ΓΕΝΙΚΑ:
Η Μικρή
Άρκτος (Ursa Minor, στα Λατινικά-UMi) είναι
αστερισμός που καταγράφηκε στην
Αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι
ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς
που θέσπισε η Δ. Αστρονομική Ένωση. Στην
Ελλάδα είναι αειφανής. Το σημαντικότερο
ξεχωριστό γνώρισμα της Μικρής Άρκτου
είναι ότι στα χρόνια μας περιέχει το
Βόρειο Ουράνιο Πόλο και συνορεύει με
τους αστερισμούς Καμηλοπάρδαλη, Δράκοντα
και Κηφέα. Τα επτά φωτεινότερα άστρα
της Μικράς Άρκτου δίνουν την εντύπωση
ότι σχηματίζουν μια κουτάλα, όμως τα 4
είναι αμυδρά. Το άστρο στην άκρη του
χερουλιού της κουτάλας είναι ο Πολικός
Αστέρας [Polaris], ο αστέρας που χρησιμεύει
για τον εντοπισμό του Βορρά, όσο και του
ίδιου του αστερισμού του. Βρίσκεται αν
προεκτείνουμε το ευθύγραμμο τμήμα
μεταξύ των α και β της Μεγάλης Άρκτου
προς την πλευρά του α κατά το πενταπλάσιο
αυτού.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
Λέγεται
ότι τον αστερισμό καθιέρωσε τον 6ο αιώνα
π.Χ. ο Έλληνας αστρονόμος Θαλής ο Μιλήσιος,
αλλά είναι βέβαιο ότι ήδη χρησιμοποιούταν
ως οδηγός από τους ναυτικούς. Στην
αρχαιότητα η Μικρά Άρκτος, που σημαίνει
«Μικρή Αρκούδα», ονομαζόταν «το
φτερό του Δράκοντα»,
και ήταν τμήμα του αστερισμού Δράκων.
Ο Άρατος ο Σολεύς, Έλληνας ποιητής,
λέγεται ότι ονόμασε τον αστερισμό
Κυνόσουρα,
δηλαδή «ουρά σκύλου». Η ονομασία αργότερα
υιοθετήθηκε και από τους Ρωμαίους
[Cynosura], και διατηρήθηκε μέχρι και τους
χρόνους της Αναγέννησης. Ο Βρετανός
ιστορικός του 19ου αι. George William Cox ταύτισε
τη λέξη με το Λυκόσουρα,
που αρχικά θα σήμαινε «Ουρά του Φωτός»
(παραβάλλοντας τις λέξεις λυκόφως,
λυκαυγές). Παρόμοια ακούγεται το όνομα
ενός αστερισμού από την αρχαία Μεσοποταμία,
του Antasurra (που δημαίνει η άνω σφαίρα ή
Annassurra (ψηλός που ανατέλλει). Οι Ρωμαίοι
χρησιμοποιούσαν και το όνομα Ursa Phoenicia,
από το αρχαίο ελληνικό όνομα του Πολικού
Αστέρα, «Φοινίκη». Οι Άραβες γνώριζαν
τη Μικρή Άρκτο ως Al Dubb al Asghar,
ακριβής μετάφραση του «Μικρά Άρκτος»,
αλλά πριν επηρεασθούν από τους Έλληνες
τη θεωρούσαν ως μια ακόμα νεκροφόρο
τράπεζα, όπως και τη Μεγάλη Άρκτο, με
τους αστέρες της ουράς να είναι οι
πενθούσες κόρες
(Banat al Naash al Sughra) του νεκρού που ακολουθούν
σε νεκρική πομπή, όπως ακριβώς και στην
περίπτωση της Μεγάλης. Ακόμα, οι Άραβες
παρομοίαζαν την Μικρά Άρκτο με ψάρι,
ενώ την αποκαλούσαν και Al Fass, η Τρύπα
από όπου περνά ο γήινος άξονας. Στους
Πέρσες ήταν το hlilagji, το Μυροβάλανον
ή
καρπός της χουρμαδιάς.Οι Βαβυλώνιοι
ονόμαζαν τη Μικρή Άρκτο, Λεοπάρδαλη
[Peter Jensen], έμβλημα του σκότους, όπως το
σκότος συμβόλιζε και στην Αίγυπτο ως
το τσακάλι του θεού Σηθ. Οι Κινέζοι την
ονόμαζαν Peih Sing. Οι αρχαίοι Σκανδιναβοί
την αποκαλούσαν «το μικρότερο άρμα» ή
Θρόνο του Θωρ, ενώ οι απόγονοί τους
[Δανία, Ισλανδία, Νορβηγία] ακόμα τη λένε
Litli Vagn, Μικρό Κάρο. Ο Δάντης αποκαλούσε
τους 7 αστέρες της Cornu, όνομα κοινό και
στους επόμενους αιώνες, όπως φαίνεται
και από γράμμα του Αμέρικο Βεσπούτσι,
που ονομάζει τη Μικρή Άρκτο Elcorno. Παρόμοια,
ήταν η Bocina(=σάλπιγγα)
των Ισπανών βοσκών και
Bogina (=βόας) των Ιταλών ναυτικών. Ο Καίσιος
παρομοίασε την Μικρή Άρκτο με το άρμα
που στάλθηκε από τον Ιωσήφ να φέρει τον
πατέρα του στην Αίγυπτο, με το άρμα που
μετέφερε το Προφήτη Ηλία στους ουρανούς
και την αρκούδα που σκότωσε ο Δαβίδ. Το
συνηθέστερο λαϊκό όνομα σήμερα στις
ΗΠΑ είναι Little Dipper(=Μικρή
Κουτάλα).
Μικρή και Μεγάλη Άρκτος
ΟΙ
ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ:
Στον αστερισμό υπάρχουν 39 αστέρες ορατοί
με γυμνό μάτι, φαινομένου μεγέθους ≤
6,5 [εννοείται μακριά από την αστική
φωτορρύπανση]. Ο
α
της Μικρής Άρκτου είναι πολύ γνωστός
ως ο Πολικός Αστέρας, και είναι ο
φωτεινότερος του αστερισμού με φαινόμενο
μέγεθος 2,02. Ο β Μικρής Άρκτου, είναι ο
δεύτερος σε φωτεινότητα και έχει το
όνομα: Kochab [Κοτσάμπ]. Ο γ ονομάζεται
Φερκάντ, ο δ Γιλντού. Ο
ε
Μικρής Άρκτου έχει φαινόμενο μέγεθος
4,23, ενώ ο ζ, με φαινόμενο μέγεθος 4,32
ονομάζεται στην Κίνα Kow
Chin.
ΑΛΛΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΡΚΤΟΥ:O
γαλαξίας Νάνος της Μικρής Άρκτου ή UGC
9749, είναι
μέλος της Τοπικής μας Ομάδας γαλαξιών,
ορατός εντός των ορίων του αστερισμού,
απέχει μόλις... 230.000 έτη φωτός από τη Γη.
UGC 9749
Το φαινόμενο μέγεθός του είναι σχετικά
χαμηλό [10,9] αλλά η πολύ χαμηλή επιφανειακή
του λαμπρότητα τον καθιστά αόρατο για
ερασιτεχνικά τηλεσκόπια, παρά το ότι
έχει μικρές φαινομενικές διαστάσεις.
Με
τηλεσκόπιο είναι επίσης ανιχνεύσιμος
ο ιδιόμορφος γαλαξίας
Arp 185 ή NGC 6217 που έχει λίγο ακόμη μικρότερο
φαινόμενο μέγεθος από τον προηγούμενο
γαλαξία [11.2]. Ο αστερισμός καταλαμβάνει
στο ουράνιο στερέωμα έκταση μόλις 255,9
τετραγωνικές
μοίρες και είναι από τους μικρότερους
[56ος] σε μέγεθος μεταξύ των 88 αναγνωρισμένων
αστερισμών.
Η
πρόκληση από μια παντρεμένη μουσουλμάνα
και το φρόνημα του νεαρού χριστιανού
ράπτη: Ο Άγιος Νεομάρτυς Δούκας [ο
Ράπτης], ο Μυτιληναίος
[24
Απριλίου 1564 - Κωνσταντινούπολη]
από
τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο
Ο
Άγιος Δούκας καταγόταν από τη Λέσβο.
Ήταν νέος στην ηλικία πολύ όμορφος
σωματικά, ομορφότερος όμως στην ψυχή.
Στο επάγγελμα ήταν ράφτης, που το
εξασκούσε στην Πόλη. Απ’ ό,τι φαίνεται
ήταν καλός στην τέχνη του γι’ αυτό
πελατεία του ήταν όλη η τότε αριστοκρατία
της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν θερμός
χριστιανός και άμεμπτος στην ηθική του,
που, όπως θα δούμε, δοκιμάστηκε και
θριάμβευσε. Στο πρόσωπο του Δούκα
βρίσκουμε ένα άλλο «σώφρονα Ιωσήφ»,
που, όπως εκείνος δεν υπέκυψε στις
αμαρτωλές προτάσεις της γυναίκας του
άρχοντα της Αιγύπτου, έτσι και ο Δούκας
δεν παρασύρθηκε στην αμαρτία από μια
τούρκισσα χανούμισσα, που αγωνίσθηκε
να τον παρασύρει στην αμαρτία. Επειδή
στον Δούκα ράβονταν όλη η άρχουσα τάξη
της Κωνσταντινούπολης, εκείνος ελεύθερα
έμπαινε κι έβγαινε στα παλάτια των
Τούρκων.
Συνέβη
λοιπόν, κάποτε, να τον ερωτευθεί μια
μεγάλη παντρεμένη κυρά από σπουδαία
οικογένεια, από την οποία προέρχονταν
πολλά ηγετικά στελέχη της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας. Εκείνη πρώτα άρχισε να
του κάνει διάφορα δώρα, ύστερα να του
λέει ερωτικά λόγια για να τον παρασύρει.
Ο Άγιος, σαν καθαρός από ερωτικές σχέσεις
και αγνός ψυχή τε και σώματι, απόρησε,
γιατί δεν περίμενε ποτέ να ακούσει από
μια τόσο μεγάλη κυρία τέτοιους προκλητικούς
λόγους.
Έκανε
τον σταυρό του κι έφυγε από εκείνο το
παλάτι σαν άλλος νέος Πάγκαλος Ιωσήφ.
Εκείνη, όταν είδε πως δεν ερχόταν πλέον
στο σπίτι της, άρχισε να του στέλνει
μηνύματα μα ο Άγιος δεν απαντούσε. Πήγε
τότε η ίδια στο εργαστήριό του και του
είπε, σύμφωνα με το “Νέον Μαρτυρολόγιον”,
περίπου τα εξής: “Άκουσε με σε παρακαλώ,
θέλω να έρχεσαι στα σαράι μου, όπως και
προηγουμένως και μη φοβάσαι κανένα. Ο
άντρας μου λείπει σε εκστρατεία και ή
έρχεται ή δεν έρχεται. Όμως, αν θέλεις
να ασπαστείς το Ισλάμ, σε παίρνω για
άντρα μου. Αλλά κι αν επιστρέψει ο άντρας
μου, θα σε έχω τον πρώτο στο παλάτι μου.
Κι αν ακόμη δεν θέλεις ν’ αλλάξεις την
πίστη σου, ας μείνεις και Ρωμιός, μόνο
να έρχεσαι, όπως σου είπα”. Του είπε
κι άλλα πολλά η “σύζυγος του Πετεφρή”,
η νέα Αιγυπτία και, βλέποντας το αμετάθετο
της γνώμης του Δούκα, κατέληξε με
εκβιασμό: “Αν δεν κάνεις όπως σου
είπα, να ξέρεις, θα χάσεις τη ζωή σου”. Ο
ευλογημένος νέος, έχοντας στην καρδιά του τον έρωτα μόνο του Ιησού Χριστού μέσα
του, καθόλου δεν λογάριασε τις κολακείες
εκείνης της αναιδούς, ούτε και τις
φοβέρες της, ούτε ποτέ ξαναπάτησε στο
παλάτι της. Εκείνη του έστελνε συνέχεια
μηνύματα. Ο Άγιος δεν ανταποκρινόταν.
Οργίστηκε
λοιπόν η καταραμένη εκείνη Αγαρηνή και
ορκίστηκε να τον εξοντώσει, για να μην
τον βλέπει να ελέγχει την ακολασία της.
Πήγε, λοιπόν, στον βεζίρη και του είπε
την υπόθεση αντίστροφα απ΄ ότι στην
πραγματικότητα. Είπε λοιπόν καταγγέλλοντας:
“Έχω ένα ράφτη που ράβει στο παλάτι
μου ό,τι χρειάζεται. Τον ειδοποίησα να
έρθει να του δώσω μερικά ρούχα για ράψιμο
και αυτός ήλθε και μου είπε λόγια τόσο
άσχημα και άπρεπα που ντρέπομαι να σου
τα πω, γι’ αυτό τον έδειρα και έφυγε.
Τώρα είναι στο εργαστήριό του και θέλω
να τον θανατώσεις”. Ο βεζίρης [οθωμανός
υπουργός] υποσχέθηκε πως θα πραγματοποιήσει
το θέλημά της, διότι εκείνη προερχόταν
από μεγάλη οικογένεια.
Αμέσως
ο βεζίρης διέταξε τον σούμπαση (έπαρχο)
να φέρει τον νέο μπροστά του. Όταν τον
έφεραν την ρώτησε: “Τι ορίζεις να του
κάνω”; Κι εκείνη, όλο σατανική κακία
του αποκρίθηκε: “Αν γίνει Τούρκος
άφησέ τον, ειδ’ άλλως να τον ρίξεις στα
τσιγκέλια!” Πρώτα άρχισε ο βεζίρης
να του μιλάει με κολακευτικά λόγια, με
όμορφο τρόπο. Κατόπιν διέταξε και τον
βασάνισαν απάνθρωπα. Τέλος βλέποντας
ότι δεν μπορούν να τον πείσουν να
εξισλαμισθεί, τον έγδαραν ζωντανό και
πέταξαν το δέρμα του στη θάλασσα, ενώ
στη συνέχεια τον κρέμασαν στα τσιγκέλια
και εκεί παρέδωσε την αγία του ψυχή στα
χέρια του αθλοθέτη Κυρίου από τον οποίο
έλαβε τον της αθλήσεως στέφανο. Ήταν η
4η Απριλίου του 1564.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ:
Ως των
Ορθοδόξων ο εμψυχωτής, νεομαρτύρων ο
εμπνευστής, των Λεσβίων ο βλαστός,
Εκκλησίας υπέρμαχος, αθλητά Δούκα,
μεγαλοφώνως τιμώμεν σε, πρέσβευε Χριστώ
τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Ο
Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο Κύπριος [23
Απριλίου 1752] +ΒΙΝΤΕΟ
από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου
ΑΠΟ
ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ: Ο Γεώργιος
ήταν νέος στην ηλικία, ωραίος στην όψη,
φρόνιμος στον νου και σώφρων στα ήθη
Έλληνας από την Κύπρο στα δύσκολα χρόνια
της τουρκικής σκλαβιάς. Εξαιτίας της
φτώχειας και της δουλείας, έφυγε από την
ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κύπρο, από
μικρό παιδί, και πήγε στην Πτολεμαΐδα
ή Άκκρα, της Παλαιστίνης, για τα προς το
ζειν. Εκεί μπήκε στην υπηρεσία ενός
Ευρωπαίου πρέσβη.
ΓΝΩΡΙΜΙΑ
ΜΕ ΤΟΥΡΚΙΣΣΑ ΚΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ: Καθήκον
του ήταν και να ψωνίζει τρόφιμα για την
οικία του αφέντη του. Είχε μάλιστα
συνήθεια να πηγαίνει σε μια Τούρκισσα
φτωχή για να αγοράζει φρέσκα αυγά. Η
Τουρκάλα εκείνη είχε μια κόρη σε ηλικία
γάμου, η οποία πολλές φορές έβγαινε και
συνομιλούσε ελεύθερα με τον Γεώργιο,
ακόμα κι όταν απουσίαζε η μητέρα της.
Κάποιες κακοπροαίρετες γειτόνισσες,
βλέποντας πως ο νέος δεν αγοράζει αυγά
από αυτές, φθόνησαν και έβαλαν στο νου
τους να του κάνουν κακό. Κάποια μέρα
λοιπόν, που ο Άγιος πήγε να αγοράσει
αυγά, του άνοιξε η κόρη επειδή απουσίαζε
η μητέρα της, και κατά τη συνήθειά του
μπήκε στο σπίτι να πάρει τα αυγά.
Συνεννοημένες τότε οι γειτόνισσες
όρμησαν στο σπίτι, άρπαξαν τον νέο και
άρχισαν να φωνάζουν δυνατά πως είπε ότι
θα γίνει Τούρκος και θα παντρευτεί την
κοπέλα. Συγχρόνως μαζεύτηκαν και πολλοί
Τούρκοι, τον άρπαξαν και τον πήγαν στον
δικαστή ψευδομαρτυρώντας πως θα γίνει
Τούρκος.
Η
“ΔΙΚΗ”: Ο μουλάς τον ρώτησε αν είναι
αλήθεια όλα αυτά. Ο Γεώργιος του απάντησε
με πολύ θάρρος ότι ουδέποτε είπε κάτι
τέτοιο, και μάλιστα πως ούτε καν του
πέρασε από τον νου τέτοια σκέψη. Απέδωσε
δε την κατηγορία σε συκοφαντία. Τόνισε
τέλος πως Χριστιανός γεννήθηκε και
Χριστιανός θέλει να πεθάνει. Άρχισαν
τότε να του τάζουν δώρα μεγάλα, δόξες,
τιμές, αξιώματα αλλά δεν μπόρεσαν να
καταφέρουν τίποτα. Χρησιμοποίησαν
ύστερα διάφορες τιμωρίες αλλά και πάλι
δεν μπόρεσαν να κάμψουν το φρόνημα του
Αγίου. Έτσι εξέδωσε ο κριτής την τελική
του απόφαση, θάνατο.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ
ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ: Ήταν ημέρα Παρασκευή, ιερή
γι τους Μουσουλμάνους. Αφού βγήκαν από
το τζαμί τους, που ήταν κοντά στη θάλασσα,
στάθηκαν όλοι έξω και έκαναν συμβούλιο.
Έφεραν τον Άγιο σιδηροδέσμιο και τον
έβαλαν στη μέση, του ανακοίνωσαν την
εναντίον του απόφαση και άρχισαν να τον
κολακεύουν και να τον παρακαλούν να
γίνει μουσουλμάνος. Ο Άγιος τους ήλεγξε
με τόλμη για τις ενέργειές τους, οπότε
βλέποντας τη σταθερότητά του, στάθηκαν
όλοι κυκλικά γύρω του κρατώντας τα
πιστόλια τους και του είπαν πως αν δεν
αλλάξει γνώμη θα τον σκοτώσουν επιτόπου.
Ο Άγιος αντί άλλης απαντήσεως ύψωσε τα
αλυσοδεμένα χέρια του στον ουρανό και
με μεγάλη φωνή είπε: “Κύριε Ιησού Χριστέ
δέξαι το πνεύμα μου και αξίωσον με της
Βασιλείας Σου”. Μόλις είπε αυτά, μια
ομοβροντία πυροβολισμών ακούστηκε. Τον
πυροβόλησαν όλοι με τα πιστόλια τους.
Και καθώς έπεσε κάτω, όρμησαν με τα
μαχαίρια τους και σφαγίασαν κυριολεκτικά
το μαρτυρικό εκείνο λείψανο.
ΘΕΙΟ
ΣΗΜΑΔΙ: Ενώ ακόμα δεν είχαν χορτάσει
την κακία τους, εξεγέρθηκε εναντίον
τους η ίδια η φύση. Ενώ στη θάλασσα
επικρατούσε τότε γαλήνη, έγινε ξάφνου
ένας μεγάλος αναβρασμός, η θάλασσα
αγρίεψε, κι ενώ ήταν σε απόσταση, βγήκε
από τον συνηθισμένο τόπο της κι ήλθε
πρώτα ως το λείψανο, ξεπλένοντας το
μαρτυρικό αίμα που έτρεχε από αυτό,
ώσπου έγινε όλη σαν κόκκινος αφρός.
Έπειτα όρμησαν τα νερά, σαν θηρίο ανήμερο,
προς στο τζαμί των βαρβάρων, σαν να
ζητούσαν να το γκρεμίσουν. Τρομοκρατημένοι
οι Τούρκοι, έτρεξαν στους Χριστιανούς
και τους ανάγκασαν να πάνε να πάρουν το
τίμιο λείψανο και να το θάψουν. Όταν το
σήκωσαν και το έθαψαν με τιμές, ησύχασε
η θάλασσα και, αφού καθάρισε το αγιώτατο
αίμα του μάρτυρος, αποσύρθηκε στον τόπο
της.
ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ
ΑΓΙΟΣ – ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ: Για τρεις
συνεχόμενες νύχτες ουράνιο φως κατέβαινε
στον τάφο του Αγίου και όλη η περιοχή
έφεγγε από εκείνον τον πύρινο στύλο που
ερχόταν από τον ουρανό. Σε ανάμνηση
αυτού του γεγονότος οι Χριστιανοί
συνήθιζαν να πηγαίνουν μικροί και
μεγάλοι, ιδίως δε πολλοί ασθενείς, στον
τάφο του Αγίου και να ανάβουν πολλά
κεριά. Πολλά θαύματα έγιναν στον τάφο
του Αγίου. Μολονότι συνηθίζεται η
ανακομιδή των λειψάνων των Αγίων, ο
τάφος του Αγίου παρέμεινε ανέπαφος
μεταξύ του Ι. Ναού του Αγίου Γεωργίου
του Τροπαιοφόρου και του κτηρίου της
Ι. Μητροπόλεως Πτολεμαΐδος μέχρι το
1963. Τότε, κατόπιν συνεννοήσεως του
Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ’ και
του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Βενεδίκτου
ανοίχθηκε ο τάφος παρουσία του Μητροπολίτου
Ναζαρέτ Ισιδώρου, του ηγουμένου της Ι.
Μονής Μαχαιρά Ελπιδίου, του μοναχού της
Ι. Μονής Σταυροβουνίου Νικάνδρου και
άλλων κληρικών της Παλαιστίνης.
Τοποθετήθηκαν σε κατάλληλη θήκη και
αρχικά διαφυλάχτηκαν στον πλησίον Ναό
του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου.
Μεταφέρθηκαν στη Κύπρο, στις 13 Απριλίου
1967 από αντιπροσωπία της Εκκλησίας της
Κύπρου, με επικεφαλής τον Γεώργιο,
κατόπιν Μητροπολίτη Νικαίας. Σήμερα
ευρίσκονται στον Ι. Ναό Αγίου Γεωργίου
στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας. Ας μεσιτεύει
ο Νεομάρτυς άγιος Γεώργιος ο Κύπριος
και για μας!
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=sSDJaICSoJE
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ΗΧΟΒΙΒΛΙΟ-AUDIOBOOK.GR
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
«Η Τελευταία Βαπτιστική» είναι ένα από τα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη με δραματικό τέλος. Η ηρωίδα, η θεία Σοφούλα-Κωνσταντινιά ή Σαραντού όπως τη φώναζαν από το «Σαραντανονού», είναι μια γυναίκα σεβάσμια, με σύνεση, νοικοκυροσύνη και μεγάλη καρδιά. Τόσο μεγάλη όσο να χωράει κοντά στα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά της και σαράντα βαφτιστήρια που είχε! Εκείνη τη Μεγάλη Πέμπτη όλοι οι βαπτιστικοί από τον μεγαλύτερο, που ήταν πια είκοσι ετών, μέχρι τη μικρότερη, την τελευταία βαπτιστική, τη Σοφούλα, μόλις δύο ετών, την είχαν επισκεφθεί.
Αυτή η τελευταία βαπτιστική, το τεσσαρακοστό πνευματικό της τέκνο, ήταν η αδυναμία της, το χαϊδεμένο της. Η μικρή Σοφούλα βγήκε να παίξει κρυφτό με τα άλλα παιδιά, τα οποία έπαιζαν στον κήπο, κοντά στο πηγάδι…
Η συγκινητική συνέχεια στο ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK που ακολουθεί:
Ο
Αγιος Νεομάρτυς Νικόλαος [Μαγνησία
Μ. Ασίας 24 Απριλίου 17961]
από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου
Ο ΓΙΟΣ
ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΑΤΗ: Ο άγιος ζούσε στην
περιοχή της Μαγνησίας μαζί με τον πατέρα
του, τον Χατζη- Κανέλλο, ο οποίος ήταν
γενικός επιστάτης στα κτήματα, στα
κοπάδια και γενικότερα στην περιουσία
ενός σπουδαίου και μεγάλου αγά, του Καρά
Οσουμάνογλου, στο χωριό Γιαγιά Κιόι.
Λόγω της θέσης του ο πατέρας του αγίου
ήταν γνωστός σε όλους τους Τούρκους της
περιοχής, σημαντικούς και ασήμαντους,
μάλιστα είχε θάρρος μαζί τους και εκείνοι
τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση.
ΑΡΡΑΒΩΝ:
Ενώ λοιπόν ζούσε μαζί με τον πατέρα του
στην υπηρεσία εκείνου του αγά,
αρραβωνιάστηκε, με την άδεια του πατέρα
του, μια σεμνή και ενάρετη νέα, με την
οποία σχεδίαζε να στεφανωθεί την Κυριακή
του Θωμά του 1796. Ο Νικόλαος ήταν τότε
είκοσι δύο ετών.
ΣΤΗ
ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΔΕΙΕΣ ΓΑΜΟΥ:
Επειδή έπρεπε να βγάλει τις άδειες, πήγε
στην πόλη της Μαγνησίας [στην Τουρκική
γλώσσα, Manisa],
με την άδεια πάντα του πατέρα του και
του αγά, τον οποίο υπηρετούσαν. Πηγαίνοντας
στη Μαγνησία φορούσε τούρκικα παπούτσια
και κόκκινο φέσι, ξεθαρρεύοντας λόγω
της υπηρεσίας του στον αγά, πράγμα που
απαγορευόταν όμως στους Ρωμιούς και
γενικότερα στους χριστιανούς, οι οποίοι
υποχρεώνονταν τότε να φορούν άσπρο
κάλυμμα κεφαλής.
ΣΥΛΛΗΨΗ:
Όταν τον είδαν οι υπηρέτες του Μουσελίμη,
του ανώτατου αξιωματούχου της πόλης,
ντυμένο έτσι, μολονότι γνώριζαν σε ποιου
σπουδαίου αγά την υπηρεσία ήταν και
γνώριζαν επίσης και τον πατέρα του,
χωρίς να διστάσουν καθόλου τον έπιασαν
και τον έφεραν στον αφέντη τους. Ο
μουσελίμης έκανε πως δεν τον γνωρίζει
και του είπε με πονηριά: “Η ενδυμασία
σου είναι τούρκικη και δεν επιτρέπεται
να την φοράει άνθρωπος άλλης πίστεως.
Εκτός αν κατάλαβες πως η πίστη μας είναι
αληθινή και ήρθες έτσι ντυμένος για να
γίνεις Τούρκος”. Ο Νικόλαος κατάλαβε
την πανουργία του μουσελίμη και χωρίς
να δειλιάσει διόλου, με γενναιότητα του
απάντησε: “Εγώ αυτά τα ρούχα τα φορώ με
τη δική σας άδεια αφού ο πατέρας μου
είναι στην υπηρεσία σας”. Ήταν εξάλλου
γνωστός και στον μουσελίμη. Μόλις τ’
άκουσε αυτά ο πασάς διέταξε τους υπηρέτες
του να τον δείρουν λίγο, με ελαφρές
ξυλιές, για να δείξει πως τον λυπάται,
θέλοντας να τον ελκύσει στη θρησκεία
του.
ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ:
Ο Νικόλαος, αντιλαμβανόμενος τα σχέδια
του μουσελίμη, με τη σοφία που ο Χριστός
δίνει σε όσους ομολογούν μπροστά στους
τυράννους, έμεινε σταθερός στην πίστη
του, δεχόμενος με ευχαρίστηση τους
ραβδισμούς. Για δεύτερη φορά άρχισε ο
πασάς με ήμερο τρόπο να τον παρακινεί
να γίνει μουσουλμάνος, αν ήθελε να
γλυτώσει τα βάσανα. Ο άγιος, αγωνιστής
της αλήθειας, με μεγαλύτερη γενναιότητα
του απάντησε: “Μάθε ότι εγώ δεν είναι
δυνατόν να αρνηθώ την πίστη μου , όχι
μόνο με ραβδισμούς αλλά ακόμη κι αν με
θανατώσεις με επώδυνο θάνατο”. Τότε
θύμωσε ο πασάς και πρόσταξε να τον
δείρουν δυνατότερα. Έπειτα σκέφτηκε
ότι ούτε έτσι θα μπορέσει να του αλλάξει
τη γνώμη. Έβαλε κι άλλους ομοθρήσκους
του να τον παρακινήσουν. Υποσχέθηκε πως
αν αλλαξοπιστήσει θα του δώσει πολλά
και μεγάλα αξιώματα, δώρα και τιμές,
πράγματα ελκυστικά, ιδιαίτερα στους
νέους. Ο γενναίος όμως μάρτυς του Χριστού
δεν ελκύστηκε καθόλου από αυτά ούτε
λυπήθηκε τη νεότητά του, ούτε σκέφτηκε
πως θα στερηθεί τους γονείς του, τα
αδέλφια του, πολύ δε περισσότερο την
αρραβωνιαστικιά του. Αλλά σαν να μην
ήταν χοϊκός άνθρωπος, σαν να βρισκόταν
πάνω από τα υλικά πράγματα τα οποία και
καταφρονούσε, φώναζε με μεγαλύτερη
παρρησία: “Εγώ μπροστά στα μάτια μου
έχω τον θάνατό μου και την πίστη μου δεν
πρόκειται να την αρνηθώ με κανένα τρόπο”.
Τότε για τρίτη φορά ο πασάς διέταξε να
τον δείρουν με σκληρό τρόπο και πάλι
συνέχισε να τον πιέζει, με όσους τρόπους
ήξερε, για να αλλαξοπιστήσει. Όσο εκείνος
προσπαθούσε, τόσο περισσότερο ο άγιος
φώναζε με ανδρεία: “Το να αρνηθώ τον
Χριστό μου είναι πράγμα αδύνατο”.
ΠΡΟΣ
ΤΙΣ ΑΝΩ ΜΟΝΕΣ:
Τελικά βλέποντας ο πασάς τη σταθερότητα
του μάρτυρα, διέταξε να τον χτυπήσουν
σκληρότατα στην κοιλιά. Τον χτύπησαν
τόσο που τον άφησαν μισοπεθαμένο. Έτσι
αναίσθητο τον πέταξαν στη φυλακή. Μέσα
στη φυλακή ευρισκόμενος ο μακάριος
Νικόλαος, ευχαριστώντας ολόψυχα τον
Κύριο, διότι αξιώθηκε να υποφέρει για
το όνομά Του, μετά από τρεις ημέρες
παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια
του Θεού και έλαβε τον αμάραντο του
μαρτυρίου και της αθλήσεως στέφανο.
“Ζητών
ο Nικόλαος ευρέσθαι γάμον, Άφθαρτον
εύρε διά πληγών εν πόλω”.
ΓΕΝΙΚΑ: Η Ήβη, στον ελληνικό Μύθο, ήταν
η θεότητα της νεολαίας και της νεότητας1.
Το ρωμαϊκό αντίστοιχο, κατ΄ απομίμηση της ελληνικής Μυθολογίας κι εδώ, ήταν η Juventus.
Ήταν
κόρη του Δία και της Ήρας2
και θεωρείτο οινοχόος των θεών, αφού
εξυπηρετούσε τους Ολύμπιους θεούς στα
συμπόσιά τους με νέκταρ και αμβροσία.Καθήκον
της ήταν ακόμη η προετοιμασία των λουτρών
του Άρη, ενώ βοηθούσε την Ήρα όταν εκείνη
προετοίμαζε το άρμα της3.
Από τον Ηρακλή, που μετά την αθανασία του και την ανακήρυξή του σε θεό, νυμφεύτηκε την Ήβη, απέκτησε δυο γιους. Τον
Αλεξιάρη και τον Ανίκητο4.
Η
Ήβη
εμφανίζεται
ως η έχουσα την εξουσία
να δίνει
την αιώνια νεότητα, και στην τέχνη
εμφανίζεται συνήθως μαζί
με
τον πατέρα της, το
Δία,
με το σύμβολο
ενός
αετού, προσφέροντας συχνά ένα φλιτζάνι
σε αυτόν. Η παράσταση ήταν
συχνή στην
κλασική Εποχή,
χαραγμένη συνήθως σε πολύτιμους λίθους,
αλλά στην ύστερη Αρχαιότητα, φαίνεται
να σχετίζονται με την πεποίθηση ότι ο
αετός [όπως
και το μυθικό πουλί Φοίνικας],
είχε
την ικανότητα να ανανεώσει τον
άνθρωπο επαναφέροντάς τον στην εφηβική
ηλικία των 18 ετών, ικανοποιώντας έτσι τον αιώνιο πανανθρώπινο πόθο.
ΑΡΧΑΙΑ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ:
Στην
τραγωδία
του Ευριπίδη, “Ηρακλείδες”, η Ήβη
χορήγησε ξανά τη νεότητα στον Ιόλαο,
μετά από την προσευχή του σ΄ αυτή, για
να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον διώκτη
των Ηρακλειδών, Ευρυσθέα και το στρατό
του.
Στην τέχνη, η Ήβη απεικονίζεται
συνήθως φορώντας ένα αμάνικο φόρεμα.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ήβη
ήταν ένα εξαιρετικά δημοφιλές θέμα στη δυτική τέχνη κατά την περίοδο από 1750
έως 18505.
Οι
Φλειάσιοι, που ζούσαν κοντά στη Σικυώνα,
τιμούσαν την Ήβη, την οποία αποκαλούσαν
και [η] Δία, ως προστάτη των ικετών. Η Ήβη
επίσης λατρευόταν ευρύτερα στην Ελλάδα
ως θεά της χάριτος ή της συγχώρεσης.
Έτσι ένας φυλακισμένος για να απελευθερωθεί,
έπρεπε να κρεμάσει τις αλυσίδες του σε
ιερά άλση της θεάς, όπως για παράδειγμα
συνέβαινε στο ιερό της στο Φλειούντα.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ:
Το όνομα Ήβη
προέρχεται
από την ελληνική λέξη που σημαίνει
“νεότητα” ή “κύριος της ζωής”. Από
αυτό η ηλικία της νεότητας ονομαζόταν
και ονομάζεται “εφηβεία” [> επί την
ήβην], ο νέος στην ηλικία των δεκαοκτώ,
“έφηβος”, ενώ ακόμη και η στράτευση
στην αρχαία Αθήνα που οριζόταν σ΄ αυτή
την ηλικία ονομαζόταν “εφηβεία”.
Το ''Άρατε πύλας'', είναι ένα διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, που πρωτοδημο-σιεύτηκε το 1891. Ο συγ-γραφέας και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) ήταν εξάδελφος του Αλέξανδρου Παπαδια-μάντη από την πλευρά της μητέρας του.
Φιλαργυρία:
τέκνο απληστίας και μήτηρ, κάποτε (Ιούδας), της προδοσίας!
[+ΒΙΝΤΕΟ]
του
Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου
Εισαγωγή:
Ο Ιούδας, επίκαιρος και λόγω των Αγίων
Ημερών που διάγουμε, λάτρευε τα χρήματα,
άλλωστε αυτός κρατούσε το “γλωσσόκομον”,
το κοινό ταμείο των μαθητών. Ένα πάθος
που τον οδηγεί σε σκοτείνιασμα του
μυαλού του. Σε ώρα σκότους γίνεται η
σύλληψη του Χριστού και προσφέρεται το
προδοτικό φίλημα αντί τριάντα αργυρίων.
Το αποτέλεσμα γνωστό. Αντί να ακολουθήσει
την οδό της μετανοίας απελπίζεται και
αυτοκτονεί. Είχε προσκολληθεί στον
Μαμμωνά, όπως έλεγε ο Κύριος ...
ΓΕΝΙΚΑ:
Η φιλαργυρία, πάθος που αιχμαλωτίζει
τον άνθρωπο ρίχνοντάς τον στα δεσμά
άλλων παθών, από πολλούς ταυτίζεται με
την απληστία. Ουσιαστικά απληστία είναι
η υπερβολική προσπάθεια ν' αποκτάς, ενώ
φιλαργυρία η υπερβολική προσπάθεια να
μη χάσεις. Στενός συγγενής
του φθόνου
είναι η φιλαργυρία.
Δεν εννοούμε μόνο εκείνο το είδος της
φιλαργυρίας που περιορίζεται στη
συσσώρευση χρημάτων, αλλά τη γενική
μορφή που εκφράζεται στην απροθυμία
του φιλάργυρου να προσφέρει χαρά σε
άλλους. Ουσιαστικά ο φιλάργυρος υψώνει
τείχος που θα σιγουρέψει, μόνο για τον
εαυτό του, τους φτωχικούς του θησαυρούς
από τον υπόλοιπο κόσμο. Διακρίνεται
εύκολα η σχέση της φιλαργυρίας με τη
φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία και με τον
φθόνο.
Η
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: Στην παγκόσμια
γραμματεία έχουμε τη χαρακτηριστική
τσιγγουνιά του Αρπαγκόν στο Μολιέρο
(ερωτευμένος με το σεντούκι) και του
Σάυλοκ στον Σαίξπηρ (που επιμένει να
αποζημιωθεί για τα κεφάλαιά του με
ανθρώπινη σάρκα). Ο Aγγλος χιουμορίστας
συγγραφέας Τζωρζ Μάικς δίνει τη συνταγή
της επιτυχούς φιλαργυρίας: «Αν
θέλετε να είστε φιλάργυρος, να θυμόσαστε
έναν πολύ απλό βασικό κανόνα: Ο φιλάργυρος
ποτέ δεν είναι τόσο πλούσιος, ώστε να
περιφρονήσει έστω και μια πεντάρα. Δέστε
γιατί: Ένας πλούσιος, ιδιοκτήτης τεραστίων
κτημάτων, πουλούσε ένα από τα σπίτια
του. Ο αγοραστής τού μέτρησε 50.000 λίρες
και το τραπέζι εξαφανίστηκε από το
τεράστιο χρυσό βουνό που σωρεύτηκε πάνω
του. Ο γερο-πλούσιος μέτρησε τέσσερις
φορές τα λεφτά. Yστερα άνοιξε μια
σαρακοφαγωμένη κασετίνα και έβγαλε
τους τίτλους του σπιτιού, τυλιγμένους
σε κορδέλα. Τους ξετύλιξε και μετά πολλή
σκέψη τους έδωσε στον αγοραστή. Ο
τελευταίος, τους πήρε και του είπε: “Μου
δίνετε παρακαλώ και την κορδέλα να τους
τυλίξω;” Ο γέρος διστάζοντας του
απάντησε: “Την
κορδέλα; Ευχαρίστως. Πληρώστε μου, όμως,
τέσσερις πεντάρες!»
Η
ΑΡΧΑΙΑ ΣΟΦΙΑ: Διαβάζουμε
στα Δελφικά παραγγέλματα “Πλούτω
απόστει”, μακριά από
τον πλούτο, γιατί η φιλαργυρία που
γεννιέται είναι “μητέρα
κάθε ποταπότητας και φαυλότητας”
(Φωκυλίδης). Ο Δημόκριτος έλεγε πως οι
“τσιγκούνηδες
έχουν τη μοίρα της μέλισσας, δουλεύοντας
σαν να πρόκειται να ζήσουν για πάντα”.
Ο
Πλάτων τόνιζε πως“δεν
πρέπει να αποκτάμε μόνο τα αγαθά, αλλά
να τα χρησιμοποιούμε, γιατί καμιά ωφέλεια
δεν προκύπτει μόνο από την απόκτηση.”
Ο Ζήνων τοποθετούσε τη φιλαργυρία, μαζί
με την ακολασία και τη μέθη, στα κορυφαία
πάθη, ενώ ο Διογένης έλεγε: “Η
φιλαργυρία είναι η μητρόπολη όλων των
παθών”.
Ο Σωκράτης παρομοιάζει τη ζωή του
φιλάργυρου με δείπνο νεκρού που “ενώ
όλα τα έχει δε μπορεί να δοκιμάσει
τίποτε”.
Ο Αριστοτέλης αντιδιαστέλει την ασωτία
με τη φιλαργυρία: “Ο
άσωτος ξοδεύει υπερβολικά και δεν
λαμβάνει αρκετά, ενώ ο φιλάργυρος
λαμβάνει υπερβολικά χρήματα και δεν
ξοδεύει αρκετά.”
Ακόμη, ο Κικέρων εύστοχα αποφαίνεται
για τη γεροντική φιλαργυρία: “Τι
πιο παράλογο από έναν οδοιπόρο που
αυξάνει τα αποθέματά του για το ταξίδι
που πλησιάζει στο τέλος”.
Η
ΝΕΟΤΕΡΗ ΣΟΦΙΑ: Ο Ραφουσκό
αναδεικνύει την πλάνη των φιλάργυρων:
“στο ότι θεωρούν το χρυσό
αγαθό, ενώ στην πραγματικότητα είναι
μόνο μέσο για απόκτηση αγαθών”,
ενώ ο Μίλτον με καθαρά οικονομική
ορολογία, στηριζόμενος στον Αριστοτέλη,
ορίζει τη φιλαργυρία και όχι τη σπατάλη
αντίθετη της οικονομίας! Ο Λαβατέρ δίνει
μια πολύ εύστοχη αντιδιαστολή φιλαργυρίας
και ασωτίας: “Οι φιλάργυροι
πλουτίζουν κάνοντας τον φτωχό, οι δε
άσωτοι φτωχαίνουν κάνοντας τον πλούσιο”.
Η κινέζικη παροιμία: “Όταν
η τσιγκουνιά μπαίνει στο σπίτι η ευτυχία
βγαίνει” μας υπενθυμίζει
πόσο υποφέρουν τα μέλη της οικογένειας
του φιλάργυρου!
ΟΡΘΟΔΟΞΗ
ΘΕΩΡΗΣΗ:Ο
Ιούδας λάτρευε τα χρήματα, άλλωστε αυτός
κρατούσε το “γλωσσόκομον”, το κοινό
ταμείο των μαθητών. Ένα πάθος που τον
οδηγεί σε σκοτείνιασμα του μυαλού του.
Σε ώρα σκότους γίνεται η σύλληψη του
Χριστού και προσφέρεται το προδοτικό
φίλημα αντί τριάντα αργυρίων. Το
αποτέλεσμα γνωστό. Αντί να ακολουθήσει
την οδό της μετανοίας απελπίζεται και
αυτοκτονεί. Είχε προσκολληθεί στον ένα
από τους δύο κυρίους (Θεόν ή Μαμμωνάν,
όπως έλεγε ο Κύριος). Όμως δεν μπορείς
να δουλεύεις σε δύο κυρίους. Έτσι εύκολα
αντιλαμβανόμαστε ότι “Η
φτώχεια στερείται από πολλά, η δε
φιλαργυρία από όλα”
(Ισαάκ Σύρος). Τα ίδια λέει και ο Απ.
Παύλος: “ρίζα
όλων των κακών είναι η φιλαργυρία και
πολλοί κυριεύθηκαν από αυτή και
παραπλανήθηκαν από την πίστη τους και
προκάλεσαν στον εαυτό τους πολλές
οδύνες”
(Α΄Τιμ. στ΄6,7,10). Πολλοί έχοντες το πάθος
της φιλαργυρίας αυτοαποκαλούνται
“οικονόμοι”. Γι' αυτούς έγραψε ο Ισαάκ
ο Σύρος: “Ο
δειλός αποκαλεί τον εαυτό του προσεκτικό,
όπως ο φιλάργυρος ονομάζει τον εαυτό
του οικονόμο”.
Ιδιαιτέρως
εύστοχος είναι ο ορισμός που δίνει ο
άγιος Μάξιμος Ομολογητής στη φιλαργυρία.
Είναι, λέει, το πάθος εκείνου “που
λαμβάνει με χαρά και δίνει με λύπη”!
Σ' αυτή τη φράση εμπεριέχεται η
“εργαλειοποίηση” του άλλου. Το ίδιο
λέει και ο Μ. Βασίλειος: “όπως
κάνουν τα ψάρια, έτσι και ο
πλεονέκτης-φιλάργυρος καταπίνει στο
απύθμενο στομάχι του τους αδύναμους”.
Είναι αδύνατο ο πλεονέκτης να μη στραφεί
κατά του συνανθρώπου του. Γι' αυτό ο
έμπειρος ασκητής, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος,
συνιστά: “Καλύτερα
να κάτσεις παρέα με γύπες, παρά με
πλεονέκτη και άπληστο."
Οι Πατέρες δεν θεωρούν τη φιλαργυρία
απλό ηθικό ολίσθημα, αλλά “θρησκεία”
και βασικό προσανατολισμό της ανθρώπινης
ύπαρξης. Στα λόγια του Χριστού ότι «όπου
είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και
η καρδιά σας»
(Ματθ. στ΄21) μοιάζει να συμφωνεί ο Eριχ
Φρομ υποστηρίζοντας ότι “θρησκεία
συνιστά η ολόψυχη αφιέρωση σε κάτι, το
οποίο και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη
ζωή”.
Κι αυτό το “κάτι” στον φιλάργυρο είναι
το χρήμα. Στη
χριστιανική οπτική η δίψα για πλούτο
στρέφεται στον ίδιο τον υπαρξιακό
προσανατολισμό του φιλάργυρου,
υποτάσσοντας σ' αυτήν όλα, πράγματα ή
πρόσωπα. Eτσι, το χρήμα αναδεικνύεται
θεός. Άλλωστε, ο Χριστός τη φιλαργυρία
έφερε ως κορυφαίο παράδειγμα επιλογής
ασύμβατης προς τον Ίδιο. ΄Η με τον Θεό,
είπε, ή με τον Mαμωνά. Η λατρεία του
χρήματος σημαίνει μετάλλαξη του ανθρώπου
σε απόλυτη ατομικότητα. Κι επειδή αυτό
το αμάρτημα είναι ακόρεστο, οι Πατέρες
το χαρακτηρίζουν μονιμότερο πάντων. Τα
άλλα αμαρτήματα, λέει ο Άγιος Ιωάννης
Δαμασκηνός, είναι «ολιγόχρονα».
Είναι αδύνατο ο φιλάργυρος να μη στραφεί
κατά του συνανθρώπου του. Στα φληναφήματα,
που καλλιεργούν διαπλεκόμενοι της
εκκλησιαστικής εξουσίας πλουτοκράτες,
ότι ο πλουτισμός τους είναι “θέλημα
Θεού”, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης
αντιτείνει: «Δεν
προέρχεται από τον Θεό το ψωμί του
πλεονέκτη».
Γι' αυτό και στην εκκλησιαστική παράδοση,
ούτε η ελεημοσύνη, ούτε οι προσφορές
αποτελούν κολυμπήθρα του Σιλωάμ ώστε
να δικαιώνονται οι τρόποι συσσώρευσης
του πλούτου. Αντίθετα αξιώνεται διακοπή
της εκμετάλλευσης. Ο Μ. Βασίλειος ταυτίζει
τον πλεονέκτη με τον «αποστερητή», μ'
αυτόν, δηλαδή, που στερεί από τους
εργαζομένους τη δίκαιη αμοιβή τους και
δεν χορηγεί στους πενομένους τα
χρειαζούμενα. Οι δωρεές του στις εκκλησιές
δεν μπορούν να γίνονται δεκτές, διότι
δεν γίνεται συμμέτοχος της
πλεονεξίας-φιλαργυρίας ο Θεός.Ο
Γέροντας Άγιος Πορφύριος προσθέτει:
«Το
αν θα πάμε στον Παράδεισο ή στην κόλαση,
δεν εξαρτάται από το αν έχουμε λίγα ή
πολλά χρήματα, αλλά από τον τρόπο πού
θα χρησιμοποιήσουμε αυτά πού έχουμε.
Τα χρήματα, τα κτήματα και όλα τα υλικά
αγαθά δεν είναι δικά μας, του Θεού είναι,
εμείς έχουμε μόνο τη διαχείριση τους.
Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας
ζητήσει λογαριασμό και για την τελευταία
δραχμή μας, αν τη διαθέσαμε σύμφωνα με
το θέλημα του ή όχι».
ΕΠΙΜΥΘΙΟ:
Και ποια είναι η απάντηση στη φιλαργυρία:
Να ασκηθεί ο άνθρωπος στην ολιγάρκεια,
να γίνει «ολιγοδεΐας
εραστής»
(Άγιος Μάξιμος). Να ζήσει τα υλικά
“μετρίως”
και την αγάπη “αμέτρως”.
Αυτό δεν σημαίνει αποτράβηγμα σε ατομική
πνευματική γυμναστική. Ο Ά. Χρυσόστομος
παρατηρεί ότι η ύψιστη αρετή της
παρθενίας, ούτε καθολική εντολή συνιστά,
ούτε οδηγεί μόνη της στον παράδεισο. Ο
φιλάργυρος παρθένος θα μείνει εκτός
του νυμφώνος! Η έγνοια για τον άλλον,
όμως, και καθολική εντολή συνιστά, και
στον παράδεισο οδηγεί. Να το αντίδοτο
στη φιλαργυρία!