Ετικέτες - θέματα

6.4.26

Ο Αλιβάνιστος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο-AUDIOBOOK, διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Ο Αλιβάνιστος

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
 κείμενο-AUDIOBOOK, 
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

   

  Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέντρα της Σταματη-ρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι' άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

– Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ' ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για 'πές μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ' ετάχθη εξ' αριστερών του Σταμάτη, διά ν' ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ' εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

* *
*

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι' ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ' εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ' εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ' επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.

– Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είνε;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια, κ' ύστερα έπεσε μέσα στ' ορμάνι, κ' εχάθηκε.

* *
*

Οι δυο βοσκοί κι' ο Σταμάτης, κι' ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέση μέσα 'σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κ' έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.

*
*   *

– Πώς έκαμες, βλοημένε κ' έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο,... απ' τα 'Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·... είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κ' εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα... Ας είνε καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ' ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο! ...Ας έχη την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη.

– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάστασι να κάμω 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! ... Να πάρης ευλογία! ... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! ... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.

*
*   *

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ' εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ' αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ' εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι' αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ' στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ', ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ' εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

– Επέμεινε.

– Θα μου πης τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ' ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ', είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ' εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα.

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ' αφήση να μεταλάβης.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!


ΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=RHpGo-rBui0

 

5.4.26

Στην σκλαβωμένη στους Άγγλους Κύπρο το 1915 +ΒΙΝΤΕΟ επιμ. Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Στην σκλαβωμένη στους Άγγλους Κύπρο το 1915 +ΒΙΝΤΕΟ

Βίντεο με τη βοήθεια a.i. από φωτογραφίες της εποχής, όπως δημοσιεύτηκαν στο Nat. Geographic

Επιμ. Κωνσταντίνος Οικονόμου


Το 1915, η Βρετανία πρόσφερε επίσημα την Κύπρο στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την είσοδο της χώρας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπέρ της Αντάντ (βοήθεια στη Σερβία), αλλά η προσφορά απορρίφθηκε από την ελληνική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, υπό την πίεση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α', λόγω του Εθνικού Διχασμού.

Στις 16 Οκτωβρίου 1915, η Μεγάλη Βρετανία, θέλοντας να ενισχύσει το μέτωπο κατά των Γερμανών, Τούρκων και Βουλγάρων, προτείνει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα .
Όμως, μόλις την επομένη (17 Οκτωβρίου 1915), η ελληνική κυβέρνηση, εν μέσω έντονης πολιτικής κρίσης (παραίτηση Βενιζέλου), απορρίπτει την πρόταση. Έτσι η ευκαιρία για την Ένωση χάθηκε, και η Κύπρος παρέμεινε υπό βρετανική κατοχή, ανακηρυχθείσα επίσημα σε αποικία το 1925 .
Η συγκυρία αυτή θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες στην ελληνοκυπριακή ιστορία. Την ίδια χρονιά δημοσιογράφος του NATIONAL GEOGRAPHIC ταξιδεύει στο νησί και μας αφήνει μια σειρά φωτογραφιών. Από αυτές τις φωτογραφίες φτιάξαμε ένα βίντεο με τη βοήθεια της τεχν. νοημοσύνης.
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
Και στο YOUTUBE:
https://www.youtube.com/watch?v=9yz_n-sLOyI

Στην Νοέλια τον άγγελο της θλίψης Κων/νος Οικονόμου

 

Στην Νοέλια τον άγγελο της θλίψης

Κων/νος Οικονόμου




Σε λέγαν Νοέλια Καστίγιο Ράμος


Νοέλια, τ΄ονομά σου Χριστούγεννα!

Οι γονείς σ΄αγαπούσαν μα...

Αντιμετώπισαν δυσκολίες

Σ΄άρπαξε η Κυβέρνηση να σε ... σώσει

Γιαγιά και μάνα εκλιπαρούσαν να μείνεις κοντά τους..

Δέκα αστυνομικοί κατέφθασαν, για τις... αντιδράσεις


Σε βάλανε, λένε σε καταφύγιο

Εφήβων μωαμεθανών ... μεταναστών

Τα λέγαν ασυνόδευτα προσφυγόπουλα

Δεν σου επέτρεψαν να φύγεις από κει ποτέ

Τουλάχιστον όσο ... στεκόσουν στα δυο σου πόδια

Το προσωπικό σ΄ αντιμετωπίζει σαν παρία


Ομάδα ... των προσφυγόπουλων

Που ήταν από το ... εμπόλεμο Μαρόκο

αποφασίζουν ομάδικά να σε εξεφτελίσουν

Πιστεύεις ότι θά ρθει βοήθεια

Κανείς όμως δεν ''ακούει'' τις κραυγές σου

Την επομένη μίλησες στις .. υπεύθυνες προστάτριές σου

Υπέυθυνες του κέντρου, λάτρεις του Αλδομοβάρ

Αρνούνται να αναφερθούν σε υψηλότερους .. ανευθύνους

Ο λόγος προφανής

Θα μεγαλώσει λέει η ...η ισλαμοφοβία

Δεν κάνουν τίποτε απολύτως..


Τότε είναι που δεν μπορείς πια να προχωρήσεις

Φεύγεις, πετάς το κουρελιασμένο σώμα σου από τον πέμπτο

Ο Θεός δεν σ΄αφήνει να πας ακόμη κοντά του

Σακατεμένη τώρα ΚΑΙ στο σώμα ελπίζεις

Στην αρχή μόνο, γιατί ...

Οι βλάβες φαίνονται μόνιμες, δεν θα περπατούσες ποτέ ξανά


Ζητάς ευθανασία

Το κράτος για μοναδική φορά έρχεται αρωγός σου

Είναι μια προοδευτική βλέπεις δημοκρατία

Που καίγεται ΜΟΝΟ για το δικαίωμά σου στο θάνατο

Τα δικαστήρια επικύρωσαν την κρατική αρωγή στο θάνατό σου

Έδωσες μια τελευταία συνέντευξη, βλέπεις τώρα

Άρχισες να ... πουλάς LIKES


Οι γιατροί σε μπλοκάρισαν, μην έρθει κοντά σου ο πατέρας

Κι όσοι σ΄αγάπησαν, για να μην σ΄ εμποδίσουν

Τότε, στο παγερό εκείνο θάλαμο ενός ευαγούς ιδρύματος

Πήρες το δηλητήριο

Τα πνευμόνια σου που κάποτε ούρλιαξαν απ΄ την απόγνωση

Παύουν να λειτουργούν

Συναντάς το θάνατο στον τελευταίο σου ύπνο

Γίνεσαι σύμβολο της αποτυχίας ενός κράτους ...πολιτισμένου

Να σε προστατεύσει.


Κάποιο άλλοι υπαίτιοι ... ζουν, προστατεύονται...

Άλλοι στρέφουν το κορμί τους στο άλλο πλάι

Στη σκοτεινότερη μεριά του δωματίου τους.

Κι απολαμβάνουν τον ύπνο του δικαίου.


Καλόν ύπνο κε Πρωθυποργέ της Ισπανίας!

Οι άνθρωποι ζητάμε να μας συγχωρέσεις!


Καλό σου ταξίδι Νοέλια!

Ο αστερισμός Υδροχόος + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Υδροχόος + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

  ΓΕΝΙΚΑ: Ο Υδροχόος [Λατινικά: Aquarius, συντ. Aqr] είναι ένας αστερισμός που καταγράφηκε πρώτη φορά από τον Πτολεμαίο. Είναι αστερισμός του Ζωδιακού Κύκλου ευρισκόμενος κατά το 80% στο νότιο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας, ορατός από την Ελλάδα τα βράδια του φθινοπώρου. Συνορεύει με τους αστερισμούς: Πήγασο, Ιππάριον, Δέλφιν, Αετό, Αιγόκερω, Νότιο Ιχθύ, Γλύπτη, Κήτος και Ιχθύες. Η έκτασή του είναι 979,9 [10ος μεγαλύτερος αστερισμός]. Είναι ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 65° Βόρεια και 86° Νότια. Στην Ελλάδα είναι καλύτερα ορατός στις 9.00 μ.μ. των βραδιών του Οκτωβρίου. Το όνομά του σημαίνει «αυτός που χύνει το νερό» και οφείλεται στο ότι στην αρχαιότητα ο Ήλιος περνούσε από αυτόν κατά την εποχή των βροχών. Απεικονιζόταν σε όλο τον κλασικό αρχαίο κόσμο, ως άνδρας ή αγόρι που χύνει νερό από μια υδρία [στάμνα] που τη σχηματίζουν οι αστέρες γ, ζ, η, π. Οι Άραβες, αντίθετα, τον απέδιδαν ως μουλάρι με δύο βαρέλια νερού ή απλώς ως ένα κουβά νερό. Στο ρωμαϊκό ζωδιακό κύκλο συμβολίζεται με ένα παγώνι, το ιερό πτηνό της θεάς Ήρας [Γιούνο], καθώς στον μήνα της [Γαμηλίων] ο Ήλιος βρισκόταν στο συγκεκριμένο ζώδιο.

  ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: Στην αρχαία ελληνική, ο αστερισμός αναφέρεται και ως Υδροχοεύς. Η κυρίαρχη μυθολογική παράδοση που συνδέεται με τον Υδροχόο, τον ταυτίζει με τον Γανυμήδη, από όπου και οι ονομασίες των Ρωμαίων συγγραφέων Ganymedes, Ganymede Juvenis, Puer Idaeus και Iliacus. Τον συναντάμε επίσης και ως Αρισταίο, που έφερνε τη βροχή στους κατοίκους της Κέας αλλά και ως Κέκροπα. Ο Πίνδαρος αναφέρει ότι ο Υδροχόος συμβόλιζε τις πηγές του Νείλου. Η στάμνα του υδροχόου ονομαζόταν και Κάλπη από τους Έλληνες. Οι Βαβυλώνιοι τον συνέδεαν με τον ενδέκατο μήνα τους, τον Shabatu [Κατάρα της Βροχής, Ιανουάριος-Φεβρουάριος]. Η στάμνα του (Gu) ήταν για τους Ακκάδιου η Ku-ur-ku, η «έδρα των ρεόντων υδάτων». Επίσης ο Υδροχόος ήταν ο Ramman(u), ο θεός της θύελλας. Στην Αίγυπτο απεκαλείτο και Μώνιος, από το “μω” [=νερό]. Στους Άραβες, ήταν Al Dalw, “ο κουβάς”. Ο Υδροχόος ήταν γνωστός ως Dol ή Dul και Vahik στην Περσία, Deli στους Εβραίους και Daulo στους Σύρους. Οι Τούρκοι τον γνώριζαν ως Kugha [>ελλ. κιούγκι], δηλαδή κουβά. Στην Κίνα, μαζί με τον Αιγόκερω και τους Ιχθύες, ο Υδροχόος σχημάτιζε αρχικώς ένα τεράστιο Ουράνιο Ερπετό, φίδι ή χελώνα (Tien Yuen). Αργότερα ήταν γνωστός ως Hiuen Ying, [ο Σκοτεινός Ήρωας]. Επίσης ήταν σύμβολο του αυτοκράτορα Τσουν Χιν, κατά τη βασιλεία του οποίου είχε συμβεί κατακλυσμός. Στην Ινδία, ο Υδροχόος «άνοιγε» τον ζωδιακό κύκλο και ονομαζόταν Khumba ή Kumbaba, όνομα που θυμίζει τη θεά της θύελλας στη Μεσοποταμία την Κόμβη [Ησύχιος]. Αργότερα κι εδώ έγινε ο Hridroga, μεταγραφή, δηλαδή, του ελληνικού «Υδροχόος». Για τους μάγους στη Δύση και τους Κέλτες Δρυίδες, ο αστερισμός αντιπροσώπευε την όλη επιστήμη της “Αστρονομίας”, όπως βέβαια αυτοί την οριοθετούσαν. Οι Σάξωνες, κατά το Μεσαίωνα, τον αποκαλούσαν se Waeter-gyt, μετάφραση του ελληνικού. Ο Ρόδιος Γεμίνιος στην «Εισαγωγήν» του [77 π.Χ.], σχημάτισε ένα ξεχωριστό αστερισμό (Χύσις ύδατος) από τους αστέρες που σημειώνουν το νερό που τρέχει από την υδρία του Υδροχόου (λ, φ, χ, ψ, ω). Κατά τις χριστιανικές αναπαραστάσεις των αστερισμών (17ος αιώνας μ.Χ.) ο Υδροχόος ταυτίσθηκε, αρκετά ταιριαστά, με τον Πρόδρομο Ιωάννη το Βαπτιστή, αν και ορισμένοι τον παρομοίασαν με το Μωυσή ως βρέφος που ανασύρεται από τα νερά του Νείλου.

Ο ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΣΤΗΝ ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑΣ: Ως ζωδιακός αστερισμός, ο Υδροχόος συνδέθηκε με την Αστρολογία και άλλες προλήψεις ή θρύλους. Με τους Διδύμους και τον Ζυγό σχημάτιζε το «αιθέριον τρίγωνον» των αστρολόγων, ενώ μαζί με τον Αιγόκερω αποτελούσε τον οίκο του Κρόνου που πίστευαν ότι επιδρούσε στα πόδια(!!). Ως «αστήρ της Ήρας» (Junonis astrum) Θεωρήθηκε ότι επιδρά ιδιαιτέρως σε χώρες όπως η Κιλικία, η Τύρος, κ.ά. Αργότερα, οι αστρολόγοι “έκριναν” πως ο Υδροχόος επιδρά στην Αραβία, τη χώρα των Τατάρων, τη Δανία, τη Ρωσία, τη Σουηδία και τις περιοχές της Βεστφαλίας, της Βρέμης και του Αμβούργου! Στην εποχή μας ο Ήλιος βρίσκεται μέσα στα όρια του Αιγόκερω από τις 16 Φεβρουαρίου ως τις 12 Μαρτίου, ημέρες που απέχουν από τις “επίσημες” αστρολογικές και οι ημερομηνίες αυτές μετατίθενται προς τα εμπρός με ρυθμό 1 ημέρα ανά 71,1 έτη.

SaturnNebula

ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ
: Ο αστερισμός έχει 172 ορατούς αστέρες. Ο αστέρας α Υδροχόου δεν είναι ο φωτεινότερος [φ.μ. 2,96]. Είναι ωστόσο γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Sadalmelik. Οι β, γ, δ και ε Υδροχόου ονομάζονται αντίστοιχα: Sadalsuud, Sadachbia, Skat, Albali Ο ζ, διπλός αστέρας, έχει φαινόμενο μέγεθος 3,7. Ο θ ονομάζεται Άνκα. Οι η, ι, λ και φ, έχουν αντίστοιχα φ.μ. 4,02, 4,27, 3,74 και 4,22.

Comets_Kick_up_Dust_in_Helix_Nebula_(PIA09178)

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ
: Ο κοντινός ερυθρός νάνος Gliese 876, με φ.μ. 10,17 διαθέτει ολόκληρο πλανητικό σύστημα αποτελούμενο από τρεις πλανήτες. Οι αστέρες HD 210277 και HD 222582 έχουν από 1 πλανήτη. Το εντυπωσιακό σφαιρωτό σμήνος Μ2, ορατό μόνο με ισχυρά κιάλια [φ.μ. 6,5] και το αμυδρότερο σφαιρωτό σμήνος Μ72, εντοπίζονται εντός των ορίων του Υδροχόου. Το πλανητικό νεφέλωμα NGC 7293 [Νεφέλωμα της Έλικας] είναι το κοντινότερο σε εμάς και φωτεινότερο από όλα τα πλανητικά νεφελώματα. Το φαινόμενο μέγεθός του είναι 6,5 και η απόστασή του από τη Γη υπολογίζεται σε 450 ως 700 έτη φωτός. Στον Υδροχόο εντοπίζεται και το πλανητικό νεφέλωμα NGC 7009, γνωστό με το προσωνύμιο "Saturn Nebula", Νεφέλωμα του Κρόνου, επειδή μοιάζει λίγο με τον πλανήτη Κρόνο. Έχει φ.μ. 8,3 και η απόστασή του από τη Γη υπολογίζεται σε 3.900 έτη φωτός. Ο αμυδρός γαλαξίας NGC 7252 [φ.μ.12,1], στο σύνορο Υδροχόου με τον Νότιο Ιχθύ, είναι στην πραγματικότητα περισσότεροι του ενός γαλαξίες. Παρατηρώντας τους παρακοκουθούμε πιθανότατα το τέλος της συγχωνεύσεως 2 γαλαξιών!

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=USehdrnWgCA

1.4.26

Η Ήρα από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Η Ήρα

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

  ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Η Ήρα ήταν αδερφή και σύζυγος του Δία, κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Ήταν η θεά του γάμου και προστάτιδα των εγγάμων γυναικών. Ζήλευε τον άνδρα της, το Δία, για τις απιστίες του προς αυτήν και πολλές φορές εκδικήθηκε τις γυναίκες με τις οποίες την απατούσε ο Δίας.

ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑ: Η γέννηση της βασίλισσας των θεών τοποθετείται, αναλόγως με τη μυθική εκδοχή, σε διαφορετικούς τόπους, όπως στη Σάμο, τη Στυμφαλία ή την Εύβοια. Η μοίρα της δεν ήταν διαφορετική από αυτή των αδερφών της. Ο Κρόνος κατάπιε κι αυτήν, καθώς η Γαία κι ο Ουρανός είχαν προφητεύσει πως ένας απόγονός του θα διεκδικούσε την εξουσία. Μόνο όταν η Ρέα κατόρθωσε, με τέχνασμα, να ξεγελάσει τον Κρόνο, τότε η Ήρα, μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια της, ξαναείδε το φως. Μετά την εκθρόνιση του Κρόνου, ο Δίας τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη αρνήθηκε. Τρελός από έρωτα για εκείνη, ο Δίας δεν παραιτήθηκε από τους σκοπούς του. Μια βροχερή, χειμωνιάτικη μέρα, καθώς η θεά περπατούσε στο δάσος, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κούκο και έπεσε στα πόδια της ανυποψίαστης Ήρας. Η θεά λυπήθηκε το μισοπαγωμένο πλασματάκι. Έσκυψε, το πήρε στην αγκαλιά της, το χάιδεψε και το ζέστανε στους παρθενικούς της κόρφους. Τότε ο βασιλιάς των θεών πήρε την πραγματική του μορφή. Επιβλητικός και πανίσχυρος εξουδετέρωσε και τις τελευταίες αντιστάσεις της θεάς. Η Ήρα νικήθηκε, υποτάχτηκε, έγινε για πάντα δική του, αφού πρώτα εξασφάλισε την απαραίτητη υπόσχεση γάμου. Από το γάμο της Ήρας και του Δία γεννήθηκαν ο Άρης, η Ήβη και η Ειλειθυία1. Σύμφωνα με τον Όμηρο γεννήθηκε και ο Ήφαιστος. Βέβαια ο Ησίοδος ισχυρίζεται πως η Ήρα γέννησε μόνη της τον Ήφαιστο, χωρίς τη συμμετοχή του Δία.

  ΛΑΤΡΕΙΑ – ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ: Συχνά η Ήρα περιγραφόταν ή απεικονιζόταν κρατώντας κάποιο σκήπτρο ως σύμβολο κυριαρχίας ή έχοντας στα χέρια της ρόδι, που θεωρείτο σύμβολο γονιμότητας. Άλλα γνωστά σύμβολα της Ήρας ήταν το παγώνι, ο κούκος, που συμβόλιζε τον ερχομό της άνοιξης, και διάφορα λουλούδια και φυτά που συμβόλιζαν την ευλογία της φύσης. Προς τιμήν της Ήρας γίνονταν γιορτές σε πολλές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας και ονομάζονταν Ηραία. Τα λαμπρότερα Ηραία γίνονταν στο Άργος, τη Σάμο [στο Ηραίον] και την Ολυμπία. Οι ναοί προς τιμήν της Ήρας είχαν το όνομα Ηραίον. Το πιο σημαντικό Ηραίον στον Ελλαδικό χώρο είναι το ομώνυμο της Σάμου. Στην Ιωλκό η Ήρα, είχε την επωνυμία Πελασγίς. Αλλά ο κύριος τόπος λατρείας της ήταν το Άργος, ως εκ τούτου, ο Πίνδαρο αποκάλεσε την πόλη “δώμα της Ήρας”2. Σύμφωνα με την παράδοση, η Ήρα είχε διεκδικήσει τη θέση του πολιούχου θεού του Άργους με τον Ποσειδώνα, αλλά οι ποτάμιοι θεοί της χώρας επιδίκασαν το Άργος στην Ήρα3. Ο προθάλαμος του ναού της Ήρας στην ίδια πόλη, περιείχε αρχαία αγάλματα των Χαρίτων, αλλά και μια ασπίδα που ο Μενέλαος είχε αρπάξει από τον Εύφορβο στην Τροία. Στον κυρίως ναό υπήρχε κολοσσιαίο άγαλμα της Ήρας, φτιαγμένο από χρυσό και ελεφαντόδοντο, το οποίο ήταν έργο του Πολυκλείτου4. Κάθε πέντε χρόνια εορταζόταν οι αγώνες των Ηραίων προς τιμήν της θεάς.

  ΑΠΟΓΟΝΟΙ: Απόγονοι της Ήρας ήταν οι Κάδμειοι, οι Πελοπίδες [Αγαμέμνων, Μενέλαος, Αίγισθος, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ιφιγένεια], αλλά και οι: Θησέας, Αμφιτρύων, Αλκμήνη, Ευρυσθέας. Απόγονοι ακόμη θεωρούνταν οι Θεστιάδες [Αλθαία, Λήδα, Μελέαγρος, Διηάνειρα, Διόσκουροι], η Ωραία Ελένη, ο Αμφιάραος, ο Ασκληπιός, ο Αιγέας, κ.ά.

ΑΛΛΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Ο χαρακτήρας της, όπως περιγράφεται από τον Όμηρο, δεν είναι πολύ συμπαθής διότι τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η ζήλια, το πείσμα και η διάθεση φιλονικίας, που μερικές φορές έκανε το σύζυγό της να τρέμει. Ως εκ τούτου, προέκυπταν συχνές και έντονες διαφωνίες μεταξύ Ήρας και Δία. Μάλιστα, σε μια περίπτωση η Ήρα, σε συνεργασία με τον Ποσειδώνα και την Αθηνά, ετοίμαζαν το αλυσοδέσιμο του πατέρα των θεών! Ο Δίας, σε τέτοιες περιπτώσεις, όχι μόνο την απειλούσε αλλά και τη χτυπούσε ή την τιμωρούσε. Κάποτε η Ήρα για να συγκινήσει ερωτικά το Δία δανείστηκε τη ζώνη της Αφροδίτης! Η Ήρα είχε στην κατοχή της ένα άρμα που το έσερναν δύο άλογα. Κάθε πρωί πριν η Ήρα κάνει την περιήγησή της πάνω από τον κόσμο, η Ήβη και οι Ώρες προετοίμαζαν το άρμα και τα άλογά της. Αγαπημένοι τόποι της θεάς ήταν το Άργος, τη Σπάρτη, και οι Μυκήνες. Λόγω της αρνητικής για το πρόσωπό της απόφασης του Πάρη [μήλο της Έριδος], η Ήρα ήταν σταθερά εχθρική προς τους Τρώες και συνεπώς στον Τρωικό πόλεμο ήταν στο πλευρό των Ελλήνων5. Άλλοτε η θεά φέρεται ως σκληρή τιμωρός. Όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Νύμφης Ηχούς, η οποία τόλμησε με τη φλυαρία της να απασχολήσει την Ήρα για να δράσει ανενόχλητος ο Δίας σε κάποια νέα του ερωτική κατάκτηση! Είναι αδύνατο να απαριθμήσουμε όλες τις εκδηλώσεις των Μύθων στις οποίες η Ήρα ενεργεί περισσότερο ή λιγότερο. Πρέπει ο ενδιαφερόμενος να καταφεύγει στις μυθικές αναφορές συγκεκριμένων θεοτήτων ή ηρώων με του οποίους η Ήρα είναι συνδεδεμένη.


ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ
: Κάποιοι από τους αρχαίους συγγραφείς θεώρησαν την Ήρα ως την προσωποποίηση της ατμόσφαιρας, άλλοι ως τη βασίλισσα των ουρανών ή την θεά των αστέρων6, ή ως τη θεά του φεγγαριού, ενώ ακόμη ταυτίστηκε με την Περσεφόνη7. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις, η Ήρα ήταν η μεγάλη θεά της φύσης. Οι Ρωμαίοι ταύτισαν τη ρωμαϊκή θεότητα Juno με την ελληνική Ήρα.

Konsatntinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ησίοδος, Θεογονία, 921 και Απολλόδωρος, i 3, 1.

2. Πίνδαρος, Νεμ., Χ.

3. Παυσανίας, 11. 15,5.

4. Στράβων, σελ. 373.

5. Σχετικά: Όμηρος, Ιλιάς, Σ 118, 239, Ε 392,

6. Ευριπίδης, Ελένη, 1097.

7. Βιργίλιος, Γεωργικά i.

27.3.26

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης: Ἱστορία ἑνὸς σκύλου. Κείμενο - AUDIOBOOK, Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Ἐμμανουήλ Ῥοΐδης: Ἱστορία ἑνός σκύλου

Κείμενο - AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου



 Ὡς νὰ ἦτο χθεσινὴ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἤδη τεσσαρακονταετῆ του σκύλου ἐκείνου ἱστορίαν. Ἤμην τότε μαθητὴς τῆς πρώτης τάξεως τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς τὸ Ἑλληνοαμερικανικὸν Λύκειον τοῦ μακαρίτου Χρήστου Εὐαγγελίδου. Ἐρχόμενος ἐξ Ἰταλίας δὲν εὑρέθην ὅσον ἐφοβούμην εἰς τὴν Σύραν ξενιτευμένος. Πολλοὶ τῷ ὄντι ἀπέμενον ἀκόμη εἰς τὴν ὑμνηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὀρφανίδου ξηρόνησον Ἰταλοὶ πατριῶται ἐκ τῶν φιλοξενηθέντων μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1848. Οἱ Ἰταλοὶ ἦσαν οἱ πλεῖστοι ἀκονηταὶ ξυραφίων, καθαρισταὶ κηλίδων, συγκολληταὶ σπασμένων πινακίων, ἀνακαινισταὶ παλαιῶν ὑποδημάτων, διακοσμηταὶ τῶν νεκρικῶν φερέτρων, εὐνουχισταὶ πετεινῶν, ὑπαίθριοι τηγανισταὶ σμαρίδων καὶ πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ ζωγράφοι, λιθοξόοι, χοροδιδάσκαλοι καὶ μουσικοί. Αἱ ἀξιώσεις τῶν καλλιτεχνῶν τούτων περιωρίζοντο εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης, ὁ δὲ βίος δὲν ἦτο τότε ὅπως σήμερον ἀκριβῶς. Ἀντὶ εἰκοσιπέντε τὸν μῆνα δραχμῶν ἠδύνατό τις νὰ εὕρῃ ὁλόκληρον μονόροφον οἰκίσκον εἰς τὰ βαπόρια καὶ ἀκόμη εὐθηνότερον, ἂν εἶχεν ἀμβλεῖαν τὴν ὄσφρησιν, παρὰ τὰ βυρσοδεψεῖα, καὶ μὲ ἓν μόνον σφάντζικον νὰ χορτάσῃ κεφτέδες, στουφάδον καὶ καπαμᾶ εἰς τὰ αὐτοκαλούμενα «Εὐρωπαϊκὰ ξενοδοχεῖα».

Ἀνάλογος τῆς τοιαύτης τοῦ βίου εὐθηνείας καὶ τῆς πληθώρας διδασκάλων ἦτο τῶν μουσικῶν μαθημάτων ἡ τιμή, οἱ δὲ φιλόμουσοι πάσης κοινωνικῆς τάξεως Ἑρμουπολίται ὠφελοῦντο τῆς εὐκαιρίας, ὅπως διδαχθῶσιν ἕκαστος ἀντὶ μικρᾶς θυσίας τὸ ὄργανον τῆς ἐκλογῆς του. Οὐδέποτε οὐδαμοῦ ἀντήχησαν ὅσα τότε εἰς τὴν Σύραν βιολία, φλάουτα, τρόμπαι, πίφερα, μανδολίνα, κόρνα καὶ κλαρινέτα. Ὁ περιερχόμενος τὰς στενωποὺς τῆς πόλεως, καὶ μάλιστα τὰς Κυριακάς, ἐπνίγετο εἰς κύματα μελῳδίας ἐξορμῶντα ἐκ παντὸς παραθύρου. Οὐδ᾿ ἠδύνατο νὰ καθήσῃ εἰς τὴν ἕδραν κουρείου ἢ τὴν τράπεζαν καφενείου χωρὶς νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος πατριώτου τοῦ Μιχαὴλ Ἀγγέλου καὶ τοῦ Κορεγίου ζητοῦντος τὴν ἄδειαν νὰ εἰκονίση ἀντὶ τριδράχμου «τὴν εὐγενῆ καὶ ἐκφραστικὴν κεφαλήν του» ἢ νὰ ψοφήση ὁ σκύλος, ὁ γάτος ἢ ὁ ψιττακός του χωρὶς νὰ δεχθῆ αὐθημερὸν τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ προτείνοντος νὰ βαλσαμώση τὸ λείψανον «τοῦ ἀξιεράστου ζώου». Ἂν δὲ ἐκινδύνευε νὰ μεταβῆ εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς διακεκριμένον τῆς Συριανῆς κοινωνίας μέλος, τότε ὄχι νὰ κρυώση, ἀλλ᾿ οὐδὲ κὰν νὰ ξεψυχήση ἐπερίμεναν οἱ προσφερόμενοι νὰ διαιωνίσωσι διὰ γυψίνου ἐκμάγματος τὴν ὄψιν «τοῦ ἐπιφανοῦς μεταστάντος» ἢ νὰ ὑμνήσωσι τὰ ἀλησμόνητα ἔργα τοῦ εἰς τὰ ἔγκριτά της Ἰταλίας φύλλα. Ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην μου τὰς τοιαύτας παρὰ τὴν θύραν παντὸς ἑτοιμοθανάτου συνελεύσεις πειναλέων Ἰταλῶν, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῶ συγχρόνως τὸ δημοτικὸν δίστιχον·

Ὡσάν κοράκοι κάθουνται τριγύρω τοῦ κραββάτου
καὶ καρτεροῦν κι᾿ ἐγδέχονται τὸ πότες θὰ ψοφήση.

Τὸ δὲ κακὸν ἦτο, ὅτι δὲν περιωρίζοντο μόνους τοὺς νεκροὺς ν᾿ ἀνυμνῶσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ζώντων διέστρεφον τὸν νοῦν διὰ τῶν ὀγκωδεστάτων ἐγκωμίων. Οἱ Λατῖνοι ποιηταὶ ἐσατύρισαν ἀσπλάγχνως τὴν χαμερπῆ κολακείαν τῶν ἐπὶ Αὐγούστου πανταχόθεν συρρευσάντων εἰς τὴν Ἰταλίαν Γραικύλων. Τούτους ὅμως ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ οἱ εἰς Σύραν καταφυγόντες ἀπόγονοι τῶν σατυριστῶν. Δύσκολον ἦτο νὰ εὑρεθῆ καθ᾿ ὅλην τὴν νῆσον ἀξιότιμος τὶς μεγαλέμπορος, καταστηματάρχης, λουκουμοποιός, τοκιστής, βυρσοδέψης, σαράφης, ἢ καραβοκύρης, τοῦ ὁποίου δὲν ὑμνήθη πεζῶς καὶ ἐμμέτρως 'l'acuto ingegno' καὶ 'il raro talento'. Ἡ δὲ πρὸς τὰς εὐγενεῖς αὐτῶν κυρίας ἰταλικὴ λατρεία ὑπερέβαινε τὰ ὅρια τοῦ κωμικοῦ καὶ τοῦ πιστευτοῦ. Μεταξὺ τῶν οἰκοδεσποινῶν τούτων ὑπῆρχον βεβαίως καὶ τίνες πράγματι εὐπρόσωποι. Καὶ αὗται ὅμως ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶσι δι᾿ ἔλλειψιν ἄλλων ὑπερβολικωτέρων εἰς τὰς αὐτὰς ὁμοιώσεις πρὸς ἄνθος λειμῶνος, ἄγγελον, Ἥραν, Ἤβην ἢ Παναγίαν, διὰ τῶν ὁποίων ὑμνεῖτο καὶ τῶν ἀσχήμων ἡ εὐμορφία. Ἡ τοιαύτη Ἰταλῶν κολάκων ἐπιδρομὴ συνετέλεσε, νομίζομεν, κατὰ πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κυριωτάτου τῶν τότε Συριανῶν ἐλαττώματος, τῆς ἐπάρσεως, τοῦ φουσκώματος, τῆς ἐπιδεικτικῆς ἀπαγγελίας κοινῶν τόπων καὶ τῶν ἄλλων τῶν νεοπλούτων γελοίων. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φανῶμεν ἄδικοι ἢ κακόγλωσσοι, σπεύδομεν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι κάπως γελοῖοι ἦσαν οἱ τότε προύχοντες τῆς Σύρου, κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ ἀγαθοὶ καὶ τίμιοι ἄνθρωποι. Ἀδιστάκτως δὲ πιστεύομεν ὅτι, ἂν ἔπραττον τότε ὅσα ἔπειτα ἔπραξαν οἱ σύμβουλοι, σύνδικοι, διαχειρισταὶ καὶ δῆθεν πιστωταὶ τῆς μακαρίτιδος ἀτμοπλοϊκῆς ἐταιρίας, ἐξάπαντος θὰ ἐλιθοβολοῦντο. Ἀλλ᾿ ἂς ἐπανέλθωμεν ἢ μᾶλλον ἂς ἔλθωμεν εἰς τοῦ σκύλου τὴν ἱστορίαν.

  Ἐξ ὅλων τῶν Ἰταλῶν ἀποίκων διασκεδαστικώτατος ἦτο βεβαίως ὁ πρώην γαριβαλδινὸς λοχίας Γιαμβατίστας, ὁ προτιμήσας παντὸς ἄλλου τὸ ἐπάγγελμα σαλτιμπάγκου ἢ θαυματοποιοῦ, τὸ ὁποῖον μετήρχετο ἐπὶ τῆς πλατείας, ἀκριβῶς ἀντικρὺ τοῦ Λυκείου, πρὸς μεγάλην τῶν ὑποτρόφων χαράν. Τὸν θίασον ἀπετέλουν ὁ ρηθεὶς Γιαμβατίστας, ὁ δωδεκαετὴς υἱός του Κάρλος καὶ μεγαλόσωμος σγουρόσκυλος (barbet) φέρων τὸ ὄνομα Πλούτων. Τὰ θαύματα τοῦ θιασάρχου, αἱ λαθροχειρίαι πεσσῶν, αἱ σφαιροβολίαι, αἱ πυραμίδες καὶ αἱ καταπόσεις φλεγόντων ἀνθράκων ἦσαν ἐκ τῶν συνηθεστάτων, καὶ ἔτι κοινότερα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τὰ 'θανάσιμα πηδήματα' (salti mortali), ὁ χορὸς μεταξὺ αὐγῶν καὶ αἱ ἐξαρθρώσεις. Πολὺ μᾶλλον τούτων εἵλκυε τὴν περιέργειαν καὶ τὰ πεντάλεπτα τῶν Συριανῶν ὁ σκύλος, ζητοκραυγάζων ἢ μᾶλλον ζητογαβγίζων ὑπὲρ τοῦ Γαριβάλδη, ἤτοι πρὸ πασσάλου ἐνδυθέντος κόκκινον χιτῶνα, ἢ ὁρμῶν νὰ σπαράξη τὸν Ἰησουίτην ἢ τὸν Ραδέσκην, τὸν αὐτὸν δηλ. πάσσαλον φέροντα μαῦρον ράσσον ἢ ἀσπρόχρυσον στολὴν καὶ πῖλον πτερωτὸν Αὐστριακοῦ στρατάρχου. Ἀκόμη νοστιμώτερος ἦτο ὅταν ὄρθιος ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς ἀρχιερατικὸν διάδημα ἐκ χρυσοχάρτου, ἐμιμεῖτο τὸν πάπαν Πίον Νόννον, εὐλογῶν διὰ τῶν ἐμπροσθίων ποδῶν τοῦ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν, καὶ ἐξ ἴσου διέπρεπεν εἰς τὴν λεγομένην 'Κρίσιν τοῦ Πάριδος', ἀπονέμων ἀλανθάστως τὸ μῆλον ἢ μᾶλλον πορτοκάλιον εἰς τὴν ὡραιοτέραν ἐκ τῶν προσαγομένων πλύστραν ἢ παραμάνναν.

Όπως οἱ λόγιοι συμπατριῶται του μετέβαλλον εἰς τοὺς στίχους των τὰς Συριανὰς κυρίας εἰς ἀγγέλους καὶ Ἤβας, οὕτω καὶ ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀπονομῆς τοῦ ἄθλου ἀνηγόρευε λαϊκᾶς Ἀφροδίτας. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀλησμόνητος ἦτο ὅταν, βαδίζων ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν καὶ κρατῶν μεταξὺ τῶν ὀδόντων μικρὸν δίσκον, περιήρχετο μετὰ τὸ τέλος τῆς παραστάσεως τὰς τάξεις τῶν θεατῶν ταπεινῶς ὑποκλινόμενος πρὸ ἑκάστου καὶ ἔπειτα προσηλώνων ἐπ᾿ αὐτοῦ ἀνεκφράστου γλυκύτητος ἐπαιτικὸν βλέμμα. Κάλλιστα δὲ γνωρίζων πόσον ὑπὸ τῶν μαθητῶν ἠγαπάτο, εὐθὺς μετὰ τὴν περιφορὰν τοῦ δίσκου εἰς τὴν πλατεῖαν, εἰσώρμα εἰς τὸ Λύκειον, εὔθυμος καὶ θορυβώδης ἂν διεσκεδάζομεν εἰς τὴν αὐλὴν ἢ τοὺς διαδρόμους, ἄφωνος, αἰδήμων καὶ συνεσταλμένος, ἂν εὑρισκόμεθα εἰς τῶν παραδόσεων τὰς αἰθούσας.

Ἡμέραν ἐν τούτοις τινὰ ὁ διδάσκαλος τῆς Κατηχήσεως, ὁ τότε ἁπλοῦς ἱερεὺς καὶ ἔπειτα ἐπίσκοπος Χαλκίδος ἀοίδιμος Δαβὶδ Μολοχάδης, μὴ γνωρίζων τὸν εἰσερχόμενον ἤγειρε τὴν ράβδον του νὰ τὸν ἀποδιώξη. Ἀλλὰ πρὶν ἡ ράβδος καταπέσῃ, συνηντήθησαν τοῦ καλοῦ ἱερέως καὶ τοῦ καλοῦ σκύλου οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἀποτέλεσμα τῆς συναντήσεως ἐκείνης ἦσαν ἡ ἀπόθεσις τῆς ράβδου καὶ ἡ προσθήκη πενταλέπτου εἰς τὸν ἔρανον τῶν μαθητών1. Οὗτοι διεσκέδαζον ἐνίοτε ὑποβάλλοντες τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Πλούτωνος εἰς δεινὴν ἀληθῶς δοκιμασίαν. Ἀντὶ χαλκίνου κέρματος εἰς τὸν δίσκον ἐπρόσφερον εἰς αὐτὸν κατὰ γῆς τεμάχιον ἄρτου, κουλούραν ἢ καὶ κατημέρι. Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον ἄρα ἀνῆκε τὸ οὕτω προσφερόμενον, εἰς τὸν θίασον ὡς τὰ πεντάλεπτα ἐταιρικῶς, ἢ τὸν εἰσπράκτορα προσωπικῶς; Τοῦτο ἦτο τουλάχιστον ἀμφίβολον. Τὸ τίμιον ὅμως τετράποδον, ἀντὶ νὰ λύση αὐθαιρέτως τὸ ζήτημα ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καταβροχθίζον τὸ προσφερόμενον, ἔθετε κατὰ γῆς τὸν δίσκον, ἐπρόσθετεν εἰς τὰ νομίσματα τὴν εἰς εἶδος προσφοράν, ἐλάμβανε καὶ πάλιν εἰς τὸ στόμα τὸν δίσκον, καὶ ἔτρεχε νὰ παραδώση ἀκέραιον τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ εἰς τοὺς κυρίους του. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ ἦτο τόσον μᾶλλον ἀξιοθαύμαστος, καθ᾿ ὅσον οὐδεμία ὑπῆρχε βεβαιότης, ὅτι θὰ ἠμείβετο λαμβάνον ὅλα τὰ φαγώσιμα. Οἱ θαυματοποιοὶ ὑπερηγάπων βεβαίως τὸν σκύλον των, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔτρωγαν ἢ τουλάχιστον δὲν ἐχόρταιναν οἱ ἴδιοι καθ᾿ ἡμέραν.

Ὑπῆρχον ἐν τούτοις καὶ τίνες κατ᾿ ἔτος ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὄχι μόνον ἔτρωγαν ἀλλὰ καὶ ἔπιναν οἱ Ἰταλοὶ μέχρι κόρου, πανηγυρίζοντες διὰ συμποσίου τὴν ἐπέτειον ἐπαναστατικοῦ τίνος κατορθώματος. Ἀφθόνως τότε ἔρρεεν ὁ οἶνος τῆς Σαντορίνης, ὁ μόνος ἐκ τῶν ἑλληνικῶν ἐνθυμίζων εἰς τοὺς ἐξορίστους τῆς πατρίδος των τὸ γλυκὺ 'δάκρυον τοῦ Χριστοῦ' ἢ τὸ βαρὺ νέκταρ τῆς Μαρσάλας. Ἐκ τοιαύτης ἐπιστρέφων ἡμέραν τινὰ ὑπερεύθυμος εὐωχίας ἀπεδύθη εἰς τὴν συνήθη ἐπὶ τῆς πλατείας παράστασιν ὁ Γιαμβατίστας, καὶ κατὰ κακήν του τύχην δὲν παρέλειψε τὴν πυραμίδα. Αὕτη ἀποτελεῖται, ὡς πάντες γνωρίζουσιν, ἐκ στιβάδος παντοίων ἀλλεπαλλήλων σκευῶν, τραπεζίων, καθισμάτων, βαρελίων, σταμνίων καὶ φιαλῶν καὶ τὴν ἐπὶ τῆς κορυφῆς πάντων τούτων ἀνύψωσιν ὡς ἀγάλματος τοῦ θαυματοποιοῦ. Τῶν πυραμίδων τούτων ἡ στερεότης δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὅση καὶ ἡ τῶν αἰγυπτιακῶν, καὶ πολλὴ ἀπαιτεῖται παρὰ τοῦ ἀναβάτου ἀσφάλεια πατήματος καὶ προσοχὴ πρὸς διατήρησιν τῆς ἀσταθοῦς αὐτοῦ ἰσορροπίας. Ταύτην καθίστανον τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ ἀτμοὶ τοῦ θηραϊκοῦ οἴνου ἔτι ἀσταθεστέραν. Καὶ κατώρθωσε μὲν ὁ Γιαμβατίστας ν᾿ ἀκινητήσῃ ἐπὶ τινὰς στιγμὰς ἐπὶ τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ βάθρου, ἀλλ᾿ αἴφνης, ἐνῷ ἐσταύρωσεν ἐπὶ τοῦ στήθους τὰς χεῖρας πρὸς ἀπομίμησιν τοῦ Βοναπάρτε, τὸ ὅλον οἰκοδόμημα ἐσείσθη καὶ κατέπεσε μετὰ φοβεροῦ πατάγου, τοῦ ὁποίου ὑπερεῖχεν ὁ ὀξύτερος ἦχος τῶν συντριβομένων ὑαλίων. Οἱ θεαταὶ ἐπίστευσαν κατ᾿ ἀρχὰς ὅτι περιείχετο καὶ ὁ σεισμὸς οὗτος εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς παραστάσεως. Ἡ ζημία δυστυχῶς ἦτο πραγματικὴ καὶ πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐν ἀρχῇ ὑπολογισθείσης. Πλὴν τῶν σταμνίων καὶ τῶν φιαλῶν εἶχον σπάσει κατὰ τὴν πτῶσιν καὶ ἀμφότερα τὰ ὀστᾶ τῆς κνήμης τοῦ δυστυχοῦς σχοινοβάτου, τὸν ὁποῖον θέσαντες οἱ προσδραμόντες κλητῆρες ἐντὸς φορείου μετεκόμισαν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ἀκολουθούμενον ὑπὸ τοῦ ὀδυρομένου Κάρλου καὶ τοῦ Πλούτωνος, τοῦ ὁποίου δὲν ἐφαίνετο μικροτέρα ἡ ἄφωνος λύπη. O τότε ἀρχίατρος τοῦ Συριανοῦ νοσοκομείου ἦτο ὄχι μόνον καλὸς χειρουργός, ἀλλὰ καὶ κάλλιστος ἄνθρωπος. Εὐσπλαγχνισθεὶς τοὺς ἀθλίους ἐκείνους, ἐφιλοξένησε πλὴν τοῦ παθόντος εἰς τὸ κατάστημα τὸν υἱόν του καὶ τὸν σκύλον.

Τὸ διπλοῦν κάταγμα τοῦ θαυματοποιοῦ ἀπεδείχθη ἀνεπίδεκτον συγκολλήσεως καὶ ἐπεβάλλετο ἀναποδράστως τῆς κνήμης ἡ ἀποκοπή. Ὁ αἰθήρ, τὸ χλωροφόρμιον καὶ αὐτὴ ἡ διὰ τοῦ ψύχους τοπικὴ ἀναισθησία δὲν ἦσαν ἀκόμη συνήθη ἐν Σύρῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ δὲ παθὼν ἔπρεπε νὰ ὑπομείνει ἀμείωτον τῆς ἐγχειρήσεως τὴν ὀδύνην. Πρὶν ἢ προβῇ εἰς ταύτην, διέταξεν ὁ ἰατρὸς ἐκ φόβου συγκινήσεως τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀκρωτηριαζομένου, κατὰ παράκλησιν ὅμως αὐτοῦ ἔστερξε νὰ μείνη ὁ σκύλος. Ὁ σχοινοβάτης περιβαλῶν διὰ τοῦ βραχίονος τὴν οὐλότριχα κεφαλὴν τοῦ πιστοῦ συντρόφου του, ἐστήριζεν αὐτὴν εἰς τὴν ἰδικήν του, καὶ εὐθὺς ἔπειτα ἤρχισε τῆς μαχαίρας καὶ τοῦ πρίονος ἡ ἐργασία.

Oἱ ἐκ τῆς ὀξύτητος τοῦ πόνου στεναγμοὶ τοῦ ἀκρωτηριαζομένου ἠρέθιζον τὸν Πλούτωνα, μὴ δυνάμενον νὰ μαντεύσῃ διὰ τίνα λόγον ἐβασάνιζαν τὸν αὐθέντην του τόσον σκληρῶς. Ὅτε δὲ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐγχειρήσεως ἐλιποθύμισεν οὗτος ἐκ τῆς ἀφθόνου τοῦ αἵματος ροῆς, ἀπομείνας ὁ σκύλος ἐλεύθερος ὤρμησε νὰ τὸν ἐκδικήση, δαγκάνων τὸν γυμνὸν βραχίονα τοῦ χειρουργοῦ. Ἀλλ᾿ οὗτος ἦτο, ὡς εἴπομεν, ἀγαθώτατος ἄνθρωπος. Ἀντὶ νὰ θυμώση ἔσπευσε νὰ ἀναχαιτίση τοὺς πρὸς ἐπίδειξιν ζήλου κακοποιοῦντας τὸν Πλούτωνα νοσοκόμους, διατάξας ν᾿ ἀφεθῆ ἀνενόχλητος παρὰ τὴν κλίνην τοῦ κυρίου του.

Εἰς τὴν αὐτὴν τοῦ νοσοκομείου αἴθουσαν ἔτυχε νὰ παραμένῃ πρὸς τελείαν ἀνάρρωσιν καὶ ἄλλος Ἰταλός, πλανόδιος ἐκριζωτὴς ὀδόντων καὶ πωλητὴς μαγικῶν φίλτρων, μετερχόμενος τὸ ἐμπόριόν του εἰς τὰ χωρία ὅπου εὐκολωτέρα ἦτο ἡ εὕρεσις ἀγοραστῶν πανακείας καὶ ἀγαποχόρτου. O ἀγύρτης οὗτος, κάλλιστα γνωρίζων τὴν δεκαροσυλλεκτικὴν τοῦ Πλούτωνος ἱκανότητα, ἐσκέφθη ἐν τῷ πλήθει τῆς ἀσυνειδησίας του νὰ στερήση τῆς μόνης του παρηγορῖας τὸν ἠκρωτηριασμένον αὐτοῦ συμπατριώτην. Ὠφελούμενος ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ νέου Κάρλου, τοποθετηθέντος διὰ συστάσεως τοῦ ἰατροῦ εἰς ἱκανῶς ἀπέχον βαφεῖον, ἠσχολήθη διὰ παντοίων περιποιήσεων νὰ ἑλκύση τοῦ σκύλου τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν δὲ ἡμέραν τῆς ἐξόδου τοῦ ἐκ τοῦ νοσοκομείου κατώρθωσε νὰ προπεμφθῇ παρ᾿ αὐτοῦ μέχρι τῆς ἄκρας της ὁδοῦ. Ἐκεῖ ὅμως ἐπέμεινεν ὁ Πλούτων νὰ τὸν ἀποχαιρετήση, οὔτε διὰ θωπειῶν, οὕτω διὰ τῆς ἐπιδείξεως ὀρεκτικοῦ ἀλλάντος πειθόμενος νὰ προβῇ περαιτέρω. Ἀποτυχούσης τῆς ἀποπείρας διαφθορᾶς, ἠναγκάσθη ὁ ἅρπαξ νὰ καταφύγη εἰς τὴν χρῆσιν σχοινίου, διὰ τοῦ ὁποίου παρέσυρε τὸ ταλαίπωρον ζῷον, ὀτὲ μὲν θορυβωδῶς διαμαρτυρόμενον, ὀτὲ δὲ κινδυνεῦον διὰ τῆς ἀντιστάσεως αὐτοῦ νὰ πνιγῆ. Καθ᾿ ὁδὸν ἔτυχε νὰ συναντήσῃ νοσοκόμον, εἰς τὸν ὁποῖον διηγήθη ὅτι ἀγοράσας παρὰ τοῦ κυρίου τοῦ τὸν σκύλον, εἶχε δικαίωμα νὰ τὸν συμπαραλάβη καὶ ἄκοντα εἰς τὰ Χροῦσα.

Ἡ ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ συντρόφου του λύπη καὶ ἡ ἐκ τῆς πρώην κακῆς διαίτης δυσκρασία τοσοῦτον ἐδείνωσαν τὴν κατάστασιν τοῦ δυστυχοῦς θαυματοποιοῦ, ὥστε ἐρχόμενος πρωίαν τινὰ ὁ υἱός του νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ εὗρε τὴν κλίνην κενὴν καὶ τὸν πατέρα του ἐντὸς φερέτρου ἕτοιμον πρὸς μετακόμισιν εἰς τὴν τελευταίαν του κατοικίαν.

Ὀκτὼ μετὰ τὴν ἀπαγωγήν του ἡμέρας καὶ δυὸ ὥρας μετὰ τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ ὁ Πλούτων, ὅστις εἶχε κατορθώσει νὰ δραπετεύσῃ ἀπὸ τὰ Χροῦσα, ἔξεεν ἐπιμόνως τὴν ἐξώθυραν τοῦ νοσοκομείου. Ταύτην ἤνοιξε δυστυχῶς εἰς αὐτὸν ἀντὶ τοῦ θυρωροῦ τελειόφοιτος τῆς ἰατρικῆς σχολῆς, προσληφθεὶς ὡς βοηθὸς τοῦ χειρουργοῦ. O ἀποτρόπαιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ἠσχολεῖτο πρὸς διαβόησιν τοῦ ὀνόματός του εἰς πειράματα ζωντοτομίας, τῆς συνισταμένης, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν ἀντὶ πτώματος ἀνατομὴν ζωντανοῦ θύματος πρὸς ἐπισκόπησιν τῆς λειτουργίας τῶν ἐσωτερικῶν του ὀργάνων, τῆς κινήσεως τῶν μυώνων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τομῆς τοῦ νεύρου ἢ τῆς ἐξαιρέσεως ἐγκεφαλικοῦ λοβοῦ. Αἱ θηριωδίαι αὗται ἐνδέχεται μὲν νὰ ἦναι χρήσιμοι εἰς τοὺς σπουδαστάς, ἀλλ᾿ ἐξ ἀρχῆς ἐπροκάλεσαν καὶ ἐξακολουθοῦσι προκαλοῦσαι τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὰς διαμαρτυρήσεις πάντων τῶν ἐχόντων σπλάγχνα.

  Ἡ θέα τοῦ καλοῦ ἐκείνου ζῴου, ἀσθμαίνοντος ἐκ τοῦ μακροῦ δρόμου, τοῦ σείοντος τὴν οὐρὰν καὶ μὲ ἀνθρώπινον βλέμμα ἱκετεύοντος νὰ τοῦ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς αἰθούσης, ὅπου ὑπέθετεν ἀκόμη εὑρισκόμενον τὸν αὐθέντην του, δὲν ἴσχυσε νὰ μαλάξῃ τὴν λιθίνην τοῦ ζωοτόμου καρδίαν. Συλλαβὼν τὸν ἀνύποπτον Πλούτωνα καὶ δέσας αὐτὸν ἐπὶ τῆς ἀνατομικῆς τραπέζης, ἤρχισε νὰ κρεουργῇ τὰς σάρκας του ἀνηλεῶς. Ἐνῷ εἰς τοιαύτην παρεδίδετο διασκέδασιν, ἐπέστρεφεν ὁ Κάρλος εἰς τὸ νοσοκομεῖον πρὸς παραλαβὴν τῆς πενιχρᾶς πατρικῆς κληρονομίας, ἤτοι δέματος θεατρικῶν ἐνδυμάτων. Ὁ ἐκ τῆς μαχαίρας πόνος καὶ ἡ αἴσθησις τῆς προσεγγίσεως τοῦ νεαροῦ κυρίου του μετέδωκαν εἰς τὸν Πλούτωνα δυνάμεις ἱκανὰς νὰ συντρίψῃ τὰ δεσμά του καὶ νὰ προβάλῃ κάτωθεν τῆς θύρας τὸν δασύμαλλον αὐτοῦ πόδα καταιματωμένον. Σπαραξικάρδια ἀντήχησε τότε ἡ δυωδία τοῦ πρὸς τῆς κλειστῆς θύρας κλαίοντος παιδίου καὶ τοῦ ὄπισθεν αὐτῆς γοερῶς ὑλακτοῦντος σκύλου. Ὁ θόρυβος ἐκεῖνος προσείλκυσε τὸν ἰατρόν, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ βροντοφώνημα ἠναγκάσθη ὁ ζωοτόμος νὰ ὑπακούσῃ, ἀνοίγων τὴν θύραν. Ὁ Πλούτων ἐχύθη εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ ὀρφανοῦ, ὁ δὲ ἰατρὸς ἐπέδειξε καὶ πάλιν τὴν ἀγαθότητα τῆς ψυχῆς του, δὶς πτύσας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βδελυροῦ δημίου καὶ ἔπειτα περιδέσας μετὰ πάσης ἐπιμελείας τὰς χαινούσας τοῦ θύματος πληγάς, εἰς τὸ ὁποῖον διέταξε νὰ προσφέρωσι πινάκιον γάλακτος καὶ νὰ τὸ ἀφήσωσιν ἔπειτα νὰ ἡσυχάσῃ.

Ἀδύνατον ὅμως ἦτο νὰ εὕρῃ ὁ Πλούτων ἡσυχίαν πρὸ τῆς ἀνευρέσεως καὶ τοῦ πρεσβυτέρου του κυρίου. Εὐθὺς ὡς ἔμεινε μόνος, ὠρθώθη ἐπὶ τῶν κλονουμένων ποδῶν του καὶ ἔσπευσεν εἰς τὸ θεραπευτήριον καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν μικρὰν ὑπόστεγον αὐλήν, ὅπου ἀπεθέτοντο μέχρι τῆς ἐκφορᾶς των οἱ ἀποθανόντες. Ὁδηγὸν ἔχων τὴν ἀλάνθαστον ρῖνα του καὶ ὅτε μὲν τὴν γῆν, ὅτε δὲ τὸν ἄνεμον ὀσφραινόμενος κατώρθωσε ν᾿ ἀνεύρῃ καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν πρὸς τὸ νεκροταφεῖον. Ἡ ἐλεεινὴ ἐν τούτοις καὶ ἀλλόκοτος ὄψις τοῦ τυλιγμένου εἰς αἱμοβαφῆ πανία ἐκείνου σκύλου ἐκίνει τὴν περιέργειαν τῶν διαβατῶν καὶ ἐξήγειρε τὴν ἀσυνείδητον παιδικὴν ὠμότητα τῶν ἁγυιοπαίδων, οἵτινες ἔτρεχον κατόπιν αὐτοῦ κραυγάζοντες καὶ λιθοβολοῦντες. Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐξελθόντες οἱ μαθηταὶ τοῦ Λυκείου εἰς τὸν συνήθη ἑσπερινὸν περίπατον ἀνήρχοντο ἐν στρατιωτικῇ παρατάξει τὸν ἀνήφορον τῆς Ἄνω Σύρου. Αἱ τάξεις διεσπάσθησαν ἀμέσως καὶ πάντες ἐτρέξαμεν εἰς βοήθειαν τοῦ κινδυνεύοντος φίλου μας, ἐνῷ ἐπρόβαλε πνευστιῶν ὁ Κάρλος ἐξ ἄλλης ὁδοῦ. Ἀλλ᾿ ἦτο πλέον ἀργά. O Πλούτων, τοῦ ὁποίου ἐξήντλησαν τὰς τελευταίας δυνάμεις ἡ ὁρμὴ τοῦ δρόμου, ὁ τρόμος καὶ οἱ λιθοβολισμοί, κατέπεσε πλησίον τῆς πύλης τοῦ νεκροταφείου, μόλις προφθάσας νὰ γλείψῃ τὰς χεῖρας τοῦ παιδίου πρὶν ἢ ἐκπνεύσῃ πρὸ τῶν γονάτων του.

Συλλέξαντες δι᾿ ἐράνου τρεῖς δραχμὰς κατεπείσαμεν δι᾿ αὐτῶν τὸν νεκροθάπτην ν᾿ ἀποθέσῃ τὸ λείψανον τοῦ Πλούτωνος εἰς λάκκον σκαφέντα πλησίον τοῦ νεκροταφείου, ἀφοῦ ἀδύνατον ἦτο νὰ ταφῇ ἐντὸς αὐτοῦ διὰ τὸν λόγον ὅτι εἶχε τέσσαρας πόδας. Πολλάκις ἔκτοτε ἀναγινώσκων ὅσα γράφονται περὶ μελλούσης ζωῆς ἔτυχε νὰ σκεφθῶ ὅτι, ἂν ἀληθεύῃ ἡ γνώμη τῶν πιστευόντων ὅτι δὲν ἐπιζῇ εἰς τὸ σῶμα πᾶσα ψυχή, ἀλλὰ μόνη ἡ πίστις, ἡ ἀφοσίωσις, ἡ αὐταπάρνησις καὶ ἡ ἀγάπη βραβεύονται εἰς τὰς αἰωνίους μονάς, πολὺ πιθανώτερον παρὰ πολλῶν μεταστάντων γνωρίμων φίλων μου εἶναι νὰ εὑρίσκεται ἐκεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ καλοῦ ἐκείνου σκύλου.

1. O διευθυντὴς τοῦ Λυκείου ἐπέβαλλε κατ᾿ ἀμερικανικὸν σύστημα εἰς τοὺς γονεῖς νὰ χορηγῶσι κατὰ μήνα ἀνὰ πέντε δραχμὰς εἰς τοὺς μικροὺς καὶ δέκα εἰς τοὺς μεγάλους ὑποτρόφους, διὰ νὰ συνηθίζωσιν ἐνωρὶς εἰς τὴν διαχείρισιν χρημάτων. Εἰς οὐδένα ὅμως ἐπετρέπετο ἡ παροχὴ ἀνωτέρου ποσοῦ πρὸς ἀποφυγὴν πλουτοκρατικῶν διακρίσεων.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://youtu.be/punl6VFOjfU


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η Άρτεμις από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Η Άρτεμις από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα Άρτεμις, από ερυθρόμορφος κύλικα   ΓΕΝΙΚΑ : H Άρτεμις είναι μια α...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....