Πώς δεν τρελάθηκα, Θεέ μου, κείνη τη στιγμή! Αλλά κατάφερα να γυρίσω πίσω το γέλιο που μ’ ανέβηκε σα λόξυγγας στο λαιμό. Από την αγωνία και τη ζέστη έτρεχεν ο ιδρώτας ποτάμι από το μέτωπό μου. Εσώπασα πάλι κι εξεροκατάπινα. Να πω και για τ’ άλλα παιδιά; Αλλά τί να πω, δι’ όνομα Θεού! Μήπως τα ’ξερα καλά καλά; Στρέφομαι λιγάκι και λέγω χαμηλόφωνα στο χωρικό: «Πώς τα λένε;» «Ο Αντρουλιός…» «Ο Αντρουλιός», εξηκολούθησα, ο φημισμένος σκοπευτής, ο οποίος ανυπομονεί να συνεχίση τους ηρωικούς άθλους του γενναίου πατρός του… «Η Μαρία», μου ψιθύρισε ο υποβολεύς.
«Η Μαρία, το κόσμημα του οίκου σου, η σεμνή και ενάρετος Μαρία…» Εις το άκουσμα του ονόματός της η Μαρία έβαλε φωνή μεγάλη: «Μπαμπά μου και πώς θα μπαίνω στο έρμο το σπίτι να μη σε θωρώ μπλειό!» Αισθανόμουν ότι δεν άντεχα πια, ότι η δύναμη της αντιστάσεώς μου ήταν στο τέλος της. Τι μαρτύριο ήταν αυτό, να έχω μια τόσο ακράτητη ορμή να γελάσω, να ξεκαρδιστώ στα γέλια και να με πνίγη αγωνία! Και ο υποβολέας το σκοπό του: «Ο Νικόλας… η Γαρουφαλιά…» Το βλέμμα μου έπεσε πάλι για μια στιγμή στον πεθαμένο· και μου φάνηκε πως ήμουν πιο αξιοθρήνητος και απ’ αυτόν. «Και τί να είπω δια τον Νικόλαον…» Δεν είχα τίποτε να είπω δια τον Νικόλαον, αλλά ούτε και μ’ αφήκαν. Από το απέναντι μέρος, όπου εστέκοντο δύο φίλοι μου, ήλθε ένα φύσημα μύτης, ένα γέλιο που ξέφυγε από τη μύτη, γιατί το στόμα ήταν φραγμένο με μαντήλι. Το φύσημα εκείνο και το μαντήλι που είδα στο στόμα κάτω από ένα μέτωπο χαμηλωμένο, με αποτέλειωσε. Θύελλα από γέλια ξέσπασε από το στήθος μου. Και σαν άρχισα, ήταν αδύνατο πια να κρατηθώ. Ήθελα να πω: «Γαίαν έχοις ελαφράν»· αλλά μόνο η πρώτη συλλαβή έβγαινε από το στόμα μου κι ετελείωνε σε σπασμό γέλιου.

Στρέφομαι γύρω με απελπισία και ζητώ μια πρόφαση για να δικαιολογήσω την ασεβή παραφροσύνη μου. Άλλοι με κοιτάζουν με απορία και άλλοι με θυμό· και μόνον οι φίλοι μου δεν με κοιτάζουν γιατ’ είχαν κρυφτή. Το βλέμμα μου φτάνει στο φαρμακοποιό και στα μούτρα του βρίσκω την πρόφαση που ζητούσα. Ο Ζαμαλής βαφότανε κι από τη ζέστη η βαφή είχεν αναλιγώσει και με τον ιδρώτα σχημάτιζε κιτρινωπά ρυάκια στο πρόσωπό του.
«Μωρέ, βάφεσαι;» του λέω για να δείξω τάχα ότι γι’ αυτή την ανακάλυψη γελούσα.
«Δε μου λες πως είσαι για δέσιμο; αποκρίνεται ο Ζαμαλής και σκουπίζεται με μεγάλο χρωματιστό μαντήλι. Δια να σκεπάση το σκάνδαλο ο παπάς άρχισε να ψάλλει. Την ίδια στιγμή δύο χέρια μ’ έσπρωξαν προς τα έξω· ήταν ο χωρικός που μου’ λεγε τα ονόματα· και στην πόρτα της εκκλησιάς μού λέγει:

«Το καλό που σου θέλω, φύγε, φύγε γλήγορα!»




ΤΟ AUDIOBOOK EΔΩ




Ο Άγιος Νεομάρτυρας Νικόλαος εκ Μετσόβου1 (Τρίκαλα 16/5/1617) από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

 
    Ο Άγιος Νεομάρτυρας Νικόλαος εκ Μετσόβου1

(Τρίκαλα 16/5/1617)

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


Ο ΕΞΩΜΟΤΗΣ: Ο Άγιος Νικόλαος καταγόταν από το Μέτσοβο, αλλά στη νεανική του ηλικία εγκαταστάθηκε στα Τρίκαλα και εργαζόταν σ΄ ένα αρτοπωλείο. Δυο-τρία έτη αργότερα πείστηκε από κάποιους Οθωμανούς που έκανε παρέα να αρνηθεί του Χριστό και να γίνει Μουσουλμάνος. Όμως σύντομα κατάλαβε το λάθος του, μετάνιωσε και επέστρεψε στο Μέτσοβο ζώντας πια χριστιανική ζωή. Κάποτε, μαζί με κάποιους συμπατριώτες του, φόρτωσαν τα άλογά τους με δαδί και μετέβησαν στα Τρίκαλα για να πουλήσουν το φορτίο. Εκεί όμως τον αναγνώρισε ένας Τούρκος κουρέας2 και άρχισε να τον κατηγορεί. Φοβισμένος ο Νικόλαος, του χάρισε το φορτίο του δαδιού, παρακαλώντας τον να μην τον καταδώσει. Εκείνος πήρε το φορτίο και του υποσχέθηκε να μην τον φανερώσει ποτέ, υπό την προϋπόθεση να του φέρνει κάθε χρόνο ένα φόρτωμα δαδιού, εξασφαλίζοντας έτσι την εχεμύθειά του.

  ΜΕΤΑΝΟΙΑ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Όμως ο Νικόλαος μετανόησε για την υπόσχεσή του αυτή προς τον Οθωμανό και ζήτησε τη βοήθεια του πνευματικού του. Ο Άγιος εξομολογήθηκε το αμάρτημά του και, παρά τις αντιρρήσεις του γέροντά του, εξασφάλισε την ευχή του για το μαρτύριο. Επέστρεψε στα Τρίκαλα και παρουσιάστηκε στον κουρέα ο οποίος μεγαλόφωνα και παρουσία μεγάλου πλήθους Οθωμανών, τον κατήγγειλε ότι εγκατέλειψε το Μωαμεθανισμό. Οι Οθωμανοί τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στο δικαστή. Εκεί, στη σχετική ερώτηση του δικαστή, ο μάρτυς απάντησε γενναία ότι ήταν Χριστιανός και Χριστιανός σκόπευε να πεθάνει. Μετά από τις συνηθισμένες κολακείες, υποσχέσεις και απειλές, με διαταγή του δικαστή, ραβδίστηκε άγρια και ρίχτηκε στη φυλακή. Εκεί τον τυραννούσαν με το μαρτύριο της δίψας και της πείνας. Έπειτα από λίγες ημέρες ο δικαστής διέταξε να τον φέρουν πάλι στο δικαστήριο. Εκεί ο Νικόλαος έμεινε αμετάθετος στην ορθή πίστη παρά τις απειλές των Οθωμανών. Τότε ο δικαστής διέταξε να ανάψουν μεγάλη φωτιά στο κέντρο της αγοράς των Τρικάλων και να ρίξουν μέσα σ΄ αυτή τον Άγιο. Έτσι την 16η Μαϊου του 1617 ο Άγιος Νικόλαος χαρούμενος, προφέροντας δοξολογίες, παρέδωσε την αγία του ψυχή.

  Η ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ – ΘΑΥΜΑΤΑ: Ένας Χριστιανός αγγειοπλάστης, ευλαβούμενος τον Άγιο, έδωσε λίγα χρήματα σε κάποιους Τούρκους και πήρε την κάρα του Αγίου και την έκρυψε σε τοίχο του σπιτιού του. Χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του αγγειοπλάστη, κι ενώ κάτοχος του σπιτιού ήταν ένας Χριστιανός ονόματι Μέλανδρος, την ημέρα της μνήμης του Αγίου είδε ένα λαμπρό φως σ΄ έναν από τους τοίχους του σπιτιού του. Σκάβοντας τον τοίχο, βρήκε την τίμια κάρα και την παρέδωσε στην Ι. Μ. Βαρλαάμ των Μετεώρων. Μεταξύ των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου αναφέρεται η λύτρωση από το θανατικό που μάστιζε τη Δεσκάτη, η ελευθέρωση των Καλαρρύτων από κάποια λοιμική ασθένεια, κ. α.

Ιν΄ εκφύγης πυρ της γεέννης, παμμάκαρ, το πυρ υπέστης,

Νικόλαε ευθύφρον.”

1. Μτθ. Λαγγής, ό. π., τ. Ε΄, σ. 447-450.

2. Οι κουρείς των Οθωμανών συνήθιζαν να κάνουν εκείνην την εποχή και τις περιτομές. Είναι λοιπόν πιθανόν γι' αυτό το λόγο να τον γνώριζε.

2.5.25

Η Νυξ [Νύχτα] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Νυξ [Νύχτα]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Η Νυξ με το άρμα της σε παράσταση αγγείου

   ΓΕΝΙΚΑ: Η Νυξ ήταν κατά την Ελληνική Μυθολογία θεότητα σύμβολο της νύχτας. Εμφανίζεται στα πρώτα στάδια της δημιουργίας του πρωτο-μυθικού κόσμου των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν η μητέρα δύο άλλων θεοτήτων [προσωπο-ποιήσεων], του Ύπνου και του Θανάτου. Οι εμφανίσεις της είναι γενικά πολύ αραιές σε διάφορες μυθικές διηγήσεις. Πάντως, έστω και από αυτές τις λίγες αναφορές, φαίνεται πως εξαιτίας της εξαιρετικής της δύναμης και της ομορφιάς της, ακόμη και ο Δίας την απέφευγε!

Ρωμαϊκό αγαλμάτιο της Νυκτός
  ΗΣΙΟΔΟΣ ΚΑΙ ΟΜΗΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ: Στην ησιόδια “Θεογονία” διαβάζουμε πως η Νύχτα γεννήθηκε από το Χάος1. Αργότερα, από την ένωσή της με το Έρεβος, γέννησε τον Αθέρα και την Ημέρα2. Αργότερα, μόνη της, γέννησε το Μόρο [πεπρωμένο], την Κήρ[α] [μοίρα-θάντος], τους δίδυμους Ύπνο και Θάνατο, τον Μώμο, τις Εσπερίδες, τις Μοίρες, τις Κήρες, τη Νέμεση, την Απάτη, τη Φιλότητα [φιλία], την Έριδα [διαμάχη], το Γήρας, κ.ά. [όλα προσωποιήσεις του ανθρώπινου βίου]3. Ο Ησίοδος τοποθετεί την κατοικία της Νυκτός στον Τάρταρο, όπου κατοικούν επίσης κοντά της ο Ύπνος κι ο Θάνατος4. Πάντως η Νυξ ουδέποτε συναντά την κόρη της Ημέρα. Λέει σχετικά ο Ησίοδος: ὅθι Νύξ τε καὶ Ἡμέρη ἆσσον ἰοῦσαι ἀλλήλας προσέειπον, ἀμειβόμεναι μέγαν οὐδὸν χάλκεον· ἣ μὲν ἔσω καταβήσεται, ἣ δὲ θύραζε ἔρχεται, οὐδέ ποτ᾽ ἀμφοτέρας δόμος ἐντὸς ἐέργει5”. Στην Ιλιάδα, ο Όμηρος στο περιστατικό που ο Ύπνος συνομωτεί με την Ήρα, εμφανίζει τον Δία να φοβάται τη δύναμη της Νυκτός. Έτσι, όταν ο πατέρας των θεών θέλει να τιμωρήσει τον Ύπνο, ο τελευταίος κατορθώνει να διαφύγει μόνο με μια απλή επίκληση στη μητέρα του Νύκτα6.


    ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Η θεότητα Νυξ εμφανίζεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε πολλά και διάφορα αποσπασματικά κείμενα-ποιήματα που αποδίδονται στον Ορφέα. Έτσι, στους Ορφικούς, η Νυξ εμφανίζεται να ειίναι η πρώτη αρχή της δημιουργίας και όχι το Χάος, που εμφανίζεται ως δημιουργός του παντός στο σύνολο των Ελλήνων μυθικών συγγραφέων. Ακόμη η Νυξ εμφανίζεται ως κάτοικος μιας βαθιάς σπηλιάς, από όπου δίνει τους χρησμούς της στους μύστες των Ορφικών Μυστηρίων, δίπλα ακριβώς στον μεθυσμένο με μέλι και αλυσοδεμένο Κρόνο. Έξω από το σπήλαιο, και πάλι κατά τους Ορφικούς, η Αδράστεια χτυπάει ρυθμικά κύμβαλα και τύμπανο, μετακινώντας [!] ολόκληρο το σύμπαν σε ένα εκστατικό χορό στο ρυθμό της μουσικής που δίνει η ίδια η Νύκτα. Στην ίδια αυτή αρχαιοελληνική αίρεση, ο Φάνης, ένα παράξενο, σχεδόν τερατώδες πλάσμα, εμφανίζεται άλλοτε ως γιος και άλλοτε ως πατέρας της Νυκτός. Η Νυξ είναι επίσης η πρωτοκορυφαία του χορού στις αριστοφανικές κωμωδία “Όρνιθες”, κωμωδία η οποία μπορεί να είναι και εμπνευσμένη από τους Ορφικούς. Ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τη Νύκτα ως μητέρα του Έρωτα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η Νυξ, προσωποποιημένη εμφανίζεται και σε μικρογραφία ενός χειρογράφου χριστιανικού Ψαλτηρίου του 10ου αιώνα [Παρίσι], δίπλα στον Προφήτη Ησαϊα [3η εικόνα].

Η ΝΥΞ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ: Στην Ελλάδα, η Νυξ ήταν μόνο σπάνια στο επίκεντρο των λατρειών. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η Νυξ είχε ένα μαντείο στην ακρόπολη των Μεγάρων7. Συχνότερα η Νυξ λατρεύονταν παράλληλα και πίσω από άλλες θεότητες. Για παράδειγμα στον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, υπήρχε ένα άγαλμα που ονομαζόταν "Νύχτα"8. Συχνά η Νυξ εμφανίζεται ως συνθετικό στη λατρεία διαφόρων θεών, όπως για παράδειγμα, Διονύσος Νυκτέλιος ή Αφροδίτη Φιλοπάννυξ9.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Νυξ, Λεξικό της Οξφόρδης, νυξ, Λεξικό Liddell-Scott. Αριστοφάνης, Όρνιθες. Gantz, Πρώιμος ελληνική Μύθος: Ένας οδηγός φιλολογικών και καλλιτεχνικών πηγών, Johns Hopkins University Press, 1996. Grimal, Pierre, Το Λεξικό της Κλασικής Μυθολογίας, Wiley-Blackwell, 1996, “Νυξ”, σελ. 314. Otto Kern, ed., Orphicorum Fragmenta.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com 


1. Ησίοδος, Θεογονία 123.

2. Ησίοδος, Θεογονία 124-5.

3. Ησίοδος, ό.π., 212-225.

4. Ησίοδος, ό.π., 744-45, 758-9.

5. Ησίοδος, ό.π. 746-750.

6. Όμηρος, Ιλιάδα, Ξ 249 – 261.

7. Παυσανίας, 1. 40.1 και 10. 38.6.

8. Παυσανίας 3.18.1.

9. Ορφικός Ύμνος 55.

Ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος [ο εν Βουναίνη] (9 Μαΐου) του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος [ο εν Βουναίνη] (9 Μαΐου)

+ ΒΙΝΤΕΟ με το απολυτίκιο

του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

  

    Ο Νικόλαος γεννήθηκε στην Μ. Ασία από ευσεβείς και ευγενείς γονείς και ανατράφηκε από μικρός με τα νάματα της χριστιανικής πίστης. Όταν μεγάλωσε, οι γονείς του τον κατέταξαν στο στρατό του βυζαντινού κράτους όπου και ήταν το πρότυπο του ήρωα για τους συστρατιώτες του χάρις στα σπουδαία του ανδραγαθήματα. Όταν ο βασιλιάς, μετά από λίγα χρόνια, έμαθε για το χαρακτήρα του πιστού του στρατιώτη, τον κάλεσε στο παλάτι και του απένειμε το οφφίκιο1 του Δούκα και του διοικητή μιας επαρχίας. Και στα νέα του καθήκοντα διέπρεπε ο Νικόλαος, μέχρι που κλήθηκε ξανα από το βασιλιά μαζί με άλλους σημαντικούς στρατιωτικούς για να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε με μια στάση των κατοίκων της Θεσσαλίας που αντιδρούσαν για την υπερβολική φορολόγησή τους2. Έτσι τα αυτοκρατορικά στρατεύματα της Κων/λης έχοντας επικεφαλής τους, μεταξύ άλλων, και τον Νικόλαο άρχισαν τον αγώνα για να υποτάξουν τους Θεσσαλούς στασιαστές. Βλέποντας όμως την αντίσταση των Λαρισαίων και των λοιπών Θεσσαλών καθώς και τους νεκρούς των συγκρούσεων, αποφάσισε να αποσυρθεί απ’ τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στην ασκητική ζωή. Έτσι πήγε στους λόφους της περιοχής Βουναίνης3, όπου μόναζαν και άλλοι ασκητές, και, μαθητεύοντας κοντά τους, παρουσίαζε μεγάλη πρόοδο στην αρετή. Ο συναξαριστής αναφέρει μια εισβολή Αβάρων (ή πιθανότερα Σαρακηνών) που έγινε εκείνα τα χρόνια, στη διάρκεια της οποίας ρημάχτηκε η ύπαιθρος της Θεσσαλίας. Μαθαίνοντας οι βάρβαροι την ύπαρξη των ασκητών, οδηγήθηκαν προς τα εκεί για λεηλασία και καταστροφή. Ο Νικόλαος, βλέποντας τους εισβολείς, στήριξε τους συναθλητές του για να μη δειλιάσουν. Οι βάρβαροι συνέλαβαν τον Νικόλαο και προσπάθησαν να τον πείσουν ν’ αρνηθεί την πίστη του με υποσχέσεις και κολακείες στην αρχή, με χτυπήματα και μαστιγώσεις στη συνέχεια. Μάταια, όμως, γιατί ο Νικόλαος έμενε στέρεος στην πίστη του. Τότε ο επικεφαλής των φονέων διέταξε να τον δέσουν σ’ ένα δέντρο όπου τον κατατρύπησαν με τις λόγχες τους. Τέλος τον έσυραν μισοπεθαμένο και τον αποκεφάλισαν την 9η Μαΐου. Στο «Μέγα Συναξαριστή» αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένα θαύματα που έκανε ο Άγιος μετά το θάνατό του4.

   

   Ο ιστορικός μελετητής Α. Σοφιανός5 υποστήριξε ότι ο αρχηγός των Σαρακηνών (άρα Αράβων και όχι Αβάρων) αρνησίθρησκος Δαμιανός, μετά την άλωση της Δημητριάδας, γύρω στο 900 μ.Χ. εισέβαλε και στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Έτσι σύμφωνα και με ένα αγιολογικό κείμενο6 του 10ου αιώνα, ο Νικόλαος επικεφαλής τότε μιας μικρής στρατιωτικής μονάδας στη Λάρισα αποσύρθηκε, προ του κινδύνου με τις δυνάμεις του και τον αρχιεπίσκοπο Φίλιππο, στους πρόποδες του όρους Τέρναβος (Μελούνα), όπου πίστευε ότι μπορούσε να οχυρωθεί καλύτερα. Εκεί τελικά νικήθηκε αλλά κατόρθωσε να διαφύγει προσωρινά για να συλληφθεί αργότερα. Έτσι μετά τη σύλληψή του και την άρνησή του να αλλαξοπιστήσει θανατώθηκε μαρτυρικά στη Βούναινα. Αντίθετα, η ιστορικός Άννα Αβραμέα7 υποστηρίζει ότι η επιδρομή που περιγράφει ο Συναξαριστής αφορά στους Βουλγάρους του Συμεών που έκαναν επιδρομές στη Θεσσαλία στα τέλη του 9ου αιώνα και τις αρχές του 10ου. Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η άποψη του Δ. Σοφιανού είναι η ορθή διότι οι Βούλγαροι ήταν ήδη από την εποχή του τσάρου τους Βόριδος (Μιχαήλ) Χριστιανοί, ενώ αντίθετα οι Σαρακηνοί επιδίωκαν πάντοτε το βίαιο εξισλαμισμό των αιχμαλώτων τους.

   

 Σήμερα η τίμια κάρα του Αγίου βρίσκεται ως ιερά παρακαταθήκη στην ομώνυμη Ι. Μονή της Άνδρου.

Εχων παρρησίαν πρός τόν Χριστόν, πρέσβευε ἀπαύστως,

πάσης ρύεσθαι συμφορᾶς,τούς τήν ἄθλησίν σου, Νικόλαε τιμῶντας,

και ἀπεκδεχομένους, τήν θείαν χάριν σου.




1 Εδώ έχει τη σημασία του αξιώματος.

2Πρόκειται πιθανώς για μια στάση ανάλογη μ’ αυτή του «Μούλτου», Κων.Α. Οικονόμου, Η Λαρισα και η θεσσαλικη Ιστορία, γ΄τόμος, Λάρισα 2008.

3 Μετά το 1371 το όνομα της Βουναίνης (ή Βουνένης) που ήταν και έδρα Επισκοπής δεν αναφέρεται από καμιά πηγή.

4 «Μέγας Συναξαριστής», τόμος Ε΄, σ. 241-2.

5 Δ. Σοφιανός, Ο Άγιος Νικόλαος ο εν Βουναίνη, Αθήναι 1972.

6 Κώδικας αρ. 81, στην Ι. Μ. Μεταμόρφωσης του Σωτήρα Μετεώρων.

7 Α. Αβραμέα, Βυζαντινή Θεσσαλία., σελ.89-91 και 129.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η δολοφονία μιας ''ένοχης'' Ιρανής με λιθοβολισμό! Ιράν: γυναίκες ενός κατώτερου θεού! Κων. Αθ. Οικονόμου

  Η δολοφονία μιας ''ένοχης'' Ιρανής με λιθοβολισμό! Ιράν: γυναίκες ενός κατώτερου θεού! Κων. Αθ. Οικονόμου     ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....